1. Η αναδρομή στο παρελθόν συνεχίζεται! Ψηφίστε την Ταξιδιωτική Ιστορία του μήνα για τους μήνες Απρίλιο - Μάιο 2016! Κάντε κλικ εδώ!
Απόκρυψη ανακοίνωσης
Με την πλοήγησή σας στο Travelstories.gr αποδέχεστε τη χρήστη cookies που ενισχύουν την εμπειρία χρήσης. -- ΟΚ --

Βουλγαρία Ταξίδι σε άλλες εποχές. Βουλγαρία - πίσω από το Παραπέτασμα

Συζήτηση στο φόρουμ 'Ταξιδιωτικές Ιστορίες - Ευρώπη' που ξεκίνησε από το μέλος McElk, στις 5 Οκτωβρίου 2010.

  1. McElk

    McElk Member

    Μηνύματα:
    824
    Likes:
    492
    Το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό σε μια εποχή που οι σημερινές ευκολίες όπως πιστωτική κάρτα, κινητό τηλέφωνο, ιντερνέτ κλπ ανήκαν στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας ήταν κατά κάποιο τρόπο δώρο για την εισαγωγή στις Ανωτ. σχολές. Θα πήγαινα παρέα με ένα φίλο, τον Α. Παρά την άμεση γειτνίαση με τη χώρα μας το ταξίδι στη Βουλγαρία τότε ήταν αρκετά σπάνιο σαν να λέμε σήμερα ταξίδι στην Αλγερία. Βέβαια η κατάσταση αυτή άλλαξε ραγδαία χρόνο με το χρόνο και μια πενταετία αργότερα ήταν από τα πιο συνηθισμένα κοντινά ταξίδια. Τα κράτη του Ανατολικού μπλοκ ονομαζόταν από τους Δυτικούς «το Σιδηρούν Παραπέτασμα», η Δύση θεωρούσε ότι έχουν περιχαρακωθεί πίσω από ένα παραπέτασμα που εμπόδιζε κάθε πληροφορία προς και από τον υπόλοιπο κόσμο. Κάτι ανάλογο με τη σημερινή Βόρειο Κορέα αλλά σε πιο ήπια μορφή.

    Έβγαλα λοιπόν το πρώτο μου διαβατήριο. Τα περισσότερα στοιχεία χειρόγραφα. Σε μια σελίδα σφραγίδα με τις χώρες που ίσχυε. Στην άλλη η σφραγίδα του στρατολογικού γραφείου «Δύναται αποδημήση τυχών αναβολής λόγω σπουδών … », σε άλλη η … επέκταση «το παρόν διαβατήριον ισχύει επίσης δια ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΝ – ΡΟΥΜΑΝΙΑΝ – ΟΥΓΓΑΡΙΑΝ - POLOΝΙΑΝ [sic] – ΤΣΕΧΟΣΛΟΒΑΚΙΑΝ αλλά δι’ έν έτος και δι’ έν μόνον ταξίδιον μετ’ επιστροφής». Στις τελευταίες σελίδες το τουριστικό συνάλλαγμα που μπορούσες να εξαγάγεις «Επιτρέπεται να φέρει μεθ’ εαυτού … Μάρκα Δ. Γερμανίας». Το συνάλλαγμα τότε προπαντός για τα συγκεκριμένα κράτη ήταν περιορισμένο. Γιαυτό εκτός από τα λιγοστά μάρκα και δολάρια που είχαμε, πήραμε μαζί και από 3 καινούρια παντελόνια μπλουτζίν με σκοπό να τα πουλήσουμε στη μαύρη αγορά. Δεν υπήρχαν τότε μπλουτζίν σ’ αυτά τα κράτη και ήταν περιζήτητα από την νεολαία. Η συναλλακτική τους αξία δεκαπλάσια από ότι στην Ελλάδα. Δηλαδή με ένα παντελόνι μπορούσες να περάσεις μια βδομάδα (ξενοδοχείο – φαγητό)

    Ήταν λοιπόν Σεπτέμβριος του ‘76 και 2–3 μέρες μετά τον θάνατο του «Μεγάλου Τιμονιέρη» της Κίνας Μάο Τσε Τούγκ, όταν πήραμε το τραίνο (ατμομηχανή με κάρβουνο) από Ορεστιάδα για Σβίλεγκραντ. Οδική σύνδεση δεν υπήρχε τότε από Έβρο. Το σχέδιο ήταν να πάμε 2 μέρες στη Σόφια και να γυρίσουμε Φιλιππούπολη όπου θα μέναμε για 7-8 μέρες. Μέχρι τη Σόφια θα συνοδεύαμε και μια κυρία (Πολωνέζα) όπου θα έπαιρνε το αεροπλάνο για Βαρσοβία. (Οι Πολωνοί τότε είχαν φτιάξει ένα εργοστάσιο ζαχάρεως στην Ορεστιάδα και για μερικά χρόνια πηγαινοερχόταν οι τεχνικοί με τις οικογένειές τους). Στη Φιλιππούπολη υπήρχε κάποιος Βούλγαρος ο Βλάντο (Βλαδίμηρος), γνωστός του πατέρα του Α. ο οποίος και θα φρόντιζε για ξενοδοχείο και τα σχετικά. Ήξερε και πέντε - δέκα ελληνικές λέξεις. Ελάχιστες πληροφορίες είχαμε για τη χώρα, δεν υπήρχαν τότε οι γνωστοί ταξιδιωτικοί οδηγοί, μόνο ένα βιβλιαράκι «Ελληνοβουλγαρικοί διάλογοι» ίσα - ίσα για να πούμε δύο λέξεις. Τα αγγλικά ήταν σχεδόν άχρηστα αφού κανείς εκτός από 2-3 υπαλλήλους στα ξενοδοχεία, το αεροδρόμιο και την Balkan tourist (τον αντίστοιχο Ε.Ο.Τ.) τα μιλούσε. Η διεθνής γλώσσα τότε σ’ αυτά τα κράτη ήταν η Ρωσική. Τα Ρωσικά διδασκόταν δηλαδή σαν ξένη γλώσσα τα παιδιά στα σχολεία σε Ρουμανία, Βουλγαρία, Τσεχοσλοβακία κλπ.

    Στο τελευταίο ελληνικό χωριό το Ορμένιο ανέβηκαν οι έλληνες τελωνιακοί. Αυτό που κυρίως τους ενδιέφερε ήταν ο έλεγχος του συναλλάγματος που έβγαζες έξω. Πάνω στα σύνορα ακριβώς σταμάτησε το τραίνο η ελληνική μηχανή γύρισε πίσω, στα βαγόνια έδεσε βουλγαρική μηχανή και μπήκαν οι βούλγαροι τελωνειακοί για έλεγχο οι οποίοι ενδιαφερόταν για το τι πράγματα εισάγεις στη χώρα τους. Πρόσεξαν βέβαια με την πρώτη τα καινούργια μπλουτζίν που είχαμε στα σακβουαγιάζ - δεν είχαμε εξ’ άλλου και πολλά άλλα ρούχα, καλοκαίρι ήταν - και κάτι άρχισαν να μουρμουρίζουν ενώ εμείς επαναλαμβάναμε «ντόρο - ντόρο» εν τέλει μας τα άφησαν. Κατόπι μας ρώτησαν πόσες μέρες θα μείνουμε στη χώρα και μας ζήτησαν να μετατρέψουμε ορισμένα δολάρια σε λέβα κάπου 6 για κάθε μέρα παραμονής μας. Η μετατροπή βέβαια έγινε στην επίσημη τιμή που ήταν 1 δολάριο (ή 2 μάρκα) = 1 λέβα και μας έδωσαν απόδειξη. Αυτή την απόδειξη και όποια άλλη παίρναμε από ανταλλαγή σε τράπεζα την ζητούσαν κατά την έξοδο από τη χώρα σαν βεβαιωτικό ότι μετέτρεψες στην επίσημη τιμή 6 δολάρια για κάθε μέρα. Απαγορευόταν αυστηρά να βγάλεις έξω δικό τους νόμισμα. Γιαυτό και στα σύνορα είχαν μικρομάγαζα με σουβενίρ και ψιλοπράγματα ώστε να ξοδέψεις και το τελευταίο σου λέβα. Αυτό ίσχυε τότε γενικά σε όλα τα κράτη του Ανατ. Συνασπισμού.

    Έτσι περάσαμε στο Βουλγαρικό έδαφος και περιεργαζόμασταν την χώρα. Τα κτίρια που ακόμη και στα χωριά στην πλειοψηφία τους ήταν προκατασκευασμένα, τα παράθυρα που ήταν χωρίς ρολά ακόμη και οι κουρτίνες σπάνιζαν και το εσωτερικό των σπιτιών ήταν σε κοινή θέα, οι στύλοι του ηλεκτρικού που ήταν από σίδηρο και άλλες τόσο διαφορετικές εικόνες από αυτές που ήμαστε συνηθισμένοι στον τόπο μας. Η χρήση του σιδήρου ήταν πολύ εκτεταμένη στις κατασκευές αλλά σίδηρος χαμηλής ποιότητας που σαν αντιστάθμισμα έμπαινε σε μεγάλη ποσότητα. Σε ένα σταθμό στην άκρη ενός χωριού είδαμε καμιά πενηνταριά νέους, άνδρες και γυναίκες, με τσάπες και φτυάρια να ξεχορταριάζουν το πρανές της σιδ. γραμμής. Η Πολωνέζα μας εξήγησε ότι είναι ομάδα εθελοντικής εργασίας και κάθε πολίτης των χωρών του Ανατ. Συνασπισμού έχει υποχρέωση να προσφέρει χωρίς αμοιβή την εργασία του μερικές Κυριακές το χρόνο στο κράτος. Δεν τους είδα όμως να εργάζονται και με πολύ ζέση. Ένας δούλευε, πέντε καθόταν.

    Φτάσαμε Φιλιππούπολη. Στο σταθμό μας περίμενε ο Βλάντο ό οποίος μας βοήθησε να αλλάξουμε τραίνο και πήρε με τρόπο τα μπλουτζίν για να τα «διαθέσει». Πάθαμε την πλάκα μας με το νέο τραίνο. Σε μας τότε στη βόρειο Ελλάδα η κίνηση των τραίνων γινόταν με ατμομηχανές και μόνο από Θεσσαλονίκη και νοτιότερα υπήρχαν οι ντηζελομηχανές. Η γραμμή Φιλιππούπολη – Σόφια ήταν διπλή και ηλεκτροκίνητη !! Στην μπροστινή είσοδο κάθε βαγονιού υπήρχε ένα μικροσκοπικό κουπέ-γραφειάκι όπου καθόταν μια υπάλληλος με στολή. Τα κουπέ ήταν 8 θέσια, δεν υπήρχε διάκριση 1ης και 2ης θέσης, είχαν κόκκινο χαλάκι στο πάτωμα και από το μεγάφωνο μεταδιδόταν μουσική και πληροφορίες για τους σταθμούς που περνούσαμε : σε πόση ώρα φτάνουμε, πόσο θα σταματήσει το τραίνο κλπ. Στους διαδρόμους όρθιοι στρατιώτες που μάλλον ήταν αδειούχοι, είχαν όλοι από ένα μπουκάλι βότκα στους σάκους τους από το οποίο έπιναν κάθε τόσο. Πρόσεξα ότι φορούσαν πηλήκια όπως σε μας οι αξιωματικοί. Φτάσαμε Σόφια χωρίς να το καταλάβουμε μια που στο κουπέ ήταν και δύο κοπελίτσες και κάναμε πλάκα προσπαθώντας να συνεννοηθούμε με το βιβλιαράκι των διαλόγων.

    Ήταν ήδη βράδυ, πήραμε ταξί και πήγαμε κατ’ ευθείαν στο αεροδρόμιο. Η πτήση για Βαρσοβία έφευγε τα ξημερώματα οπότε 6-7 ώρες τη βγάλαμε στην αίθουσα αναχωρήσεων, μισοξαπλωμένοι για λίγο ύπνο στα καθίσματα και βόλτες στο χώρο περιεργαζόμενοι τα πάντα για να περάσει η ώρα. Σε μια από τις βόλτες μου είδα έναν ηλικιωμένο, ασκητική μορφή, με αραιή άσπρη γενειάδα που είχε δίπλα του ένα τεράστιο κιβώτιο. Έγραφε επάνω με μεγάλα γράμματα «ULAN BATOR». Δεν θα μου προξενούσε περισσότερη εντύπωση αν έγραφε «ΣΕΛΗΝΗ». Τόσο μακρινή και εξώκοσμη μου φάνηκε η Μογγολική πρωτεύουσα ! Νωρίς το πρωί και αφού έφυγε με την πτήση της η Πολωνέζα, γυρίσαμε με ταξί στο κέντρο της Σόφιας στα γραφεία της Balkan tourist.

    Ζητήσαμε ένα δωμάτιο σε σπίτι (ήταν πολύ φθηνότερο από ξενοδοχείο) πληρώσαμε κάπου 3 λέβα και μας έδωσαν ένα χαρτάκι με μια διεύθυνση κάπου κοντά. Σε λίγη ώρα είμαστε σε μια καινούργια πολυκατοικία και χτυπούμε το κουδούνι. Μας άνοιξε μια ηλικιωμένη κυρία και μας οδήγησε στο δωμάτιό μας. Το διαμέρισμα ήταν όπως τα τυπικά διαμερίσματα στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’60. Δάπεδα από μωσαϊκό, έπιπλα με επένδυση φορμάικας, καδράκια με κεντήματα στους τοίχους και δεκάδες διακοσμητικά μπιχλιμπίδια. Στα κομοδίνα και το τραπεζάκι του δωματίου μας δεν υπήρχε χώρος ούτε τα τσιγάρα μας να αφήσουμε από τα διακοσμητικά. Ξεκουραστήκαμε λίγες ώρες και βγήκαμε να δούμε την πόλη. Θυμάμαι τον μεγαλεπήβολο ναό του Α. Νέφσκυ, το μαυσωλείο του Δημητρώφ που περιμέναμε στην ουρά και μπήκαμε μέσα, ένα μεγάλο άγαλμα του Λένιν ανάμεσα σε παρτέρια με πολύχρωμα λουλούδια ενώ σε πολλά σημεία υπήρχαν ασπρόμαυρες αφίσες με την είδηση του θανάτου του Μάο και τη φωτογραφία του.

    Την επόμενη πήγαμε μπροστά στα γραφεία της Balkan tourist όπου είχαμε δει μια πιάτσα ταξί Αγοραία. Ένα είχε ταμπελίτσα που έγραφε PLOVDIV. Συμφωνούμε με τον ταξιτζή στα 5 λέβα για τους δυο (τόσο είχε και με το τραίνο), βρίσκονται και άλλοι 2 επιβάτες και μας πέταξε κυριολεκτικά στο μισό του χρόνου που έκανε το τραίνο, στην Φιλιππούπολη. Το κατάστημα που εργαζόταν (διηύθυνε) ο Βλάντο ήταν κεντρικό στην παλιά πολη, το βρήκαμε εύκολα και τον περιμέναμε να σχολάσει για μεσημέρι.

    Πήγαμε με το αυτοκίνητο στο σπίτι του, ένα ισόγειο διαμερισματάκι με αυλή σε ένα μικρό συγκρότημα όπου μας περίμενε η γυναίκα του για φαγητό. Είχε και δυο αγοράκια το ένα νεογέννητο. Σε σχετική ερώτηση μας για το διαμέρισμα, μας εξήγησε ότι είχε κάνει αίτηση για μεγαλύτερο πριν δυο χρόνια, μόλις γεννήθηκε το πρώτο παιδί και ήταν να μετακομίσει σε λίγους μήνες. Αφού φάγαμε συνοδεύοντας το φαγητό με άφθονα ποτηράκια βότκας και αλλεπάλληλα «ναζτράβε» (στην υγειά σου), μας έδωσε τα χρήματα από την πώληση των μπλουτζίν και εμείς του δώσαμε τα δώρα μας που είχαν την μεγαλύτερη εκτίμηση τότε από τους άντρες στη Βουλγαρία : κούτες τσιγάρα Παπαστράτου και μπουκάλια κονιάκ Μεταξά. Κατόπιν πήγαμε στο ξενοδοχείο που θα μέναμε, το Μαρίτσα δίπλα στον ποταμό Έβρο (Μαρίτσα λέγεται ο Έβρος στα Βουλγαρικά). Το δίκλινο δωμάτιο είχε 5 λέβα. Πρόσεξα ότι στο ποτάμι επέπλεαν κάτι τεράστια κομμάτια αφρού σαν παγόβουνα. Μας εξήγησαν ότι είναι απόβλητα από εργοστάσια νοβοπάν και φορμάικας που υπάρχουν στις όχθες. Μιας και οι έννοιες τότε περί προστασίας του περιβάλλοντος κλπ. ήταν άγνωστες, τα κοιτούσαμε σαν αξιοπερίεργο.

    Το κατάστημα του Βλάντο πουλούσε μουσικά όργανα : κιθάρες κλασσικές και ηλεκτρικές, πιάνα, βιολιά, ραδιόφωνα και τηλεοράσεις έγχρωμες. Εμείς στην Ελλάδα τότε είχαμε μόνο ασπρόμαυρη, μετά 2-3 χρόνια ήρθε η έγχρωμη. Το κατάστημα το είχαμε για στέκι δηλ. περνούσαμε το πρωί, κάναμε το τσιγαράκι μας, πηγαίναμε τις βόλτες μας στην αγορά, γυρίζαμε για λίγη ξεκούραση, αφήναμε τα τυχόν ψώνια μας, ξαναβγαίναμε κλπ, δεν ενοχλούσαμε γιατί δεν είχε πολύ κίνηση. Οι 9 στους 10 πελάτες που έμπαιναν ενδιαφερόταν για έγχρωμη τηλεόραση.

    Ένα περίεργο που θυμάμαι με τα νομίσματά τους είναι ότι εκτός από τα συνηθισμένα πολλαπλάσια 1, 2, 5 ,10, 20, 50 κλπ λέβα υπήρχαν χαρτονομίσματα των 3 λέβα και των 30. Υποδιαίρεση του λέβα ήταν το στοτύνκι (εκατοστό) σε κέρματα. Η αγοραστική αξία του λέβα ήταν τότε όσο 8 περίπου σημερινά ευρώ σε μας. Ο μισθός του Βλάντο ήταν 8 λέβα την ημέρα, της καθεμιάς από τις δυο πωλήτριες που είχε 4 λέβα ενώ μια ηλικιωμένη που έκανε βοηθητικές εργασίες έπαιρνε 3 λέβα. Συγκριτικά η τιμή της έγχρωμης τηλεόρασης ήταν 600 λέβα δηλαδή 3 μηνιαίοι μισθοί ενός υψηλόμισθου υπαλλήλου. Ίδια αναλογία περίπου είχε και σε μας όταν ήρθε η έγχρωμη, δλδ 3 μισθούς.

    Το καθημερινό για μας ντύσιμο κοντά στα παλιομοδίτικα ρούχα τους, φαινόταν πολύ εκκεντρικό. Τα μαλλιά μας επίσης – το μακρύ μαλλί ήταν τότε της μόδας στην Ελλάδα ενώ αυτοί ήταν κοντοκουρεμένοι σαν φαντάροι. Δεν είχαμε δει άλλο ξένο τουρίστα στην πόλη, μπορεί να είμαστε οι μοναδικοί και ξοδεύαμε σπάταλα τις πρώτες μέρες τουλάχιστον. Δεν αργήσαμε να γίνουμε γνωστοί στο κέντρο που κυκλοφορούσαμε σαν «ντβά γκρέτσι» (οι δύο Έλληνες). Ένα πρωί περνούσαμε έξω από ένα λύκειο θηλέων και οι μαθήτριες με τις μπλε ποδιές τους είχαν διάλλειμα. Μόλις μας πήραν είδηση, κάνοντας ένα ομαδικό ααααα !! μαζεύτηκαν στα κάγκελα και προσπαθούσαν να συνομιλήσουν μαζί μας. Μία ήξερε λίγα γαλλικά. Επιστρατεύσαμε τα γαλλικά του γυμνασίου και ανταλλάξαμε μερικές φράσεις ενώ γύρω της είχαν μαζευτεί καμιά πενηνταριά που προσπαθούσαν να καταλάβουν. Σε άλλη περίπτωση πάλι νεαροί ζητούσαν να τους πουλήσουμε επί τόπου τα μπλουτζίν που φορούσαμε ! Μας πρόσφεραν 50-60 λέβα και τα παντελόνια τους για να αλλάξουμε !!

    Υπήρχε τόσο στη Σόφια όσο και στη Φιλιππούπολη ένα ειδικό κατάστημα που λεγόταν Κορεκόμ. Είχε είδη πολυτελείας μεταξύ αυτών τσιγάρα και ποτά εισαγωγής. Απευθυνόταν στους υψηλόβαθμους ντόπιους και τους ξένους οι δε αγορές γινόταν με επίδειξη του διαβατηρίου και αποκλειστικά με ξένο συνάλλαγμα, κυρίως δολάρια. Μια από τις καλές μάρκες τσιγάρων τότε στην Ελλάδα και γνωστή στο εξωτερικό ήταν ο Άσσος Σούπερ (100 χιλιοστών) του Παπαστράτου. Υπήρχε και στα φρή σόπς των τελωνείων και στα Κορεκόμ όπως και το κονιάκ «Μεταξά». Είχαμε αγοράσει μερικές κούτες και κάναμε δώρο στο Βλάντο. Αυτός έπαιρνε κάθε μέρα το πακέτο του με αποτέλεσμα οι φίλοι του να τον τρελάνουν στην τράκα. Δοκιμάσαμε και τα δικά τους τσιγάρα, τα καλύτερά τους ήταν τα Bd μόλις υποφερτά για μας ενώ μια συνηθισμένη μάρκα τους τα Ροντόπη δεν τα κάπνιζες ούτε στη φυλακή. Κοντόχοντρα τσιγάρα σε θαλασσί κουτί παρόμοια σε εμφάνιση με τα γαλλικά Γκουλουάζ. Είχα φέρει μια κούτα στην Ελλάδα και τάδωσα όλα δώρο σε ένα ξαδερφάκι μου (ψιλοαναρχικός) που ενθουσιάστηκε και μόστραρε το πακέτο με τα Κυριλλικά γράμματα στις παρέες του σε Πλάκα και Εξαρχεία πουλώντας μούρη.

    Πάμε μια φορά σε ένα αρκετά μεγάλο κατάστημα σαν σουπερμάρκετ. Ελάχιστο κόσμο είχε μέσα και οι πωλήτριες όρθιες πίσω από τους πάγκους, απαθείς, αμίλητες και αγέλαστες σαν ρομπότ. Τα περισσότερα αντικείμενα είχαν από το εργοστάσιο κατασκευής τους τυπωμένη επάνω την τιμή πώλησης. Για παράδειγμα η τιμή της ζάχαρης ήταν τυπωμένη στην χαρτοσακούλα. Αυτό σήμαινε ότι σε οποιοδήποτε κατάστημα οπουδήποτε στη χώρα αγόραζες τη ζάχαρη, θα την πλήρωνες στην ίδια σταθερή τιμή. Αγόρασα καμιά 10ριά αντικείμενα κυρίως σουβενίρ και ένα μπουκάλι βότκα. Απλώς τα έδειχνα και έλεγα «εντίν» και μια πωλήτρια τα έβαζε σε σακούλα. Μόλις είχα πληρώσει στο ταμείο έκανα μια απρόσεκτη κίνηση και έριξα κάτω τη σακούλα. Η ζημιά έγινε με το μπουκάλι τη βότκα που έσπασε. Ήρθαν αμέσως δυο πωλήτριες και με τελείως ανέκφραστο ύφος χωρίς να δείξουν την παραμικρή δυσαρέσκεια ή να πουν τίποτα, μου άλλαξαν με νέα όλα τα αντικείμενα ακόμη κι αυτά που ελάχιστα είχαν βραχεί από τη βότκα και δεν είχαν πάθει τίποτα. Πολύ φθηνοί ήταν οι δίσκοι βυνιλίου. Οι βουλγάρικοι ήταν κακής ποιότητας υπήρχαν όμως ανατολικογερμανικοί της Ντόιτσε Γκραμοφόν πολύ καλής ποιότητας. Αγόρασα με κλασσική μουσική καμιά δεκαριά, στην τιμή που σε μας είχε ο ένας, πάντα βέβαια υπολογίζοντας με την ισοτιμία της μαύρης αγοράς. Εξαιρετικά φθηνά ήταν και τα βιβλία, με χαρτί όμως κακής ποιότητας.

    Κάποια από τις πρώτες μέρες και ενώ οι τσέπες ήταν ακόμη γεμάτες αποφασίζουμε να πάμε για φαγητό στο ρεστωραν του καλύτερου τότε και πιο αριστοκρατικού ξενοδοχείου της πόλης στο «Τριμόνσιουμ» Ο σερβιτόρος παρ’ όλο που τα περισσότερα τραπέζια ήταν άδεια μας οδήγησε σε ένα μεγάλο κάπως απομονωμένο στο οποίο ήδη καθόταν 2 κοπέλες της ηλικίας μας. Όμορφες, περιποιημένες και σίγουρα της ελίτ για να βρίσκονται εκεί. Μας έβαλε να καθίσουμε μαζί τους χωρίς καν να τις ρωτήσει – εμείς βέβαια άλλο που δεν θέλαμε. Ξεκινήσαμε με τα ονόματά μας, ζεστάναμε την ατμόσφαιρα κερνώντας τσιγάρο και την παραζεστάναμε αργότερα κερνώντας σαμπάνιες. Το γεύμα αυτό είχε κρατήσει πάνω από 4 ευχάριστες ώρες με συνεννόηση σε μια γλώσσα όπου γνωρίζαμε λιγότερο από 20 λέξεις, άφθονα «ναζτράβε !» και αφθονότερα χαμόγελα.

    Αυτή την τακτική να σε βάζουν να καθίσεις με άλλους αγνώστους στο τραπέζι εφ’ όσον υπήρχε άδεια καρέκλα, την συνάντησα και αργότερα σε ταξίδι μου στη Σοβιετική Ένωση. Πρακτικά πράγματα. Το 90% των χώρων που μπορούσε να πάει κανείς για καφέ, φαγητό ή διασκέδαση βρισκόταν μέσα στα μεγάλα ξενοδοχεία. Καφετέριες, ρεστωράν, κέντρα με μουσική εκτός ξενοδοχείων ήταν μετρημένα στα δάχτυλα. Η διακόσμηση σ’ αυτούς τους χώρους, που δεν έδειχνε να έχει αλλάξει εδώ και δεκαετίες, ήταν σπαρτιάτικη και άχρωμη τα δε μισά σχεδόν πιατικά ή ποτήρια θα είχαν κάποιο ράγισμα ακόμη και στο καλύτερο. Οι ντόπιοι δεν έδειχναν να ενοχλούνται αλλά σε μας φαινόταν αδικαιολόγητο μιας και η χώρα είχε μεγάλη παραγωγή σε γυαλί και πορσελάνη.

    Μια Κυριακή πήγαμε με τον Βλάντο και δύο φίλους του σε ποδοσφαιρικό αγώνα, έπαιζε η Λοκομοτίβ Φιλιππούπολης με κάποια ομάδα. Το γήπεδο στις τέσσερις γωνίες του είχε από έναν υπερυψωμένο πυργίσκο με στενά παραθυράκια. Ο αγωνιστικός χώρος από τις κερκίδες χωριζόταν από μια κίτρινη σωλήνα τοποθετημένη στους 30 πόντους από το έδαφος. Ούτε κάγκελα ούτε κανενός είδους περίφραγμα ! Καμιά δεκαριά αστυνομικοί όλοι κι όλοι. Ήταν τελείως αδιανόητο να εισβάλει οργισμένος θεατής στο αγωνιστικό χώρο. Στις φάσεις του αγώνα ούτε βρισίδια άκουγες ούτε αγριοφωνάρες. Επιφωνήματα μόνο, χειροκροτήματα και όταν γινόταν κάποια καλοσχεδιασμένη επίθεση της ομάδας τους πεταγόταν όρθιοι φωνάζοντας «Άιντε» και το όνομα του ποδοσφαιριστή που είχε τη μπάλα. Οι φίλοι του Βλάντο είχαν βρει και το κόλπο να του κάνουν τράκα τσιγάρο. Σε κάθε ενδιαφέρουσα φάση όταν ήταν π.χ. να χτυπηθεί πέναλτι ακόμη και κόρνερ κάναν τους αγχωμένους και του σκούνταγαν το χέρι «Βλάντο! Βλάντο! τσιγαρέτ» και ο καημένος ο Βλάντο δεν μπορούσε να τους αρνηθεί.

    Ένα βράδυ είχαμε πάει πάλι με τους φίλους του σε μια καφέ – ντίσκο, μαγαζί που έμοιαζε με μεγάλο καφενείο είχε και συγκρότημα ζωντανής μουσικής και μερικά ζευγάρια χόρευαν βαλς και ταγκό. Το συγκρότημα έπαιζε και μερικούς δυτικούς ρυθμούς της εποχής αλλά μόνον μουσική όχι τραγούδι. Ενώ σε μας και γενικά στη Δύση τα μουσικά συγκροτήματα είχαν εκκεντρική εμφάνιση (μαλλιά - ντύσιμο) εκεί μουσικά όργανα έπαιζαν κυρίως γυναίκες ηλικίας γύρω στα 30-40 που δεν ξεχώριζαν σε εμφάνιση από τις άλλες εργαζόμενες, σερβιτόρες κλπ. Όλοι σχεδόν οι θαμώνες το ίδιο ποτό : Βότκα που την συνόδευαν με λεπτές φέτες σαλαμιού. Οι βούλγαροι μας κερνούσαν τις βότκες και εμείς τσιγάρα που τα κάπνιζαν το ένα πίσω από το άλλο. Κερνούσαμε και όποιο γνωστό τους περνούσε από το τραπέζι να χαιρετήσει ενώ το μάτι του έπεφτε στα πακέτα τον Άσσο. Κατά τις 12 τα μεσάνυχτα η μουσική σταμάτησε οι σερβιτόροι πέρασαν και πληρώθηκαν τους λογαριασμούς, ήταν η ώρα να κλείσει το μαγαζί αλλά οι περισσότεροι καθόταν και συνέχιζαν να πίνουν. Κάποια στιγμή μπαίνουν στο μαγαζί 5-6 αστυνομικοί και ζητούν από τον κόσμο να φύγει. Οι θαμώνες άρχισαν να σηκώνονται βαριεστημένα, μουρμουρίζοντας και μη κρύβοντας τη δυσφορία τους. Παραξενεύτηκα γιατί σε τέτοιο καθεστώς περίμενα πολύ περισσότερο σεβασμό και φόβο προς τους αστυνομικούς που μας έσπρωχναν απαλά προς την έξοδο επαναλαμβάνοντας «Άιντε- άιντε».

    Κάτι που παρατήρησα από την πρώτη μέρα στα αυτοκίνητα ήταν ότι σε όλα ανεξαιρέτως έλλειπαν τα λάστιχα των υαλοκαθαριστήρων. Δηλαδή υπήρχε το μπράτσο αλλά ήταν βγαλμένο το στέλεχος που συγκρατεί το λάστιχο. Επειδή δεν υπήρχαν ανταλλακτικά ο οδηγός τα φύλαγε σαν κόρη οφθαλμού στο πορτμπαγκάζ και μόνο σε περίπτωση βροχής τα προσάρμοζε. Αν τα ξέχναγε πάνω θα του τα έκλεβαν στη στιγμή.

    Από το πρώτο μας ακόμα βράδυ στην πόλη καθώς γυρίζαμε στο ξενοδοχείο από κάτι μισοσκότεινα δρομάκια μας πλησιάζει ένας τύπος. –«Ντόλαρ – ντόλαρ», μας κάνει συνωμοτικά. - Ίμαμ ! του λέω. Κόλκο λέβα εντίν ντόλαρι ; (πόσο λέβα ένας δολάρια ; με τα «κορακίστικα» βουλγαρικά μου). Εν τέλει άλλαξα 20 δολάρια με 60 λέβα σε τριπλάσια δηλαδή τιμή από την επίσημη ενώ ο Α είχε ψιλοπανικοβληθεί μην τυχόν μας πάρει είδηση καμιά Ναρόντνα Μιλίτσια (μυστική αστυνομία) την οποία μας είχαν παρουσιάσει σαν τον φόβο και τρόμο των πολιτών. Αργότερα καταλάβαμε βέβαια ότι αυτές οι «παράνομες» συναλλαγές γινόταν εν γνώσει και με την ανοχή του κράτους το οποίο το ενδιέφερε να παραμείνει στο εσωτερικό όσο το δυνατόν περισσότερο συνάλλαγμα αφού τα λέβα ούτως ή άλλως θα ξοδευόταν μέσα στη χώρα, το δε συνωμοτικό της ανταλλαγής αποσκοπούσε στο να δελεαστεί ο τουρίστας, νομίζοντας ότι πέτυχε ευκαιρία.

    Ένα μεσημέρι μας είχε καλεσμένους για φαγητό ένας Έλληνας μακρινός συγγενής του Α ο οποίος είχε κάνει οικογένεια και ζούσε εκεί. Όταν μεγάλωσαν τα παιδιά του και έφυγαν από το σπίτι είχε δύο επιλογές. Ή να μετακομίσει σε μικρότερο με ένα υπνοδωμάτιο ή να δεχθεί στα περισσευούμενα υπνοδωμάτια από ένα φοιτητή που ερχόταν από την επαρχία για σπουδές. Είχε προτιμήσει το δεύτερο και έτσι έμεναν και 2 φοιτητές στο σπίτι. Δεν πλήρωναν ενοίκιο μόνο συμμετείχαν στα κοινά έξοδα και το φαγητό. Ο ένας ήταν της Ιατρικής. Μια ματιά που έριξα στα βιβλία του είδα ότι πολλές λέξεις της ορολογίας ήταν ελληνικές : στέρνο, κλείδα, κνήμη κλπ. Το σπίτι με λίγα και φτωχικά έπιπλα (καρέκλες από ψάθα) αλλά νοικοκυρεμένο και πεντακάθαρο. Όπως ήταν επακόλουθο ή συζήτηση με τον έλληνα περιστράφηκε γύρω από την ζωή στη Βουλγαρία. Μου άφησε την εντύπωση ότι δεν είχε πρόβλημα με άλλες ιδιαιτερότητες του καθεστώτος αλλά ήταν εξοργισμένος με την γραφειοκρατία. Έλεγε για παράδειγμα ότι είχε κάνει αίτηση και περίμενε 2 με 3 χρόνια για να αγοράσει λάστιχα αυτοκινήτου και ενώ οι κρατικές αποθήκες ήταν ξέχειλες από λάστιχα.

    Εγκληματικότητα – παραβατικότητα φαινόταν ανύπαρκτες. Κάθε βράδυ γυρίζαμε αργά στο ξενοδοχείο περπατώντας από ερημικούς και σκοτεινούς δρόμους χωρίς κανένα πρόβλημα. Μόνο τα λαμόγια που ήθελαν δολάρια γινόταν κολλιτσίδες. Μια βραδιά διασκεδάζαμε κάπου με δυο κοπελίτσες που γνωρίσαμε 18-19 χρονών. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν τις συνοδεύαμε σε μια στάση να πάρουν το λεωφορείο τους. Πριν φτάσουμε στη στάση έκαναν ωτοστόπ σε ένα περαστικό φορτηγό στον έρημο δρόμο και ανέβηκαν. Μάθαμε μετά ότι οι οδηγοί των φορτηγών, τα οποία ήταν βεβαία κρατική περιουσία, είχαν υποχρέωση να μεταφέρουν πολίτη που πήγαινε προς τη διαδρομή τους.

    Με τούτο και με τ’ άλλο έφτασε η μέρα της επιστροφής αλλά στο παρά πέντε ξεκινά μια απεργία διαρκείας στον Ο.Σ.Ε. Μια και δεν μπορούσαμε να επιστρέψουμε με άλλο τρόπο αποφασίζουμε να παρατείνουμε την παραμονή μας. «γκρίτσκι βλακατ νε ραμπότα !» δικαιολογούμασταν, (“βλάκατ” σημαίνει τα τραίνα), «στάτσικα !» (απεργία). Οι μέρες περνούσαν όμως και η απεργία δεν έλεγε να λήξει. Τα άφθονα χρήματα που είχαμε στην αρχή άρχισαν να λιγοστεύουν και να λιγοστεύουν επικίνδυνα. Πέρασαν άλλες δυο βδομάδες, ξοφλήσαμε το ξενοδοχείο και το πληρώναμε πλέον σε καθημερινή βάση αλλά η απεργία συνεχιζόταν. Από τον Βλάντο δεν το θεωρούσαμε σωστό να δανειστούμε και μετρούσαμε πλέον και τα στουτίνκια. Στο τέλος καταντήσαμε να τρώμε μια ομελέτα την ημέρα με λίγα στουτίνκια από κάτι καροτσάκια στο δρόμο. Μας πήραν είδηση και οι Βούλγαροι. «ντβά Γκρέτσι ομελέτ ! » - ακούσαμε σε κάποια φάση.

    Πέρασαν ακόμη λίγες μέρες και οι δικοί μας άρχισαν να ανησυχούν. Ο πατέρας του Α έστειλε ειδοποίηση κάποια στιγμή για τηλεφωνική συνδιάλεξη. Πήγαμε στο τηλεφωνείο δώσαμε το νούμερο και περιμέναμε. Κάποια στιγμή άναψα τσιγάρο. Δεν πέρασαν δυο λεπτά και έρχεται προς το μέρος μου μια πολύ χοντρή καθαρίστρια μου δείχνει το τσιγάρο και κάτι μου λέει αυστηρά. Νέ ρασμπίραμ – κάνω τον Κινέζο εγώ. Ρασμπίρασς – ρασμπίρασς ! μου λέει κουνώντας το κεφάλι πάνω κάτω. Βγήκα και το συνέχισα έξω. Κάποια στιγμή μετά από δυο ώρες αναμονής μας καλούν σε ένα θάλαμο για το τηλεφώνημα. Η σύνδεση ήταν της κακιάς ώρας, η φωνή μόλις ακουγόταν ανάμεσα σε θορύβους και παράσιτα, ορισμένες λέξεις για να μην γίνει λάθος μας τις έλεγε γράμμα – γράμμα με αρχικά τοπωνυμιών όπως στο στρατό. Ήθελε πχ να πει «πέντε» και έλεγε Πάτρα - Έδεσσα - Νάουσα - Τρίκαλα - Έδεσσα. Μάθαμε λοιπόν ότι η απεργία συνεχιζόταν για άγνωστο πόσο ακόμα αλλά λειτουργούσε η γραμμή Σόφια - Θεσσαλονίκη. Μπορούσαμε λοιπόν να μπούμε Ελλάδα και μετά βλέπαμε. Στα σύνορα του Προμαχώνα είχε ένα γνωστό του τελωνειακό και μπορούσαμε να του ζητήσουμε δανεικά χρήματα.

    Την άλλη το πρωί λοιπόν αποχαιρετούμε τον Βλάντο, παίρνουμε το τραίνο φορτωμένοι με μπαγκάζια (μόνο οι βότκες που είχε ο καθένας ξεπερνούσαν τα 5 κιλά και άλλα τόσα τα αφορολόγητα τσιγάρα) και πάμε Σόφια. Από εκεί παίρνουμε το τραίνο για Θεσσαλονίκη αλλά τα χρήματα μας έφτασαν ίσα ίσα για εισιτήριο ως το Νέο Πετρίτσι, πρώτο σταθμό μετά τα σύνορα. Στα σύνορα από Βουλγαρικής πλευράς δεν μας έγινε κανένας έλεγχος ούτε ακόμη και για το υποχρεωτικό συνάλλαγμα που έπρεπε να μετατρέψουμε σε λέβα και όταν ανέβηκαν οι έλληνες τελωνειακοί ζητήσαμε τον γνωστό μας. Αυτός έτυχε με λίγα χρήματα πάνω του, μόνο 50 δραχμές, τις οποίες και μας έδωσε. Δεν μας έκανε βέβαια κανένα έλεγχο και μας είπε ότι μόλις είχε λήξει η απεργία και τα τραίνα πλέον κυκλοφορούσαν κανονικά.

    Κατεβήκαμε στο Πετρίτσι και μετά από ώρες αναμονής πέρασε η υπερταχεία Αθηνών – Δράμας όπου στη Δράμα είχε άμεση ανταπόκριση με αυτοκινητάμαξα για Αλεξανδρούπολη. Όταν φτάσαμε Αλεξανδρούπολη ήταν 12.00 τα μεσάνυχτα και είχαμε στις τσέπες ακριβώς δύο δραχμές. Από ένα περίπτερο πήραμε μια μικρή σοκολάτα. Ο σταθμός έκλεινε το βράδυ οπότε όλη τη νύχτα τη βγάλαμε στα σκαλοπάτια. Τα ξημερώματα πέρασε ένα περιπολικό της αστυνομίας μας είδε και μας έκανε έλεγχο: διαβατήρια, από που ερχόμαστε, που πάμε κλπ. Το πρωί ανεβαίνουμε χωρίς εισιτήρια στην τοπική αυτοκινητάμαξα. Όταν πέρασε ο ελεγκτής του εξηγήσαμε ότι θα πληρώναμε αργότερα στο σταθμό της Ορεστιάδας και αυτός κράτησε αμανάτι τα διαβατήρια. Πραγματικά μόλις φτάσαμε η πρώτη ενέργεια ήταν να πάμε τα χρήματα στο σταθμό και να πάρουμε πίσω τα διαβατήρια.

    Από τότε κύλισε πολύ νερό στ’ αυλάκι και έγιναν δραματικές αλλαγές στη γείτονα χώρα. Ο Βλάντο ίσως είναι σήμερα ο «Κωτσόβολος» της Βουλγαρίας, τα λαμόγια που συνωμοτικά μας άλλαζαν τα δολάρια με λέβα, ίσως είναι αρχινονοί της μαφίας με δικά τους εκτυπωτήρια πλαστών χαρτονομισμάτων, κανείς δεν ασχολείται πια με τους υαλοκαθαριστήρες στα αυτοκίνητα και εγώ όταν πετάγομαι καμιά φορά για ένα καφέ στη Βουλγαρία - 20 λεπτά απόσταση είναι πλέον με τους αυτοκινητοδρόμους και τα ανοικτά σύνορα – ξαναθυμάμαι αυτό το πρώτο ταξίδι.
     

    Επισυναπτόμενα Αρχεία:

    #1
    Theo1983, fotast, EliasT and 27 others like this.

  2. pattyyy

    pattyyy Member

    Μηνύματα:
    1.565
    Likes:
    1.235
    Επόμενο Ταξίδι:
    χμ...
    Ονειρεμένο Ταξίδι:
    νότια αφρική
    Eξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η ιστορία σου! Την διάβασα μονορούφι! Ευχαριστούμε πολύ!
     
    #2
  3. kalove

    kalove Member

    Μηνύματα:
    426
    Likes:
    1.532
    Επόμενο Ταξίδι:
    Παλέρμο
    Ονειρεμένο Ταξίδι:
    Εθνικά πάρκα ΗΠΑ
    Νάξερες τι μού θύμισες.
    Το πρώτο ταξίδι καί γιά μένα, η πρώτη μου άδεια στην πρώτη μου δουλειά.
    Χριστούγεννα τού 1980, Βουλγαρία-Ρουμανία αεροπορικώς, κόστος 16.000 δρχ.
    Η μαύρη αγορά τού δολλαρίου έπαιρνε κι'έδινε. Μέχρι μέσα στο ασανσέρ μας "στρίμωχναν" γιά την ανταλλαγή.
    Εσείς μοσχοπουλήσατε τα τζίν, εμείς τα καλσόν. Είδος πολυτελείας.
    Εξω από το Κόρεκομ, μας την έστηναν ντόπιοι καί μας παρακαλούσαν να τούς αγοράσουμε διάφορα πράγματα με τα διαβατήρια μας.
    Ασε στην Ρουμανία. Οί αστυνομικοί τού Τσαουσέσκου μας περίμεναν κατεβαίνοντας από το αεροπλάνο, με τα όπλα προτεταμένα.
    Συναντήσαμε μιά Ελληνίδα παντρεμένη με Ρουμάνο. Θελήσαμε να την επισκεφθούμε στο σπίτι της. Μας παρακάλεσε να πάμε μία μία καί με προσοχή. Απαγορευόταν οί συγκεντρώσεις ακόμα καί στα σπίτια.
    Με γύρισες τριάντα χρόνια πίσω. Αλλωστε, το πρώτο ταξίδι -όπως καί η πρώτη αγάπη- δεν λησμονιέται...
     
    #3
    EliasT and Yorgos like this.
  4. Glosoli

    Glosoli Member

    Μηνύματα:
    403
    Likes:
    298
    Ονειρεμένο Ταξίδι:
    Νέα Ζηλανδία
    Πραγματικά πόσο μα πόσο διαφορετικός κόσμος και εποχές...για εμένα μου κάνει σαν σενάριο επισημονικής φαντασίας ή όλη αυτή κατάσταση...αλλά και πόσο τέλεια μπορεί να ήταν...κατάντησαν τα ευρωπαικά κράρη να μοιάζουν πολύ μεταξύ τους
     
    #4
  5. maria30

    maria30 Member

    Μηνύματα:
    163
    Likes:
    28
    Επόμενο Ταξίδι:
    ??????
    Ονειρεμένο Ταξίδι:
    Περού Μάτσου Πίτσου
    Κατι παρόμοιο έζησα και εγώ πριν 21 χρόνια στην Σοφιά και στην Φιλιπουπολή, για ένα 14 χρονο κορίτσι ήταν σοκαριστικό, ήταν το πρωτο μου ταξίδι σε ανατολικη χώρα και χωρίς τους γονείς μου, δεν ήξερα πως να αντιδράσω και δεν έβρισκα πουθενά να ξοδέψω τα λεφτά που είχα μαζί μου...αλλά πέρασα υπέροχα το θυμάμαι με νοσταλγία,
     
    #5
  6. mary_a

    mary_a Member

    Μηνύματα:
    1.180
    Likes:
    105
    Ονειρεμένο Ταξίδι:
    Route 66
    είχα πολύ καιρό να διαβάσω ταξιδιωτική ιστορία με τόσο ενδιαφέρον..
     
    #6
  7. NTINA

    NTINA Member

    Μηνύματα:
    820
    Likes:
    142
    Επόμενο Ταξίδι:
    Άγραφα
    Ονειρεμένο Ταξίδι:
    Γουατεμάλα
    Στα τέλη εκείνης της δεκαετίας ,θυμάμαι γνωστούς και φίλους
    κάθε απόγευμα να ρχονται επίσκεψη στον παππού για να τους πει
    Πως? ήταν αυτή η μακρινή χώρα, που μόλις είχε επισκεφθεί.

    McElk πολύ καλή περιγραφή,σ ευχαριστώ για το ταξίδι στο χρόνο.
     
    #7
  8. KIKI

    KIKI Member

    Μηνύματα:
    2.134
    Likes:
    2.569
    Επόμενο Ταξίδι:
    Ισλανδία
    Ονειρεμένο Ταξίδι:
    Αφρική Ναμιμπια
    τι ωραια ιστορια !!!!
    Σε ευχαριστω πολυ .....
     
    #8
  9. lefteris thess

    Μηνύματα:
    28
    Likes:
    15
    Επόμενο Ταξίδι:
    Γύρος Ιβηρικής
    Ονειρεμένο Ταξίδι:
    Νεα Ζηλανδια και Κουβα
    Καταπληκτική περιγραφή! Ευχαριστούμε
     
    #9
  10. dim kyr

    dim kyr Member

    Μηνύματα:
    2.042
    Likes:
    5.857
    Ονειρεμένο Ταξίδι:
    Μπαγκλαντες
    Δεν ήταν απλά ιστορία, ήταν ταξίδι στο χρόνο.
    Ενα ευχαριστώ λοιπόν και απο εμένα.
     
    #10
  11. Defkalion

    Defkalion Administrator

    Μηνύματα:
    10.519
    Likes:
    12.083
    Άλλο ένα παλιό κείμενο που είχε ξεμείνει στις ιστορίες υπό εξέλιξη. Μεταφέρθηκε στην ενότητα της Ευρώπης. :)
     
    #11
  12. chris7

    chris7 Member

    Μηνύματα:
    2.124
    Likes:
    3.125
    Επόμενο Ταξίδι:
    Ντορτμουντ
    Ονειρεμένο Ταξίδι:
    Καναδάς
    Πολύ ωραία ιστορία.
    Θυμάμαι που κι εγώ προσπαθούσα να ξοδέψω τα Λέβα που μου είχαν περισσέψει στο πρώτο μου ταξίδι στη Σόφια.
     
    #12