- Μηνύματα
- 11.435
- Likes
- 66.296
- Επόμενο Ταξίδι
- Πακιστάν-Κίνα
- Ταξίδι-Όνειρο
- Roraima-Socotra
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24
Kashgar, επιτέλους. Ιστορία ή κιτς; Διαλιέχτε
Kashgar, επιτέλους. Ιστορία ή κιτς; Διαλιέχτε
Το Κάσγκαρ ήταν ιδέα του Τζόρντι, ή μάλλον εμμονή. Μιλάμε για πολλά χρόνια πριν, ίσως και δέκα. Λίγες εβδομάδες πριν το ταξίδι τον προσγείωσα: η Κίνα δεν είναι πια αυτό που νομίζεις ή αυτό που είδα εγώ πριν είκοσι χρόνια. Όλα έχουν καρικατουροποιηθεί, παντού έχουν στήσει σόου και ειδικά όπου υπάρχουν μειονότητες με αυτονομιστικές ή έστω όχι παντελώς σύμφωνες με την κυβέρνηση τάσεις εκτοπίζονται (συχνά φυλακίζονται) και στη θέση τους φτιάχνεται σύντομα ένα “αυθεντικό χωριό” που θυμίζει θεματικό πάρκο κι όπου πληρώνεις εισιτήριο για να δεις κάποιο στημένο σόου. Μην περιμένεις να δεις Ουιγούρους με παραδοσιακές στολές, σε μαγαζάκια-απογόνους αυτών που είδε ο Μάρκο Πόλο να εμπορεύονται σε αυτό το σταυροδρόμι των λαών, τίποτε ουρανοξύστες θα έχουν χτίσει, καμιά ψευτο-παλιά πόλη και θα έχουν βάλει μέσα ηθοποιούς. Ήξερα τι έλεγα, ακόμη και πριν είκοσι χρόνια, που όλο αυτό το πανηγύρι το πέτυχα στα σπάργανα θυμάμαι ένα χωριό των Μιάο όπου έκανα τρεκ, που έφτασε ένα φορτηγό με περίεργους Χαν Κινέζους, ένας τύπος τους φόρεσε κάτι κουστούμια, έριξαν κάτι φάπες στους ντόπιους και τους “πήραν την πλατεία”. Δεν είχα καταλάβει τι γίνεται ώσπου έφτασε ένα λεωφορείο με (Κινέζους) τουρίστες, οι Χαν (η κυρίως “φυλή” που έχει επικρατήσει στην Κίνα σε συντριπτικό ποσοστό) έκαναν ένα χορευτικό καιι προσποιήθηκαν ότι είναι ντόπιοι περπατώντας με τις (αστείες) στολές που τους είχαν δώσει και μόλις αποχώρησαν οι τουρίστες ξεντύθηκαν, μπήκαν στο φορτηγό κι ακολούθησε η πιο αισχρή σκηνή: ο “ξεναγός” των τουριστών, αφού είχε μαντρώσει τους τουρίστες του στο λεωφορείο, βγήκε, πήγε στο φορτηγό, τους πέταξε κάτι χαρτονομίσματα κι εκείνοι πλακώθηκαν στο ξύλο γι' αυτά. Όταν έφυγε το φορτηγό ακόμη έπαιζαν φάπες μέσα στην καρότσα του, ενώ εγώ κοιτούσα με το σάκο μου από το γειτονικό ύψωμα τους “κανονικούς” ντόπιους να ξαναβγαίνουν στην πόλη τους. Ε τώρα θα είναι πιο οργανωμένα τα πράγματα Τζόρντι, μην περιμένεις τίποτε αυθεντίλες. Κατά βάθος έλπιζα να κάνω λάθος αλλά όπως πάντα ήθελα να έχουμε τη μπάλα χαμηλά και να είμαστε υποψιασμένοι για το worst case scenario.
Ξυπνήσαμε λοιπόν με μεγάλη όρεξη κι επιθυμία να δούμε το... ποθητό Κάσγκαρ αλλά και μια επίγνωση ότι παίζει να βλέπαμε και παράσταση από το θέατρο της Δευτέρας, πιθανότατα σε high tech εκδοχή. Πριν απ' όλα αυτά όμως είχαμε να φάμε το πρωινό μας, γιατί στα 14€/βραδιά του χόστελ για το δίκλινο περιλαμβανόταν κι αυτό. Η καλή κυριούλα λοιπόν μας έφερε μια... λαγάνα (κάπως έτσι είναι το παραδοσιακό ψωμί των μουσουλμάνων Ουιγούρων, θυμίζοντας κάτι από... βαθιά Τουρκία) και κάτι ψιψιμίδια και κοκοσότια που δεν πολυκατάλαβα τι ήταν, αλλά δεν έπαιζε και ρόλο, έξω θα βγαίναμε με τη μία και μάλιστα είχα διαβάσει στις περιγραφές για το χόστελ (όσο το είχε επιτρέψει το μαγικό πακιστανικό ίντερνετ) ότι βρισκόταν σε “αυθεντική γειτονιά Ουιγούρων” μακριά από το κέντρο, αλλά με μεγάλο ενδιαφέρον. Υποψιάστηκα ότι το ιστορικό κέντρο το έχουν καταλάβει οι Χαν με κιτς μαγαζιά κι ότι οι Ουιγούροι είχαν απωθηθεί στα προάστια, α λα Λάσα (όπου μάλιστα για χρόνια οι Κινέζοι εκεί ήταν οι μόνοι που ενθαρρύνονταν από την κυβέρνηση να κάνουν πολλά παιδιά με τον προφανή στόχο να καταστήσουν τους θιβετιανούς μειοψηφία στον τόπο τους).
Πράγματι η γειτονιά είχε πολύ ενδιαφέρον, χωρίς ίχνος τουρίστα (ναι για τους Κινέζους μιλάω, για ξένους ούτε λόγος προφανώς) και είδαμε αρκετές σκηνές καθημερινότητας που θύμιζαν ότι είμαστε στο μουσουλμανικό κομμάτι της Κίνας. Μέχρι την παλιά πόλη είχαμε περίπου μια ώρα περπάτημα και το ευχαριστηθήκαμε όσο δεν πήγαινε. Μόλις περάσαμε το ποτάμι αντικρύσαμε κάτι ενδιαφέροντα χαλάσματα στο βάθος, που απ' ό,τι κατάλαβα είναι το “εξώτερο” άφτιαχτο κομμάτι της παλιάς πόλης. Φαινόταν σα ξεχασμένο κουφάρι αλλά, επειδή για την Κίνα μιλάμε, σύντομα θα γίνει εμπορικό κέντρο, υπερσύγχρονος χώροε συναυλιών ή εργοστάσιο drone. Mια μοναχική κυρία καθόταν και κοιτούσε το νερό μπροστά από τα χαλάσματα, που σαν άλλα προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας φαίνονταν να περιμένουν να σβηστούν από την ιστορική μνήμη. Συνεχίσαμε την πορεία προς το ιστορικό κέντρο, σε ευρείς και πεντακάθαρους δρόμους, που ήδη σηματοδοτούσαν μια ορατότατη διαφορά σε σχέση με την Κίνα που ήξερα. Οι δε Κινέζοι, σε όλο το υπόλοιπο ταξίδι, φαίνονταν να έχουν υποστεί μια εξευγενισμένη μετάλλαξη: πλέον δεν έσπρωχναν στις ουρές, δε με κοιτούσαν με απορία (κι ας κινήθηκα σε περιοχές με ανύπαρκτο τουρισμό) και -κυρίως- δεν έφτυναν. Εντυπωσιακή αλλαγή.
Φτάσαμε σε αυτό που φαινόταν να είναι η είσοδος της παλιάς πόλης. Το πρώτο που μας έκανε εντύπωση δεν ήταν τα κτίρια αλλά οι “μασκαρεμένες”. Δηλαδή κοπέλες κυρίως -σπανιότερα ζευγάρια- ντυμένες με “ρούχα εποχής” που ποζάριζαν σε κάθε γωνία. Αρχικά νομίσαμε πως ήταν εκεί για να δημιουργούν ατμόσφαιρα για τους τουρίστες. Γρήγορα καταλάβαμε πως... αυτές ήταν οι τουρίστες κι ότι υπάρχει μια ολόκληρη βιομηχανία ινστα-χαζομάρας όπου άνθρωποι από άλλες περιοχές της Κίνας ταξιδεύουν στο Κάσγκαρ, ντύνονται κάτι που πιστεύουν πως μοιάζει με τις παραδοσιακές στολές εποχής και ποζάρουν χωρίς λόγο και σενάριο μπροστά από κάθε γωνία και κτίριο, πολλές έχοντας προσλάβει κι επαγγελματίες φωτογράφους, κάποιες και στυλίστες/φωτιστές. Μετά έπεσε η ματιά μας και στα κτίρια. Εκ πρώτης όψεως ήταν ιστορικά κτίρια με ξύλινες προσόψεις και μπαλκόνια, όλα τους πια μαγαζιά, σουβενιράδικα ή στην καλύτερη εστιατόρια. Εκ δεύτερης όψεως, πλάγιας όψεως μάλλον, μόλις πήγαινες από το πλάι διαπίστωνες ότι το κτίριο είναι από τσιμέντο κι απλά του είχε προσκολληθεί μια ξύλινη πρόσοψη για να πουλήσει περισσότερα μπρελόκ, καπελάκια ή φορέματα. Οι δε αριθμοί (εγχώριων ξαναλέω) τουριστών ήταν εντυπωσιακοί, όχι με την καλή έννοια. Μην πω ψέμματα, κάτι τέτοιο περίμενα, ενδεχομένως και κάποιο βραδινό χαζο-σόου από χορεύτριες με καρφιτσωμένα χαμόγελα.
Γρήγορα βρήκαμε το κεντρικό τζαμί το οποίο αδημονούσε να επισκεφθεί ο ισλαμολάγνος Τζόρντι. Στα θετικά ότι παρότι αναγραφόταν πως έπρεπε κανείς να πληρώσει μέσω κάποιου QR ή κάποιας εφαρμογής, με άφησαν κανονικότατα να πληρώσω μετρητοίς, όπως έγινε όπου κι αν πήγα στη χώρα. WeChat, Alipay και λοιπές ανοησίες δε χρησιμοποιήσαμε ούτε μια φορά. Στα αρνητικά, το τζαμί δε λειτουργεί πλέον, είναι άψυχο, βλέπεις μόνο μια όμορφη οροφή και... μασκαραμένες να παριστάνουν τις μουσουλμάνες ή κάτι τέτοιο. Μια ταμπέλα μας βεβαίωνε πως το τζαμί συντηρήθηκε εκτενώς πολλές φορές μετά την Επαναστάση, η τελευταία μάλιστα το 2011, πράγμα που “αποτελεί απόδειξη της εφαρμογής της πολιτικής περί θρησκευτικών ελευθεριών από την κυβέρνηση και τη βαθιά εκτίμηση για τη διατήρηση εθνικών παραδόσεων και ιστορικών μνημείων”. Μάλιστα.
Είχαμε ψιλοξενερώσει. Το τζαμί ήταν για επίσκεψη 5 λεπτών το πολύ και οι βασικές αρτηρίες της παλιάς πόλης έμοιαζαν με μια τουριστική Ντίσνεϊλαντ τύπου Βενετίας (και χειρότερα θα έλεγα), όπου δε βλέπαμε ούτε ένα κτίριο να κατοικείται, όλα ήταν χρυσοχοεία, σουνεμιράδικα και φυσικά τα απαραίτητα φωτογραφο-φορεματάδικα. Είχαμε κυκλοφορήσει όμως μόνο δυο από τους μεγάλους δρόμους κι είχαμε όλη τη μέρα μπροστά μας. Αποφασίσαμε να πάρουμε κάποιο από τα μικρότερα στενάκια, μακριά από τις μεγάλες διασταυρώσεις. Μπίνγκο! Μόλις άφηνες τους βασικούς δρόμους, ξαπλωνόταν μπροστά σου ένας λαβύρθνιθος από ελαφρώς παραμελημένα σοκάκια, με σπίτια όπου μπορούσες να κυρφοκοιτάξεις μέσα, όπου μερικές γιαγιάδες συζητούσαν στα προσκεφάλια, όπου περμούσε ο καρπουζάς και πουλούσε την πραμάτεια του, όπου μια γιαγιά υποδεχόταν την εγγονή της που ερχόταν από το διάλειμμα του σχολείου μάλλον. Τα κτίσματα ήταν λιγότερο μακιγιαρισμένα, πιο αυθεντικά, με όμορφες παλιές βαριές ξύλινες πόρτες, μερικά είχαν ποδήλατα ή και αναπηρικά καροτσάκια παρκαρισμένα ανάμεσα τους. Μπόλικη ομορφιά που σε συνδυασμό με την ευχάριστη θερμοκρασία και την πλήρη απουσία Κινέζων τουριστών (λογικό, αφού δεν είχε σουβενιράδικα στους πίσω δρόμους, τι να έρθουν να κάνουν εδώ; ) μας κράτησε για πολλή ώρα. Όπου τελείωνε ένα σοκάκι, έπρεπε να περάσεις πάλι μια (πάντα πεζοδρομημένη) κεντρική αρτηρία για να πας στο επόμενο, αλλά κι αυτή η εναλλαγή καλή ήταν, ειδικά για το δρόμο με τα food stalls που μέσα στην τουριστικότητά του είχε ένα ενδιαφέρον.
Σε ένα από τα σοκάκια παρείσφρησαν και δυο μασκαρεμένες. Έκατσαν στην είσοδο ενός πανέμορφου σπιτιού και έβαλαν τους δύο επαγγελματίες φωτογράφους να τις απαθανατίσουν σε όλες τις πιθανές πόζες. Σε κάποιασ τιγμή η πανέμορφη είσοδος άνοιξε από μέσα, βγήκε μια όχι και τόσο πανέμορφη γιαγιά (με την κανονική παραδοσιακή της ουιγούρικη στολή) έριξε από μια κλωτσιά στην καθεμία και ξανάκλεισε την πόρτα, χαχαχα. Κρίμα που δεν τους έριξε κι ένα κουβά νερό.
Μπήκαμε σε ένα τοπικό μουσείο, που ήταν κάποιο παλιό ιστορικό σπίτι. Πανέμορφο ήταν κι έκανε καλή δουλειά στο να δείχνει πώς ήταν τα σπίτια αυτά πριν από κανέναν αιώνα, αλλά ήταν τόσες πολλές οι μασκαρεμένες τουρίστριες που έκαναν “φυσικές” πόζες σε κάθε του γωνιά που δυσκολευτήκαμε να το δούμε. Παρακάτω, ένα μαγαζί που νοίκιαζε “παραδοσιακά” φορέματα είχε και τιμοκατάλογο για όποιον ήθελε να “νοικιάσει” και φωτογράφο: 90€ το εξάωρο τσεπώνουν οι αθεόφοβοι, πολύ τσουχτερή τιμή για Κίνα, το οποίο εξαναγκάζει πολλούς γκόμενους να εκτελούν χρέη φωτογράφου. Τους λυπήθηκα ομολογώ.
Είχαμε και τις συναναστροφές μας, βεβαίως-βεβαίως: ένα μασκαρεμένο ζευγαράκι μας ζητησε να βγούμε φωτογραφίες μαζί του, μια ντόπια οικογένεια χάρηκε που βγάλαμε το χαριτωμένο κοριτσάκι τους φωτογραφια και θέλησαν να μας βγάλουν κι αυτοί μαζί του ενώ κάπου πέσαμε και σε μασκαρεμένες τουρίστριες που αντί για “παραδοσιακή” στολή είχαν ντυθεί σέξι καουμπόησες, με καπέλα και συνολάκια τα οποία επίσης νοικιάζονταν με φοβερή επιτυχία σε κάθε γωνιά των εμπορικών δρόμων.
Παραπέρα υπήρχε ένα μουσείο... ενδιαφέρουσας αρχιτεκτονικής που έμοιαζε να είναι εποχής... αλλά άλλης εποχής. Δεν πολυσυνεννοηθήκαμε με την κοπέλα στην είσοδο, αλλά καταλάβαμε ότι χρέωνε ένα είδος εισόδου και μπήκαμε να το δούμε. Δεν είμαι σίγουρος πώς να το περιγράψω... έμοιαζε σαν ξενοδοχείο εποχής αλλά με περίεργο φωτισμό, έπιπλα που ήταν σαν ψεύτικα παλιακά αλλά με ένα touch corssover Φλωρινιώτη και Πατούλαινας στο τετράγωνο. Έσπασα το κεφάλι μου να καταλάβω τι είναι: ιστορικό μπουρδέλο που του έκανε makeover κάποιος κινέζος Σπύρος Σούλης; Ξενοδοχείο νέας κοπής/αισθητικής; Κάποιο ιστορικό παλάτι που αγόρασε κάποιος εκκεντρικός, το γέμισε με έπιπλα όπως θα ήθελε να ήταν παλιά και το άνοιξε για να το θαυμάζει ο κόσμος;
Με δεδομένο ότι τα υπνοδωμάτια ήταν όλα ανοιχτά, κάπου υπήρχαν καθρέπτες με θήκες για τα κινητά των επισκεπτών και σε κάποια σημεία υπήρχαν ταμπελάκια που (νομίζω) σε ενθάρρυναν να ανέβεις στο κρεβάτι και να βγάλεις φωτογραφίες ξαπλωμένος, καταλήξαμε στο συμπέρασμα πως δεν ήταν τίποτε από αυτά αλλά μάλλον επρόκειτο για ένα κτίριο που φτιάχτηκε για να χρεώνει ινσταγράμερ που θέλουν να μπουν και να βγάλουν σέλφις σε αυτή την κιτσιά. Αθάνατοι Κινέζοι, το κιτς τους δεν έχει όριο.
Καταλάβαμε ότι είχαμε πλησιάσει επικίνδυνα την τουριστική ζώνη και πήραμε πάλι τα σοκάκια προς τα μέσα ώστε να αποφύγουμε τους μασκαρεμένους και τις σέξι καουμπόησες. Και κάπου εκεί βρήκαμε ένα μαγαζάκι-παλαιοπωλείο που στα μάτια του Τζόρντι ήταν η σπηλιά του Αλί Μπαμπά: ένα κατασκονισμένο οικογενειακό μαγαζί (η οικογένεια κυριολεκτικά έμενε ανάμεσα στις προς πώληση αντίκες και μάλιστα η κυριούλα μόλις είχε μαγειρέψει) γεμάτο με αντικείμενα από την εποχή του Μάο.”Μες στο κλειστό δωμάτιο υπαρχουν όλα/ αρκει να έχεις μάτια να τα δεις και χέρια να τ' αγγιξεις/ μπορείς να βρεις κλειδί να ξεκλειδωσεις τη σιωπής τους/ αρκεί να πας ολάνοιχτος/ το διαμαντένιο αηδόνι του βασιλιά της Κίνας / σινιάλα από φάρους που σβηστήκαν/ και μαγικά τοτέμ από άγνωστες φυλές”. Μη σας πω και για εφηβικά κορμιά και καλοκαίρια γαλανά και θάνατοι και φωτιές, αλλά αόρατη ομορφιά είχε το μέρος, βασικά και μπόλικη ορατή. Τι εύρημα ήταν αυτό! Η κυριούλα είχε καταχωνιασμένα από βιβλία του δημοτικού της εποχής Μάο μέχρι παλιά ραδιόφωνα, αφίσες του ΚΚΚ με υπουργούς που σβήστηκαν από την ιστορία μονοκοντυλιά, πρωτοσέλιδα από τις ανακοινώσεις αφορισμού του Ντενγκ Σιαοπίνγκ, απίθανα λευκώματα, πορσελάνες, κασέτες με εμβατήρια από την εποχή του Κόκκινου Στρατού, σιδερότυπα κατά του Chiang Kai Shek, πραγματικά θα μπορούσαμε να περάσουμε ώρες εκεί μέσα κι ο Τζόρντι φυσικά και ψώνισε διάφορα καλούδια. Μαγικό μέρος με ένα τόνο αυθεντικότητας που τον υπογράμμιζε η λεκάνη με τα άπλυτα της κυρίας ανάμεσα στις αντίκες. Πεθαίνω για κάτι τέτοια.
Πίσω ξανά στους δρόμους περάσαμε από τα πάντα: από αυθεντικά σοκάκια με γεράνια όπου κυρίες έπαιζαν με τα παιδάκια τους μέχρι κεντρικούς δρόμους όπου πωλούνταν και πάλι τα σέξι καουμπόικα συνολάκια. Φτάσαμε έξω αππό τα τείχη σε ένα παλάτι που όμως ήταν κλειστό. Αποφασίσαμε να κάνουμε μια στάση για φαγητό, να πάμε στο μουσείο του Κάσγκαρ, να κάνουμε μια στάση διάρροιας και αγρανάπαυσης στο σπίτι και ξανά προς την πόλη να τραβήξουμε το βράδυ να τη δούμε και φωτισμένη, σε μια μέρα που είχαμε βάλει στόχο τα 35 χιλιόμετρα με τα πόδια, άλλωστε ήταν η τελευταία για τον Τζόρντι.
Βρήκαμε λοιπόν ένα λαϊκότατο εστιατόριο, συνεννοηθήκαμε πάνω κάτω με παντομίμα και κάποιες φωτογραφίες, φάγαμε ωραιότατα dumplings, noodles και την κλασική αγγουροσαλάτα με 4€/άτομο και χορτασμένοι πήραμε το δρόμο για το μουσείο, όπου πετύχαμε κι ένα εμπορικό το αντίθετο της χλιδής (απέξω πουλούσαν βρακιά στους δρόμους), ενώ το μουσείο δεν το βρήκαμε ποτέ, αφού εκεί που μας έστειλε ο κινέζικος χάρτης ήταν ένα κτίριο διοικητικού χαρακτήρα και μιας που το Τζόρντι τον έπιασε τσιριπιπί, γυρίσαμε επειγόντως στο ξενοδοχείο. Το οποίο επίσης δε βρίσκαμε με τις κινέζικες κωλοεφαρμογές, αλλά μας έσωσε ο χάρτης του booking, Kαι κάπως έτσι και ο Τζόρντι αφόδευσε κι εγώ έκανα την πατροπαράδοτη διάρροια, κάναμε ντουσάκι, γεμίσαμε μπαταρίες και το βράδυ ξαναβγήκαμε, αυτή τη φορά με ταξάκι.
Αυτή τη φορά πήγαμε στο δρόμο με τα μπαχαρικά, που δεν τρελαθήκαμε κιόλας, το δρόμο με τις ελαιογραφίες που τρελαθήκαμε ακόμη λιγότερο, κλάψαμε με τα σκαλιά του “ουράνιου τόξου” (μια πολύχρωμη σκάλα όπου περιμένεις με τις ώρες στην ουρά για να βγάλεις σέλφι για κάποιο ακατανόητο λόγο) και τελικά επιτέλους έπεσε ο ήλιος (η Δύση στο Κάσγκαρ το Μάιο είναι στις... 22.14 με την παλαβή τρίωρη διαφορά ώρας που έχουν με το γειτονικό Πακιστάν) οπότε και θαυμάσαμε τον... ινσταγραμικό φωτισμό.
Πήγαμε στο δρόμο με τα εστιατόρια, βρήκαμε ένα πολύ λοκάλ που ήταν τίγκα στους ντόπιους και μοιραστήκαμε ένα τραπέζι με κάτι ντροπαλούς πιτσιρικάδες με τους οποίους αλληλοκεραστήκαμε μια πολύ αστεία πίτσα (φανταστείτε ένα πεϊνιρλί πάνω στο οποίο υπήρχε ένα κομμάτι κρέας μισού κιλού περίπου και τρεις ολόκληρες πατάτες!), μπροκολάκι, πιλάφι με σταφίδες και κάτι νουντλς γιατί είχαμε και μια διάρροια να φροντίσουμε, α και κάτι καλαμάκια που μας κέρασαν τα παιδιά. Περπατήσαμε κατά μήκος των ατελείωτων πάγκων, έκανα μια ηρωική προσπάθεια στο πικάντικο αποξηραμένο κρέας με σουσάμι (πολύ καλό ήταν), περπατήσαμε κανένα δίωρο ακόμη και, έχοντας συμπληρώσει πια 36 χιλιόμετρα περπατήματος γυρίσαμε στο δωμάτιό μας μεταμεσονύχτια. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε είναι ότι παρότι το κιτς κάνει σοβαρές προσπάθειες να καταπιεί την αυθεντική ατμόσφαιρα του Κάσγκαρ, αυτή αντιστέκεται. Και κάπως έτσι η πόλη έχει λίγο απ' όλα: και τουριστομάγαζα και ποζαρίσματα μασκαρεμένων ινσταγράμερ, αλλά και μαγικά στενάκια με ντόπιο πληθυσμό που ακόμη σε μεταφέρουν στην εποχή του Μάρκο Πόλο.

