- Μηνύματα
- 7.539
- Likes
- 19.247
Κούσκο
Επιστρέφοντας λοιπόν στο δωμάτιο, ενώ έσφυζα από ζωή και ενεργητικότητα, ούτε ζαλάδες ούτε τίποτα... πέφτω για ύπνο. Στην μέση της νύχτας ξυπνώ με την αίσθηση ότι δεν έχω ανάσα... κατέβαλλα τεράστια προσπάθεια να αναπνεύσω και κάθε φορά που το έκανα, ένιωθα να συνθλίβονται τα πνευμόνια μου... Επειδή δεν είχα κάποιο άλλο σύμπτωμα (π.χ. ζάλη, πονοκέφαλο, ναυτία, ταχυκαρδία κ.λ.π.) παρέμεινα στο κρεβάτι μου ανασηκώνοντας απλώς το κεφάλι μου με ένα δεύτερο μαξιλάρι... Τίποτα!... Η αναπνοή μου είχε γίνει τόσο ρηχή που ένιωθα σιγά-σιγά να σβήνει... Όλοι μου οι φόβοι περί υψομέτρου, όλα αυτά τα χρόνια, έβγαιναν αληθινοί! Ξυπνάω τον husband “Δε νιώθω καλά, δεν μπορώ να ανασάνω” του λέω και μάλλον ήμουν σε τραγική κατάσταση γιατί τον βλέπω να πετάγεται με την ευλιγισία του Ντουπλάντις... Έτσι, όπως ήμασταν με τις πυτζάμες και τις σαγιονάρες, πάμε κατευθείαν στη reception... δεν προλαβαίνουμε να εξηγήσουμε, με συνδέουν κατευθείαν με το οξυγόνο επί 10 λεπτά... ένιωσα καλύτερα μεν, αλλά όχι και τέλεια... Επιστρέφουμε στο δωμάτιο, χτυπάω κι ένα αφέψημα κόκας και προσπαθώ να ξανακοιμηθώ…. Μάταια! Για να μην τα πολυλογώ, πέρασα (περάσαμε για την ακρίβεια) μια εφιαλτική νύχτα που κάθε τρεις και λίγο ήμουν στη reception συνδεδεμένη με το οξυγόνο και πίνοντας κόκα. Με τα πολλά, ξημέρωσε και άνοιξε το φαρμακείο που υπήρχε ακριβώς απέναντι από το ξενοδοχείο και ευτυχώς είχε χάπια ακεταζολαμίδης. Μου έριξα και πέντε φάσκελα που ενώ είχαμε φαρμακείο στα πόδια μας, εγώ δεν μερίμνησα να προμηθευτώ χάπια από την προηγούμενη μέρα. Πήρα ένα απευθείας και μόνο τότε ένιωσα καλύτερα -σε συνδυασμό πάντα όμως με οξυγόνο- και συνήλθα. Κοιμηθήκαμε λιγάκι γιατί όλη νύχτα την είχαμε περάσει άυπνοι να πηγαινοερχόμαστε στη reception. Για τα δικά μας δεδομένα -που σηκωνόμαστε πάντα αχάραγα για να “αδράξουμε” την μέρα- σηκωθήκαμε πιο αργά αλλά χωρίς άλλη καθυστέρηση, ξεχυθήκαμε στους δρόμους της πόλης για να την εξερευνήσουμε.
Το Κούσκο ήταν η “καρδιά” της Αυτοκρατορίας των Ίνκας. Όχι μόνο διοικητικά, αλλά και σε ιερό-συμβολικό-κοσμολογικό επίπεδο. Οι Ίνκας θεωρούσαν ότι το Κούσκο ήταν ο ομφαλός της γης, το σημείο όπου συγκεντρωνόταν η θεϊκή ενέργεια, εκεί που ενώνονταν οι τρεις κόσμοι της κοσμοθεωρίας τους (ο ουρανός, η γη και ο κάτω κόσμος).
Η πόλη είχε σχεδιαστεί με τρόπο που να ευθυγραμμίζεται με τον Ήλιο, τα αστέρια, τα ηλιοστάσια και τις ισημερίες, ώστε να συνδέεται το ανθρώπινο με το “θείο” στοιχείο.
Επίσης, το Κούσκο είχε διαμορφωθεί σε σχήμα puma, που για τους Ίνκας ήταν σύμβολο δύναμης και εξουσίας: το Sacsayhuamán ήταν το “κεφάλι”, το ιστορικό κέντρο το “σώμα” ενώ η ουρά εκτεινόταν προς τα νότια της πόλης.
Δεν ξέρω αν ευθύνεται η κοσμολογική διάταξη της πόλης, πάντως όταν περπατάς στο Κούσκο πραγματικά νιώθεις μια ιδιαίτερη “ενέργεια”, μια αίσθηση ότι αυτός ο τόπος “κουβαλάει” κάτι βαθύτερο και μυστηριακό.
Εκτός από την κοσμολογική διάταξη, ένα άλλο χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής του Κούσκο είναι το «mix & match»: στο κάτω μέρος των κτιρίων βλέπεις τις αυθεντικές, αυτοκρατορικές πέτρες των Ίνκας και από πάνω τις καμάρες και τα ξύλινα, σκαλιστά μπαλκόνια των Ισπανών. Αρχικά, οι Ισπανοί προσπάθησαν να γκρεμίσουν εντελώς τα κτίσματα των Ίνκας, όταν όμως κατάλαβαν πόσο ανθεκτικά και αντισεισμικά ήταν, διατήρησαν τους τοίχους ως θεμέλια και πάνω τους έχτισαν σε αποικιακό μπαρόκ στυλ, χρησιμοποιώντας νέα υλικά (σοβά, ξύλο κ.λ.π.).
Oι τοίχοι με τις αυθεντικές πέτρες των Ίνκας κάτω και «ισπανικά» υλικά από πάνω (σοβάς, ξύλο κ.λ.π).
Το αρχιτεκτονικό “ανακάτεμα” φαίνεται και σε ακόμα ένα σημείο.
Τα κτίσματα των Ίνκας αναπτύσσονταν γύρω από τα canchas, δηλ. τα μεγάλα περιφραγμένα πέτρινα τετράγωνα που είχαν στην μέση έναν ακάλυπτο χώρο. Γύρω-γύρω από τo cancha ήταν τα οικήματα της οικογένειας. Χαρακτηριστικά canchas θα δει κανείς στο Qorikancha και στο Inka Museum. Oι εξωτερικοί τοίχοι ήταν “τυφλοί” χωρίς παράθυρα με μόνο μία κεντρική πύλη εισόδου, κι αυτό γιατί οι Ίνκας ήθελαν απόλυτη προστασία και ιδιωτικότητα. Για τους Ίνκας "Η ζωή συνέβαινε μέσα στην αυλή”.
Δείγμα Cancha
Όταν έφτασαν οι Ισπανοί διατήρησαν τη λογική της εσωτερικής αυλής (άλλωστε κι αυτοί είχαν τα χαρακτηριστικά αίθρια με τα συντριβάνια), αλλά για να προσαρμόσουν την πόλη στα δικά τους δεδομένα ως πιο εξωστρεφής λαός, άνοιξαν πόρτες και παράθυρα στους μέχρι τότε “τυφλούς” τοίχους. Επίσης έκοψαν τις παλιές canchas στη μέση για να ενώσουν τις γειτονιές. Έτσι, προέκυψε ένα δίκτυο από δρομάκια, στριφογυριστά σοκάκια, περάσματα και εσωτερικές αυλές.
Και ακριβώς αυτό είναι που με γοήτευσε ιδιαίτερα στο Κούσκο: ότι υπάρχει ένα ολόκληρο δίκτυο από “μυστικές” εσωτερικές αυλές και περάσματα. Είναι σαν να «κρύβεται» μια δεύτερη πόλη πίσω από αυτή που βλέπουμε. Εκεί που περπατούσα ανάμεσα στα στενά σοκάκια με τους συμπαγείς, πέτρινους τοίχους των Ίνκας, τύχαινε να περάσω μια μεγάλη ξύλινη πόρτα και ξαφνικά ανοιγόταν μπροστά μου ένας ολόκληρος λαβύρινθος. Μπορεί να έμπαινα σε ένα κατάστημα με σουβενίρ και βγαίνοντας από την πίσω πόρτα να βρισκόμουν σε μια ολόκληρη αγορά με χειροποίητα είδη. Από εκεί, περνώντας μια καμάρα, να βρισκόμουν σε μια δεύτερη αυλή όπου υπήρχε ένα μπουτίκ χοτέλ ή ένα καφέ και από εκεί να περνούσα και σε μια τρίτη αυλή όπου βρισκόταν μια γκαλερί. Τρελό! Όσο προχωρούσα από την μιαν αυλή στην άλλη, η φασαρία από το δρόμο έσβηνε και ήταν σαν να μεταφερόμουν σε άλλη εποχή.
Σε μια αυλή μπορεί να κρύβεται ένα μικρό ξενοδοχείο.
Σε άλλη αυλή μπορεί να βρεις ένα καφέ.
Και σε μια τρίτη αυλή, να υπάρχει ολόκληρη αγορά.
Η μέρα αυτή -όπως και η επόμενη- κύλησε σε χαλαρούς ρυθμούς περπατώντας και ανακαλύπτοντας την πόλη, όχι μόνο γιατί λατρέψαμε το Κούσκο αλλά και γιατί κάθε λίγες ώρες επιστρέφαμε στο ξενοδοχείο για να πάρω τη δόση μου: οξυγόνο+χάπι και για συμπλήρωμα κόκα. Ούτε μάνα-raver να ήμουν τόσο κούμπωμα!!.
Δυστυχώς, λόγω του θέματός μου, αναδιαμορφώθηκε όλο μας το πρόγραμμα και δεν καταφέραμε να πάμε την επόμενη μέρα στο Πισάκ.
Στενοχωρήθηκα πολύ που δεν είδα το "μικρό Μάτσου Πίτσου", αλλά τουλάχιστον αν ήταν κάπου να αποκλειστούμε, δεν θα μπορούσε να μας τύχει ομορφότερη πόλη!
Επιστρέφοντας λοιπόν στο δωμάτιο, ενώ έσφυζα από ζωή και ενεργητικότητα, ούτε ζαλάδες ούτε τίποτα... πέφτω για ύπνο. Στην μέση της νύχτας ξυπνώ με την αίσθηση ότι δεν έχω ανάσα... κατέβαλλα τεράστια προσπάθεια να αναπνεύσω και κάθε φορά που το έκανα, ένιωθα να συνθλίβονται τα πνευμόνια μου... Επειδή δεν είχα κάποιο άλλο σύμπτωμα (π.χ. ζάλη, πονοκέφαλο, ναυτία, ταχυκαρδία κ.λ.π.) παρέμεινα στο κρεβάτι μου ανασηκώνοντας απλώς το κεφάλι μου με ένα δεύτερο μαξιλάρι... Τίποτα!... Η αναπνοή μου είχε γίνει τόσο ρηχή που ένιωθα σιγά-σιγά να σβήνει... Όλοι μου οι φόβοι περί υψομέτρου, όλα αυτά τα χρόνια, έβγαιναν αληθινοί! Ξυπνάω τον husband “Δε νιώθω καλά, δεν μπορώ να ανασάνω” του λέω και μάλλον ήμουν σε τραγική κατάσταση γιατί τον βλέπω να πετάγεται με την ευλιγισία του Ντουπλάντις... Έτσι, όπως ήμασταν με τις πυτζάμες και τις σαγιονάρες, πάμε κατευθείαν στη reception... δεν προλαβαίνουμε να εξηγήσουμε, με συνδέουν κατευθείαν με το οξυγόνο επί 10 λεπτά... ένιωσα καλύτερα μεν, αλλά όχι και τέλεια... Επιστρέφουμε στο δωμάτιο, χτυπάω κι ένα αφέψημα κόκας και προσπαθώ να ξανακοιμηθώ…. Μάταια! Για να μην τα πολυλογώ, πέρασα (περάσαμε για την ακρίβεια) μια εφιαλτική νύχτα που κάθε τρεις και λίγο ήμουν στη reception συνδεδεμένη με το οξυγόνο και πίνοντας κόκα. Με τα πολλά, ξημέρωσε και άνοιξε το φαρμακείο που υπήρχε ακριβώς απέναντι από το ξενοδοχείο και ευτυχώς είχε χάπια ακεταζολαμίδης. Μου έριξα και πέντε φάσκελα που ενώ είχαμε φαρμακείο στα πόδια μας, εγώ δεν μερίμνησα να προμηθευτώ χάπια από την προηγούμενη μέρα. Πήρα ένα απευθείας και μόνο τότε ένιωσα καλύτερα -σε συνδυασμό πάντα όμως με οξυγόνο- και συνήλθα. Κοιμηθήκαμε λιγάκι γιατί όλη νύχτα την είχαμε περάσει άυπνοι να πηγαινοερχόμαστε στη reception. Για τα δικά μας δεδομένα -που σηκωνόμαστε πάντα αχάραγα για να “αδράξουμε” την μέρα- σηκωθήκαμε πιο αργά αλλά χωρίς άλλη καθυστέρηση, ξεχυθήκαμε στους δρόμους της πόλης για να την εξερευνήσουμε.
Το Κούσκο ήταν η “καρδιά” της Αυτοκρατορίας των Ίνκας. Όχι μόνο διοικητικά, αλλά και σε ιερό-συμβολικό-κοσμολογικό επίπεδο. Οι Ίνκας θεωρούσαν ότι το Κούσκο ήταν ο ομφαλός της γης, το σημείο όπου συγκεντρωνόταν η θεϊκή ενέργεια, εκεί που ενώνονταν οι τρεις κόσμοι της κοσμοθεωρίας τους (ο ουρανός, η γη και ο κάτω κόσμος).
Η πόλη είχε σχεδιαστεί με τρόπο που να ευθυγραμμίζεται με τον Ήλιο, τα αστέρια, τα ηλιοστάσια και τις ισημερίες, ώστε να συνδέεται το ανθρώπινο με το “θείο” στοιχείο.
Επίσης, το Κούσκο είχε διαμορφωθεί σε σχήμα puma, που για τους Ίνκας ήταν σύμβολο δύναμης και εξουσίας: το Sacsayhuamán ήταν το “κεφάλι”, το ιστορικό κέντρο το “σώμα” ενώ η ουρά εκτεινόταν προς τα νότια της πόλης.
Δεν ξέρω αν ευθύνεται η κοσμολογική διάταξη της πόλης, πάντως όταν περπατάς στο Κούσκο πραγματικά νιώθεις μια ιδιαίτερη “ενέργεια”, μια αίσθηση ότι αυτός ο τόπος “κουβαλάει” κάτι βαθύτερο και μυστηριακό.
Εκτός από την κοσμολογική διάταξη, ένα άλλο χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής του Κούσκο είναι το «mix & match»: στο κάτω μέρος των κτιρίων βλέπεις τις αυθεντικές, αυτοκρατορικές πέτρες των Ίνκας και από πάνω τις καμάρες και τα ξύλινα, σκαλιστά μπαλκόνια των Ισπανών. Αρχικά, οι Ισπανοί προσπάθησαν να γκρεμίσουν εντελώς τα κτίσματα των Ίνκας, όταν όμως κατάλαβαν πόσο ανθεκτικά και αντισεισμικά ήταν, διατήρησαν τους τοίχους ως θεμέλια και πάνω τους έχτισαν σε αποικιακό μπαρόκ στυλ, χρησιμοποιώντας νέα υλικά (σοβά, ξύλο κ.λ.π.).
Oι τοίχοι με τις αυθεντικές πέτρες των Ίνκας κάτω και «ισπανικά» υλικά από πάνω (σοβάς, ξύλο κ.λ.π).
Το αρχιτεκτονικό “ανακάτεμα” φαίνεται και σε ακόμα ένα σημείο.
Τα κτίσματα των Ίνκας αναπτύσσονταν γύρω από τα canchas, δηλ. τα μεγάλα περιφραγμένα πέτρινα τετράγωνα που είχαν στην μέση έναν ακάλυπτο χώρο. Γύρω-γύρω από τo cancha ήταν τα οικήματα της οικογένειας. Χαρακτηριστικά canchas θα δει κανείς στο Qorikancha και στο Inka Museum. Oι εξωτερικοί τοίχοι ήταν “τυφλοί” χωρίς παράθυρα με μόνο μία κεντρική πύλη εισόδου, κι αυτό γιατί οι Ίνκας ήθελαν απόλυτη προστασία και ιδιωτικότητα. Για τους Ίνκας "Η ζωή συνέβαινε μέσα στην αυλή”.
Δείγμα Cancha
Όταν έφτασαν οι Ισπανοί διατήρησαν τη λογική της εσωτερικής αυλής (άλλωστε κι αυτοί είχαν τα χαρακτηριστικά αίθρια με τα συντριβάνια), αλλά για να προσαρμόσουν την πόλη στα δικά τους δεδομένα ως πιο εξωστρεφής λαός, άνοιξαν πόρτες και παράθυρα στους μέχρι τότε “τυφλούς” τοίχους. Επίσης έκοψαν τις παλιές canchas στη μέση για να ενώσουν τις γειτονιές. Έτσι, προέκυψε ένα δίκτυο από δρομάκια, στριφογυριστά σοκάκια, περάσματα και εσωτερικές αυλές.
Και ακριβώς αυτό είναι που με γοήτευσε ιδιαίτερα στο Κούσκο: ότι υπάρχει ένα ολόκληρο δίκτυο από “μυστικές” εσωτερικές αυλές και περάσματα. Είναι σαν να «κρύβεται» μια δεύτερη πόλη πίσω από αυτή που βλέπουμε. Εκεί που περπατούσα ανάμεσα στα στενά σοκάκια με τους συμπαγείς, πέτρινους τοίχους των Ίνκας, τύχαινε να περάσω μια μεγάλη ξύλινη πόρτα και ξαφνικά ανοιγόταν μπροστά μου ένας ολόκληρος λαβύρινθος. Μπορεί να έμπαινα σε ένα κατάστημα με σουβενίρ και βγαίνοντας από την πίσω πόρτα να βρισκόμουν σε μια ολόκληρη αγορά με χειροποίητα είδη. Από εκεί, περνώντας μια καμάρα, να βρισκόμουν σε μια δεύτερη αυλή όπου υπήρχε ένα μπουτίκ χοτέλ ή ένα καφέ και από εκεί να περνούσα και σε μια τρίτη αυλή όπου βρισκόταν μια γκαλερί. Τρελό! Όσο προχωρούσα από την μιαν αυλή στην άλλη, η φασαρία από το δρόμο έσβηνε και ήταν σαν να μεταφερόμουν σε άλλη εποχή.
Σε μια αυλή μπορεί να κρύβεται ένα μικρό ξενοδοχείο.
Σε άλλη αυλή μπορεί να βρεις ένα καφέ.
Και σε μια τρίτη αυλή, να υπάρχει ολόκληρη αγορά.
Η μέρα αυτή -όπως και η επόμενη- κύλησε σε χαλαρούς ρυθμούς περπατώντας και ανακαλύπτοντας την πόλη, όχι μόνο γιατί λατρέψαμε το Κούσκο αλλά και γιατί κάθε λίγες ώρες επιστρέφαμε στο ξενοδοχείο για να πάρω τη δόση μου: οξυγόνο+χάπι και για συμπλήρωμα κόκα. Ούτε μάνα-raver να ήμουν τόσο κούμπωμα!!.
Δυστυχώς, λόγω του θέματός μου, αναδιαμορφώθηκε όλο μας το πρόγραμμα και δεν καταφέραμε να πάμε την επόμενη μέρα στο Πισάκ.
Στενοχωρήθηκα πολύ που δεν είδα το "μικρό Μάτσου Πίτσου", αλλά τουλάχιστον αν ήταν κάπου να αποκλειστούμε, δεν θα μπορούσε να μας τύχει ομορφότερη πόλη!
Last edited:


