TzwMilesAway
Member
- Μηνύματα
- 6
- Likes
- 44
- Επόμενο Ταξίδι
- ΜΠΑΡΙ
Το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Ιουνίου, πετύχαμε απίστευτα καλές τιμές σε πτήσεις από την Αθήνα για το Μπάρι και δεν το πολυσκεφτήκαμε. Μέσα σε λίγα λεπτά είχε κλειστεί ένα 48ωρο city break στην Απούλια.
Η πτήση μας έφτανε το Σάββατο στις 12:00 το μεσημέρι και η επιστροφή ήταν προγραμματισμένη για τη Δευτέρα στις 15:00. Ο χρόνος ήταν ελάχιστος, αλλά οι πόλεις που θέλαμε να δούμε πολλές. Με ένα πρόγραμμα που έμοιαζε αρκετά φιλόδοξο, ξεκίνησε αυτό το μικρό ταξίδι στην Απούλια.
Φτάνοντας στο Μπάρι, χάσαμε λίγο χρόνο μέχρι να παραλάβουμε το ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο. Ήταν όμως μια απαραίτητη επιλογή, καθώς οι μόλις 48 ώρες που είχαμε στη διάθεσή μας δεν θα έβγαιναν με τρένα και λεωφορεία σε σχέση με όλα όσα θέλαμε να δούμε. Να θυμάστε πάντα όταν νοικιάζετε αμάξι σε ξένη χώρα να κάνετε το check in διαδικτυακά ώστε να γλυτώνετε ώρα κατά την άφιξη σας.
Πρώτη μας στάση ήταν το κέντρο του Μπάρι και συγκεκριμένα το All’Antico Vinaio, δίπλα στο Πανεπιστήμιο του Μπάρι. Πολλοί μάς το είχαν προτείνει, λέγοντάς μας πως εκεί θα φάμε μία από τις καλύτερες φοκάτσιες στην Ιταλία. Μπορείς είτε να φτιάξεις τη δική σου, επιλέγοντας τα υλικά που θέλεις, είτε να διαλέξεις μία από τις περίπου 30 έτοιμες επιλογές του μενού. Οι τιμές κυμαίνονται γύρω στα 9-12€, αλλά η φοκάτσια είναι πραγματικά μεγάλη και μπαμπάτσικη και σε χορταίνει. Και τελικά είχαν δίκιο. Ήταν από τις καλύτερες φοκάτσιες που έχω φάει ποτέ. Η ζύμη ήταν αφράτη και τραγανή ταυτόχρονα, ενώ τα υλικά ήταν φρέσκα και γεμάτα γεύση. Αξίζει λοιπον η δημοσιότητα που έχει πάρει.
Αφού χορτάσαμε, ξεκινήσαμε τη βόλτα μας περνώντας μέσα από τα Gardens of Piazza Umberto I και στη συνέχεια τη Via Sparano da Bari, τον πιο εμπορικό δρόμο της πόλης. Εκεί θα συναντήσεις από πολυτελείς οίκους μόδας, όπως η Prada, μέχρι γνωστές αλυσίδες όπως Zara, KIKO Milano κτλ.
Σιγά σιγά βρεθήκαμε στην καρδιά της πόλης, τη Bari Vecchia. Το ιστορικό κέντρο του Μπάρι, με τις ρίζες του να φτάνουν στη βυζαντινή εποχή, περιβάλλεται από τα παλιά τείχη και αποτελεί έναν πραγματικό λαβύρινθο από πλακόστρωτα σοκάκια. Είναι ακριβώς η εικόνα που έχεις στο μυαλό σου όταν σκέφτεσαι τη νότια Ιταλία: μικρά μπαλκονάκια γεμάτα λουλούδια, πολύχρωμα παντζούρια, απλωμένες μπουγάδες και μια ατμόσφαιρα που μοιάζει βγαλμένη από κινηματογραφική ταινία. Και φυσικά οι μυρωδιές. Σε κάθε γωνιά θα βρεις μικρές τρατορίες, φοκατσερίες και καφέ που σε κάνουν να θέλεις να σταματήσεις κάθε λίγα μέτρα για να δοκιμάσεις κάτι.
Ανάμεσα στα σημαντικότερα αξιοθέατα της παλιάς πόλης ξεχωρίζουν η Βασιλική του Αγίου Νικολάου, αλλά και το επιβλητικό Castello Svevo, ένα εξαιρετικά καλοδιατηρημένο μεσαιωνικό φρούριο που χρονολογείται από το 1132.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στιγμιότυπα του Μπάρι, όμως, είναι οι διάσημες «γιαγιάδες των orecchiette». Σε αρκετά σοκάκια θα τις δείτε να κάθονται έξω από τα σπίτια τους και να φτιάχνουν στο χέρι τα παραδοσιακά ζυμαρικά της περιοχής, τα οποία μπορείτε να αγοράσετε επιτόπου.
Και επειδή ο καύσωνας εκείνες τις ημέρες δεν αστειευόταν, η επόμενη στάση ήταν μονόδρομος: παγωτό. Επιλέξαμε τη Gelateria Gentile, μία από τις πιο γνωστές gelaterie της πόλης, και πραγματικά δεν μας απογοήτευσε. Ήταν μακράν το καλύτερο gelato που δοκιμάσαμε σε όλο το ταξίδι. Οι γεύσεις φυστίκι και φουντούκι ήταν απίστευτα αυθεντικές, τόσο έντονες που ένιωθες σαν να έτρωγες ξηρούς καρπούς σε μορφή παγωτού χωρις καμία αλλοίωση στην γεύση. Αν βρεθείτε στο Μπάρι, αξίζει οπωσδήποτε μια στάση. Το μόνο αρνητικό ήταν ουρά. Περιμέναμε 10-15 λεπτά.
Γύρω στις 16:00 ολοκληρώσαμε τη βόλτα μας στο Μπάρι, πήραμε το αυτοκίνητο και βάλαμε πλώρη για τη Ματέρα, όπου θα διανυκτερεύαμε. Η διαδρομή διαρκεί περίπου 50 λεπτά και οδικό δίκτυο ειναι οκ. Τα όρια ταχύτητας είναι γενικά χαμηλότερα σε σχέση με την Ελλάδα, οπότε χρειάζεται λίγη προσοχή λόγω του οτι έχει πολλές κάμερες.
Αν ταξιδεύετε με αυτοκίνητο στην Ιταλία, αξίζει να γνωρίζετε πως το παρκάρισμα ακολουθεί συγκεκριμένους κανόνες. Οι κίτρινες γραμμές προορίζονται συνήθως για κατοίκους ή ειδικές χρήσεις, όπως φορτοεκφορτώσεις, οι λευκές γραμμές είναι δωρεάν αν και αρκετά δυσεύρετες και οι μπλε γραμμές είναι επί πληρωμή. Η πληρωμή μπορεί να γίνει είτε στα κοντινά παρκόμετρα είτε, ακόμα πιο εύκολα, μέσω της εφαρμογής EasyPark. Εκεί δηλώνεις την πινακίδα του αυτοκινήτου, την ώρα άφιξης και την εκτιμώμενη ώρα αναχώρησης. Αν τελικά φύγεις νωρίτερα ή αργότερα, μπορείς να τροποποιήσεις τον χρόνο στάθμευσης μέσα από την εφαρμογή και στο τέλος χρεώνεσαι μόνο για τον πραγματικό χρόνο που παρέμεινε το αυτοκίνητο παρκαρισμένο.
Στη Ματέρα, βέβαια, τα πράγματα είναι λίγο πιο απαιτητικά. Λόγω της ιδιαίτερης μορφολογίας της πόλης και των στενών δρόμων γύρω από το ιστορικό κέντρο είχαμε κλείσει 2 μέρες πριν μεσω γουατσαπ ένα ιδιωτικό πάρκινγκ, όπου αφήσαμε το αυτοκίνητο για περίπου 16 ώρες με κόστος 20€.
Η Ματέρα είναι μια πόλη της περιφέρειας της Μπαζιλικάτα, στη νότια Ιταλία, χτισμένη στις όχθες του φαραγγιού της Γκραβίνα. Θεωρείται μία από τις αρχαιότερες συνεχώς κατοικημένες πόλεις στον κόσμο, καθώς η ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή χρονολογείται ήδη από την Παλαιολιθική Εποχή.
Κι όμως, η εικόνα που αντικρίζει σήμερα ο επισκέπτης δεν θυμίζει σε τίποτα το παρελθόν της. Μέχρι και τη δεκαετία του 1950, οι περίφημες συνοικίες Sassi, οι λαξευμένες κατοικίες μέσα στον ασβεστολιθικό βράχο, αποτελούσαν μία από τις φτωχότερες περιοχές της Ιταλίας. Ολόκληρες οικογένειες ζούσαν μέσα στις σπηλιές μαζί με τα ζώα τους, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, τρεχούμενο νερό ή αποχέτευση. Οι συνθήκες υγιεινής ήταν εξαιρετικά δύσκολες, με την ελονοσία, τον υποσιτισμό και την υψηλή παιδική θνησιμότητα να ταλαιπωρούν τους κατοίκους. Η κατάσταση ήταν τόσο σοβαρή, ώστε η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε να μετεγκαταστήσει τους κατοίκους σε νέες κατοικίες και οι σπηλιές εγκαταλείφθηκαν. Η Ματέρα χαρακτηριζόταν τότε ωςη ντροπή της Ιταλίας.
Για αρκετά χρόνια η Ματέρα έμοιαζε με μια πόλη-φάντασμα. Σταδιακά όμως άρχισε να ανακαλύπτεται ξανά. Οι παλιές σπηλιές αναστηλώθηκαν, μετατράπηκαν σε ξενοδοχεία, εστιατόρια, μουσεία και χώρους πολιτισμού, ενώ η μοναδική αρχιτεκτονική της πόλης άρχισε να προσελκύει ταξιδιώτες και κινηματογραφικές παραγωγές από όλο τον κόσμο. Έτσι, η Ματέρα κατάφερε να μεταμορφωθεί από σύμβολο εγκατάλειψης σε ένα από τα πιο ξεχωριστά πολιτιστικά κέντρα της Ιταλίας. Η προσπάθεια αυτή αναγνωρίστηκε διεθνώς, καθώς το 1993 η Ματέρα εντάχθηκε στον κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, ενώ το 2019 ανακηρύχθηκε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης.
Περπατώντας στη Ματέρα καταλαβαίνεις πολύ γρήγορα γιατί θεωρείται τόσο ξεχωριστή. Η πόλη μοιάζει με έναν ατελείωτο λαβύρινθο από πέτρινα σοκάκια, σκαλιά και μικρά περάσματα που σε οδηγούν συνεχώς σε καινούριες γωνιές και απρόσμενα σημεία θέας. Παρότι οι επισκέπτες είναι πολλοί, η ιδιαίτερη διάταξη της πόλης τους απορροφά και ποτέ δεν νιώθεις πραγματικά συνωστισμό.
Όσο πλησιάζει το ηλιοβασίλεμα, οι πέτρινες κατοικίες βάφονται με αποχρώσεις του χρυσού και του πορτοκαλί. Υπάρχει μια απίστευτη ηρεμία στην ατμόσφαιρα. Είναι από εκείνες τις πόλεις η ίδια η βόλτα αποτελεί την εμπειρία.
Η πρώτη μας γρήγορη στάση έγινε στο Crialoss το απογευματάκι, όπου ήπιαμε το πρώτο Aperol του ταξιδιού, απολαμβάνοντας μια πραγματικά συγκλονιστική θέα πάνω από τα πέτρινα σπίτια της Ματέρα. Αργότερα εφοσον ειχε βραδιασει καταλήξαμε στο Vicolo Cieco, για ένα δεύτερο και μερικές λαχταριστές μπρουσκέτες. Η ατμόσφαιρα ήταν χαλαρή και τα σοκάκια φωτισμένα διακριτικά. Όταν επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο, το μόνο που θέλαμε ήταν να καθίσουμε στο μπαλκόνι του δωματίου μας και να χαζεύουμε τη φωτισμένη Ματέρα. Η θέα ήταν τόσο όμορφη και η ησυχία της πόλης τόσο γαλήνια, που αυτή η στιγμή αποδείχθηκε μία από τις πιο αγαπημένες αναμνήσεις του ταξιδιού.
Το πρωί της Κυριακής ήρθε η ώρα να αποχαιρετήσουμε τη Ματέρα. Επόμενος προορισμός μας ήταν το Alberobello, περίπου 1 ώρα και 15 λεπτά μακριά, σύμφωνα με τα όρια ταχύτητας.
Το Alberobello είναι παγκοσμίως γνωστό για τα χαρακτηριστικά trulli, τα μικρά λευκά σπίτια με τις κωνικές πέτρινες στέγες που το κάνουν να μοιάζει βγαλμένο από παραμύθι. Δεν είναι τυχαίο ότι από το 1996 αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Η πρώτη εικόνα που αντικρίζεις είναι πραγματικά μαγική· νιώθεις σαν να βρίσκεσαι σε ένα μικρό στρουμφοχωριό.
Πέρα όμως από την ιδιαίτερη αισθητική τους, τα trulli κρύβουν και μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Χτίζονταν αποκλειστικά με πέτρα, χωρίς τη χρήση τσιμέντου, με την τεχνική της ξερολιθιάς. Ο λόγος ήταν ιδιαίτερα ευρηματικός. Οι κατοικίες μπορούσαν να αποσυναρμολογηθούν πολύ γρήγορα, ώστε όταν εμφανίζονταν οι βασιλικοί φοροεισπράκτορες να φαίνονται ως μη μόνιμες κατασκευές και οι ιδιοκτήτες να αποφεύγουν τη φορολόγηση. Αν παρατηρήσετε προσεκτικά τις στέγες, θα δείτε πολλά λευκά σύμβολα ζωγραφισμένα με ασβέστη. Κάποια έχουν χριστιανική προέλευση, άλλα προέρχονται από παλαιότερες παγανιστικές παραδόσεις και όλα συνδέονται με δοξασίες για προστασία από το κακό μάτι, καλή τύχη, υγεία και πλούσια σοδειά.
Ο καύσωνας έκανε αισθητή την παρουσία του, οπότε μια στάση για gelato ήταν επιβεβλημένη. Επιλέξαμε το La Bottega del Gelato, όπου δοκιμάσαμε ένα εξαιρετικό παγωτό που μας δρόσισε όσο ακριβώς χρειαζόμασταν. Για φαγητό επιλέξαμε το Ticket to Heaven, όπου δοκιμάσαμε μία αυθεντική Apulian Puccia, γεμισμένη με ολόφρεσκα υλικά. Η puccia είναι στογγυλό παραδοσιακό ψωμί την περιοχή του Σαλέντο στην Απουλία.
Για την καλύτερη πανοραμική θέα, αξίζει να περάσετε από τη Fontana – Piazza Giangirolamo II, ενώ προτείνω να περπατήσετε και μέχρι την Church of Saints Cosmas and Damian. Και κάπου εκεί ολοκληρώθηκε η σύντομη αλλά όμορφη γνωριμία μας με αυτό το ξεχωριστό μέρος στην καρδιά της Κοιλάδας της Ίτρια.
Καθώς η ζέστη γινόταν όλο και πιο έντονη, αποφασίσαμε πως είχε έρθει η ώρα να κατηφορίσουμε προς τη θάλασσα. Επόμενη στάση μας ήταν το Polignano a Mare, σε απόσταση περίπου 35 λεπτών. Αφήσαμε το αυτοκίνητο περίπου πέντε λεπτά με τα πόδια από την κεντρική πλατεία, σε θέση με μπλε διαγράμμιση, και πληρώσαμε εύκολα μέσω της εφαρμογής EasyPark.
Το Polignano a Mare είναι χτισμένο πάνω σε εντυπωσιακούς ασβεστολιθικούς βράχους που υψώνονται πάνω από την Αδριατική. Σύμφωνα με έναν τοπικό θρύλο, ένα κομμάτι της ελληνικής γης αποσπάστηκε και ενώθηκε με τις ακτές της Απουλίας. Αν και πρόκειται φυσικά για μύθο, οι ιστορικοί πιστεύουν ότι η περιοχή κατοικήθηκε ήδη από τον 4ο αιώνα π.Χ., όταν ο Διονύσιος Β΄ των Συρακουσών ίδρυσε εδώ μία αποικία, χάρη στη στρατηγική της θέση που έλεγχε το θαλάσσιο εμπόριο προς το Ιόνιο.
Αφού κάναμε μια σύντομη βόλτα στα γραφικά σοκάκια της παλιάς πόλης, κατευθυνθήκαμε αμέσως προς την πιο διάσημη παραλία της περιοχής, τη Lama Monachile. Το τοπίο είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Τα σπίτια μοιάζουν να είναι σκαρφαλωμένα πάνω στους βράχους, ενώ το μικρό βοτσαλωτό άνοιγμα της παραλίας ανάμεσα στα φαράγγια δημιουργεί μία από τις πιο διάσημες εικόνες της Απούλιας.
Η παραλία, όμως δεν ειναι ιδανική για χαλάρωση. Πέρα από τον υπερβολικό κόσμο που είναι αναμενόμενο να υπάρχει και κατ’ επέκταση τα θολά νερά, τόσο η ακτή όσο και ο βυθός είναι γεμάτα μεγάλες πέτρες και βράχους. Σε αρκετά σημεία οι βράχοι φτάνουν αρκετά ψηλά, με αποτέλεσμα η είσοδος και η έξοδος από τη θάλασσα να απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή. Επειδή η ορατότητα μέσα στο νερό δεν ήταν καλή, πολλές φορές δεν μπορούσες να δεις πού πατάς, οπότε είναι εύκολο να χτυπήσει κανείς αν δεν προσέξει. Αν σκοπεύετε να την επισκεφθείτε, θα πρότεινα να καθίσετε στα βράχια δεξιά ή αριστερά της παραλίας, όπου υπάρχει περισσότερος χώρος και καλύτερη θέα. Επίσης, αν ταξιδεύετε με παιδιά τα παπούτσια θαλάσσης είναι σχεδόν απαραίτητα, καθώς κάνουν την είσοδο στη θάλασσα πολύ πιο άνετη και ασφαλή.
Μετά τη βουτιά, η πείνα έκανε ξανά την εμφάνισή της και δεν χάσαμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε ακόμη μία τοπική puccia, αυτή τη φορά με χταπόδι, από το La Pucceria. Αν αγαπάτε το χταπόδι, είναι μια επιλογή που αξίζει πραγματικά.
Επόμενη στάση και τελευταία διανυκτέρευση του ταξιδιού μας ήταν η Μονόπολη, μόλις 10 λεπτά από το Polignano a Mare. Επειδή όμως ήταν ακόμη νωρίς, αποφασίσαμε να κάνουμε άλλη μία βουτιά, αυτή τη φορά στην παραλία Porto Rosso. Σε σύγκριση με τη Lama Monachile, τα νερά εδώ ήταν αισθητά πιο καθαρά και η παραλία αμμώδης, κάτι που την έκανε πολύ πιο ευχάριστη. Βέβαια, λόγω καύσωνα και υψηλής περιόδου, ο κόσμος ήταν και εδώ αμέτρητος, με πολύχρωμες ομπρέλες να καλύπτουν κάθε σπιθαμή της παραλίας. Στη Μονόπολη σταθήκαμε τυχεροί και βρήκαμε θέση σε λευκή διαγράμμιση, οπότε αφήσαμε το αυτοκίνητο εκεί χωρίς καμία χρέωση μέχρι την αναχώρησή μας το επόμενο μεσημέρι.
Η Μονόπολη είναι μία από τις παλαιότερες πόλεις της Απουλίας, με ιστορία που ξεκινά ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ., όταν ιδρύθηκε ως οχυρωμένος οικισμός. Αργότερα πέρασε στη ρωμαϊκή κυριαρχία και στη συνέχεια γνώρισε διαδοχικά Βυζαντινούς, Νορμανδούς και Ισπανούς κατακτητές. Η στρατηγική της θέση στις ακτές της Αδριατικής την ανάγκασε να οχυρωθεί απέναντι σε πειρατικές επιδρομές, γι' αυτό και μέχρι σήμερα σώζονται τμήματα των τειχών και το επιβλητικό Castello Carlo V, που δεσπόζει δίπλα στο λιμάνι.
Από όλες τις πόλεις που επισκεφθήκαμε, η Μονόπολη ήταν εκείνη που με κέρδισε περισσότερο. Είναι αυθεντική, γοητευτική και γεμάτη ζωή, χωρίς να χάνει τον παραδοσιακό της χαρακτήρα. Λευκά σπίτια, λιθόστρωτα σοκάκια, μικρά μπαλκονάκια, πράσινες ξύλινες πόρτες και απλωμένες μπουγάδες συνθέτουν το σκηνικό που όλοι έχουμε στο μυαλό μας όταν σκεφτόμαστε τη νότια Ιταλία. Το βράδυ, τα μικρά σοκάκια γεμίζουν με κόσμο, ενώ τα μπαρ και τα εστιατόρια, κρυμμένα σε κάθε γωνιά, φωτίζονται από κρεμαστά φωτάκια δημιουργώντας μια απίστευτα ρομαντική ατμόσφαιρα.
Για φαγητό επιλέξαμε το Pinsotti, όπου δοκιμάσαμε εξαιρετική pinsa και φρέσκια burrata, ενώ για gelato κάναμε στάση στο Bella Blu. Τα βραδινά Aperol και cocktails τα απολαύσαμε στο Baldovino, στα μαξιλάρια που έχουν τοποθετηθεί στα σκαλάκια δίπλα στη μικρή Chiesetta di San Giovanni. Με ένα ποτό στο χέρι, το αγόρι μου, τη θάλασσα λίγα μέτρα πιο πέρα και τη μεσαιωνική εκκλησία φωτισμένη, ήταν από εκείνες τις στιγμές που δεν χρειάζεσαι τίποτα άλλο.
Και φυσικά, δεν γινόταν να φύγουμε χωρίς ακόμη μία puccia. Αυτή τη φορά από το The King Street Food, όπου μπορείτε να βρείτε τόσο αλμυρές όσο και γλυκές γεμισμένες με νουτέλα. Κάπως έτσι ολοκληρώθηκε και η δεύτερη ημέρα του ταξιδιού μας.
Το πρωί της Δευτέρας κάναμε μία τελευταία βόλτα στα σοκάκια της Μονόπολη πριν πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής. Για πρωινό δοκιμάσαμε τα περίφημα pasticciotti από το Gran Forno Santa Caterina, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γλυκά της περιοχής του Σαλέντο. Πρόκειται για μικρά γλυκά από τραγανή ζύμη που κρύβουν στο εσωτερικό τους κρέμα ζαχαροπλαστικής. Εμείς επιλέξαμε γεύσεις λεμόνι και σοκολάτα, αν και, για να είμαι ειλικρινής, δεν ήταν κάτι που με ενθουσίασε ιδιαίτερα. Λίγο αργότερα πήραμε τον δρόμο για το αεροδρόμιο του Μπάρι και κάπου εκεί έπεσε η αυλαία αυτού του σύντομου αλλά γεμάτου ταξιδιού.
Αυτά ήταν όσα προλάβαμε να δούμε μέσα σε 48 ώρες στην Απούλια. Αν άλλαζα κάτι, θα ήταν να προσθέσω σίγουρα ακόμη ένα βράδυ στη Μονόπολη, γιατί ήταν η πόλη που με κέρδισε περισσότερο από όλες.
Εσείς που έχετε ταξιδέψει στην Απούλια, τι πιστεύετε; Υπάρχει κάποια στάση που θα έπρεπε να είχαμε παραλείψει για να αφιερώσουμε περισσότερο χρόνο κάπου αλλού; Και, κυρίως, ποια μέρη θεωρείτε ότι χάσαμε και αξίζουν οπωσδήποτε σε ένα επόμενο ταξίδι;
Η πτήση μας έφτανε το Σάββατο στις 12:00 το μεσημέρι και η επιστροφή ήταν προγραμματισμένη για τη Δευτέρα στις 15:00. Ο χρόνος ήταν ελάχιστος, αλλά οι πόλεις που θέλαμε να δούμε πολλές. Με ένα πρόγραμμα που έμοιαζε αρκετά φιλόδοξο, ξεκίνησε αυτό το μικρό ταξίδι στην Απούλια.
Φτάνοντας στο Μπάρι, χάσαμε λίγο χρόνο μέχρι να παραλάβουμε το ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο. Ήταν όμως μια απαραίτητη επιλογή, καθώς οι μόλις 48 ώρες που είχαμε στη διάθεσή μας δεν θα έβγαιναν με τρένα και λεωφορεία σε σχέση με όλα όσα θέλαμε να δούμε. Να θυμάστε πάντα όταν νοικιάζετε αμάξι σε ξένη χώρα να κάνετε το check in διαδικτυακά ώστε να γλυτώνετε ώρα κατά την άφιξη σας.
Πρώτη μας στάση ήταν το κέντρο του Μπάρι και συγκεκριμένα το All’Antico Vinaio, δίπλα στο Πανεπιστήμιο του Μπάρι. Πολλοί μάς το είχαν προτείνει, λέγοντάς μας πως εκεί θα φάμε μία από τις καλύτερες φοκάτσιες στην Ιταλία. Μπορείς είτε να φτιάξεις τη δική σου, επιλέγοντας τα υλικά που θέλεις, είτε να διαλέξεις μία από τις περίπου 30 έτοιμες επιλογές του μενού. Οι τιμές κυμαίνονται γύρω στα 9-12€, αλλά η φοκάτσια είναι πραγματικά μεγάλη και μπαμπάτσικη και σε χορταίνει. Και τελικά είχαν δίκιο. Ήταν από τις καλύτερες φοκάτσιες που έχω φάει ποτέ. Η ζύμη ήταν αφράτη και τραγανή ταυτόχρονα, ενώ τα υλικά ήταν φρέσκα και γεμάτα γεύση. Αξίζει λοιπον η δημοσιότητα που έχει πάρει.
Αφού χορτάσαμε, ξεκινήσαμε τη βόλτα μας περνώντας μέσα από τα Gardens of Piazza Umberto I και στη συνέχεια τη Via Sparano da Bari, τον πιο εμπορικό δρόμο της πόλης. Εκεί θα συναντήσεις από πολυτελείς οίκους μόδας, όπως η Prada, μέχρι γνωστές αλυσίδες όπως Zara, KIKO Milano κτλ.
Σιγά σιγά βρεθήκαμε στην καρδιά της πόλης, τη Bari Vecchia. Το ιστορικό κέντρο του Μπάρι, με τις ρίζες του να φτάνουν στη βυζαντινή εποχή, περιβάλλεται από τα παλιά τείχη και αποτελεί έναν πραγματικό λαβύρινθο από πλακόστρωτα σοκάκια. Είναι ακριβώς η εικόνα που έχεις στο μυαλό σου όταν σκέφτεσαι τη νότια Ιταλία: μικρά μπαλκονάκια γεμάτα λουλούδια, πολύχρωμα παντζούρια, απλωμένες μπουγάδες και μια ατμόσφαιρα που μοιάζει βγαλμένη από κινηματογραφική ταινία. Και φυσικά οι μυρωδιές. Σε κάθε γωνιά θα βρεις μικρές τρατορίες, φοκατσερίες και καφέ που σε κάνουν να θέλεις να σταματήσεις κάθε λίγα μέτρα για να δοκιμάσεις κάτι.
Ανάμεσα στα σημαντικότερα αξιοθέατα της παλιάς πόλης ξεχωρίζουν η Βασιλική του Αγίου Νικολάου, αλλά και το επιβλητικό Castello Svevo, ένα εξαιρετικά καλοδιατηρημένο μεσαιωνικό φρούριο που χρονολογείται από το 1132.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στιγμιότυπα του Μπάρι, όμως, είναι οι διάσημες «γιαγιάδες των orecchiette». Σε αρκετά σοκάκια θα τις δείτε να κάθονται έξω από τα σπίτια τους και να φτιάχνουν στο χέρι τα παραδοσιακά ζυμαρικά της περιοχής, τα οποία μπορείτε να αγοράσετε επιτόπου.
Και επειδή ο καύσωνας εκείνες τις ημέρες δεν αστειευόταν, η επόμενη στάση ήταν μονόδρομος: παγωτό. Επιλέξαμε τη Gelateria Gentile, μία από τις πιο γνωστές gelaterie της πόλης, και πραγματικά δεν μας απογοήτευσε. Ήταν μακράν το καλύτερο gelato που δοκιμάσαμε σε όλο το ταξίδι. Οι γεύσεις φυστίκι και φουντούκι ήταν απίστευτα αυθεντικές, τόσο έντονες που ένιωθες σαν να έτρωγες ξηρούς καρπούς σε μορφή παγωτού χωρις καμία αλλοίωση στην γεύση. Αν βρεθείτε στο Μπάρι, αξίζει οπωσδήποτε μια στάση. Το μόνο αρνητικό ήταν ουρά. Περιμέναμε 10-15 λεπτά.
Γύρω στις 16:00 ολοκληρώσαμε τη βόλτα μας στο Μπάρι, πήραμε το αυτοκίνητο και βάλαμε πλώρη για τη Ματέρα, όπου θα διανυκτερεύαμε. Η διαδρομή διαρκεί περίπου 50 λεπτά και οδικό δίκτυο ειναι οκ. Τα όρια ταχύτητας είναι γενικά χαμηλότερα σε σχέση με την Ελλάδα, οπότε χρειάζεται λίγη προσοχή λόγω του οτι έχει πολλές κάμερες.
Αν ταξιδεύετε με αυτοκίνητο στην Ιταλία, αξίζει να γνωρίζετε πως το παρκάρισμα ακολουθεί συγκεκριμένους κανόνες. Οι κίτρινες γραμμές προορίζονται συνήθως για κατοίκους ή ειδικές χρήσεις, όπως φορτοεκφορτώσεις, οι λευκές γραμμές είναι δωρεάν αν και αρκετά δυσεύρετες και οι μπλε γραμμές είναι επί πληρωμή. Η πληρωμή μπορεί να γίνει είτε στα κοντινά παρκόμετρα είτε, ακόμα πιο εύκολα, μέσω της εφαρμογής EasyPark. Εκεί δηλώνεις την πινακίδα του αυτοκινήτου, την ώρα άφιξης και την εκτιμώμενη ώρα αναχώρησης. Αν τελικά φύγεις νωρίτερα ή αργότερα, μπορείς να τροποποιήσεις τον χρόνο στάθμευσης μέσα από την εφαρμογή και στο τέλος χρεώνεσαι μόνο για τον πραγματικό χρόνο που παρέμεινε το αυτοκίνητο παρκαρισμένο.
Στη Ματέρα, βέβαια, τα πράγματα είναι λίγο πιο απαιτητικά. Λόγω της ιδιαίτερης μορφολογίας της πόλης και των στενών δρόμων γύρω από το ιστορικό κέντρο είχαμε κλείσει 2 μέρες πριν μεσω γουατσαπ ένα ιδιωτικό πάρκινγκ, όπου αφήσαμε το αυτοκίνητο για περίπου 16 ώρες με κόστος 20€.
Η Ματέρα είναι μια πόλη της περιφέρειας της Μπαζιλικάτα, στη νότια Ιταλία, χτισμένη στις όχθες του φαραγγιού της Γκραβίνα. Θεωρείται μία από τις αρχαιότερες συνεχώς κατοικημένες πόλεις στον κόσμο, καθώς η ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή χρονολογείται ήδη από την Παλαιολιθική Εποχή.
Κι όμως, η εικόνα που αντικρίζει σήμερα ο επισκέπτης δεν θυμίζει σε τίποτα το παρελθόν της. Μέχρι και τη δεκαετία του 1950, οι περίφημες συνοικίες Sassi, οι λαξευμένες κατοικίες μέσα στον ασβεστολιθικό βράχο, αποτελούσαν μία από τις φτωχότερες περιοχές της Ιταλίας. Ολόκληρες οικογένειες ζούσαν μέσα στις σπηλιές μαζί με τα ζώα τους, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, τρεχούμενο νερό ή αποχέτευση. Οι συνθήκες υγιεινής ήταν εξαιρετικά δύσκολες, με την ελονοσία, τον υποσιτισμό και την υψηλή παιδική θνησιμότητα να ταλαιπωρούν τους κατοίκους. Η κατάσταση ήταν τόσο σοβαρή, ώστε η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε να μετεγκαταστήσει τους κατοίκους σε νέες κατοικίες και οι σπηλιές εγκαταλείφθηκαν. Η Ματέρα χαρακτηριζόταν τότε ωςη ντροπή της Ιταλίας.
Για αρκετά χρόνια η Ματέρα έμοιαζε με μια πόλη-φάντασμα. Σταδιακά όμως άρχισε να ανακαλύπτεται ξανά. Οι παλιές σπηλιές αναστηλώθηκαν, μετατράπηκαν σε ξενοδοχεία, εστιατόρια, μουσεία και χώρους πολιτισμού, ενώ η μοναδική αρχιτεκτονική της πόλης άρχισε να προσελκύει ταξιδιώτες και κινηματογραφικές παραγωγές από όλο τον κόσμο. Έτσι, η Ματέρα κατάφερε να μεταμορφωθεί από σύμβολο εγκατάλειψης σε ένα από τα πιο ξεχωριστά πολιτιστικά κέντρα της Ιταλίας. Η προσπάθεια αυτή αναγνωρίστηκε διεθνώς, καθώς το 1993 η Ματέρα εντάχθηκε στον κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, ενώ το 2019 ανακηρύχθηκε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης.
Περπατώντας στη Ματέρα καταλαβαίνεις πολύ γρήγορα γιατί θεωρείται τόσο ξεχωριστή. Η πόλη μοιάζει με έναν ατελείωτο λαβύρινθο από πέτρινα σοκάκια, σκαλιά και μικρά περάσματα που σε οδηγούν συνεχώς σε καινούριες γωνιές και απρόσμενα σημεία θέας. Παρότι οι επισκέπτες είναι πολλοί, η ιδιαίτερη διάταξη της πόλης τους απορροφά και ποτέ δεν νιώθεις πραγματικά συνωστισμό.
Όσο πλησιάζει το ηλιοβασίλεμα, οι πέτρινες κατοικίες βάφονται με αποχρώσεις του χρυσού και του πορτοκαλί. Υπάρχει μια απίστευτη ηρεμία στην ατμόσφαιρα. Είναι από εκείνες τις πόλεις η ίδια η βόλτα αποτελεί την εμπειρία.
Η πρώτη μας γρήγορη στάση έγινε στο Crialoss το απογευματάκι, όπου ήπιαμε το πρώτο Aperol του ταξιδιού, απολαμβάνοντας μια πραγματικά συγκλονιστική θέα πάνω από τα πέτρινα σπίτια της Ματέρα. Αργότερα εφοσον ειχε βραδιασει καταλήξαμε στο Vicolo Cieco, για ένα δεύτερο και μερικές λαχταριστές μπρουσκέτες. Η ατμόσφαιρα ήταν χαλαρή και τα σοκάκια φωτισμένα διακριτικά. Όταν επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο, το μόνο που θέλαμε ήταν να καθίσουμε στο μπαλκόνι του δωματίου μας και να χαζεύουμε τη φωτισμένη Ματέρα. Η θέα ήταν τόσο όμορφη και η ησυχία της πόλης τόσο γαλήνια, που αυτή η στιγμή αποδείχθηκε μία από τις πιο αγαπημένες αναμνήσεις του ταξιδιού.
Το πρωί της Κυριακής ήρθε η ώρα να αποχαιρετήσουμε τη Ματέρα. Επόμενος προορισμός μας ήταν το Alberobello, περίπου 1 ώρα και 15 λεπτά μακριά, σύμφωνα με τα όρια ταχύτητας.
Το Alberobello είναι παγκοσμίως γνωστό για τα χαρακτηριστικά trulli, τα μικρά λευκά σπίτια με τις κωνικές πέτρινες στέγες που το κάνουν να μοιάζει βγαλμένο από παραμύθι. Δεν είναι τυχαίο ότι από το 1996 αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Η πρώτη εικόνα που αντικρίζεις είναι πραγματικά μαγική· νιώθεις σαν να βρίσκεσαι σε ένα μικρό στρουμφοχωριό.
Πέρα όμως από την ιδιαίτερη αισθητική τους, τα trulli κρύβουν και μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Χτίζονταν αποκλειστικά με πέτρα, χωρίς τη χρήση τσιμέντου, με την τεχνική της ξερολιθιάς. Ο λόγος ήταν ιδιαίτερα ευρηματικός. Οι κατοικίες μπορούσαν να αποσυναρμολογηθούν πολύ γρήγορα, ώστε όταν εμφανίζονταν οι βασιλικοί φοροεισπράκτορες να φαίνονται ως μη μόνιμες κατασκευές και οι ιδιοκτήτες να αποφεύγουν τη φορολόγηση. Αν παρατηρήσετε προσεκτικά τις στέγες, θα δείτε πολλά λευκά σύμβολα ζωγραφισμένα με ασβέστη. Κάποια έχουν χριστιανική προέλευση, άλλα προέρχονται από παλαιότερες παγανιστικές παραδόσεις και όλα συνδέονται με δοξασίες για προστασία από το κακό μάτι, καλή τύχη, υγεία και πλούσια σοδειά.
Ο καύσωνας έκανε αισθητή την παρουσία του, οπότε μια στάση για gelato ήταν επιβεβλημένη. Επιλέξαμε το La Bottega del Gelato, όπου δοκιμάσαμε ένα εξαιρετικό παγωτό που μας δρόσισε όσο ακριβώς χρειαζόμασταν. Για φαγητό επιλέξαμε το Ticket to Heaven, όπου δοκιμάσαμε μία αυθεντική Apulian Puccia, γεμισμένη με ολόφρεσκα υλικά. Η puccia είναι στογγυλό παραδοσιακό ψωμί την περιοχή του Σαλέντο στην Απουλία.
Για την καλύτερη πανοραμική θέα, αξίζει να περάσετε από τη Fontana – Piazza Giangirolamo II, ενώ προτείνω να περπατήσετε και μέχρι την Church of Saints Cosmas and Damian. Και κάπου εκεί ολοκληρώθηκε η σύντομη αλλά όμορφη γνωριμία μας με αυτό το ξεχωριστό μέρος στην καρδιά της Κοιλάδας της Ίτρια.
Καθώς η ζέστη γινόταν όλο και πιο έντονη, αποφασίσαμε πως είχε έρθει η ώρα να κατηφορίσουμε προς τη θάλασσα. Επόμενη στάση μας ήταν το Polignano a Mare, σε απόσταση περίπου 35 λεπτών. Αφήσαμε το αυτοκίνητο περίπου πέντε λεπτά με τα πόδια από την κεντρική πλατεία, σε θέση με μπλε διαγράμμιση, και πληρώσαμε εύκολα μέσω της εφαρμογής EasyPark.
Το Polignano a Mare είναι χτισμένο πάνω σε εντυπωσιακούς ασβεστολιθικούς βράχους που υψώνονται πάνω από την Αδριατική. Σύμφωνα με έναν τοπικό θρύλο, ένα κομμάτι της ελληνικής γης αποσπάστηκε και ενώθηκε με τις ακτές της Απουλίας. Αν και πρόκειται φυσικά για μύθο, οι ιστορικοί πιστεύουν ότι η περιοχή κατοικήθηκε ήδη από τον 4ο αιώνα π.Χ., όταν ο Διονύσιος Β΄ των Συρακουσών ίδρυσε εδώ μία αποικία, χάρη στη στρατηγική της θέση που έλεγχε το θαλάσσιο εμπόριο προς το Ιόνιο.
Αφού κάναμε μια σύντομη βόλτα στα γραφικά σοκάκια της παλιάς πόλης, κατευθυνθήκαμε αμέσως προς την πιο διάσημη παραλία της περιοχής, τη Lama Monachile. Το τοπίο είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Τα σπίτια μοιάζουν να είναι σκαρφαλωμένα πάνω στους βράχους, ενώ το μικρό βοτσαλωτό άνοιγμα της παραλίας ανάμεσα στα φαράγγια δημιουργεί μία από τις πιο διάσημες εικόνες της Απούλιας.
Η παραλία, όμως δεν ειναι ιδανική για χαλάρωση. Πέρα από τον υπερβολικό κόσμο που είναι αναμενόμενο να υπάρχει και κατ’ επέκταση τα θολά νερά, τόσο η ακτή όσο και ο βυθός είναι γεμάτα μεγάλες πέτρες και βράχους. Σε αρκετά σημεία οι βράχοι φτάνουν αρκετά ψηλά, με αποτέλεσμα η είσοδος και η έξοδος από τη θάλασσα να απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή. Επειδή η ορατότητα μέσα στο νερό δεν ήταν καλή, πολλές φορές δεν μπορούσες να δεις πού πατάς, οπότε είναι εύκολο να χτυπήσει κανείς αν δεν προσέξει. Αν σκοπεύετε να την επισκεφθείτε, θα πρότεινα να καθίσετε στα βράχια δεξιά ή αριστερά της παραλίας, όπου υπάρχει περισσότερος χώρος και καλύτερη θέα. Επίσης, αν ταξιδεύετε με παιδιά τα παπούτσια θαλάσσης είναι σχεδόν απαραίτητα, καθώς κάνουν την είσοδο στη θάλασσα πολύ πιο άνετη και ασφαλή.
Μετά τη βουτιά, η πείνα έκανε ξανά την εμφάνισή της και δεν χάσαμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε ακόμη μία τοπική puccia, αυτή τη φορά με χταπόδι, από το La Pucceria. Αν αγαπάτε το χταπόδι, είναι μια επιλογή που αξίζει πραγματικά.
Επόμενη στάση και τελευταία διανυκτέρευση του ταξιδιού μας ήταν η Μονόπολη, μόλις 10 λεπτά από το Polignano a Mare. Επειδή όμως ήταν ακόμη νωρίς, αποφασίσαμε να κάνουμε άλλη μία βουτιά, αυτή τη φορά στην παραλία Porto Rosso. Σε σύγκριση με τη Lama Monachile, τα νερά εδώ ήταν αισθητά πιο καθαρά και η παραλία αμμώδης, κάτι που την έκανε πολύ πιο ευχάριστη. Βέβαια, λόγω καύσωνα και υψηλής περιόδου, ο κόσμος ήταν και εδώ αμέτρητος, με πολύχρωμες ομπρέλες να καλύπτουν κάθε σπιθαμή της παραλίας. Στη Μονόπολη σταθήκαμε τυχεροί και βρήκαμε θέση σε λευκή διαγράμμιση, οπότε αφήσαμε το αυτοκίνητο εκεί χωρίς καμία χρέωση μέχρι την αναχώρησή μας το επόμενο μεσημέρι.
Η Μονόπολη είναι μία από τις παλαιότερες πόλεις της Απουλίας, με ιστορία που ξεκινά ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ., όταν ιδρύθηκε ως οχυρωμένος οικισμός. Αργότερα πέρασε στη ρωμαϊκή κυριαρχία και στη συνέχεια γνώρισε διαδοχικά Βυζαντινούς, Νορμανδούς και Ισπανούς κατακτητές. Η στρατηγική της θέση στις ακτές της Αδριατικής την ανάγκασε να οχυρωθεί απέναντι σε πειρατικές επιδρομές, γι' αυτό και μέχρι σήμερα σώζονται τμήματα των τειχών και το επιβλητικό Castello Carlo V, που δεσπόζει δίπλα στο λιμάνι.
Από όλες τις πόλεις που επισκεφθήκαμε, η Μονόπολη ήταν εκείνη που με κέρδισε περισσότερο. Είναι αυθεντική, γοητευτική και γεμάτη ζωή, χωρίς να χάνει τον παραδοσιακό της χαρακτήρα. Λευκά σπίτια, λιθόστρωτα σοκάκια, μικρά μπαλκονάκια, πράσινες ξύλινες πόρτες και απλωμένες μπουγάδες συνθέτουν το σκηνικό που όλοι έχουμε στο μυαλό μας όταν σκεφτόμαστε τη νότια Ιταλία. Το βράδυ, τα μικρά σοκάκια γεμίζουν με κόσμο, ενώ τα μπαρ και τα εστιατόρια, κρυμμένα σε κάθε γωνιά, φωτίζονται από κρεμαστά φωτάκια δημιουργώντας μια απίστευτα ρομαντική ατμόσφαιρα.
Για φαγητό επιλέξαμε το Pinsotti, όπου δοκιμάσαμε εξαιρετική pinsa και φρέσκια burrata, ενώ για gelato κάναμε στάση στο Bella Blu. Τα βραδινά Aperol και cocktails τα απολαύσαμε στο Baldovino, στα μαξιλάρια που έχουν τοποθετηθεί στα σκαλάκια δίπλα στη μικρή Chiesetta di San Giovanni. Με ένα ποτό στο χέρι, το αγόρι μου, τη θάλασσα λίγα μέτρα πιο πέρα και τη μεσαιωνική εκκλησία φωτισμένη, ήταν από εκείνες τις στιγμές που δεν χρειάζεσαι τίποτα άλλο.
Και φυσικά, δεν γινόταν να φύγουμε χωρίς ακόμη μία puccia. Αυτή τη φορά από το The King Street Food, όπου μπορείτε να βρείτε τόσο αλμυρές όσο και γλυκές γεμισμένες με νουτέλα. Κάπως έτσι ολοκληρώθηκε και η δεύτερη ημέρα του ταξιδιού μας.
Το πρωί της Δευτέρας κάναμε μία τελευταία βόλτα στα σοκάκια της Μονόπολη πριν πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής. Για πρωινό δοκιμάσαμε τα περίφημα pasticciotti από το Gran Forno Santa Caterina, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γλυκά της περιοχής του Σαλέντο. Πρόκειται για μικρά γλυκά από τραγανή ζύμη που κρύβουν στο εσωτερικό τους κρέμα ζαχαροπλαστικής. Εμείς επιλέξαμε γεύσεις λεμόνι και σοκολάτα, αν και, για να είμαι ειλικρινής, δεν ήταν κάτι που με ενθουσίασε ιδιαίτερα. Λίγο αργότερα πήραμε τον δρόμο για το αεροδρόμιο του Μπάρι και κάπου εκεί έπεσε η αυλαία αυτού του σύντομου αλλά γεμάτου ταξιδιού.
Αυτά ήταν όσα προλάβαμε να δούμε μέσα σε 48 ώρες στην Απούλια. Αν άλλαζα κάτι, θα ήταν να προσθέσω σίγουρα ακόμη ένα βράδυ στη Μονόπολη, γιατί ήταν η πόλη που με κέρδισε περισσότερο από όλες.
Εσείς που έχετε ταξιδέψει στην Απούλια, τι πιστεύετε; Υπάρχει κάποια στάση που θα έπρεπε να είχαμε παραλείψει για να αφιερώσουμε περισσότερο χρόνο κάπου αλλού; Και, κυρίως, ποια μέρη θεωρείτε ότι χάσαμε και αξίζουν οπωσδήποτε σε ένα επόμενο ταξίδι;
Attachments
-
229 KB Προβολές: 0
