Ιταλία Una storia d' amore, Νότια Ιταλία (Νάπολη, Πομπηία, Καζέρτα, Ακτή Αμάλφι, Κάπρι, Ματέρα, Alberobello, Λέτσε,

fantina

Member
Μηνύματα
62
Likes
113
Είπα να γράψω κι εγώ την εμπειρία μου, τώρα που τα έχω φρέσκα…. Είμαι ακόμη στην φάση που βλέπω τα βιντεάκια στο κινητό και με πιάνει νοσταλγία. Επειδή έχουμε όμως πολλά να πούμε, ας ξεκινήσουμε. Το αρχικό σχέδιο από τον χειμώνα ήταν η Πομπηία (όνειρο ζωής) και η ακτή Αμάλφι. Μετά, όμως, είδα ότι σχετικά κοντά είναι το Alberobello, ήρθε και η ταινία του James Bond με την Ματέρα και το αποφάσισα: Θα ξεκινάγαμε από Νάπολη και θα φτάναμε μέχρι Μπάρι. Έκλεισα πρώτα τα εισιτήρια με την Aegean για Νάπολη. Άφιξη 8 Ιουλίου. Μετά προβληματίστηκα στο θέμα μετακίνηση: να πάρω αμάξι για την ακτή ή όχι; Μια ματιά στις τιμές και στις εμπειρίες των μελών με έπεισαν πως όχι (και είχα δίκιο-θα δείτε παρακάτω γιατί). Αποφάσισα να νοικιάσω αμάξι μετά την ακτή για να κάνω το ίσιο κομμάτι Σαλέρνο-Μπάρι. Το δεύτερο δίλημμα ήταν πού να μείνω στην ακτή: Σορρέντο για να είμαι πιο κοντά Νάπολη και να κάνω τα χωριά της ακτής ημερήσια; Ή Ραβέλλο, που όλοι έλεγαν ότι είναι ονειρεμένα και βρίσκεται στην μέση; Αποφάσισα το δεύτερο. Έκλεισα ένα ολόκληρο διαμέρισμα από τον Μάρτη. Πολύ γρήγορα είδα ότι τα καταλύματα σε αυτή την περιοχή είχαν εξαφανιστεί από το booking. Σιγά-σιγά έκλεισα και τα υπόλοιπα. Διαμονές, ενοικίαση αυτοκινήτου, επιστροφή από Μπάρι με Volotea, που με τρόμαξε λίγο. Δεν είχα ξαναταξιδέψει με αυτή την εταιρεία και πριν φύγουμε, μας άλλαξε την ώρα της πτήσης τρεις φορές. Αλλά τελικά ήταν από τις πιο ωραίες πτήσεις που έχω κάνει και θα την προτιμώ σίγουρα από εδώ και πέρα… Αλλά πάμε να ξεκινήσουμε;



1η μέρα. Αθήνα-Νάπολη

Η πτήση μας προσγειώθηκε στο Capodichino Παρασκευή απόγευμα. Ψάχνοντας να βρούμε την στάση του Alibus που θα μας πήγαινε στο κέντρο της πόλης, έγινα μάρτυρας χιλιάδων κορναρισμάτων και θυμήθηκα ότι το ταμπεραμέντο των ναπολιτάνων βγαίνει έντονα στον δρόμο (όπως Ελλάδα). Σε λιγότερο από μισή ώρα ήμασταν στην πλατεία Garibaldi. Από εκεί το δωμάτιο που είχαμε νοικιάσει ήταν περίπου 850μ. οπότε αρχίσαμε να σέρνουμε τις βαλίτσες μας. Κακή ιδέα: οι μισές ρόδες μας μείνανε στα χέρια. Λίγο πριν φτάσουμε παρατήρησα ότι πολύ κοντά μας είχαμε τον τερματικό σταθμό των τρένων της Circumvesuviana. Το σημείωσα νοερά στο μυαλό μου. Παντού έβλεπα σκουπίδια, παρατημένα ρούχα, μέχρι και ένα πάπλωμα ήταν στη μέση του δρόμου (το οποίο παρέμεινε ακριβώς στο ίδιο σημείο και τις τρεις μέρες της παραμονής μας) …. Φτάνουμε έξω από το διαμέρισμα, χτυπάω το κουδούνι τίποτα…. Παίρνω το τηλέφωνο που είχαμε από την Booking, τίποτα… Εννοείται ότι είχα ενημερώσει για την ώρα άφιξης. Κι εκεί που ήμουν έτοιμη να απελπιστώ, βγαίνει ένας κύριος από το κτίριο που πέταγε τα σκουπίδια. Μπαίνουμε μέσα, κατευθυνόμαστε στο ασανσέρ (εντελώς ακατάλληλο για κλειστοφοβικούς, έπρεπε να κάνουμε δεκαεφτά μανούβρες για να χωρέσουμε και οι δύο εκεί μέσα) και βλέπουμε ότι για να ξεκινήσει πρέπει να του βάλουμε 0,10 ευρώ…. Πόσο δαιμόνιοι αυτοί οι Ιταλοί. Ευτυχώς, είχαμε ψιλά, αλλιώς με τα πόδια θα τις ανεβάζαμε τις βαλίτσες. Έξω από το διαμέρισμα, βλέπω τοιχοκολλημένο άλλο τηλέφωνο επικοινωνίας. Με τα πολλά καταφέραμε να κάνουμε check-in. Τα δωμάτια ήταν τα B & B Aurora Luxury. Κλασικά Airbnb. Το κτίριο έξω σάψαλο και τα δωμάτια σούπερ λουξ, ανακαινισμένα. Μια χαρά. Αφού τακτοποιηθήκαμε, λέω του άντρα μου: θα σε πάω να φας την καλύτερη πίτσα του κόσμου. Και εννοούσα φυσικά το Da Michele. Το ότι ο άντρας μου βέβαια δεν είναι και πολύ φαν της πίτσας στην παρούσα φάση δεν με αφορούσε καθόλου. Φτάνοντας έξω από την πιτσαρία, συνειδητοποίησα ότι ίσως τελικά να μην ήταν τόσο καλή ιδέα. 100 άτομα περίμεναν απέξω. Λαϊκό προσκύνημα. Στην πόρτα ένας κουμανταδόρος μοίραζε χαρτάκια με αριθμούς και δίπλα του μια οθόνη έδειχνε το νούμερο που εξυπηρετούνταν. Πάω κι εγώ μες στην καλή χαρά να πάρω νουμεράκι…. 79. Η οθόνη έδειχνε το 7…. Σοκ! Μου λέει ο άντρας μου: Ούτε μεθαύριο δεν θα φάμε. Η άλλη επιλογή ήταν να την πάρουμε take-away και να την φάμε είτε σε κάποιο από τα μαγαζιά με ποτό απέναντι είτε στον δρόμο. Για αυτό υπήρχε δεύτερη ουρά. Έλα μου όμως που εγώ ήθελα να κάτσω μέσα, να παρατηρήσω την διαδικασία ψησίματος και να νιώσω λίγο Julia Roberts στο Eat, Pray. Love…. «Πάμε μια βολτούλα να δούμε και το κέντρο, του λέω, και ξαναγυρνάμε…. Αν δούμε τα ζόρικα, θα την πάρουμε στο χέρι». Και ξεκινάμε…. Κάναμε μια μεγάλη βόλτα, περνώντας από την Via Tribunale, με τις όμορφες εκκλησίες, τις πλατείες και τα μαγαζιά. Είχε πάρα πολύ κόσμο, σε μερικά σημεία μεγάλες ουρές (όπως έξω από την Gino e Toto Sorbillo) και ένα εύθυμο κλίμα. Μετά από κανα δίωρο πήραμε τον δρόμο της επιστροφής, ελπίζοντας να έχουμε περάσει τουλάχιστον την μέση της αναμονής. Κάπου στρίψαμε αλλού και περάσαμε από πιο σκοτεινά δρομάκια, πιο βρώμικα, με μπουγάδες απλωμένες και ανθρώπους να κάθονται έξω στο πεζοδρόμιο σε καρέκλες και να μιλάνε με τον απέναντι… Και ξαναφτάνουμε στην πιτσαρία…. Είχε εξυπηρετηθεί μόλις το νούμερο 29…. Πάμε να πάρουμε take-away λέω…. Φτάνω μπροστά, μου λένε: έκλεισε για take-away. Εγώ να θέλω διακαώς να περιμένω γιατί ήξερα ότι άλλο βράδυ δεν θα μπορούσα να έρθω, ο Κώστας να πεινάει και να θέλει να κάτσουμε απέναντι (είχε άλλες δυο πιτσαρίες). Εντωμεταξύ να λέει ότι κλείνει στις 23.00 και η ώρα ήταν ήδη 22:15. Πότε θα μπεις, πότε θα παραγγείλεις, πότε θα φας; Και εν μέσω έντονων διαπραγματεύσεων άρχισαν να περνάνε τα νούμερα γρήγορα (προφανώς οι πριν από εμάς δεν ήταν τόσο πεισματάρηδες και έφυγαν) και δέκα λεπτά πριν τις 23.00 μπαίνουμε και στριμωχνόμαστε σε ένα μικρό τραπεζάκι δίπλα στο ταμείο. Παραγγείλαμε δύο πίτσες Margherita και μία Cosacca. Και ναι…. Όταν έφαγα την πρώτη μπουκιά, κατάλαβα γιατί γίνεται αυτός ο χαμούλης. Πεντανόστιμο μαστιχωτό τυρί, πλούσια μυρωδάτη σάλτσα και μια υπέροχη, κριτσανιστή ζύμη…. Εννοείται ότι την τρίτη πίτσα την πήραμε πακέτο. Φάγαμε, βγάλαμε τις απαραίτητες φωτογραφίες και λίγο πριν το κλείσιμο (είχαν ήδη αρχίσει να σκουπίζουν τα γκαρσόνια) φύγαμε για το ξενοδοχείο. Έπρεπε να ξεκουραστούμε. Η επόμενη μέρα προμηνυόταν κουραστική.



2η μέρα. Νάπολη – Πομπηία

Η μέρα μας ξεκίνησε με μια ωδή κορναρισμάτων από την Via Amerigo Vespucci, στην οποία βρισκόταν το ξενοδοχείο μας. Αφού ετοιμαστήκαμε, ξεκινήσαμε για Πομπηία. Ήμουν κατενθουσιασμένη. Είχα βγάλει δύο τριήμερες κάρτες Artecard Campania, οι οποίες σου δίνουν δωρεάν είσοδο σε δύο αξιοθέατα της επιλογής σου, μισή τιμή στα υπόλοιπα και απεριόριστη χρήση στα ΜΜΜ. (δεν ισχύει για τα λεωφορεία του αεροδρομίου, τις γραμμές της SitaSud για την ακτή και το λεωφορειάκι που συνδέει Πομπηία-Βεζούβιο). Κοστίζουν 32 ευρώ η μία. Μετά από πέντε λεπτάκια περπάτημα φτάσαμε στον τερματικό σταθμό των τρένων της CircumVesuviana. Εγώ πολύ τα συμπάθησα αυτά τα τραινάκια και ας είναι αργά, γιατί τα άλλα τα γρήγορα δεν πρόλαβα να τα χρησιμοποιήσω (θα διαβάσετε παρακάτω γιατί). Το τραίνο για Sorrento με στάση στην Πομπηία έφευγε σε πέντε λεπτά. Τακτοποιηθήκαμε και ξεκινήσαμε. Μετά από καμία ώρα, φτάσαμε. Κατέβηκε πολύς κόσμος, αλλά οι ουρές δεν ήταν τόσο τραγικές. Εγώ έδειξα το barcode της κάρτας και μου έδωσαν εισιτήρια εισόδου. Δεν πήραμε κάποιο ξεναγό, αποφασίσαμε να την δούμε χαλαρά μόνοι μας. Είχα κατεβάσει μία εφαρμογή από το Google play, τον σχετικό οδηγό και έναν χάρτη. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη, και το έδαφος πολύ κουραστικό για περπάτημα. Αλλά μόνο που σκεφτόσουν ότι περπατάς εκεί που περπατούσαν άνθρωποι περίπου δυο χιλιάδες χρόνια πριν και έβλεπες σχεδόν άθικτα κάποια από τα σπίτια σε έπιανε δέος. Κάποια κτίσματα δεν τα είχαν ανοιχτά για το κοινό και άλλα τα άνοιγαν συγκεκριμένες ώρες. Επίσης, κάθε ημέρα άνοιγαν και ένα διαφορετικό κτίριο, που υπό κανονικές συνθήκες ήταν πάντα κλειστό για το κοινό. Την ημέρα που πήγαμε, άνοιξαν το πλυσταριό του Στέφανου (Fullonica of Stephanus). Ήταν ο τόπος όπου οι πλούσιοι πολίτες έστελναν τις χλαμύδες τους να πλένονται σε κάτι τεράστιες μαρμάρινες δεξαμενές. Αυτά που μου έκαναν την μεγαλύτερη εντύπωση ήταν:

Τα Thermopolium, που ήταν τα φαστ-φουντ της εποχής.

Το Αμφιθέατρο: Όπως το Κολοσσαίο στη Ρώμη , οι μονομάχοι είχαν αιματηρές μάχες με άγρια ζώα, ενώ περίπου 20.000 θεατές παρακολουθούσαν.

Η Νεκρόπολη έξω από την πύλη Porta Nocera, που στεγάζει τους τάφους της οικογένειας των Φλάβιων.

Το σπίτι των χρυσών Ερώτων με τους υπέροχους κήπους και τα φρέσκο.

Η Villa dei Misteri, με τις όμορφες τοιχογραφίες. Στα περιβόλια γύρω από αυτήν παράγεται κρασί από αμπέλια που φυτεύτηκαν τη δεκαετία του '90 και είναι ακριβώς όπου φύτρωσαν τα αμπέλια πριν από 2000 χρόνια στην Πομπηία.

Το σπίτι του Σίρικο. Ο Σίρικο ανήκε στην πολιτική και εμπορική τάξη της Πομπηίας και συναντιόταν με τους υποστηρικτές του σε καθημερινή βάση στο σπίτι του, καλωσορίζοντας τους με την ευοίωνη επιγραφή SALVE LUCRU, Welcome, money! που μπορούσε να διαβαστεί στο πάτωμα της εισόδου. Εκεί επίσης σε μια γυάλινη προθήκη μπορείτε να δείτε τέσσερα από τα πρώτα εκμαγεία των θυμάτων της έκρηξης από τον Giuseppe Fiorelli. Τα σώματα αυτών των θυμάτων παρέμειναν στην ίδια θέση όπως όταν τα χτύπησε η πυροκλαστική ροή και, καλυμμένα από ασβεστοποιημένα στρώματα τέφρας, η μορφή του σώματός τους διατηρήθηκε ακόμη και μετά την αποσύνθεση του βιολογικού υλικού. Πρόσφατα ταυτοποιήθηκαν ως οικογένεια. Ο πατέρας που βρίσκεται μπροστά, προσπαθεί μάταια να ανοίξει τον δρόμο. Πιθανώς πρόκειται για σκλάβο αν κρίνουμε από τα ρούχα και τα σανδάλια του. Η γυναίκα δίπλα του έχει ακόμη κλειστή την χούφτα της, προσπαθώντας να κρατήσει κάτι πολύτιμο. Ανάμεσά τους δύο κορίτσια, το ένα στην εφηβεία και το άλλο πιο μικρό.

Το Lupanar (το πορνείο της εποχής) με τις πολύ εύγλωττες τοιχογραφίες.

Το ιερό της Αφροδίτης με το τεράστιο άγαλμα του Δαίδαλου του αείμνηστου Πολωνού γλύπτη Igor Mitoraj, να εποπτεύει όλη την κοιλάδα.

Το Ωδείο, αφιερωμένο στην αναπαράσταση του πιο δημοφιλούς θεατρικού είδους της εποχής, της μίμησης, και μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί για μουσικές και τραγουδιστικές παραστάσεις. Διατηρείται σχεδόν άθικτο!

Η Βασιλική: Βρίσκεται στο κέντρο των πάντων, στην πλατεία του Φόρουμ. Είναι η παλαιότερη υπάρχουσα βασιλική, που χρονολογείται από τον 2ο αιώνα π.Χ. Εκεί θα δείτε ακόμη ένα άγαλμα του Igor Mitoraj με την μορφή Κενταύρου. Εκτός από το γεγονός ότι το έργο του είναι απίστευτα όμορφο από μόνο του, το να βλέπεις αυτά τα χάλκινα (νέα) γλυπτά με φόντο το αρχαίο τοπίο της Πομπηίας ήταν κάτι εξαιρετικό.

Το σπίτι με τους κόκκινους τοίχους, ο στρατώνας των μονομάχων, το σπίτι του σατύρου στον εξωτερικό χώρο του οποίου υπάρχει αντίγραφο του περίφημου ψηφιδωτού της αποφασιστικής μάχης μεταξύ του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Πέρση βασιλιά Δαρείου. Για το τέλος, είδαμε και την έκθεση “Art and Sensuality in the Houses of Pompeii», με απεικονίσεις ερωτικής τέχνης που ανακαλύφθηκαν στην Πομπηία, που έχει ως στόχο να δείξει την έντονη παρουσία της στην δημόσια και ιδιωτική ζωή εκείνη την εποχή.

Μείναμε για πάνω από 6 ώρες στην Πομπηία, τα πόδια μας βγάλανε φουσκάλες, το smartwatch μέτρησε 35.000 βήματα και πάλι δεν τα είδαμε όλα. Ο συνδυασμός ζέστη, άπνοια, έλλειψη σκιάς και πολύ σκληρού οδοστρώματος μας είχε βγάλει νοκ-άουτ από την δεύτερη κιόλας μέρα. Άλλο ένα πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν τα πεζοδρόμια. Οι κεντρικές οδοί είχαν μια χαρακτηριστική λιθόστρωση, πεζοδρόμια και στην μέση πέτρες αρκετά πλατιές ώστε να πατάνε οι πεζοί και να αποφεύγουν τα βρόχινα νερά. Ανάμεσα από τις πέτρες αυτές διέρχονταν οι ρόδες των αμαξών. Εντυπωσιακό!

Γεμάτοι εικόνες, πήραμε και πάλι το αγαπημένο CircumVesuviana και πήγαμε στο ξενοδοχείο να ξαποστάσουμε. Το βραδάκι, μισοκουτσαίνοντας καταλήξαμε σε μια trattoria απέναντι από το Castel Nuovo, την Taverna Do Re. Παραγγείλαμε μια πίτσα τέσσερα τυριά, μία καρμπονάρα και δύο παγωμένες Peroni. Δεν μπορώ να πω ότι ξετρελάθηκα. Βασικά κάτσαμε γιατί είχε πολύ ωραία ατμόσφαιρα, με κόσμο ντόπιο, οπότε θεωρήσαμε ότι θα είχε και πολύ καλό φαγητό. Η αλήθεια είναι ότι πριν φύγω για το ταξίδι είχα κάνει ολόκληρη λίστα με εστιατόρια και places to eat, αλλά εκείνη την ώρα, όταν είσαι λιώμα, πεινάς και απλά θέλεις κάπου να ξαποστάσεις δεν είναι πάντα εύκολο να ψάχνεις για να βρεις πού είναι το καθένα από αυτά. Παρά την κούραση μας δεν μπορούσαμε να μην κάνουμε μια σύντομη βόλτα στην νυχτερινή Νάπολη. Περπατήσαμε από το Castel Nuovo μέχρι την πλατεία Municipio, περάσαμε το Teatro San Carlo, το Palazzo Reale, την Galleria Umberto και καταλήξαμε στην Piazza del Plebiscito. Υπέροχα μεν όλα τα κτίρια αλλά πολύ σκουπίδι. Είναι λες και το έκαναν επίτηδες. Γυρίσαμε με τα πόδια στο ξενοδοχείο από τον παραλιακό δρόμο και συνεχώς πετάγονταν μπροστά μου κατσαρίδες.



3η μέρα. Νάπολη – Βασιλικό παλάτι της Καζέρτα.

Η τρίτη μας μέρα ήταν Κυριακή, οπότε ο θόρυβος το πρωί στον δρόμο κάτω από το ξενοδοχείο ήταν σχεδόν ανύπαρκτος. Πίνοντας τον cappuccino μας και σχεδιάζοντας την μέρα μας – το πρόγραμμα είχε επίσκεψη στο Βασιλικό Ανάκτορο της Καζέρτα, για το οποίο είχα βγάλει ήδη εισιτήριο μέσω της Arte Card για τις 12.15 - ήρθε η δυσάρεστη έκπληξη της μέρας. Η Google έδινε απεργία στα τρένα…. Μην θέλοντας να το πιστέψω, φεύγουμε σφαίρα για τον κεντρικό σταθμό. Το δρομολόγιο είχε ακυρωθεί. Αυτό σήμαινε αφενός ότι θα χάναμε την δωρεάν πρόσβαση στο τρένο που είχαμε με την Arte Card αλλά και ότι μπορεί να αργούσαμε για την είσοδο. Αναγκαστήκαμε τελικά να πάρουμε το Flixbus για την Καζέρτα και ευτυχώς φτάσαμε on time. Ο κόσμος δεν ήταν τόσο πολύς όσο περίμενα. Και κατά την διάρκεια του ταξιδιού μας, στις συζητήσεις μου με Έλληνες και ξένους που ανταλλάσσαμε τις εμπειρίες μας, συνειδητοποίησα ότι δεν ξέρανε πολλοί για αυτόν τον θησαυρό. Το Reggia di Caserta είναι ένα από τα μεγαλύτερα βασιλικά ανάκτορα στον κόσμο και μνημείο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Unesco . Τι είναι η Reggia di Caserta; Ήταν το Βασιλικό Παλάτι του Βασιλιά της Νάπολης. Χτίστηκε το 1700 από τον Carlo of Borbone. Το σχέδιό του ήταν να χτίσει ένα βασιλικό παλάτι που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τις άλλες ευρωπαϊκές βασιλικές κατοικίες , ειδικά το παλάτι των Βερσαλλιών. Ο Carlo λοιπόν ανέθεσε το έργο του σε έναν από τους μεγαλύτερους αρχιτέκτονες της εποχής: τον Luigi Vanvitelli. Ο Vanvitelli ήταν ένας Ναπολιτάνος αρχιτέκτονας με ολλανδικές ρίζες. Σχεδίασε ολόκληρη τη Reggia di Caserta, καθώς και το Βασιλικό πάρκο με τα απίστευτα παιχνίδια του νερού και τα σιντριβάνια. Χρειάστηκαν περίπου 100 χρόνια για να χτιστεί. Το πρώτο πράγμα που μπορεί να παρατηρήσει κανείς κοιτάζοντας το πάρκο από το παλάτι είναι η « Via d'acqua », μια πραγματική πλωτή οδός μήκους 3 χιλιομέτρων , με καταρράκτες, σιντριβάνια και αγάλματα εμπνευσμένα από τη μυθολογία.

Από πού προέρχεται όλο αυτό το νερό; Από το υδραγωγείο Caroline, το οποίο κατασκευάστηκε από τον αρχιτέκτονα Vanvitelli, μόνο και μόνο για να παρέχει νερό σε αυτό το συγκρότημα. Στο τέλος της υδάτινης διαδρομής 3 χιλιομέτρων βρίσκουμε ένα από τα πιο όμορφα μέρη του Βασιλικού Παλατιού της Καζέρτα: τον Αγγλικό Κήπο και στην καρδιά του Αγγλικού Κήπου: το Λουτρό της Αφροδίτης, μια λιμνούλα με το άγαλμα της Αφροδίτης λουόμενης. Μάλιστα, δίπλα στη λιμνούλα υπάρχει ένα σπήλαιο, μια τεχνητή σπηλιά . Όλα εδώ μοιάζουν με αρχαιολογικό χώρο . Ή τουλάχιστον έτσι ήθελε να νιώθουμε ο αρχιτέκτονας Vanvitelli. Πριν μπούμε στα διαμερίσματα του παλατιού, στα αριστερά μας βλέπουμε το άγαλμα του Ercole a Riposo , του Αναπαυόμενου Ηρακλή, ένα γιγάντιο αρχαίο άγαλμα ύψους 3 μέτρων, που βρέθηκε στα Λουτρά του Καρακάλλα στη Ρώμη. Ακριβώς απέναντι συναντάμε μια μνημειώδη σκάλα, που ονομάζεται «Scalone». Πάνω από την Scalone, το ταβάνι κανει ένα άνοιγμα που δεν είναι ορατό από τους επισκέπτες. Αυτό το άνοιγμα, κρύβει μια ψευδοροφή για τους μουσικούς. Φανταστείτε λοιπόν…. ο Βασιλιάς και οι καλεσμένοι του ανεβαίνουν αυτή τη σκάλα , και ξαφνικά αρχίζει να παίζει μουσική . Οι καλεσμένοι είναι έκπληκτοι , δεν ξέρουν από πού έρχεται η μουσική. Το παλάτι έχει ακόμη και το δικό του θέατρο αλλά όταν πήγαμε ήταν κλειστό για το κοινό. Εμείς επισκεφθήκαμε πρώτα τα διαμερίσματα, από τα οποία με εντυπωσίασε περισσότερο η αίθουσα του θρόνου (ένα δωμάτιο μήκους 40 μέτρων και ύψους 15 μέτρων), η βιβλιοθήκη και η αίθουσα με τα presepi. Φύγαμε από τα διαμερίσματα και με 5 ευρώ έκαστος (πήγαινε-έλα) ανεβήκαμε σε ένα μικρό λεωφορειάκι προκειμένου να καλύψουμε τα 3χλμ απόσταση από το παλάτι μέχρι τον καταρράκτη και τον Αγγλικό κήπο. Η δουλειά που έχει γίνει από τον Vanvitelli είναι απίστευτη. Ειδικά το Criptoportico. Ο Vanvitelli έφτιαξε επίτηδες τα ανοίγματα των σπασμένων ταβανιών, να μοιάζουν σχεδόν με σκηνικό ταινίας! Αφού βγάλαμε τις φωτογραφίες μας, κάναμε την βόλτα μας και ξαποστάσαμε στο καφέ δίπλα στους καταρράκτες, πήραμε ξανά το λεωφορειάκι της επιστροφής. Η ώρα ήταν σχεδόν 18.00. Και έπρεπε να δούμε πώς θα γυρίσουμε. Μπαίνοντας στην google maps δεν μου έβγαζε κανέναν τρόπο να επιστρέψουμε στην Νάπολη με ΜΜΜ. Άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια. Στην έξοδο ρώτησα στο info point. Με έστειλαν στον σταθμό του τρένου λέγοντάς μου, ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γυρίσουμε αυτή την ώρα στην Νάπολη. Κι, όμως, φτάνοντας στον σταθμό του τρένου, βρήκαμε ένα λεωφορείο με τερματικό σταθμό την πλατεία Municipio που έφευγε σε πέντε λεπτά. Αποφασίσαμε να μην το ρισκάρουμε πηγαίνοντας να τσεκάρουμε αν όντως φεύγουν τρένα ή όχι και επιβιβαστήκαμε. Όταν φτάσαμε αποφασίσαμε να μην πάμε στο ξενοδοχείο αλλά να κάνουμε μια τελευταία βόλτα στο κέντρο, μιας και την επόμενη μέρα έπρεπε να φύγουμε για την ακτή Αμάλφι. Μπήκαμε στο μετρό και βγήκαμε στον σταθμό Toledo, για τον οποίο είχα ακούσει πολλά. Περπατήσαμε τον εμπορικό δρόμο Via Toledo, χαζέψαμε τον κόσμο και τα μαγαζιά και στην συνέχεια μπήκαμε στα στενά δρομάκια του Quartieri Spanogli. Αφού χόρτασε το μάτι μας μπουγάδες, γκράφιτι και μικρά χαριτωμένα μαγαζάκια, καθίσαμε για φαγητό στην ομώνυμη τρατορία μιας και κάποια από τα μέρη που είχα σημειώσει στην λίστα μου ήταν κλειστά! Ό,τι δοκιμάσαμε ήταν πάρα πολύ καλό. Και το δικό μου σπαγγέτι θαλασσινών αλλά και ο μπακαλιάρος μαγειρεμένος με σισιλιάνικη συνταγή ήταν πεντανόστιμα. Σχετικά νωρίς πήραμε τον δρόμο της επιστροφής για το ξενοδοχείο. Η αυριανή μέρα μου δημιουργούσε ένα μικρό άγχος. Έπρεπε να πάμε στο Ραβέλλο και ακόμη δεν είχα βρει τον καλύτερο, πιο ξεκούραστο τρόπο που δεν θα τίναζε τον προϋπολογισμό μας στον αέρα. Τελικά αποφάσισα να πάρουμε το τρενάκι CircumVesuviana γιατί ο σταθμός ήταν πολύ κοντά στο ξενοδοχείο, μέχρι το Sorrento, από εκεί λεωφορείο μέχρι το Amalfi και από εκεί λεωφορείο ή ταξί μέχρι το Ραβέλλο. Πού να φανταζόμουν τι θα με έβρισκε.

4η μέρα. Νάπολη – Ραβέλλο.

Το επόμενο πρωί, αποχαιρετήσαμε την Νάπολη με την υπόσχεση να την επισκεφθούμε και πάλι και πήραμε τον δρόμο για το Sorrento. Μέχρι εκεί όλα τέλεια. Με το που βγήκαμε από τον σταθμό του τρένου ξεκίνησε ο μικρός μας Γολγοθάς. Αρκεί να σας πω ότι φύγαμε από την Νάπολη στις 10 το πρωί και φτάσαμε στο διαμέρισμα στο Ραβέλλο στις 5 το απόγευμα. Εδώ να σημειώσω ότι το Google έδινε ως ενδεδειγμένη διαδρομή το γρήγορο τρένο από Νάπολη-Σαλέρνο και από εκεί λεωφορείο μέχρι Αμάλφι και μετά άλλο λεωφορείο μέχρι Ραβέλλο. Θεώρησα ότι έτσι θα κάναμε έναν αχρείαστο κύκλο. Άσε που η διαδρομή μέχρι το Σορρέντο ήταν πληρωμένη με την Arte Card. Στον σταθμό του λεωφορείου στο Σορρέντο υπήρχε μία ουρά πάνω από 100 άτομα που περίμεναν κάτω από τον καυτό ήλιο το ίδιο πράγμα με εμάς: το λεωφορείο για Αμάλφι, το οποίο ερχόταν περίπου κάθε 45 λεπτά. Αφού πήρα τα εισιτήρια μας, στηθήκαμε στην ουρά. Κάποιοι κάνανε ηλιοθεραπεία στο πεζοδρόμιο. Στο πρώτο λεωφορείο φυσικά μείναμε εκτός. Στο δεύτερο λεωφορείο (μετά από μιάμιση ώρα αναμονή) επειδή μπήκαν κάποιοι επιτήδειοι στην ουρά πριν από εμάς (και μετά λένε για εμάς τους Έλληνες) μείναμε και πάλι στο παρατσάκ εκτός. Στο τρίτο λεωφορείο πια καταφέραμε και μπήκαμε μέσα και καθίσαμε και μπροστά-μπροστά (ήθελα να έχω full view). Θα έλεγε κανείς ότι μετά από διακοπές σε αμέτρητα ελληνικά νησιά, σε γκρεμούς και λόγγους θα είχα μια σχετική ανοσία σε τέτοιου είδους οδήγηση. Αποδείχθηκε πως όχι. Οι δρόμοι είναι πάρα πολύ στενοί, την περισσότερη ώρα ήμασταν μποτιλιαρισμένοι περιμένοντας κάποιον να περάσει πρώτος για να περάσουμε μετά εμείς, σε πολλές περιπτώσεις ο οδηγός κατέβαινε επιτόπου και έκανε κουμάντο για να κάνουν όλοι όπισθεν από την άλλη μεριά και να περάσει το λεωφορείο και γενικά μια κατάσταση ας τα να πάνε. Η κόρνα φυσικά ήταν απαραίτητη. Σε κάθε στροφή που ερχόταν, ο οδηγός κόρναρε με δύναμη για να προειδοποιήσει τους οδηγούς από την άλλη πλευρά. Ακόμη και τώρα που το σκέφτομαι δεν μπορώ να λύσω τον γρίφο: μετακίνηση στην ακτή Αμάλφι Ιούλιο μήνα. Δοξάζω τον Θεό που δεν πήρα αμάξι γιατί εκτός από όλο το μποτιλιάρισμα θα είχα και το άγχος του parking. Η βέσπα είναι μια πολύ καλή λύση αλλά όπου ρωτήσαμε ακούγαμε κάτι αστρονομικές τιμές τύπου 90 ευρώ τη μέρα. Επίσης το φέρυ είναι μια καλή φάση, αλλά είναι πολύ ακριβό (9 ευρώ για την ίδια διαδρομή που με το λεωφορείο κόστιζε 1,30) και σταματάει νωρίς το απόγευμα. Θεώρησα ότι αφού μέναμε στο Ραβέλλο δεν θα κάναμε πολλές μετακινήσεις: ουσιαστικά ένα πηγαινέλα τη μέρα σε κοντινή απόσταση. Έλα, όμως, που είχα υπολογίσει χωρίς τον ξενοδόχο, ή μάλλον τους οδηγούς της SitaSud (είναι η εταιρεία που έχει τα λεωφορεία της ακτής). Κάποια στιγμή το μαρτύριό μας ήρθε στο τέλος του και φτάσαμε στον τερματικό. Από εκεί φορτώσαμε τα πράγματα σε ένα δεύτερο λεωφορείο που έκανε την διαδρομή Amalfi – Scala – Ravello και ξεκινήσαμε την ανάβαση. Μετά από περίπου μισή ώρα φτάσαμε στο Ραβέλλο και πραγματικά σταμάτησε η καρδιά μου από την ομορφιά που αντίκρισα. Το τέρμα του λεωφορείου βρίσκεται σε ένα μπαλκόνι που βλέπει όλη την ακτή. Από εκεί διασχίζεις ένα μικρό τούνελ και σε λιγότερο από πέντε λεπτά βγαίνεις στην κεντρική πλατεία με τον Torre Maggiore, την είσοδο της βίλας Rufolo και το Duomo. Βρήκαμε σχετικά εύκολα το διαμέρισμα που είχαμε νοικιάσει και ειλικρινά δεν θα μπορούσα να είχα κάνει καλύτερη επιλογή. Οι οικοδεσπότες ήταν απίστευτα εγκάρδιοι - με την Monica άλλωστε είχα μιλήσει και μέσω messenger και μου είχε δώσει πληροφορίες για τη διαδρομή. Ήταν ένα τεράστιο διαμέρισμα με όλες τις ανέσεις, πεντακάθαρο και κουκλίστικο. Το λάτρεψα. Το παράθυρό του στην κουζίνα έβλεπε σε έναν κήπο γεμάτο λεμονιές και κάθε πρωί βλέπαμε (και ακούγαμε) τις καμπάνες του μοναστηριού της S. Chiara. Επειδή είχαμε χάσει πολύτιμες ώρες στο λεωφορείο, κάναμε ένα μπάνιο και βγήκαμε κατευθείαν. Θέλαμε να κάνουμε μια βόλτα στο χωριό και να απολαύσουμε το ηλιοβασίλεμα από το μπαλκόνι της Villa Cimbrone. Εντάξει, ειλικρινά δεν έχω λόγια για αυτό το μέρος. Θεωρώ ότι όποιος πάει στην ακτή και δεν περάσει έστω για μια βόλτα από το Ραβέλλο δεν έχει ολοκληρωμένη άποψη. Είναι ένα πανέμορφο, ήρεμο χωριό με μια τεράστια πλατεία, όπου το βράδυ παίζουν μπάλα τα παιδιά, με το Duomo του που βλέπει απέναντι το καταπράσινο βουνό, με πλακόστρωτα φιδογυριστά δρομάκια γεμάτα με μαγαζάκια με κεραμεικά, όμορφα ρεστοράν και πιτσαρίες. Έχει μια αίσθηση αυτό το μέρος που σου φέρνει μια οικειότητα, μια ηρεμία, μια σιγουριά ότι δεν πρόκειται να σου συμβεί τίποτα κακό. Δεν ξέρω πώς να το περιγράψω. Η Villa Cimbrone ήταν άλλη μία ευχάριστη έκπληξη. Αν εξαιρέσεις τον πολύ κόσμο που βρισκόταν στην «ταράτσα του άπειρου» που πάλευε για μια πόζα. Από τις πιο ωραίες θέες στην ακτή. Μαγευτική εμπειρία. Έτυχε μάλιστα και γινόταν ένας γάμος στο ξενοδοχείο (οι κήποι μόνο είναι ανοιχτοί για το κοινό, το υπόλοιπο μέρος είναι ξενοδοχείο και απαγορεύεται η πρόσβαση) και ήρθε το ζευγάρι να φωτογραφηθεί. Λίγο πριν το κλείσιμο, είπαμε να φύγουμε γιατί το στομαχάκι μας διαμαρτυρόταν. Αποφασίσαμε να κάτσουμε σε ένα μαγαζάκι στην πλατεία που είχε κυρίως σάντουιτς. Για να μην σας τα πολυλογώ, 2 σάντουιτς, μία σαλάτα, δύο μπίρες και ένα lemon spritz, κοντά 60 ευρώ. Αλλά χαλάλι! Γυρίσαμε απόλυτα εξαντλημένοι αλλά ευτυχισμένοι στο διαμερισματάκι μας (αξία ανεκτίμητη να μην πρέπει να περπατήσεις πάνω από 50 βήματα για να πας στο κρεβατάκι σου). Από αύριο ξεκίναγαν οι τέσσερις μέρες μας στην Ακτή!

5η μέρα. Ραβέλλο, Αμάλφι, Fiord di Furore.

Το επόμενο πρωί μας βρήκε να πίνουμε τον καπουτσίνο μας στην ηλιόλουστη κουζινούλα μας, με φόντο τις λεμονιές. Αφού ντυθήκαμε και κάναμε μια μικρή γύρα στην πλατεία, πήγαμε στην στάση του λεωφορείου. Γενικά όλες τις μέρες μας, επειδή το λεωφορείο της διαδρομής Ραβέλλο-Αμάλφι το παίρναμε από την αφετηρία, δεν αντιμετωπίσαμε κανένα πρόβλημα με τις ώρες. Από το Αμάλφι και κάτω… άλλη ιστορία. Αλλά γενικά με τα λεωφορεία συμβαίνουν τα εξής στην ακτή. Έχει πάρα, πάρα, πάρα πολύ κόσμο και επειδή οι τιμές των ταξί είναι απλησίαστες (18 ευρώ τα 3 χλμ) όλοι προτιμάνε το λεωφορείο. Το αποτέλεσμα; Ουρές. Όταν λοιπόν έχει πολύ κόσμο και ειδικά όταν είναι ενδιάμεση στάση, ο οδηγός μπορεί να αποφασίσει να μην σταματήσει καν για να πάρει τον κόσμο. Το ότι έχει περισσότερο κόσμο βέβαια δεν σημαίνει ότι θα έχει και περισσότερα δρομολόγια. Έχει το λιγότερο κάθε μισάωρο, το οποίο λόγω του μποτιλιαρίσματος δεν τηρείται ποτέ. Πράγμα που σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να περιμένει δύο και τρία λεωφορεία για να καταφέρει να μπει, δηλαδή μπορεί και δύο ώρες, ίσως και παραπάνω. Αυτό κάτω από τον ήλιο, όρθιοι. Γενικά, οι οδηγοί των λεωφορείων της SitaSud κατάφερναν και σου έβγαζαν τον χειρότερό σου εαυτό. Έπρεπε να προσέχεις συνέχεια μην έρθει κάποιος και σταθεί μπροστά σου, γιατί αυτό μπορεί να σου στοίχιζε άλλη μια ώρα αναμονής. Δεν το λες και τον πιο ιδανικό τρόπο να περάσεις τις διακοπές σου. Αν και τις πιο πολλές γνωριμίες τις κάναμε περιμένοντας το λεωφορείο. Η μέρα μας το πρωί είχε Αμάλφι, βόλτα στα μαγαζάκια, φωτογραφίες στο duomo, στάση για παγωτό λιμοντσέλο μέσα σε πραγματικό λεμόνι, περατζάδα στην παραλία. Στην συνέχεια περπατήσαμε παραλιακά μέχρι το Atrani, καθίσαμε στα σκαλοπάτια του καθεδρικού ατενίζοντας το υπέροχο τοπίο και αφού αποφασίσαμε ότι θέλαμε να πάμε για μπάνιο, πήραμε τον δρόμο του γυρισμού για το Αμάλφι και το λεωφορείο. Μπήκαμε σε αυτό που πήγαινε στο Σορρέντο και σταματήσαμε στο Fiordo di Furore. Πρόκειται για ένα φιόρδ που αποτελεί ένα από τα πιο συναρπαστικά γεωλογικά χαρακτηριστικά στις Ακτές του Αμάλφι. Η παραλία είναι εύκολα ορατή από την γέφυρα, που εκτείνεται στο πλάτος του φιόρδ, δεν είναι οργανωμένη (αν και υπήρχε κάποιος που νοίκιαζε ξαπλώστρες) και είχε πάρα πολύ κόσμο! Από την στάση του λεωφορείου θα πρέπει να κατέβεις αρκετά σκαλιά μέχρι κάτω. Αφού βγάλαμε τις απαραίτητες φωτογραφίες, βρήκαμε ένα σημείο να απλώσουμε την πετσετούλα μας και βουτήξαμε. Δεν μπορώ να πω ότι εντυπωσιάστηκα. Γενικά, χωρίς ίχνος τοπικισμού, αν έχεις κάνει διακοπές σε Κυκλάδες και Ιόνιο, δεν νομίζω ότι θα εντυπωσιαστείς από τις παραλίες της ακτής. Ή τουλάχιστον τις παραλίες στις οποίες μπορούν να έχουν πρόσβαση οι κοινοί θνητοί όπως εμείς. Γιατί κατά μήκος της ακτής έβλεπες κάτι βίλες με πισίνες και σκαλάκια που οδηγούσαν σε ιδιωτικές παραλίες και deck για βουτιές, άλλο πράγμα. Χαλαρώσαμε, δροσιστήκαμε και μετά από κανα δίωρο είπαμε να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής. Η ώρα ήταν μόλις 18.10. Και έχει σημασία που σας το λέω. Γιατί στο Αμάλφι (6 χιλ. απόσταση) καταλήξαμε στις 22.00! Γιατί; Γιατί όλα τα λεωφορεία, που πέρναγαν κάθε τρία τέταρτα δεν έκαναν καν τον κόπο να σταματήσουν. Ήταν γεμάτα. Όσοι περίμεναν μαζί μας, ή πήραν τηλέφωνο για κάποιο ιδιωτικό ταξί (που ζήταγε 70 ευρώ για 5 άτομα) ή έφευγαν με τα πόδια. Είχαμε μείνει εμείς, ένα ζευγάρι και 2 κοπελίτσες από Ιράν. Απέναντι ήταν η στάση για το λεωφορείο που πήγαινε στο Σορρέντο – στην αντίθετη κατεύθυνση. Λίγο πριν τις 20.30, να σου μια οικογένεια Άγγλων με δυο μικρά παιδιά έρχεται και κάθεται στην απέναντι πλευρά – το λέω γιατί έχει σημασία. Και έρχεται το λεωφορείο. Και ως εκ θαύματος σταματάει! Και πάνω που έχουμε μαζευτεί αυτοί οι έξι άνθρωποι, που έχουμε περάσει του λιναριού τα πάθη για μια βουτιά, τσουπ! Πετάγονται από απέναντι οι Άγγλοι και ο οδηγός τους βάζει μέσα πρώτους λόγω των παιδιών. Και όλους εμάς που περιμέναμε με τις ώρες μας αφήνει απέξω και μας λέει να περιμένουμε το επόμενο. Ε, ρε ξύπνησε ο Κολοκοτρώνης μέσα μου! Ανεβήκαμε με το ζόρι στο λεωφορείο, να προσπαθούμε να του εξηγήσουμε ότι περιμένουμε με τις ώρες, τίποτα αυτός. Να του λέμε ότι είναι άδικο να μπαίνουν αυτοί που περίμεναν μόνο πέντε λεπτά πρώτοι, τίποτα αυτός. Στο τέλος γραπωνόμαστε από το χερούλι και δεν βγαίναμε με τίποτα έξω. Ευτυχώς που είχα προνοήσει και είχα και εισιτήρια αλλιώς θα μας πέταγε σίγουρα έξω (γιατί κάποιοι ήταν σίγουροι ότι έχουν πάντα οι οδηγοί εισιτήρια και δεν παίρνανε από πριν – λάθος!) Διπλωματικό επεισόδιο! Αφού βριστήκαμε ωραία-ωραία (εγώ στα ελληνικά-αυτός στα ιταλικά) ξεκίνησε το θρίλερ της επιστροφής των 6 χιλ. με πατηλίκια στις στροφές και εμάς να προσπαθούμε να κρατηθούμε από όπου μπορούσαμε. Τώρα που τα γράφω γελάω, αλλά σε εκείνη την φάση μου είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι. Με τα πολλά, σε κατάσταση αποσύνθεσης φτάσαμε πίσω στο Αμάλφι. Κι επειδή το λεωφορείο για Ραβέλλο έφευγε σε καμια ώρα, κάναμε μια βόλτα, φάγαμε θαλασσινά στο χωνάκι, πήραμε και μια πίτσα και κρασάκι για το σπίτι και γυρίσαμε. Μετά την απαίσια εμπειρία μας με το λεωφορείο, αρχίσαμε να ψάχνουμε για βέσπα. 90 ευρώ περίπου για μια μέρα. Εγκαταλείψαμε την ιδέα.

6η μέρα. Ποζιτάνο.

Την επόμενη μέρα είχαμε προγραμματίσει να επισκεφθούμε το μαγευτικό Ποζιτάνο. Αφού αλλάξαμε δύο λεωφορεία, κατεβήκαμε στο λεγόμενο μπαλκόνι, που έβλεπε την μαγευτική θέα της πόλης. Βγάλαμε τις φωτογραφίες μας και κατηφορίσαμε τον παραλιακό δρόμο με τα μαγαζάκια, τις γκαλερί και τα πολύχρωμα σπιτάκια. Όλο το ιστορικό κέντρο είναι πεζοδρομημένο και η Via dei Mulini αποτελεί την «πύλη» για να εντρυφήσει κανείς στα μυστικά του. Το χαρακτηριστικό σοκάκι, στέκι πλανόδιων καλλιτεχνών και μικροπωλητών, ιδανικό για χάζι, καταλήγει στην Piazza Flavio Gioia, που θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί «μπαλκόνι με θέα», στη Spiaggia και τη Μarina Grande. Παρόλο που είχε πολύ ζέστη δεν καταλάβαμε τίποτα, αφού περπατάγαμε κάτω από τις βουκαμβίλιες, ώσπου καταλήξαμε στην κύρια παραλία του Ποζιτάνο (Spiaggia Grande), με τη μαύρη άμμο και τις στενές σειρές ξαπλώστρες και ομπρέλες. Ελεύθερο για το κοινό ήταν μόνο ένα μικρό κομματάκι της παραλίας, όλο το υπόλοιπο ήταν με ομπρέλες και ξαπλώστρες και δεν μπορούσες να περάσεις καν. Και φυσικά γινόταν πανικός! Για να φτάσεις στην θάλασσα, έπρεπε να πατήσεις πάνω στις πετσέτες των άλλων. Η αίσθηση να βλέπεις από την θάλασσα τα σπιτάκια και τα ξενοδοχεία να σκαρφαλώνουν μέχρι την κορυφή του βουνού ήταν μαγευτική. Μετά από ένα διωράκι (τόσο αντέξαμε χωρίς ομπρέλα), πήγαμε για ντουζάκι, (0,50 λεπτά με κερματοδέκτη), αλλάξαμε και περπατήσαμε μέχρι την Chiesa di Santa Maria Assunta, την εκκλησία με τα χαρακτηριστικά χρωματιστά κεραμικά πλακάκια στον τρούλο της. Αφού κάναμε τις βόλτες μας και φάγαμε το παγωτό μας, αποφασίσαμε να πάρουμε εκλεκτά τυριά, αλλαντικά και κρασί από ένα παντοπωλείο και να φάμε σπίτι. Αφενός για λόγους οικονομίας, αφετέρου γιατί δεν θέλαμε να αργήσουμε πολύ να πάρουμε το λεωφορείο, γιατί ποιος ξέρει πόσες ώρες θα κάναμε να γυρίσουμε. Ψωνίσαμε και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Περνώντας είδαμε το γνωστό bar Francos με είκοσι άτομα ουρά που περίμεναν να μπουν. Η αλήθεια είναι ότι πολύ θα ήθελα ένα ποτάκι με θέα το Ποζιτάνο αλλά αφενός όλα τα μέρη ήταν απλησίαστα, αφετέρου ήμουν με το σορτσάκι και την σαγιονάρα και δεν είχα κουράγιο να περιμένω σε ουρά. Και φτάσαμε στη στάση του λεωφορείου. Τουλάχιστον 50 άτομα περίμεναν για να μπουν. Για να μην τα πολυλογώ, περιμέναμε περίπου 1 ώρα και 45 λεπτά, μπήκαμε στο δεύτερο λεωφορείο που ήρθε και για καλή μας τύχη με το που φτάσαμε στο Αμάλφι, έφευγε κατευθείαν το δικό μας για Ραβέλλο. Φεύγοντας από το λιμάνι του Αμάλφι και λίγο πριν αρχίσει να ανεβαίνει το λεωφορείο τις στροφές είχα την τύχη να δω ένα από τα πιο συγκλονιστικά ηλιοβασιλέματα της ζωής μου, με τον ήλιο τεράστιο και κατακόκκινο να ξεπροβάλλει μέσα από την θάλασσα με φόντο τα σπιτάκια και τις βίλες. Φάγαμε χαλαρά και πέσαμε για ύπνο νωρίς. Για την επόμενη μέρα είχαμε βγάλει εισιτήρια με το φέρυ για το Κάπρι και έπρεπε να είμαστε στο λιμάνι του Αμάλφι στις 8.30.

7η μέρα. Κάπρι.

Το επόμενο πρωί κατεβήκαμε πολύ νωρίς στο λιμάνι του Αμάλφι για να πάρουμε το πρωινό φέρυ για Κάπρι. Είχα βγάλει εισιτήρια από τις προηγούμενες μέρες. Πήγαινε-έλα και οι δύο 95 ευρώ… Λίγο αλμυρούτσικα για 1 ώρα ταξίδι αλλά γενικά όλα είναι αλμυρούτσικα στο Κάπρι. Επιβιβαστήκαμε, δώσαμε μάχη για να βρούμε θέση στο κατάστρωμα από την πλευρά της θάλασσας για φωτογραφίες και φύγαμε! Ήθελα να πάω σχετικά νωρίς πριν αρχίσουν να συρρέουν τα γκρουπ και εκ του αποτελέσματος είχα απόλυτο δίκιο. Αφού περάσαμε από Ποζιτάνο και χαζέψαμε για άλλη μια φορά την απίστευτη θέα (από θαλάσσης) φτάσαμε στην Marina Grande. Χαμός! Ήταν γεμάτη από πλοία της γραμμής όπως το δικό μας αλλά και ανεξάρτητα πλοιαράκια που κάνανε τον γύρο του νησιού και σε πήγαιναν κοντά στα διάσημα Faraglioni. Οι λάτρεις της μόδας θα αναγνωρίσουν τους δύο εντυπωσιακούς πυραμοειδείς βράχους που μοιάζουν να επιπλέον στο βαθύ μπλε της θάλασσας, από τα διαφημιστικά σποτ των αρωμάτων Dolce & Gabbana. Αφού ακούσαμε τις προσφορές (από 25 ευρώ μέχρι 250 ευρώ ανάλογα από το πόσα άτομα αποτελούσαν το γκρουπ) πήγαμε να πάρουμε έναν χάρτη και να βγάλουμε εισιτήριο για το λεωφορείο. Το κιόσκι για τα εισιτήρια του λεωφορείου ήταν ακριβώς δίπλα σε εκείνο για το τελεφερίκ. Αποφασίσαμε να πάμε με λεωφορείο στην πλατεία και να πάρουμε τελεφερίκ στο Ανακάπρι για το βουνό Σολέρο. Βγάλαμε ένα ημερήσιο εισιτήριο (γύρω στα 7 ευρώ, το οποίο όμως ισχύει μόνο για τα πορτοκαλί λεωφορειάκια – υπάρχει και δεύτερη εταιρεία με μπλε) και μπήκαμε σε ένα από αυτά που πήγαινε στην Piazzetta, που δεν είναι άλλη από την κεντρική πλατεία Piazza Umberto I. Τα λεωφορειάκια είναι απίστευτα μικρά, κατάλληλα για τα στενά, ανηφορικά, φιδογυριστά δρομάκια του Κάπρι αλλά εντελώς ακατάλληλα για να φιλοξενήσουν τον όγκο των τουριστών τους καλοκαιρινούς μήνες. Ο άντρας μου τα αποκάλεσε χαϊδευτικά: σαρδελοκούτια…. Όπως και να έχει κάποια στιγμή φτάσαμε στην πλατεία, κατεβήκαμε και ξεκινήσαμε την βόλτα μας. Ευτυχώς ακόμη ήταν σχετικά νωρίς και δεν γινόταν πανικός. Περάσαμε από το μπαλκόνι-παρατηρητήριο, στο σημείο που κάνει τέρμα το τελεφερίκ και συνεχίσαμε για το Δημαρχείο, τον Πύργο του Ρολογιού και τον Καθεδρικό του Αγ. Στέφανου. Είχα αποφασίσει ότι πρώτα ήθελα να δω τους κήπους του Αυγούστου με την φανταστική θέα στα Faraglioni. Κάναμε την βόλτα μας ανάμεσα στα μαγαζάκια με τα σουβενίρ και τους πάγκους με το λιμοντσέλο και κατηφορίσαμε την Via Tragara. Παντού συνυπήρχε το ροζ από τις βουκαμβίλιες, με το μπλε της θάλασσας και το μαγευτικό άρωμα από τα λεμόνια που έβλεπες παντού σε πάγκους και καντίνες. Μπήκαμε στους κήπους του Αυγούστου (είναι πολύ μικροί) και στριμωχτήκαμε και εμείς με τα πλήθη για μια φωτογραφία με φόντο τους διάσημους βράχους. Το θέαμα ήταν μαγευτικό. Μετά από κανα μισάωρο και αφού είχαν αρχίσει να συρρέουν τα γκρουπ, γυρίσαμε αλλά όχι αμέσως στην πλατεία. Αρχικά περάσαμε από την ιστορική Αρωματοποιία Carthusia, πήραμε την Via Camerelle με καταστήματα όλων των γνωστών σχεδιαστών μόδας να παρατάσσονται το ένα δίπλα στο άλλο και να θαμπώνουν με τις βιτρίνες τους, περάσαμε ασπρισμένα σοκάκια, ανηφορικά σκαλιά και σκεπαστά δρομάκια και επιστρέψαμε και πάλι στην κεντρική πλατεία για τον απαραίτητο καφέ. Ο κόσμος είχε τετραπλασιαστεί και κυριολεκτικά δεν μπορούσες να περάσεις από τα στενά δρομάκια. Κάτσαμε σε ένα καφέ και παραγγείλαμε δύο καπουτσίνο και μία Torta Caprese, το γλυκό σήμα κατατεθέν του νησιού. (21 ευρώ, 7 ευρώ ο καπουτσίνο!). Μόλις ανακτήσαμε δυνάμεις, σηκωθήκαμε και πήραμε το λεωφορειάκι για Ανακάπρι. Το πρώτο πράγμα που ήθελα να δοκιμάσω ήταν οι ιπτάμενες καρέκλες στο τελεφερίκ για το βουνό Σολέρο. Πράγματι ήταν πολύ ξεχωριστή εμπειρία. Στα 589 μέτρα, το Σολέρο είναι το ψηλότερο σημείο του νησιού κι από εδώ θα θαυμάσετε όχι μόνο την πόλη του Κάπρι και τους βράχους Faraglioni, αλλά και ολόκληρο τον κόλπο της Νάπολης και τη χερσόνησο του Σορέντο. Αφού βγάλαμε τις απαραίτητες φωτογραφίες, επιβιβαστήκαμε και πάλι στις καρεκλίτσες μας και κατεβήκαμε στο ιστορικό κέντρο. Κάναμε μια μεγάλη βόλτα θαυμάζοντας κτίρια και σπίτια βουτηγμένα στα λουλούδια, φροντισμένα εστιατόρια και όλων των ειδών τα μαγαζιά με εξαιρετικά χειροτεχνήματα. Πιο πολύ μας εντυπωσίασε η Casa Rossa, που μας καλωσόρισε με μια επιγραφή στα ελληνικά : Χαίρε ω πολίτα Απραγοπόλεως». Το Κόκκινο Σπίτι χτίστηκε μεταξύ 1876 και 1898 από τον Αμερικανό συνταγματάρχη JC MacKowen, δίπλα από τον πύργο Torre Aragonese. Ο εκκεντρικός συνταγματάρχης δημιούργησε μία συλλογή από αρχαιολογικά ευρήματα, που υπήρχαν σε διάφορα μέρη του νησιού. H αρχιτεκτονική του και τα διακοσμητικά μοτίβα, είναι συνδυασμός διαφόρων χρονολογιών και πολιτισμών! Μετά τον θάνατο του συνταγματάρχη, το κτίριο περιήλθε σε διαφόρους κληρονόμους του και τελικά την εποπτεία του απέκτησε το Δημοτικό Συμβούλιο του Ανακάπρι. Δίπλα βρίσκεται το ατελιέ ενός καλλιτέχνη ζωγράφου, που μας εντυπωσίασε με τις δύο επιγραφές, στην είσοδο του : «Γνώθι σαυτόν» και «Carpe Diem». Αφού φάγαμε και ένα παγωτό, συνειδητοποιήσαμε ότι η ώρα είχε πάει ήδη 16.20. Το τελευταίο φέρυ για Αμάλφι έφευγε στις 17.30. (Αυτό με κάθε επιφύλαξη, διότι εκ των υστέρων κατάλαβα ότι υπήρχαν δυο-τρεις εταιρείες που έκαναν αυτή την διαδρομή). Γυρίσαμε στην πλατεία και περιμέναμε το λεωφορείο. Μία ώρα και τέσσερα λεωφορεία αργότερα, που όλα κατέβαιναν στην piazetta και κανένα στην Marina Grande, αποφασίσαμε να γυρίσουμε μέχρι την κεντρική πλατεία στο Κάπρι και να το πάρουμε με τα πόδια. Δυστυχώς δεν προλαβαίναμε να πάμε για μπάνιο στην Marina Piccola και να επισκεφθούμε την Grotta Azurra. Εξάλλου, είχε τόσο πολύ κόσμο που δεν ξέρω κατά πόσο θα ευχαριστιόμασταν την εμπειρία. Μας είχε πιάσει και ένας ψιλοπανικός μην χάσουμε το καράβι…. Αφού μας βγήκε η γλώσσα έξω, φτάσαμε στο παρά πέντε στην Marina Grande και προσπαθούσαμε να βρούμε τον μώλο από όπου έφευγε το καράβι μας. Γινόταν ένας χαμός! Τον εντοπίσαμε και αρχίσαμε να τρέχουμε. Χωρίς λόγο από ότι αποδείχθηκε. Άργησε να έρθει κάνα εικοσάλεπτο, γινόταν πανικός και καταλήξαμε στο πάνω κατάστρωμα πάνω στα decks με τα σωσίβια. Γνωρίσαμε και μια παρέα Ιρανών που μόλις άκουσαν Ελλάδα, μου έλεγαν τι ωραία που πέρασαν πέρυσι στην Αντίπαρο και ότι σε δυο εβδομάδες πήγαιναν Μύκονο. Γενικά, είχα βαρεθεί να ακούω για Μύκονο…. Λίγο μετά το Ποζιτάνο έπιασε και θάλασσα και λουζόμασταν από πάνω μέχρι κάτω με νερό…. Δεν μπορώ να πω…. Είχε και την πλάκα του. Με τα πολλά φτάνουμε Αμάλφι και παίρνουμε για τελευταία φορά το λεωφορείο για Ραβέλλο. Εκεί δειπνήσαμε στην trattoria Vittoria, που ήταν και κάτω από το σπίτι μας. Την προτείνω ανεπιφύλακτα. Πολύ καλό φαγητό και κρασί. Και πριν πάμε για ύπνο κάναμε μια τελευταία νυχτερινή βόλτα στο υπέροχο αυτό χωριουδάκι, που θα έχει για πάντα μια θέση στην καρδιά μου και θέλω όσο τίποτα να επιστρέψω κάποια στιγμή. Το Ραβέλλο μας αποχαιρετούσε με μια τεράστια πανσέληνο, που φώτιζε όλο τον κόλπο του Αμάλφι, από κάπου έσκαγαν πυροτεχνήματα και νόμιζα ειλικρινά ότι θα σκάσω από ευτυχία….

8η μέρα. Σαλέρνο – Ματέρα.

Το επόμενο πρωί, νωρίς-νωρίς φορτώσαμε τα μπαγκάζια μας, αποχαιρετήσαμε το απίστευτο σπιτάκι της Monica και πήραμε το λεωφορείο για Αμάλφι. Ήμασταν τυχεροί αφού μόλις κατεβήκαμε, έφευγε μόλις το λεωφορείο για Σαλέρνο. Αυτή θα ήταν και η τελευταία φορά που θα ταλαιπωρούμασταν. Από το Σαλέρνο θα παίρναμε επιτέλους αυτοκίνητο για να συνεχίσουμε το υπόλοιπο ταξίδι μας. Περάσαμε και την υπόλοιπη ακτή, που δεν είχαμε δει καθόλου τόσες μέρες και κάποια στιγμή φτάσαμε στο Σαλέρνο. Αφού ήπιαμε έναν καφέ, πήγαμε να πάρουμε το αυτοκινητάκι μας, μια ολοκαίνουργια Lancia Ypsilon. Επιτέλους, τα βάσανά μας είχαν τελειώσει. Μετά από ένα ωραιότατο ταξίδι υπό την συνοδεία ιταλικών τραγουδιών φτάσαμε στην Ματέρα. Το check-in μας ήταν στις 15.30, οπότε αποφασίσαμε να πάμε μέχρι τα Sassi. Εδώ θα πρέπει να σας πω ότι έπαθα κυριολεκτικά έρωτα με την Ματέρα. Αυτό το απόκοσμο τοπίο, το τόσο κινηματογραφικό, που νόμιζες ότι περπάταγες σε σκηνικό ταινίας με συγκλόνισε! Κάναμε μια βόλτα περνώντας με το αμάξι, σταματήσαμε για πολύ λίγο και κάναμε μια βόλτα με τα πόδια, (ο ήλιος έκαιγε αφενός και αφετέρου δεν επιτρέπεται το parking σε επισκέπτες μέσα στην παλιά πόλη). Η Ματέρα έχει χαρακτηριστεί από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, ενώ ήταν μία από τις δύο Πολιτιστικές Πρωτεύουσες της Ευρώπης το 2019. Οι αμέτρητες σπηλιές-κατοικίες, σκαμμένες στο εσωτερικό του βράχου, δημιουργούν ένα θέαμα που δεν αφήνει κανένα ασυγκίνητο. Δεν είναι τυχαίο ότι η αυτή η πόλη έχει αποτελέσει ουκ ολίγες φορές σκηνικό γυρισμάτων για ταινίες - κυρίως θρησκευτικού περιεχομένου - όπως «Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» του Παζολίνι, ο «Βασιλιάς Δαυίδ» και «Τα Πάθη του Χριστού» του Μελ Γκίμπσον, το «Wonder Woman» και η πιο πρόσφατη ταινία του James Bond φυσικά. Η ιστορία της είναι συναρπαστική. Η Ματέρα κλείνει στους τοίχους και στις σπηλιές της ολόκληρη την ιστορία της ανθρώπινης ύπαρξης πάνω στον πλανήτη. Τα παλαιότερα ευρήματα σε αυτήν τη μικρή πόλη χρονολογούνται από την Παλαιολιθική Εποχή. Η Ματέρα απλώνεται σε δύο συνοικίες, το Sasso Barisano και το Sasso Caveoso, ανάμεσα στις οποίες βρίσκεται ο καθεδρικός ναός της. Χτισμένη στο χείλος του φαραγγιού όπου κυλά ο ποταμός Gravina, η πολιτεία της πέτρας έχει θέα στο φυσικό τοπίο του Murgia Materana Park, ακριβώς απέναντι, σε μιαν απότομη πλαγιά με σπηλιές που χρονολογούνται από τα παλαιολιθικά χρόνια καθώς και χωριά από τη νεολιθική και τη χάλκινη εποχή. Στο πάρκο υπάρχουν επίσης 150 εκκλησίες, που χτίστηκαν σε σπήλαια κυρίως στα χρόνια του Μεσαίωνα, όταν στην περιοχή ζούσαν αρκετές μοναστικές κοινότητες. Μέχρι τη δεκαετία του ’50, στις γειτονιές Sasso Caveoso και Sasso Barisano, στα σπίτια που είναι σμιλεμένα κυριολεκτικά μέσα στους βράχους, ζούσαν ακόμη άνθρωποι υπό άθλιες συνθήκες υγιεινής. Η Ματέρα ήταν μια πόλη για την οποία ντρέπονταν οι Ιταλοί. Το 1952 με πρόγραμμα της ιταλικής κυβέρνησης 15.000 κάτοικοι μεταφέρονται σε νέες συνοικίες στην κορυφή του λόφου. Το 1986, το ιταλικό κράτος αποφάσισε να παραχωρήσει για 99 χρόνια τα σπίτια-σπηλιές σε ιδιώτες, για να τα επισκευάσουν και να τα αναδείξουν. Το 1993 η UNESCO κηρύσσει τα Sassi της Ματέρα, Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς.

Και δεν είχαμε δει τίποτα ακόμη. Αποφασίσαμε να πάμε να κάνουμε το check-in, να ξεκουραστούμε και να βγούμε για μια μεγάλη βόλτα και εξερεύνηση μετά τις 19.00 με λιγότερη ζέστη. Το δωματιάκι που νοικιάσαμε ήταν ευτυχώς 10 λεπτά με τα πόδια από τα Sassi, οπότε αφήσαμε το αμάξι και το πήραμε με τα πόδια. Ειλικρινά δεν έχω λόγια να σας περιγράψω το συναίσθημα του να περπατάς σε μια πόλη όπως η Ματέρα. Για εμένα, ήταν η πιο όμορφη μέρα κατά την διάρκεια αυτού του δεκαήμερου ταξιδιού. Αφού την γυρίσαμε σχεδόν όλη, βγάλαμε αμέτρητες φωτογραφίες, πήγαμε στον καθεδρικό, ανεβήκαμε και κατεβήκαμε αμέτρητα σκαλάκια, περάσαμε κάτω από εντυπωσιακές καμάρες, περπατήσαμε δρομάκια που ήταν ταυτόχρονα και στέγες σπιτιών, ανακαλύψαμε όμορφες πλατείες, ιστορικές εκκλησίες και μικρά cafés, ψάξαμε να βρούμε το εστιατόριο που είχα κλείσει τραπέζι για φαγητό. Συνέχεια περνούσαν από δίπλα μας τα γραφικά tuk-tuk, μικρά αμαξάκια, που μετέφεραν επισκέπτες. Η ώρα είχε πάει ήδη 9 και τα φανάρια είχαν ανάψει στα λιθόστρωτα σοκάκια, χαρίζοντάς τους μια ζεστή πορτοκαλί απόχρωση, ενώ η τρωγλοδυτική αρχιτεκτονική της ανέδιδε μια μυστηριώδη αύρα. Ένα τοπίο απόκοσμης ομορφιάς. Ένα ταξίδι στο χρόνο. Μια μαγεία! Φτάσαμε στην ώρα μας στο La Lopa, ένα εστιατόριο-σπηλιά, που εκτός από την συγκλονιστική του αρχιτεκτονική και το φαγητό του είχε και ένα άλλο ατού. Στο υπόγειο του, υπάρχει ένας μίνι κινηματογράφος όπου παρακολουθήσαμε αποσπάσματα από παλιές ταινίες, που έχουν γυριστεί στη Ματέρα. Εδώ θα πρέπει να σας πω μερικά πράγματα για το διάσημο ψωμί της Ματέρα (pane di Matera). Το σχήμα του θυμίζει κάπως το βραχώδες τοπίο της περιοχής, ενώ το βάρος του φτάνει τα δύο ή τρία κιλά. Ψήνεται περίπου δύο με τρεις ώρες σε φούρνους με ξύλα και μόνο εκπαιδευμένοι αρτοποιοί γνωρίζουν πώς να διπλώσουν τη ζύμη για να αποκτήσει αυτό το ιδιαίτερο σχήμα. Αυτή η μοναδική όψη του ψωμιού δεν είναι τυχαία, φυσικά, καθώς τον περασμένο αιώνα ψηνόταν σε κοινόχρηστους φούρνους, διότι τα περισσότερα σπίτια δεν είχαν δικό τους. Τα ψωμιά ζυμώνονταν εις ύψος για να χωρούν περισσότερα σε κάθε φουρνιά, ενώ η παχιά κρούστα επέτρεπε στο εσωτερικό τους να διατηρεί την υγρασία του, έτσι ώστε να παραμένουν φρέσκα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα (συνήθως εννιά ημέρες, ανάλογα με το μέγεθος της φρατζόλας). Πράγμα απαραίτητο για μια απλή αγροτική οικονομία, με βοσκούς και αγρότες που θα έμεναν μακριά από το σπίτι για μέρες και θα έπρεπε να έχουν μαζί τους φαγητά που δεν χαλάνε. Τέλος, κάθε σπίτι είχε επίσης τη δική του σφραγίδα, για να αναγνωρίζει το ψωμί του μετά το ψήσιμο. Σε κάποια σημεία, υπήρχαν γυάλινες προθήκες με αυτές τις σφραγίδες. Μετά από ένα υπέροχο δείπνο, συνοδεία εξαιρετικού κρασιού από την Basilicata, κατεβήκαμε στο υπόγειο και είδαμε αποσπάσματα από τις ταινίες που έχουν γυριστεί σε αυτό το μαγικό μέρος. Είναι φοβερό να βλέπεις σοκάκια, στα οποία περπατούσες πριν να γίνονται το σκηνικό τόσο γνωστών, συγκλονιστικών ταινιών! Με γεμάτο το στομάχι, τα μάτια και την καρδιά πήραμε τον δρόμο του γυρισμού. Και οι εκπλήξεις δεν είχαν τελειώσει εδώ! Βγαίνοντας από τα Sassi, μπήκαμε σε μια πόλη, γεμάτη ζωντάνια, τραγούδια, γέλια, κόσμο που πηγαινοερχόταν, έτρωγε το παγωτό του, μια πόλη γεμάτη συγκλονιστικά κτίρια και εκκλησίες, μια αύρα που είχα χρόνια να ζήσω… Έξω από ένα μπαρ, ένα συγκρότημα τραγουδούσε το Tu Vuo' Fa' L'Americano και γύρω του όλος ο κόσμος τραγουδούσε και χόρευε…. Ειλικρινά, αν εκείνη την στιγμή μου έλεγαν «είναι η τελευταία σου ώρα, πεθαίνεις, δεν θα είχα κανένα πρόβλημα. Και φυσικά, πηγαίνοντας προς το σπίτι, μια παρέα νεαρών μας άκουσε να μιλάμε και μας ρώτησε από πού είμαστε. Στο άκουσμα της Ελλάδας, βγήκε και πάλι ένα μακρόσυρτο ωωωωω….. Ο ένας μάλιστα άρχισε να ψελλίζει καλημέρα, καλησπέρα και να λέει ότι σπουδάζει ελληνικά και έχει όνειρο να έρθει στην Ελλάδα, ενώ οι φίλοι του τον πείραζαν και γελούσαν… Το τέλειο κλείσιμο μιας τέλειας μέρας.

9η μέρα. Alberobello, Λέτσε, Μαρτάνο, Μπρίντιζι

Το επόμενο πρωί φορτώσαμε πάλι τις βαλιτσούλες μας και αποχαιρετήσαμε την υπέροχη Ματέρα. Το πρόγραμμα είχε Alberobello, που το περίμενα πως και τι, Λέτσε και γύρα σε μέρη της Απουλίας μέχρι το βράδυ που μας περίμεναν σε ένα ξενοδοχείο που έκλεισα την προηγούμενη μέρα στο Μπρίντιζι. Μετά από μια πολύ όμορφη διαδρομή, αρχίσαμε να βλέπουμε τα πρώτα σπιτάκια τρούλους, που μας προδιέθεταν για αυτό που θα αντικρίζαμε. Αφήσαμε το αμάξι σε ένα από τα υπαίθρια πάρκινγκ πριν το χωριό με τα truli (επί πληρωμή με την μέρα) και ξεκινήσαμε. Και έπαθα σοκ. Όχι με την ομορφιά του τοπίου αλλά με το πόσο κόσμο είχε. Δεν μπορούσαμε καν να περπατήσουμε. Για να βγάλεις φωτογραφία χωρίς ξένο χέρι, πόδι, κεφάλι έπρεπε να κάτσεις να περιμένεις δέκα ώρες. Είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι, η ζέστη ήταν αφόρητη και η απογοήτευση μαζευόταν…. Πήρα μια βαθιά ανάσα και είπα στον εαυτό μου πως ό,τι και να γίνει εγώ θα το χαρώ, γιατί το περίμενα όλο τον χειμώνα… Και πράγματι… Κάποια στιγμή έσπασε ο κόσμος. Εξάλλου, είναι τόσο μεγάλος ο χώρος που ευτυχώς υπήρχαν και γωνίες που μπορούσες να χαζέψεις και να βγάλεις τις φωτογραφίες σου χωρίς να σε ενοχλήσει κανείς. Κάναμε την βόλτα μας, ψωνίσαμε τα αναμνηστικά μας (απαραιτήτως μαγνητάκια για το ψυγείο και ζυμαρικά Orecchiete (ορεκιέτε) που στα ιταλικά θα πει μικρά αυτάκια), μπήκαμε σε αυτά τα συγκλονιστικά σπιτάκια-τρούλους και καταλήξαμε σε ένα καφέ με βεράντα και θέα για την απαραίτητη γρανίτα λεμόνι (εγώ που την λατρεύω, περιττό να σας πω ότι σε αυτό το ταξίδι θα ήπια τουλάχιστον καμιά εικοσαριά). Οι τρούλοι — trulli — το όνομα των οποίων μπορεί να προέρχεται από τη βυζαντινή λέξη turris ή από τον ελληνικό θόλο, είναι έργα λαϊκής αρχιτεκτονικής με χαρακτηριστικό τετράπλευρο σχήμα και κωνική στέγη. Πολλοί από τους τρούλους έχουν πάνω τους ζωγραφισμένα προστατευτικά και αποτροπαϊκά σύμβολα, για να απομακρύνουν το κακό. Τα περισσότερα σύμβολα είναι πλανητικά και ζωδιακά, αλλά και χριστιανικά, όπως η τρίαινα που συμβολίζει την Αγία Τριάδα, ή παγανιστικά, όπως ο σταυρός σε σχήμα δέντρου που ενώνει τους τρεις κόσμους (τον πάνω, τον κάτω και τον επίγειο). Η ιστορία αυτών των πολύ ιδιαίτερων σπιτιών συνδέεται με το Βασίλειο της Νάπολης του 15ου αιώνα. Οι κάτοικοι κατέφυγαν σε αυτή την τεχνική κατασκευής χωρίς κονίαμα, για να μπορούν εύκολα να γκρεμίζουν τα σπίτια τους (όταν μάθαιναν ότι φτάνουν οι φοροεισπράκτορες) και να τα ξαναφτιάχνουν, ώστε να αποφεύγουν τη βαριά φορολογία. Αφού χόρτασε το μάτι μας, αποφασίσαμε να φύγουμε και κατευθυνθήκαμε προς το Λέτσε. Παρκάραμε το αυτοκινητάκι μας έξω από τον δημόσιο κήπο, τη Villa Comunale Di Lecce, πληρώσαμε το παρκόμετρο και ξεκινήσαμε την εξερεύνηση. Το Λέτσε χαρακτηρίζεται ως η «Φλωρεντία» του Νότου και όχι άδικα. Παντού υπάρχουν εκπληκτικά μέγαρα μπαρόκ ρυθμού, όμορφα πλακόστρωτα, μεγαλειώδεις εκκλησίες και δημόσια κτίρια και όλα κατασκευασμένα με την ονομαστή ασβεστολιθική πέτρα «leccese». Επισκεφθήκαμε την Βασιλική του Santa Croce, την Porta Napoli, την Piazza del Duomo (όπου πέσαμε και πάνω σε γάμο) και το ρωμαϊκό αμφιθέατρο, φάγαμε το απαραίτητο παγωτό μας και κολλήσαμε στις βιτρίνες των αμέτρητων ζαχαροπλαστείων. Το Λέτσε είναι η Μέκκα των ζαχαροπλαστείων, των gelaterie και των υπαίθριων πάγκων με γλυκά. Η τοπική σπεσιαλιτέ είναι το pasticciotto, μια στρογγυλή πίτα γεμισμένη με κρέμα λεμονιού. Αφού πήραμε και κάτι για φαγητό στο χέρι, ξεκινήσαμε για μια γύρα στα ελληνόφωνα χωριά της Απουλίας. Φτάνοντας στο Μαρτάνο, είδαμε με συγκίνηση να μας καλωσορίζει μια επιγραφή και στα ελληνικά. Παρκάραμε το αυτοκίνητο και κάναμε μια βόλτα στο γραφικό αυτό χωριό. Σε αρκετά σημεία υπήρχαν επιγραφές στα ελληνικά (Αρχοντικό του Μιχάλη, εκκλησία της Μητρόπολης) αλλά δεν ακούσαμε κάπου την γκραικάνικη διάλεκτο. Βέβαια, δεν μείναμε και πολύ. Ήμασταν κάπως εξαντλημένοι και δεν πήγαμε σε κάποιο άλλο από τα χωριά. Εξάλλου, έπρεπε να κάνουμε check-in μέχρι τις 22.00 και η ώρα είχε ήδη πάει 8μιση. Το ταξίδι μας έφτανε σιγά-σιγά στο τέλος του κι εγώ συνειδητοποίησα ότι χρειάζονταν άλλες δέκα μέρες μόνο για την Απουλία. Στεναχωριόμουν που δεν θα μπορούσα να εξερευνήσω αρκετά αυτό το κομμάτι της νότιας Ιταλίας, να κολυμπήσω στις διάσημες ακτές της και να χαλαρώσω. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι την επόμενη φορά θα αφιέρωνα ένα ταξίδι μόνο στην Απουλία και τις ακτές της.

10η μέρα. Οστούνι, Μονόπολι, Polignano a Mare, Μπάρι.

Η προτελευταία μέρα του ταξιδιού μας βρήκε μάλλον κουρασμένους. Είχαμε κολλήσει covid και δεν το είχαμε καταλάβει. Φορτώσαμε για άλλη μια φορά τα μπαγκάζια μας και οδηγήσαμε προς Ostuni, την επονομαζόμενη και «λευκή πόλη». Πριν αντικρίσουμε την καρτποσταλική Ostuni, διασχίσαμε μια κοιλάδα γεμάτη ελαιόδεντρα, την λεγόμενη Valle d’ Itria. Παντού βλέπαμε masserias, δηλαδή αγροικίες περιστοιχισμένες από λιβάδια και ελαιώνες, πολλές από τις οποίες έχουν μετατραπεί σε πολυτελή boutique hotels. Περιπλανηθήκαμε για ώρες στα γραφικά σοκάκια της πόλης, στις μπαρόκ εκκλησίες της, τα πολύχρωμα μαγαζάκια της και καταλήξαμε στα σκαλιά ενός φοβερού καφέ με θέα όλη την κοιλάδα και το σημαντικότερο: σκιά. Γιατί είχε 35 βαθμούς κελσίου και δεν υπήρχε σκιά πουθενά. Αφού κάποια στιγμή αναγκάστηκα να σταματήσω σε ένα από τα γραφικά μαγαζάκια, που σου κεντάνε επιτόπου το όνομά σου σε ό,τι αγοράζεις και να πάρω ένα καπέλο. Αφού ξεδιψάσαμε με μία Peroni, γυρίσαμε να πάμε στο αυτοκίνητο γιατί τελείωνε και το παρκόμετρο. Στον δρόμο αποφάσισα να πάρω ένα panini με χταπόδι, για τα οποία φημίζεται η Απουλία. Έλα μου όμως που την πάτησα. Αντί να ζητήσω panini con polpo, ζήτησα panini con polpette. Δεν ξέρω πως την πάτησα…. Η ζέστη να φταίει, η γκρίνια του Κωστάκη που ήθελε να φύγουμε και βαριόταν να περιμένει… Η ουσία είναι ότι όταν ξετύλιξα το πακετάκι μου μέσα στο αμάξι, συνειδητοποίησα ότι είχα πάρει ένα σάντουιτς με κεφτέδες. Νοστιμότατο βέβαια, δεν μπορώ να πω… Η επόμενη στάση μας ήταν η γραφική Monopoli. Αφού παρκάραμε στην κεντρική πλατεία, ακολουθήσαμε τα πλήθη με τα μαγιό και τις τσάντες θαλάσσης. Η αλήθεια είναι ότι δυσκολευτήκαμε λίγο να βγούμε στην θάλασσα. Η Μονόπολη είναι μια πόλη με δαιδαλώδη σοκάκια, σε καθένα από τα οποία ανακαλύπτεις και κάτι που θα σου κεντρίσει το ενδιαφέρον…. Όμορφες εκκλησίες, παγωτατζίδικα, πολύχρωμες μπουγάδες, μπαλκόνια πνιγμένα στα λουλούδια, αυλές με γέλια και μυρωδιές από το κυριακάτικο τραπέζι…. Κάποια στιγμή βγήκαμε στην παραλία Cala Porta Vechia, που ήταν πνιγμένη με κόσμο (Κυριακή γαρ)… Θα θέλαμε να ρίξουμε μια βουτιά αλλά η κούραση που μας είχε καταβάλλει μας αποθάρρυνε. Είχαμε ακόμη μία στάση πριν καταλήξουμε στο τελευταίο μας ξενοδοχείο στο Μπάρι, από όπου θα φεύγαμε το επόμενο πρωί. Και αυτή δεν ήταν άλλη από το γραφικό Polignano a Mare. Οδηγώντας σε στενά δρομάκια βγήκαμε απευθείας σε μια βεράντα με πανοραμική θέα στην Αδριατική. Από κάτω η θάλασσα ήταν γεμάτη με σκάφη, ιστιοπλοϊκά και κόσμο που ξάπλωνε νωχελικά στα βράχια κάτω από τον καυτό ήλιο. Θαυμάσαμε την θέα, περπατήσαμε κατά μήκος της προκυμαίας, βγάλαμε εκπληκτικές φωτογραφίες και στην συνέχεια επιβιβαστήκαμε και πάλι στο αυτοκινητάκι μας. Εκ των υστέρων, μετάνιωσα που δεν περπατήσαμε στην παλιά πόλη, δεν βρήκαμε καν το άγαλμα του διάσημου Domenico Modugno, που τραγούδησε το «Volare». Αλλά πραγματικά δεν μπορούσαμε να αντέξουμε άλλο τον ήλιο και την ζέστη. Μια ωραία ιδέα για όσους βρεθούν εκεί και μπορούν να το αντέξουν οικονομικά είναι το εστιατόριο Grotta Palazzese, ένα εστιατόριο μέσα σε φυσική θαλάσσια σπηλιά. Μετά από ένα εικσάλεπτο περίπου φτάσαμε στο ξενοδοχείο μας, το Hotel Majesty, το οποίο συστήνω ανεπιφύλακτα. Ήταν εκπληκτικό, με όλες τις ανέσεις, έξω από την πόλη βέβαια αλλά για εμάς που είχαμε αυτοκίνητο ήταν μια χαρά. Και αφού χαλαρώσαμε, ήρθαν τα μαντάτα. Είχα δέκατα, με είχαν πιάσει κρυάδες και αισθανόμουν χάλια. Εγώ επέμενα ότι ήταν από την κούραση, ο Κώστας πάλι ήταν σίγουρος ότι είχα κολλήσει covid. Ήπια ένα ντεπόν ξεγυρισμένο, κοιμήθηκα καμιά ώρα και ήμουν και πάλι περδίκι. Το στομάχι μου διαμαρτυρόταν. Είχα φάει μόνο το σάντουιτς με τους κεφτέδες και ήθελα να απολαύσω μία μακαρονάδα. Έτσι, μετά τις οδηγίες του ευγενέστατου receptionist, κατευθυνθήκαμε προς το κέντρο της πόλης. Όπως περνάγαμε την παραλιακή (Lungomare) και κατευθυνόμασταν στην Piazzale C. Colombo, βλέπαμε παντού κόσμο. Καθόντουσαν στους μόλους, είχαν βγάλει καρεκλάκια στα πεζοδρόμια κατά μήκος της προκυμαίας, έψηναν, τραγουδούσαν και μίλαγαν δυνατά. Αισθάνθηκα μια πολύ οικεία ατμόσφαιρα. Ανυπομονούσαμε να ανακατευτούμε με το πλήθος αλλά ίχνος από parking. Τελικά το αφήσαμε στο τέρμα του μόλου και αμέσως μας πλησίασε ένας άστεγος, ο οποίος μας είπε ότι ναι μεν ήταν Κυριακή και το parking ήταν δωρεάν αλλά αν μπορούσαμε να του δώσουμε ψιλά για να φάει. Εννοείται ότι του δώσαμε και μας ρώτησε από πού είμαστε. Στο άκουσμα ότι είμαστε από Ελλάδα, ακούσαμε και πάλι ένα μακρόσυρτο Ωωωω…. (το είχαμε συνηθίσει πλέον). Πριν απομακρυνθούμε μας είπε να μην φοβόμαστε τίποτα και ότι θα πρόσεχε το αμάξι σαν να ήταν δικό του. Μπήκαμε στην Citta Vecchia και χαθήκαμε στα στενά του γραφικού Μπάρι. Μου άρεσε πολύ αυτή η πόλη, που για να πω την αλήθεια δεν την είχα περί πολλού. Είναι μάλλον αδικημένη λόγω λιμανιού, γιατί είναι πανέμορφη, με μεγάλους πλακόστρωτους δρόμους αλλά και γραφικά σοκάκια, μπαρόκ εκκλησίες, πλατείες, όμορφα μαγαζάκια και κυρίως ιταλικό πνεύμα…. Από όλο μας το ταξίδι, εδώ αισθάνθηκα αυτό που λένε «ιταλικό ταπεραμέντο». Κόσμος που μιλούσε και γελούσε δυνατά, διασκέδαζε με έναν τρόπο που κάναμε παλιά στην Ελλάδα χωρίς περιττά φτιασίδια και ψευτοπολυτέλειες, ντόμπρα, τίμια, για τον εαυτό τους και όχι για ένα κλικ στο Instagram. Εγώ μπορεί να ήθελα να κάτσουμε σε ένα από τα μαγαζάκια που σέρβιραν orecchiette, τα παραδοσιακά ζυμαρικά της Απουλίας που μοιάζουν με αυτάκια ή σε κάποια fritteria με τηγανητά θαλασσινά, αλλά ο Κωστάκης ενθουσιάστηκε με μια πιτσαρία που ήταν φίσκα από κόσμο, κυρίως ντόπιους και έκανε κουμάντο ένας τύπος, που ήταν λες και ξεπήδησε από μαφιόζικη ταινία του ’60. Επιβλητική προσωπικότητα, με ανοιχτό πουκάμισο, κοιλιά, χρυσό σταυρό και χαμηλή φωνή που έκρυβε όμως μια απειλή…. Αφού μας τακτοποίησε σε ένα τραπεζάκι, απολαύσαμε πεντανόστιμη σαλάτα caprese και πίτσες στον ξυλόφουρνο, με burrata και τυρί Stracciatella, συνοδεία παγωμένης, τι άλλο; Peroni! Στο τέλος, παρόλο που με έξυνε ο λαιμός μου χτυπήσαμε και από δύο παγωμένα limoncello. (τι διάολο, το τελευταίο μας βράδυ ήταν!) Μετά τις 12 τα στενά είχαν αρχίσει να ερημώνουν, ο κόσμος να αραιώνει και τα μαγαζάκια μάζευαν τα τραπέζια τους. Κάνοντας μια βόλτα κατά μήκος των παλιών τειχών του Castello έξω από ένα ζαχαροπλαστείο-gelateria, το Gentile είδαμε μια τεράστια ουρά. Μέσα κι εμείς! Δεν θα μπορούσε άλλωστε να κλείσει με άλλον τρόπο γευστικά αυτό το ταξίδι.

11η μέρα. Μπάρι-Αθήνα.

Το επόμενο πρωί, αποχαιρετήσαμε με θλίψη την νότια Ιταλία και με την υπόσχεση ότι κάποια στιγμή θα την ξαναεπισκεφθούμε, πήραμε τον δρόμο για το αεροδρόμιο. Η πτήση μας με την Volotea ήταν στις 12.50. Ευτυχώς, παρά τα προβλήματα που είχαν ακουστεί σε άλλα αεροδρόμια όπως της Ρώμης για πολύωρες καθυστερήσεις και ακυρώσεις, όλα κύλησαν ομαλά και μπορώ να πω ότι είχα μια από τις καλύτερες πτήσεις ever. Κάνοντας έναν απολογισμό, θα έμενα σίγουρα άλλες τρεις μέρες ώστε να κάνω μια διαμονή στο Capri, θα πήγαινα σίγουρα στην Ίσκια ή την Procida και θα προσπαθούσα να κλείσω διαμονή σε ένα σπιτάκι-τρούλο ή σε μία masseria. Η Απουλία θέλει από μόνη της για μένα ένα δεκαήμερο ταξίδι για να εξερευνήσεις τα χωριά και τις παραλίες της. Δεν ξέρω αν ο Ιούλιος που πήγαμε εμείς ήταν ο πιο ενδεδειγμένος μήνας. Αν είχα επιλογή θα το έκανα αρχές Ιουνίου αυτό το ταξίδι και ας έβρεχε κάποια μέρα. Τα πλήθη του κόσμου σε συνδυασμό με την αφόρητη ζέστη ήταν απίστευτα κουραστικά. Επίσης, θα φρόντιζα να έχω αποταμιεύσει περισσότερα χρήματα για να κάνω κάποια πράγματα, όπως μια βόλτα με vintage αυτοκίνητο στην ακτή Amalfi που περιλάμβανε και φωτογράφηση, τον γύρο του Capri με σκάφος, ολοήμερο σε ένα prive beach club στο Ποζιτάνο ή διαμονή σε ένα cave hotel στην Ματέρα. Και φυσικά βέσπα και μόνο για την ακτή. Ελπίζω να μην σας κούρασα πάρα πολύ με τις λεπτομέρειες…. Επόμενος προορισμός στην λατρεμένη Ιταλία: Cinque Terre…
295411310_770535964371606_3334151543001183251_n.jpg

Οι πέτρες-πατήματα από όπου πέρναγαν οι πεζοί στην Πομπηία. Ανάμεσα από αυτές τις πέτρες διέρχονταν οι ρόδες των αμαξών.
294799008_364264509218032_5439020608074242788_n.jpg

Λέτσε
295479104_736982447593624_4742929476955428509_n.jpg

Απολαμβάνοντας γρανίτα λεμόνι στο Αμάλφι
296576392_749300692980315_8050825550172760583_n.jpg

Πομπηία. Nωπογραφία της Λήδας, της βασίλισσας της Σπάρτης την ώρα που μένει έγκυος από τον Δία, ο οποίος για να την πλησιάσει μεταμορφώνεται σε κύκνο.
294742658_441297154718180_8988588912131639709_n.jpg

Polignano a Mare... Τα ζήλεψα αυτά τα νερά...
294741190_409478474351468_7787325083266870757_n.jpg

Βόλτα στο Alberobello. 10 δευτερόλεπτα μετά ο δρόμος είχε γεμίσει κόσμο.
294697825_1420334768461910_1449041693302008306_n.jpg

Ματέρα, λίγο πριν βασιλέψει ο ήλιος.




295453124_1120507138816746_6306596516940749793_n.jpg

Η επιγραφή στα ελληνικά στην Casa Rossa στο Ανακάπρι
294685666_1119723062273999_5962577685485087261_n.jpg

Τα διάσημα Faraglioni
294811085_997226474280045_2914523931603127782_n.jpg

Άποψη του Ποζιτάνου από την στάση του λεωφορείου....


295892178_621609709215692_8008089064303740900_n.jpg

Fiord di Furore. Μας βγήκε ξινό αυτό το μπάνιο...

295617439_378395404240204_4073149926687344620_n.jpg

Μια μικρή ιδέα για τα πλήθη που συνέρρεαν έξω από το Da Michele. Υπάρχει βίντεο που δείχνει την πλήρη αλήθεια...
295302136_2832346133739864_8728372261950706185_n.jpg

Η απίστευτη pizza Margherita.... Δέκα λεπτά μετά δεν υπήρχε ούτε ψιχουλάκι...

295536196_837609880468825_8901198555250576129_n.jpg

Monopoli...


296262371_623675905982765_6945400688872178789_n.jpg

Monopoli...
294843301_640675540351129_4065982588968880287_n.jpg

Ματέρα... Ταξίδι στον χρόνο...


294466905_411924810767347_7524488463107749818_n.jpg

Ποζιτάνο... Θέα από την θάλασσα.
295100334_2943588839271477_8869584586815010103_n.jpg

Άποψη του παλατιού της Caserta από το τέλος της Via d' acqua...

295091848_762340648297564_4870159658534650409_n.jpg

Η εκπληκτική θέα από την Villa Cimbrone στο Ravello...
 

Attachments

Señor_Nada

Member
Μηνύματα
1.590
Likes
8.785
Ταξίδι-Όνειρο
Άβυσσος
Ταξιδαρα👏 Σ'ευχαριστουμε που τη μοιραστηκες.

Πάντα τέτοια!
 

Iris_90

Member
Μηνύματα
770
Likes
3.929
Επόμενο Ταξίδι
Στο άγνωστο ...
Ταξίδι-Όνειρο
Γιατί , σε νοιάζει ;;;
Ταξιδάρα υπερπαραγωγή με τα όλα της !!! Αχχχ η πολυαγαπημένη μας Ιταλία , δεν παύει να μας συγκινεί και να μας συναρπάζει (σου μιλάει τώρα μια ιταλόφιλη) ... Ομολογώ πως ζήλεψα τη λαχταριστή πίτσα (αχ) και την υπέροχη γρανίτα λεμόνι (αγαπώ το λεμόνι σε όλες του τις εκφάνσεις : Γλυκό , Ποτό , Γρανίτα) , καλέ εσείς γυρίσατε ΟΛΗ τη Κάτω Ιταλία ...

Οι τοποθεσίες Αμάλφι-Νάπολη-Κάπρι μπαίνουν στη λίστα με τα ταξίδια που πρέπει να γίνουν ΑΜΕΣΑ ...
Ήδη από Ιταλία έχω επισκεφτεί Ιταλικό Βορρά (Βενετία , Πάντοβα και νησάκια Μουράνο - Μπουράνο & Τορτσέλο) και κέντρο (Ρώμη & Φλωρεντία) , ε ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ να δω και τη Νότια Ιταλία ...

Σας εύχομαι καλά ταξίδια , σας ευχαριστούμε που μοιραστήκατε με εμάς μια τόσο όμορφη ταξιδιωτική εμπειρία ...
 

fantina

Member
Μηνύματα
62
Likes
113
Ταξιδάρα υπερπαραγωγή με τα όλα της !!! Αχχχ η πολυαγαπημένη μας Ιταλία , δεν παύει να μας συγκινεί και να μας συναρπάζει (σου μιλάει τώρα μια ιταλόφιλη) ... Ομολογώ πως ζήλεψα τη λαχταριστή πίτσα (αχ) και την υπέροχη γρανίτα λεμόνι (αγαπώ το λεμόνι σε όλες του τις εκφάνσεις : Γλυκό , Ποτό , Γρανίτα) , καλέ εσείς γυρίσατε ΟΛΗ τη Κάτω Ιταλία ...

Οι τοποθεσίες Αμάλφι-Νάπολη-Κάπρι μπαίνουν στη λίστα με τα ταξίδια που πρέπει να γίνουν ΑΜΕΣΑ ...
Ήδη από Ιταλία έχω επισκεφτεί Ιταλικό Βορρά (Βενετία , Πάντοβα και νησάκια Μουράνο - Μπουράνο & Τορτσέλο) και κέντρο (Ρώμη & Φλωρεντία) , ε ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ να δω και τη Νότια Ιταλία ...

Σας εύχομαι καλά ταξίδια , σας ευχαριστούμε που μοιραστήκατε με εμάς μια τόσο όμορφη ταξιδιωτική εμπειρία ...
Είναι μαγική η άτιμη.... Και ο Βορράς και ο Νότος και τα νησάκια της.... Απλά φέτος γίνεται χαμός παντού!
 

Iris_90

Member
Μηνύματα
770
Likes
3.929
Επόμενο Ταξίδι
Στο άγνωστο ...
Ταξίδι-Όνειρο
Γιατί , σε νοιάζει ;;;
Είναι μαγική η άτιμη.... Και ο Βορράς και ο Νότος και τα νησάκια της.... Απλά φέτος γίνεται χαμός παντού!
@fantina Ο τρελός χαμός !!! Η Ιταλία είναι αυτό που λέμε '' Έρωτας με τη πρώτη ματιά '' σε μαγνητίζει , σε εθίζει !!!
 

Smaragda53

Member
Μηνύματα
1.015
Likes
2.145
Επόμενο Ταξίδι
αχ, μακάρι νάξερα!
Ταξίδι-Όνειρο
Πολυνησία
η ΕΤ είχε παίξει μια ιταλική σειρά πολύ καλή "Οι αδερφές" γυρισμένη όλη στη Ματέρα.
Υπέροχη ιστορία, υπέροχο ταξίδι! Το διάβασα μονορούφι!
 
Last edited:

fantina

Member
Μηνύματα
62
Likes
113
Ποτε δεν φανταζομουν οτι ειναι τοσο τεραστια η ταλαιπωρια με τα λεωφορεια. Πραγματικα ειστε ηρωες.
Ούτε εμείς το φανταζόμασταν. Δυστυχώς χάθηκαν πολλές ώρες έτσι. Βέσπα και πάλι βέσπα.
 

turms

Member
Μηνύματα
2.094
Likes
2.928
Επόμενο Ταξίδι
ΔΝΤ;;;
Ταξίδι-Όνειρο
Σκι στην Παταγονια
αν και ειμαι φανατικος της πιτσας, αυτο με τα λεωφορεια μου εκοψε καθε σκεψη....

ουτως η αλλως με παιδια δεν προκειται να παω εκει, αλλα πολυ πακετο...
 

Smaragda53

Member
Μηνύματα
1.015
Likes
2.145
Επόμενο Ταξίδι
αχ, μακάρι νάξερα!
Ταξίδι-Όνειρο
Πολυνησία
Τώρα κατάλαβα γιατί "ταλαιπωρήθηκες" στους δρόμους της Πομπηίας: φορούσες πέδιλα, τα οποία βέβαια ταίριαζαν με το περιβάλλον, αλλά δεν ταίριαζαν με τις πέτρες! ;)
 

Εκπομπές Travelstories

Booking.com

Στατιστικά φόρουμ

Θέματα
33.437
Μηνύματα
891.949
Μέλη
39.080
Νεότερο μέλος
itsmylife24

Κοινοποιήστε αυτή τη σελίδα

Top Bottom