- Μηνύματα
- 1.324
- Likes
- 10.584
Μπουργκάς - Νεσσεμπάρ - Πομοριε
Την επόμενη μέρα πήραμε το πρωινό μας και βγήκαμε να δούμε την πόλη πάνω που οι εργασίες στο κτήριο είχαν αρχίσει να γίνονται ενοχλητικές. Αν δεν είχε αυτό παίζει να ήταν ένα από τα καλύτερα airbnb που έχουμε μείνει, βέβαια αν δεν είχε αυτό με τις τιμές που είδαμε από περιέργεια ότι έπαιζαν αργότερα μέσα στη χρονιά μάλλον δεν θα είχαμε μείνει.
Αρκετά μαγαζιά ήταν κλειστά και ο πεζόδρομος που διασχίζει την πόλη ήταν σχετικά ήσυχος. Φτάσαμε ως το πάρκο δίπλα στη θάλασσα κάνοντας υποχρεωτικές στάσεις σε κάθε μία παιδική χαρά που βρήκαε στο δρόμο (ήταν αρκετές). Στην επιστροφή είπαμε να φάμε ψάρι σε ένα μαγαζί που το προτείνουν όλοι στο Μπουργκάς. Τελικά προέκυψε κλασικό τούρκικο ταχυφαγείο μπαλούκ εκμέκ, δηλαδή ψάρι πλακέ σε ψωμί σάντουιτς. Η γυναίκα μου που δεν το είχε ξαναδοκιμάσει το βρήκε κάπως ενδιαφέρον, εμένα σε σχέση με άλλα που έχω φάει στη Τουρκία μου φάνηκε απλά οκ. Δυσκολευτήκαμε λίγο στον ελάχιστο και στριμωγμένο χώρο που είχαν για καθήμενους ενώ η μεγάλη μόλις άκουσε ότι θα φάμε ψάρι ξενέρωσε. Ενώ μέχρι λίγους μήνες πριν τρελαινόταν για ψάρι, άκουσε ένα άλλο παιδάκι να κάνει "μπλιαχ" και αποφάσισε πως και αυτής πια δεν θα της αρέσει. Peer pressure όχι αστεία.
Μετά το φαγητό επιστρέψαμε να πάρουμε το αυτοκίνητο για να εκμεταλλευτούμε τον μεσημεριανό τους ύπνο πηγαίνοντας εκτός πόλης. Κάπου στα μισά της διαδρομής για Νεσεμπάρ και πάνω που επιτέλους είχαμε πιάσει ένα σημείο που έμοιαζε με περίπου εθνική και μπορούσαμε να πάμε πιο γρήγορα, το αυτοκίνητο μας ειδοποίησε για πτώση της πίεσης στο ένα λάστιχο. Αγχώθηκα, σταμάτησα στο πρώτο σημείο που βρήκα αλλά δεν το είδα να έχει πατικώσει οπότε βγήκαμε από την εθνική και συνεχίσαμε προς τα χωριά ψάχνοντας βουλκανιζατέρ ή βενζινάδικο. Ένα βουλκανιζατέρ της κακιάς ώρας ήταν κλειστό, σε ένα βενζινάδικο είχε κομπρεσέρ αλλά όχι το εργαλείο με το οποίο φουσκώνεις το λάστιχο οπότε άχρηστο (αν κατάλαβα καλά υπάρχει υπάλληλος στον οποίο δίνεις φιλοδώρημα να σου μετρήσει τη πίεση και αφού δε δούλευε πήρε και το εργαλείο μαζί). Σε άλλο βενζινάδικο είδα πως είχε πέσει η πίεση στο 25, οπότε είχα μία ελπίδα μήπως απλά έχασε λίγο αέρα γιατί πιέστηκε κάπου που δεν το καταλάβαμε χωρίς να έχει κάποια τρύπα. Το φουσκώσαμε, δεν φάνηκε να χάνει άμεσα οπότε συνεχίσαμε ανακουφισμένοι.
Το Νεσεμπάρ μου φάνηκε σαν μία από Σωζόπολη αλλά σε πιο μεγάλο, ενδιαφέρον και τουριστικό, είχε και κάτι αρχαία. Νομίζω είναι ξεκάθαρο πως το καλοκαίρι και εκεί γίνεται χαμός και μάλλον περισσότερος. Εμείς παρκάραμε εκεί που θέλαμε, από την πλευρά της παλιάς πόλης σε ένα πάρκιν σχεδόν γεμάτο που βρήκαμε τη τελευταία θέση και μάλιστα για κάποιο λόγο που δεν κατάλαβα, δεν πληρώσαμε καθώς δεν υπήρχε πουθενά μηχάνημα για εισιτήριο και η μπάρα μας άφησε να βγούμε έτσι στο τέλος. Για άλλη μία φορά δοκιμάσαμε όσες "κούνιες" βρήκαμε στη διαδρομή και με τα πολλά επιστρέψαμε.
Στην επιστροφή περάσαμε και από το Πομοριε το οποίο το κάναμε μία μεγάλη βόλτα με το αμάξι και δε μπορώ να πω ότι βρήκαμε κάτι ενδιαφέρον πέρα από ελάχιστα διατηρητέα σπίτια σε ένα σημείο. Βγαίνοντας από την πόλη είχε αρκετά μεγάλα σουπερμάρκετ και λόγω μεγάλης βδομάδας, που δεν ξέραμε αν θα κλείσουν αργότερα στις αργίες, είπαμε να πάρουμε ότι θα χρειαζόμασταν για την επόμενη. Δε κατεβήκαμε οικογενειακά για να κάνουμε πιο γρήγορα, πήγε μόνο η γυναίκα μου, κάτι που δεν άρεσε καθόλου στα παιδιά που το σουπερμάρκετ το έχουν σαν δραστηριότητα οριακά λίγο πιο κάτω από τον παιδότοπο. Από την απέναντι πλευρά του δρόμου είχε ένα πλυντήριο αυτοκινήτων με κέρματα και είπα όσο περιμένω να ρίξω ένα πλύσιμο απ' έξω το αμάξι που είχε πιάσει γλίτσα μετά από τόσες μέρες ταξίδι.
Άλλες φορές είχα πάρει μαζί τη μεγάλη σε πλυντήριο και την άφηνα να βάζει τα ψιλά στο μηχάνημα, να κάνει ότι με βοηθάει με το σφουγγάρι, έπιανε και το μπίρι μπίρι με άλλους οδηγούς τριγύρω, οπότε της άρεσε. Όμως αν έβγαινε αυτή έξω θα ήθελε και ο μικρός και δύο παιδιά ελεύθερα ενώ πλένω σε ξένο χώρο και με δρόμο μεγάλων ταχυτήτων πιο δίπλα δε μπορούσα να τα διαχειριστώ οπότε τους είπα ότι έπρεπε να μείνουν μέσα. Τους έβαλα παραμύθι podcast όσο έπλενα, ο μικρός το δέχθηκε με χαρά, όμως η μεγάλη αντέδρασε με κάθε (παιδικό) τρόπο ήξερε, φωνές, κλάματα, στριγκλιές, έπλενα απ' έξω και την άκουγα να χτυπιέται πιο δυνατά και από το πιεστικό. Σταμάτησε μόνο όταν κατάλαβε ότι τελείωσε το πλύσιμο, δε κατάφερε τίποτα και δε μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο.
Για βράδυ πήγαμε σε ένα ακόμα εστιατόριο-αλυσίδα τύπου "μπεργκεράδικο με στυλ" το οποίο μας είχαν προτείνει και στο οποίο ανακαλύψαμε ότι γινόταν της κολάσεως, ήταν όλοι με κράτηση αλλά ήμασταν τυχεροί και βρήκαμε τραπέζι πάνω που σηκώθηκαν κάτι άλλοι. Φέρανε και κάτι ζωγραφικές για τα παιδιά και την παλέψανε αυτά και εμείς.
Την επόμενη μέρα πήραμε το πρωινό μας και βγήκαμε να δούμε την πόλη πάνω που οι εργασίες στο κτήριο είχαν αρχίσει να γίνονται ενοχλητικές. Αν δεν είχε αυτό παίζει να ήταν ένα από τα καλύτερα airbnb που έχουμε μείνει, βέβαια αν δεν είχε αυτό με τις τιμές που είδαμε από περιέργεια ότι έπαιζαν αργότερα μέσα στη χρονιά μάλλον δεν θα είχαμε μείνει.
Αρκετά μαγαζιά ήταν κλειστά και ο πεζόδρομος που διασχίζει την πόλη ήταν σχετικά ήσυχος. Φτάσαμε ως το πάρκο δίπλα στη θάλασσα κάνοντας υποχρεωτικές στάσεις σε κάθε μία παιδική χαρά που βρήκαε στο δρόμο (ήταν αρκετές). Στην επιστροφή είπαμε να φάμε ψάρι σε ένα μαγαζί που το προτείνουν όλοι στο Μπουργκάς. Τελικά προέκυψε κλασικό τούρκικο ταχυφαγείο μπαλούκ εκμέκ, δηλαδή ψάρι πλακέ σε ψωμί σάντουιτς. Η γυναίκα μου που δεν το είχε ξαναδοκιμάσει το βρήκε κάπως ενδιαφέρον, εμένα σε σχέση με άλλα που έχω φάει στη Τουρκία μου φάνηκε απλά οκ. Δυσκολευτήκαμε λίγο στον ελάχιστο και στριμωγμένο χώρο που είχαν για καθήμενους ενώ η μεγάλη μόλις άκουσε ότι θα φάμε ψάρι ξενέρωσε. Ενώ μέχρι λίγους μήνες πριν τρελαινόταν για ψάρι, άκουσε ένα άλλο παιδάκι να κάνει "μπλιαχ" και αποφάσισε πως και αυτής πια δεν θα της αρέσει. Peer pressure όχι αστεία.
Μετά το φαγητό επιστρέψαμε να πάρουμε το αυτοκίνητο για να εκμεταλλευτούμε τον μεσημεριανό τους ύπνο πηγαίνοντας εκτός πόλης. Κάπου στα μισά της διαδρομής για Νεσεμπάρ και πάνω που επιτέλους είχαμε πιάσει ένα σημείο που έμοιαζε με περίπου εθνική και μπορούσαμε να πάμε πιο γρήγορα, το αυτοκίνητο μας ειδοποίησε για πτώση της πίεσης στο ένα λάστιχο. Αγχώθηκα, σταμάτησα στο πρώτο σημείο που βρήκα αλλά δεν το είδα να έχει πατικώσει οπότε βγήκαμε από την εθνική και συνεχίσαμε προς τα χωριά ψάχνοντας βουλκανιζατέρ ή βενζινάδικο. Ένα βουλκανιζατέρ της κακιάς ώρας ήταν κλειστό, σε ένα βενζινάδικο είχε κομπρεσέρ αλλά όχι το εργαλείο με το οποίο φουσκώνεις το λάστιχο οπότε άχρηστο (αν κατάλαβα καλά υπάρχει υπάλληλος στον οποίο δίνεις φιλοδώρημα να σου μετρήσει τη πίεση και αφού δε δούλευε πήρε και το εργαλείο μαζί). Σε άλλο βενζινάδικο είδα πως είχε πέσει η πίεση στο 25, οπότε είχα μία ελπίδα μήπως απλά έχασε λίγο αέρα γιατί πιέστηκε κάπου που δεν το καταλάβαμε χωρίς να έχει κάποια τρύπα. Το φουσκώσαμε, δεν φάνηκε να χάνει άμεσα οπότε συνεχίσαμε ανακουφισμένοι.
Το Νεσεμπάρ μου φάνηκε σαν μία από Σωζόπολη αλλά σε πιο μεγάλο, ενδιαφέρον και τουριστικό, είχε και κάτι αρχαία. Νομίζω είναι ξεκάθαρο πως το καλοκαίρι και εκεί γίνεται χαμός και μάλλον περισσότερος. Εμείς παρκάραμε εκεί που θέλαμε, από την πλευρά της παλιάς πόλης σε ένα πάρκιν σχεδόν γεμάτο που βρήκαμε τη τελευταία θέση και μάλιστα για κάποιο λόγο που δεν κατάλαβα, δεν πληρώσαμε καθώς δεν υπήρχε πουθενά μηχάνημα για εισιτήριο και η μπάρα μας άφησε να βγούμε έτσι στο τέλος. Για άλλη μία φορά δοκιμάσαμε όσες "κούνιες" βρήκαμε στη διαδρομή και με τα πολλά επιστρέψαμε.
Στην επιστροφή περάσαμε και από το Πομοριε το οποίο το κάναμε μία μεγάλη βόλτα με το αμάξι και δε μπορώ να πω ότι βρήκαμε κάτι ενδιαφέρον πέρα από ελάχιστα διατηρητέα σπίτια σε ένα σημείο. Βγαίνοντας από την πόλη είχε αρκετά μεγάλα σουπερμάρκετ και λόγω μεγάλης βδομάδας, που δεν ξέραμε αν θα κλείσουν αργότερα στις αργίες, είπαμε να πάρουμε ότι θα χρειαζόμασταν για την επόμενη. Δε κατεβήκαμε οικογενειακά για να κάνουμε πιο γρήγορα, πήγε μόνο η γυναίκα μου, κάτι που δεν άρεσε καθόλου στα παιδιά που το σουπερμάρκετ το έχουν σαν δραστηριότητα οριακά λίγο πιο κάτω από τον παιδότοπο. Από την απέναντι πλευρά του δρόμου είχε ένα πλυντήριο αυτοκινήτων με κέρματα και είπα όσο περιμένω να ρίξω ένα πλύσιμο απ' έξω το αμάξι που είχε πιάσει γλίτσα μετά από τόσες μέρες ταξίδι.
Άλλες φορές είχα πάρει μαζί τη μεγάλη σε πλυντήριο και την άφηνα να βάζει τα ψιλά στο μηχάνημα, να κάνει ότι με βοηθάει με το σφουγγάρι, έπιανε και το μπίρι μπίρι με άλλους οδηγούς τριγύρω, οπότε της άρεσε. Όμως αν έβγαινε αυτή έξω θα ήθελε και ο μικρός και δύο παιδιά ελεύθερα ενώ πλένω σε ξένο χώρο και με δρόμο μεγάλων ταχυτήτων πιο δίπλα δε μπορούσα να τα διαχειριστώ οπότε τους είπα ότι έπρεπε να μείνουν μέσα. Τους έβαλα παραμύθι podcast όσο έπλενα, ο μικρός το δέχθηκε με χαρά, όμως η μεγάλη αντέδρασε με κάθε (παιδικό) τρόπο ήξερε, φωνές, κλάματα, στριγκλιές, έπλενα απ' έξω και την άκουγα να χτυπιέται πιο δυνατά και από το πιεστικό. Σταμάτησε μόνο όταν κατάλαβε ότι τελείωσε το πλύσιμο, δε κατάφερε τίποτα και δε μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο.
Για βράδυ πήγαμε σε ένα ακόμα εστιατόριο-αλυσίδα τύπου "μπεργκεράδικο με στυλ" το οποίο μας είχαν προτείνει και στο οποίο ανακαλύψαμε ότι γινόταν της κολάσεως, ήταν όλοι με κράτηση αλλά ήμασταν τυχεροί και βρήκαμε τραπέζι πάνω που σηκώθηκαν κάτι άλλοι. Φέρανε και κάτι ζωγραφικές για τα παιδιά και την παλέψανε αυτά και εμείς.

