Αίγυπτος Σαρμ Ελ Σεΐχ - Πληροφορίες & Ερωτήσεις

annoula

Member
Μηνύματα
795
Likes
2.372

georgi d

Member
Μηνύματα
591
Likes
1.362
Τέλος Νοεμβρίου που είχα πάει εκεί κοντά ο καιρός δεν ήταν καλός. Στην θάλασσα για μπάνιο δεν θα πήγαινα. Στα ξενοδοχεία έχουν κόσμο και πολλοί Καθολική πάνε για τα Χριστούγεννα εκεί από τις 20 Δεκεμβρίου και μετά. Κάνει πολύ κρύο τα βράδια. Εμείς στην Ελλάδα δεν είμαστε όπως από την βόρεια Ευρώπη. Αυτή οι ποιο πολλοί δεν έχουν πρόβλημα όταν κάνει κρύο.
Εάν θα πάτε να πάρετε ρούχα ζεστά. Για ξενοδοχείο με θερμαινομενη πισίνα ψάξτε να βρείτε. Εάν κάποια βρείτε γράψτε να σας πούμε εάν είναι καλή. Εντάξει την θάλασσα την ξεχνάτε όμως έχουν που να πάτε τα παιδιά.
Η θερμοκρασία του νερού στην Αίγυπτος τώρα και όλο το χρόνο
 
Last edited:

duty_free

Member
Μηνύματα
1.116
Likes
5.554
Εχει, καποιος/καποια κανει την διαδρομή Σαρμ ελ Σεϊχ προς μονη της Αγιας Αικατερίνης; Ειναι κάτι δυνατο;
 

Porfyria

Member
Μηνύματα
450
Likes
2.404
Επόμενο Ταξίδι
Νάξος
Ταξίδι-Όνειρο
Ιαπωνία, Περού
Εχει, καποιος/καποια κανει την διαδρομή Σαρμ ελ Σεϊχ προς μονη της Αγιας Αικατερίνης; Ειναι κάτι δυνατο;
Το έχω κάνει πριν από 22 χρόνια...ήμουν με γκρουπ. Δεν ξέρω πόσα έχουν αλλάξει από τότε...
 

soudianos

Member
Μέγας Συγγραφέας
Μηνύματα
3.846
Likes
7.033
Ταξίδι-Όνειρο
Βερακρούζ
Εχει, καποιος/καποια κανει την διαδρομή Σαρμ ελ Σεϊχ προς μονη της Αγιας Αικατερίνης; Ειναι κάτι δυνατο;
Με τα εκεί τοπικά ταξιδιωτικά γραφεία .
 

georgi d

Member
Μηνύματα
591
Likes
1.362
Στην αρχή γράφεις στην μονή Αγίας Αικατερίνης και θα σου πουν τι θα κάνεις.
Αίγυπτος - Μονή Σινά μπορείτε να πάτε μέσω Νταχάμπ.
Εχει, καποιος/καποια κανει την διαδρομή Σαρμ ελ Σεϊχ προς μονη της Αγιας Αικατερίνης; Ειναι κάτι δυνατο;
Έχει νομίζω απευθείας λεωφορείο μέχρι το χωριό που είναι δίπλα στην Ιερά Μονή( όμως νομίζω φτάνει στο χωριό στις 8 το βράδυ) . Εκεί μπορούν να έρθουν να σας πάρουν από το μοναστήρι η θα να στείλουν κάποιο ταξί.

Κοιτάξτε στο σαιτ της εταιρείας go bus γιατί έχει λεωφορείο μέχρι Νταχάμπ. Από εκεί με minibus θα πάτε μέχρι το χωριό. Στο πάνω λινκ τα έχω γράψει. Στο χωριό θα πληρώσετε από 200 μέχρι 300 λίρες (αυτά είναι ξεχωριστά λεφτά μόνο για την περιοχή. Παλιά δεν πληρωναμε τίποτα. Στο μοναστήρι θα σας φιλοξενήσουν δωρεάν. Καλό προσκύνημα!
Πάρτε στην αρχή την απάντηση από μοναστήρι.
 

georgi d

Member
Μηνύματα
591
Likes
1.362
Εχει, καποιος/καποια κανει την διαδρομή Σαρμ ελ Σεϊχ προς μονη της Αγιας Αικατερίνης; Ειναι κάτι δυνατο;
Διαβάζω κάτι και βλέπω οι ρωσοι έχουν πρόβλημα.
Καλό θα ήταν να μην κάνετε εκεί μπάνιο. Δόξα σοι ο Θεός εδώ στην Ελλάδα όπου και να κοιτάξεις θάλασσα βλέπεις.
Εκτός από τους καρχαρίες έχουν και αυτό το ψάρι.
Μοιάζει με πέτρα αλλά είναι το πιο επικίνδυνο ψάρι στον κόσμο
 

duty_free

Member
Μηνύματα
1.116
Likes
5.554
μονὴ σινᾶ - Αντιγραφή.jpg


Βλέποντας (στιγμήν τινα, ἐτῶν περασμένων) τὴν κλασικὴ φῶτο τῆς μονῆς, ἔνοιωσα ὅ,τι ὅλοι μας.

Ψάρωσα, ἐντυπωσιάστηκα ἀλλὰ πολὺ δύσκολο μοῦ φαινόταν νὰ μᾶς ἔβγαζε ὁ δρόμος πρὸς τὰ ἐκεῖ. Ὅταν ὅμως διεπίστωσα πτήση πρὸς τὸ Σὰρμ ἐλ Σέηχ, τότε τὰ πράγματα ἔγιναν πολὺ πιὸ εὔκολα· ἦταν ἐξάλλου καὶ ἐκείνη ἡ πρὸ ἑβδομάδων εἴδηση ποὺ ἔκανε λόγο πὼς ἐπίκειται (τῷ βραχεῖ μέλλοντι) ἀλλαγὴ στὰ εἰωθότα καὶ τὸ ἐν γένει καθεστώς, συνεπῶς ἔσπευσα.

Καὶ τί μπορεῖ κἄποια/κἄποιος νὰ πῇ γιὰ τὴν ἱερὰ αὐτόνομο βασιλικὴ μονὴ Ἁγίας Αἰκατερίνης τοῦ Ἁγίου καὶ Θεοβαδίστου ὅρους Σινᾶ – ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ὅρος τοῦ Μωϋσέως; Ἡ παραπάνω φωτογραφία λέει πολλά, μᾶλλον ὅλα καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἔτι ἀπορία, ὁ Θεοτοκᾶς (ἐπισκεφθεὶς τὴν μονὴ τῷ 1960) μᾶς διηγεῖται κατὰ πὼς πρέπει:





ΠΡΟΣ ΤΟ ΟΡΟΣ ΣΙΝΑ

Ἡ χερσόνησος τοῦ Σινᾶ, ἡ λεγόμενη ἀπ' τοὺς ἀρχαίους Πετραία Ἀραβία, απλώνεται, σε σχήμα τριγωνικό, ανάμε σα στη διώρυγα τοῦ Σουέζ καὶ τὴν καθαυτό ᾿Αραβία, προς τὶς θάλασσες τοῦ Νότου, ἄνυδρη, ἄγονη καὶ φλογερή. Είναι μιὰ ἔρημος ἀπὸ ἄμμο καὶ πέτρα, μεγάλη περίπου ὅση ή Παλαιὰ Ἑλλάδα, μὲ ἐλάχιστες μικρές ὀάσεις, φυτεμένες με ψηλές, λυγερές χουρμαδιές. Νομάδες βεδουϊνοι, που εξακολουθοῦν καὶ σήμερα νὰ ζοῦν ὅπως τὸν καιρὸ τῆς Βίβλου τη διασχίζουν μὲ νωχέλεια, βόσκοντας τὰ ὑποσιτισμένα ποίμνοιά τους. Τὰ τελευταῖα χρόνια οἱ ἑταιρίες τοῦ πετρελαίου κατασκεύασαν ἐκεῖ ἕναν παραλιακό δρόμο, γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν τὶς ἐγκαταστάσεις τους, καὶ δημιούργησαν καὶ κάποια κίνηση αὐτοκινήτων.

Καθώς στενεύει ἡ χερσόνησος πρὸς τὰ νότια μέρη, το ἔδαφός της ὑψώνεται σιγά-σιγά. Από μέσα του ξεπετιοῦνται βράχοι μεγάλοι, ὁλόκληροι πέτρινοι λόφοι και, στο τέλος, βουνά τεράστια ποὺ ὀρθώνονται στὸν ὁρίζοντα ἀπειλητικά. Σὲ ὕψος περισσότερο ἀπὸ χίλια πεντακόσια μέτρα, ἀνάμεσα σὲ ἀπότομες κορυφές, απλώνεται μια μικρή κοιλάδα ὅπου, κατὰ τὴν παράδοση τῶν Ἑβραίων, τῶν Χριστιανῶν καὶ τῶν Μουσουλμάνων, ὁ Μωυσής, ἐνῶ ἔβοσκε τὰ πρόβατα τοῦ Ἰοθόρ, βρέθηκε ἐμπρὸς στὸ θέαμα τῆς φλεγομένης καὶ μὴ κατακαιομένης βάτου καὶ ἄκουσε τη φωνή τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ἀκριβῶς εἶναι κτισμένη ἡ ἑλληνική μονή τῆς ῾Αγίας Αἰκατερίνας, περίφημη σὲ ᾿Ανατολὴ καὶ Δύση. Πίσω ἀπὸ τοὺς ὄγκους τοῦ γρανίτη ποὺ τὴν περιβάλλουν ὑψώνεται ἕνας ὄγκος μεγαλύτερος, ἡ ῾Αγία Κορυφή, ὅπου, κατὰ τὴ Γραφή, κατέβηκε ὁ Ἰεχωβὰ «ἐν πυρὶ» καὶ ὅλο τὸ βουνό τραντάχτηκε σφοδρά, μέσα ἀπὸ βροντές, ἀστραπὲς καὶ νεφέλες πυκνές. Σ᾿ αὐτὴν ἀνέβηκε βαρὺς ὁ προφήτης, ὑπακούοντας στὴν προσταγὴ ποὺ τοῦ δόθηκε, καὶ ἔλαβε τοὺς κανόνες τοῦ ἐξ ἀποκαλύψεως ἠθικοῦ νόμου, ποὺ τὸν ἀναγνώρισαν γιὰ δικό τους καὶ οἱ τρεῖς μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκεῖες.

Ἀπὸ τὸ σημεῖο, ὅπου σταματᾶ σήμερα ὁ ἁμαξιτὸς δρόμος ὡς τὴ μονή, ἡ ἀπόσταση εἶναι περίπου ἑκατὸ χιλιόμετρα. Ἐκεῖ τὸ αὐτοκίνητο πρέπει νὰ προχωρήσει μὲ γενναιότητα, ἀνηφορίζοντας τὴν ἔρημο, ἀπὸ κοῖτες ξεροποτάμων, ἀπὸ μονοπάτια ποὺ συνδέουν ὀάσεις καὶ ἀπὸ ἀόριστα περάσματα ἀνάμεσα στὸν ἄμμο, τοὺς βράχους καὶ τὶς ἀπότομες λακκούβες. Μόνο ἐλάχιστοι, πολύ πεπειραμένοι ὁδηγοὶ τοῦ Σουέζ ξέρουν καλὰ τὴ σωστή κατεύθυνση. Τὸ ζήτημα εἶναι ποιὸς ὁδηγὸς θὰ σοῦ τύχει καὶ πόσο ἀντέχει τὸ αὐτοκίνητο. Ἂν χάσει κανεὶς τὸ δρόμο ἢ ἂν πάθει κάτι ἡ μηχανή, ἀρχίζει ἡ περιπέτεια ποὺ κανεὶς δὲν ξέρει πόσο μπορεῖ νὰ βαστάξει.

***

Ταξιδεύω μὲ τρεῖς ἱερεῖς τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας ποὺ ἐπισκέπτονται τὸ Σινᾶ γιὰ πρώτη φορά, ὅπως κι ἐγώ. Εἶμαι ἐφοδιασμένος μὲ θερμὴ σύσταση τοῦ Σεβ. Ἀρχεπισκόπου Σιναίου ποὺ ἑδρεύει στὸ Κάϊρο. Βρίσκομαι πάλι ὑπὸ τὴν ἀντίληψη τῆς Ἐκκλησίας καὶ κάπως μεταφέρομαι, νοερά, στὰ παιδικά μου χρόνια τὰ κωνσταντινουπολίτικα, ποὺ τὰ ἔζησα στὴ σκιὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, πρὶν ἀπὸ τὴ Μικρασιατική Καταστροφή.

Ὁ ὁδηγός μας ὁ κ. Περικλῆς, ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Μαύρης Θάλασσας, εἶναι ἐπαγγελματίας μὲ γόητρο, πρωτοπόρος στὴ δουλειά του. Εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ὁδήγησε αὐτοκίνητο στὴ χερσόνησο τοῦ Σινᾶ, πρὶν ἀπὸ τριάντα περίπου χρόνια, τὸν καιρὸ ὅπου δὲν ὑπῆρχε κανένα εἶδος δρόμος πέρα ἀπὸ τὸ Σουέζ.

Οἱ τρεῖς πατέρες εἶναι ἄνθρωποι πρόσχαροι καὶ ὁμιλητικοί, μὲ ἀρκετή διαφορὰ ἡλικίας ἀνάμεσά τους: κοντὰ στὰ πενήντα ὁ πρῶτος, στὰ σαράντα ὁ δεύτερος καὶ στὰ τριάντα ὁ τρίτος. ᾿Απὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ἀνοίξαμε μεγάλες συζήτήσεις, ποὺ διανθίζονται καὶ μὲ ἀστεῖα, γιὰ θέματα καὶ γιὰ ἀνέκδοτα ποὺ ἀφοροῦν τὶς ὀρθόδοξες Εκκλησίες τῆς Αἰγύπτου, τῶν Ἱεροσολύμων, τῆς Κύπρου, τῆς Ἑλλάδας, ἀκόμα καὶ τῆς Ρωσίας –γιατὶ ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς τρεῖς πῆγε καὶ ἐκεῖ καὶ εἶδε καὶ ἄκουσε πολλά.

- Θὰ δοῦμε θηρία, κύριε Περικλῆ;
Ὁ ὁδηγός μας γελᾶ. Ἂς μὴν περιμένουμε μεγάλα πράματα, λέει. Τριάντα χρόνια ποὺ γυρίζει σ' αὐτὴν τὴν ἐρημιά, δὲν εἶδε οὔτε λιοντάρι οὔτε λεοπάρδαλη, παρ' ὅλα ὅσα κι ἂν ἔγραψαν οἱ περιηγητές. Τσακάλια, μάλιστα, καὶ ὕαινες. ῎Ἄκουσε ἀπὸ τοὺς βεδουΐνους καὶ γιὰ λύκους καὶ γιὰ ἀρκοῦδες, μὰ δὲν εἶδε καὶ δὲν παίρνει ὅρκο. Φίδια, βέβαια, δὲν λείπουν κι εἶναι φρόνιμο νὰ προσέχει κανείς. Εκεῖνος, ὡστόσο, κοιμήθηκε πολλὲς φορὲς μόνος στὴν ἔρημο καὶ δὲν τοῦ συνέβη τίποτα.

Ξαφνικὰ σταματᾶ τὴ μηχανὴ καὶ πετιέται ἔξω. Μᾶς δείχνει στὸν ἄμμο ἕνα λεπτό, στρογγυλό πάτημα ζώου ποὺ πάει καὶ χάνεται πίσω ἀπὸ τοὺς βράχους.

- Γαζέλα, λέει. Κρίμα νὰ μὴν προφτάσουμε νὰ τὴ δοῦμε, τέτοιο
χαριτωμένο πλάσμα.

Ξεκινοῦμε πάλι, μὰ ξανασταματοῦμε ἀπότομα.

– Νά θηρία ! φωνάζει ὁ κ. Περικλῆς. Κοιτᾶτε !

Μιὰ δραματικὴ σκηνὴ παίζεται μπροστά μας. Ἕνας πελώριος ἀετὸς κυνηγᾶ μιὰν ἀλεπού. Πλανιέται χαμηλὰ ἀπὸ πάνω της καὶ σημαδεύει, ἕτοιμος νὰ χυμήσει νὰ τὴν ἁρπάξει. Αὐτὴ τρέχει μὲ ἀγωνία νὰ χωθεῖ κάπου, μὰ βρίσκεται σὲ μεγάλο ξέσκεπο μέρος κι ἡ θέση της μοιάζει νὰ εἶναι ἀπελπιστική. Ὅμως ὁ ἀετὸς μᾶς εἶδε καί, ὡς φαίνεται, ἡ παρουσία μας τὸν ἀνησυχεῖ. Παίρνει λίγο ὕψος, γιὰ καλὸ καὶ γιὰ κακό. Δὲν παρατᾶ τὴν ἀλεπού, ἀλλὰ τὸ πέταμά του ἔγινε ἀναποφάσιστο. Νὰ κατέβει; Νὰ μὴν κατέβει; Τὸ περίεργο εἶναι ὅτι ἐξίσου διστακτικὴ ἔγινε τώρα κι ἡ ἀλεπού. Στάθηκε, ἀδιαφορώντας γιὰ τὸν κίνδυνο ποὺ πλανιέται ἀπὸ πάνω της, καὶ κοιτάζει ἐμᾶς, περίεργη κι ἐλαφιασμένη, σὰν νὰ ἀναρωτιέται μήπως ἀπὸ τὴν πλευρά μας τὴν ἀπειλεῖ ἕνα κακό μεγαλύτερο. Ἔξαφνα παίρνει τὴν ἀπόφασή της καὶ τὸ βάζει στὰ πόδια σὰν τρελλή, πάει, σώζεται, τρυπώνει μέσα σὲ βράχους. Ὁ ἀετὸς δὲν τὴν ἀκολούθησε. Προσέχει ἀπὸ μακριὰ τὸ αὐτοκίνητο καὶ ὁλοένα παίρνει ὕψος.

***

Τώρα πιὰ προχωροῦμε στὴν ἀγριάδα. Ἐκτιμῶ πολὺ τὴν ὁδήγηση τοῦ κ. Περικλῆ. Ὑπολογίζει μὲ σιγουριὰ ποῦ θὰ ἀκουμπήσει ἡ κάθε ρόδα του καὶ κάνει τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ οἰκονομία ἀπὸ κουνήματα τῆς βαριᾶς του λιμουζίνας. Δὲν ἔχει κανένα δισταγμὸ γιὰ τὴν κατεύθυνση ποὺ ἀκολουθεῖ. Ἔχει ἐπισημάνει τὴν κάθε λεπτομέρεια τῆς ἐρήμου.

Μπήκαμε στὴν περιοχὴ τῶν βουνῶν. Απὸ παντοῦ ξεπετιοῦνται θεόρατοι, μονοκόμματοι ὄγκοι ἀπὸ γρανίτη γυμνὸ καὶ λεῖο, μᾶς πλησιάζουν ἀπότομα, μᾶς ζώνουν. Ἡ ξερότητα τοῦ κλίματος κι ἡ διαφάνεια τῆς ἀτμόσφαιρας μᾶς ξεγελοῦν καὶ δὲν καταλαβαίνουμε καλὰ τὶς ἀποστάσεις. Ὅλα μοιάζουν πιὸ κοντινὰ ἀπὸ ὅ,τι εἶναι πραγματικὰ καὶ ξεχωρίζουν πιὸ καθαρὰ παρὰ σὲ ὅποιο ἄλλο μέρος ἔτυχε νὰ βρεθῶ, ποτέ μου.

Τὰ βουνὰ ἔχουν σχήματα φανταστικά, ἀσύλληφτα. Εἶναι ἄλλοτε γωνιώδη καὶ ἀπόκρημνα, σὰν κομμένα μὲ μαχαίρι, καὶ ἄλλοτε μοιάζουν λαξεμένα καὶ στρογγυλεμένα μὲ μιὰ τέχνη ἀλλόφρενη ποὺ παίζει πλάθοντας ἄμορφα τέρατα στοιβαγμένα, ζῶα προκατακλυσμιαῖα ἢ εἴδωλα τιτανικὰ ποὺ δὲν πρόφτασαν νὰ ὁλοκληρωθοῦν. Κάποτε πάλι θαρρεῖς πὼς πραγματώνονται, ἀναπάντεχα, οἱ πιὸ τολμηρὲς ἀφαιρέσεις τῶν ὀρεινῶν τοπίων τῆς βυζαντινῆς ζωγραφικῆς. Ἐξίσου ἀπροσδόκητοι εἶναι καὶ οἱ χρωματικοὶ τόνοι τῶν βουνῶν τοῦ γρανίτη: κοκκινωποὶ ποὺ τοὺς κόβουν στρώματα ἀπὸ μαῦρο, ἄσπρο, πράσινο - τὸ πράσινο, βέβαια, τῆς πέτρας καὶ ὄχι καμίας φυτείας, γιατὶ τέτοιο πράμα δὲν ὑπάρχει. Εἶναι ἕνα θέαμα ποὺ σὲ τρομάζει καὶ σὲ συνεπαίρνει γιατὶ ἡ σκληρότητά του, ἡ φωτεινότητά του κι ἡ ἀγριάδα του ἀναδίνουν μιὰ παντοδύναμη, ἀστραφτερὴ ὀμορφιά. Δὲν μοῦ εἶναι ἄγνωστη ἡ ὀμορφιὰ αὐτή, ὅμως τὴν ἤξερα ὡς τώρα ἀπὸ τὰ διαβάσματα, ἐνῶ σήμερα μοῦ δόθηκε νὰ τὴ ζήσω. Εἶναι ἡ ὀμορφιὰ τοῦ λόγου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Ἕλληνες ζωγράφοι –λέω μέσα μου– γιατί δίνετε τόσο πολὺ ἀπὸ τὸν ἑαυτό σας στὰ κοινὰ καὶ τετριμμένα καὶ δὲν ξεκινᾶτε καμιὰ φορὰ νὰ ἔρθετε ἴσαμε ἐδῶ, νὰ δοκιμάσετε ὡς ποῦ μπορεῖ ν' ἀνθέξει ἡ ἀναπνοή σας ;

Μεγαλόφωνα, ὁ κ. Περικλῆς μονολογεῖ γιὰ τὴν πολιτικὴ κατάσταση τῆς Μέσης ᾿Ανατολῆς, ποὺ πολύ φαίνεται νὰ τὸν ἀπασχολεῖ. Οἱ τρεῖς καλοὶ πατέρες πρὸ πολλοῦ σταμάτησαν τὶς συζητήσεις. Βυθισμένοι στὸ βάθος τοῦ αὐτοκινήτου, ἄρχισαν νὰ ψάλλουν:



Τὴν πανεύφημον Νύμφην Χριστοῦ ὑμνήσωμεν
Αἰκατερίναν τὴν θείαν καὶ πολιοῦχον Σινᾶ,
τὴν βοήθειαν ἡμῶν καὶ ἀντίληψιν,
ὅτι ἐφίμωσε λαμπρῶς τοὺς κομψοὺς τῶν ἀσεβῶν
τοῦ πνεύματος τῇ μαχαίρᾳ
καί, ὡς Μάρτυς Κυρίου στεφθεῖσα,

αἰτεῖται πᾶσὶ τὸ μέγα ἔλεος...



Σιγά-σιγά, πέφτει τὸ βράδι στὶς κοιλάδες καὶ τὶς ρεματιές. Τὰ βουνὰ σκοτεινιάζουν καὶ ξεχωρίζουν τώρα ἀπότομα, ἀπάνω στὸ φόντο ἑνὸς ἀσημένιου οὐρανοῦ. Πῶς νὰ τὸ ἀρνηθῶ, πατέρες μου, ὅτι ναί, πράγματι, ὑπερβολικὴ σημασία δώσαμε ὅλοι μας στοὺς κομψοὺς λόγους τῶν ἀσεβῶν ἀνθρώπων καὶ ξεχάσαμε τὰ οὐσιώδη; Ἔρχεται ὅμως κάποτε ἡ ὥρα ποὺ τὰ ξαναθυμόμαστε καὶ τρομάζουμε γιὰ τὸ κενὸ ποὺ ἀφήσαμε νὰ δημιουργηθεῖ.

Ἡ πορεία μας συνεχίζεται.


ΘΡΥΛΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ

Κατὰ τὴν παράδοση, στὰ πρῶτα χρόνια τοῦ 4ου αἰώνα μ. Χ., ζοῦσε στὴν ᾿Αλεξάνδρεια «νεᾶνις σοφωτάτη καὶ λαμπροτάτη, ὡραία καὶ τὴν ὄψιν καὶ τὴν καρδίαν», ἀπὸ οἰκογένεια μεγάλη, ἴσως μάλιστα καὶ βασιλική, ἡ ὀνομαστὴ Αἰκατερίνα – ἔτσι ἀναγράφουν τὸ ὄνομά της τὰ ἐκκλησιαστικὰ κείμένα. Ἡ καλλονή της εἶταν ἐξαίρετη ὅσο καὶ τὸ πνεῦμα της καὶ ἡ παιδεία της. «Ἔμαθεν ὅλους τοὺς ποιητὰς –μᾶς λέει ὁ ἀνώνυμος βιογράφος της– Ὅμηρον, Βιργίλιον, Αριστοτέλην καὶ Πλάτωνα καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν ὅλην τὴν ρητορικὴν καὶ τὴν λογικήν, καὶ οὐ μόνον οἱ ὁρῶντες, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀκούοντες ἐξεπλήττοντο».

Τὴν Αἴγυπτο κυβερνοῦσε τότε ὁ μιαρὸς Μαξιμίνος ποὺ ἀγωνιζότανε νὰ πνίξει στὸ αἷμα τὴ χριστιανική πίστη. Μέσα σ' ἐκείνη τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς μισαλλοδοξίας καὶ τοῦ κατατρεγμοῦ, ἡ Αἰκατερίνα, μιὰ μέρα, δέχτηκε κι αὐτὴ μὲ τὴ σειρά της τὴν Καλὴν Εἴδηση καὶ ἀποφάσισε ν᾿ ἀφοσιωθεῖ στὸ Χριστό. Αφοσιώθηκε ὅμως μὲ τὸ δικό της τρόπο, ὄχι σὰν κρυπτο-Χριστιανή, ἀλλὰ μὲ φανερὲς συζητήσεις, μὲ λόγους πειστικοὺς ποὺ παρέσυραν ἀνθρώπους, καί, τὸ χειρότερο, μὲ διαμαρτυρίες γιὰ τοὺς διωγμούς.

Ὁ ἡγεμόνας εἶταν, φαίνεται, φίλος τοῦ σπιτιοῦ της καὶ προσπάθησε, στὴν ἀρχή, νὰ σκεπάσει τὰ πράματα. Τὴ φώναξε καὶ τὴ συμβούλεψε.

– Αἰκατερίνα, ἔλα στὰ συγκαλά σου! θὰ τῆς εἶπε. Ἔχεις ὅ,τι μπορεῖ νὰ ἐπιθυμήσει μιὰ κοπέλα. Εἶσαι ὄμορφη, ἔξυπνη, πλούσια, σοῦ δόθηκε κοινωνική θέση λαμπρή καὶ ἀνώτερη μόρφωση. Οἱ πιὸ διαλεχτοὶ νέοι τῆς ᾿Αλεξάνδρειας εἶναι ἔτοιμοι να πέσουν στὰ πόδια σου. Τί σοῦ χρειάζεται ὁ Χριστός;

Αὐτὴ ὅμως ἔκρινε ἀλλιῶς γιὰ τὸ τί τῆς χρειαζότανε. Ὅταν ἀντίκρυσε ὁ Μαξιμίνος τὴν κοριτσίστικη, ἀπόλυτη ἀδιαλλαξία της, τὸ περιπαθές νεανικό της βλέμμα ποὺ τὸ φλόγιζε μιὰ ἔμμονη ἰδέα –στρατιώτης αὐτός, χωρὶς πολλὰ γράμματα, καὶ μάλιστα Ἰλλυριός, ποὺ θὰ λέγαμε σήμερα Αλβανὸς– κάλεσε τοὺς διανοουμένους νὰ τὸν βοηθήσουν. Πενήντα, λέει, ρήτορες, ἀπὸ τοὺς πιὸ σοφούς, τῆς ἔστειλε γιὰ νὰ τὴ μεταπείσουν. Καὶ ποιὸ εἶταν τὸ ἀποτέλεσμα; Τοὺς γύρισε ἡ Αἰκατερίνα, μὲ τὴν πίστη της, μὲ τὴ διαλεκτική της καὶ μὲ τὴ γοητεία της, καὶ τοὺς ἔκαμε Χριστιανούς. Τότε ὁ τύραννος ἔχασε τὴν ὑπομονή του καὶ πρόσταξε νὰ τὴν ἀποκεφαλίσουν, ἀφοῦ τὴ βασάνισαν πρῶτα σὲ τροχό, μὲ τρόπο φρικτό. Αὐτὸ συνέβη, λένε, τὸ 312 μ.Χ., δηλαδὴ τὸν τελευταῖο χρόνο προτοῦ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος σταματήσει τοὺς διωγμοὺς τῶν Χριστιανῶν καὶ ἀλλάξει τὴν Ἱστορία τοῦ κόσμου.

Αλλὰ ἡ παράδοση δὲν σταματᾶ ἐδῶ. Οἱ ἄγγελοι, μᾶς λέει, πῆραν τὰ λείψανα τῆς ἁγίας ἀπάνω στὶς φτερούγες τους καὶ τὰ πῆγαν, πέρα ἀπὸ τὸ βουνὸ τοῦ Μωυσῆ, στὴν πιὸ ψηλὴ κορυφὴ τοῦ Σινᾶ, ποὺ ὀνομάζεται σήμερα ὄρος τῆς ῾Αγίας Αἰκατερίνας, ἀραβικὰ «Τζέμπελ Κατερίν». Τὰ ἀκούμπησαν ἐκεῖ, γιὰ νὰ τὰ βροῦν οἱ πιστοὶ ἀνέπαφα μιὰ μέρα. Κατὰ τρόπο θαυμαστό, ὁ γρανίτης τῆς κορυφῆς διατηρεῖ, σ' ἕνα σημεῖο, τὸ σχῆμα τοῦ σώματός της.

***

Ὄχι πολὺ ἀργότερα, ξεκίνησε στὴν Παλαιστίνη ἡ ῾Αγία Ἑλένη μὲ σκοπὸ νὰ ἀνακαλύψει καὶ νὰ ἀποκαταστήσει τὰ χριστιανικὰ προσκυνήματα. Ἐνδιαφέρθηκε καὶ γιὰ τὸ Σινᾶ, ὅπου ἀσκήτευαν ἤδη ἀπὸ καιρὸ πλῆθος ἐρημίτες, κι ἔχτισε μιὰ μικρὴ ἐκκλησία κι ἕναν πύργο στὴν κοιλάδα ποὺ εἶχε καθιερωθεῖ ὡς ὁ χῶρος τῆς φλεγομένης βάτου.

Στὰ μισὰ τοῦ 6ου αἰώνα, ὁ Ἰουστινιανός, ἀκολουθώντας τὸν οἰκοδομικό του οἶστρο, ἀποφάσισε νὰ χτίσει ἐκεῖ να μεγάλο φρούριο γιὰ νὰ φυλάγονται οἱ ἅγιοι πατέρες ποὺ τραβοῦσαν πολλὰ ἀπὸ τὶς βαρβαρικὲς ἐπιδρομές. Ἔστειλε, πρὸς αὐτὸν τὸ σκοπό, τὸν ἀρχιτέκτονά του Στέφανο καὶ τοῦ ἔδωσε τὰ μέσα γιὰ νὰ στήσει, στὸ ἴδιο σημεῖο, μιὰ βασιλικὴ καὶ τριγύρω της τείχη. Στὸ φρούριο αὐτὸ συγκεντρώθηκαν πολλοί ἐρημίτες τῆς περιοχῆς καὶ ἱδρύθηκε ἔτσι ἡ μονὴ τοῦ Σινᾶ, ἀφιερωμένη ἀρχικὰ στὴ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου. ᾿Αργότερα, οἱ μοναχοὶ βρῆκαν τὸ ἄφθαρτο σῶμα τῆς ᾿Αλεξανδρινῆς κόρης στὸ βουνὸ καὶ τὸ κατέβασαν στὴν ἐκκλησία, ὅπου φυλάγεται ὡς σήμερα σὲ λάρνακα, στὸ ἱερὸ βῆμα. ᾿Απὸ τότε, αὐτόματα, ἡ μονὴ πῆρε τὸ ὄνομα τῆς ῾Αγίας Αἰκατερίνας.

Κάτω ἀπὸ τὴν προστασία τῆς χριστιανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ μονὴ τοῦ Σινᾶ γνώρισε ἄνθηση μεγάλη καὶ χρόνια ἀδιατάρακτης εἰρήνης καὶ ἐλευθερίας. Ἡ εὐτυχία ὅμως αὐτὴ τελείωσε γρήγορα. Τὸν 7ο αἰώνα ξεχύθηκαν οἱ ῎Αραβες, μὲ τὸν προφήτη τους ἐπὶ κεφαλῆς, γιὰ νὰ κατακτήσουν τὸν κόσμο. Δὲν ἄργησαν νὰ φτάσουν στὴν Πετραία ᾿Αραβία. Κατὰ τὴν πάγια παράδοση τῶν Χριστιανῶν καὶ τῶν Μουσουλμάνων, ὁ ἴδιος ὁ Μωάμεθ ἦρθε στὸ Σινᾶ γιὰ νὰ τιμήσει τὴ μνήμη τοῦ Μωυσῆ καὶ παραχώρησε στὴ μονὴ τὸν περίφημο «ἀχτιναμέ» του, δηλαδὴ μιὰ διαθήκη γραμμένη σε μεμβράνη, ποὺ τὴ σφράγισε μὲ τὴν παλάμη του. Μὲ τὸ ἔγγραφο αὐτὸ ἀναγνώρισε στὴ μονὴ διάφορα προνόμια, ποὺ ἐξασφάλιζαν τὴν ὕπαρξή της, καὶ διακήρυξε ὅτι ὅποιος Μουσουλμάνος τὰ παραβιάσει «περιφρονεῖ τὴν θρησκείαν αὐτοῦ μὴ γένοιτο, Θεέ! – καὶ καθίσταται ἄξιος τοῦ ἀναθέματος, εἴτε Βασιλεὺς εἶναι ὁ τοιοῦτος παραβάτης εἴτε πτωχός...»

Μετὰ φόβου Θεοῦ, τὸν καιρὸ τῆς Τουρκοκρατίας, οἱ σουλτάνοι πῆραν τὸ ἔγγραφο αὐτὸ στὴν Πόλη καὶ ἄφησαν στὴ μονὴ κεκυρωμένα ἀντίγραφά του. Ἡ αὐθεντικότητά του ἀμφισβητήθηκε μερικές φορές. Γεγονός, ὡστόσο, εἶναι ὅτι οἱ Μουσουλμάνοι κυρίαρχοι τῆς περιοχῆς - Αραβες, Τούρκοι, Μαμελούκοι - τὸ σεβάστηκαν κι ἐξακολουθοῦν νὰ τὸ σέβονται. Βέβαια, στούς σκοτεινοὺς αἰῶνες, ἡ μονὴ πέρασε δύσκολες περιόδους καὶ κινδύνεψε συχνά. Χαρακτηριστικὸ εἶναι ὅτι κάποτε –πιθανότατα στὸν 11ον αἰώνα– ἀναγκάστηκε, γιὰ νὰ ἐξευμενίσει ἕναν ἐπιδρομέα, νὰ χτίσει, δίπλα στὸν κεντρικό ναό της, ἕνα τζαμί, ποὺ σώζεται ὡς σήμερα καὶ ποὺ λέγεται, μάλιστα, ὅτι στήθηκε σε λίγες ώρες, καθώς πλησίαζε ὁ ἐχθρικός στρατός. Τελικὰ ὅμως, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἐπίσημη ἰσλαμικὴ ἐξουσία τήρησε, σὲ ὅλες τὶς ἐποχές, τὸν πατροπαράδοτο λόγο τοῦ προφήτη.

Ἡ φήμη τῆς μονῆς εἶταν πάντα μεγάλη καὶ οἱ σχέσεις της ἀκατάπαυστες τόσο μὲ τὸν ἑλληνικὸ κόσμο, μὲ τοὺς Σλάβους καὶ γενικὰ μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, ὅσο καὶ μὲ τὸ Βατικανό, μὲ τὴ Βενετία καὶ μὲ τοὺς βασιλιάδες τῆς Εὐρώπης. Δῶρα ἔπαιρνε ἀπὸ παντοῦ. Τὰ κειμήλιά της στοιβαζόντανε, ἀπὸ αἰώνα σὲ αἰώνα, καὶ πλήθαινε ἡ περιουσία της ποὺ τὴν ἀποτελοῦσαν προσοδοφόρα μετόχια, στὴν Ἑλλάδα καὶ τὰ νησιά, στὴν Πόλη, στὴ Μικρὰ ᾿Ασία, στη Συρία, στὴ Μολδοβλαχία, στη Ρωσία. Χάρη στὴ φρόνηση καὶ τὴ διπλωματικότητα τῶν ἁγίων πατέρων, τὸ ἰουστινιάνειο φρούριο κατόρθωσε νὰ γίνει ἕνα μικρὸ Κράτος ἐν Κράτει, μὲ αὐτονομία καὶ οἰκονομικὴ αὐτάρκεια καὶ μὲ δική του σημαία, ἡ ὁποία παρίστανε ἕνα κόκκινο μονόγραμμα τῶν τριῶν πρώτων γραμμάτων τοῦ ὀνόματος τῆς ἁγίας – ΑΙΚ – ποὺ κατέληγε σὲ σταυρὸ ἀπάνω σὲ φόντο λευκό. Τὸ κόκκινο, μᾶς ἐξηγοῦν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς, συμβολίζει τὸ χυμένο αἷμα της καὶ τὸ ἄσπρο τὴν ἁγνότητά της.

Ἡ σημαία τῆς Αγίας Αἰκατερίνας εἶταν σεβαστὴ σ' ὅλον τὸν πολιτισμένο κόσμο. Οἱ Χριστιανοὶ τὴν τιμοῦσαν γιὰ τὸ κύρος τῆς μονῆς καὶ γιὰ τὴ μεγάλη ἀκτινοβολία τῆς ἁγίας,ποὺ θεωρεῖται μάλιστα στὴ Δύση ὡς ἡ δεύτερη γυναικεία μορφὴ τῆς χριστιανικῆς πίστης, τοποθετημένη ἀμέσως ὕστερα ἀπὸ τὴν Παναγία. Οἱ Μουσουλμάνοι τὴ σεβόντανε ἐξ αἰίας τοῦ «ἀχτιναμέ». Τὰ πλοῖα ποὺ ἀποκτοῦσαν τὸ δικαίωμα νὰ ὑψώσουν αὐτὴν τὴ σημαία περνοῦσαν ἐλεύθερα παντοῦ. Δὲν τὰ πείραζαν οὔτε οἱ φοβεροὶ Αφρικανοὶ κουρσάροι.

Ὅταν, τὰ τελευταία χρόνια τοῦ 18ου αἰώνα, ὁ γαλλικός ἐπαναστατικός στρατός πῆρε τὴν Αἴγυπτο κι ἔφτασε καὶ στὸ Σινᾶ, ὁ ἀρχιστράτηγός του ἐπανέλαβε τὴν πράξη τοῦ Μωάμεθ. Εξέδωσε μιὰ διαταγὴ ποὺ ἐπικύρωσε τὰ προνόμια τῆς μονῆς. ᾿Αξίζει νὰ ἀναφέρω ἐδῶ μιὰ φράση ἀπὸ τὸ αἰτιολογικό της :

«Ἐπειδὴ ἡ Μονὴ τοῦ ὄρους Σινᾶ κατοικεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους μορφωμένους καὶ πολιτισμένους ἀνάμεσα στοὺς βαρβάρους τῆς ἐρήμου ὅπου ζοῦν...»

Ὑπογραφή : Βοναπάρτης. Κι ἀπὸ κάτω μιὰ γραμμὴ ἀπότομη, σκληρή, σὰν σπαθιά.

Αντίγραφο τοῦ «ἀχτιναμὲ» καὶ τὸ πρωτότυπο τῆς γαλλικῆς διαταγῆς παρουσιάζονται σὲ κοινὴ θέα, στὸν προθάλαμο τῆς μοναστηριακῆς βιβλιοθήκης. ᾿Αλλὰ προτρέχω. Δὲν φτάσαμε ἀκόμα.

***​

Τὸ αὐτοκίνητο κυλᾶ τώρα μέσα στὴ νύχτα τῆς ἐρήμου, ἐνῶ οἱ τρεῖς συνταξιδιῶτες μου ἱερεῖς ἐξακολουθοῦν νὰ ψάλλουν τὴν ἀκολουθία τῆς Νύμφης Χριστοῦ Αἰκατερίνας, ποὺ ἡ Χριστιανοσύνη τὴν ἀνακήρυξε ἁγία προστάτισσα τῶν νέων κοριτσιῶν, τῶν σπουδαστῶν καὶ τῶν σοφῶν. Ὄχι σὰν σοφὸς –ποὺ δὲν εἶμαι– ἀλλὰ τουλάχιστο σὰν σπουδαστής –που θὰ εἶμαι, νομίζω, ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς μου– παρακαλῶ κι ἐγὼ γιὰ τὴν προστασία της.

Αλήθεια, τί μεγάλη ποίηση κρύβουν κάποτε οἱ ἀγνοημένες αὐτὲς ἀκολουθίες τῆς Ὀρθοδοξίας ! Ἰδού, ἀναδύεται ἔξαφνα, μέσα ἀπὸ τὰ ἱερὰ κείμενα, μιὰ στροφὴ ποὺ δὲν ξέρω νὰ τὴν ξεπερνᾶ καμιὰ ποίηση τοῦ καιροῦ μας:



Μετέστης πρὸς θαλάμους φωτοειδεῖς,
νυμφικοῖς κοσμουμένη στολίσμασι,
παρθενικὴν ἔχουσα λαμπάδα τῇ δεξιᾷ,
τῇ δὲ ἑτέρα φέρουσα
τὴν ἀποτμηθεῖσαν σου κεφαλήν,
καὶ νῦν, παρισταμένη
Χριστῷ τῷ σῷ Νυμφίῳ,

τοὺς σὲ ὑμνοῦντας περιφρούρησον...



Τὸ αὐτοκίνητο σταμάτησε ἐμπρὸς σὲ πανύψηλα τείχη. Τὸ ξερὸ κρύο τοῦ βουνοῦ μᾶς χτυπᾶ καταπρόσωπο, μᾶς τονώνει. Οἱ τρεῖς πατέρες σταυροκοποπιοῦνται.

– Δόξα σοὶ ὁ Θεός λένε μεγαλόφωνα. Δόξα σοὶ ποὺ ἀξιωθήκαμε νὰ φτάσουμε ὡς ἐδῶ.

Μέσα ἀπὸ τὸ ζόφο προβάλλουν μερικές σιωπηλές σκιές. Εἶναι οἱ βεδουίνοι, ὑπηρέτες ἀπὸ αἰῶνες τῆς μονῆς. Σηκώ νουν τὰ πράματά μας καὶ μᾶς δείχνουν τὸ δρόμο. Διαβαίνουμε τὴν πύλη καὶ προχωροῦμε δισταχτικὰ σ' ἕνα στενό, σκεπα σμένο, θεοσκότεινο διάδρομο, ὡς ὅτου ἀντηχεῖ, πρὸς τιμὴ μας, ὁ βόμβος τῆς γεννήτριας τοῦ ἡἠλεκτρικοῦ ρεύματος καὶ ἀνάβουν ἀπὸ διάφορες μεριὲς τὰ φῶτα, στὴν ἐρημία τοῦ Θεοβαδίστου Ὄρους.


ΤΙ ΠΕΡΙΕΧΕΙ Η ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΣΙΝΑ

Ὁ Ἑλληνισμός, ὧρες-ὧρες μᾶς φαίνεται σὰν ἕνα παλαιό, πελώριο καὶ σὲ πολλά του μέρη ἀχρηστευμένο ἀρχοντικό, γεμάτο κρυψῶνες, μυστικὰ ὑπόγεια καὶ κασέλες ποὺ ἔμειναν σφραγισμένες γιὰ αἰῶνες. Ὅταν συμβεῖ νὰ τὶς ἀνοίξουμε, θαμπωνόμαστε, ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς ποὺ ἔχουμε καὶ δὲν τοὺς ξέρουμε. Ὁ παραμυθένιος αὐτὸς πλοῦτος εἶναι ὑπόλειμμα τῆς κληρομίας τῶν «ἀειμνήστων ἡμῶν Αὐτοκρατόρων» –καθὼς ἔλεγε τὸ ἔθνος στὴν αὐγὴ τῆς νέας του ἀνεξαρτησίας– τῆς κληρονομίας πού, παρ' ὅλα μας τὰ λάθη, δὲν τὴν ἔχουμε ἀκόμα ἐξαντλήσει.

Τέτοια κρύπτη τῆς Ἱστορίας, ἀπὸ τὶς πιὸ ἐξαίρετες, εἶναι καὶ ἡ μονὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνας, ποὺ ἀποτελεῖ οὐσιαστικὰ μιὰ αὐτοκέφαλη Αρχιεπισκοπή. Εἶναι ἡ πιὸ μικρὴ αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ Αρχιεπίσκοπος Σιναίου ἐκλέγεται ἀπὸ τὴν Ἀδελφότητα τῶν μοναχῶν καὶ χειροτονεῖται, ὑποχρεωτικά, ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων, ποὺ ἄλλην ἐξουσία στὴν περιοχὴ αὐτὴ δὲν ἔχει.

Στὴν ἐποχὴ τῆς ἀκμῆς της, ἡ μονή τοῦ Σινᾶ εἶχε ἑκατοντάδες μοναχούς. Σήμερα ὁ ἀριθμός τους ἔχει λιγοστέψει μὲ πολὺ ἐπικίνδυνο τρόπο. Ὅταν πῆγα ἐκεῖ, εἶταν μόλις καμιὰ δεκαριὰ καὶ μοῦ εἶπαν πὼς βρίσκονται περίπου ἄλλοι τόσοι σκορπισμένοι στὰ σιναϊτικὰ μετόχια τῆς Αἰγύπτου, τῆς Ἑλλάδας, τῆς Κύπρου καὶ τῆς Συρίας. Τὰ μετόχια τῆς Ρωσίας καὶ τῆς Ρουμανίας χάθηκαν ὁριστικὰ καὶ δὲν ὑπάρχουν πολλὲς ἐλπίδες νὰ σωθεῖ ἐκεῖνο τῆς Πόλης. Εὐτυχῶς, αὐτὰ ποὺ ἀπομένουν σχηματίζουν μιὰ σημαντικὴ ἀκίνητη περιουσία, ἱκανὴ νὰ ἐξασφαλίζει τὴν οἰκονομικὴ αὐτάρκεια τῆς μονῆς καὶ τὶς δαπάνες γιὰ τὴ συντήρησή της.

Τὸ πρόβλημα εἶναι ἡ ἔλλειψη ἀνθρώπων. Ἡ αἰγυπτιακή Κυβέρνηση δέχεται νὰ χορηγεῖ δικαίωμα γιὰ ἐγκατάσταση, σὲ Σιναΐτες μοναχοὺς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό, ὡς τὸν ἀριθμὸ τῶν τριάντα δύο. Υπάρχουν, λοιπόν, κενές θέσεις ἀρκετές.

Ἔχω πολὺ σεβασμὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ βρῆκα ἐκεῖ. Εἶναι ἀληθινοὶ ἀκρίτες τοῦ ἑλληνορθοδόξου πνεύματος, ἀφοσιωμένοι στὴ συντήρηση τῆς μονῆς καὶ τῶν θησαυρῶν της. Μερικοὶ ἀπ' αὐτοὺς εἶναι εὐτυχῶς νέοι καί, ἀπὸ τὶς συζητήσεις μου μαζί τους, σχημάτισα τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁρισμένοι ἔχουν μιὰ μυστικὴ φλόγα. ᾿Αλλὰ δὲν ἐπαρκοῦν ἀριθμητικά. Ὅταν μάλιστα θὰ μείνουν μόνο πέντε ἢ ἕξι, δὲν θὰ εἶναι ἀρκετοὶ οὔτε γιὰ τὴν ἁπλὴ φύλαξη τοῦ χώρου.

Θὰ προσθέσω πώς, ἂν θέλουμε νὰ εἴμαστε ἄξιοι μιᾶς τέτοιας κληρονομίας, δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ τὴ φυλάουμε. Το ἐθνικό μας χρέος εἶναι νὰ τὴν ἐρευνοῦμε ἀκατάπαυστα, νὰ κάνουμε ἐκδόσεις, νὰ προσφέρουμε στὸν κόσμο τὰ εὑρήματά μας. Θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ σταματοῦσαν οἱ ἀποστολὲς στὸ Σινᾶ τῶν ἀνωτάτων πνευματικῶν ἱδρυμάτων μας· νὰ μὴν ἔλειπαν ποτὲ ἐκεῖ οἱ θεόλογοι καὶ οἱ μελετητὲς τῆς τέχνης, ποὺ θὰ ἑτοίμαζαν ἀτομικὲς ἐργασίες· καὶ νὰ γινότανε, ἀπ᾿ ἐδῶ, ἡ ἐπάνδρωση τῶν μονῶν μὲ κάποιαν ὑπεύθυνη ἐκκλησιαστική πρωτοβουλία καὶ μὲ κάποιο σχέδιο.

Τὰ σκέπτεται κανεὶς αὐτά; Τὰ μελετᾶ κανείς; Δὲν ξέρω. Ὁ Ἑλληνισμὸς ἂς ἀναμετρήσει τὶς εὐθύνες του.

***

Τὸ τετράγωνο, μεγάλο φρούριο ποὺ ἔχτισε ὁ Στέφανος, κατὰ διαταγὴ τοῦ Ἰουστινιανοῦ, στέκεται καὶ σήμερα, στὴν καρδιὰ τῆς ὀρεινῆς ἐρήμου, στερεὸ καὶ ἐπιβλητικό. Ορισμένες πλευρές του ἀναστηλώθηκαν, κατὰ καιρούς, μὲ τὶς ἴδιες πέτρες ποὺ εἶχαν ἀρχικὰ χρησιμοποιηθεῖ. Μέσα, στοιβάζονται πολλὰ οἰκοδομήματα διαφόρων ἐποχῶν, ποὺ τοῦ δίνουν, ἀπὸ μακριά, τὴν ὄψη μιᾶς μικρῆς, μεσαιωνικῆς, περιτειχισμένης πολιτείας.

Τὸ κυριότερο μνημεῖο ἀπὸ ὅσα περιέχει εἶναι, βέβαια, ἡ βασιλική του, ἡ ἀφιερωμένη στη Μεταμόρφωση, ποὺ εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς ἀρχαιότερες χριστιανικὲς ἐκκλησίες, ἀφοῦ λειτουργεῖ ἀκατάπαυστα ἀπὸ τὸν 6ο αἰώνα. Ἔχει πολλὴν ὀμορφιά, ἀπὸ μέσα, καὶ ἐξαίρετην ὑποβλητικότητα, καθὼς ἀποκαλύπτεται στὸ ἡμίφως, στηριγμένη σὲ δυὸ σειρὲς κολόνες ἀπὸ γρανίτη, στολισμένη μὲ μεγάλο πλοῦτο, φορτωμένη πολυελαίους, μανουάλια καὶ ἀμέτρητες καντῆλες καὶ εἰκόνες. Οἱ θύρες της, ἀπὸ γλυπτὸ κυπαρισσόξυλο, χρονολογοῦνται κι αὐτὲς ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰουστινιανοῦ, καθὼς καὶ τὸ μωσαϊκὸ τῆς Μεταμόρφωσης, ἐξαίσια σύνθεση σχημάτων καὶ χρωμάτων, ποὺ σκεπάζει τὴν κόγχη τοῦ ἱεροῦ βήματος.

Εννέα παρεκκλήσια συνέχονται μὲ τὴ βασιλική, ὅλα γεμάτα εἰκόνες. Βρίσκονται στὴ μονὴ καὶ μερικὰ ἀκόμα. Ἀξίζει ἰδιαίτερη μνεία τὸ παρεκκλήσι τῆς Ἱερᾶς Βάτου ποὺ ἀκουμπᾶ στὸ ἱερὸ τοῦ κεντρικοῦ ναοῦ καὶ περιέχει ἐπίσης ἕνα ἀξιόλογο μωσαϊκὸ καὶ πολὺν πλοῦτο. Ἐκεῖ ὁ προσκυνητὴς θὰ μπεῖ ἀφοῦ βγάλει τὰ παπούτσια του, σύμφωνα μὲ τὴ διαταγὴ ποὺ δόθηκε στὸ Μωυσῆ : «Λῦσαι τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου, ὁ γὰρ τόπος ἐν ὦ σὺ ἔστηκας γῆ ἁγία ἐστί». Στὸ ὕπαιθρο, ἀπ᾿ ἔξω, ὑπάρχει ἕνας θάμνος ποὺ προέρχεται, ὡς λέγεται, ἀπὸ καταβολάδα τῆς ἀρχικῆς καθιερωμένης βάτου, τὴν ὁποία σκέπασε τὸ παρεκκλήσι.

Ἡ συλλογή βυζαντινῶν εἰκόνων τῆς μονῆς τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνας, πρέπει νὰ εἶναι, σύμφωνα μὲ ὅλες τὶς ἐνδείξεις, ἡ σπουδαιότερη ποὺ ὑπάρχει στὸν κόσμο. Καὶ μόνη αὐτὴ ἀρκεῖ γιὰ νὰ χαρακτηρίσουμε τὸ ἵδρυμα τοῦ ὄρους Σινᾶ ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικὰ μουσεῖα θρησκευτικῆς τέχνης τῆς Χριστιανοσύνης. Δὲν ξέρω τὸ σωστὸ ἀριθμὸ τῶν εἰκόνων, ἀλλὰ πρόκειται, ὁπωσδήποτε, γιὰ ἀρκετὲς ἑκατοντάδες. Ὁ πρῶτος ποὺ συνέλαβε συνολικά, τὴ μεγάλη ἱστορικὴ καὶ καλλιτεχνική σπουδαιότητα αὐτοῦ τοῦ θησαυροῦ καὶ ἄνοιξε τὸ δρόμο γιὰ τὴ μεθοδικὴ ἔρευνά του εἶταν ὁ ἀείμνηστος Κ. Ἄμαντος. Πρὶν ἀπ᾿ αὐτὸν, ὀλίγες μόνο εἰκόνες τοῦ Σινᾶ εἶχαν δημοσιευτεῖ, ἀπὸ ξένους μελετητές, μὲ τρόπο σπασμωδικὸ καὶ χωρὶς νὰ δοθεῖ στὸ θέμα ἡ πραγματική του σημασία. Εἰδικότερα ἀσχολήθηκε μὲ τὸ ζήτημα ὁ καθηγητὴς Γ. Σωτηρίου ποὺ ξεχώρισε καὶ δημοσίεψε στὰ 1956 ἑκατὸν πενήντα εἰκόνες. Αὐτὲς ἐπιδεικνύονται σήμερα στοὺς ἐπισκέπτες, σὲ εἰδικὴ αἴθουσα, ὅπως θὰ πῶ παρακάτω. Περιμένουν νὰ μελετηθοῦν πολυάριθμες ἄλλες ποὺ βρίσκονται στὴ βασιλική, στὰ παρεκκλήσια, στὰ κελλιὰ τῶν μοναχῶν καὶ σὲ αἴθουσες ποὺ ἀνοίγονται μόνο μὲ εἰδικὴ ἄδεια.

Οἱ περισσότερες ἀπὸ τὶς εἰκόνες τοῦ Σινᾶ διατηροῦνται θαυμάσια, ἐξ αἰτίας τοῦ πολὺ ξεροῦ κλίματος τῆς περιοχῆς, στὸ σημεῖο νὰ νομίζει κανεὶς συχνὰ ὅτι ζωγραφίστηκαν μόλις χτές. Εἶδα χρώματα – χρυσὰ ἐκτυφλωτικά, κόκκινα φλογερὰ ἢ ἁπαλὰ γαλάζια – ποὺ δὲν ἔχω ξαναδεῖ στὴ βυζαντινή ζωγραφικὴ καὶ ποὺ μεταβάλλουν, νομίζω, τὴν ἐμπειρία μας αὐτῆς τῆς μεγάλης τέχνης. Ἡ συλλογή, μὲ ἀσύλληφτο πλοῦτο θεμάτων, ἁπλώνεται σ' ὅλες τὶς ἐποχές, ἀπὸ τὸν 5ο αιώνα μ. Χ. ὣς τὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας. ᾿Αρχίζει μὲ μιὰ σειρὰ ἀπὸ ἐγκαυστικὲς εἰκόνες παλαιότατες, λαμπρὰ διατηρημένες ποὺ συνδέουν τὴ βυζαντινὴ παράδοση μὲ τὴν ἑλληνιστική τέχνη. Κατόπι μᾶς ἐπιτρέπει νὰ παρακολουθήσουμε, αἰώνα πρὸς αἰώνα, ὅλες τὶς φάσεις καὶ τὶς σχολὲς τῆς ζωγραφικῆς τοῦ Βυζαντίου, τὶς ἀνατολικὲς καὶ τὶς δυτικὲς ἐπιδράσεις ποὺ δέχτηκε, τὶς μεταβυζαντινὲς ἐξελίξεις της, καθώς καὶ πολλὰ δείγματα ρωσικῆς τέχνης. Πλουσιότατα ἀντιπροσωπεύεται ἡ κρητικὴ σχολὴ μὲ ἔργα τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ Τζάνε, τοῦ Κορνάρου καὶ πολλῶν ἄλλων καλλιτεχνῶν ποὺ εἴτε τοὺς γνωρίζουμε λίγο εἴτε πρόκειται νὰ τοὺς μάθουμε, γιὰ πρώτη φορά, ἀπὸ τὸ Σινᾶ. Ποιὸς ξέρει ἄν, ψάχνοντας, δὲν βροῦμε καὶ κανένα νεανικό Θεοτοκόπουλο; Οἱ σχέσεις τῆς μονῆς μὲ τὴν Κρήτη εἶταν πάντα στενές κι εἶναι γεγονός ἐξακριβωμένο ὅτι ὑπῆρχε, στὰ χρόνια τοῦ μεγάλου Κρητικοῦ ἐργαστήριο ζωγραφικῆς στὸ σιναϊτικὸ μετόχι τοῦ Ἡρακλείου. Τίποτα δὲν ἐμποδίζει νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ὁ νέος καλλιτέχνης μαθήτεψε κι ἐκεῖ, προτοῦ ξεκινήσει γιὰ τὰ ἱστορικά του πεπρωμένα.

***

Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς εἰκόνες, οἱ θησαυροὶ τῆς μονῆς περιλαμβάνουν ἄμφια, μίτρες, σταυροὺς καὶ ἐκκλησιαστικὰ σκεύη κάθε εἴδους, σὲ μεγάλον ἀριθμό, καμωμένα ἀπὸ πολύτιμα μέταλλα καὶ στολισμένα μὲ διαμάντια καὶ μαργαριτάρια, ἀντικείμενα ἀπὸ συντέφι, μεταξουργήματα καὶ πλῆθος ἄλλα ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης, ποὺ δὲν εἶναι δυνατό νὰ ὑπολογίσει κανεὶς τὴν καλλιτεχνική, ἱστορικὴ καὶ ὑλικὴ τους ἀξία. Περιλαμβάνουν τέλος τὴν ξακουσμένη σιναϊτικὴ βιβλιοθήκη, ποὺ θεωρεῖται, ὡς πρὸς τὸν πλοῦτο καὶ τὴν ἀξία τῶν ἐκκλησιαστικῶν της χειρογράφων, ἡ σπουδαιότερη ποὺ ὑπάρχει ὕστερα ἀπὸ ἐκείνην τοῦ Βατικανοῦ.

Τὰ χειρόγραφα, γραμμένα ἑλληνικά, συριακά, ἰβηρικά, σλαβονικὰ καὶ ἀβησσυνιακά, εἶναι περισσότερα ἀπὸ τέσσερις χιλιάδες. Διατηροῦνται ἐξίσου καλὰ ὅσο καὶ οἱ εἰκόνες καὶ περιέχουν μικρογραφίες μὲ ὁλοζώντανα χρώματα. Ἀρκετὰ δυστυχῶς – καθὼς καὶ εἰκόνες – ἔκλεψαν ἢ ἀπέσπασαν μὲ τεχνάσματα διάφοροι ξένοι μελετητὲς στὸ παρελθόν. Εἶναι γνωστὸ ὅτι, τὸν περασμένο αἰώνα, ἕνας ἐπιστήμονας μὲ μεγάλο κύρος, ὁ Γερμανός καθηγητὴς Τίσεντορφ ἔκλεψε δολιότατα τὸ πολυτιμότερο χειρόγραφο τοῦ Σινᾶ, τὸν περίφημο Σιναϊτικὸ Κώδικα, ποὺ εἶναι ἴσως τὸ πιὸ ἀρχαῖο κείμενο τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, καὶ τὸν πούλησε στοὺς Ρώσους. Αὐτοί, μετὰ τὴν κομμουνιστικὴ ἐπανάσταση, τὸν μεταπούλησαν στοὺς ῎Αγγλους καὶ βρίσκεται τώρα στὸ Βρεταννικό Μουσεῖο. Ὁ ἴδιος Τίσεντορφ καὶ ἄλλοι σὰν κι' αὐτόν, διάσημοι καὶ μή, ὅπως ὁ Ρώσος μελετητὴς καὶ ᾿Αρχιεπίσκοπος Κιέβου Οὐσπένσκι, ἔκοψαν μὲ ξυράφι ἀρκετὲς μικρογραφίες καὶ φύλλα ὁλόκληρα ἀπὸ χειρόγραφα. Τὸ Σινᾶ τοὺς θυμᾶταιμὲ δέος. Τὰ παθήματα ὅμως ἔγιναν μαθήματα καὶ σήμερα ἡ ἐπιτήρηση εἶναι αὐστηρή.

Στὰ χρόνια μας, μιὰ ὁλόκληρη πλευρὰ τῆς μονῆς ἀνοικοδομήθηκε, χωρὶς νὰ θιγεῖ τὸ ἀρχαῖο τεῖχος, καὶ στεγάζει τὸν ξενώνα. Ἐκεῖ, σὲ μεγάλην αἴθουσα, τοποθετήθηκε, μὲ τρόπο ἄνετο καὶ πρακτικό, ἡ βιβλιοθήκη που, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ χειρόγραφα, περιλαμβάνει καὶ ἑπτὰ χιλιάδες παλαιὰ ἔντυπα καὶ εἶναι πλουσιότατη σὲ πολύτιμες καὶ δυσεύρετες ἐκδόσεις. Ἡ αἴθουσα αὐτὴ δὲν εἶναι προσιτὴ στὸ κοινό. Ανοίγει μόνο μὲ εἰδικὴ ἄδεια καὶ ἡ μελέτη τῶν κειμένων γίνεται ἐπὶ τόπου, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψη ἑνὸς μοναχοῦ.

Πλάι στὴ βιβλιοθήκη, μιὰ ἄλλη αἴθουσα χρησιμοποιεῖ ται ὡς μουσεῖο. Ἐκεῖ τοποθετήθηκαν σὲ βιτρίνες ἀρκετὰ πολύτιμα ἀντικείμενα ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τῆς μονῆς, και, ἀπὸ πάνω, ἀναρτήθηκαν, σὲ τρεῖς σειρές, οἱ εἰκόνες που ξεχώρισε ὁ καθηγητής Σωτηρίου. Ὁ φωτισμὸς εἶναι ἱκανοποιητικός, ἀλλὰ ἡ ἀπόσταση ποὺ χωρίζει τὶς εἰκόνες ἀπὸ τὸν ἐπισκέπτη πολὺ μεγάλη καὶ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ τὶς δεῖ κανεὶς καλά. Πιστεύω ὅτι, γιὰ τὴν τακτοποίηση τῶν μουσειακῶν ἐκθεμάτων, ἡ μονὴ ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὶς συμβουλές ἑνὸς εἰδικοῦ.

Θὰ ἤθελα νὰ πῶ ἀκόμα ὅτι ὁλόκληρο τὸ κτιριακό συκρότημα ἔχει ἀνάγκη, καθὼς νομίζω, ἀπὸ μερικὰ ἐξωραϊστικὰ ἔργα, σύμφωνα μὲ τὸν ἀρχικὸ μοναστηριακό ρυθμό. Ἕνας ἀπὸ τοὺς εἰδικευμένους ἀρχιτέκτονές μας, ἂν τὸν μετακαλοῦσαν, θὰ μποροῦσε νὰ τὰ ἐκτελέσει εὔκολα, μὲ περιορισμένες δαπάνες. Εὔχομαι νὰ προσέξει ἡ Ἱερὴ Σύναξη αὐτὲς τὶς ὑποδείξεις ποὺ γίνονται πρὸς ὄφελος τῆς μονῆς.

***

Ο ξενώνας σήμερα μπορεῖ νὰ στεγάσει ὡς ἑκατὸ πρόσωπα, σὲ δωμάτια ἀπὸ δύο καὶ τέσσερα κρεβάτια. Ἐκεῖ βασιλεύει ὁ πασίγνωστος πατήρ Νικηφόρος, κοκκινογένης Ἀλεξανδρινός μοναχός, προικισμένος μὲ ἀστείρευτη ἐνεργητικότητα καὶ μὲ κάποιο ὀργανωτικὸ δαιμόνιο. Μιλᾶ τουλάχιστον τέσσερις ξένες γλώσσες, τοποθετεῖ τοὺς ἐπισκέπτες σὲ δωμάτια, τοὺς ψυχολογεῖ μὲ μιὰ ματιά, τοὺς βαθμολογεῖ τοὺς ξεναγεῖ, ἀνεβοκατεβαίνει ἀκατάπαυστα τὶς σκάλες, διευθύνει τὴ γεννήτρια τοῦ ρεύματος, γιατὶ εἶναι μέσα σ' ὅλα, καὶ ἠλεκτρολόγος, διοικεῖ τὸ ὑπηρετικό προσωπικὸ τῶν βεδουίνων, συνεννοεῖται μὲ τὶς αἰγυπτιακὲς ἀρχὲς καὶ γενικά, μὲ πολλὴν ἐπιτυχία καὶ δημοτικότητα, ἀντιπροσωπεύει τὸ Σινᾶ στὰ μάτια τῶν ἀλλοεθνῶν.

Τις τέσσερις ἡμέρες ποὺ ἔμεινα ἐκεῖ δὲν εἴμασταν ποτέ περισσότεροι ἀπὸ ἔξι - ἑπτὰ ἐπισκέπτες, ὁ καθένας μας εἶχε ἕνα δωμάτιο στὴ διάθεσή του, ὁ πατὴρ Νικηφόρος εἶχε ὅλον τὸν καιρὸ νὰ μᾶς φροντίζει καὶ περάσαμε σὰν ἀρχιεπίσκοποι. Τὰ τελευταῖα ὅμως χρόνια, ἄρχισαν νὰ κινοῦνται πρὸς τὸ Σινᾶ, ὁλοένα πιὸ πυκνές, οἱ ἐμπροσθοφυλακὲς τοῦ διεθνοῦς τουρισμοῦ. Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἐπιστήμονες ποὺ ἔρχονται γιὰ μελέτη καὶ ἀπὸ τοὺς προσκυνητὲς τῶν μεγάλων χριστιανικῶν ἑορτῶν, τώρα μεταφέρονται ὁλοένα στὸ Σινᾶ μικροὶ ἡ πολυάριθμοι τουριστικοὶ ὅμιλοι, ὀργανωμένοι ἀπὸ ταξιδιωτικὰ πρακτορεῖα. Ἡ μονὴ δὲν εἶναι πιὰ δυνατὸ νὰ τρέφει ὅλον αὐτὸν τὸν κινούμενο κόσμο, θέτει ὅμως στὴ διάθεση τῶν ξένων εἰδικὰ μαγειρεῖα γιὰ νὰ ἑτοιμάζουν τὸ φαγητό ποὺ πρέπει νὰ φέρνουν μαζί τους. Ενοχλητική, βέβαια, εἶναι αὐτὴ ἡ εἰσβολή, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει τρόπος οὔτε καὶ σκέπτεται κανεὶς νὰ τὴν ἐμποδίσει. Ὁ οἶκος τῆς ῾Αγίας Αἰκατερίνης εἶταν πάντα πρόθυμος νὰ δεχτεῖ ὅποιον χτυποῦσε τὴν πύλη του.

Εἶχα τὴν περιέργεια νὰ ἐξετάσω τὸ βιβλίο τῶν ἐπισκεπτῶν. Εἶδα νὰ παρελαύνουν στὶς σελίδες του πλῆθος Ἀγγλοσάξονες, Γάλλοι, Βέλγοι, Γερμανοί, Ἰταλοί, Σκανδιναυοὶ καί, ἀνάμεσά τους, ἀρκετοὶ πανεπιστημιακοί, καθὼς καὶ κληρικοί, καθολικοί κυρίως. Μέτρησα τοὺς Ἕλληνες ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα : γιὰ ὁλόκληρη τὴν τελευταία διετία, κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ δὲν εἶταν περισσότεροι ἀπὸ ἔξι!


Η ΑΓΙΑ ΚΟΡΥΦΗ

Στὴν πατροπαράδοτη εἰκονογραφία τοῦ Σινᾶ, ἡ Ἁγία Κορυφὴ τοῦ Μωυσή, τὸ ὄρος Χωρήβ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, παρουσιάζεται σὰν ἕνας πανύψηλος πέτρινος κῶνος ποὺ τὸν ἀνεβαίνουν, σχεδὸν κάθετα, ἕνα πλῆθος σκαλοπάτια. Ἔτσι βλέπουμε τὸ Σινᾶ νὰ παριστάνεται σὲ κρητικὲς εἰκόνες τοῦ 16ου αἰώνα, καθὼς καὶ σὲ ξένες χαλκογραφίες τῆς ἴδιας ἐποχῆς. Ἔτσι τὸ ζωγράφισε κι ὁ Θεοτοκόπουλος, συνεχίζοντας ἴσως μιὰ βυζαντινή παράδοση ποὺ θὰ τὴν πῆρε μαζί του ἀπὸ τὴν Κρήτη. Πρέπει λοιπὸν νὰ συμπεράνουμε ὅτι τὰ σκαλοπάτια τῆς ῾Αγίας Κορυφῆς ὑπάρχουν ἀπὸ αἰῶνες. Εἶναι περίπου τρεῖς ἥμισυ χιλιάδες κι έχουν κατασκευαστεῖ μὲ μόχθο ἀφάνταστο καὶ μὲ πρωτόγονη τέχνη, ἀπὸ ἀκατέργαστα, μεγάλα κομμάτια τοῦ γρανίτη. Τέτοια ποὺ εἶναι ἀποτελοῦν κι αὐτὰ ἕνα ἀπὸ τὰ προαιώνια μνημεῖα τοῦ Θεοβαδίστου Όρους.

Ἀρχίζουν κοντὰ στὴ μονὴ καὶ τραβοῦν ἀπότομα πρὸς τὰ ὕψη, μέσα ἀπὸ στενὰ χωρίσματα τῶν λίθινων βουνών. Πρέπει νὰ ἔχει ὁ ὁδοιπόρος ἐμπιστοσύνη στὴν καρδιά του, προτοῦ ξεκινήσει σ' αὐτὸν τὸ δρόμο. Ἀναφέρονται παραδείγματα ἀνθρώπων ποὺ ἔμειναν στὸν τόπο, ἑνὸς μάλιστα Γάλλου προσκυνητῆ τὸ ὄνομα βρίσκεται χαραγμένο στὴν πέτρα ὅπου ξεψύχησε ξαφνικά, πρὶν ἀπὸ μερικά χρόνια. Τοῦτο λογίζεται, ἐκεῖ πέρα, ὡραῖο, προνομιούχο τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς.

Τὸ Σινᾶ δὲν προσφέρεται. Πρέπει νὰ τὸ κερδίσει κανεὶς μὲ ἐπιμονή, μὲ ἀγώνα, σωματικὸ καὶ ψυχικό, πιέζοντας τὴν καρδιά του, ἀναπνέοντας δύσκολα καὶ βασανίζοντας μέσα του ἀκραῖα προβλήματα ποὺ τοῦ τὰ ὑποβάλλουν, σὲ κάθε βῆμα, τὸ τοπίο, τὰ μνημεῖα, ὁ φόρτος τριγύρω του τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας τῶν γενεῶν. Στὰ μισὰ περίπου τῆς ἀνόδου, ἐνῶ πιὰ ἀπὸ ὥρα ἔπαψε νὰ φαίνεται ἡ μονὴ στὴν κοιλάδα, ἡ σκάλα περνά κάτω ἀπὸ δυὸ μικρὰ πέτρινα τόξα, σὲ ἀπόσταση τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο. Στὸ πρῶτο, σὲ παλαιὰ χρόνια, στεκότανε, μοῦ εἶπαν, ἕνας ἄγιος πατέρας ποὺ ἐξομολογοῦσε τοὺς προσκυνητὲς καὶ ἔκρινε ἂν εἶταν ἄξιοι νὰ περάσουν. Ὑποθέτω πὼς αὐτὸ θὰ συνέβαινε σὲ μεγάλες ἑορταστικές ἡμέρες. Στὸ δεύτερο, ἕνας ἄλλος πατέρας τοὺς ἔδινε ἄφεση, ὥσττε ν' ἀξιωθοῦν νὰ δοῦν τὴν ῾Αγία Κορυφὴ μὲ «καρδίαν καθαράν».

Ύστερα, ἔχει κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ ξεκουραστεῖ. Ἡ σκάλα βγάζει σὲ μιὰν ἄλλη κοιλάδα, σὰν μεγάλο κεφαλόσκαλο, ἀπάνω ἀπὸ τὴν ὁποία τινάζεται, στὸν καταγάλανο οὐρανό, συναρπάζει καὶ μαζί καταπιέζει τὸν ἐξουθενωμένο ὀρειβάτη ὁ μακρὺς κῶνος τῆς καθαυτὸ κορυφῆς. Στὴν κοιλάδα αὐτὴν – ὦ τοῦ θαύματος! – ξεπετιέται ἀναπάντεχα μέσα ἀπὸ τὸ τοπίο τοῦ γρανίτη ἕνα μοναχικό δέντρο, ἕνα αἰωνόβιο κυπαρίσσι. Ἀπέναντί του εἶναι μιὰ μικρὴ ἐκκλησία ποὺ σκεπάζει τὸ σπήλαιο τοῦ Ἠλία. Ἐκεῖ, κατὰ τὴν παράδοση, κρυβότανε ὁ προφήτης, κατατρεγμένος ἀπὸ τοὺς ὁμοφύλους του, ὅταν τοῦ δόθηκε ν' ἀκούσει κι αὐτὸς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ.

Κοντὰ στὸ μνημεῖο αὐτό, λίγο ψηλότερα, σ' ἕνα καλύβι ποὺ ὑπάρχει ἀκόμα, ἀσκήτεψε ὁ τελευταῖος ἐρημίτης τοῦ Σινᾶ, ὀνόματι Δανιὴλ ποὺ ζοῦσε ὡς πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια. Εἶναν θεῖος τοῦ μακαρίτη Δαμασκηνοῦ, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, καὶ ἄνθρωπος, καθὼς λέγεται, μὲ βαθιὰ πίστη καὶ μεγάλην ἀρετή. Ὅταν ἐλευθερώθηκε ἡ Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν ἐχθρικὴ κατοχὴ καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἔγινε Ἀντιβασιλέας, θέλησε νὰ φέρει τὸ θεῖο του κοντά του, νὰ τὸν τιμήσει καὶ νὰ τὸν γεροκομήσει. Τοῦ ἔστειλε λοιπὸν δύο ἀρχιμαντρίτες γιὰ νὰ τὸν πείσουν νὰ κατέβει ἀπὸ τὴν ἔρημο. Αὐτὸς ὅμως τοὺς γύρισε πίσω ἄπρακτους, ἀφοῦ τοὺς ἔδωσε τὴν ἀκόλουθη ἀπάντηση ποὺ ἔμεινε στὸ Σινᾶ ἱστορική :

- Πηγαίνετε νὰ πεῖτε στὸν ἀνηψιό μου νὰ προσέχει, μήπως μ' αὐτὴν τὴν κάτω βασιλεία χάσει τὴν ἀπάνω.

***

Ἔφτασα στὴν κορυφὴ χωρὶς νὰ ἀνέβω ὅλα τὰ σκαλοπάτια, τὰ κατέβηκα ὅμως μέχρις ἑνὸς καὶ μπορῶ νὰ πῶ ὅτι, γιὰ ὥριμους ἀνθρώπους, ἡ δοκιμασία εἶναι τέτοια ὥστε νὰ τὴν αἰσθάνεται κανείς, πότε - πότε, στοὺς μηρούς, ὕστερα ἀπὸ ὁλόκληρες ἑβδομάδες. ᾿Αξίζει ὅμως, τὸ δίχως ἄλλο, νὰ δοκιμαστεῖ κανεὶς πολὺ περισσότερο γιὰ νὰ δεῖ τὸ τοπίο τοῦ γρανίτη νὰ ξεδιπλώνεται, βαθμιαῖα, στὰ πόδια του, ἀπὸ ψηλά, καὶ γιὰ ν᾿ ἀντικρύσει, μιὰ φορὰ στὴ ζωή του, σὲ μιὰ στροφὴ τῆς σκάλας, τὴ μονὴ τῆς ῾Αγίας Αἰκατερίνας, κάτω, μακριά, σὰν ἕνα κομψοτέχνημα ἀπὸ μάρμαρο καὶ ἀσήμι, νὰ λάμπει στὸν ἥλιο.

Ἀνέβηκα μὲ τὴ συντροφιά μου - ποὺ τὴν ἀποτελοῦσαν οἱ τρεῖς συνοδοιπόροι μου ἱερεῖς, μερικοὶ μοναχοὶ καὶ δύο βεδουίνοι – ἀπὸ ἕνα ὁμαλὸ μονοπάτι ποὺ κάνει γύρο καὶ σταματᾶ στὰ δύο τρίτα περίπου τῆς σκάλας. Ἀπὸ ἐκεῖ, βέβαια, μένει τὸ πιὸ σκληρὸ ἀνέβασμα, ἀλλὰ βλέπει κανεὶς τὸ τέρμα κοντὰ καὶ παρηγοριέται.

Ἡ κορυφὴ εἶναι πολὺ μικρή, σκεπασμένη ἀπὸ δύο κτίσματα – μιὰν ἐκκλησία τῆς ῾Αγίας Τριάδας καὶ ἕνα τζαμὶ κι ἀπὸ τὰ ἐρείπια ἑνὸς μεγαλυτέρου ναοῦ ποὺ εἶχε στήσει ἐκεῖ ὁ Στέφανος, ὁ ἀρχιτέκτονας τοῦ Ἰουστινιανοῦ. Πλάι στὴν καινούρια ἐκκλησία βρίσκεται ἡ θρυλικὴ «ὀπὴ τῆς πέτρας» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπου, χωμένος καὶ πεσμένος μπρούμυτα ὁ Μωυσῆς, ἄκουσε τὸν Ἰεχωβᾶ νὰ τοῦ μιλᾶ.

Τὸ μάτι, ὅπου στραφεῖ, ἀγκαλιάζει τὴν πέτρινη ἔρημο νὰ ξεπετιέται στὰ ὕψη μὲ ἀμέτρητες, λεῖες, κοφτερές κορυφὲς ποὺ ἀστράφτουν στὸ σκληρό, ἄπλετο φῶς. «Ἕνα ἐξωτικό τοπίο χωρίς νερό, χωρὶς δέντρο, χωρὶς σύννεφο, ἔρημο, σὰν τοπίο τῆς σελήνης», γράφει ὁ Καζαντζάκης. Ναί, τέτοιο εἶναι, ἀλλὰ μοῦ φάνηκε, ὡστόσο, ζωντανὸ καὶ πράο, μὲ ἀλλόκοτο τρόπο. Τὸ διαπερνᾶ, θαρρεῖς, μιὰ ἀκατανόητη πνοὴ ζωῆς, μιὰ σιωπηλή μουσικὴ τῶν σχημάτων καὶ τῶν χρωμάτων, ποὺ ἀπὸ δῶ ἀπάνω ἔχουν προσλάβει, ἀναπάντεχα, ἀπαλότητα καὶ γλυκύτητα. Τὸ ἄγριο καὶ τὸ μεγαλόπρεπο, στὴν ἔσχατη αὐτή τους ὁλοκλήρωση, ἔξαφνα ἡμερεύουν, ξαναβρίσκουν καὶ προσφέρουν τὴ γαλήνη. Εἶναι ἡ ἀμοιβὴ γιὰ τὴν προσπάθειά μας.

Ἀφοῦ ξεκουραστήκαμε λίγο, μπήκαμε στὴν ἐκκλησία, οἱ ἱερεῖς, οἱ μοναχοὶ καὶ ἐγώ. Οἱ τρεῖς συνταξιδιώτες μου εἶχαν κάμει τάμα νὰ λειτουργήσουν στὴν Αγία Κορυφὴ καὶ οἱ μοναχοὶ τοὺς παραστάθηκαν. Ἐκεῖ, τὴν Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 1960 –ἡμέρα ποὺ δὲν θὰ τὴν ξεχάσω– ἡ ἐκκλησιαστική μου συντροφιὰ τέλεσε μιὰ παράξενη, ἐξωτικὴ λειτουργία ὅπου, μόνος μου, ἀποτελοῦσα τὸ ἐκκλησίασμα. Θὰ σημειώσω ἐδῶ δύο στιγμὲς τῆς τελετῆς, πολὺ ἔντονα χαραγμένες στὸ νοῦ μου, ποὺ ἀπὸ τὴ μέρα ἐκείνη μὲ παρακολουθοῦν.

Ἡ πρώτη εἶταν ὅταν, στὸ μεγάλο φῶς, στὴν ἀπέραντη σιγὴ τοῦ Θεοβαδίστου Ὄρους, ἀντήχησε ἐμπρὸς στὸ ἱερὸ βῆμα, ἡ ἀκόλουθη δέηση ποὺ δὲν ἔπαψε ν' ἀκούεται, σὲ κάθε λειτουργία τοῦ Σινᾶ, χίλια τετρακόσια χρόνια τώρα:

«Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ τῶν μακαρίων καὶ ἀειμνήστων κτιτόρων τῆς Ἁγίας Μονῆς ταύτης εὐσεβεστάτων Βασιλέων ἡμῶν Ἰουστινιανοῦ καὶ Θεοδώρας...».

Τὰ λόγια αὐτά, εἰπωμένα σὲ τόνον ὑψηλό, στὴν Ἁγία Κορυφὴ τοῦ Σινᾶ, προσλαμβάνουν, γιὰ κεῖνον ποὺ τὰ ἀκούει πρώτη φορά, προεκτάσεις συγκλονιστικές. Αἰσθάνεσαι σὰν νὰ καταλύονται οἱ ἔννοιες τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου καὶ σὰν νὰ σὲ περιβάλλει μιὰ πνευματικὴ δύναμη αἰώνια, ἀκατάλυτη, ἑλληνικὴ καὶ οἰκουμενικὴ ταυτόχρονα, ἱκανὴ νὰ διαρκεῖ ἀπεριόριστα καὶ νὰ ἀκτινοβολεῖ στὸν κόσμο. Δὲν εἶταν ἐθνικιστικὴ ἡ διάθεση μου καί, ἂν εἶταν, θὰ τὸ θεωροῦσα ἀσέβεια. Δὲν ἔχουν θέση, σὲ τέτοιο ὕψος, οἱ ἐγωκεντρικοί ἐθνικισμοί μας. Χρειάζεται ἐκεῖ καρδιὰ πλατιά, ἀνθρώπινη. Ποτὲ ὅμως δὲν αἰσθάνθηκα σὰν κάτι τόσο ζωντανό, τόσο πραγματικὸ καὶ τόσο εὐεργετικὸ αὐτὸ ποὺ ὁ Καβάφης ὀνόμασε «τὸ μέγα Πανελλήνιον».

Ἡ δεύτερη στιγμὴ ποὺ ἀναπολῶ εἶταν ὅταν ὑψώθηκε, ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Ἀποστόλου, ἡ ἐντολή : «'Αγαπᾶτε ἀλλήλους». Τὸ τόσο κοινότοπο χριστιανικό παράγγελμα πού, ἀπὸ τὴν πολλὴ μηχανική του χρήση καὶ ἀπὸ τὴ συχνὴ ἀπιστία ἐκείνων ποὺ τὸ χρησιμοποιοῦν, ἀκούεται συνήθως σὰν τύπος χωρισμένος ἀπὸ τὴν τὴν ἀληθινή του σημασία, δὲν εἶχα φανταστεῖ ὅτι, εἰπωμένο ἐκεῖ, πλάι στὴν «ὀπὴ τῆς πέτρας», μποροῦσε νὰ προσλάβει τόσο βάθος καὶ τόση βαρύτητα. Εἶταν κάτι ποὺ ξεπερνοῦσε ἀκόμα καὶ τὸ Σινᾶ καὶ τὴν ἱστορία του καὶ ὅλην τὴν ἔξαρση ποὺ τὸ Θεοβάδιστο Ὄρος εἶναι ἱκανὸ νὰ μεταδώσει. Εἶταν τὸ συμπλήρωμα, ἡ τελείωση τοῦ πρωταρχικοῦ μωσαϊκοῦ Δεκαλόγου, ἡ ὑπέρτατη ἐντολὴ ποὺ ἐπιστεγάζει ὅλες τὶς ἄλλες, ἡ τελευταία λέξη πού, ἂν δὲν εἶχε εἰπωθεῖ καὶ ἂν δὲν ἀκούεται –ἀπὸ ὀλίγους, ἔστω, ἀνθρώπους– ἡ ἀνθρωπότητα δὲν θὰ εἶχε τὴ δυνατότητα νὰ βρεῖ ποτὲ τὸν ἀληθινὸ ἑαυτό της.
 

Εκπομπές Travelstories

Τελευταίες δημοσιεύσεις

Booking.com

Ενεργά Μέλη

Στατιστικά φόρουμ

Θέματα
35.124
Μηνύματα
957.099
Μέλη
40.116
Νεότερο μέλος
Katerina C

Κοινοποιήστε αυτή τη σελίδα

Top Bottom