vasiliss
Member
- Μηνύματα
- 1.064
- Likes
- 9.961
- Επόμενο Ταξίδι
- Γεωργία.
- Ταξίδι-Όνειρο
- Ρωσία -Ισλανδία - Περού
6η ημέρα: Στον δρόμο για την Βαρσοβία.
Λίγες εβδομάδες πριν πραγματοποιηθεί η εκδρομή, συνειδητοποίησα ότι είχα βάλει πολλές πόλεις σε αυτό το μίνι road trip και καθόλου εξοχή, πράγμα παράξενο για τα δικά μου δεδομένα. Προσπάθησα να κόψω μία διανυκτέρευση από την Βαρσοβία και να την βάλω κάπου στην περιοχή των λιμνών της Ματζουρίας, αλλά το airbnb που είχα κλείσει δεν με άφηνε να αφαιρέσω μία μέρα, θα έπρεπε να ακυρώσω όλη την κράτηση και να κλείσω εκ νέου διαμέρισμα στην Βαρσοβία, γεγονός που διπλασίαζε το κόστος διαμονής, που καθόλου δεν το ήθελα. Μία άλλη σκέψη που έκανα ήταν, να περάσουμε από την περιοχή αυτή κατεβαίνοντας προς την Βαρσοβία, κάνοντας βέβαια μια μεγάααλη παράκαμψη. Ευτυχώς η λογική επικράτησε μέσα μου και άφησα το πρόγραμμα ως είχε.
Το οποίο πρόγραμμα έλεγε ότι θα περνούσαμε από το Μάλμπορκ να δούμε το κάστρο του, έπειτα θα πηγαίναμε στο Olsztynek για να δούμε το ανοιχτό εθνογραφικό μουσείο που υπάρχει εκεί και στη συνέχεια θα κατευθυνόμαστε προς Βαρσοβία, όπου θα άφηνα την οικογένεια στο διαμέρισμα και εγώ θα πήγαινα στο αεροδρόμιο Σοπέν για να παραδώσω το αυτοκίνητο.
Η διαδρομή μέχρι το Μάλμπορκ ήταν μέσω επαρχιακών δρόμων, στους οποίους μας έπιασαν και κάτι μπόρες. Ευτυχώς όμως όταν φτάσαμε στην πόλη είχαν σταματήσει. Βρήκαμε εύκολα να παρκάρουμε κοντά στο κάστρο και αυτό μας έδωσε την εντύπωση ότι δεν θα συναντήσουμε πολύ κόσμο και μεγάλες ουρές. Η οποία όμως εντύπωση ήταν ψευδής, γιατί όταν φτάσαμε στον χώρο έκδοσης εισιτηρίων η ουρά για τα γκισέ ήταν της τάξης της μίας ώρας. Ευτυχώς υπήρχε μία μικρότερη ουρά μπροστά από ένα μηχάνημα αυτόματης έκδοσης εισιτηρίων. Πρέπει να είχαμε φτάσει στο κάστρο περίπου στις 10, αλλά δυστυχώς δεν υπήρχαν εισιτήρια για πριν τις 3 το μεσημέρι, καθώς αυτά ήταν διαθέσιμα ανά μισή ώρα νομίζω και υπήρχε συγκεκριμένος αριθμός ατόμων που μπορούσε να μπει. Δεν βγάλαμε εκείνη την στιγμή, κάναμε ένα μίνι οικογενειακό συμβούλιο, ψάξαμε και μέσω της ιστοσελίδας του κάστρου μπας και βρούμε κάτι αλλά φευ, τίποτα. Να καθίσουμε τόσες ώρες εκεί δεν είχαμε και τίποτα να κάνουμε, αλλά φοβόμουν και ότι θα φτάναμε πολύ αργά στην Βαρσοβία και είχα να παραδώσω και ένα αυτοκίνητο. Κάναμε μια μικρή βόλτα περιμετρικά της τάφρου και με βαριά καρδιά φύγαμε από εκεί. Το κάστρο θέλαμε οπωσδήποτε να το δούμε καθώς αποτελεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO, αλλά και είχαμε διαβάσει πολύ καλές κριτικές γι’ αυτό. Οπότε το νου σας όσοι πάτε σε υψηλή περίοδο να έχετε βγάλει διαδικτυακά τα εισιτήρια σας αρκετά νωρίτερα.
Στα Βαλκάνια έχουμε επισκεφτεί τρία ανοιχτά εθνογραφικά μουσεία, ένα στη Ρουμανία, ένα στη Βουλγαρία και ένα στη Σερβία. Πολύ μας αρέσουν σε όλους μας, οπότε είπαμε να δούμε κι ένα στην Πολωνία. Ο κλήρος από τα δύο που είχα βρεί έκατσε τελικά λόγω των συνθηκών, σε αυτό της πόλης Olsztynek όπου φτάσαμε περίπου στη μία. Αφού βγάλαμε τα εισιτήρια, όσο τα κορίτσια επισκέπτονταν την τουαλέτα μου, ήρθε η θεία φώτιση και επέστρεψα στο αυτοκίνητο για να φέρω δύο ομπρέλες και δύο αδιάβροχα που είχαμε μαζί μας. Ο ουρανός βάραινε επικίνδυνα και από το πολύ βάθος ακούγονταν μπουμπουνητά.
Ξεκινήσαμε λοιπόν την επίσκεψη στα σπίτια από τις διάφορες περιοχές της Πολωνίας, που είχαν και τα ανάλογα αντικείμενα μέσα σε αυτά. Εγώ πίεζα να κινηθούμε λίγο πιο βιαστικά γιατί φοβόμουν ότι θα βρέξει, αλλά η μικρή κόρη ήθελε να τα δει όλα αναλυτικά.
Το ίδιο μου είχε κάνει και στο μουσείο του Λούβρου όταν είχαμε πάει οι δυο μας στο Παρίσι. Ήθελε να δει όλες, μα όλες τις αίθουσες και ένα προς ένα τα κοσμήματα και τους πίνακες. Για τα αρχαία ελληνικά αγάλματα δεν ενδιαφερόταν και πολύ, γιατί έχουμε πολλά στην Ελλάδα, έλεγε. Τότε είχα απελπιστεί, οπότε έπιασα έναν ωραίο καναπέ και την άφησα να αλωνίζει μόνη της. Τώρα πρόσφατα, μετά την κλοπή στο μουσείο του Λούβρου, μου κοκορευόταν ότι τα κλεμμένα κοσμήματα αυτή τα θυμόταν γιατί τα είχε δει, ενώ εγώ σίγουρα δεν θα τα είχα δει.
Οπότε την άφησα με την μαμά της και πήρα την μεγάλη κόρη και με ταχύ βήμα πήραμε να δούμε όσα πιο πολλά μπορούσαμε, γιατί ο χώρος ήταν και μεγάλος. Από το βάθος ακούγονταν τα μπουμπουνητά που όλο πλησίαζαν. Ξαφνικά έπιασε ένας δυνατός αέρας και μετά μια καταιγίδα ανεπανάληπτη. Εάν είχε ένα καφέ με μια τζαμαρία, θα ήταν ωραία να καθίσεις εκεί μέσα στο “δάσος” να παρακολουθείς την καταιγίδα να μαίνεται. Αλλά δεν είχε. Και εμείς ήμασταν σχεδόν στην άκρη του πάρκου. Περιμέναμε για 5 λεπτά σε ένα από τα σπίτια και τελικά αποφασίσαμε να βγούμε με τις ομπρελίτσες μας στην βροχή που δεν σταματούσε. Σπίτι το σπίτι και στάση την στάση, καταφέραμε να κουτσοδούμε και κάποια από τα υπόλοιπα σπίτια καθώς και την εκκλησία που είχαμε αφήσει τελευταία. Η βροχή έγινε πιο σιγανή αλλά δεν σταμάτησε. Μούσκεμα φτάσαμε στο αυτοκίνητο. Είχα και την έννοια μην το γυρίσω μέσα στις λάσπες, οπότε τις έβαλα να καθαρίσουν τα παπούτσια και να φορέσουν καινούρια. Εννοείτε ότι χρειάστηκε να αλλάξουμε και μερικά ρούχα. Η ώρα είναι 3 είμαστε νηστικοί και ξεκινάμε να μπούμε στην εθνική να βρούμε κάποιο rest area για να φάμε κάτι. Η κίνηση στον δρόμο είναι ανησυχητικά μεγάλη. Είναι Κυριακή και σίγουρα επιστρέφει κόσμος στη Βαρσοβία από τις διακοπές ή το ΠΣΚ.
Κάπου διάβασα ότι στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της πόλης σκοτώθηκε, οπότε οι σημερινοί κάτοικοι έχουν έρθει από άλλα μέρη της χώρας, γι’ αυτό στις αργίες και την περίοδο των διακοπών η πόλη αδειάζει.
Στο Fast Food του πάρκινγκ γινόταν χαμός. Περιμέναμε σχεδόν μία ώρα να πάρουμε την παραγγελία μας. Εάν δεν την είχα πληρώσει ήδη, θα είχα σηκωθεί να φύγω.
Και μπήκαμε σε έναν ασφυκτικά γεμάτο αυτοκινητόδρομο, όπου 100 περίπου χιλιόμετρα πριν την πόλη κολλήσαμε. Και ξεκολλήσαμε για λίγο και ξανά κολλήσαμε και μπήκαμε σε κάτι μονές λωρίδες γιατί γίνονταν έργα και ου το καθεξής. Έτσι για λιγότερα από 70 χιλιόμετρα κάναμε 2+ ώρες. Στα προάστια της πόλης ξεκολλήσαμε οριστικά, είπα ουφ και έτσι κατά τις 8.30 φτάσαμε στο διαμέρισμα. Έλα όμως που η εξώπορτα της πολυκατοικίας είχε έναν περίεργο τρόπο να ανοίξει με κωδικό, που κανένας από τους 4 μας δεν κατάφερε να ανακαλύψει. Πήραμε τηλέφωνο την διαχειρίστρια του airbnb, μας έδωσε πάλι τις ίδιες οδηγίες που μας είχε στείλει σε μήνυμα, αλλά μόνο με την τύχη καταφέραμε και μπήκαμε μετά από ώρα.
Άφησα την οικογένεια γιατί μέχρι τις 10.30 έπρεπε να έχω αφήσει το αυτοκίνητο στο αεροδρόμιο. Ευτυχώς η κίνηση στο κέντρο της πόλης ήταν ελάχιστη, αλλά δυστυχώς στην διαδρομή που έκανα δεν υπήρχε ούτε ένα βενζινάδικο, γιατί έπρεπε να παραδώσω το αυτοκίνητο γεμάτο με καύσιμα. Έκανα κάποιους κύκλους γύρω από το αεροδρόμιο και τελικά εντόπισα ένα βενζινάδικο που είχε όμως ουρά, αλλά τελικά κατάφερα κι εγώ να βάλω καύσιμα.
Οι οδηγίες που είχα ήταν ότι θα άφηνα το αυτοκίνητο σε ένα συγκεκριμένο πάρκινγκ του αεροδρομίου στις θέσεις της Goldcar και μετά θα πήγαινα τα κλειδιά στο γραφείο που βρισκόταν μέσα στο αεροδρόμιο. Οι θέσεις της Goldcar ήταν μόνο δύο και γεμάτες, οπότε μετά από ένα τηλεφώνημα μου είπαν να το αφήσω στις θέσεις της Europcar. Αν και είχα πλήρη ασφάλεια, έβγαλα ένα βίντεο το αυτοκίνητο γύρω γύρω και το καντράν ότι το είχα γεμάτο. Το κτίριο του αεροδρομίου ήταν κοντά με τα πόδια, αλλά δυσκολεύτηκα να βρω το γραφείο της Goldcar γιατί δεν ήταν εκεί που ήταν τα υπόλοιπα, αλλά στον δεύτερο όροφο. Έδωσα τα κλειδιά στο παλικάρι που βρήκα εκεί, ρώτησα πότε θα αποδεσμευτούν τα χρήματα που είχαν δεσμεύσει για τα καύσιμα και έφυγα. Χτύπησα και κάτι από ένα Fast food γιατί η ώρα ήταν 10.30 και έφυγα με το λεωφορείο για το κέντρο της πόλης.
Η οικογένεια είχε βγει για βόλτα και θα συναντιόμασταν σε ένα Macdonald γιατί δεν είχαν βρει τίποτα ανοιχτό στην παλιά πόλη για φαγητό. Η παλιά πόλη της Βαρσοβίας ήταν τελείως έρημη. Η γυναίκα μου συνηθισμένη από τις υπόλοιπες που είχαμε επισκεφτεί και έσφυζαν από ζωή το βράδυ, για πολλή ώρα αμφέβαλε ότι βρισκόταν στην παλιά πόλη. Αφού έφαγαν κάτι κι αυτοί πήραμε να διασχίσουμε πάλι την πόλη προς την αντίθετη κατεύθυνση, γιατί το διαμέρισμά μας ήταν στις παρυφές αυτής, οπότε πήρα κι εγώ μια γεύση της παλιάς πόλης το βράδυ.
Λίγες εβδομάδες πριν πραγματοποιηθεί η εκδρομή, συνειδητοποίησα ότι είχα βάλει πολλές πόλεις σε αυτό το μίνι road trip και καθόλου εξοχή, πράγμα παράξενο για τα δικά μου δεδομένα. Προσπάθησα να κόψω μία διανυκτέρευση από την Βαρσοβία και να την βάλω κάπου στην περιοχή των λιμνών της Ματζουρίας, αλλά το airbnb που είχα κλείσει δεν με άφηνε να αφαιρέσω μία μέρα, θα έπρεπε να ακυρώσω όλη την κράτηση και να κλείσω εκ νέου διαμέρισμα στην Βαρσοβία, γεγονός που διπλασίαζε το κόστος διαμονής, που καθόλου δεν το ήθελα. Μία άλλη σκέψη που έκανα ήταν, να περάσουμε από την περιοχή αυτή κατεβαίνοντας προς την Βαρσοβία, κάνοντας βέβαια μια μεγάααλη παράκαμψη. Ευτυχώς η λογική επικράτησε μέσα μου και άφησα το πρόγραμμα ως είχε.
Το οποίο πρόγραμμα έλεγε ότι θα περνούσαμε από το Μάλμπορκ να δούμε το κάστρο του, έπειτα θα πηγαίναμε στο Olsztynek για να δούμε το ανοιχτό εθνογραφικό μουσείο που υπάρχει εκεί και στη συνέχεια θα κατευθυνόμαστε προς Βαρσοβία, όπου θα άφηνα την οικογένεια στο διαμέρισμα και εγώ θα πήγαινα στο αεροδρόμιο Σοπέν για να παραδώσω το αυτοκίνητο.
Η διαδρομή μέχρι το Μάλμπορκ ήταν μέσω επαρχιακών δρόμων, στους οποίους μας έπιασαν και κάτι μπόρες. Ευτυχώς όμως όταν φτάσαμε στην πόλη είχαν σταματήσει. Βρήκαμε εύκολα να παρκάρουμε κοντά στο κάστρο και αυτό μας έδωσε την εντύπωση ότι δεν θα συναντήσουμε πολύ κόσμο και μεγάλες ουρές. Η οποία όμως εντύπωση ήταν ψευδής, γιατί όταν φτάσαμε στον χώρο έκδοσης εισιτηρίων η ουρά για τα γκισέ ήταν της τάξης της μίας ώρας. Ευτυχώς υπήρχε μία μικρότερη ουρά μπροστά από ένα μηχάνημα αυτόματης έκδοσης εισιτηρίων. Πρέπει να είχαμε φτάσει στο κάστρο περίπου στις 10, αλλά δυστυχώς δεν υπήρχαν εισιτήρια για πριν τις 3 το μεσημέρι, καθώς αυτά ήταν διαθέσιμα ανά μισή ώρα νομίζω και υπήρχε συγκεκριμένος αριθμός ατόμων που μπορούσε να μπει. Δεν βγάλαμε εκείνη την στιγμή, κάναμε ένα μίνι οικογενειακό συμβούλιο, ψάξαμε και μέσω της ιστοσελίδας του κάστρου μπας και βρούμε κάτι αλλά φευ, τίποτα. Να καθίσουμε τόσες ώρες εκεί δεν είχαμε και τίποτα να κάνουμε, αλλά φοβόμουν και ότι θα φτάναμε πολύ αργά στην Βαρσοβία και είχα να παραδώσω και ένα αυτοκίνητο. Κάναμε μια μικρή βόλτα περιμετρικά της τάφρου και με βαριά καρδιά φύγαμε από εκεί. Το κάστρο θέλαμε οπωσδήποτε να το δούμε καθώς αποτελεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO, αλλά και είχαμε διαβάσει πολύ καλές κριτικές γι’ αυτό. Οπότε το νου σας όσοι πάτε σε υψηλή περίοδο να έχετε βγάλει διαδικτυακά τα εισιτήρια σας αρκετά νωρίτερα.
Στα Βαλκάνια έχουμε επισκεφτεί τρία ανοιχτά εθνογραφικά μουσεία, ένα στη Ρουμανία, ένα στη Βουλγαρία και ένα στη Σερβία. Πολύ μας αρέσουν σε όλους μας, οπότε είπαμε να δούμε κι ένα στην Πολωνία. Ο κλήρος από τα δύο που είχα βρεί έκατσε τελικά λόγω των συνθηκών, σε αυτό της πόλης Olsztynek όπου φτάσαμε περίπου στη μία. Αφού βγάλαμε τα εισιτήρια, όσο τα κορίτσια επισκέπτονταν την τουαλέτα μου, ήρθε η θεία φώτιση και επέστρεψα στο αυτοκίνητο για να φέρω δύο ομπρέλες και δύο αδιάβροχα που είχαμε μαζί μας. Ο ουρανός βάραινε επικίνδυνα και από το πολύ βάθος ακούγονταν μπουμπουνητά.
Ξεκινήσαμε λοιπόν την επίσκεψη στα σπίτια από τις διάφορες περιοχές της Πολωνίας, που είχαν και τα ανάλογα αντικείμενα μέσα σε αυτά. Εγώ πίεζα να κινηθούμε λίγο πιο βιαστικά γιατί φοβόμουν ότι θα βρέξει, αλλά η μικρή κόρη ήθελε να τα δει όλα αναλυτικά.
Το ίδιο μου είχε κάνει και στο μουσείο του Λούβρου όταν είχαμε πάει οι δυο μας στο Παρίσι. Ήθελε να δει όλες, μα όλες τις αίθουσες και ένα προς ένα τα κοσμήματα και τους πίνακες. Για τα αρχαία ελληνικά αγάλματα δεν ενδιαφερόταν και πολύ, γιατί έχουμε πολλά στην Ελλάδα, έλεγε. Τότε είχα απελπιστεί, οπότε έπιασα έναν ωραίο καναπέ και την άφησα να αλωνίζει μόνη της. Τώρα πρόσφατα, μετά την κλοπή στο μουσείο του Λούβρου, μου κοκορευόταν ότι τα κλεμμένα κοσμήματα αυτή τα θυμόταν γιατί τα είχε δει, ενώ εγώ σίγουρα δεν θα τα είχα δει.
Οπότε την άφησα με την μαμά της και πήρα την μεγάλη κόρη και με ταχύ βήμα πήραμε να δούμε όσα πιο πολλά μπορούσαμε, γιατί ο χώρος ήταν και μεγάλος. Από το βάθος ακούγονταν τα μπουμπουνητά που όλο πλησίαζαν. Ξαφνικά έπιασε ένας δυνατός αέρας και μετά μια καταιγίδα ανεπανάληπτη. Εάν είχε ένα καφέ με μια τζαμαρία, θα ήταν ωραία να καθίσεις εκεί μέσα στο “δάσος” να παρακολουθείς την καταιγίδα να μαίνεται. Αλλά δεν είχε. Και εμείς ήμασταν σχεδόν στην άκρη του πάρκου. Περιμέναμε για 5 λεπτά σε ένα από τα σπίτια και τελικά αποφασίσαμε να βγούμε με τις ομπρελίτσες μας στην βροχή που δεν σταματούσε. Σπίτι το σπίτι και στάση την στάση, καταφέραμε να κουτσοδούμε και κάποια από τα υπόλοιπα σπίτια καθώς και την εκκλησία που είχαμε αφήσει τελευταία. Η βροχή έγινε πιο σιγανή αλλά δεν σταμάτησε. Μούσκεμα φτάσαμε στο αυτοκίνητο. Είχα και την έννοια μην το γυρίσω μέσα στις λάσπες, οπότε τις έβαλα να καθαρίσουν τα παπούτσια και να φορέσουν καινούρια. Εννοείτε ότι χρειάστηκε να αλλάξουμε και μερικά ρούχα. Η ώρα είναι 3 είμαστε νηστικοί και ξεκινάμε να μπούμε στην εθνική να βρούμε κάποιο rest area για να φάμε κάτι. Η κίνηση στον δρόμο είναι ανησυχητικά μεγάλη. Είναι Κυριακή και σίγουρα επιστρέφει κόσμος στη Βαρσοβία από τις διακοπές ή το ΠΣΚ.
Κάπου διάβασα ότι στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της πόλης σκοτώθηκε, οπότε οι σημερινοί κάτοικοι έχουν έρθει από άλλα μέρη της χώρας, γι’ αυτό στις αργίες και την περίοδο των διακοπών η πόλη αδειάζει.
Στο Fast Food του πάρκινγκ γινόταν χαμός. Περιμέναμε σχεδόν μία ώρα να πάρουμε την παραγγελία μας. Εάν δεν την είχα πληρώσει ήδη, θα είχα σηκωθεί να φύγω.
Και μπήκαμε σε έναν ασφυκτικά γεμάτο αυτοκινητόδρομο, όπου 100 περίπου χιλιόμετρα πριν την πόλη κολλήσαμε. Και ξεκολλήσαμε για λίγο και ξανά κολλήσαμε και μπήκαμε σε κάτι μονές λωρίδες γιατί γίνονταν έργα και ου το καθεξής. Έτσι για λιγότερα από 70 χιλιόμετρα κάναμε 2+ ώρες. Στα προάστια της πόλης ξεκολλήσαμε οριστικά, είπα ουφ και έτσι κατά τις 8.30 φτάσαμε στο διαμέρισμα. Έλα όμως που η εξώπορτα της πολυκατοικίας είχε έναν περίεργο τρόπο να ανοίξει με κωδικό, που κανένας από τους 4 μας δεν κατάφερε να ανακαλύψει. Πήραμε τηλέφωνο την διαχειρίστρια του airbnb, μας έδωσε πάλι τις ίδιες οδηγίες που μας είχε στείλει σε μήνυμα, αλλά μόνο με την τύχη καταφέραμε και μπήκαμε μετά από ώρα.
Άφησα την οικογένεια γιατί μέχρι τις 10.30 έπρεπε να έχω αφήσει το αυτοκίνητο στο αεροδρόμιο. Ευτυχώς η κίνηση στο κέντρο της πόλης ήταν ελάχιστη, αλλά δυστυχώς στην διαδρομή που έκανα δεν υπήρχε ούτε ένα βενζινάδικο, γιατί έπρεπε να παραδώσω το αυτοκίνητο γεμάτο με καύσιμα. Έκανα κάποιους κύκλους γύρω από το αεροδρόμιο και τελικά εντόπισα ένα βενζινάδικο που είχε όμως ουρά, αλλά τελικά κατάφερα κι εγώ να βάλω καύσιμα.
Οι οδηγίες που είχα ήταν ότι θα άφηνα το αυτοκίνητο σε ένα συγκεκριμένο πάρκινγκ του αεροδρομίου στις θέσεις της Goldcar και μετά θα πήγαινα τα κλειδιά στο γραφείο που βρισκόταν μέσα στο αεροδρόμιο. Οι θέσεις της Goldcar ήταν μόνο δύο και γεμάτες, οπότε μετά από ένα τηλεφώνημα μου είπαν να το αφήσω στις θέσεις της Europcar. Αν και είχα πλήρη ασφάλεια, έβγαλα ένα βίντεο το αυτοκίνητο γύρω γύρω και το καντράν ότι το είχα γεμάτο. Το κτίριο του αεροδρομίου ήταν κοντά με τα πόδια, αλλά δυσκολεύτηκα να βρω το γραφείο της Goldcar γιατί δεν ήταν εκεί που ήταν τα υπόλοιπα, αλλά στον δεύτερο όροφο. Έδωσα τα κλειδιά στο παλικάρι που βρήκα εκεί, ρώτησα πότε θα αποδεσμευτούν τα χρήματα που είχαν δεσμεύσει για τα καύσιμα και έφυγα. Χτύπησα και κάτι από ένα Fast food γιατί η ώρα ήταν 10.30 και έφυγα με το λεωφορείο για το κέντρο της πόλης.
Η οικογένεια είχε βγει για βόλτα και θα συναντιόμασταν σε ένα Macdonald γιατί δεν είχαν βρει τίποτα ανοιχτό στην παλιά πόλη για φαγητό. Η παλιά πόλη της Βαρσοβίας ήταν τελείως έρημη. Η γυναίκα μου συνηθισμένη από τις υπόλοιπες που είχαμε επισκεφτεί και έσφυζαν από ζωή το βράδυ, για πολλή ώρα αμφέβαλε ότι βρισκόταν στην παλιά πόλη. Αφού έφαγαν κάτι κι αυτοί πήραμε να διασχίσουμε πάλι την πόλη προς την αντίθετη κατεύθυνση, γιατί το διαμέρισμά μας ήταν στις παρυφές αυτής, οπότε πήρα κι εγώ μια γεύση της παλιάς πόλης το βράδυ.
