- Μηνύματα
- 11.268
- Likes
- 64.221
- Επόμενο Ταξίδι
- Πακιστάν-Κίνα
- Ταξίδι-Όνειρο
- Roraima-Socotra
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
Το μεγαλύτερο οχυρό στον κόσμο, ο Μπιν Λάντεν της Μοσάντ και η ένοπλη συνοδεία που θα πρέπει να συνηθίσουμε
Το μεγαλύτερο οχυρό στον κόσμο, ο Μπιν Λάντεν της Μοσάντ και η ένοπλη συνοδεία που θα πρέπει να συνηθίσουμε
Είπαμε ότι το ξενοδοχείο ήταν σχετικά καινούριο, νομίζω δεν είχε κλείσει τρίμηνο, οπότε το εστιατόριο δε λειτουργούσε ακόμη και μας έφεραν το πρωινό στο κρεβάτι. Αυτά είναι, ούτε νεόνυμφοι να ήμασταν, ήρθε πάλι το room service με πιατέλες με καμπάνα και πάσα επισημότητα. 49€ κόστισε αυτό το ξενοδοχείο, το ακριβότερο του ταξιδιού, χαλάλι του.
Όσο τρώγαμε είπαμε να κάνουμε σχέδια για τη μέρα. Ο κοντινός στόχος ήταν το Ranikot, ένα τεράστιο κάστρο με τείχη... 31 χιλιομέτρων, σύμφωνα με κάποιες πηγές αποτελεί και το μεγαλύτερο οχυρό στον κόσμο, λόγος για τον οποίο αποκαλείται και “το Σινικό Τείχος του Πακιστάν”. Στη συνέχεια θέλαμε να συνεχίσουμε για βόρεια, το πού θα κοιμόμασταν θα το βλέπαμε στην πορεία, αλλά πάντα προς βορά, ώστε να κινούμαστε προς την ποθητή Λαχώρη.
Οι ρεσεψιονίστ που μας είχαν πρήξει το προηγούμενο βράδυ να τους πούμε τι ώρα θα φύγουμε, πού θα πάμε, με ποιον κλπ είχαν αλλάξει βάρδια και οι νέοι δεν ασχολήθηκαν μαζί μας, ακόμη δεν είχαμε καταλάβει πόσο τυχεροί είχαμε σταθεί ως τώρα. Καλέσαμε από τη ρεσεψιόν ένα indrive κι εμφανίστηκε ο Wakan. Άλλη φάση οδηγού αυτός, 31 ετών, λιγομίλητος, με σένιο αμάξι, μαλλί τίγκα στο τζελ, λασπωτήρα (στο μαλλί, όχι το αμάξι) και κινητό μπάνικο. Κλαρινογαμπρός α λα πακιστάνα δηλαδή.
Περάσαμε και σήμερα από τη γέφυρα που περνάει πάνω από τον Ινδό ποταμό και μιας που ήταν μέρα μπορέσαμε να τον δούμε, ενδιαφέρον θέαμα, πασπαλισμένο με αρκετή ένδεια. 120 χιλιομετράκια είχαμε μέχρι το Ranikot, ήδη είχαμε μάθει ότι Kot σημαίνει οχυρό. Επίσης είχαμε μάθει ότι σε κάθε βενζινάδικο είχε επαίτες κι ότι θα έπρεπε να περάσουμε από πολλά μέχρι να βρούμε καύσιμα, έτσι για να μην ξεχνάμε τα της Κούβας. Στο δρόμο, μιας που ανακάλυψα ότι η airalo δουλεύει πολύ καλύτερα αν τη βγάλεις από το αυτόματο δίκτυο κι επιλέξεις χειροκίνητα το δίκτυο Telenor (σημειώνετε; σώζουν ζωές αυτά τα tips), έκατσα να διαβάσω λίγο για το Ranikot. Λοιπόν, δεν είμαστε σίγουροι για την ηλικία του, μάλλον ανακατασκευάστηκε το 19ο αιώνα από τη δυναστεία Talpur και ο δρόμος που οδηγεί σε αυτό είναι τόσο άθλιος στο τελευταίο του κομμάτι που από το Jamshoro πρέπει κανείς να πάρει τζιπ 4Χ4, μάλιστα συνήθως είναι παρκαρισμένα σε κάποιο σημείο. Ρώτησα το Wakan αν το αμάξι του μπορεί να φτάσει μέχρι εκεί. “Βέβαια” μου απάντησε όλο σιγουριά. “Α, έχεις ξαναπάει δηλαδή;” .Όχι, μου απάντησε κοφτά. Ωραία. Δεν είχε και πολλή διάθεση για κουβέντα ο μορφωνιός οπότε συνεχίσαμε μουγκαφόν. Όπως και να έχει το Ranikot έχει ένα εξωτερικό τείχος και... 3 χιλιόμετρα πιο μέσα, άλλο ένα οχυρό με εσωτερικό τείχος. Χωρίς τζιπ θα θέλαμε 3 χιλιόμετρα περπάτημα μέχρι το εσωτερικό οχυρό, οπότε μάλλον θα αρκούμασταν στα εξωτερικά τείχη.
Περάσαμε από το Jamshoro και τζιπ δεν υπήρχε πουθενά φυσικά. Σε κάποια φάση βγήκαμε από την εθνική οδό και μπήκαμε σε ένα περιφερειακό καρόδρομο. Κυριολεκτικά καρόδρομο, με γαϊδούρια, γίδες, βουκολικές σκηνές με αγρότες με άροτρα, παραπήγματα που και πριν 1000 χρόνια δεν μπορεί να ήταν και πολύ διαφορετικά και κάπου εκεί έχασα την καλύτερη φωτογραφία της ζωής μου: σε ένα μεσαιωνικό υπερπολύχρωμο τρίκυκλο μπροστά μας, κάθονταν φάτσα κάρτα απέναντί μου 5-6 κοπέλες και κυρίες, δεν ξέρω από ποια φυλή με φανταστικούς χαλκάδες στις μύτες, απίθανα φορέματα, χέννα σχεδόν σε όλο τους το πρόσωπο, με τη νεότερη από αυτές να έχει καρφώσει το βλέμμα της πάνω μου. Το κάδρο ήταν τέλειο, με το πολύχρωμο τρίκυκλο να τις πηγαίνει πιθανόν σε κάποιο γάμο; Πήγα να σηκώσω το κινητό να τις βγάλω φωτογραφία και στιγμιαία δίστασα, σκέφτηκα ότι δε θα τους αρέσει, μετά είδα πως κι αυτές με κοιτούσαν επίμονα και πριν το ξανασκεφτώ... τις προσπεράσαμε. “Pinga!” φώναξα δυνατά μετανιώνοντας. “Μην ανησυχείς, τέταρτη μέρα είναι, θα ξαναπετύχουμε άπειρες τέτοιες σκηνές” μου είπε ο Τζόρντι. Δεν ξαναπετύχαμε τίποτε αντίστοιχο σε όλο το ταξίδι. Pinga.
Kαι κάπου εκεί συνέβη το θαύμα. Μέσα στον καρόδρομο που είχε αρχίσει να κάνει το αμάξι μας να τρίζει εμφανίστηκαν δυο οδοστρωτήρες με ένα εκσκαφικό όχημα και το οδόστρωμα έγινε χαλί. Πόση κωλοφαρδία, μόλις είχαν στρώσει άσφαλτο σε ένα δρόμο που επί δεκαετίες ήταν προσβάσιμος μόνο με τζιπ. Γύρισα και χαμογέλασα στον Τζόρντι: “Εy tio, θα το δεις το Ranikot απ' ό,τι φαίνεται, μάλλον θα καταφέρουμε να μπούμε και στο εσωτερικό τείχος.”
Μπήκαμε από την ανατολική πύλη (Sann Gate) και ήταν τόσο μεγαλοπρεπής όσο περιμέναμε. Το οδόστρωμα συνέχισε τέλειο μέχρι τα εσωτερικά τείχη, φτάσαμε και στην εκεί πύλη και...τζίφος. Κλειδωμένο το οχυρό. Η πόρτα του είχε μια χαραμάδα και κρυφοκοιτάξαμε μέσα. Κρίμα, πολύ θέλαμε να μπούμε. Μερικές δεκάδες μέτρα παραπέρα είχε δυο μοντέρνα κτίρια (ένα μικρό λυόμενο με φωτοβολταϊκά κι ένα σπιτάκι που φαινόταν ημιτελές) που φαίνονταν εγκαταλελειμένα κι υπέθεσα πως ήταν αποθήκες ή και σπίτι κάποιου φύλακα. Αναθάρρησα που είδα ένα μηχανάκι απέξω οπότε πλησίασα κι άρχισα να φωνάζω και μετά να χτυπάω πόρτες. Πάνω που ήμουν έτοιμος να φύγω, βγήκε από το λυόμενο ένας αγουροξυπνημένος τόπλες (βυζάρα ο τύπος), που μάλλον δε χρειάστηκε και πολλές επεξηγήσεις όταν με είδε: αμάν ήρθε τουρίστας. Ξαναμπήκε μέσα, έβαλε ένα μπλουζάκι και μας έκανε νόημα να τον ακολουθήσουμε. Οι πόρτες του Miri Kot, του εσωτερικού οχυρού, θα άνοιγαν για την αφεντιά μας.
Μπήκαμε λοιπόν, του πληρώσαμε και το εισιτήριο και διαπίστωσα με έκπληξη πως το μέρος έχει υποστεί σοβαρή αναπαλαίωση, τα δε τείχη μπορούσες να τα περπατήσεις όλα κι ήταν σε άψογη κατάσταση. Προφανώς για να στρώνουν δρόμο της προκοπής σε αυτές τις εσχατιές και να κάνουν τέτοιου είδους αναπαλαίωση ή μεγάλη επιδότηση πήραν ή ετοιμάζονται για εισροή τουρισμού. Μάλλον το πρώτο συμβαίνει, άλλωστε το μέρος είναι στη λίστα των υπό ένταξη μνημείων της UNESCO, όπως και να έχει μπράβο τους. Πολύ όμορφη η βόλτα στα τείχη αλλά ακόμη πιο εντυπωσιακό ήταν να βλέπεις στον ορίζοντα μέχρι πού φτάνουν τα εξωτερικά τείχη, τα οποία είναι προφανές πως δεν έχουν αναστηλωθεί όλα. Μιλάμε για τέρας τειχών, έφταναν μέχρι την απέναντι οροσειρά.
Εμείς πάντως θέλαμε να επιστρέψουμε στην κεντρική είσοδο και να ανέβουμε τα εκεί (εξωτερικά) τείχη. Δε μας χάλασε το χατίρι ο Wakan, που έδειχνε κι αυτός ευχαριστημένος από την επίσκεψη, αφού έβγαζε συνεχώς βιντεάκια, κάποιο μάλιστα το μοιράστηκε με ένα γκομενάκι, ενδεχομένως και με δύο. Τα ίδια έκανε και ο Ασαντ την προηγούμενη, μας προκάλεσε μια θλίψη που άνθρωποι με όχημα δεν είχαν πάει ποτέ τους σε σχετικά βασικά αξιοθέατα της επαρχίας τους, ο Ασάντ μάλιστα μου είπε πως δεν είχε βγει ποτέ από το Sindh.
O φύλακας πρότεινε στο Wakan να μας πάει να δούμε κι ένα ποταμάκι που τη βροχερή περίοδο σχηματίζει και καταρράκτη αλλά ο χωματόδρόμος για εκεί είχε το μαύρο του το χάλι κι εμείς δεν επιμείναμε, συνήθως σε τέτοια ξερά μέρη οι ντόπιοι ενθουσιάζονται με λίμνες και ποτάμια που σε μας δεν προκαλούν και τρομερή εντύπωση, οπότε κατεθυνθήκαμε προς τα εξωτερικά τείχη, αφού πρώτα προσπαθήσαμε να μάθουμε πόσους επισκέπτες έχει το μέρος. “Έχουν πολύ τουρισμό!” μου μετέφρασε ο Wakan, “από όλες τις χώρες, Ιαπωνία, Αμερική, Ασία, Ισπανία!”. “Ε πόσο πολύ;” ρώτησα εγώ που δεν ησυχάζω αν δεν ακούσω αριθμό, έστω στο περίπου να έχω μια τάξη μεγέθους. Τι σημαίνει πολύς τουρισμός; Είναι σαν όλες τις χώρες που παντού σου λένε “υπάρχει πολλή διαφθορά” ή “τα ενοίκια είναι πανάκριβα”, αλλά χωρίς αριθμούς δε βγάζεις άκρη. “Ρώτα τον πόσους επισκέπτες έχει την υψηλή περίοδο και πόσοι από αυτούς είναι αλλοδαποί σε παρακαλώ”, ζήτησα από το Wakan. Η απάντηση ήταν απίθανη: οι ξένοι φτάνουν τους 200. “200 το μήνα;”, ξαναρώτησα. “Όχι. 200 ξένους το χρόνο, συνυπολογίζοντας τους υπεύθυνους της UNESCO και τους διπλωμάτες των χωρών που συνεισφέρουν στην αναστήλωση”. Μάλιστα. Και οι Πακιστανοί; “Α, στους Πακιστανούς δεν αρέσει η ζέστη”, είπε με λίγη θλίψη ο φύλακας. Δεν έρχονται.
Στα εξωτερικά τείχη ξεχυθήκαμε σαν εμετός. Ε μα ήταν φανταστικά. Σα να έχεις το Σινικό Τείχος για την πάρτη σου (που μου έχει τύχει σε 3 διαφορετικά σημεία της Κίνας κι έλπιζα να πάω και σε τέταρτο σε αυτό το ταξίδι). Βέβαια οι 38 βαθμοί δε βοηθούσαν πολύ, αλλά ειδικά ο Τζόρντι προπορεύτηκε ακούραστος και σκαρφάλωνε τα σκαλιά σαν κατσίκι, αφού σε κάποια φάση αναρωτήθηκα μέχρι πού είχε σκοπό να φτάσει. Βλακωδώς δεν είχαμε φέρει νερό, οπότε σκάσαμε, αλλά η ανάβασή μας κράτησε πάνω από 45 λεπτά, με το Wakan να περιμένει στωικά στην είσοδο των τειχών. Τον ρώτησα αν ήθελε να ανέβει κι αυτός αλλά μου έκανε μια γκριμάτσα του στιλ “αυτά είναι για τουριστόνια σαν εσάς, δε θα ιδρώσω κιόλας, έχω γκομενάκι το βράδυ” και συνέχισε να στέλνει βίντεο λάιβ από τη βάση των τειχών.
Την ευχαριστήθηκα την επίσκεψη, το Ranikot ήταν πολύ ψηλά στη μάλλον σύντομη λίστα αξιοθεάτων που είχα για το Πακιστάν. Κατεβαίνοντας είδα κι έναν τύπο σε ένα παπάκι να μεταφέρει υπερφορτωμένος μπόλικα μπιτόνια και κουβάδες, προφανώς πηγαίνοντας στο ποτάμι που δεν καταφέραμε να φτάσουμε. Πόσα χιλιόμετρα κάνουν αυτοί οι άνθρωποι για να έχουν πρόσβαση σε νερό; Έχουμε χώρες που ανησυχούμε αν με την ΤΝ θα υπάρχουν θέσεις εργασίας σε 5-10 χρόνια και στο Πακιστάν ζαλώνονται με μπιτόνια για να βρουν νερό χιλιόμετρα μακριά από τα σπίτια τους.
Μπήκαμε στο αμάξι και ο κλιματισμός μου φάνηκε ο παράδεισος επί γης. Όταν επανακτήσαμε και σήμα, βρήκα και πού θα περνούσαμε το βράδυ μας: στη Larkana αδερφές μου, στη Larkana. Μια πόλη που δεν είχα ξανακούσει αλλά ήταν στην κατεύθυνση της Λαχώρης και -ως η γενέτειρα της πολιτικής δυναστείας των Bhutto- είχε κι ένα αξιοθέατο που μας ενδιέφερε, το Garhi Khuda Baksh, δηλαδή το οικογενειακό μαυσωλείο των Bhutto, δολοφονηθέντων και μη. Επιπλέον, βρήκα ονλάιν κατάλυμα που φαινόταν αξιοπρεπές (τα αναξιοπρεπή θα έπρεπε να περιμένουν τα βουνά), έτσι κι αλλιώς στο Πακιστάν λίγες επιλογές βρίσκεις ονλάιν.
Η διαδρομή ήταν φανταστική, με βοσκούς με tribal στολές, φορτηγά-λατέρνες και καμήλες και φτάσαμε μέχτι την -άγνωστη σε μένα μέχρι πριν μια ώρα- Larkana. Αποχαιρετίσαμε τον Wakan και μπήκαμε στο ξενοδοχείο Serena για να κάνουμε check-in και κατά προτίμηση να φάμε κιόλας, αφού υποτίθετια πως διαθέτει και το καλύτερο εστιατόριο στην πόλη, η οποία παρεμπιπτόντως ήταν καθαρή, με αρκετά προσεγμένα κτίρια και χωρίς ζητιάνους. Αργότερα το βράδυ διάβασα πως το επίπεδο όντως είναι καλύτερο ακριβώς χάρη στους Bhutto, που αν δεν προσέξεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει, σα να είσαι ο Σαμαράς (λέμε τώρα) και να αφήσεις τη Μεσσηνία με αδιόριστους (τυχαίο παράδειγμα). Το ξενοδοχείο ήταν αξιοπρεπέστατο και το εστιατόριο αρκετά καλό, με 7,5€ έκαστος φάγαμε του σκασμού, προσελκύοντας ασυνήθιστα πολλά βλέμματα, ενώ για κάποιο λόγο οι σερβιτόροι (τέσσερις!) ερχόντουσαν κάθε λίγο και λιγάκι να μας ρωτήσουν αν όλα είναι ΟΚ.
Ρίξαμε από μια ντουσάρα σττο δωμάτιο, απαραίτητη με τόση σκόνη που είχαμε φάει, κι είπαμε να πάμε μια βόλτα στην πόλη και να πάρουμε κι ένα ταξί να μας πάει στο μαυσωλείο των Μπούτο. Ένας ρεσεψιονίστ με ρώτησε για πού το βάλαμε και του απάντησα “στην πόλη, για βόλτα”. Γούρλωσε τα μάτια. “Μόνοι σας;” μου είπε με ειλικρινη απορία κι ενδεχομένως τρόμο. “Ναι, δεν ήρθε ακόμη η Margot Robbie, αλλά ίσως την πετύχουμε αργότερα”, πέταξα την εξυπνάδα μου. “Εεεε, κι αυτή ξένη είναι;” ρώτησε ο ρεσεψιονίστ που άρχισε να τραυλίζει. “Ναι” απάντησα και δεν ασχολήθηκα άλλο, κοίταξα το κινητό μου γιατί είχε έρθει το tuk tuk μας. Κάναμε να βγούμε από το ξενοδοχείο αλλά με αστραπιαίες κινήσεις τρεις (!) ρεσεψιονίστ βρέθηκαν ανάμεσα σε μας και την έξοδο. “Sir, please don't go! I beg you!”. Τον κοίταξα σα χαζός, προσπαθώντας να καταλάβω τι συμβαίνει. Για ποιο λόγο να μην πάμε ρε παιδιά; “Please wait for manager! Please, please, very important sir, pleaaaase”. Κατάλαβα ότι θα βρουν το μπελά τους για κάποιο λόγο και δεν ήθελα να τους συμβεί κάτι, οπότε συμφωνήσαμε να περιμένουμε το διευθυντή, αλλά ήθελα να βγω έξω να πω στον οδηγό να μας περιμένει ο άνθρωπος, τον είχαμε καλέσει μέσω indrive και δεν ήθελα να τον στήσουμε, στη χειρότερη να τον πληρώσουμε και να τον αποδεσμεύσουμε. Αυτή τη φορά οι ρεσεψιονίστ πετάχτηκαν με έναν ένοπλο αστυνομικό μαζί.
- Sir!! Αν μπείτε στο tuk tuk πρέπει να έρθει κι αυτός ο (ένοπλος) αστυνομικός μαζί σας! Αλλά σας εκλιπαρώ, μην μπείτε!
- Πώς θα μπει μαζί μας; Δε χωράμε, είναι και χοντρός ο κύριος είπα κι έκανα τη σχετική χειρονομία, ενοχλημένος που θα μας πουν και πού θα πάμε και με ποιον
Κάπου εκεί εμφανίστηκε ο διευθυντής, ένας κύριος γύρω στα 45, καλοντυμένος, με προσεγμένη γενειάδα και ψιλο-καυκάσιος, η αλήθεια είναι ότι όσο βορειότερα κινούμασταν τόσο μειώνονταν οι Πακιστανοί με ινδική όψη και περιβαλλόμασταν από ιρανικής καταγωγής ανθρώπους. Μας χαιρέτισε λίγο νευρικά και μας ρώτησε πού σκοπεύουμε να πάμε. “Εεεε, στο Μαυσωλείο αλλά για κάποιο λόγο όλοι φρικάρουν όταν τους το λέμε”. “Στο Μαυσωλείο; Και στην πόλη; Μόνοι σας; Αααα, αυτό απαγορεύεται”, μας είπε ακόμη πιο νευρικός. Είχε βαριά προφορά, σαν αυτή που έχουν οι Ινδοί και πάσχιζα να καταλάβω τι ακριβώς λέει αλλά τα όσα μας είπε μας θορύβησαν πολύ: “Είστε ξένοι. Όπου πηγαίνετε θα πρέπει να σας συνοδεύει ο στρατός, ή έστω κάποιοι ένοπλοι στρατιωτικοί, αυτό είναι το πρωτόκολο στη χώρα. Είναι για την ασφάλειά σας. Το Πακιστάν δεν είναι σαν τις χώρες σας, υπάρχουν πολλοί κίνδυνοι. Μόνο στο Καράτσι, τη Λαχώρη και την Ισλαμαμπάντ επιτρέπεται να κυκλοφορείτε χωρίς ενόπλους”. Μα τι λέει αυτός ο άνθρωπος;;; Του εξήγησα ότι μια χαρά κυκλοφορούσαμε ως τώρα, ακόμη κι εκτός του Καράτσι και γούρλωσε τα μάτια τόσο που νόμιζα ότι θα πάθει καρδιακή προσβολή. “Μα τι λέτε; Γίνονται απαγωγές, δολοφονίες, υπάρχουν αυτονομιστές, Ταλιμπάν, τρομοκράτες”. Μωρέ εντάξει, τα διαβάσαμε αυτά αλλά εμείς μια χαρά νιώθουμε, δε θέλουμε παρέα, χώρια που με 4-5 ένοπλους μάλλον προκαλούμε περισσότερο στόχους, δε νομίζετε; Αφήστε να πάμε τη βόλτα μας τώρα. “ΟΧΙΙΙΙ!” είπε σχεδόν υστερικά και μας παρακάλεσε να κάτσουμε στον καναπέ. Μας εξήγησε ότι όλα τα ξενοδοχεία είναι υποχρεωμένα και στο check-in αλλά και στο check-out να ενημερώνουν τις αρχές για το πού σκοπεύουμε να πάμε, οι οποίες και θα μας στείλουν “3-4 οχήματα με ενόπλους” ώστε να μας συνοδεύσουν. Κουφάθηκα.
- Μα τι λέτε, έτσι θα ταξιδεύουμε; Έχουμε κανα μήνα ακόμη στο Πακιστάν.
- Ε μέχρι τώρα πώς ταξιδεύατε;
- Χύμα. Παίρναμε το indrive και πηγαίναμε όπου χρειαζόταν και μάλιστα μέχρι τώρα το χρησιμοποιούσαμε επειδή έπρεπε να πηγαίνουμε σε κάποια αξιοθέατα εκτός πόλεων, όπως το Ranikot, από αύριο λέγαμε να πάρουμε το λεωφορείο...
- Τιιιιιιιιιιιιι;;;;; Δε γίνεται αυτό! Ακούστε έχουμε ειδοποιήσει ήδη το στρατό, μας είπαν θα στείλουν 8 ενόπλους τώρα για να πάτε στο Μαυσωλείο...
Απευθύνθηκα ξανά στο διευθυντή:
- Δηλαδή μου λέτε ότι όπου κι αν πάμε στη χώρα θα πρέπει να συνοδευόμαστε από το στρατό;
- Όχι καλέ, στη Λαχώρη θα είστε χωρίς συνοδεία.
- Αααα, τόσο καλά! Δηλαδή αν τώρα θέλω να πάω εδώ παρακάτω που είδα ότι έχει ένα φούρνο...
- Μην ανησυχείτε, θα έρθει ο στρατός και θα πάτε μαζί του, είναι καθοδόν. Μα καλά, στα προηγούμενα ξενοδοχεία δεν ειδοποιούσαν την αστυνομία;
Μας ήρθε κεραμίδα. Έτσι θα ταξιδεύαμε από δω και πέρα; Και ποιος αναλαμβάνει τα έξοδα για όλη αυτή την κινητοποίηση; Δηλαδή αν αύριο εμείς κάνουμε 300 χιλιόμετρα θα δεσμεύσουν τόσους ανθρώπους για τέτοια απόσταση; Σουρεάλ μου ακούγεται για δυο backpackers.
“Κι όμως έτσι γίνεται. Δε χρειάζεται να πληρώσετε εσείς κάτι, τα έξοδα των ενόπλων τα καλύπτει το κράτος. Και ξέρετε πόσο του κοστίζει; Πολύ! Πρέπει όμως να σας προστατεύσουμε. Ξέρετε τι θα γίνει αν σας απαγάγουν; Θα γίνει ρεζίλι η χώρα! Θα επέμβουν οι πρεσβείες σας, θα γίνει σκάνδαλο, δε θα ξαναπατήσει ούτε ένας τουρίστας!”
Κάπου εδώ μου ήρθε να του πω ότι μάλλον δεν αντιμετωπίζει και πρόβλημα υπερτουρισμού η χώρα, αλλά δεν πρόλαβα γιατί το πράγμα έγινε πιο cringe: “Και καλά εσείς, αλλά ο φίλος σας είναι από την Ισπανία. Α κύριε Τζόρντι, θέλω να σας συγχαρώ για τον πρόεδρό σας, τον Πέντερο Σνάτσες (sic). Tον παρακολουθώ στο τουίτερ και είναι τόσο γενναίος άνθρωπος, λίγοι Ευρωπαίοι τολμάνε να τα βάλουν με το Ισραήλ. Γαιτί το Ισραήλ προσπαθεί να καταστρέψει το Πακιστάν, ξέρετε. Γνωρίζετε πως ο Μπιν Λάντεν ήταν πράκτορας της Μοσάντ;”
Ο Τζόρντι μου ζήτησε να μεταφράσω αλλα μήπως με άφηνε να πάρω ανάσα ο κυρ-διευθυντής; “Δειξτε μου το πρόγραμμά σας για τις επόμενες ημέρες αν θέλετε, να ήρθε και ο στρατός”, μας είπε και όντως μπήκαν 4 ένοπλοι στο ξενοδοχείο.
- Ε, δεν έχουμε πρόγραμμα
- Καλέ όχι λεπτομερώς, απλά πού έχετε κράτηση για αύριο;
- Μα δεν έχουμε. Ξυπνάμε το πρωί, βλέπουμε πού θέλουμε να πάμε κι αποφασίζουμε επιτόπου
- Α, δε γίνεται έτσι, πρέπει να κάνουμε ένα πρόγραμμα! Να ενημερωθεί κι ο στρατός. Λοιπόν εγώ σας προτείνω να πάτε στη Buhawalpur!
- Ποιος ήρθε;
- Ναι βέβαια, φανταστική πόλη, πρέπει να πάτε να δείτε το σόου Ήχος και Φως στο παλάτι το βράδυ. Θα ενθουσιαστείτε!
- Μπα, εγώ έλεγα να πάμε στο Moenjo Daro, το Kot Diji...
- Όχι καλέ, ποιο Kot Diji αυτό είναι μακριά, τι να δείτε εκεί; Στη Buhawalpur θα πάτε, έχει δυο πολύ ωραία ξενοδοχεία, στο ένα ήμουν διευθυντής εκεί! Βέβαια, εξαιρετικό και να κλείσετε και το σόου που σας είπα, θα κάνω εγώ τώρα δυο τηλέφωνα...
- Δεν καταλάβατε. Εμείς ήρθαμε για να πάμε εκεί που θέλουμε εμείς. Αν πρέπει να τα δηλώσουμε στο στρατό, την αστυνομία, τις μυστικές υπηρεσίες ή όπου αλλού πρέπει, να το κάνουμε, να μη βρείτε και σεις το μπελά σας, αλλά και στο Moenjo Daro θα πάμε, όπως και στο Kot Diji. Εκτός κι αν δεν επιτρέπεται να πάμε εκεί οπότε να το ξέρουμε να πάμε μόνο στη Λαχώρη και να φύγουμε αν είναι.
Πήγαμε στο δωμάτιο, καταστρώσαμε ένα σχέδιο για την επομένη, το οποίο ήταν επίσκεψη στο Moenjo Daro, μετά στο Kot Diji (και τα δύο στη μέση του πουθενά) και στο τέλος θα κοιμομασταν στη Buhwalpur γιατί όντως φάνηκε να έχει κανα-δυο ενδιαφέροντα παλάτια αλλά και τραίνο για τη Λαχώρη. Από τη μια θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε το τραίνο, από την άλλη ελπίζαμε ότι δε θα έμπαιναν κι εκεί οι ένοπλοι, μπας και τους ξεφορτωθούμε.
Κατέβηκα στη ρεσεψιόν, ανακοίνωσα το σχέδιο στο διευθυντή, τον διέκοψα μάλιστα (ευγενικά νομίζω) όταν προσπάθησε να μου πει κάτι το Ισραήλ που προσπαθεί να αφανίσει τους μουσουλμάνους της Ασίας (της Αφρικής μάλλον τη γλίτωσαν προς το παρόν) κι επέμεινε να μου βρει αυτός οδηγό. Τελικώς βρήκα έναν από το indrive που δέχθηκε να μας πάει και πέραν του Moenjo Daro και μας έβγαινε φτηνότερος και πήγα για ύπνο, όχι πριν στέιλω την άδεια οδήγησης, μια φωτογραφία του αυτοκινήτου και την ταυτότητα του οδηγού σε κάποιον ανώτερο στρατιωτικό. 4 ώρες κράτησε όλο το σκηνικό με την ενημέρωση περί περιορισμών, ένοπλης συνοδείας και απαγορεύσεων κι ακόμη δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι θα μας συνόδευαν ένοπλοι. Η πραγματικότητα θα αποδεικνυόταν ακόμη πιο σουρεάλ...
