Σύντομες ιστορίες του 20ού αιώνα

depy!!!

Member
Μηνύματα
593
Likes
1.255
Επόμενο Ταξίδι
Ο Θεος ξερει
Ονειρεμένο Ταξίδι
ΠΕΡΟΥ - ΧΙΛΗ
Ας πω κι εγώ μια ιστορία, από το τέλος της δεκαετίας του 70 -πολύ τέλος. Ήταν το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό, μόλις είχα τελειώσει την Α΄ γυμνασίου. Στους γονείς μου άρεσε να ταξιδεύουν και έχοντας 3 μικρά παιδιά και κανέναν να τους τα κρατήσει έστω και για λίγες μέρες, πηγαίναμε μαζί τους σε όλα τα ταξίδια. Μέχρι να τελειώσω το γυμνάσιο, είχα γυρίσει σχεδόν όλη την Ελλάδα. Δεν πολυπηγαίναμε σε νησιά, ήταν πιο δύσκολη η πρόσβαση.

Τέλος πάντων, ο μπαμπάς ήθελε κάποια στιγμή να βγούμε και εκτός Ελλάδας. Τα απαραίτητα χρήματα όμως για ένα ταξίδι στην Ιταλία, ή στη Γαλλία ή τέλος πάντων σε κάποια …δυτική χώρα δεν υπήρχαν. Από την άλλη πάλι ξέραμε ένα σωρό γνωστούς από τη Θεσσαλονίκη που πήγαιναν 2-3 φορές το χρόνο στη Βουλγαρία για ψώνια. Οπότε η απόφαση πάρθηκε σχετικά εύκολα.

Βουλγαρία λοιπόν το καλοκαίρι και μάλιστα θα είχαμε μαζί μας και τη σκηνή και θα προσπαθούσαμε να μένουμε σε κάμπινγκ.

‘Ένα ζευγάρι με 3 παιδιά, ηλικίας 3,5 , 5,5 και 11 χρονών, χωρίς να ξέρουν λέξη -καλά βουλγάρικων-, αλλά ούτε και αγγλικών -λες κι άμα ήξεραν θα μπορούσαν να βρουν κανένα βούλγαρο τότε που να τα μιλούσε- με ένα χάρτη, όσο αναλυτικό γινόταν, τα κατάφεραν να περάσουν όμορφες διακοπές.

Δεν θυμάμαι όλα όσα κάναμε. Θυμάμαι όμως τις βόλτες στη Σόφια και την επίσκεψη στο Zoom, όπου παρέα με ένα σωρό άλλους Έλληνες κάναμε τα ψώνια μας. Δεν υπήρχε κανείς τότε που να πηγαίνει στη Βουλγαρία και να μην ψωνίζει ρούχα, σεντόνια, πετσέτες…..

Θυμάμαι την ανταλλαγή των δολαρίων στη μαύρη αγορά που έκανε ο πατέρας μου και ένα επεισόδιο με κάποιο Βούλγαρο που πήγε να τον κοροϊδέψει και να του δώσει πλαστά χρήματα. Δεν ξέρω πως, αλλά τον πήρε χαμπάρι ο μπαμπάς και …τα σώσαμε τα δολάρια μας.

Θυμάμαι τις ουρές έξω από τα μαγαζιά, ακόμα και έξω από τις δημόσιες τουαλέτες. Δεν μπορούσα να μπω στη λογική, ότι θα έπρεπε να περιμένω τόση ώρα για να μπω μέσα.

Εκτός από τη Σόφια πήγαμε στη Φιλιππούπολη και στη Βάρνα. Σε κάποια από αυτές και ενώ είχαμε στήσει τη σκηνή μας -τα κάμπινγκ που μέναμε ήταν πολύ ωραία, πολλά απ αυτά νοίκιαζαν και σπιτάκια- έπιασε βροχή. Μα μία βροχή απίστευτη. Έριχνε τόσο νερό που, αν και δεν είχε μπει μέσα, ήταν αδύνατο να κοιμηθούμε. Αφήσαμε λοιπόν τη σκηνή όπως ήταν και πήγαμε στην πόλη. Στο πρώτο ξενοδοχείο που βρήκαμε ζητήσαμε δωμάτιο. Δεν είχε τετράκλινο, μας έδωσαν δύο δίκλινα. Μεγάλα, ωραία, με ένα διπλό κρεβάτι το καθένα, στρωμένο με ένα κατακόκκινο ντιβανοσκέπασμα και με απίστευτο πρωινό σε μπουφέ. Λογικά εκείνη τη νύχτα πρέπει να έδωσαν όλα τα λεφτά που είχαν υπολογίσει για τις διανυκτερεύσεις όλου του ταξιδιού.

Άλλο ένα γεγονός που θυμάμαι ήταν ότι είχαμε πάει σε κάποια παιδική χαρά και εγώ έκανα κούνια. Μάλλον όμως οι κούνιες ήταν για πιο μικρές ηλικίες και ξαφνικά βλέπω το φύλακα να προχωράει προς το μέρος μου φωνάζοντας στη γλώσσα του. Εγώ φοβήθηκα και πήδησα από την κούνια πριν αυτή σταματήσει. Δεν έπεσα, αλλά όπως αυτή ερχόταν μπροστά, πριν προλάβω να απομακρυνθώ, μου έφαγε το πόδι, στο πίσω μέρος πάνω από τον αστράγαλο. 40 χρόνια μετά νιώθω ακόμα το νέκρωμα σε εκείνο το σημείο.

Το ταξίδι πρέπει να κύλησε σε γενικές γραμμές ομαλά, γιατί του χρόνου το καλοκαίρι οι γονείς μου αποφάσισαν και πήγαμε στην Ουγγαρία. Ξαναπεράσαμε από Σόφια και διασχίζοντας την τότε Γιουγκοσλαβία, φτάσαμε Βουδαπέστη. Αυτή τη φορά ήμασταν 2 αυτοκίνητα, είχαν έρθει και κάτι ξαδέρφια της μητέρας μου. Δεν ξέρω όμως για πιο λόγο, δεν γυρίσαμε πίσω μαζί. Θυμάμαι λοιπόν να περνάμε τη Γιουγκοσλαβία βράδυ και να λένε οι γονείς μου ότι τα περισσότερα αυτοκίνητα στο δρόμο ήταν τούρκικα με γερμανικές πινακίδες. Πράγματι έβλεπες κάτι μεγάλα αυτοκίνητα -που να ξέρω τότε μάρκες- και στις σχάρες φορτωμένα ολόκληρα νοικοκυριά σε πολλά απ αυτά έβλεπες έξω από τα παράθυρα να κρέμονται διάφορα ρούχα μέχρι και βρακιά, για να στεγνώσουν με τον αέρα. Θυμάμαι το μπαμπά μου να λέει ότι παρακαλούσε το Θεό, μην τυχόν και τον πιάσει λάστιχο, γιατί θα φοβόταν να κατέβει να το αλλάξει.

Επίσης σε κάποιο απ αυτά τα ταξίδια αρρώστησα και ανέβασα πυρετό, ο οποίος μάλλον δεν έπεφτε με την κλασσική ασπιρίνη. Έστειλε λοιπόν η μαμά τον μπαμπά σε φαρμακείο να πάρει υπόθετα. Μπορεί κανείς να φανταστεί τη σκηνή, να προσπαθεί ο μπαμπάς να ζητήσει με παντομίμα τα υπόθετα από το φαρμακοποιό!!!!!

Παρόλο που ήταν αρκετές οι ώρες μέσα στο αυτοκίνητο και παρόλο που είχαμε τσακωμούς τα αδέλφια μεταξύ μας, τα δύο αυτά ταξίδια θα τα θυμάμαι πάντα με νοσταλγία....
 

gkalla

Member
Μηνύματα
266
Likes
1.408
Επόμενο Ταξίδι
Κούβα
Ονειρεμένο Ταξίδι
Περού, Νέα Ζηλανδία
Στην Βόρεια Αμερική με τον … παππού και τη γιαγιά

Το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό. - Καλοκαίρι 1983 (Αχ ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια, που λέει και ο Ρήγας στη σειρά)

Στην τρυφερή ηλικία των 16 ετών, δεν ξέρω πως, η οικογένεια μου αποφάσισε να συνοδεύσω τους γονείς της μητέρας μου, σ’ ένα ταξίδι 40 περίπου ημερών στην Νέα Υόρκη και στο Μόντρεαλ. Αφορμή τα βαφτίσια της ξαδέρφης μου (που τώρα πια έχει δικά της παιδιά!!!).

Δεν ενθουσιάστηκα απλώς, ούρλιαζα από την χαρά μου. Σαν Ινδιάνος σε τελετή επίκλησης βροχής που βγάζει ακατάληπτες ιαχές, σαν δαιμονισμένος λίγο πριν τον εξορκισμό ένα πράγμα. Φανταστείτε έναν έφηβο που δεν είχε πάει σχεδόν πουθενά στην Ελλάδα (εκτός της περίφημης και περιλάλητης Ναυπάκτου), να ετοιμάζεται για ένα τόσο μακρινό ταξίδι, να μπαίνει πρώτη φορά σε αεροπλάνο και να επισκέπτεται μέρη που έβλεπε μόνο στην τηλεόραση (η οποία παρεμπιπτόντως στο σπίτι μας ήταν ακόμα ασπρόμαυρη).

Όταν λοιπόν ήρθε η μέρα ξεκινήσαμε για το αεροδρόμιο (του Ελληνικού, να μην ξεχνιόμαστε), οι τρείς μας, εγώ, ο παππούς - που ήταν και παπάς - και η γιαγιά. Στο, Jumbo jet 747 της Ολυμπιακής που στα μάτια μου φάνταζε τεράστιο υπήρχε το αδιαχώρητο και ατμόσφαιρα ήταν πολύ βαριά από τους θεριακλήδες που κάπνιζαν αρειμανίως. Τώρα πια μου φαίνεται σαν λίθινη εποχή ή μάλλον η εποχή του καπνού. Ο παππούς ήταν ο αρχηγός του ταξιδιού καθότι ο πιο έμπειρος. Είχε ξαναπάει άλλες 2 φορές να δει τα παιδιά του, που ζούσαν πολλά χρόνια εκεί, οπότε είχα μια σχετική ασφάλεια για το πως θα κινηθούμε. Εγώ με την σειρά μου ήμουν ο «αγγλομαθής». Τα αγγλικά μου φτωχά αλλά αρκετά για να κερδίσω το χρίσμα του διερμηνέα - μεταφραστή μέχρι να μας παραλάβουν οι συγγενείς στην Νέα Υόρκη. Γρήγορα όμως αποδείχτηκε πως η γνώση της γλώσσας ήταν λιγότερο χρήσιμο εφόδιο από την καπατσοσύνη του «έμπειρου» παππού. Φτάνοντας στο αεροδρόμιο Kennedy πέσαμε σε ενδελεχή έλεγχο από έναν τελωνιακό, μάλλον πορτορικάνικης καταγωγής, που μας ξετίναξε. Βλέποντας μάλιστα τον τενεκέ τυρί που είχαμε μαζί μας, άρχισε να ρωτά τον «αγγλομαθή» τι ήταν αυτό. Εγώ, με καμάρι, του απάντησα cheese αλλά δεν φάνηκε να τον ικανοποίησα. Με ξαναρώτησε χρησιμοποιώντας μια άγνωστη σε μένα αγγλική λέξη. Συνέχισα να επιμένω, λέγοντας διαρκώς cheese, cheese, αλλά άκρη δεν έβγαινε μέχρι που ανέλαβε ρόλο ο παππούς λέγοντας σε άπταιστα ελληνικά «Ναι παιδί μου, φέτα είναι». Ο Πορτορικανός τελωνιακός ήταν γνώστη των ΠΟΠ ελληνικών προϊόντων και τα αποκαλούσε με το όνομα τους, οπότε με κατέλαβε εξ’ απήνης.

Η πρώτη εικόνα που θυμάμαι ήταν από την γειτονιά του Flushing όπου μείναμε τις πρώτες 20 ημέρες και ήταν καθησυχαστική. Ωραία σπίτια, άνετοι δρόμοι χωρίς κίνηση και κυρίως με αρκετά παιδιά σε κοντινές ηλικίες. Το ίδιο βράδυ συνειδητοποίησα τι είναι το jet lag καθώς είχα ξυπνήσει από τις 5 και χάζευα τα σκιουράκια να ανεβοκατεβαίνουν στα δέντρα του δρόμου.

Ο ξάδερφος ήταν σε κοντινή ηλικία (μόλις 1 χρόνο μικρότερος), κι ερχόταν τακτικά στην Ελλάδα οπότε θα είχα σίγουρα καλή παρέα. Η επαφή με τα παιδιά της γειτονιάς ήταν συμπαθής και το παιχνίδι στους δρόμους έδινε κι έπαιρνε. Ποδόσφαιρο (όπου ήμουν και ο αστέρας), μπάσκετ αλλά ακόμα και το απίστευτα βαρετό softball μας κρατούσαν σε εγρήγορση. Κάτι ακόμα που μ’ ενθουσίασε ήταν το φορτηγάκι με τα παγωτά που περνούσε από όλες τις γειτονιές και το περιμέναμε με λαχτάρα (Γνωστός λιχούδης από τότε). Κάποιες φορές καθώς ήμουν ψηλότερος από το σύνηθες για την ηλικία μου, ο ξάδερφος και οι φίλοι του με «χρησιμοποιούσαν» για να παίρνω μπύρες από τα σούπερ μάρκετ της γειτονιάς καθότι εκείνοι έπρεπε να περιμένουν να κλείσουν τα 21 για να το κάνουν νόμιμα.

Η αίσθηση ασφάλειας που νιώθαμε όμως ήταν επίπλαστη καθώς στις ημέρες που έμεινα εκεί, έγινα μάρτυρας κλοπής ποδηλάτου (του πιτσιρικά που μοίραζε τις εφημερίδες, με βίαιο τρόπο μάλιστα), και στο κοντινό παρκάκι που παίζαμε μπάσκετ έγινε μέχρι και φόνος. Ευτυχώς εκεί δεν ήμουν μάρτυρας.

Οι βόλτες στο Μανχάταν ή σε άλλες γνωστές περιοχές ήταν πολύ περιορισμένες. Ο θείος, εστιάτορας στο επάγγελμα (τι σπάνιο!!!), με πήρε μαζί του 4-5 φορές όλες κι όλες. Μπόρεσα έτσι να πάρω μια μικρή γεύση από την πόλη, αλλά όχι κάτι συγκλονιστικό. Είδα πολλούς ουρανοξύστες από κάτω, καθώς ο θείος λόγω υψοφοβίας δεν με ανέβασε ούτε στο Εμπάιαρ, ούτε στους δίδυμους πύργους. Μετά τον αρχικό ενθουσιασμό για αυτά τα τεράστια κτίρια η αίσθηση μου ήταν περισσότερο του τρόμου παρά του θαυμασμού. Αυτή η άκρατη επίδειξη οικονομικής δύναμης – όλα έπρεπε να είναι μεγάλα, κενά ωστόσο ιστορικού ή άλλου ενδιαφέροντος – έδινε αφορμή για άλλου είδους σκέψεις. Οι επισκέψεις στον καθεδρικό της πόλης και στο κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό ήταν σαφώς πιο ενδιαφέρουσες αλλά όχι κάτι το εντυπωσιακό. Πιο πολύ μου κίνησαν το ενδιαφέρον, το μετρό και τα αστικά λεωφορεία παρόλο που ήταν βρώμικα και «μυρωδάτα».

Στο εστιατόριο του θείου κυριαρχούσε το «αμερικάνικο» φαγητό με τα «στέκια», τα burgers και τις σαλάτες που σκεπάζονταν από βουνά σως, όλα τους πολύ άνοστα για τα γούστα μου. Ωστόσο το μεσημεριανό φαγητό των υπαλλήλων (στην πλειοψηφία τους Ελλήνων) ήταν διαφορετικό από τα προς πώληση αγαθά και συνήθως περιελάμβανε ελληνικές συνταγές όπως γεμιστά και διάφορα λαδερά ενώ σπάνια έτρωγαν το ίδια με τους πελάτες. Οι Αμερικανοί πελάτες αρκετές φορές όταν τα έβλεπαν, ζητούσαν να παραγγείλουν από τα «ελληνικά» φαγητά αλλά εξ’ όσων θυμάμαι δεν τους τα σερβίριζαν. Μοναδική εξαίρεση μια πανέμορφη μιγάδα που ενδιαφέρθηκε και όλοι έτρεξαν να την εξυπηρετήσουν. Και το δικό τους φαγητό ήταν πρόθυμοι να της δώσουν αν δεν έφτανε η ποσότητα που έφτιαχνε ο μάγειρας. Είπαμε, η ομορφιά ανοίγει πόρτες, πόσο μάλλον κατσαρόλες.

Μια από τις φορές που πήγαμε στο εστιατόριο, μια ελληνίδα φοιτήτρια που δούλευε ταμίας εκεί, πρότεινε στον θείο μου να με πάρει για βόλτα ως το πανεπιστήμιό της. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση που ο θείος αρνήθηκε πεισματικά. Το λεωφορείο για το πανεπιστήμιο περνούσε από το Χάρλεμ και κατά την γνώμη του δεν ήταν ασφαλές. Ο θείος για να με «γλυκάνει», μετά την απαγόρευση της βόλτας, μου πήρε ένα γουόκμαν της Sony, δώρο που με την επιστροφή στην Ελλάδα, με έκανε αυτόματα το κέντρο της παρέας. Γκατζετάκιας από τότε…

Άλλες φορές, κάναμε βόλτες στην Αστόρια που τότε έβριθε από Έλληνες και ελληνικά μαγαζιά. Πηγαίναμε να δούμε ποδοσφαιρικούς αγώνες στην τηλεόραση του συνδέσμου GreekAmerican που υπήρχε εκεί, γυρίσαμε όλες τις ελληνικές εκκλησίες, κυρίως λόγω του παππού αλλά και αγοράζαμε συχνά ελληνικά προϊόντα. Ακόμη και μπύρες Amstel που φτιάχνονταν στο ελληνικό εργοστάσιο της Πάτρας είχαμε πάρει, καθώς όπως έλεγε ο θείος ήταν «καλύτερες» από τις αντίστοιχες αμερικάνικης προέλευσης. Η χρήση της αγγλικής γλώσσας στην Αστόρια ήταν προαιρετική καθώς οι πάντες μιλούσαν Ελληνικά, ακόμη και άνθρωποι άλλων εθνικοτήτων που δούλευαν στην περιοχή. Επίσης παίρναμε και ελληνικές εφημερίδες, συνήθως της προηγούμενης ημέρας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το σοκ του εφημεριδοπώλη όταν κάποια φορά του ζήτησα την «Ακρόπολη» (για τον βασιλικό παππού) ταυτόχρονα με τον «Ριζοσπάστη» (που διάβαζα εγώ). Ο παππούς, το σοκ αυτό το είχε ξεπεράσει προ πολλού, ο καημός μόνο του έμεινε.

Οι μέρες πέρασαν γρήγορα και μαζί με τους Νεοϋρκέζους συγγενείς φύγαμε οδικώς για τον Καναδά και το Μόντρεαλ όπου και θα γινόταν η βάπτιση της κόρης του άλλου θείου που έμενε εκεί. Από την διαδρομή, μου έχει μείνει μόνο η εικόνα από τα δάση που διασχίζαμε και το κλασικό αμερικάνικο πρωϊνό σε μια από τις «ντάϊνες» του αυτοκινητόδρομου με αυγά, μπέικον, πατάτες και πανκέικς. Το American dream μου φαίνεται αρκετά μαύρο, αλλά το American breakfast με κάνει ακόμα να ξερογλείφομαι.

Οι πρώτες μέρες εκεί κύλησαν μάλλον αδιάφορα με τις ετοιμασίες και τελικά την πραγματοποίηση της βάπτισης. Μας έμεναν άλλες 15 ημέρες περίπου που θα περνούσαμε στο Μόντρεαλ και περισσότερο στην γειτονιά του Kirkland.

Η μάλλον βαρετή καθημερινότητα στο σπίτι και στον κήπο του θείου περιλάμβανε βουτιές στην μικρή πισίνα, φροντίδα του λαχανόκηπου, μαγειρικές της γιαγιάς και μπόλικη τηλεόραση με πολλά επεισόδια του Μπένι Χιλ που ήταν και εκεί πολύ δημοφιλής. Ο καιρός, ζεστός και πολύ υγρός, με έκανε να αισθάνομαι σαν ηλικιωμένος. Για του λόγου το αληθές, τις πρώτες 2-3 ημέρες με πονούσαν όλες μου οι αρθρώσεις και αρνιόμουν πεισματικά να εγκαταλείψω το κρεβάτι μου.

Πήγαμε ωστόσο λίγες φορές και στο κέντρο της πόλης, μιας πόλης σαφώς πιο ανθρώπινης από την Νέα Υόρκη αλλά χωρίς ιδιαίτερο χρώμα και χαρακτηριστικά. Μια – δυο επισκέψεις στην ελληνική γειτονιά και στην Park(Greek) Avenue δεν άλλαξαν καθόλου την άποψη μου για το Μόντρεαλ. Το μόνο που πραγματικά με εντυπωσίασε ήταν ο ποταμός Saint Lawrence (Σαλόρας για τους Ελληνοκαναδούς) με ένα εύρος και έναν όγκο νερού που δεν περίμενα ποτέ να έχει ένα ποτάμι. Έκτοτε τα δικά μας ποτάμια τα βλέπω λίγο σαν ρυάκια.

Σε μια από τις καθόδους στο κέντρο πήγαμε να δούμε και τον ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ της ομάδας του Τορόντο και μιας μικτής ομάδας που είχε έρθει από την Ελλάδα για μερικές «αρπαχτές». Είχα την τύχη να δω live τον Χατζηπαναγή να παίζει και κάποιους άλλους ακόμα παίχτες με γνωστότερο τον παλιό τερματοφύλακα του ΠΑΟΚ, τον Φορτούλα. Αποτέλεσμα αγώνα, ένα απογοητευτικό 1-1, με καταρρακτώδη βροχή στο 2ο ημίχρονο

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον είχαν 1-2 επισκέψεις στην βιοτεχνία του θείου που ήταν γουναράς. Είδα από κοντά πως δούλευαν και πόσο διαφορετική ήταν η ιδιοσυγκρασία των Καναδών εργαζομένων. Ήσυχοι, απομονωμένοι ο καθένας στον εαυτό του, εργάζονταν ασταμάτητα. Ακόμη και στο μεσημεριανό διάλλειμα, η πλειοψηφία τους, δεν σηκωνόταν από την θέση εργασίας, ενώ ζήτημα ήταν αν άλλαζαν δυο κουβέντες μεταξύ τους. Οι μόνοι που ακούγονταν σε όλη την διάρκεια της ημέρας ήταν 2 Έλληνες. Ο ένας τραγουδούσε ή σιγοσφύριζε όλη την ημέρα και ο άλλος δεν σταματούσε να λέει ανέκδοτα και αστεία, ενώ δούλευε με τρελό ρυθμό βγάζοντας την περισσότερη δουλειά. Είχαν ακούσει για το χαρά και εργασία και το εφάρμοζαν…

Αλλά το πιο ωραίο μέρος αυτής της περιόδου ήταν μια διήμερη εκδρομή στον Νιαγάρα με μια σύντομη στάση στο Τορόντο.

Ξεκινήσαμε από το Μόντρεαλ με ένα γιγάντιο αυτοκίνητο Oldsmobil, ένα από αυτά τα οχήματα με τα χιλιάδες κυβικά που κυκλοφορούσαν τότε σε όλη την βόρεια Αμερική. Η διαδρομή που διέσχιζε τους ατέλειωτους καναδέζικους κάμπους με δρόμους που κάθε 50 - 60 χιλιόμετρα είχαν και μια ελαφριά στροφή, παίζει να είναι και η πιο βαρετή που έχω κάνει στην ζωή μου, μέχρι σήμερα.

Στο Τορόντο κινηθήκαμε αποκλειστικά στην ελληνική γειτονιά, μια αρκετή μεγάλη περιοχή πολύ προσεγμένη, με ελληνικές πινακίδες δρόμων, πολλούς ελληνικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς και 2 αμιγώς ελληνικούς τηλεοπτικούς σταθμούς.

Όλα αυτά βέβαια ατόνησαν όταν επιτέλους φτάσαμε στον Νιαγάρα. Το θέαμα με συνεπήρε, πραγματικά τα έχασα. Πηγαινοερχόμουν ασταμάτητα στο πλάι του ποταμού, εκεί που το νερό, ενώ βρισκόταν ακριβώς δίπλα σου, στο ένα μέτρο, ξαφνικά χανόταν στο βάθος μέσα σε σύννεφα σταγονιδίων. Κάπως έτσι πρέπει να είναι τα θαύματα, σκεπτόμουν. Ήθελα πολύ να κατέβω κάτω, να πάρω το καραβάκι που σε πήγαινε ακριβώς στο σημείο που έσκαγε ο καταρράκτης, αλλά οι υπόλοιποι δεν μου κάναν την χάρη. Μείναμε αρκετές ώρες, εγώ θα μπορούσα να μείνω και μέρες, αλλά τελικά, σέρνοντας με, φύγαμε, αφήνοντας πίσω μας την μαγευτική επίδειξη της φύσης.

Επιστρέψαμε στο Μόντρεαλ και οι λίγες μέρες που απέμεναν δεν προσέφεραν καμιά άλλη συνταρακτική εμπειρία. Γυρνώντας στα πάτρια εδάφη υπήρχε ακόμη χρόνος για μερικά μπάνια στο χωριό αλλά και να κάνω το «κομμάτι» μου στους φίλους μου…
 
Last edited:

Thalassaki

Member
Μηνύματα
597
Likes
3.107
Επόμενο Ταξίδι
........
Στην Βόρεια Αμερική με τον … παππού και τη γιαγιά

Το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό. - Καλοκαίρι 1983 (Αχ ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια, που λέει και ο Ρήγας στη σειρά)

Στην τρυφερή ηλικία των 16 ετών, δεν ξέρω πως, η οικογένεια μου αποφάσισε να συνοδεύσω τους γονείς της μητέρας μου, σ’ ένα ταξίδι 40 περίπου ημερών στην Νέα Υόρκη και στο Μόντρεαλ. Αφορμή τα βαφτίσια της ξαδέρφης μου (που τώρα πια έχει δικά της παιδιά!!!).

Δεν ενθουσιάστηκα απλώς, ούρλιαζα από την χαρά μου. Σαν Ινδιάνος σε τελετή επίκλησης βροχής που βγάζει ακατάληπτες ιαχές, σαν δαιμονισμένος λίγο πριν τον εξορκισμό ένα πράγμα. Φανταστείτε έναν έφηβο που δεν είχε πάει σχεδόν πουθενά στην Ελλάδα (εκτός της περίφημης και περιλάλητης Ναυπάκτου), να ετοιμάζεται για ένα τόσο μακρινό ταξίδι, να μπαίνει πρώτη φορά σε αεροπλάνο και να επισκέπτεται μέρη που έβλεπε μόνο στην τηλεόραση (η οποία παρεμπιπτόντως στο σπίτι μας ήταν ακόμα ασπρόμαυρη).

Όταν λοιπόν ήρθε η μέρα ξεκινήσαμε για το αεροδρόμιο (του Ελληνικού, να μην ξεχνιόμαστε), οι τρείς μας, εγώ, ο παππούς - που ήταν και παπάς - και η γιαγιά. Στο, Jumbo jet 747 της Ολυμπιακής που στα μάτια μου φάνταζε τεράστιο υπήρχε το αδιαχώρητο και ατμόσφαιρα ήταν πολύ βαριά από τους θεριακλήδες που κάπνιζαν αρειμανίως. Τώρα πια μου φαίνεται σαν λίθινη εποχή ή μάλλον η εποχή του καπνού. Ο παππούς ήταν ο αρχηγός του ταξιδιού καθότι ο πιο έμπειρος. Είχε ξαναπάει άλλες 2 φορές να δει τα παιδιά του, που ζούσαν πολλά χρόνια εκεί, οπότε είχα μια σχετική ασφάλεια για το πως θα κινηθούμε. Εγώ με την σειρά μου ήμουν ο «αγγλομαθής». Τα αγγλικά μου φτωχά αλλά αρκετά για να κερδίσω το χρίσμα του διερμηνέα - μεταφραστή μέχρι να μας παραλάβουν οι συγγενείς στην Νέα Υόρκη. Γρήγορα όμως αποδείχτηκε πως η γνώση της γλώσσας ήταν λιγότερο χρήσιμο εφόδιο από την καπατσοσύνη του «έμπειρου» παππού. Φτάνοντας στο αεροδρόμιο Kennedy πέσαμε σε ενδελεχή έλεγχο από έναν τελωνιακό, μάλλον πορτορικάνικης καταγωγής, που μας ξετίναξε. Βλέποντας μάλιστα τον τενεκέ τυρί που είχαμε μαζί μας, άρχισε να ρωτά τον «αγγλομαθή» τι ήταν αυτό. Εγώ, με καμάρι, του απάντησα cheese αλλά δεν φάνηκε να τον ικανοποίησα. Με ξαναρώτησε χρησιμοποιώντας μια άγνωστη σε μένα αγγλική λέξη. Συνέχισα να επιμένω, λέγοντας διαρκώς cheese, cheese, αλλά άκρη δεν έβγαινε μέχρι που ανέλαβε ρόλο ο παππούς λέγοντας σε άπταιστα ελληνικά «Ναι παιδί μου, φέτα είναι». Ο Πορτορικανός τελωνιακός ήταν γνώστη των ΠΟΠ ελληνικών προϊόντων και τα αποκαλούσε με το όνομα τους, οπότε με κατέλαβε εξ’ απήνης.

Η πρώτη εικόνα που θυμάμαι ήταν από την γειτονιά του Flushing όπου μείναμε τις πρώτες 20 ημέρες και ήταν καθησυχαστική. Ωραία σπίτια, άνετοι δρόμοι χωρίς κίνηση και κυρίως με αρκετά παιδιά σε κοντινές ηλικίες. Το ίδιο βράδυ συνειδητοποίησα τι είναι το jet lag καθώς είχα ξυπνήσει από τις 5 και χάζευα τα σκιουράκια να ανεβοκατεβαίνουν στα δέντρα του δρόμου.

Ο ξάδερφος ήταν σε κοντινή ηλικία (μόλις 1 χρόνο μικρότερος), κι ερχόταν τακτικά στην Ελλάδα οπότε θα είχα σίγουρα καλή παρέα. Η επαφή με τα παιδιά της γειτονιάς ήταν συμπαθής και το παιχνίδι στους δρόμους έδινε κι έπαιρνε. Ποδόσφαιρο (όπου ήμουν και ο αστέρας), μπάσκετ αλλά ακόμα και το απίστευτα βαρετό softball μας κρατούσαν σε εγρήγορση. Κάτι ακόμα που μ’ ενθουσίασε ήταν το φορτηγάκι με τα παγωτά που περνούσε από όλες τις γειτονιές και το περιμέναμε με λαχτάρα (Γνωστός λιχούδης από τότε). Κάποιες φορές καθώς ήμουν ψηλότερος από το σύνηθες για την ηλικία μου, ο ξάδερφος και οι φίλοι του με «χρησιμοποιούσαν» για να παίρνω μπύρες από τα σούπερ μάρκετ της γειτονιάς καθότι εκείνοι έπρεπε να περιμένουν να κλείσουν τα 21 για να το κάνουν νόμιμα.

Η αίσθηση ασφάλειας που νιώθαμε όμως ήταν επίπλαστη καθώς στις ημέρες που έμεινα εκεί, έγινα μάρτυρας κλοπής ποδηλάτου (του πιτσιρικά που μοίραζε τις εφημερίδες, με βίαιο τρόπο μάλιστα), και στο κοντινό παρκάκι που παίζαμε μπάσκετ έγινε μέχρι και φόνος. Ευτυχώς εκεί δεν ήμουν μάρτυρας.

Οι βόλτες στο Μανχάταν ή σε άλλες γνωστές περιοχές ήταν πολύ περιορισμένες. Ο θείος, εστιάτορας στο επάγγελμα (τι σπάνιο!!!), με πήρε μαζί του 4-5 φορές όλες κι όλες. Μπόρεσα έτσι να πάρω μια μικρή γεύση από την πόλη, αλλά όχι κάτι συγκλονιστικό. Είδα πολλούς ουρανοξύστες από κάτω, καθώς ο θείος λόγω υψοφοβίας δεν με ανέβασε ούτε στο Εμπάιαρ, ούτε στους δίδυμους πύργους. Μετά τον αρχικό ενθουσιασμό για αυτά τα τεράστια κτίρια η αίσθηση μου ήταν περισσότερο του τρόμου παρά του θαυμασμού. Αυτή η άκρατη επίδειξη οικονομικής δύναμης – όλα έπρεπε να είναι μεγάλα, κενά ωστόσο ιστορικού ή άλλου ενδιαφέροντος – έδινε αφορμή για άλλου είδους σκέψεις. Οι επισκέψεις στον καθεδρικό της πόλης και στο κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό ήταν σαφώς πιο ενδιαφέρουσες αλλά όχι κάτι το εντυπωσιακό. Πιο πολύ μου κίνησαν το ενδιαφέρον, το μετρό και τα αστικά λεωφορεία παρόλο που ήταν βρώμικα και «μυρωδάτα».

Στο εστιατόριο του θείου κυριαρχούσε το «αμερικάνικο» φαγητό με τα «στέκια», τα burgers και τις σαλάτες που σκεπάζονταν από βουνά σως, όλα τους πολύ άνοστα για τα γούστα μου. Ωστόσο το μεσημεριανό φαγητό των υπαλλήλων (στην πλειοψηφία τους Ελλήνων) ήταν διαφορετικό από τα προς πώληση αγαθά και συνήθως περιελάμβανε ελληνικές συνταγές όπως γεμιστά και διάφορα λαδερά ενώ σπάνια έτρωγαν το ίδια με τους πελάτες. Οι Αμερικανοί πελάτες αρκετές φορές όταν τα έβλεπαν, ζητούσαν να παραγγείλουν από τα «ελληνικά» φαγητά αλλά εξ’ όσων θυμάμαι δεν τους τα σερβίριζαν. Μοναδική εξαίρεση μια πανέμορφη μιγάδα που ενδιαφέρθηκε και όλοι έτρεξαν να την εξυπηρετήσουν. Και το δικό τους φαγητό ήταν πρόθυμοι να της δώσουν αν δεν έφτανε η ποσότητα που έφτιαχνε ο μάγειρας. Είπαμε, η ομορφιά ανοίγει πόρτες, πόσο μάλλον κατσαρόλες.

Μια από τις φορές που πήγαμε στο εστιατόριο, μια ελληνίδα φοιτήτρια που δούλευε ταμίας εκεί, πρότεινε στον θείο μου να με πάρει για βόλτα ως το πανεπιστήμιό της. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση που ο θείος αρνήθηκε πεισματικά. Το λεωφορείο για το πανεπιστήμιο περνούσε από το Χάρλεμ και κατά την γνώμη του δεν ήταν ασφαλές. Ο θείος για να με «γλυκάνει», μετά την απαγόρευση της βόλτας, μου πήρε ένα γουόκμαν της Sony, δώρο που με την επιστροφή στην Ελλάδα, με έκανε αυτόματα το κέντρο της παρέας. Γκατζετάκιας από τότε…

Άλλες φορές, κάναμε βόλτες στην Αστόρια που τότε έβριθε από Έλληνες και ελληνικά μαγαζιά. Πηγαίναμε να δούμε ποδοσφαιρικούς αγώνες στην τηλεόραση του συνδέσμου GreekAmerican που υπήρχε εκεί, γυρίσαμε όλες τις ελληνικές εκκλησίες, κυρίως λόγω του παππού αλλά και αγοράζαμε συχνά ελληνικά προϊόντα. Ακόμη και μπύρες Amstel που φτιάχνονταν στο ελληνικό εργοστάσιο της Πάτρας είχαμε πάρει, καθώς όπως έλεγε ο θείος ήταν «καλύτερες» από τις αντίστοιχες αμερικάνικης προέλευσης. Η χρήση της αγγλικής γλώσσας στην Αστόρια ήταν προαιρετική καθώς οι πάντες μιλούσαν Ελληνικά, ακόμη και άνθρωποι άλλων εθνικοτήτων που δούλευαν στην περιοχή. Επίσης παίρναμε και ελληνικές εφημερίδες, συνήθως της προηγούμενης ημέρας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το σοκ του εφημεριδοπώλη όταν κάποια φορά του ζήτησα την «Ακρόπολη» (για τον βασιλικό παππού) ταυτόχρονα με τον «Ριζοσπάστη» (που διάβαζα εγώ). Ο παππούς, το σοκ αυτό το είχε ξεπεράσει προ πολλού, ο καημός μόνο του έμεινε.

Οι μέρες πέρασαν γρήγορα και μαζί με τους Νεοϋρκέζους συγγενείς φύγαμε οδικώς για τον Καναδά και το Μόντρεαλ όπου και θα γινόταν η βάπτιση της κόρης του άλλου θείου που έμενε εκεί. Από την διαδρομή, μου έχει μείνει μόνο η εικόνα από τα δάση που διασχίζαμε και το κλασικό αμερικάνικο πρωϊνό σε μια από τις «ντάϊνες» του αυτοκινητόδρομου με αυγά, μπέικον, πατάτες και πανκέικς. Το American dream μου φαίνεται αρκετά μαύρο, αλλά το American breakfast με κάνει ακόμα να ξερογλείφομαι.

Οι πρώτες μέρες εκεί κύλησαν μάλλον αδιάφορα με τις ετοιμασίες και τελικά την πραγματοποίηση της βάπτισης. Μας έμεναν άλλες 15 ημέρες περίπου που θα περνούσαμε στο Μόντρεαλ και περισσότερο στην γειτονιά του Kirkland.

Η μάλλον βαρετή καθημερινότητα στο σπίτι και στον κήπο του θείου περιλάμβανε βουτιές στην μικρή πισίνα, φροντίδα του λαχανόκηπου, μαγειρικές της γιαγιάς και μπόλικη τηλεόραση με πολλά επεισόδια του Μπένι Χιλ που ήταν και εκεί πολύ δημοφιλής. Ο καιρός, ζεστός και πολύ υγρός, με έκανε να αισθάνομαι σαν ηλικιωμένος. Για του λόγου το αληθές, τις πρώτες 2-3 ημέρες με πονούσαν όλες μου οι αρθρώσεις και αρνιόμουν πεισματικά να εγκαταλείψω το κρεβάτι μου.

Πήγαμε ωστόσο λίγες φορές και στο κέντρο της πόλης, μιας πόλης σαφώς πιο ανθρώπινης από την Νέα Υόρκη αλλά χωρίς ιδιαίτερο χρώμα και χαρακτηριστικά. Μια – δυο επισκέψεις στην ελληνική γειτονιά και στην Park(Greek) Avenue δεν άλλαξαν καθόλου την άποψη μου για το Μόντρεαλ. Το μόνο που πραγματικά με εντυπωσίασε ήταν ο ποταμός Saint Lawrence (Σαλόρας για τους Ελληνοκαναδούς) με ένα εύρος και έναν όγκο νερού που δεν περίμενα ποτέ να έχει ένα ποτάμι. Έκτοτε τα δικά μας ποτάμια τα βλέπω λίγο σαν ρυάκια.

Σε μια από τις καθόδους στο κέντρο πήγαμε να δούμε και τον ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ της ομάδας του Τορόντο και μιας μικτής ομάδας που είχε έρθει από την Ελλάδα για μερικές «αρπαχτές». Είχα την τύχη να δω live τον Χατζηπαναγή να παίζει και κάποιους άλλους ακόμα παίχτες με γνωστότερο τον παλιό τερματοφύλακα του ΠΑΟΚ, τον Φορτούλα. Αποτέλεσμα αγώνα, ένα απογοητευτικό 1-1, με καταρρακτώδη βροχή στο 2ο ημίχρονο

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον είχαν 1-2 επισκέψεις στην βιοτεχνία του θείου που ήταν γουναράς. Είδα από κοντά πως δούλευαν και πόσο διαφορετική ήταν η ιδιοσυγκρασία των Καναδών εργαζομένων. Ήσυχοι, απομονωμένοι ο καθένας στον εαυτό του, εργάζονταν ασταμάτητα. Ακόμη και στο μεσημεριανό διάλλειμα, η πλειοψηφία τους, δεν σηκωνόταν από την θέση εργασίας, ενώ ζήτημα ήταν αν άλλαζαν δυο κουβέντες μεταξύ τους. Οι μόνοι που ακούγονταν σε όλη την διάρκεια της ημέρας ήταν 2 Έλληνες. Ο ένας τραγουδούσε ή σιγοσφύριζε όλη την ημέρα και ο άλλος δεν σταματούσε να λέει ανέκδοτα και αστεία, ενώ δούλευε με τρελό ρυθμό βγάζοντας την περισσότερη δουλειά. Είχαν ακούσει για το χαρά και εργασία και το εφάρμοζαν…

Αλλά το πιο ωραίο μέρος αυτής της περιόδου ήταν μια διήμερη εκδρομή στον Νιαγάρα με μια σύντομη στάση στο Τορόντο.

Ξεκινήσαμε από το Μόντρεαλ με ένα γιγάντιο αυτοκίνητο Oldsmobil, ένα από αυτά τα οχήματα με τα χιλιάδες κυβικά που κυκλοφορούσαν τότε σε όλη την βόρεια Αμερική. Η διαδρομή που διέσχιζε τους ατέλειωτους καναδέζικους κάμπους με δρόμους που κάθε 50 - 60 χιλιόμετρα είχαν και μια ελαφριά στροφή, παίζει να είναι και η πιο βαρετή που έχω κάνει στην ζωή μου, μέχρι σήμερα.

Στο Τορόντο κινηθήκαμε αποκλειστικά στην ελληνική γειτονιά, μια αρκετή μεγάλη περιοχή πολύ προσεγμένη, με ελληνικές πινακίδες δρόμων, πολλούς ελληνικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς και 2 αμιγώς ελληνικούς τηλεοπτικούς σταθμούς.

Όλα αυτά βέβαια ατόνησαν όταν επιτέλους φτάσαμε στον Νιαγάρα. Το θέαμα με συνεπήρε, πραγματικά τα έχασα. Πηγαινοερχόμουν ασταμάτητα στο πλάι του ποταμού, εκεί που το νερό, ενώ βρισκόταν ακριβώς δίπλα σου, στο ένα μέτρο, ξαφνικά χανόταν στο βάθος μέσα σε σύννεφα σταγονιδίων. Κάπως έτσι πρέπει να είναι τα θαύματα, σκεπτόμουν. Ήθελα πολύ να κατέβω κάτω, να πάρω το καραβάκι που σε πήγαινε ακριβώς στο σημείο που έσκαγε ο καταρράκτης, αλλά οι υπόλοιποι δεν μου κάναν την χάρη. Μείναμε αρκετές ώρες, εγώ θα μπορούσα να μείνω και μέρες, αλλά τελικά, σέρνοντας με, φύγαμε, αφήνοντας πίσω μας την μαγευτική επίδειξη της φύσης.

Επιστρέψαμε στο Μόντρεαλ και οι λίγες μέρες που απέμεναν δεν προσέφεραν καμιά άλλη συνταρακτική εμπειρία. Γυρνώντας στα πάτρια εδάφη υπήρχε ακόμη χρόνος για μερικά μπάνια στο χωριό αλλά και να κάνω το «κομμάτι» μου στους φίλους μου…
Σε ευχαριστώ που μοιράστηκες μαζί μας με τόσο όμορφο τρόπο τις εφηβικές σου αναμνήσεις μέσα από το πρώτο σου υπερατλαντικό ταξίδι, σε μια εποχή που τέτοιου είδους ταξίδια δεν ήταν καθόλου εύκολα.
 

travelbreak

Member
Μηνύματα
1.138
Likes
7.512
Επόμενο Ταξίδι
Τώρα με τον κορονοϊό....
Ονειρεμένο Ταξίδι
Υπερσιβηρικός
1982. Διακοπές στα Φαλάσερνα

Το καλοκαίρι του 1982 είχα πάει βέβαια στην Κρήτη, στο χωριό μου. Μια μέρα φόρτωσα το παπί μου με μια μικρή σκηνή, ένα ψαροντούφεκο με τα συναφή, μια μικρή κατσαρόλα και 2-3 βιβλία. Πήγα και έστησα τη σκηνή μου στα Φαλάσερνα. Μου άρεσε εκεί γιατί είχα φίλους στην περιοχή και είχα παρέα. Είχα και ωραίες αναμνήσεις από τα πιο παιδικά μου χρόνια. Το πρωί σηκωνόμουν κατά τις εννιά και διάβαζα (πίνοντας ένα φραπέ με ό,τι νερό είχα) για καμιά ωρίτσα. Μετά έκανα μια μακαρονάδα ή βραστές πατάτες ή ντοματοσαλάτα και έτρωγα με παξιμάδι. Η μικρή κατσαρόλα τα έκανε όλα. Η μακαρονάδα είχε πλάκα: έβαζα λάδι, κρεμμύδι, μπελτέ και καπάκι τα μακαρόνια με νερό. Μόλις έπιναν το νερό τα μακαρόνια έσβηνα τη φωτιά, τα άφηνα λίγο να κρυώσουν και έτοιμο το φαγητό.

Μετά ανέβαινα στο καφενείο-ταβέρνα (στα εκατό μέτρα πιο πάνω από τη σκηνή μου) και έβρισκα κανένα γνωστό για τάβλι ή πρέφα. Είναι το Sunset πάνω από το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής.

Μετά από δυο-τρεις ώρες την έκανα για μπάνιο και ψάρεμα. Πήγαινα με τα πόδια εκεί κοντά ή έπαιρνα το παπί για να πάω αλλού. Ένα πεντάωρο κάτω από τον ήλιο ήταν σίγουρο. Σε αυτό το διάστημα κολυμπούσα, διάβαζα και στο τέλος ψάρευα τόσο, όσο να πιάσω μισό κιλό ψάρια. Τα άφηνα στη θάλασσα μέχρι να φύγω για να μη χαλάσουν. Αν τα αφήσεις στη σακούλα, σε δυο ώρες θα έχουν σκουληκιάσει. Την έχω πάθει και ξέρω. Επέστρεφα στη σκηνή και τηγάνιζα τα ψάρια. Εννοείται ότι είχα μαζί μου αλεύρι και ένα-δυο πιάτα. Καθώς και ένα μπουκάλι κρασί για να πίνω και κανένα ποτήρι. Ώσπου να τα κάνω όλα αυτά, περνούσε η ώρα και ντυνόμουν για τη βραδινή έξοδο. Μη φανταστείτε ότι εκεί επικρατεί η σημερινή κατάσταση. Ούτε ομπρέλες είχε στις διάφορες αμμουδιές, ούτε άλλα μαγαζιά εκτός από το Sunset και άλλο ένα λίγο πιο πάνω. Αν έβρισκα παρέα καθόμουν στο Sunset, αλλιώς έπαιρνα το παπί και πήγαινα στο Καστέλι, όπου κάποιον θα έβρισκα.

Τις χρονιές που πήγαινα κανόνιζα αν μπορούσα να βρίσκομαι εκεί στο τέλος του Ιουλίου, που στις 26 ήταν η γιορτή της Αγίας Παρασκευής, το εκκλησάκι λίγο πάνω από τη σκηνή μου. Την παραμονή γινόταν μεγάλο πανηγύρι και μου άρεσε γιατί γινόταν χαμός. Το μέρος που είχα τη σκηνή δεν είχε πρόβλημα από όλα αυτά γιατί ήταν ακριβώς δίπλα σε ένα τεράστιο βράχο και έβλεπε τη θάλασσα, ενώ η φασαρία ήταν πίσω από αυτόν. Και εκείνη τη χρονιά είχα πάει την κατάλληλη περίοδο.

Μερικές μέρες πριν το πανηγύρι είχαν εμφανιστεί δυο αυστριακές. Μια υπέροχη, η Γαβριέλα και η φίλη της η Μαρία, που δεν με ενθουσίαζε. Πριν προλάβει κανείς μας να κάνει τίποτα, καπαρώνει την Γαβριέλα ο Έντυ. Αυτός ήταν ένας μέθυσος που το μισό χρόνο δούλευε στα θερμοκήπια που ήταν στην περιοχή. Όσα λεφτά έβγαζε τα ξόδευε σε ελάχιστο φαγητό και τα πιο πολλά σε μπύρες. Καλά και αυτή, μάτια δεν είχε να δει με τι ραμολιμέντο είχε μπλέξει; Εγώ την έβλεπα και σκεφτόμουν ότι δεν θα ήταν δύσκολο να την πάρουμε από αυτόν. Να τη σώσουμε δηλαδή. Μας δόθηκε η ευκαιρία τη μέρα που γινόταν το πανηγύρι.

Έχω ντυθεί από νωρίς και με το Μανώλη κόβουμε από ένα ανθό πικροδάφνης και όταν βλέπουμε τις δυο αυστριακές τους τα προσφέρουμε. Τα δέχονται με χαρά. Εδώ αρχίζει το μπλέξιμο. Ο Μανώλης και η Γαβριέλα ξέρουν λίγα αγγλικά. Εγώ και η Μαρία περισσότερα. Τα ζευγάρια έγιναν ανάλογα με τις γνώσεις των αγγλικών. Αυτό ήταν άσχημο για μένα. Εγώ προσπαθούσα να ξεφύγω από τη Μαρία και όλο αυτή με τράβαγε από την φίλη της. Μετά από λίγο και αφού με τη συζήτηση είχε ζεσταθεί η γνωριμία μας, έφυγαν αυτές να πάνε να ντυθούν καλύτερα, γιατί το βράδυ είχε τοπικούς χορούς και τα γνωστά που γίνονται στα πανηγύρια. Δώσαμε ραντεβού μετά από μια δυο ώρες.

Με το Μανώλη ήμασταν ενθουσιασμένοι. Πιο πολύ αυτός. Τα πράγματα εξελίσσονταν καλά. Πιάνω το Μανώλη και του λέω: όταν τις ξαναδούμε εσύ θα μιλάς μόνο στη Μαρία. Εγώ ή τη Γαβριέλα θα πάρω ή καμία. Ο Μανώλης δεν είχε πρόβλημα γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να μου χαλάσει χατίρι. Με ήξερε χρόνια. Βέβαια προέβλεψε ότι το καμάκι θα ναυαγούσε, γιατί ήταν σίγουρος ότι η Μαρία κρεμόταν από πάνω μου. Δηλαδή ότι η Μαρία δε θα άφηνε την αλλαγή να προχωρήσει. Κάνε εσύ αυτό που σου λέω και θα δούμε, του λέω. Είχα μια τρομερή σιγουριά. Δεν ξέρω που την έβρισκα.

Πάμε με το Μανώλη λίγο νωρίτερα στο ραντεβού και τι να δω; Τη Γαβριέλα την είχε από κοντά ένας άλλος γνωστός, ο DC, έτσι τον λέγαμε. Πάω και του λέω να σπάσει, αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος. Δε βλέπεις; μου λέει. Σχεδόν την έχω ρίξει. Ρε την έχουμε εμείς με το Μανώλη, του λέω. Μεγάλη πλάκα. Και αν θυμάστε ουσιαστικά την έχει άλλος, ο Έντυ. Αυτόν δε τον ρωτούσαμε. Θα του δίναμε δυο μπύρες και θα πήγαινε για ύπνο. Πάντως δε μαλώναμε, γιατί τον DC τον ήξερα και αυτόν χρόνια. Του λέει δυο λόγια και ο Μανώλης και ο καλός DC «μας την άφησε».

Μην τα πολυλογώ, η αλλαγή πέτυχε χωρίς δυσκολία. Ο Μανώλης έκανε παρέα με τη Μαρία κι εγώ με την Γαβριέλα. Η Μαρία μετά από λίγο έφυγε γιατί κατάλαβε ότι δεν την ήθελα (μα ποιος είμαι!) και ο καημένος ο Μανώλης πήγε και βρήκε άλλη παρέα. Εγώ με τη Γαβριέλα κάτσαμε μέχρι αργά και με τα λίγα αγγλικά που καταλάβαινε προσπαθούσα να της εξηγήσω την κρητική νοοτροπία. Όταν όμως προσπάθησα να προχωρήσω την έφαγα τη χυλόπιτα. Μου ήρθε κατραπακιά. Είχα την αίσθηση ότι θα προχωρούσαμε. Όμως όχι. Πήγε να κάνει παρέα στη φίλη της, λέγοντάς μου ότι θέλει να μείνει μόνη. Εγώ απογοητεύτηκα πιο πολύ γιατί μου είχαν πει ότι την άλλη μέρα, (μάλλον, δεν ήταν σίγουρο), θα έφευγαν από την παραλία. Εννοείται ότι ήμουν αποφασισμένος να συνέχιζα μαζί τους αν προχωρούσαμε καλά.

Την άλλη μέρα για να μην τύχει και την ξαναδώ (δεν άντεχα), πήρα το παπί και πήγα μέχρι αργά το βράδυ στο Καστέλι με φίλους. Είχε και ένα άλλο πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα εκεί κοντά. Στου Κολένη, για όσους ξέρουν.

ΥΓ 1. Ο DC ύστερα από λίγους μήνες ήταν η αφορμή που γνώρισα τη σύζυγό μου.

ΥΓ 2. Ουσιαστικά η ιστορία τελειώνει εδώ, αλλά είναι όπως οι σειρές με τα αυτοτελή επεισόδια: έχει και άλλο αυτόνομο επεισόδιο, το επόμενο.
 

taver

Member
Μηνύματα
10.749
Likes
17.613
Ονειρεμένο Ταξίδι
Iles Kerguelen
1987: 13 ετών μπατίρης στην Αγγλία.

Το ημερολόγιο έγραφε 1987, εγώ ήμουν 13 ετών μαθητής Β’ Γυμνασίου, όταν το φροντιστήριο Αγγλικών μου, στη μικρή πόλη της Κρήτης όπου ζούσα, μας ενημέρωσε ότι διοργάνωνε το καλοκαίρι ένα summer school στην Αγγλία, για τα παιδιά που θέλανε να βελτιώσουν τα Αγγλικά τους.

Ήταν μια εποχή που ήμουνα τρελαμένος με την "ξένη" μουσική. Στην μικρή πόλη που ζούσα, αν ήθελα να ακούσω σύγχρονη ή παλιότερη ξένη μουσική πέρα από χιτάκια, έπρεπε να στήνομαι στο πρώτο πρόγραμμα από τις 4 ως τις 5 για να ακούσω την εκπομπή του Πετρίδη - δεν πιάναμε ιδιωτικά ραδιόφωνα και τηλεοράσεις ακόμα, γιατί η κρατική πολιτική τα ήθελε τοπικής εμβέλειας μόνο, και αυτό φυσικά τα οδηγούσε όλα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Στηνόμουνα με το κασετόφωνο, έγραφα όλη την εκπομπή σε κασέτες, και μετά αντέγραφα τα τραγούδια που ήθελα σε άλλες κασέτες. Το να πάω στην Αγγλία, στη Μέκκα της μουσικής, και να ακούσω, αγοράσω, νιώσω, ότι περισσότερο μπορούσα, ήταν όνειρο. Και το να βελτιώσω και τα Αγγλικά μου χρήσιμο θα ήταν, δε λέω, αλλά βρείτε μου έναν 13χρονο που να το βάζει προτεραιότητα :)

Το πούλησα φαίνεται καλά στους γονείς μου το καλοκαιρινό σχολείο Αγγλικών, γιατί δέχτηκαν να καταβάλλουν το τίμημα για το μοναχοπαίδι τους (που αν θυμάμαι καλά ήταν πάνω από 250.000 δραχμές, περίπου ένας μισθός τότε, αν θυμάμαι καλά, δύσκολο για τους γονείς μου) και έτσι θα πήγαινα για 3 εβδομάδες στην Αγγλία, χωρίς γονείς, μόνο με άλλα παιδιά και ανθρώπους από το φροντιστήριο. Δεν υπήρχε όμως κανένα παιδί στην ηλικία μου από την πόλη μου, μόνο 2 παιδιά 2-3 χρόνια μεγαλύτερα, τα υπόλοιπα ήταν όλα από την πόλη του Ηρακλείου, άγνωστα ως τότε σε μένα, και τα περισσότερα συμμαθητές μεταξύ τους σε ένα μεγάλο ιδιωτικό σχολείο της πόλης.

Πως θα ταξίδευα μόνος μου; Είχαμε προνοήσει για πολλά θέματα. Έβγαλα το δεύτερό μου διαβατήριο, καθώς το προηγούμενο είχε λήξει 2 μήνες πριν το ταξίδι. Ταυτότητα ακόμα δεν είχα, αλλά και να είχα, τότε δεν υπήρχε ακόμα Ευρωπαϊκή Ένωση, μόνο ΕΟΚ, και το διαβατήριο ήταν απαραίτητο για όλους. Οι γονείς μου υπέγραψαν για το ταξίδι. Είχα ψωνίσει αρκετά ρούχα και είχα πάρει και μια βαλίτσα, γκρι με λευκές και κόκκινες ρίγες θυμάμαι, την οποία είχα και… ζωγραφίσει με μαρκαδόρο για να την ξεχωρίζω στον ιμάντα αποσκευών. Είχα μαρκάρει με τα αρχικά μου όλα τα ρούχα. Μετρητά, για τις τρείς εβδομάδες, δε θα χρειαζόμουνα και πάρα πολλά, ήταν όλα πληρωμένα στο πακέτο, αλλά πήρα μερικά. Ένα μέρος από αυτά, σε λίρες και δραχμές, είχε κρυφτεί κάπου μέσα στη βαλίτσα, και ένα άλλο μέρος θα το είχα πάνω μου σε λίρες και δολάρια και κάτι Γαλλικά φράγκα, όπως και τη φωτογραφική μου (ένα φιλμ μόνο, τα υπόλοιπα στη βαλίτσα).

Ήταν νομίζω ένα Σάββατο χαράματα στα τέλη Ιουλίου, όταν οι γονείς μου με πήγαν στο αεροδρόμιο στο Ηράκλειο, μιάμιση ώρα δρόμο από κει που μέναμε. Θα πετάγαμε με πρωινή πτήση της Ολυμπιακής από Ηράκλειο για Αθήνα, και την ίδια μέρα το απόγευμα για το Λονδίνο με British Airways.

Η πτήση μας έφτασε στο δυτικό terminal στο Ελληνικό, και κατεβήκαμε στις αφίξεις εσωτερικού, όπου, για όποιον τα θυμάται, υπήρχαν δυο μόνο ιμάντες αποσκευών, ένας μεγάλος κι ένας μικρός, για όλες τις πτήσεις εσωτερικού. Οι δικές μας, μαζί και μερικών ακόμα πτήσεων, θα έβγαιναν στο μεγάλο ιμάντα. Μέχρι να φτάσουμε εκεί, είχαν ήδη αρχίσει να βγαίνουν οι αποσκευές της πτήσης μας. Κοίταξα λίγο τις βαλίτσες που είχαν μαζευτεί στην άκρη του ιμάντα (δεν ήταν κυκλικός, μαζεύονταν όλες στο τέλος). Δε βρήκα τη βαλίτσα μου, είδα όμως εκεί μια παρόμοια – ίδιο μοντέλο αλλά χωρίς τις ζωγραφιές μου. Δεν το σπουδαιολόγησα, απλά περίμενα για τη δική μου.

Πέρασε αρκετή ώρα, όλα τα παιδιά είχαν παραλάβει τις βαλίτσες τους, εκτός από εμένα. Πήγαμε με την καθηγήτρια από το φροντιστήριο (μία μόνο συνοδός ήταν από το δικό μας, οι άλλες ήταν από άλλα φροντιστήρια του Ηρακλείου) και τον ταξιδιωτικό πράκτορα που οργάνωνε την εκδρομή (από Αθηναϊκό γραφείο) στο γραφείο απολεσθέντων. Η παρόμοια βαλίτσα, ήταν ακόμα στην άκρη του ιμάντα. Φαίνεται πως ο κάτοχός της, αντί για τη δική του βαλίτσα, παρέλαβε τη δική μου και έφυγε από το αεροδρόμιο. Το γραφείο απολεσθέντων θα περίμενε λίγο ακόμα, μήπως κάποιος άλλος εμφανιζόταν για την παρόμοια βαλίτσα, και στη συνέχεια θα επικοινωνούσε με τον κάτοχό της για το λάθος. Μόλις λυνόταν το πρόβλημα, θα μας έστελναν τη βαλίτσα στην Αγγλία.

Η πτήση μας για το Λονδίνο θα ήταν απογευματινή, οπότε περάσαμε τη μέρα μας κάνοντας βόλτες στο κεφαλάρι. Φάγαμε παγωτά στην Αλάσκα και κόψαμε βόλτες ως την Κασαβέτη. Το απόγευμα, ήρθε η ώρα να πάμε πάλι στο αεροδρόμιο, στο ανατολικό terminal αυτή τη φορά. Επικοινωνώντας με το γραφείο απολεσθέντων, μάθαμε ότι ο κάτοχος της παρόμοιας βαλίτσας δεν είχε εντοπιστεί. Παρ’ όλα αυτά, επιβιβάστηκα κανονικά στην πτήση για Λονδίνο. Δεν το έχανα το ταξίδι…

Έτσι, φτάσαμε στο Heathrow, αλλά όχι και στο ολοκαίνουργιο (τότε) Terminal 4. Σε κάποιο άλλο terminal πήγαμε. Μπήκαμε στο πούλμαν, και ξεκινήσαμε για το Canterbury, τη μικρή πόλη που θα μας φιλοξενούσε για τις επόμενες 3 εβδομάδες. Είχα βέβαια το πρόβλημα, ότι εκτός από τα ρούχα που φορούσα και λίγα ακόμα, δεν είχα τίποτα να βάλω, και τα χρήματα που είχα μαζί μου (χωρίς αυτά στη βαλίτσα, δηλαδή) δεν έφταναν για μια γκαρνταρόμπα που θα με βγάλει 3 εβδομάδες με Αγγλικό καιρό… Έπρεπε η βαλίτσα μου να έρθει σύντομα.

Όμως τα νέα δεν ήταν καλά. Ο κύριος που είχε μπερδέψει τις βαλίτσες, ερχόταν από τη Θεσσαλονίκη και συνέχιζε για Νέα Υόρκη με ΤWA (ή με PanAm; Δε θυμάμαι…). Παρέδωσε τη βαλίτσα στην επόμενή του πτήση, ταξίδεψε, και μόνο όταν έφτασε πια στη Νέα Υόρκη, τότε μόνο αντιλήφθηκε το λάθος του. Και γι’ αυτόν ήταν καταστροφή, καθώς μετέφερε εμπορικά δείγματα, απαραίτητα για τη δουλειά του εκεί, αλλά τουλάχιστον η βαλίτσα του ήταν ήταν στην Αθήνα, και απλά τη βάλανε στην επόμενη πτήση. Για τη δική μου, όμως, υπήρχε θέμα. Μέχρι η αεροπορική του να παραλάβει τη βαλίτσα μου στη Νέα Υόρκη, να τη στείλει πίσω στην Αθήνα, να εκτελωνιστεί κλπ., θα έφτανε στα χέρια της Ολυμπιακής στην Αθήνα σε τουλάχιστον 2 εβδομάδες. Για να έρθει απευθείας Αγγλία από τη Νέα Υόρκη, ούτε κουβέντα. Και να έρθει στην Αγγλία την τελευταία εβδομάδα και να την ψάχνουμε δεν είχε πολύ νόημα, οπότε ζητήσαμε να περιμένει στην Αθήνα να την πάρω στην επιστροφή.

Ευτυχώς η αεροπορική (δεν είμαι σίγουρος ποια) θα παρείχε μια μικρή αποζημίωση, που συνεννοηθήκαμε να μπει στο λογαριασμό της καθηγήτριας μου και αυτή να μου δώσει άμεσα τα αντίστοιχα μετρητά, για να αγοράσω κάποια λίγα ρούχα. Έβαλα και τα λίγα μετρητά που είχα, και κάτι μπόρεσα και πήρα, κυρίως από τα C&A της πόλης, το κέντρο της οποίας ευτυχώς ήταν σε περπατήσιμη απόσταση. Οι γονείς μου, παράλληλα, πήγαν αμέσως στην τράπεζα και μου έστειλαν χρήματα, τα οποία όμως δε θα ερχόντουσαν αμέσως, θα έκαναν μια βδομάδα περίπου. Αλλά αν ήμουν σφιχτός, θα την έβγαζα.

Το σχολείο, ήταν πανδύσκολο για μένα. Με το που φτάσαμε, την πρώτη μέρα, μας έδωσαν και κάναμε ένα test γνώσεων, για να μας κατατάξουν στην κατάλληλη τάξη. Εγώ πάντα τα πήγαινα καλά σε αυτά τα test, δεν αντέγραψα ή τίποτα, απλά τα πήγα πάρα πολύ καλά, και κατέληξα στη δεύτερη μεγαλύτερη τάξη, πολύ δύσκολη για το επίπεδό μου, με όλα τα παιδιά 2-3 χρόνια μεγαλύτερα από μένα. Αλλά τα κουτσοκατάφερα, ας είναι καλά ο Jamie, ο καθηγητής μας που κατάλαβε τι παίχτηκε και βοηθούσε…

Στη διάρκεια της παραμονής μας, είχαμε 5 ημερήσιες εκδρομές, δυο στο Λονδίνο, μία στο Cambridge, μία στην Οξφόρδη και μία στο Brighton. Και πολλές απογευματινές εκεί κοντά, στην περιφέρεια του Kent. Συν ότι η πόλη που μέναμε ήταν όμορφη, με ξύλινα σπιτάκια, ποταμάκια, κι ένα μοναδικό world heritage καθεδρικό. Αλλά δε θέλω να εστιάσω σ’ αυτά τώρα. Το μόνο που θέλω να παρατηρήσω είναι ότι τόσο την πόλη, όσο και ένα κάστρο εκεί κοντά, τα επισκέφτηκα ξανά το 2018 και το 2020 αντίστοιχα, και δυσκολεύτηκα πολύ να θυμηθώ το οτιδήποτε….

Μέχρι να φτάσουν τα χρήματα από την Ελλάδα, όμως, ήμουν έξτρα σφικτός. Έτρωγα μόνο το φαΐ της καντίνας, δεν αγόρασα πολλά ρούχα κι έπλενα κάθε δυο-τρεις μέρες κλπ. Τα άλλα παιδιά άλλοι πήγαιναν βόλτες, π.χ. στα McDonalds, το απόγευμα, αλλά εγώ όχι. Αναψυκτικά και οτιδήποτε άλλο ήταν με χρέωση στο φαγητό δεν έπαιρνα. Τα τηλεφωνήματά μου προς το σπίτι ήταν πάντα με χρέωση αποδέκτη. Και βέβαια, το χειρότερο ήταν να κάνω βόλτα στην Oxford Street, να μπαίνω στο HMV (δισκάδικο τότε) που ήθελα να το κάνω από την πρώτη στιγμή που έμαθα ότι θα πάω Αγγλία, και να μη μπορώ να ψωνίσω τίποτα….

Η μία εβδομάδα καθυστέρησης για τα χρήματα κατέληξε να γίνει δυόμιση. Δανείστηκα χρήματα από την καθηγήτρια κι από τα άλλα παιδιά, αλλά καθώς κάποια από αυτά μένανε σε άλλες πόλεις, θα ήταν δύσκολο να τους τα δώσω μετά την επιστροφή, έπρεπε οπωσδήποτε να τα πάρω από την τράπεζα. Ευτυχώς, την τελευταία Πέμπτη, τρείς μέρες πριν την επιστροφή μας, πήγα στην τράπεζα και είχαν έρθει επιτέλους. Τα παρέλαβα, πλήρωσα τα χρέη μου, και μου είχαν μείνει αρκετά χρήματα.

Πήγα στο τοπικό HMV στο Canterbury. Πήρα καμμιά εικοσαριά δίσκους, δεν είχε και τόσο μεγάλη συλλογή το επαρχιακό branch, αλλά τουλάχιστον δε θα γύρναγα "άδειος". Το Σάββατο, τελευταία μέρα του ταξιδιού, είχαμε εκδρομή στο Brighton. Πήγαμε και είδαμε το Pavilion και το Pier, και μετά είχαμε ελεύθερο χρόνο. Κατευθείαν στο κοντινότερο Dixons εγώ, με ένα παιδί ακόμα που θα με βοηθούσε. Αγόρασα ένα μικρό στερεοφωνικό θυμάμαι, μάρκας Matsui, όλα-σε-ένα. Το πήραμε με το άλλο παιδί, και το κουβαλάγαμε μαζί μας μέχρι να έρθει να μας πάρει το πούλμαν την ώρα της επιστροφής. Μέχρι τότε είχα μόνο ένα αρχαίο μονοφωνικό πικάπ (από τα 1960s) και ένα κασετόφωνο, το νέο σύστημα θα ήταν μεγάλη αναβάθμιση για τον εξοπλισμό μου. Οι στερήσεις δυόμιση εβδομάδων έπιασαν τόπο.

Επιστρέψαμε στην Ελλάδα. Προσγειωθήκαμε στο ανατολικό αεροδρόμιο. Πήγαμε στο δυτικό. Και απευθείας στο Lost+Found. Η βαλίτσα μου με περίμενε εκεί… Η ΟΑ δέχτηκε να τη μεταφέρει στο Ηράκλειο (τότε δε χρέωναν με το κομμάτι αλλά με το βάρος) παρά το μικρό υπέρβαρο (είχα τη βαλίτσα αυτή, ένα σάκο με τα ρούχα και τους δίσκους που είχα αγοράσει και ένα στερεοφωνικό).

Τον επόμενο χρόνο (1988), επειδή ακριβώς είχα περάσει τόση ταλαιπωρία, κατάφερα και έπεισα ξανά τους γονείς μου, και ξαναπήγα για άλλες τρεις εβδομάδες! Και τότε πήγα καλά στο test, αλλά είχα προοδεύσει εν τω μεταξύ και δε μου ήταν τόσο δύσκολα τα μαθήματα. Και τρία χρόνια αργότερα (1990) πήρα το Proficiency.
 

travelbreak

Member
Μηνύματα
1.138
Likes
7.512
Επόμενο Ταξίδι
Τώρα με τον κορονοϊό....
Ονειρεμένο Ταξίδι
Υπερσιβηρικός
Ωραία η ιστορία σου. Φαίνεσαι από μικρός ότι μπορούσες να ξεπερνάς δύσκολες καταστάσεις.
που αν θυμάμαι καλά ήταν πάνω από 250.000 δραχμές, περίπου ένας μισθός τότε, αν θυμάμαι καλά, δύσκολο για τους γονείς μου
Δε θυμάσαι καλά τα οικονομικά της εποχής εκείνης. Εκείνη την περίοδο έψαχνα για δουλειά και ζητούσα μισθό 60.000 δραχμές. Άρα το κόστος ήταν πάνω από 4 μισθούς. Λογικό, για 3 εβδομάδες στην Αγγλία.
 

taver

Member
Μηνύματα
10.749
Likes
17.613
Ονειρεμένο Ταξίδι
Iles Kerguelen
Δε θυμάσαι καλά τα οικονομικά της εποχής εκείνης. Εκείνη την περίοδο έψαχνα για δουλειά και ζητούσα μισθό 60.000 δραχμές. Άρα το κόστος ήταν πάνω από 4 μισθούς. Λογικό, για 3 εβδομάδες στην Αγγλία.
Δίκιο θα έχεις, υποθέτω. Πραγματικά δεν τα θυμάμαι καθόλου. Ούτε το κόστος, ούτε τους μισθούς. Αχνές ιδέες στο πίσω μέρος του μυαλού μου μεταφέρω. Μη σταθούμε καθόλου εκεί...
 

Εκπομπές Travelstories

Τελευταίες δημοσιεύσεις

Booking.com

Ενεργά Μέλη

No members online now.

Στατιστικά φόρουμ

Θέματα
31.515
Μηνύματα
768.024
Μέλη
36.026
Νεότερο μέλος
DimiPapa

Κοινοποιήστε αυτή τη σελίδα

Top Bottom