TzwMilesAway
Member
- Μηνύματα
- 6
- Likes
- 53
- Επόμενο Ταξίδι
- ΜΠΑΡΙ
Η σκέψη για το πρώτο μου μεγάλο αεροπορικό ταξίδι ξεκίνησε αρκετούς μήνες πριν, από τον Σεπτέμβριο του 2025, όταν με τον σύντροφό μου προσπαθούσαμε να αποφασίσουμε ανάμεσα σε ένα χριστουγεννιάτικο road trip στην Κεντρική Ευρώπη και σε ένα εξωτικό ταξίδι στην Ταϊλάνδη.
Ακολουθώντας το μότο «follow the sun, chase the summer» και μιας και το ελληνικό καλοκαιράκι μάς είχε λείψει επικίνδυνα κάναμε το πρώτο βήμα και κλείσαμε τα αεροπορικά μας εισιτήρια, έχοντας πετύχει μια αρκετά δελεαστική προσφορά της Qatar Airways: περίπου 560 ευρώ το άτομο.
Η αναχώρησή μας ήταν προγραμματισμένη για τις 19 Φεβρουαρίου και η επιστροφή μας για την 1η Μαρτίου. Δέκα μέρες. Θεωρητικά αρκετές. Πρακτικά, ούτε κατά διάνοια.
Ενθουσιασμένη με αυτό το ταξίδι το οποίο ονειρευόμουν εδώ και χρόνια άρχισα αμέσως να σκέφτομαι πώς θα μπορούσα να χωρέσω όλα όσα ήθελα να δω μέσα σε μόλις δέκα ημέρες. Οι ταξιδιωτικές συσκέψεις μεταξύ μας διαδέχονταν η μία την άλλη μέχρι που τελικά καταλήξαμε στο εξής πρόγραμμα:
Ύστερα από μια πτηση περίπου 6,5 ωρών φτανουμέ τελικά στην Μπανγκόκ στην 13:00 και μετά από μία ώρα αναμονής στον έλεγχο διαβατηρίων λόγω πολύ κόσμου, παίρνουμε το ταξάκι μας και φτάνουμε στο δωματιό μας. Με τα πολλά η ώρα έχει πάει 16:30 και είμαστε έτοιμοι για την πρώτη μας βόλτα. Ξεκινάμε από το ξενοδοχείο με τα πόδια και φτάνουμε μετά από περίπου 20 λεπτά στο view arun restaurant and bar έτσι ώστε να απολαύσουμε το φαγητό μας την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Τα πίατα και τα κοκτέιλ μας άρεσαν αλλά οι τιμές ήταν τσιμπημένες σε σχέση με άλλα τοπικά μαγαζιά. Παρ’ όλα αυτά, η εμπειρία άξιζε 100% — και οι φωτογραφίες μιλούν από μόνες τους. Η κράτηση είχε γίνει έναν μήνα πριν λόγω υψηλής περιόδου.
Επόμενη στάση μας ήταν το IconSiam με το chao phraya boat διάρκεια 15 λεπτών περίπου και κόστος 0,50 λεπτών περίπου. To IconSiam πραγματικά είναι τεράστιο και χαοτικό. Για να το γυρίσεις όλο θες πραγματικά ενα δωδεκάωρο στο νερό. Εμεις μετά από μια γρήγορη βόλτα καταλήξαμε στο indoor street food and cultural market στο ισόγειο το οποίο ήταν απίστευτο. Από εκείνα τα μέρη που λες «θα μπορούσα να έρχομαι κάθε μέρα και να μην βαριέμαι ποτέ». Λειτουργεί σαν εσωτερική πλωτή αγορά και αναπαριστά την κουλτούρα και τις παραδοσιακές γεύσεις από 77 διαφορετικές επαρχίες της Ταϊλάνδης. Αμέτρητοι πάγκοι με street food, ρούχα, σουβενίρ, χειροποίητα είδη και γενικά ό,τι μπορεί να φανταστεί ανθρώπινος νους. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, λόγω της Κινέζικης Πρωτοχρονιάς γίνονταν παντού performances και events, κάνοντας την ατμόσφαιρα ακόμα πιο ζωντανή. Πραγματικά μια πολυπολιτισμική εμπειρία που τα είχε όλα.
Έχοντας πάει 22:00 και εξαντλημένοι αφού δεν έχουμε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου, αποφασίζουμε να πάρουμε ένα tuk tuk και να κατευθυνθούμε προς το δωματιό μας κάνοντας και μια απαραίτητη στάση στα 7-Eleven για λίγα σνακς. Να σημειωθεί εδώ ότι 7-Eleven θα βρεις κυριολεκτικά σε κάθε τετράγωνο — ίσως και δύο στο ίδιο τετράγωνο για σιγουριά. Και ναι, αξίζουν απόλυτα το hype που έχουν πάρει λόγω ποικιλίας, νοστιμιάς και τιμών που σε κάνουν να σκέφτεσαι σοβαρά να τρως μόνο από εκεί.
Εν τέλει, αποφασίζουμε ότι δεν έχουμε ύπνο και αρχίζουμε το περπάτημα για Khaosan Road. Επικρατεί πανικός, δεν χωράμε καλά καλά να περπατήσουμε και παρατηρείς κυρίως νεολαία αλλά και μεγαλύτερα άτομα ανεξαρτητως φύλου να παρτάρουν και να καπνίζουν δίχως σταματημό. Έχω να πω οτι δεν είναι τόσο τραγικό οσο το παρουσιάζουν κάποιοι, έχει την πλάκα του. Το μόνο που με ενόχλησε ήταν ότι κάθε μαγαζί παίζει τη δική του μουσική στη διαπασών, οπότε καταλήγεις να ακούς ταυτόχρονα 20 διαφορετικά τραγούδια σε ένα remix που ούτε DJ σε υπαρξιακή κρίση δεν θα δοκίμαζε. Και κάπως έτσι ολοκληρώθηκε η πρώτη μας μέρα στην Μπανγκόκ κουρασμένοι, άυπνοι, αλλά ήδη ενθουσιασμένοι με όσα ζούσαμε.
Δεύτερη μέρα, και ενώ είχαμε βάλει ξυπνητήρι για τις 09:00, είτε αποφάσισε να μην χτυπήσει είτε το κλείσαμε στον ύπνο μας. Το αποτέλεσμα; Πεταγόμαστε από το κρεβάτι με άγχος 3 ώρες μετά από ότι υπολογίζαμε και με το άγχος ότι δεν θα προλάβουμε ούτε τα μισά από όσα είχαμε κανονίσει. Ντυνόμαστε σε χρόνο ρεκόρ, πετάμε νερό στο πρόσωπο μπας και συνέλθουμε και ξεκινάμε.
Πρώτη στάση η Chatuchak Weekend Market, με ήλιο που βαράει ανελέητα και πραγματική αίσθηση θερμοκρασίας στους 42 βαθμούς. Το market αυτό είναι πραγματικά αχανές. Έχει Ο,ΤΙ μπορείς να φανταστείς: ρούχα, παπούτσια, vintage, street food, σουβενίρ, random αντικείμενα που δεν χρειάζεσαι αλλά αγοράζεις. Εμείς κάτσαμε περίπου δύο ώρες και πρέπει να είδαμε μετά βίας το 1/10 του χώρου. Η αλήθεια όμως είναι πως με τέτοιο καύσωνα δεν άντεχα ούτε λεπτό παραπάνω.
Επόμενη στάση, η Khlong Lad Mayom Floating Market, μια πλωτή αγορά που είχα διαβάσει πριν το ταξίδι ότι είναι πιο αυθεντική και λιγότερο τουριστική. Η αλήθεια είναι πως μας απογοήτευσε λίγο συγκριτικά με τις φωτογραφίες που είχαμε δει. Υπάρχει ένα μικρό street food market και ένα μικρό shopping market, αλλά δεν είναι ακριβώς η φάση που φαντάζεσαι, ότι δηλαδή μπαίνεις σε βαρκάκι και ψωνίζεις pad thai από γιαγιάδες που περνάνε δίπλα σου στα κανάλια. Βέβαια, εδώ παίζει μεγάλο ρόλο και το timing, γιατί εμείς φτάσαμε περίπου μία ώρα πριν κλείσει, οπότε η αγορά ήταν αρκετά ήρεμη. Πρωί λογικά θα είναι πολύ πιο ζωντανή. Θα το μαθαίναμε… αν ξυπνούσαμε στην ώρα μας. Παρόλα αυτά, δώσαμε περίπου 6€ το άτομο για μια βόλτα με βαρκάκι διάρκειας μίας ώρας και τελικά άξιζε αρκετά. Μέσα από τη διαδρομή είδαμε μια εντελώς διαφορετική πλευρά της Bangkok. Την πιο ήσυχη και αυθεντική πλευρά της, με τα πλωτά σπίτια, τα μικρά κανάλια και τις γειτονιές όπου ζει πιο φτωχός κόσμος. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που αφήνεις λίγο το τουριστικό κομμάτι και βλέπεις πώς είναι πραγματικά η καθημερινότητα εκεί. Επίσης εδώ παρατήρησα κάτι που μου φάνηκε απίστευτα περίεργο ίσως επειδή δεν το έχω συνηθίσει καθόλου. Σε κάθε αυλή και μπαλκόνι δεν υπάρχει απλώστρα. Αντί γι’ αυτό, οι κάτοικοι κρεμούν τα ρούχα τους πουκάμισα, παντελόνια, μπλούζες και εσώρουχα σε κρεμάστρες πάνω σε ράγες ρούχων. Σαν να βλέπεις υπαίθριες ντουλάπες παντού. Μικρή λεπτομέρεια, αλλά μου έμεινε έντονα στο μυαλό γιατί έδινε μια πολύ ιδιαίτερη εικόνα στη διαδρομή. Η ώρα έχει πάει πλέον 18:00 και επιστρέφουμε στο δωμάτιο για ένα μπάνιο επειγόντως, γιατί η ζέστη μας έχει διαλύσει σε όλα τα επίπεδα, πριν συνεχίσουμε τη βραδιά μας προς την Chinatown
Και αφού ανανεωθήκαμε ξεκινήσαμε για Chinatown. Η κινέζικη συνοικία είναι πραγματικά γεμάτη ζωή. Φωτεινές επιγραφές παντού, έντονα χρώματα, φωνές, μουσικές και μια ασταμάτητη κίνηση που σε κάνει να νιώθεις ότι η περιοχή δεν κοιμάται ποτέ. Το πολύ θετικό είναι οτι το ταξίδι είχε προγραμματιστεί 2 μέρες μετα την κινέζικη πρωτοχρονιά οπότε όλες οι πόλεις που επισκεφθήκαμε και τα περισσότερα μαγαζιά ήταν στολισμένα με κινέζικα φαναράκια και γιορτινούς στολισμούς. Μια πραγματική μαγεία. Ο κόσμος απίστευτος, πάρα πολλά παραδοσιακά μαγαζιά και αμέτρητοι πάγκοι με Street food. Κάποια φαγητά ήταν τόσο δελεαστικά που ήθελες να τα δοκιμάσεις όλα, ενώ κάποια άλλα όπως τα έντομα σε έκαναν να αναρωτιέσαι ποιος είναι τόσο γενναίος ώστε να τα δοκιμάσει. Εμείς δοκιμάσαμε bao buns, kai dumplings σε διάφορες γεύσεις και sushi από το HAGOW Yaowarat και πραγματικά όλα ήταν πεντανόστιμα. Από εκείνα τα φαγητά που τα τρως, κοιτάς τον άλλον και απλά κουνάτε το κεφάλι συμφωνώντας ότι κάνετε ζωάρα.
Τελευταία στάση της ημέρας ήταν το Tichuca Rooftop Bar. Μπαίνεις μέσα με διαβατήριο και περιμένεις σχετικά λίγο στην αναμονή για το ασανσέρ. Η θέα απο πάνω είναι φανταστική γιατί έχεις πρόσβαση από όλες τις μερίες της πόλης. Και το καλύτερο; Βρίσκεσαι στον 46ο όροφο οπότε επιτέλους δροσίζεσαι και νιώθεις τον αέρα να σε χτυπάει από την αφόρητη ζέστη και υγρασία. Βέβαια, υπήρχαν και κάποια αρνητικά. Για δεδομένα Ταϊλάνδης το μέρος είναι αρκετά ακριβό, με τα κοκτέιλ να κυμαίνονται γύρω στα 12-15€ και τα σφηνάκια περίπου στα 11€ το ένα. Το δεύτερο αρνητικό και ίσως το πιο εκνευριστικό για τους καπνιστές είναι ότι ακόμα και στον 46ο όροφο απαγορεύεται το κάπνισμα. Έχουν αφήσει μόνο ένα μικροσκοπικό σημείο δίπλα από τις τουαλέτες που χωράει το πολύ 15 άτομα στριμωγμένα. Οπότε αν είσαι καπνιστής, κάνεις περισσότερο queue για τσιγάρο παρά για ποτό.
Ξημερώνει 22 Φεβρουαρίου και είναι η τελευταία μας μέρα στην Μπανγκόκ αφού στις 20:30 πετάμε με Bangkok Airways για Κράμπι. Από άποψης ζέστης πραγματικά ήταν από τις χερότερες μέρες αφού περπατάς για ένα λεπτό και κολλάς. Εκείνη η μέρα ήταν αφιερωμένη στους ναούς. Ξεκίνησαμε από το Grand Palace και τον Wat Pho που βρίσκονται δίπλα δίπλα και αφήσαμε τελευταίο τον Wat Arun, περνώντας απέναντι με καραβάκι.
Οι ναοί στην Ταιλάνδη είναι από εκείνα τα πράγματα που όσο και να τα δεις σε φωτογραφίες, όταν βρεθείς εκεί από κοντά παθαίνεις μικρό πολιτισμικό σοκ. Η λεπτομέρεια στην αρχιτεκτονική, τα χρυσά στοιχεία που γυαλίζουν κάτω από τον ήλιο, τα τεράστια αγάλματα του Βούδα και η απόλυτη ηρεμία που επικρατεί, παρόλο που γύρω υπάρχει χαμός, δημιουργούν μια ατμόσφαιρα πραγματικά μοναδική. Και φυσικά, δεν γίνεται να μην αναφέρω το πόσο προσεγμένοι είναι οι χώροι. Από τα αγάλματα και τα λουλούδια μέχρι τα θυμιάματα και τα χρώματα. Το μόνο δύσκολο είναι ότι επισκέπτεσαι τους ναούς με 40 βαθμούς, με μακριά ρούχα λόγω dress code. Τουλάχιστον εγώ εσωτερικά σιχτίριζα την ζωή μου.
Η μέρα προχωράει εμείς λιώνουμε κυριολεκτικά και αφού ξεμπερδεύουμε μετά από περίπου 4 ώρες με τους ναούς αποφασίζουμε να πάμε στο αγαπημένο μας μέρος, δηλαδή το market στο ισόγειο του IconSiam. Αργήσαμε λίγο αλλά φάγαμε και το πρώτο μας mango sticky rice σε σε αυτή την βόλτα. Δεν θα πω ψέματα, δεν μου γέμιζε καθόλου το μάτι σαν γλυκό, αλλά τελικά ήταν πολύ πιο νόστιμο απ’ όσο περίμενα. Ύστερα κάναμε μια γρήγορη βόλτα στα μαγαζιά για πράγματα που θέλαμε και καταλήξαμε στον τελευταίο όροφο όπου βγήκαμε στον εξωτερικό χωρο που προσφέρει πανοραμική θέα στον ποταμό Τσάο Πράγια καθώς και στον ορίζοντα της πόλης με τους ουρανοξύστες. Tέλος στον έκτο όροφο υπάρχει ο εντυπωσιακός εσωτερικός καταρράκτης Alangkarn μοιαζει τοσο ψευτικος που δεν μπορεις να πιστεψεις οτι υπάρχει μπροστά σου. Αναχωρούμε για το αεροδρόμιο και τον επόμενο προορισμό μας που δεν είναι άλλος από το Κράμπι. Κάπως έτσι ολοκληρώνεται και το κεφάλαιο «Μπανγκόκ». αγαεμάτοι εικόνες και εμπειρίες, αναχωρούμε για το αεροδρόμιο και τον επόμενο προορισμό μας, που δεν είναι άλλος από το Krabi με την υπόσχεση ότι θα ξαναεπιστρέψουμε. Η Μπανγκοκ είναι τεράστια και χρειάζεσαι τουλάχιστον 5 μέρες για να δεις τα βασικά χωίς τρέξιμο.
Το αεροδρόμιο του Krabi απέχει περίπου 40 λεπτά από την Ao Nang όπου μέναμε, οπότε μέχρι να φτάσουμε στο ξενοδοχείο είχε πάει ήδη 23:00. Παρόλο που ήμασταν κουρασμένοι, ήμασταν ταυτόχρονα και κατενθουσιασμένοι, αφού για το Κράμπι είχαμε ακούσει ίσως τα καλύτερα σχόλια από όλο το ταξίδι. Οπότε φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να περιμένουμε μέχρι το πρωί. Καλούμε λοιπόν ένα Uber και μέσα σε 5-10 λεπτά βρισκόμαστε στο Landmark Night Market. Το market ήταν πραγματικά πολύ χαριτωμένο. Παντού πάγκοι με φαγητά που σου έσπαγαν τη μύτη από τις μυρωδιές, ένα μικρό market με σουβενίρ, αμέτρητα τραπεζοκαθίσματα όπου μπορούσες να κάτσεις να φας χαζεύοντας τα live που γίνονταν εκείνη την ώρα, και φυσικά κόκκινα φαναράκια παντού που έκαναν την ατμόσφαιρα ακόμα πιο όμορφη. Γενικά είχε αυτή την πολύ ωραία χαλαρή και tropical vibe αίσθηση που λες «ναι οκ, τώρα αρχίζουν οι διακοπές πραγματικά». Δυστυχώς όμως, την ώρα που φτάσαμε άρχισαν ήδη να μαζεύουν γιατί το market έκλεινε, οπότε δεν προλάβαμε να το ζήσουμε όσο θα θέλαμε. Έτσι αποφασίσαμε να περπατήσουμε περίπου μισή ώρα από το Landmark μέχρι την αρχή της Ao Nang. Και κάπως έτσι, χωρίς ιδιαίτερο πλάνο, καταλήξαμε να αράζουμε στην παραλία τρώγοντας διάφορα snacks από το αγαπημένο πλέον 7-Eleven.
Το επόμενο πρωινό ξεκίνησε με μία από τις πιο ξεχωριστές εμπειρίες του ταξιδιού μας: την επίσκεψη σε ένα καταφύγιο ελεφάντων. Με κόστος περίπου 20€ το άτομο, που περιλάμβανε μεταφορά από και προς το ξενοδοχείο, είχαμε την ευκαιρία όχι μόνο να ταΐσουμε τους ελέφαντες αλλά και να περπατήσουμε μαζί τους στο φυσικό τους περιβάλλον. Το καταφύγιο φιλοξενούσε τέσσερις ελέφαντες. Ο καθένας είχε τον δικό του φροντιστή, ενώ η συντονίστρια του χώρου μας μιλούσε συνεχώς για τις ιστορίες τους: πώς διασώθηκαν, πώς κατέληξαν εκεί, τι τρώνε, ποιοι είναι οι καλύτεροι φίλοι τους και ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους. Δεν ξέρω αν γίνεται να μη συμπαθήσεις έναν ελέφαντα από κοντά.
Μετά το καταφύγιο επιστρέψαμε στην Ao Nang και από την κεντρική προβλήτα πήραμε το καραβάκι για τη Railay Beach. Σε μόλις δέκα λεπτά βρισκόμασταν απέναντι και ξεκινούσαμε τη μικρή πεζοπορία προς την περίφημη Phra Nang Beach. Η διαδρομή από μόνη της είναι εμπειρία: τροπική βλάστηση, μικρά τοπικά μαγαζάκια, εντυπωσιακοί βράχοι και, φυσικά, οι γνωστές σκανταλιάρες μαϊμούδες που κάνουν την εμφάνισή τους παντού. Όταν φτάσαμε στην παραλία, ομολογώ ότι είχαμε χτίσει πολύ υψηλές προσδοκίες. Το τοπίο ήταν πράγματι εντυπωσιακό, σχεδόν κινηματογραφικό, με τους τεράστιους ασβεστολιθικούς βράχους να υψώνονται πάνω από τα τιρκουάζ νερά. Ωστόσο, η πραγματικότητα ήταν λίγο διαφορετική από τις φωτογραφίες που βλέπεις στο Instagram. Ο κόσμος ήταν υπερβολικά πολύς, τα νερά δεν ήταν όσο καθαρά περιμέναμε και η αίσθηση της χαλάρωσης που αναζητούσαμε απουσίαζε. Φυσικά, αυτό είναι καθαρά θέμα ημέρας και τύχης, αλλά για εμάς η Phra Nang δεν ήταν το highlight που περιμέναμε. Αφού περάσαμε 2-3 ώρες απολαμβάνοντας το τοπίο, πήραμε το δρόμο για την Railay West Beach. Και εκεί ήταν που τα πράγματα βελτιώθηκαν αισθητά. Η παραλία είναι πολύ πιο ανοιχτή και πλατιά, με αποτέλεσμα ο κόσμος να απλώνεται καλύτερα. Τα νερά μας φάνηκαν πιο καθαρά και η συνολική ατμόσφαιρα πολύ πιο χαλαρή. Το απόγευμα επιστρέψαμε στην Ao Nang, απλώσαμε τις πετσέτες μας στην άμμο, κάναμε στάση στο αγαπημένο πλέον 7-Eleven για τα απαραίτητα σνακ και ετοιμαστήκαμε για ένα από τα πιο χαρακτηριστικά βραδινά θεάματα της περιοχής: το fire show στην παραλία. Το σόου είναι δωρεάν και στο τέλος δίνεις όσα τιπς θέλεις. Τα παιδιά είναι εξαιρετικά και το όλο σκηνικό πολύ βαιμπαριστό. Δεν θα έπρπε με τίποτα να το χάσετε! Τελικά, ολοκληρώσαμε τη μέρα μας με μια βόλτα στο Landmark Night Market, αποφασισμένοι αυτή τη φορά να ανακαλύψουμε όλα όσα είχαμε χάσει το προηγούμενο βράδυ. Οι μυρωδιές από τα street food stalls, τα πολύχρωμα φώτα και η ζωντάνια του κόσμου ήταν ο ιδανικός επίλογος για μία μέρα γεμάτη εικόνες, εμπειρίες και μικρές εκπλήξεις.
Η Τρίτη ξημέρωσε με ένα από τα πιο πολυαναμενόμενα excursions του ταξιδιού μας. Είχαμε κλείσει ημερήσιο tour στα Lao Lading, Hong Islands και Hong Lagoon, μια κρουαζιέρα που διήρκεσε περίπου 8 ώρες μαζί με τις μεταφορές και κόστισε γύρω στα 40€ το άτομο, συμπεριλαμβανομένου και του γεύματος. Παρότι οι παραλίες ήταν γεμάτες από γκρουπ και τουρίστες, τα τοπία ήταν πραγματικά καθηλωτικά. Εκείνες οι εικόνες που βλέπεις σε καρτ ποστάλ και αναρωτιέσαι αν είναι αληθινές, ξαφνικά απλώνονταν μπροστά μας. Το βλέμμα χανόταν ανάμεσα στα γαλαζοπράσινα νερά, τις λευκές αμμουδιές και τους επιβλητικούς ασβεστολιθικούς βράχους που ξεπηδούσαν σχεδόν κάθετα από τη θάλασσα. Το Lao Lading ήταν ίσως η πιο γραφική στάση της ημέρας. Μια μικρή εξωτική γωνιά με νερά που έμοιαζαν ζωγραφισμένα και ένα απίστευτα χαριτωμένο κιόσκι στην παραλία, το οποίο – προς έκπληξή μας – διατηρούσε ακόμα χριστουγεννιάτικο στολισμό. Η επόμενη στάση ήταν στα Hong Islands, όπου αποφασίσαμε να δοκιμάσουμε τις δυνάμεις μας ανεβαίνοντας στο περίφημο viewpoint. Θεωρητικά ακούγεται εύκολο. Τα σκαλιά είναι μεταλλικά και πολύ απότομα. Καταφέραμε να φτάσουμε περίπου μέχρι τη μέση της διαδρομής. Προσωπικά, δεν θα το πρότεινα σε μικρά παιδιά ή σε άτομα που δεν αισθάνονται άνετα με τα ύψη, καθώς σε κάποια σημεία η διαδρομή μου φάνηκε αρκετά εκτεθειμένη και επικίνδυνη. Μια μικρή αλλά σημαντική συμβουλή για όποιον σκέφτεται να κάνει αυτή την εκδρομή: αν έχετε έστω και την παραμικρή τάση για ναυτία, καλό είναι να έχετε μαζί σας δραμαμίνες ή κάποιο αντίστοιχο χάπι. Τα speedboats κινούνται αρκετά γρήγορα και όταν η θάλασσα έχει κύμα, η διαδρομή μπορεί να γίνει κουραστική. Μετά από μια γεμάτη μέρα στα νησιά, επιστρέψαμε στην Ao Nang αρκετά κουρασμένοι αλλά γεμάτοι εικόνες. Η καλύτερη επιλογή ήταν λίγη ξεκούραση και μερικές βουτιές στην πισίνα του ξενοδοχείου. Για το ηλιοβασίλεμα είχαμε κλείσει τραπέζι στο Reeve, ένα από τα πιο γνωστά spots της περιοχής για φαγητό και cocktails με θέα. Η ατμόσφαιρα ήταν αρκετά ρομαντική, με χαλαρή μουσική, όμορφο φωτισμό και ένα εντυπωσιακό fire show να συμπληρώνει το σκηνικό όσο σκοτείνιαζε. Παρόλα αυτά, αξίζει να αναφέρω ότι το συγκεκριμένο εστιατόριο κινείται σε εντελώς διαφορετικά επίπεδα τιμών σε σχέση με όσα είχαμε συνηθίσει στην Ταϊλάνδη. Πρόκειται για ένα πιο δυτικού τύπου εστιατόριο και αυτό αντικατοπτρίζεται ξεκάθαρα στον λογαριασμό.
Επιτέλους ξημέρωσε η αγαπημένη μου μέρα! Στις 9 το πρωί είχαμε κλείσει το ferry boat για να πάμε επιτέλους στα Phi Phi Islands. Ό,τι και να πω είναι λίγο. Είναι πραγματικά ο παράδεισος πάνω στη γη. Μπορεί να έχει πάρα πολλούς τουρίστες και να έχει χάσει ένα μέρος του αυθεντικού του χαρακτήρα, όμως το τοπίο είναι λες και βρίσκεσαι σε κάποιον εξωτικό παράδεισο. Ιδανικά, θα ήθελα να μείνω εκεί δύο εβδομάδες χωρίς να κάνω απολύτως τίποτα.
Μετά από πολύ ψάξιμο πριν το ταξίδι αποφασίσαμε και είχαμε κλείσει μια ιδιωτική βάρκα για ένα τετράωρο tour, σε ώρα που μας βόλευε, ακολουθώντας τη διαδρομή: Maya Bay, Pileh Lagoon, Monkey Beach, Viking Cave, Shark Point. Ήταν από τις ωραιότερες εμπειρίες που έχω ζήσει ποτέ. Τα νερά ήταν πεντακάθαρα, η άμμος μοναδική. Η κρουαζιέρα για δύο άτομα κόστισε περίπου 90 ευρώ για 4 ώρες και θεωρώ ότι άξιζε κάθε ευρώ. Είχαμε το δικό μας ιδιωτικό long-tail boat, μέναμε όσο θέλαμε σε κάθε σημείο και προσαρμόζαμε το πρόγραμμά μας χωρίς να ακολουθούμε κάποιο γκρουπ με αυστηρά χρονοδιαγράμματα. Οι τέσσερις ώρες ακούγονται λίγες, αλλά αν είστε δύο άτομα προλαβαίνετε να πάρετε μια πολύ καλή γεύση. Το μόνο απογοητευτικό ήταν ότι, παρά την τεράστια ποικιλία από πολύχρωμα ψάρια, δεν καταφέραμε να κολυμπήσουμε με καρχαριάκια. Επίσης, στη Monkey Beach οι μαϊμούδες βρίσκονταν ψηλά στα δέντρα, οπότε δεν είδαμε καμία από κοντά.
Επόμενη στάση ήταν το viewpoint, από όπου μπορείς να απολαύσεις ένα από τα πιο όμορφα ηλιοβασιλέματα της ζωής σου. Ο χώρος είναι πολύ προσεγμένος, με όμορφα παγκάκια σε σχήματα και χρώματα φρούτων και λαχανικών. Ωστόσο, να είστε προετοιμασμένοι για αρκετή ανηφόρα και πολλά σκαλιά μέχρι να φτάσετε εκεί. Εφοδιαστείτε οπωσδήποτε με κρύο νερό. Κατεβαίνοντας κάναμε μια στάση για Pad Thai στο Phi Phi Arboreal Restaurant, το οποίο ήταν αρκετά νόστιμο και μας άφησε πολύ καλές εντυπώσεις. Το βράδυ, αφού κάναμε βόλτα σχεδόν σε όλο το νησί, καταλήξαμε στο θρυλικό Freedom Bar. Η υπόλοιπη νύχτα κύλησε με μπύρες, χορό και λιμπο κάτω από τη φωτιά! Αν βρεθείτε εκεί, να είστε προσεκτικοί με τα ποτά. Ένα ακόμη ιδιαίτερο στοιχείο του μαγαζιού είναι ένας καλλιτέχνης που, με λίγα μπατ, σε ζωγραφίζει με νέον χρώματα, κάνοντάς σε να λάμπεις κάτω από τα UV φώτα όλο το βράδυ. Μια ημέρα στα Phi Phi Islands που δύσκολα θα ξεχάσω ποτέ.
PHUKET
Επόμενη μέρα και, δυστυχώς, είχε έρθει η ώρα της αναχώρησης. Το ferry boat για το Phuket έφευγε το μεσημεράκι, οπότε αποφασίσαμε να εκμεταλλευτούμε κάθε τελευταία στιγμή στο αγαπημένο μας πλέον νησί. Ξυπνήσαμε νωρίς, απολαύσαμε το πρωινό μας δίπλα στη θάλασσα και στη συνέχεια βρήκαμε ένα θαλάσσιο ταξί για να μας μεταφέρει στη Long Beach. Μόλις φτάσαμε, βρήκαμε τη σκιά μιας καρύδας, αγοράσαμε τα παγωτάκια μας και αράξαμε για ώρες κάτω από αυτήν, χαζεύοντας τα καταγάλανα νερά. Η Long Beach είναι μια πανέμορφη και πεντακάθαρη παραλία, αλλά η αλήθεια είναι πως δύσκολα θα βρεις άσχημη παραλία σε αυτό το νησί. Κάθε γωνιά του μοιάζει βγαλμένη από καρτ ποστάλ και έχει τη δική της ξεχωριστή ομορφιά. Ένα πράγμα είναι σίγουρο: στα Phi Phi Islands θα επιστρέψω κάποια στιγμή ξανά, και μάλιστα για πολύ περισσότερες μέρες. Είναι από εκείνα τα μέρη που δεν τα χορταίνεις ποτέ.
Πήραμε το ferry boat, το οποίο κάνει περίπου δύο ώρες μέχρι το Rassada Pier στο Πουκέτ. Αν θυμάμαι καλά, το εισιτήριο κόστιζε γύρω στα 14 ευρώ το άτομο και περιλάμβανε τη μεταφορά μέχρι το ξενοδοχείο. Είχαμε μόλις τρία βράδια και επιλέξαμε να μείνουμε στην Πατόνγκ για να είμαστε στο κέντρο της νυχτερινής ζωής. Η πρώτη εντύπωση ήταν ότι είχε πάρα πολύ κίνηση και πολύ περίργους δρόμους με μεγάλη κλίση και υπερβολικά απότομες ανηφοροκατηφόρες. Αφού ξεκουραστήκαμε για περίπου μία ώρα και είχε ήδη πάει 20:00, ξεκινήσαμε μια βόλτα κατά μήκος της παραλίας με κατεύθυνση τη διάσημη Bangla Road. Η ατμόσφαιρα ήταν χαοτική αλλά και γεμάτη ενέργεια: δυνατή μουσική από κάθε μαγαζί, χορεύτριες πάνω σε υπερυψωμένες εξέδρες, κράχτες που προσπαθούσαν να σε πείσουν να παρακολουθήσεις κάποιο show ή να καθίσεις για ένα ποτό, και φυσικά χιλιάδες τουρίστες να κατακλύζουν τον δρόμο. Καθώς είχαμε κουραστεί το μόνο που θα μας έσωζε θα ήταν ένα μασαζάκι. Και αφού ήπιαμε και ένα ποτό γυρίσαμε πάλι στο ξενοδοχείο μας.
Επόμενο πρωί και στο πρόγραμμα είχαμε βάλει την Freedom Beach. Είναι μια αμμώδης παραλία μεγάλη σε μήκος και πλάτος και απέχει περίπου 10-15 λεπτά με αμάξι απο την Πατόνγκ. Στην είσοδο πληρώνες ένα πολύ μικρό αντίτιμο για να κατέβεις από ένα πιο εύκολο μονοπάτι μέσα στην ζούγκλα. Η κατάβαση είναι ελάχιστα απότομη. Η ανάβαση όμως είναι κουραστική λόγω της ζέστης και της υγρασίας οπότε αν τυχόν βρεθείς ποτέ εκεί φρόντισε να πάρεις κανένα νεράκι η κρύα καρύδα απο τις καντίνες που υπάρχουν στην παραλία. Εμείς αυτή την παραλία την πετύχαμε με έντονα κύματα παρόλα αυτά, η άγρια ομορφιά του τοπίου και η πυκνή τροπική βλάστηση που την περιβάλλει την έκαναν να ξεχωρίσει. Ήταν μία από τις αγαπημένες μου παραλίες στο Πουκέτ και σίγουρα από εκείνες που θυμάμαι περισσότερο από το ταξίδι. Αν θυμάμαι καλά η παραλία κλείνει πριν το ηλιοβασίλεμα. Η υπόλοιπή μέρα συνεχίστηκε με βόλτα στην Phuket Old Town. Η πόλη μας κέρδισε αμέσως με το σινο-πορτογαλικό της ύφος. Πολύχρωμα αρχοντικά με καμάρες, ξύλινα παντζούρια και παστέλ προσόψεις δημιουργούν ένα σκηνικό που θυμίζει ευρωπαϊκή αποικιακή πόλη μέσα στην καρδιά της Ταϊλάνδης. Κάθε δρόμος ήταν γεμάτος χρώματα, μικρά καφέ και όμορφες γωνιές για φωτογραφίες, κάνοντάς μας να ξεχάσουμε για λίγο ότι βρισκόμασταν σε έναν από τους πιο δημοφιλείς παραθαλάσσιους προορισμούς της χώρας.
Η τελευταία μέρα του προγραμματισμένου μας ταξιδιού είχε φτάσει. Έπειτα από τόσες συνεχόμενες ημέρες γεμάτες βόλτες, εκδρομές και εξερευνήσεις, αποφασίσαμε να κινηθούμε πιο χαλαρά και να περάσουμε το πρωινό μας στην Patong Beach. Μεγάλο λάθος. Προσωπικά, είναι μια παραλία που δεν θα πρότεινα. Τα νερά μου φάνηκαν θολά, βρώμικα και αρκετά ανακατεμένα, ήταν με λίγα λόγια αηδία. Η εμπειρία του μπάνιου δεν ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη, οπότε αρκεστήκαμε σε λίγη ηλιοθεραπεία και σύντομα αποχωρήσαμε. Το βραδάκι δοκιμάσαμε sushi από το sushi box patong και από το Okuna Sushi Jungceylon. Και τα δύο μαγαζιά είχαν πολύ νόστιμο σούσι με τιμές Αθήνας βέβαια. Αργότερα κάναμε μια τελευταία βόλτα στο Jungceylon Shopping Center. Αν έχεις λίγο ελεύθερο χρόνο στο Πουκέτ, αξίζει να το επισκεφθείς. Είναι ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο με αμέτρητα καταστήματα, επιλογές για φαγητό και πολλά μαγαζιά με σουβενίρ, ιδανικά για τα τελευταία ψώνια πριν την επιστροφή. Και εκεί που απολαμβάναμε την τελευταία μας βόλτα, χτυπάει το τηλέφωνο από την Αθήνα. Οι δικοί μας μάς ενημερώνουν ότι η κατάσταση στη Μέση Ανατολή έχει κλιμακωθεί και ότι έχουν ξεκινήσει ένοπλες επιθέσεις στην περιοχή. Δεν προλάβαμε καλά-καλά να το επεξεργαστούμε και περίπου μισή ώρα αργότερα καταφθάνει και το email από την αεροπορική εταιρεία: η πτήση μας, που αναχωρούσε σε λιγότερο από δώδεκα ώρες, ακυρώνεται. Χωρίς εξηγήσεις. Χωρίς εναλλακτική. Χωρίς καμία επιπλέον ενημέρωση. Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα αν έπρεπε να γελάσω ή να αγχωθώ. Από τη μία, οι διακοπές μας μόλις είχαν πάρει αναγκαστική παράταση. Από την άλλη, δεν είχαμε την παραμικρή ιδέα για το πότε και με ποιον τρόπο θα επιστρέφαμε στην Ελλάδα. «Τέλεια...» σκέφτηκα. Ευχή και κατάρα ταυτόχρονα. Το ταξίδι, απ' ό,τι φαινόταν, δεν είχε τελειώσει ακόμη.
Για να μην τα πολυλογώ, τελικά μείναμε οκτώ επιπλέον ημέρες στο Πουκέτ. Λόγω της ακύρωσης της πτήσης μας αναγκαστήκαμε να αλλάζουμε συνεχώς ξενοδοχεία, καθώς η διαθεσιμότητα ήταν περιορισμένη. Όλα τα δωμάτια όμως ήταν πολύ καλά και καθαρά. Όλα τα επιπλέον έξοδα, τόσο της διαμονής όσο και της επιστροφής μας στην Ελλάδα, επιβάρυναν αποκλειστικά εμάς. Η αεροπορική εταιρεία ήταν κυριολεκτικά άφαντη. Δεν καταφέραμε να επικοινωνήσουμε ούτε με τα τοπικά γραφεία στην Ταϊλάνδη ούτε με τα γραφεία στην Αθήνα, ενώ και στο αεροδρόμιο δεν λάβαμε καμία ουσιαστική ενημέρωση ή εναλλακτική πρόταση. Το πιο απογοητευτικό είναι ότι, τρεις μήνες αργότερα και παρά τις σχεδόν καθημερινές προσπάθειες επικοινωνίας, εξακολουθούμε να περιμένουμε απάντηση. Το εισιτήριο της επιστροφής το βρήκαμε μόνοι μας, με τρεις ανταποκρίσεις και συνολική διάρκεια ταξιδιού σχεδόν μίας ημέρας. Το κόστος του μάλιστα ήταν περίπου τριπλάσιο από εκείνο που είχαμε πληρώσει αρχικά για τα εισιτήρια μετ’ επιστροφής.
Βέβαια, αφού βρεθήκαμε αναγκαστικά με επιπλέον χρόνο στο νησί, προσπαθήσαμε να τον αξιοποιήσουμε όσο καλύτερα μπορούσαμε. Επισκεφθήκαμε τις παραλίες Kata Beach, Kata Noi Beach και Layan Beach. Και οι τρεις ήταν πεντακάθαρες, με υπέροχα νερά και μαγευτικά ηλιοβασιλέματα. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω μία, αυτή θα ήταν η Kata Noi, κυρίως λόγω του πανέμορφου φυσικού τοπίου.
Όσον αφορά τις βραδινές βόλτες, αξίζει σίγουρα να περπατήσεις στην περιοχή της Kata Beach και να επισκεφθείς το Chillva Market και το Malin Plaza Patong. Μην παραλείψεις να δοκιμάσεις καλαμάκι γαρίδας, κρέπα με Nutella και φυσικά φρέσκια καρύδα. Το πιο όμορφο όμως night market που επισκεφθήκαμε ήταν αυτό που πραγματοποιείται κάθε Κυριακή απόγευμα στην Phuket Old Town. Παρότι συγκεντρώνει πολύ κόσμο, η ατμόσφαιρα είναι μοναδική. Τα πολύχρωμα πορτογαλικά κτίρια, οι μυρωδιές από τα τοπικά φαγητά και οι χαμογελαστοί πωλητές δημιουργούν μια εικόνα που δύσκολα ξεχνιέται.
Από πλευράς φαγητού, για αυθεντικές ταϊλανδέζικες γεύσεις προτείνω ανεπιφύλακτα το Raya Restaurant, το EuroThai Restaurant και το Song Pee Nong Restaurant. Όσο για τις βραδινές μας εξόδους, σχεδόν κάθε βράδυ καταλήγαμε στο Dolphin Bar, το οποίο εξελίχθηκε στο αγαπημένο μας στέκι για μπιλιάρδο και chang.
Σχετικά με τα μασάζ, δεν μείναμε πιστοί σε κάποιο συγκεκριμένο κατάστημα, καθώς δοκιμάζαμε διαφορετικό κάθε φορά. Οι τιμές κυμαίνονταν περίπου στα 12 ευρώ ανά ώρα και γενικά μείναμε ικανοποιημένοι από τις περισσότερες επιλογές. Για όσα κορίτσια ενδιαφέρονται να κάνουν κοτσιδάκια εγώ έμεινα ιδιαίτερα ευχαριστημένη από το Ton Mai Se Thong Massage & Beauty 3. Επίσης ήταν και το καλύτερο μασάζ που δοκίμασα στο νησί, αν και ελαφρώς ακριβότερο σε σχέση με τα υπόλοιπα καταστήματα.
Παρά την απρόσμενη ταλαιπωρία της επιστροφής, το Πουκέτ το οποίο αρχικά δεν είχαμε σε ιδιαίτερη εκτίμηση κατάφερε τελικά να μας χαρίσει πολύ περισσότερες εικόνες, εμπειρίες και αναμνήσεις απ’ όσες είχαμε αρχικά υπολογίσει. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο όμορφο κομμάτι κάθε ταξιδιού: οι ιστορίες που δεν είχες προγραμματίσει να ζήσεις.
Αν με ρωτάς θα επέστρεφα στην Ταιλάνδη αύριο κιόλας. Θα παρέλειπα το Κράμπι βέβαια αλλά στα υπόλοιπα θα ξαναεπέστραφα και θα πρόσθετα και τα νησιά που βρίσκονται στο κόλπο της Ταιλάνδης.
Παρακάτω σου παραθέτω μερικές χρήσιμες πληροφορίες¨
Ακολουθώντας το μότο «follow the sun, chase the summer» και μιας και το ελληνικό καλοκαιράκι μάς είχε λείψει επικίνδυνα κάναμε το πρώτο βήμα και κλείσαμε τα αεροπορικά μας εισιτήρια, έχοντας πετύχει μια αρκετά δελεαστική προσφορά της Qatar Airways: περίπου 560 ευρώ το άτομο.
Η αναχώρησή μας ήταν προγραμματισμένη για τις 19 Φεβρουαρίου και η επιστροφή μας για την 1η Μαρτίου. Δέκα μέρες. Θεωρητικά αρκετές. Πρακτικά, ούτε κατά διάνοια.
Ενθουσιασμένη με αυτό το ταξίδι το οποίο ονειρευόμουν εδώ και χρόνια άρχισα αμέσως να σκέφτομαι πώς θα μπορούσα να χωρέσω όλα όσα ήθελα να δω μέσα σε μόλις δέκα ημέρες. Οι ταξιδιωτικές συσκέψεις μεταξύ μας διαδέχονταν η μία την άλλη μέχρι που τελικά καταλήξαμε στο εξής πρόγραμμα:
- 20–22/02 → Bangkok
- 22–25/02 → Krabi
- 25–26/02 → Phi Phi Islands
- 26/02–01/03 → Phuket
BANGKOK
Ύστερα από μια πτηση περίπου 6,5 ωρών φτανουμέ τελικά στην Μπανγκόκ στην 13:00 και μετά από μία ώρα αναμονής στον έλεγχο διαβατηρίων λόγω πολύ κόσμου, παίρνουμε το ταξάκι μας και φτάνουμε στο δωματιό μας. Με τα πολλά η ώρα έχει πάει 16:30 και είμαστε έτοιμοι για την πρώτη μας βόλτα. Ξεκινάμε από το ξενοδοχείο με τα πόδια και φτάνουμε μετά από περίπου 20 λεπτά στο view arun restaurant and bar έτσι ώστε να απολαύσουμε το φαγητό μας την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Τα πίατα και τα κοκτέιλ μας άρεσαν αλλά οι τιμές ήταν τσιμπημένες σε σχέση με άλλα τοπικά μαγαζιά. Παρ’ όλα αυτά, η εμπειρία άξιζε 100% — και οι φωτογραφίες μιλούν από μόνες τους. Η κράτηση είχε γίνει έναν μήνα πριν λόγω υψηλής περιόδου.
Επόμενη στάση μας ήταν το IconSiam με το chao phraya boat διάρκεια 15 λεπτών περίπου και κόστος 0,50 λεπτών περίπου. To IconSiam πραγματικά είναι τεράστιο και χαοτικό. Για να το γυρίσεις όλο θες πραγματικά ενα δωδεκάωρο στο νερό. Εμεις μετά από μια γρήγορη βόλτα καταλήξαμε στο indoor street food and cultural market στο ισόγειο το οποίο ήταν απίστευτο. Από εκείνα τα μέρη που λες «θα μπορούσα να έρχομαι κάθε μέρα και να μην βαριέμαι ποτέ». Λειτουργεί σαν εσωτερική πλωτή αγορά και αναπαριστά την κουλτούρα και τις παραδοσιακές γεύσεις από 77 διαφορετικές επαρχίες της Ταϊλάνδης. Αμέτρητοι πάγκοι με street food, ρούχα, σουβενίρ, χειροποίητα είδη και γενικά ό,τι μπορεί να φανταστεί ανθρώπινος νους. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, λόγω της Κινέζικης Πρωτοχρονιάς γίνονταν παντού performances και events, κάνοντας την ατμόσφαιρα ακόμα πιο ζωντανή. Πραγματικά μια πολυπολιτισμική εμπειρία που τα είχε όλα.
Έχοντας πάει 22:00 και εξαντλημένοι αφού δεν έχουμε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου, αποφασίζουμε να πάρουμε ένα tuk tuk και να κατευθυνθούμε προς το δωματιό μας κάνοντας και μια απαραίτητη στάση στα 7-Eleven για λίγα σνακς. Να σημειωθεί εδώ ότι 7-Eleven θα βρεις κυριολεκτικά σε κάθε τετράγωνο — ίσως και δύο στο ίδιο τετράγωνο για σιγουριά. Και ναι, αξίζουν απόλυτα το hype που έχουν πάρει λόγω ποικιλίας, νοστιμιάς και τιμών που σε κάνουν να σκέφτεσαι σοβαρά να τρως μόνο από εκεί.
Εν τέλει, αποφασίζουμε ότι δεν έχουμε ύπνο και αρχίζουμε το περπάτημα για Khaosan Road. Επικρατεί πανικός, δεν χωράμε καλά καλά να περπατήσουμε και παρατηρείς κυρίως νεολαία αλλά και μεγαλύτερα άτομα ανεξαρτητως φύλου να παρτάρουν και να καπνίζουν δίχως σταματημό. Έχω να πω οτι δεν είναι τόσο τραγικό οσο το παρουσιάζουν κάποιοι, έχει την πλάκα του. Το μόνο που με ενόχλησε ήταν ότι κάθε μαγαζί παίζει τη δική του μουσική στη διαπασών, οπότε καταλήγεις να ακούς ταυτόχρονα 20 διαφορετικά τραγούδια σε ένα remix που ούτε DJ σε υπαρξιακή κρίση δεν θα δοκίμαζε. Και κάπως έτσι ολοκληρώθηκε η πρώτη μας μέρα στην Μπανγκόκ κουρασμένοι, άυπνοι, αλλά ήδη ενθουσιασμένοι με όσα ζούσαμε.
Δεύτερη μέρα, και ενώ είχαμε βάλει ξυπνητήρι για τις 09:00, είτε αποφάσισε να μην χτυπήσει είτε το κλείσαμε στον ύπνο μας. Το αποτέλεσμα; Πεταγόμαστε από το κρεβάτι με άγχος 3 ώρες μετά από ότι υπολογίζαμε και με το άγχος ότι δεν θα προλάβουμε ούτε τα μισά από όσα είχαμε κανονίσει. Ντυνόμαστε σε χρόνο ρεκόρ, πετάμε νερό στο πρόσωπο μπας και συνέλθουμε και ξεκινάμε.
Πρώτη στάση η Chatuchak Weekend Market, με ήλιο που βαράει ανελέητα και πραγματική αίσθηση θερμοκρασίας στους 42 βαθμούς. Το market αυτό είναι πραγματικά αχανές. Έχει Ο,ΤΙ μπορείς να φανταστείς: ρούχα, παπούτσια, vintage, street food, σουβενίρ, random αντικείμενα που δεν χρειάζεσαι αλλά αγοράζεις. Εμείς κάτσαμε περίπου δύο ώρες και πρέπει να είδαμε μετά βίας το 1/10 του χώρου. Η αλήθεια όμως είναι πως με τέτοιο καύσωνα δεν άντεχα ούτε λεπτό παραπάνω.
Επόμενη στάση, η Khlong Lad Mayom Floating Market, μια πλωτή αγορά που είχα διαβάσει πριν το ταξίδι ότι είναι πιο αυθεντική και λιγότερο τουριστική. Η αλήθεια είναι πως μας απογοήτευσε λίγο συγκριτικά με τις φωτογραφίες που είχαμε δει. Υπάρχει ένα μικρό street food market και ένα μικρό shopping market, αλλά δεν είναι ακριβώς η φάση που φαντάζεσαι, ότι δηλαδή μπαίνεις σε βαρκάκι και ψωνίζεις pad thai από γιαγιάδες που περνάνε δίπλα σου στα κανάλια. Βέβαια, εδώ παίζει μεγάλο ρόλο και το timing, γιατί εμείς φτάσαμε περίπου μία ώρα πριν κλείσει, οπότε η αγορά ήταν αρκετά ήρεμη. Πρωί λογικά θα είναι πολύ πιο ζωντανή. Θα το μαθαίναμε… αν ξυπνούσαμε στην ώρα μας. Παρόλα αυτά, δώσαμε περίπου 6€ το άτομο για μια βόλτα με βαρκάκι διάρκειας μίας ώρας και τελικά άξιζε αρκετά. Μέσα από τη διαδρομή είδαμε μια εντελώς διαφορετική πλευρά της Bangkok. Την πιο ήσυχη και αυθεντική πλευρά της, με τα πλωτά σπίτια, τα μικρά κανάλια και τις γειτονιές όπου ζει πιο φτωχός κόσμος. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που αφήνεις λίγο το τουριστικό κομμάτι και βλέπεις πώς είναι πραγματικά η καθημερινότητα εκεί. Επίσης εδώ παρατήρησα κάτι που μου φάνηκε απίστευτα περίεργο ίσως επειδή δεν το έχω συνηθίσει καθόλου. Σε κάθε αυλή και μπαλκόνι δεν υπάρχει απλώστρα. Αντί γι’ αυτό, οι κάτοικοι κρεμούν τα ρούχα τους πουκάμισα, παντελόνια, μπλούζες και εσώρουχα σε κρεμάστρες πάνω σε ράγες ρούχων. Σαν να βλέπεις υπαίθριες ντουλάπες παντού. Μικρή λεπτομέρεια, αλλά μου έμεινε έντονα στο μυαλό γιατί έδινε μια πολύ ιδιαίτερη εικόνα στη διαδρομή. Η ώρα έχει πάει πλέον 18:00 και επιστρέφουμε στο δωμάτιο για ένα μπάνιο επειγόντως, γιατί η ζέστη μας έχει διαλύσει σε όλα τα επίπεδα, πριν συνεχίσουμε τη βραδιά μας προς την Chinatown
Και αφού ανανεωθήκαμε ξεκινήσαμε για Chinatown. Η κινέζικη συνοικία είναι πραγματικά γεμάτη ζωή. Φωτεινές επιγραφές παντού, έντονα χρώματα, φωνές, μουσικές και μια ασταμάτητη κίνηση που σε κάνει να νιώθεις ότι η περιοχή δεν κοιμάται ποτέ. Το πολύ θετικό είναι οτι το ταξίδι είχε προγραμματιστεί 2 μέρες μετα την κινέζικη πρωτοχρονιά οπότε όλες οι πόλεις που επισκεφθήκαμε και τα περισσότερα μαγαζιά ήταν στολισμένα με κινέζικα φαναράκια και γιορτινούς στολισμούς. Μια πραγματική μαγεία. Ο κόσμος απίστευτος, πάρα πολλά παραδοσιακά μαγαζιά και αμέτρητοι πάγκοι με Street food. Κάποια φαγητά ήταν τόσο δελεαστικά που ήθελες να τα δοκιμάσεις όλα, ενώ κάποια άλλα όπως τα έντομα σε έκαναν να αναρωτιέσαι ποιος είναι τόσο γενναίος ώστε να τα δοκιμάσει. Εμείς δοκιμάσαμε bao buns, kai dumplings σε διάφορες γεύσεις και sushi από το HAGOW Yaowarat και πραγματικά όλα ήταν πεντανόστιμα. Από εκείνα τα φαγητά που τα τρως, κοιτάς τον άλλον και απλά κουνάτε το κεφάλι συμφωνώντας ότι κάνετε ζωάρα.
Τελευταία στάση της ημέρας ήταν το Tichuca Rooftop Bar. Μπαίνεις μέσα με διαβατήριο και περιμένεις σχετικά λίγο στην αναμονή για το ασανσέρ. Η θέα απο πάνω είναι φανταστική γιατί έχεις πρόσβαση από όλες τις μερίες της πόλης. Και το καλύτερο; Βρίσκεσαι στον 46ο όροφο οπότε επιτέλους δροσίζεσαι και νιώθεις τον αέρα να σε χτυπάει από την αφόρητη ζέστη και υγρασία. Βέβαια, υπήρχαν και κάποια αρνητικά. Για δεδομένα Ταϊλάνδης το μέρος είναι αρκετά ακριβό, με τα κοκτέιλ να κυμαίνονται γύρω στα 12-15€ και τα σφηνάκια περίπου στα 11€ το ένα. Το δεύτερο αρνητικό και ίσως το πιο εκνευριστικό για τους καπνιστές είναι ότι ακόμα και στον 46ο όροφο απαγορεύεται το κάπνισμα. Έχουν αφήσει μόνο ένα μικροσκοπικό σημείο δίπλα από τις τουαλέτες που χωράει το πολύ 15 άτομα στριμωγμένα. Οπότε αν είσαι καπνιστής, κάνεις περισσότερο queue για τσιγάρο παρά για ποτό.
Ξημερώνει 22 Φεβρουαρίου και είναι η τελευταία μας μέρα στην Μπανγκόκ αφού στις 20:30 πετάμε με Bangkok Airways για Κράμπι. Από άποψης ζέστης πραγματικά ήταν από τις χερότερες μέρες αφού περπατάς για ένα λεπτό και κολλάς. Εκείνη η μέρα ήταν αφιερωμένη στους ναούς. Ξεκίνησαμε από το Grand Palace και τον Wat Pho που βρίσκονται δίπλα δίπλα και αφήσαμε τελευταίο τον Wat Arun, περνώντας απέναντι με καραβάκι.
Οι ναοί στην Ταιλάνδη είναι από εκείνα τα πράγματα που όσο και να τα δεις σε φωτογραφίες, όταν βρεθείς εκεί από κοντά παθαίνεις μικρό πολιτισμικό σοκ. Η λεπτομέρεια στην αρχιτεκτονική, τα χρυσά στοιχεία που γυαλίζουν κάτω από τον ήλιο, τα τεράστια αγάλματα του Βούδα και η απόλυτη ηρεμία που επικρατεί, παρόλο που γύρω υπάρχει χαμός, δημιουργούν μια ατμόσφαιρα πραγματικά μοναδική. Και φυσικά, δεν γίνεται να μην αναφέρω το πόσο προσεγμένοι είναι οι χώροι. Από τα αγάλματα και τα λουλούδια μέχρι τα θυμιάματα και τα χρώματα. Το μόνο δύσκολο είναι ότι επισκέπτεσαι τους ναούς με 40 βαθμούς, με μακριά ρούχα λόγω dress code. Τουλάχιστον εγώ εσωτερικά σιχτίριζα την ζωή μου.
Η μέρα προχωράει εμείς λιώνουμε κυριολεκτικά και αφού ξεμπερδεύουμε μετά από περίπου 4 ώρες με τους ναούς αποφασίζουμε να πάμε στο αγαπημένο μας μέρος, δηλαδή το market στο ισόγειο του IconSiam. Αργήσαμε λίγο αλλά φάγαμε και το πρώτο μας mango sticky rice σε σε αυτή την βόλτα. Δεν θα πω ψέματα, δεν μου γέμιζε καθόλου το μάτι σαν γλυκό, αλλά τελικά ήταν πολύ πιο νόστιμο απ’ όσο περίμενα. Ύστερα κάναμε μια γρήγορη βόλτα στα μαγαζιά για πράγματα που θέλαμε και καταλήξαμε στον τελευταίο όροφο όπου βγήκαμε στον εξωτερικό χωρο που προσφέρει πανοραμική θέα στον ποταμό Τσάο Πράγια καθώς και στον ορίζοντα της πόλης με τους ουρανοξύστες. Tέλος στον έκτο όροφο υπάρχει ο εντυπωσιακός εσωτερικός καταρράκτης Alangkarn μοιαζει τοσο ψευτικος που δεν μπορεις να πιστεψεις οτι υπάρχει μπροστά σου. Αναχωρούμε για το αεροδρόμιο και τον επόμενο προορισμό μας που δεν είναι άλλος από το Κράμπι. Κάπως έτσι ολοκληρώνεται και το κεφάλαιο «Μπανγκόκ». αγαεμάτοι εικόνες και εμπειρίες, αναχωρούμε για το αεροδρόμιο και τον επόμενο προορισμό μας, που δεν είναι άλλος από το Krabi με την υπόσχεση ότι θα ξαναεπιστρέψουμε. Η Μπανγκοκ είναι τεράστια και χρειάζεσαι τουλάχιστον 5 μέρες για να δεις τα βασικά χωίς τρέξιμο.
KRABI
Το αεροδρόμιο του Krabi απέχει περίπου 40 λεπτά από την Ao Nang όπου μέναμε, οπότε μέχρι να φτάσουμε στο ξενοδοχείο είχε πάει ήδη 23:00. Παρόλο που ήμασταν κουρασμένοι, ήμασταν ταυτόχρονα και κατενθουσιασμένοι, αφού για το Κράμπι είχαμε ακούσει ίσως τα καλύτερα σχόλια από όλο το ταξίδι. Οπότε φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να περιμένουμε μέχρι το πρωί. Καλούμε λοιπόν ένα Uber και μέσα σε 5-10 λεπτά βρισκόμαστε στο Landmark Night Market. Το market ήταν πραγματικά πολύ χαριτωμένο. Παντού πάγκοι με φαγητά που σου έσπαγαν τη μύτη από τις μυρωδιές, ένα μικρό market με σουβενίρ, αμέτρητα τραπεζοκαθίσματα όπου μπορούσες να κάτσεις να φας χαζεύοντας τα live που γίνονταν εκείνη την ώρα, και φυσικά κόκκινα φαναράκια παντού που έκαναν την ατμόσφαιρα ακόμα πιο όμορφη. Γενικά είχε αυτή την πολύ ωραία χαλαρή και tropical vibe αίσθηση που λες «ναι οκ, τώρα αρχίζουν οι διακοπές πραγματικά». Δυστυχώς όμως, την ώρα που φτάσαμε άρχισαν ήδη να μαζεύουν γιατί το market έκλεινε, οπότε δεν προλάβαμε να το ζήσουμε όσο θα θέλαμε. Έτσι αποφασίσαμε να περπατήσουμε περίπου μισή ώρα από το Landmark μέχρι την αρχή της Ao Nang. Και κάπως έτσι, χωρίς ιδιαίτερο πλάνο, καταλήξαμε να αράζουμε στην παραλία τρώγοντας διάφορα snacks από το αγαπημένο πλέον 7-Eleven.
Το επόμενο πρωινό ξεκίνησε με μία από τις πιο ξεχωριστές εμπειρίες του ταξιδιού μας: την επίσκεψη σε ένα καταφύγιο ελεφάντων. Με κόστος περίπου 20€ το άτομο, που περιλάμβανε μεταφορά από και προς το ξενοδοχείο, είχαμε την ευκαιρία όχι μόνο να ταΐσουμε τους ελέφαντες αλλά και να περπατήσουμε μαζί τους στο φυσικό τους περιβάλλον. Το καταφύγιο φιλοξενούσε τέσσερις ελέφαντες. Ο καθένας είχε τον δικό του φροντιστή, ενώ η συντονίστρια του χώρου μας μιλούσε συνεχώς για τις ιστορίες τους: πώς διασώθηκαν, πώς κατέληξαν εκεί, τι τρώνε, ποιοι είναι οι καλύτεροι φίλοι τους και ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους. Δεν ξέρω αν γίνεται να μη συμπαθήσεις έναν ελέφαντα από κοντά.
Μετά το καταφύγιο επιστρέψαμε στην Ao Nang και από την κεντρική προβλήτα πήραμε το καραβάκι για τη Railay Beach. Σε μόλις δέκα λεπτά βρισκόμασταν απέναντι και ξεκινούσαμε τη μικρή πεζοπορία προς την περίφημη Phra Nang Beach. Η διαδρομή από μόνη της είναι εμπειρία: τροπική βλάστηση, μικρά τοπικά μαγαζάκια, εντυπωσιακοί βράχοι και, φυσικά, οι γνωστές σκανταλιάρες μαϊμούδες που κάνουν την εμφάνισή τους παντού. Όταν φτάσαμε στην παραλία, ομολογώ ότι είχαμε χτίσει πολύ υψηλές προσδοκίες. Το τοπίο ήταν πράγματι εντυπωσιακό, σχεδόν κινηματογραφικό, με τους τεράστιους ασβεστολιθικούς βράχους να υψώνονται πάνω από τα τιρκουάζ νερά. Ωστόσο, η πραγματικότητα ήταν λίγο διαφορετική από τις φωτογραφίες που βλέπεις στο Instagram. Ο κόσμος ήταν υπερβολικά πολύς, τα νερά δεν ήταν όσο καθαρά περιμέναμε και η αίσθηση της χαλάρωσης που αναζητούσαμε απουσίαζε. Φυσικά, αυτό είναι καθαρά θέμα ημέρας και τύχης, αλλά για εμάς η Phra Nang δεν ήταν το highlight που περιμέναμε. Αφού περάσαμε 2-3 ώρες απολαμβάνοντας το τοπίο, πήραμε το δρόμο για την Railay West Beach. Και εκεί ήταν που τα πράγματα βελτιώθηκαν αισθητά. Η παραλία είναι πολύ πιο ανοιχτή και πλατιά, με αποτέλεσμα ο κόσμος να απλώνεται καλύτερα. Τα νερά μας φάνηκαν πιο καθαρά και η συνολική ατμόσφαιρα πολύ πιο χαλαρή. Το απόγευμα επιστρέψαμε στην Ao Nang, απλώσαμε τις πετσέτες μας στην άμμο, κάναμε στάση στο αγαπημένο πλέον 7-Eleven για τα απαραίτητα σνακ και ετοιμαστήκαμε για ένα από τα πιο χαρακτηριστικά βραδινά θεάματα της περιοχής: το fire show στην παραλία. Το σόου είναι δωρεάν και στο τέλος δίνεις όσα τιπς θέλεις. Τα παιδιά είναι εξαιρετικά και το όλο σκηνικό πολύ βαιμπαριστό. Δεν θα έπρπε με τίποτα να το χάσετε! Τελικά, ολοκληρώσαμε τη μέρα μας με μια βόλτα στο Landmark Night Market, αποφασισμένοι αυτή τη φορά να ανακαλύψουμε όλα όσα είχαμε χάσει το προηγούμενο βράδυ. Οι μυρωδιές από τα street food stalls, τα πολύχρωμα φώτα και η ζωντάνια του κόσμου ήταν ο ιδανικός επίλογος για μία μέρα γεμάτη εικόνες, εμπειρίες και μικρές εκπλήξεις.
Η Τρίτη ξημέρωσε με ένα από τα πιο πολυαναμενόμενα excursions του ταξιδιού μας. Είχαμε κλείσει ημερήσιο tour στα Lao Lading, Hong Islands και Hong Lagoon, μια κρουαζιέρα που διήρκεσε περίπου 8 ώρες μαζί με τις μεταφορές και κόστισε γύρω στα 40€ το άτομο, συμπεριλαμβανομένου και του γεύματος. Παρότι οι παραλίες ήταν γεμάτες από γκρουπ και τουρίστες, τα τοπία ήταν πραγματικά καθηλωτικά. Εκείνες οι εικόνες που βλέπεις σε καρτ ποστάλ και αναρωτιέσαι αν είναι αληθινές, ξαφνικά απλώνονταν μπροστά μας. Το βλέμμα χανόταν ανάμεσα στα γαλαζοπράσινα νερά, τις λευκές αμμουδιές και τους επιβλητικούς ασβεστολιθικούς βράχους που ξεπηδούσαν σχεδόν κάθετα από τη θάλασσα. Το Lao Lading ήταν ίσως η πιο γραφική στάση της ημέρας. Μια μικρή εξωτική γωνιά με νερά που έμοιαζαν ζωγραφισμένα και ένα απίστευτα χαριτωμένο κιόσκι στην παραλία, το οποίο – προς έκπληξή μας – διατηρούσε ακόμα χριστουγεννιάτικο στολισμό. Η επόμενη στάση ήταν στα Hong Islands, όπου αποφασίσαμε να δοκιμάσουμε τις δυνάμεις μας ανεβαίνοντας στο περίφημο viewpoint. Θεωρητικά ακούγεται εύκολο. Τα σκαλιά είναι μεταλλικά και πολύ απότομα. Καταφέραμε να φτάσουμε περίπου μέχρι τη μέση της διαδρομής. Προσωπικά, δεν θα το πρότεινα σε μικρά παιδιά ή σε άτομα που δεν αισθάνονται άνετα με τα ύψη, καθώς σε κάποια σημεία η διαδρομή μου φάνηκε αρκετά εκτεθειμένη και επικίνδυνη. Μια μικρή αλλά σημαντική συμβουλή για όποιον σκέφτεται να κάνει αυτή την εκδρομή: αν έχετε έστω και την παραμικρή τάση για ναυτία, καλό είναι να έχετε μαζί σας δραμαμίνες ή κάποιο αντίστοιχο χάπι. Τα speedboats κινούνται αρκετά γρήγορα και όταν η θάλασσα έχει κύμα, η διαδρομή μπορεί να γίνει κουραστική. Μετά από μια γεμάτη μέρα στα νησιά, επιστρέψαμε στην Ao Nang αρκετά κουρασμένοι αλλά γεμάτοι εικόνες. Η καλύτερη επιλογή ήταν λίγη ξεκούραση και μερικές βουτιές στην πισίνα του ξενοδοχείου. Για το ηλιοβασίλεμα είχαμε κλείσει τραπέζι στο Reeve, ένα από τα πιο γνωστά spots της περιοχής για φαγητό και cocktails με θέα. Η ατμόσφαιρα ήταν αρκετά ρομαντική, με χαλαρή μουσική, όμορφο φωτισμό και ένα εντυπωσιακό fire show να συμπληρώνει το σκηνικό όσο σκοτείνιαζε. Παρόλα αυτά, αξίζει να αναφέρω ότι το συγκεκριμένο εστιατόριο κινείται σε εντελώς διαφορετικά επίπεδα τιμών σε σχέση με όσα είχαμε συνηθίσει στην Ταϊλάνδη. Πρόκειται για ένα πιο δυτικού τύπου εστιατόριο και αυτό αντικατοπτρίζεται ξεκάθαρα στον λογαριασμό.
PHI PHI ISLANDS
Επιτέλους ξημέρωσε η αγαπημένη μου μέρα! Στις 9 το πρωί είχαμε κλείσει το ferry boat για να πάμε επιτέλους στα Phi Phi Islands. Ό,τι και να πω είναι λίγο. Είναι πραγματικά ο παράδεισος πάνω στη γη. Μπορεί να έχει πάρα πολλούς τουρίστες και να έχει χάσει ένα μέρος του αυθεντικού του χαρακτήρα, όμως το τοπίο είναι λες και βρίσκεσαι σε κάποιον εξωτικό παράδεισο. Ιδανικά, θα ήθελα να μείνω εκεί δύο εβδομάδες χωρίς να κάνω απολύτως τίποτα.
Μετά από πολύ ψάξιμο πριν το ταξίδι αποφασίσαμε και είχαμε κλείσει μια ιδιωτική βάρκα για ένα τετράωρο tour, σε ώρα που μας βόλευε, ακολουθώντας τη διαδρομή: Maya Bay, Pileh Lagoon, Monkey Beach, Viking Cave, Shark Point. Ήταν από τις ωραιότερες εμπειρίες που έχω ζήσει ποτέ. Τα νερά ήταν πεντακάθαρα, η άμμος μοναδική. Η κρουαζιέρα για δύο άτομα κόστισε περίπου 90 ευρώ για 4 ώρες και θεωρώ ότι άξιζε κάθε ευρώ. Είχαμε το δικό μας ιδιωτικό long-tail boat, μέναμε όσο θέλαμε σε κάθε σημείο και προσαρμόζαμε το πρόγραμμά μας χωρίς να ακολουθούμε κάποιο γκρουπ με αυστηρά χρονοδιαγράμματα. Οι τέσσερις ώρες ακούγονται λίγες, αλλά αν είστε δύο άτομα προλαβαίνετε να πάρετε μια πολύ καλή γεύση. Το μόνο απογοητευτικό ήταν ότι, παρά την τεράστια ποικιλία από πολύχρωμα ψάρια, δεν καταφέραμε να κολυμπήσουμε με καρχαριάκια. Επίσης, στη Monkey Beach οι μαϊμούδες βρίσκονταν ψηλά στα δέντρα, οπότε δεν είδαμε καμία από κοντά.
Επόμενη στάση ήταν το viewpoint, από όπου μπορείς να απολαύσεις ένα από τα πιο όμορφα ηλιοβασιλέματα της ζωής σου. Ο χώρος είναι πολύ προσεγμένος, με όμορφα παγκάκια σε σχήματα και χρώματα φρούτων και λαχανικών. Ωστόσο, να είστε προετοιμασμένοι για αρκετή ανηφόρα και πολλά σκαλιά μέχρι να φτάσετε εκεί. Εφοδιαστείτε οπωσδήποτε με κρύο νερό. Κατεβαίνοντας κάναμε μια στάση για Pad Thai στο Phi Phi Arboreal Restaurant, το οποίο ήταν αρκετά νόστιμο και μας άφησε πολύ καλές εντυπώσεις. Το βράδυ, αφού κάναμε βόλτα σχεδόν σε όλο το νησί, καταλήξαμε στο θρυλικό Freedom Bar. Η υπόλοιπη νύχτα κύλησε με μπύρες, χορό και λιμπο κάτω από τη φωτιά! Αν βρεθείτε εκεί, να είστε προσεκτικοί με τα ποτά. Ένα ακόμη ιδιαίτερο στοιχείο του μαγαζιού είναι ένας καλλιτέχνης που, με λίγα μπατ, σε ζωγραφίζει με νέον χρώματα, κάνοντάς σε να λάμπεις κάτω από τα UV φώτα όλο το βράδυ. Μια ημέρα στα Phi Phi Islands που δύσκολα θα ξεχάσω ποτέ.
PHUKET
Επόμενη μέρα και, δυστυχώς, είχε έρθει η ώρα της αναχώρησης. Το ferry boat για το Phuket έφευγε το μεσημεράκι, οπότε αποφασίσαμε να εκμεταλλευτούμε κάθε τελευταία στιγμή στο αγαπημένο μας πλέον νησί. Ξυπνήσαμε νωρίς, απολαύσαμε το πρωινό μας δίπλα στη θάλασσα και στη συνέχεια βρήκαμε ένα θαλάσσιο ταξί για να μας μεταφέρει στη Long Beach. Μόλις φτάσαμε, βρήκαμε τη σκιά μιας καρύδας, αγοράσαμε τα παγωτάκια μας και αράξαμε για ώρες κάτω από αυτήν, χαζεύοντας τα καταγάλανα νερά. Η Long Beach είναι μια πανέμορφη και πεντακάθαρη παραλία, αλλά η αλήθεια είναι πως δύσκολα θα βρεις άσχημη παραλία σε αυτό το νησί. Κάθε γωνιά του μοιάζει βγαλμένη από καρτ ποστάλ και έχει τη δική της ξεχωριστή ομορφιά. Ένα πράγμα είναι σίγουρο: στα Phi Phi Islands θα επιστρέψω κάποια στιγμή ξανά, και μάλιστα για πολύ περισσότερες μέρες. Είναι από εκείνα τα μέρη που δεν τα χορταίνεις ποτέ.
Πήραμε το ferry boat, το οποίο κάνει περίπου δύο ώρες μέχρι το Rassada Pier στο Πουκέτ. Αν θυμάμαι καλά, το εισιτήριο κόστιζε γύρω στα 14 ευρώ το άτομο και περιλάμβανε τη μεταφορά μέχρι το ξενοδοχείο. Είχαμε μόλις τρία βράδια και επιλέξαμε να μείνουμε στην Πατόνγκ για να είμαστε στο κέντρο της νυχτερινής ζωής. Η πρώτη εντύπωση ήταν ότι είχε πάρα πολύ κίνηση και πολύ περίργους δρόμους με μεγάλη κλίση και υπερβολικά απότομες ανηφοροκατηφόρες. Αφού ξεκουραστήκαμε για περίπου μία ώρα και είχε ήδη πάει 20:00, ξεκινήσαμε μια βόλτα κατά μήκος της παραλίας με κατεύθυνση τη διάσημη Bangla Road. Η ατμόσφαιρα ήταν χαοτική αλλά και γεμάτη ενέργεια: δυνατή μουσική από κάθε μαγαζί, χορεύτριες πάνω σε υπερυψωμένες εξέδρες, κράχτες που προσπαθούσαν να σε πείσουν να παρακολουθήσεις κάποιο show ή να καθίσεις για ένα ποτό, και φυσικά χιλιάδες τουρίστες να κατακλύζουν τον δρόμο. Καθώς είχαμε κουραστεί το μόνο που θα μας έσωζε θα ήταν ένα μασαζάκι. Και αφού ήπιαμε και ένα ποτό γυρίσαμε πάλι στο ξενοδοχείο μας.
Επόμενο πρωί και στο πρόγραμμα είχαμε βάλει την Freedom Beach. Είναι μια αμμώδης παραλία μεγάλη σε μήκος και πλάτος και απέχει περίπου 10-15 λεπτά με αμάξι απο την Πατόνγκ. Στην είσοδο πληρώνες ένα πολύ μικρό αντίτιμο για να κατέβεις από ένα πιο εύκολο μονοπάτι μέσα στην ζούγκλα. Η κατάβαση είναι ελάχιστα απότομη. Η ανάβαση όμως είναι κουραστική λόγω της ζέστης και της υγρασίας οπότε αν τυχόν βρεθείς ποτέ εκεί φρόντισε να πάρεις κανένα νεράκι η κρύα καρύδα απο τις καντίνες που υπάρχουν στην παραλία. Εμείς αυτή την παραλία την πετύχαμε με έντονα κύματα παρόλα αυτά, η άγρια ομορφιά του τοπίου και η πυκνή τροπική βλάστηση που την περιβάλλει την έκαναν να ξεχωρίσει. Ήταν μία από τις αγαπημένες μου παραλίες στο Πουκέτ και σίγουρα από εκείνες που θυμάμαι περισσότερο από το ταξίδι. Αν θυμάμαι καλά η παραλία κλείνει πριν το ηλιοβασίλεμα. Η υπόλοιπή μέρα συνεχίστηκε με βόλτα στην Phuket Old Town. Η πόλη μας κέρδισε αμέσως με το σινο-πορτογαλικό της ύφος. Πολύχρωμα αρχοντικά με καμάρες, ξύλινα παντζούρια και παστέλ προσόψεις δημιουργούν ένα σκηνικό που θυμίζει ευρωπαϊκή αποικιακή πόλη μέσα στην καρδιά της Ταϊλάνδης. Κάθε δρόμος ήταν γεμάτος χρώματα, μικρά καφέ και όμορφες γωνιές για φωτογραφίες, κάνοντάς μας να ξεχάσουμε για λίγο ότι βρισκόμασταν σε έναν από τους πιο δημοφιλείς παραθαλάσσιους προορισμούς της χώρας.
Η τελευταία μέρα του προγραμματισμένου μας ταξιδιού είχε φτάσει. Έπειτα από τόσες συνεχόμενες ημέρες γεμάτες βόλτες, εκδρομές και εξερευνήσεις, αποφασίσαμε να κινηθούμε πιο χαλαρά και να περάσουμε το πρωινό μας στην Patong Beach. Μεγάλο λάθος. Προσωπικά, είναι μια παραλία που δεν θα πρότεινα. Τα νερά μου φάνηκαν θολά, βρώμικα και αρκετά ανακατεμένα, ήταν με λίγα λόγια αηδία. Η εμπειρία του μπάνιου δεν ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη, οπότε αρκεστήκαμε σε λίγη ηλιοθεραπεία και σύντομα αποχωρήσαμε. Το βραδάκι δοκιμάσαμε sushi από το sushi box patong και από το Okuna Sushi Jungceylon. Και τα δύο μαγαζιά είχαν πολύ νόστιμο σούσι με τιμές Αθήνας βέβαια. Αργότερα κάναμε μια τελευταία βόλτα στο Jungceylon Shopping Center. Αν έχεις λίγο ελεύθερο χρόνο στο Πουκέτ, αξίζει να το επισκεφθείς. Είναι ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο με αμέτρητα καταστήματα, επιλογές για φαγητό και πολλά μαγαζιά με σουβενίρ, ιδανικά για τα τελευταία ψώνια πριν την επιστροφή. Και εκεί που απολαμβάναμε την τελευταία μας βόλτα, χτυπάει το τηλέφωνο από την Αθήνα. Οι δικοί μας μάς ενημερώνουν ότι η κατάσταση στη Μέση Ανατολή έχει κλιμακωθεί και ότι έχουν ξεκινήσει ένοπλες επιθέσεις στην περιοχή. Δεν προλάβαμε καλά-καλά να το επεξεργαστούμε και περίπου μισή ώρα αργότερα καταφθάνει και το email από την αεροπορική εταιρεία: η πτήση μας, που αναχωρούσε σε λιγότερο από δώδεκα ώρες, ακυρώνεται. Χωρίς εξηγήσεις. Χωρίς εναλλακτική. Χωρίς καμία επιπλέον ενημέρωση. Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα αν έπρεπε να γελάσω ή να αγχωθώ. Από τη μία, οι διακοπές μας μόλις είχαν πάρει αναγκαστική παράταση. Από την άλλη, δεν είχαμε την παραμικρή ιδέα για το πότε και με ποιον τρόπο θα επιστρέφαμε στην Ελλάδα. «Τέλεια...» σκέφτηκα. Ευχή και κατάρα ταυτόχρονα. Το ταξίδι, απ' ό,τι φαινόταν, δεν είχε τελειώσει ακόμη.
Για να μην τα πολυλογώ, τελικά μείναμε οκτώ επιπλέον ημέρες στο Πουκέτ. Λόγω της ακύρωσης της πτήσης μας αναγκαστήκαμε να αλλάζουμε συνεχώς ξενοδοχεία, καθώς η διαθεσιμότητα ήταν περιορισμένη. Όλα τα δωμάτια όμως ήταν πολύ καλά και καθαρά. Όλα τα επιπλέον έξοδα, τόσο της διαμονής όσο και της επιστροφής μας στην Ελλάδα, επιβάρυναν αποκλειστικά εμάς. Η αεροπορική εταιρεία ήταν κυριολεκτικά άφαντη. Δεν καταφέραμε να επικοινωνήσουμε ούτε με τα τοπικά γραφεία στην Ταϊλάνδη ούτε με τα γραφεία στην Αθήνα, ενώ και στο αεροδρόμιο δεν λάβαμε καμία ουσιαστική ενημέρωση ή εναλλακτική πρόταση. Το πιο απογοητευτικό είναι ότι, τρεις μήνες αργότερα και παρά τις σχεδόν καθημερινές προσπάθειες επικοινωνίας, εξακολουθούμε να περιμένουμε απάντηση. Το εισιτήριο της επιστροφής το βρήκαμε μόνοι μας, με τρεις ανταποκρίσεις και συνολική διάρκεια ταξιδιού σχεδόν μίας ημέρας. Το κόστος του μάλιστα ήταν περίπου τριπλάσιο από εκείνο που είχαμε πληρώσει αρχικά για τα εισιτήρια μετ’ επιστροφής.
Βέβαια, αφού βρεθήκαμε αναγκαστικά με επιπλέον χρόνο στο νησί, προσπαθήσαμε να τον αξιοποιήσουμε όσο καλύτερα μπορούσαμε. Επισκεφθήκαμε τις παραλίες Kata Beach, Kata Noi Beach και Layan Beach. Και οι τρεις ήταν πεντακάθαρες, με υπέροχα νερά και μαγευτικά ηλιοβασιλέματα. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω μία, αυτή θα ήταν η Kata Noi, κυρίως λόγω του πανέμορφου φυσικού τοπίου.
Όσον αφορά τις βραδινές βόλτες, αξίζει σίγουρα να περπατήσεις στην περιοχή της Kata Beach και να επισκεφθείς το Chillva Market και το Malin Plaza Patong. Μην παραλείψεις να δοκιμάσεις καλαμάκι γαρίδας, κρέπα με Nutella και φυσικά φρέσκια καρύδα. Το πιο όμορφο όμως night market που επισκεφθήκαμε ήταν αυτό που πραγματοποιείται κάθε Κυριακή απόγευμα στην Phuket Old Town. Παρότι συγκεντρώνει πολύ κόσμο, η ατμόσφαιρα είναι μοναδική. Τα πολύχρωμα πορτογαλικά κτίρια, οι μυρωδιές από τα τοπικά φαγητά και οι χαμογελαστοί πωλητές δημιουργούν μια εικόνα που δύσκολα ξεχνιέται.
Από πλευράς φαγητού, για αυθεντικές ταϊλανδέζικες γεύσεις προτείνω ανεπιφύλακτα το Raya Restaurant, το EuroThai Restaurant και το Song Pee Nong Restaurant. Όσο για τις βραδινές μας εξόδους, σχεδόν κάθε βράδυ καταλήγαμε στο Dolphin Bar, το οποίο εξελίχθηκε στο αγαπημένο μας στέκι για μπιλιάρδο και chang.
Σχετικά με τα μασάζ, δεν μείναμε πιστοί σε κάποιο συγκεκριμένο κατάστημα, καθώς δοκιμάζαμε διαφορετικό κάθε φορά. Οι τιμές κυμαίνονταν περίπου στα 12 ευρώ ανά ώρα και γενικά μείναμε ικανοποιημένοι από τις περισσότερες επιλογές. Για όσα κορίτσια ενδιαφέρονται να κάνουν κοτσιδάκια εγώ έμεινα ιδιαίτερα ευχαριστημένη από το Ton Mai Se Thong Massage & Beauty 3. Επίσης ήταν και το καλύτερο μασάζ που δοκίμασα στο νησί, αν και ελαφρώς ακριβότερο σε σχέση με τα υπόλοιπα καταστήματα.
Παρά την απρόσμενη ταλαιπωρία της επιστροφής, το Πουκέτ το οποίο αρχικά δεν είχαμε σε ιδιαίτερη εκτίμηση κατάφερε τελικά να μας χαρίσει πολύ περισσότερες εικόνες, εμπειρίες και αναμνήσεις απ’ όσες είχαμε αρχικά υπολογίσει. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο όμορφο κομμάτι κάθε ταξιδιού: οι ιστορίες που δεν είχες προγραμματίσει να ζήσεις.
Αν με ρωτάς θα επέστρεφα στην Ταιλάνδη αύριο κιόλας. Θα παρέλειπα το Κράμπι βέβαια αλλά στα υπόλοιπα θα ξαναεπέστραφα και θα πρόσθετα και τα νησιά που βρίσκονται στο κόλπο της Ταιλάνδης.
Παρακάτω σου παραθέτω μερικές χρήσιμες πληροφορίες¨
- Ta iqos και τα vape είναι απαγορευμένα στην Ταιλάνδη. Δεν βρίσκεις σε καταστήματα μόνο από πλανόδιους μικροπωλητές παράνομα. Εγώ είχα προμηθευτεί από την Αθήνα ότι χρειαζόμουν και έκανα χωρίς να το επειδυκνύω όμως. Παρόλα αυτά και στα μαγαζιά και στις παραλίες και συγκεκριμένα smoking rooms. Βέβαια δεν είναι τόσο αυστηρά τα πράγματα όσο ακούγεται. Το περίεργο της υποθεσης είναι ότι ε κάθε τετράγωνο έχουν τεράσται και κυριλέ weed shops το οποίο επιτρέπουν.
- Τα ταξί Μπανγκόκ και το Κράμπι είναι πολύ φθηνα. Στην Μπανγκόκ ιδιαίτερα για αποστάσης άνω των 45 λεπτών δίναμε το πολύ 5 ευρώ. Στο Πουκέτ βέβαια είναι ακριβά.
- Το 7-eleven έχει ότι μπορείς να φανταστείς. Έχει τοστακια, χοτ ντογκ, νουντλς και άλλα ασιατικά fast food που στα ζεσταίνυον εκείνη την ώρα. Επίσης μπορείς να φτιάξει ςκαι ροφήματα. Απο προι΄ντα ομορφιάς δεν το συζητώ, κάθε βράδυ κάναμε από μια μάκα. Εγω συνήθως επέλεγα την επωνυμία baby bright.
- Στους ναούς στην Μπανγκόκ πρέπει να φοράς ρούχα που καλύπτουν τους ώμους και τα γόνατα σου.
- Τα περισσότερα ξενοδοχεία που απέχουνλίγο από την παραλία τόσο σε Πουκέτ όσο και Κράμπι σου παρέχουν δρομολογια με βανάκι σε συγκεκριμένες ώρες που αναγράφεται στη ρεσεψιον κάθε ξενοδοχείου.
- Παρόλο που δεν προτιμώ την μπύρα, h chang beer μάρεσε ιδαίτερα καθώς ήταν ελαφριά. Ν ατην δοιμάσεις, είναι η νούμεορ ένα μπύρα εκεί.
- Η διάρκεια της ημέρας αλλάζει ελάχιστα μέσα στο έτος. Ο ήλιος δύει περίπου μεταξύ 18:05 και 18:45 όλο τον χρόνο.
- Παντού έχει τουριστικά κιόσκα για να κλείνεις τις εκδρομές σου. Κάνε παζάρι και σίγουρα οι τιμές θα ειναι πολύ χαμηλότερες από αυτες που βρίσκεις στο ιντερνετ.
- Ο ηλιος πραγματικά καιει. Πάντα καθόμασταν σε σκιά και πάλι καιγόμασταν. Τελειώναμε σίγουρα ενα after sun ανά μια μέρα.
- Τα πρωινα στα ξενοδοχεια εχουν και ταιλανδεζικες επιλογες πχ fried rice or noodles αλλά και ευρωπαικές. Απλά τα προιοντα τους τύπου τυριά, αλλαντικά, αυγά δεν είναι τόσο έντονη η γευση τους οσο εδω.
- Σε όλα τα ξενοδοχεία και σοτυς ιδιωτικούς χώρου υπάρχει πινακίδα απαγορεύεται το κάπνισμα και το durian. TO durian είναι φρούτο και όταν δοκίμασα μια μπουκιά κατάλαβα γιατί απαγορεύεται. Έφαγα μισή μπουκιά χωρίς καμία υπερβολή και μετά από πέντε λεπτά βρώμαγα λες και είχαν καταπιει 10 σκόρδα. Άμς είσαι περίεργος, δοκίμασε αλλά πολύ μικρή ποσότητα.
Attachments
-
1,1 MB Προβολές: 0
-
806,5 KB Προβολές: 0
-
806,5 KB Προβολές: 0
-
1 MB Προβολές: 0
-
863,3 KB Προβολές: 0
-
638,7 KB Προβολές: 0
-
775,2 KB Προβολές: 0
-
469,2 KB Προβολές: 0
Last edited:
