Τόνγκα Αυστραλία Βανουάτου Νέα Ζηλανδία Νέα Καληδονία Φίτζι Ωκεανία: Ν.Ζηλανδία - Φίτζι - Ν.Καληδονία - Wallis & Futuna - Τόνγκα - Βανουάτου -Αυστραλία

Anas Tassos

Member
Μηνύματα
168
Likes
1.171
Ονειρεμένο Ταξίδι
Παπούα Νεα Γουινέα
Ωκεανία 2019: Σιγκαπούρη - Νέα Ζηλανδία - Φίτζι - Νέα Καληδονία - Wallis & Futuna - Τόνγκα - Βανουάτου - Αυστραλία


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 :ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ​

Είχε έρθει η ώρα για το μεγάλο ετήσιο ταξίδι μου. Άνοιξη αυτή τη φορά και η αλήθεια είναι πως ήταν η σειρά της Αφρικής φέτος, αλλά με είχε κουράσει πολύ η υποσαχάρια την προτελευταία φορά και δεν ήθελα να πάω ψυχαναγκαστικά, θα περιμένει η Αφρική για όταν μου λείψει για τα καλά.

Επειδή θα ήταν το μοναδικό μεγάλο ταξίδι -κι όχι τόσο μεγάλο εδώ που τα λέμε- μέσα στη χρονιά, ήθελα κάτι λίγο off the beaten track, να χρησιμοποιήσω και τα μίλια που είχα στη διάθεσή μου και να δω κάτι διαφορετικό. Διαφορετικό από την Ευρώπη που μεγάλωσα, διαφορετικό από τη Λατινική Αμερική όπου ζω, διαφορετικό από την Αφρική που δε με ξανατραβάει προς το παρόν όπως είπαμε, διαφορετικό κι από την Κεντρική Ασία που πήγα λίγους μήνες πριν. Ε, δεν έμεναν και πολλά, μικρός είναι ο πλανήτης, οπότε ο κλήρος έπεσε στην Ωκεανία.

Ο κόσμος συνήθως επισκέπτεται την Ωκεανία για τις παραλίες, για τις καταδύσεις, για σερφ. Εγώ πάλι δεν είμαι και πολύ της θάλασσας, για να μην πω καθόλου, αν και στο τελευταίο ταξίδι στη Βραζιλία πρέπει να πω πως αναθεώρησα ολίγον (ιστορία οσονούπω, ας τελειώσουμε αυτή πρώτα που είναι λίγο μεγαλύτερη). Εγώ ίσως να πήγα και για τους λάθος λόγους, αλλά με τραβούσαν τα τρεκ, τα αρχαία (αν και ήξερα πως μετά τη Μικρονησία μάλλον θα ωχριούσε ό,τι άλλο κι αν έβλεπα στην ήπειρο), οι αρχέγονες κοινότητες και τέλος πάντων ήθελα να πάω σε χώρες που δεν έχω πάει και δε μένουν και πολλές απ' αυτές. Είχα κι αρκετά μίλια, βρέθηκε και ο Δευκαλίων που είχε μια όρεξη να πάμε μέχρι τη Νέα Ζηλανδία για λίγες μέρες, την οποία είχα ακυρώσει ήδη τρεις φορές κι έδεσε.

Στο σχεδιασμό δεν είχα και πολλούς περιορισμούς, πλην των χρονικών και το ότι η Νέα Ζηλανδία θα έπρεπε να γίνει κατά τη διάρκεια των αυστραλέζικων διακοπών του Πάσχα, για να μπορέσει να έρθει και ο Δευκαλίων που λέγαμε. Έπειτα ήθελα οπωσδήποτε να δώσω πολύ χρόνο στο Βανουάτου, που ήταν το πιο ενδιαφέρον από τα κράτη που ψιλομελέτησα και μάλιστα συνέπιπτε η επίσκεψή μου με ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον έθιμο κι έψαξα να βρω τι άλλο θα προσέθετα.

Ο κλήρος, και λόγω πτήσεων, έπεσε επομένως

  • στη Σιγκαπούρη, λόγω πτήσης.

  • στο Τόνγκα, λόγω αρχαίων. Δυστυχώς η εποχή δεν ήταν κατάλληλη για το πραγματικό χάιλάιτ της χώρας (το κολύμπι με φάλαινες), οπότε τα... εξώτερα νησιά τα άφησα εκτός για την επόμενη επίσκεψη, αλλά μου αρκούσε που θα έβλεπα τα αρχαία στο μη τουριστικό κεντρικό νησί

  • στο Wallis & Futuna, που και ενδιαφέροντα αρχαία φαινόταν να έχει και ενδιαφέρουσα κουλτούρα και ψιλοβόλευαν και οι πτήσεις

  • στα Φίτζι, διότι ήταν υποχρεωτικό stopover

  • και όπως προείπαμε στη Νέα Ζηλανδία και το Βανουάτου, που θα ήταν το κυρίως πιάτι, με περίπου 2 εβδομάδες διαμονή στο καθένα
Οι πτήσεις ήταν τεράστια σπαζοκεφαλιά και εξαιτίας τους έμειναν απέξω μέρη που με τραβάνε πολύ, όπως η Γαλλική Πολυνησία με τα αρχαία της, το Ναούρου με το περίεργο πρόσφατο οικονομικό και μη παρελθόν και τα Νησιά Σολομώντα, πάντως αν μοιάζουν έστω και λίγο σε αυτά που είδα κι έζησα στο Βανουάτου, θα πάω τρέχοντας του χρόνου. Να πούμε ότι λόγω του ότι το ταξίδι Αβάνα-Αθήνα ήταν ήδη πληρωμένο από τους αφέντες μου και ήθελα να το χρησιμοποιήσω, το γαϊτανάκι των πτήσεων για το όλο ταξίδι θα ήταν απίθανο. Συγκεκριμένα το ταξίδι θα ξεκινούσε με ένα υπέροχο Αβάνα - Καράκας - Κωνσταντινούπολη - Αθήνα (ολιγόωρη στάση) - Φρανκφούρτη - Σιγκαπούρη - Όκλαντ (ολιγόωρη στάση) -Φίτζι (ολιγόωρη στάση) - Wallis & Futuna, που έγινε ακόμη πιο περίπλοκο μετά την αλλαγή πτήσεων της Fiji Airways, που με υποχρέωσε και σε μια στάση στη Νέα Καληδονία. Αυτά... για ξεκίνημα, θα ακολουθούσαν κι άλλες, άπειρες πτήσεις, πάλι με υποχρεωτικές αλλαγές που μας έφεραν και στην Αυστραλία απρογραμμάτιστα.

Γνωστό ήταν επίσης ότι το κόστος θα ήταν πολύ υψηλό, εξ ου και η σχετικά μικρή διάρκεια του ταξιδιού (48 ημέρες) , αλλά θα είχα τη δυνατότητα να είμαι στην ώρα μου στο Μπιλμπάο για το φάιναλ φορ της Ευρωλίγκας και να κάνω κι άλλες δυο εβδομάδες ταξιδάκι στην Ιβηρική με παιδικούς φίλους (από Χώρα των Βάσκων και Αστούριας μέχρι Ανδαλουσία και Γιβραλτάρ). Από κάποιο σημείο κι έπειτα αποφάσισα να μην πολυασχοληθώ με το κόστος, αλλά γενικά πρόκειται για προορισμούς πολύ ακριβούς.

Ως συνήθως, θα κάνω μια μικρή αναφορά στις προσδοκίες και μετά θα αναφερθώ σε κάθε χώρα ξεχωριστά με τις αγαπημένες μου βαθμολογίες. Μου υπόσχομαι να μην τραβήξει η ιστορία όσο η προηγούμενη, που τη βαρέθηκα κι εγώ στο τέλος. Άντε, καλό μας ξεκίνημα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ

Για να πω την αλήθεια, είχα σχετικά χαμηλές προσδοκίες, δυσανάλογα χαμηλές ανάλογα με το κόστος του εγχειρήματος. Το κυρίως κομμάτι, η Νέα Ζηλανδία, είχε απομυθοποιηθεί λόγω αρκετών αναφορών στο φόρουμ περί πολιτιστικά αδιάφορης χώρας αλλά και λόγω παντελούς έλλειψης αρχαιολογίας. Άσε που δεν το έχω και με τα road trips ταξίδι χωρίς ΚΤΕΛ, ωτοστόπ και μπιχλοτραίνο είναι μισό ταξίδι (βορειοανατολική Ινδία σου έρχομαι...). Το Βανουάτου μου προκαλούσε αρκετή ίντριγκα, ειδικά από την ώρα που επιβεβαιώθηκε πως θα είχαμε και ως guest star τον ιδανικό άνθρωπο για τέτοιες περιπέτειες, τον @Krekouzas, αλλά επειδή οι πληροφορίες για τη χώρα ήταν λίγες, είπα να μην ενθουσιαστώ. Γενικώς οι προσδοκίες ήταν οι εξής:

Σιγκαπούρη: Την είχα επισκεφθεί πριν από 20 χρόνια ενδελεχώς. Έτσι κι αλλιώς για λίγες ώρες θα πάω, να δω και το φίλο μου το Στέλιο που δουλεύει εκεί και να ξεσκάσω από τις ατελείωτες ώρες στα αεροπλάνα. Ε πόσο να έχει αλλάξει μια έτσι κι αλλιώς υπερσύγχρονη χώρα; Ίσως φάω όμως κάτι το εξαιρετικό. Αυτό που όντως με ενδιαφέρει να δω είναι το Gardens by the Bay κι εν τέλει να τα πω με το Στέλιο μετά από τόσα χρόνια που τα λέμε μόνο διαδικτυακώς.

Νέα Ζηλανδία: Δεν έχω αμφιβολία ότι τα τοπία θα είναι πανέμορφα, ανυπομονώ για τα τρεκ, σίγουρα θα είναι ενδιαφέρον να δω την ποιότητα ζωής, οι πόλεις φαίνονται λίγο αδιάφορες αλλά οτιδήποτε έχει να κάνει με Μαορί (π.χ. αντικείμενα στο Μουσείο του Όκλαντ) θα μου αρέσει. Με προβληματίζει πολύ που θα είμαστε σε χάι σίζον, συνήθως τις αποφεύγω, η χώρα πια έχει και πολύ περισσότερο τουρισμό από τότε που την είχα βάλει στο μάτι και φοβάμαι και μια κινέζικη επιδρομή με σελφοκόνταρα και ινσταφώτος. Το Βόρειο Νησί πιστεύω πως, παρότι όλοι λένε πως υστερεί σε σχέση με το νότιο σε φυσική ομορφιά, θα είναι μια ήσυχη έκπληξη γαλήνης κι ίσως έχει απομείνει κάτι από την κουλτούρα των Μαορί. Απ' το νότιο σίγουρα πιστεύω πως θα δω ωραία τοπία, αλλά η έλλειψη ανθρώπινου ενδιαφέροντος ή υπολειμμάτων ανθρώπινης ιστορίας ίσως να με κάνει να βαρεθώ λίγο στο τρίπτυχο φύση-φύση-φύση, ειδικά αν αυτό είναι διάλειμμα ανάμεσα σε μπόλικη (συν)οδήγηση, με την οποία δεν τα πηγαίνω καλά. Α, θα πέσουμε στα playoffs του ΝΒΑ όμως και θα είμαι με το Δευκαλίωνα που γουστάρει τέτοια σκηνικά.

Φίτζι: Έχω δυο στοπόβερ και μάλιστα στο Nadi της Viti Levu, δηλαδή το κεντρικό και -θεωρητικά- αδιάφορο νησί. Αλλά πόσο χάλια να είναι; Επειδή δεν ξέρω και τι να περιμένω, κάτω από τις προσδοκίες μου δε θα είναι . Στην τελική, ένα φανταστικό ινδικό θα το φάω, που μετά από τόσους μήνες στην Κούβα θα είναι όαση.

Νέα Καληδονία: Καλά, αυτό κι αν ήταν αναπάντεχο. Προέκυψε λόγω αλλαγής πτήσης της αεροπορικής και πάλι, οπότε θα περάσω ένα απόγευμα-βράδυ στην πρωτεύουσα Νουμέα. Το λαμβάνω ως ένα εξτραδάκι κι όχι ως "χώρα" που επισκέφθηκα, άλλωστε τα αξιοθέατά της είναι αλλού.

Wallis & Futuna: A, εδώ έχουμε απαιτήσεις! Ολόκληρο γύρω-γύρω έκανα για να φτάσω σε ένα από τα πιο μακρινά κομμάτια της... Ευρωπαϊκής Ένωσης! Έχω απαιτήσεις από τη φύση, την κουλτούρα, ναι και από τα αρχαία από ένα μέρος τόσο μακρινό, εξωτικό και είμαι απογοητευμένος που θα περιοριστώ στο Wallis, διότι οι πτήσεις για Futuna δε βολεύουν, ακόμη περισσότερο μετά την πατάτα που μου έκανε με την αλλαγή πτήσης η Air Calin. Αλλά ακριβώς επειδή κοστίζει και όσο κοστίζει, αναμένω να είναι μια πολύ όμορφη εμπειρία σε ένα μέρος που επισκέπτονται τόσο λίγοι, ένα άγνωστο διαμαντάκι. Ε, είναι λίγο ακριβά τα διαμάντια, αλλά διαμάντια είναι.

Τόνγκα: Το ξέρω, μένοντας μόνο στο κεντρικό νησί χάνω τα σημαντικότερα, αλλά αναμένω να δω όμορφα αρχαία (ειδικά από το Haamong Mau Trilithon έχω πολλές απαιτήσεις), ένα αντιτουριστικό μέρος, παραδοσιακές σχετικά κοινότητες και όμορφη φύση. Για τα εξώτερα νησιά θα ξανάρθουμε, δε χανόμαστε.

Βανουάτου: Αυτό μου πήρε το μυαλό! Είναι και αρκετά τα νησιά που θα επισκεφθούμε με τον Κρεκούζα, οπότε όσο κι αν κάποια είναι απογοήτευση, θέλω να πιστεύω πως τουλάχιστον σε δύο θα πάθουμε την πλάκα μας. Με τρελαίνει που θα πέσουμε πάνω στις ημερομηνίες για το naghol, ανυπομονώ για τα τουρ με τους κανίβαλους στο ανεξερεύνητο κι εντελώς τριτοκοσμικό Malekula, δε θα με χαλάσουν κι οι παραλιάρες στο Santo, αλλά το ηφαίστειο Yasur και τα παραδοσιακά χωριά είναι ίσως το χάιλάιτ όλου του ταξιδιού. Θα κάνω και χαβαλέ με τον @Krekouzas που θα τρομάζει τους ντόπιους, δε γίνεται καλύτερα.

Αυστραλία: Δεν είχα καμία απαίτηση, δεν ήξερα ότι θα ξαναβρισκόμουν εκεί.

Στα πλαίσια της προετοιμασίας να πω ότι ευτυχώς που είχα στα χέρια μου το παλαιότερο LP για την Ωκεανία, διότι το νεότερο για κάτι Wallis & Futuna και άλλα μικρά κρατίδια δεν έχει παρα δυο-τρεις παραγράφους, οποία απογοήτευσης. Γενικά πλέον γράφονται για κόσμο με περισσότερο χρήμα και λιγότερο χρόνο. Ο δε οδηγός τους για το Βανουάτου είναι... ακριβώς το κεφάλαιο του LP για την Ωκεανία, ούτε λέξη παραπάνω, ντροπή τους. Ευτυχώς βρήκα έναν ανεξάρτητο οδηγό που κάπως βοήθησε όσο κι αν ήταν κι αυτός παλιότερος (εν τέλει το πόσο updated είναι ένας οδηγός δε με αφορά και πολύ, ο όγκος των πληροφοριών είναι πολύ σημαντικότερος).

Όσο πλησίαζε πάντως το ταξίδι, όλο και περισσότερο θεωρούσα πως το χάιλάιτ θα ήταν... η Ισπανία και γενικώς το ό,τι θα ακολουθούσε μετά από το ταξίδι, συμπεριλαμβανομένης της διαμονής μου στην Ελλάδα για λίγες εβδομάδες. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν κατάφερα να ενθουσιαστώ. Εντάξει, όπως όλοι οι άνθρωποι που έχουν ταξιδέψει πολύ ενθουσιάζομαι δυσκολότερα πλέον, αλλά δεν είχα πεταλούδες στο στομάχι μου. Κατά βάθος περίμενα μάλλον ένα υπερτιμημένο -και σε χρήμα και σε προσδοκίες ταξίδι- το οποίο είναι καλό υπό μία έννοια, διότι κρατάς μικρό καλάθι. Από την άλλη με προβληματίζει που ξεκινώντας για ένα ταξίδι σε μέρη τόσο μακρινά δεν είχα καταφέρει να ενθουσιαστώ. Ακόμη και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, που είμαι στην αναμονή για το επικείμενο ταξίδι στην Ιρλανδία, νιώθω πως πιο πολύ ενθουσιασμό που προκαλεί αυτή, παρά η προσμονή που είχα για την Ωκεανία. Περίεργο. Γερνάμε; Είδαμε πολλά και βαρεθήκαμε; Μας τελείωσαν τα αρχαία και ξενερώσαμε; Ή απλά ωριμάσαμε και δε μας εκπλήσσει τίποτε; Θα δείξει στα επόμενα ταξίδια, καλά να είμαστε να πάμε σε πολλά.

Λοιπόν, μην το μακρηγορούμε, ξεκινάμε!
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: ΣΙΓΚΑΠΟΥΡΗ short stop

Μετά από μια χαριτωμένη διαδρομή Αβάνα - Καράκας - Κωνσταντινούπολη - Αθήνα- Φρανκφούρτη - Σιγκαπούρη, η όποια στάση φαντάζει όαση. Ειδικά για το αεροδρόμιο της Σιγκαπούρης που θεωρείται κι από τα κορυφαία στον κόσμο, αυτό ισχύει διπλά. Μάλιστα είχε μόλις ανοίξει το νέο τέρμιναλ, αλλά η αλήθεια είναι πως αντί να μείνω μέσα στο αεροδρόμιο, μετά από 32,5 ώρες καθαρών πτήσεων και πάνω από 50 ώρες με τις συνδέσεις, το τελευταίο που ήθελα να δω ήταν οτιδήποτε σχετικό με αεροπλάνο, όπως ένα αεροδρόμιο. Οπότε είπα να δω ό,τι πιο άσχετο με ένα αεροδρόμιο, δηλαδή το Στέλιο.

Ο έλεγχος διαβατηρίων ήταν απίστευτα γρήγορος κι έτσι πήρα ταχύτατα ένα shuttle bus για την με το αντίτιμο των 6€ για το Sands Hotel. Αρκετές οι στάσεις του λεωφορείου, πολύ αγενής ο οδηγός που θύμιζε Γιάννη Ιωαννίδη μετά από αποκλεισμό της ΑΕΚ στο Κύπελλο από τον Άρη, αλλά το βασικό είναι ότι έφτασα, χαζεύοντας μάλιστα από το παράθυρο την πόλη: πεντακάθαρη, καταπράσινη και -όπως και πριν 20 χρόνια- άκρως αποστειρωμένη. Αν ήταν χυμός, θα ήταν μόνο με συντηρητικά. Αν ήταν πορνοστάρ, θα ήταν όλη πλαστική Ρωσίδα. Αν ήταν άνθρωπος, θα ήταν ελβετός λογιστής. Αν ήταν βιβλίο θα ήταν του Πάουλο Κοέλιο. Εντάξει, το πιάσατε.

Βρέθηκα λοιπόν με το Στέλιο, που έχει μετακομίσει στην πόλη/χώρα εδώ και περίπου 8 μήνες μετά από πάρα πολλά χρόνια στο Ντουμπάι. Εμφανίστηκε με την τσάντα από το λάπτοπ του, καθώς ερχόταν από συνέδριο. Είπαμε να τα πούμε περπατώντας, να ξεπιαστώ από την αεροπορική Οδύσσεια (αν και η αλήθεια είναι ότι ο συνδυασμός Turkish και Lufthansa ήταν εξαιρετικός με το ίντερνετ τους) και να μπορέσω να δω και δυο πράγματα.

Κατευθυνθήκαμε λοιπόν προς την παραλιακή, που ήταν γεμάτη με κόσμο, φυσικά Ασιάτες, ήμασταν από τους ελάχιστους δυτικούς. Καλή ήταν η θέα, αν και ολίγον αποστειρωμένη. Αποστειρωμένο είναι και το Ντουμπάι κατά την άποψή μου, οπότε ρώτησα το Στέλιο για το πού του φαίνεται καλύτερα, βγάζοντας το αποστειρόμετρο. "Η Σιγκαπούρη δε μου αρέσει τόσο όσο το Ντουμπάι, έχει λιγότερα να κάνεις. Είναι πιο ασιατική πόλη, λιγότερο δυτική απ' ό,τι το Ντουμπάι. Πληρώνομαι πολύ καλά, αλλά το κόστος ζωής είναι πολύ μεγάλο, προς το παρόν μένω με συγκατοίκους, υπάρχει λιγότερο στρες πάντως σε σχέση με το Ντουμπάι. Η ασιατική κουζίνα δε μου αρέσει και τόσο", μου έλεγε καθώς κατευθυνόμασταν προς την ταράτσα με το spa, απ' όπου υπάρχει πανοραμική θέα, αλλά δε μας άφησαν να μπούμε.

Δεν πειράζει, έστω κι έτσι πήρα μια ιδέα, άλλωστε ο βασικός στόχος ήταν να δω τους κήπους. Πολύς ο κόσμος που ήθελε να δει αυτό το σχετικά νέο αξιοθέατο που βασικά συνίσταται σε πελώριες μεταλλικές κατασκευές σε σχήμα τεράστιου διάτρητου βάζου, από το οποίο ξεπηδάνε τεχνητά και φυσικά φυτά, σε μια εικόνα που σε πρώτη φάση θυμίζει κάτι από το Avatar, Εντυπωσιακό το θέαμα, όπως και το ότι προσφέρεται δωρεάν, εκτός κι αν ανέβεις πάνω στα "βάζα" με κάποιο από τα ασανσέρ, πράγμα για το οποίο δεν είχαμε διάθεση, αφού αφενός υπήρχε ουρά κι αφετέρου ξεκινούσε το Ήχος και Φως.

Για να είμαι ειλικρινής κάτι τέτοιου είδους σόου τα βαριέμαι και κόβω τις φλέβες μου, πράγμα το οποίο δε συνέβη στη Σιγκαπούρη όμως, πρώτον διότι θα λέρωνα με τα αίματα κι ως γνωστόν είναι δρακόντειοι οι νόμοι για τέτοια παραπτώματα και δεύτερον επειδή το θέαμα ήταν όντως εντυπωσιακό. Πολύ ωραία μουσική, όμορφος φωτισμός κι αυτή η ένωση ανθρώπινων κατασκευών και φύσης έμοιαζε πολύ αρμονική καθώς τη θαυμάζαμε ξαπλωμένοι στο -πεντακάθαρο- κράσπεδο.

Επέμεινα να φύγουμε πριν τελειώσει το σόου και πλακώσουν τα πλήθη στο μετρό, το οποίο ήταν πεντακάθαρο, άνετο κι αποστειρωμένο. Δεν ξέρω τι έχει αυτή η χώρα, αλλά όσο "τέλεια καμωμένα" κι αν φαίνονται όλα, εμένα μου δίνει την αίσθηση πως βρίσκομαι στο εσωτερικό ενός τεράστιου προφυλακτικού. Συνεχίσαμε το catching up με το Στέλιο, μου άρεσε η συζήτηση για τη βολική δικτατορία της ευμάρειας κι αποχαιρετιστήκαμε όταν κατέβηκε, υποσχόμενοι ότι θα συντονιστούμε να πάμε μια ταξιδάρα μαζί όπως κάναμε παλιά, όταν εγώ ήμουν άφραγκος φοιτητής κι εκείνος ξεκινούσε την καριέρα του, προσαρμοζόμενος στη δική μου αφραγκία και κοιμόμασταν στις παραλίες της Ταϊλάνδης προσποιούμενοι ότι δε μας βίασαν τα κουνούπια.

Προσπάθησα να αναλύσω τι κάνει τη Σιγκαπούρη τόσο αποστειρωμένη. Ίσως είναι η απίστευτη τάξη όλων των καλοσχεδιασμένων project σε βαθμό εκνευρισμού, ίσως είναι η έλλειψη προσωπικότητας λόγω του ότι τα περισσότερα μαγαζιά ανήκουν σε αλυσίδες κι έτσι δίνουν μια αίσθηση institutionalised ομοιομορφίας. Δεν το ζηλεύω το Στέλιο που ζει εκεί, αλλά δε νομίζω να κακοπερνάει κιόλας.

Επέστρεψα στην ώρα μου για την πτήση, δεν είχα και πολλή όρεξη να πάω να επισκεφθώ το νέο "φαντασμαγορικό τέρμιναλ", ούτε καν να πάω σε κάποιο lounge, οπότε κατευθύνθηκα προς την πύλη μου όπου και κατανάλωσα ένα ολόκληρο snickers και συνειδητοποίησα πως εκείνο και το εισιτήριο των 6€ ήταν τα μόνα έξοδα που είχα κάνει σε αυτό το stopover. Αποστειρωμένοι εσείς; Τσίπης εγώ. Πάμε για Ώκλαντ...
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: 24 ώρες στο Auckland

Με τη Singapore Airlines δεν είχα ξαναπετάξει, αλλά είχα ακούσει τα καλύτερα. Δεν μπορ΄β να πω, το προσωπικό ευγενέστατο και το φαγητό αρκετά καλό, αλλά το ίντερνέτ τους ακριβό και χωρίς τη δυνατότητα να ξέρω πόσα έχω ξοδέψει, δεν μεταφέρεται από τη μία πτήση στην άλλη (σε αντίθεση με την Turkish που αγοράζεις 24 ώρες και διαρκεί και για τις επόμενες πτήσεις) και τέλος πάντων δεν έπιασε τα στάνταρ των Τούρκων. Προσωπικά θα την έβαζα πιο κάτω κι από την Emirates, για όποιον ενδιαφέρεται για τις αεροπορικές εταιρείες.

Πάντως ευχάριστη ήταν η (άλλη μία!) πτήση κι εν τέλει έφτασα στο Auckland, τη μεγαλύτερη πόλη -αλλά όχι και πρωτεύουσα- της Νέας Ζηλανδίας. Προσγειώθηκα στις 13.20 στις 3 Απριλίου, πραγματικός μαραθώνιος αν σκεφτεί κανείς πως η αναχώρησή μου από την Αβάνα έγινε το πρωί της 30ης Μαρτίου, δηλαδή έφτασα στην Ωκεανία ... κάτι παραπάνω από 4 μέρες αργότερα!

Το πρώτο πράγμα που έκανε εντύπωση στο αεροδρόμιο του Auckland ήταν... το ύψος του. Γιατί είναι τόσο ψηλό; Το δεύτερο ήταν οι ανελέητες ερωτήσεις κατά την άφιξη, τις οποίες και δεν ανέμενα, όσο κι αν η ευγένεια κατά τη διατύπωσή τους από τη χαμογελαστή ξανθιά αθλητική σαραντάρα ήταν αψεγάδιαστη. Ήθελαν να δουν τυπωμένο το εισιτήριο αναχώρησής μου, μου έκαναν τουλάχιστον 30 ερωτήσεις, ρώτησαν και σημείωσαν τα ονόματα των μελλοντικών μου συνταξιδιωτών, μου έδωσαν συγχαρητήρια για τον αριθμό γλωσσών που μιλάω και... μου έδωσαν και μια φόρμα σε περίπτωση που με ενδιαφέρει να κάνω αίτηση για να εργαστώ στις υπηρεσίες μετανάστευσης του αεροδρομίου! Καλά-καλά δεν πέρασα τον έλεγχο διαβατηρίων κι έχω πρόταση εργασίας, not bad! Καλά ξεκίνησε η Νέα Ζηλανδία!



Επιτόπου αγόρασα μια sim με 51$ NZD για 10GB. Πρώτη φορά το κάνω στο εξωτερικό, άλλωστε στην Κούβα απαγορεύονταν τα δεδομένα στα κινητά (τώρα που σας γράφω επιτρέπονται) και... έπαθα την πλάκα μου! Γουάου, τι είναι αυτό το 4G; Απίστευτο, έχω ίντερνετ στο κινητό μου και μάλιστα τρομερής ταχύτητας, τα καλά του πρώτου κόσμου.

Το λεωφορείο για την πόλη στοίχιζε 36$ μετ' επιστροφής, που μου φάνηκε λογική τιμή, περίπου 10€ η κάθε βόλτα. Απίστευτα ευγενικός ο οδηγός, σύντομα τη συνήθισα την εξαιρετική ευγένεια των kiwis. Η πρώτες μου εικόνες από τη Νέα Ζηλανδία ήταν λοιπόν οι κήπι και τα πανέμορφα ξύλινα σπιτάκια των προαστίων του Όκλαντ, σε γειτονιές με άνετες αποστάσεις, καταπράσινους λόφους, ευχάριστη θερμοκρασία και η πόλη μου φάνηκε πολύ υποτιμημένη. Μου έδωσε την εντύπωση πως αν δεν ήταν τόσο μακριά από... παντού, πολλοί θα ήθελαν να μείνουν εδώ.

Είχα αποφασίσει να δω το μουσείο του Όκλαντ πριν κλείσει και άρα πριν πάω στο κατάλυμά μου, παρά την κούραση. Πήρα Uber αμέσως μόλις με άφησε το λεωφορείο στο κέντρο της πόλης... τι μεγάλη υπόθεση να έχεις ίντερνετ στο κινητό... ένιωθα σα να ανακάλυψα τον τροχό! Και ταυτόχρονα συγχύστηκα για άλλη μια φορά με την ελληνική κυβέρνηση που απαγόρευσε το Uber για να πάρει τις ψήφους των ταξιτζήδων. Προτείνω να απαγορεύσουν και τα e-mail για να πάρουν κανένα ψηφαλάκι από τους ταχυδρόμους.

Το μουσείο βρίσκεται σε ένα τεράστιο -και φυσικά καταπράσινο- πάρκο με πελώρια δέντρα και στεγάζεται σε ένα νεοκλασικό κτίριο. Η είσοδος πάντως είναι ένα μικρό σοκ: 15 ευρώ! Τι να κάνουμε, το πλήρωσα, άφησα το σάκο μου στους ευγενέστατους Νεοζηλανδούς και βλέποντας το τι διαθέτει το μουσείο αποφάσισα να εστιάσω περισσότερο στο ισόγειο που αφορά τον πολιτισμό των Μαορί και λιγότερο στον πάνω όροφο που πραγματεύεται τη φυσική ιστορία και τους δύο παγκόσμιους πολέμους. Η πρώτη εικόνα είναι αυτή ενός εκπληκτικού σπιτιού Μαορί με φοβερή ξυλογλυπτική, αλλά δυστυχώς -για θρησκευτικούς λόγους- οι φωτογραφίες απαγορεύονταν. Δεν παίζει και πολύ ρόλο διότι και να είχα βγάλει φωτογραφίες, σήμερα θα βρίσκονταν στον πάτο του Ειρηνικού (περισσότερα γι' αυτό στο κεφάλαιο Wallis & Futuna). Το εσωτερικό του σπιτιού ήταν εξίσου εκπληκτικά σκαλισμένο, το θέαμα ήταν εξαιρετικό, σε βαθμό που συγκινήθηκα.

Παραπέρα, ένα τεράστιο αυθεντικό κανό καταλάμβανε τη μισή αίθουσα, παρέα με μερικά όμορφα καλάθια και τρομερά ξυλόγλυπτα, αν και όλα έδειχναν τόσο καινούρια που μου προκάλεσαν ένα προβληματισμό. Όπως κάθε μουσείο που σέβεται τον εαυτό του, διέθετε και multimedia παρουσιάσεις, όπως ένα εξαιρετικό βίντεο για τα τατουάζ και μια παρουσίαση για τη συμφωνία του Waitangi, εκείνη την απίθανη ιστορία σύμφωνα με την οποία οι Μαορί θεώρησαν πως υπέγραφαν εμπορική συμφωνία και οι Βρετανοί πως αγόραζαν γη και κατέληξε με τη "νόμιμη" (κατά τους Βρετανούς) κατάληψη της χώρας από την αφεντιά τους. Εξαιρετικά διαφωτιστική η παρουσίαση και μετρίασε την πίκρα μου για το ότι δε θα πήγαινα στο χώρο υπογραφής της συμφωνίας, αφού κανείς εκ των δύο (διαδοχικών) συνταξιδιωτών και οδηγών μου δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να το επισκεφθεί. Οι Μαορί ξεκάθαρα επιθυμούσαν επαφές, εμπόριο και προϊόντα από τους Βρετανούς, αλλά είχαν πλήρη άγνοια για τις νομικές συνέπειες και την ερμηνεία που θα έδιναν στη συμφωνία οι καλοί μας οι Άγγλοι, που οδήγησε σε μια κατάληψη της χώρας τους όχι πολύ διαδορετική από αυτή που έκαναν οι Ισπανοί στην Αμερική. Ακολουθούσε μια έκθεση για τους δικαστικούς αγώνες για τη χρηματική αποζημίωση και την ανάκτηση της γης τους, με μόλις μερική επιτυχία. Η αλήθεια είναι πως ήθελα να περάσω περισσότερες μέρες στο Βόρειο Νησί, λόγω του ότι, ειδικά στο βόρειο κομμάτι του, υπάρχουν περισσότερα από τα ελάχιστα ψήγματα της κουλτούρας των Μαορί. Ο τελικός προγραμματισμός δε θα το επέτρεπε, αλλά μάλλον για καλό ήταν.

Σε ό,τι αφορά το κομμάτι του μουσείου που αφορούσε τη φυσική ιστορία, ήταν μάλλον αδιάφορο, πλην ενός απίστευτου αντίτυπου ενός τεράστιου moa, εκείνου του απίθανου πτηνού που μοιάζει με στρουθοκάμηλο στο πιο τιτανοτεράστιο (μιλάμε για πάνω από 3,5 μέτρα ύψος και 260 κιλά βάρος) και που αφανίστηκε από τα νησιά της Νέας Ζηλανδίας με την άφιξη των Πολυνησίων, παρότι φαίνεται πως αριθμούσαν περί τα 58.000.

Τέλος, το κομμάτι των πολέμων δε με αφορά και πολύ. Κατανοώ πως για τους Νεοζηλανδούς είναι βασικό κομμάτι της εθνικής τους ταυτότητας, αφού διαθέτουν μικρή ιστορία ως έθνος κι ακόμη λιγότερα πολεμικά περιστατικά που να τονώνουν το αίσθημα εθνικής ενότητας, αλλά με άφησαν αδιάφορο.

Ικανοποιημένος από αυτά που είδα, πήγα στο ξενοδοχείο μου, το Econo Lodge, όπου έκανα checkin σε ένα μικρό αλλά αξιοπρεπέστατο δωμάτιο των 43€ με ένα απολαυστικό στρώμα. Άρχισα να νιώθω την κούραση και ίσα που βγήκα να ψάξω κάτι υγιεινό, πράγμα που στη Νέα Ζηλανδία είναι εξαιρετικά εύκολο. Επέστρεψα με ένα takeaway από superfoods (σαλάτα με βάση quinoa, πόσ μου λείπουν αυτά τα ανήκουστα πράγματα στην Αβάνα) κι έπεσα ξερός από τις 8 το απόγευμα.

Το άλλο πρωί ξύπνησα στις 4.30 ! Κατά τις 11 έπρεπε να αναχωρήσω για το αεροδρόμιο, οπότε είχα λίγες ώρες για να δω τα βασικά χάιλάιτς μιας πόλης που τέλος πάντων δε φημίζεται και για τα αξιοθέατά της. Ήταν ακόμη σκοτεινά όταν βγήκα και η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι συνηθισμένος να γνωρίζω πόλεις τα ξημερώματα, αλλά αυτό μας έλαχε. Σκέφτηκα ότι το καλύτερο θα ήταν να ξεκινήσω από την ψαραγορά και ότι το ωράριο ήταν πρέπον. Άνοιξα τον οδηγό κι έκανα ένα μικρό σχέδιο και μόλις τότε συνειδητοποίησα πόσο κεντρικά βρισκόμουν και πόσο compact είναι το κέντρο της πόλης: θα μπορούσα να πάω σε όλα τα σημεία ενδιαφέροντος με τα πόδια.

Κατά λάθος έπεσα πάνω στον εντυπωσιακά μικρό καθεδρικό που ήταν ανοιχτός με μόλις είκοσι άτομα μέσα και μου φάνηκε χαριτωμένος, αλλά τίποτε το φοβερό. Περπατώντας στην πόλη μου άρεσε που διαθέτει τόσα μικρά μαγαζάκια, αλλά από την άλλη υπάρχουν και παντού γερανοί με οικοδομές. Πέρασα τη γέφυρα της μαρίνας και συλλογίστηκα πως οι εικόνες που φανταζόμουν από τη χώρα ήταν πάντα συνυφασμένες με ηφαίστεια, πράσινο, βουνά και πρόβατα, ξεχνώντας πως βασικά πρόκειται για νησιωτική χώρα κι άρα ναι, θα έχει και γιοτ και μαρίνες. Ψάχνοντας την ψαραγορά μάλλον περίμενα να δω κάτι πιο παραδοσιακό, αλλά τελικά επρόκειτο για ένα μικρό κτίριο με αυτόματες γυάλινες πόρτες, πλήρη τάξη, ελάχιστο κόσμο και μπόλικες καρέκλες με τραπέζια. Εν τέλει έμοιαζε πιο πολύ με εστιατόριο παρά με αγορά και τα προϊόντα ήταν λιγοστά: είχα έρθει υπερβολικά νωρίς, στις 7.30 το πρωί. Είχε λίγους αστακούς με μύδια και ψάρια και δε μύριζε καν ψαρίλα ή έστω κάτι αηδιαστικό. Απογοητεύτηκα.

Επέστρεψα προς το κέντρο, αποφασίζοντας πως μου αρέσουν τα νεόδμητα διαμερίσματα που έβλεπα, προσπέρασα το sky tower (δεν το έχω με τα landmarks, μου φάινονται όλα τρομερά αδιάφορα), πέρασα έξω από το Civic Theater, που σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή πόλη θα περνούσε απαρατήρητο κι έφαγα ένα ωραιότατο acai σε άλλο ένα κατάστημα υγιεινής διατροφής. Δεν είχα και πολλά να πω για το Όκλανντ: μια συμπαθής πολης, ωραίο το μουσείο, ψιλοαδιάφορη αλλά συμπαθητική και βολική η πόλη. Τόσο βολική που το λεωφορείο για το αεροδρόμιο έκανε στάση ακριβώς μπροστά από το ξενοδοχείο μου. Είχε έρθει η ώρα να πετάξω για τα Φίτζι...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5: Και stopover (Nadi, Fiji) και layover (Νουμέα, Νέα Καληδονία)

Η Fiji Airlines μου φάνηκε πολύ οργανωμένη, σε βαθμό που εντυπωσιάστηκα. Η πτήση για το Nadi πάντως ήταν σχεδόν άδεια, αλλά με εξωτικές φυσιογνωμίες και η άφιξη έγινε σε ένα μικρό αλλά καθαρό αεροδρόμιο όπου μας περίμεναν κάτι Φιτζιανοί με φουστίτσες που έπαιζαν κιθαρίτσες. Οι υπάλληλοι στον έλεγχο διαβατηρίων ήταν χαμογελαστοί κι ευγενέστατοι και μάλιστα υπήρχαν και κάποια μηχανηματάκια όπου πίεζες ένα κουμπάκι αξιολογώντας το αν οι υπάλληλοι σε υποδέχθηκαν με ένα "Bula!" (που πρέπει να είναι κάποιος χαιρετισμός), βαθμολογώντας το... Bula τους σε από το 1 ως το 4, επιλέγοντας βαθμολογία με emoticons αντί για αριθμούς.

Με το που βγήκα, με "χτύπησε" η υγρασία. Ω ρε τι είν' τούτο; Τόσα χρόνια στην Κούβα τέτοιο χάλι δεν έχω ξαναζήσει, αποπνικτική η ατμόσφαιρα. Άλλαξα λίγα νεοζηλανδέζικα δολάρια και πήρα ένα ταξί τω 4€ για το κατάλυμα που είχα κλείσει, σχετικά κοντά στο αεροδρόμιο. Άλλωστε δε θα έμενα και πολύ, ήταν ήδη απόγευμα και η πτήση μου ήταν την επομένη στις 8.30 το πρωί. Το δρομάκι στο οποίο βρισκόταν το διαμέρισμα ήταν λίγο δυσεύρετο, αλλά εν τέλει το βρήκαμε. Αποδείχθηκε ότι τα 33€ μου είχαν κλείσει ολόκληρη διαμερισματάρα δύο υπνοδωματίων (δεν είχα δώσει και μεγάλη σημασία όταν το έκλεισα, τη φτηνότερη επιλογή κοντά στο αεροδρόμιο είχα επιλέξει) και με υποδέχθηκε μια εξαιρετικά καλή κοπελίτσα και...μια διακοπή ρεύματος.

Έφυγα για την πόλη για να δω τι θα προλάβω να δω από τα έτσι κι αλλιώς ελάχιστα αξιοθέατά της, τα όσα είχα διαβάσει για το Nadi δε με προδιέθεταν για κάτι αξιόλογο. Πήρα ένα ταξί με έναν συμπαθέστατο Ινδό και κατευθυνθήκαμε για τον πιο γνωστό ινδουιστικό ναό της πόλης. Εντάξει, πολύχρωμος ήταν, σκαλιστός κι είχε και 2 νοματαίος μέσα που είχαν έρθει να προσκυνήσουν, ή να προσευχηθούν ή ό,τι κάνουν οι Ινδουιστές στους ναούς τους τέλος πάντων, αλλά ως κτίσμα ο ναός ήταν αδιάφορος, αφού φαινόταν υπερβολικά καινούριος. Πού είναι η ιστορία;

Έβαλα τα παπούτσια μου, μπήκα στο ταξί κι είπα στον ταξιτζή να με πάει στο "κέντρο", το οποίο ήταν ένας κεντρικός δρόμος με μοντέρνα μαγαζιά. Αχά. Πιο πολύ ενδιαφέρον είχε η ανθρωπογεωγραφία, όπου οι Ινδοί ήταν πάρα πολλοί και -στα δικά μου μάτια τουλάχιστον- όχι τόσα εύκολα διακριτοί από τους Φιτζιανούς. Ελπίζω και φαντάζομαι ότι εκτός Nadi η χώρα θα παρουσιάζει πολύ περισσότερο ενδιαφέρον διότι ήταν απογοητευτικό το θέαμα κι επέστρεψα στο ξενοδοχείο, αφού πρώτα πω στο ταξί που βρήκα λάθος διεύθυνση και χρειάστηκε να πάρω άλλο. Οι Φιτζιανοί τουλάχιστον μου φάνηκαν αξιαγάπητοι, έπεσα για ύπνο γιατί την επομένη είχα άλλο αεροπορικό ταξίδι, αυτή τη φορά για τη Νουμέα της Νέας Καληδονίας μέσω... Auckland. Ναι, καλά διαβάσατε! Όοοοοοολο αυτό το μπέρδεμα γινόταν για να φτάσω στο ποθητό Wallis & Futuna, αλλά επειδή η Air Calin άλλαξε το ωράριο μιας πτήσης, ο μόνος τρόπος για να φτάσω εκεί ήταν από τα Φίτζι (για τα οποία είχα εισιτήριο με άλλη εταιρεία) να πετάξω προς Νέα Καληδονία μέσω... Auckland από το οποίο μόλις είχα έρθει(!), να έχω άλλο ένα layover και να φτάσω στο Wallis & Futuna τα χαράματα της επομένης από την αρχική ημέρα άφιξης.

Κανόνισα λοιπόν με τον ταξιτζή να έρθει να με πάρει στις 5.30 το πρωί. Ξπυνησα στις 5, έκανα ένα γρήγορο ντους, έφαγα και μια στιγμιαία noodle soup που βρήκα στο σπίτι και τελικώς ήρθε ένας συνάδελφος στη θέση του χθεσινού ταξιτζή για να με πάει στο αεροδρόμιο, στου οποίου το καφέ πήρα το πρωινό μου. Για κάποιο λόγο το wifi του αεροδρομίου δεν έφτανε μέχρι το cafe, αλλά ένας -ακόμη- ευγενέστατος Φιτζιανός υπάλληλος μου έδωσε το δικό του ώστε να μπορέσω να δω τα ματς στην Ευρωλίγκας. Από το λίγο που τους συναναστράφηκα, εξαιρετικά συμπαθείς ήταν και οι Φιτζιανοί.

Η πτήση για Νουμέα τελικώς έφυγε...νωρίτερα κι έτσι έφτασα στη Νουμέα γύρω στις 3 το απόγευμα, κι ενώ η πτήση μου για Wallis & Futuna θα έφευγε μετά τα μεσάνυχτα, το οποίο σήμαινε ότι είχα μπόλικες ώρες να εξερευνήσω την πρωτεύουσα της Νέας Καληδονίας, στην οποία δεν είχα προγραμματίσει να βρεθώ (δε θα ήταν και το μόνο απρογραμμάτιστο stopover στο ταξίδι).

Ένας συμπαθής... αλαφροϊσκιωτος στις πληροφορίες του αεροδρομίου μου εξήγησε πως ο φτηνότερος τρόπος να πάω στην πόλη ήταν να πάρω το shuttle bus. Άλλαξα χρήματα λοιπόν στην ισοτιμία του 1€ = 119,4 και διαπίστωσα πως η διαδρομή στην πόλη με το shuttle bus κόστιζε... 3000 φράγκα. Δηλαδή για να πάει κανείς στην πόλη με το λεωφορείο έπρεπε να δαπανήσει κανείς το προνομιακό ποσό των 25€! Σε τι κόσμο θα φέρουμε τα παιδιά μας, Νίκο Τσιαμτσίκα; Το δε shared taxi κόστιζε στην καλύτερη 80€ για τα 45 χιλιόμετρα μέχρι την πόλη, οπότε εν τέλει αγόρασα το λεωφορείο μετ' επιστροφής με 40€ και προσποιήθηκα και τον ευχαριστημένο, αφού πρώτα άφησα το σάκο μου στις χοντρούλες που πουλούσαν τα εισιτήρια.

Το λεωφορείο με άφησε στην Place des Cocotiers, που μου φάνηκε μια χαζομάρα και μισή. Μου έκανε εντύπωση πάντως το πώς οι Κανάκ (πρακτικά Μελανήσιοι) κάθονταν υπαίθρια, λιάζονταν και... ξεψειρίζονταν, ενώ δεν έβλεπες ούτε ένα λευκό τριγύρω, προφανώς μένουν σε άλλες γειτονιές. Ξεκίνησα να περπατάω και η πόλη μου φάνηκε χωρίς χαρακτήρα, ενώ όπου κι αν έπεφτε το μάτι μου οι τιμές ήταν ακατάλληλες για καρδιακούς, τσιγκούνηδες και backpackers. Kατευθύνθηκα προς την παραλιακή, περνώντας από ένα χαριτωμένο hip cafe, έφτασα και στην παραλία... ε σιγά την παραλία ρε παιδιά. Πολλά τα εστιατόρια, αλλά μόνο λευκοί έτρωγαν σε αυτά. Όταν είδα τους καταλόγους κατάλαβα γιατί: ένα ορεκτικό ceviche κόστιζε 26€ και πήγα σε πολλά εστιατόρια για να βρω μια σαλάτα με καρύδια και μπλε τυρί για 9€.

Συνέχισα το περπάτημα και σε κάθε βήμα το μέρος μου θύμιζε όλο και περισσότερο τη Γουαδελούπη και τη Μαρτινίκα στο στιλ των οικοδομών και στο πόσο απρόσωπο κι "εκτός πλαισίου" ήταν το όλο περιβάλλον: σα να ξήλωσε κανείς ένα κομμάτι της Γαλλίας και να το πέταξε στον Ειρηνικό, όπου "δυστυχώς" τύγχανε να υπάρχουν και κάποιοι ντόπιοι. Αργότερα διάβασα πως όλες οι ατραξιόν βρίσκονται εντός της Νουμέα, το οποίο είναι καλό: θα επιστρέψω, ως άλλος terminator. Στα θετικά, φάνηκε πως όλοι οι Γάλλοι αθλούνταν, πάρα πολύς κόσμος έκανε τζόκινγκ, άλλοι επέστρεφαν από θαλάσσια σπορ κι έβλεπε κανείς αθλητικά σώματα ακόμη και σε μεγάλες ηλικίες. Δεν είχα χορτάσει με τη σαλάτα και μπήκα σε ένα κινέζικο μπακάλικο, φτηνότερο από τα πανάκριβα σούπερ μάρκετ, αλλά πάλι ακριβό. Τα δυο βραστά αβγά που αγόρασα μου κόστισαν 3€.

Είχα ακόμη χρόνο για να περιπλανηθώ, αλλά παρότι ο καιρός ήταν καλός, δε βρήκα κάτι πολύ ενδιαφέρον να δω. Τη λες και αδιάφορη την πόλη, αν και όχι άσχημη. Το λεωφορείο για το αεροδρόμιο θα αργούσε ακόμη, βρήκα ένα Μακντό και μπήκα, τουλάχιστον είχε ίντερνετ. Οι πελάτες ήταν όλοι λευκοί, οι εργαζόμενοι όλοι -μηδενός εξαιρουμένου- Kanak.

Στη στάση του λεωφορείου για το αεροδρόμιο περίμεναν και δυο Γάλλοι. Τους είχαν πει πως το λεωφορείο θα περνούσε στις 21.30, αλλά είχε πάει 22.15 κι εκνευρίστηκαν, οπότε πήραν τηλέφωνο την άλλη εφημερίδα. Τελικώς η Arc de Ciel εμφανίστηκε κι ήμουν τόσο κουρασμένος που κοιμήθηκα λίγο στο shuttle. Είχα ξυπνήσει από τις 4.30, η πτήση μου θα έφευγε στις 1.45, θα έφτανα στο πολυπόθητο Wallis στις 5.45 και... θα πήγαινα και για τουρ, ας όψεται η Air Calin με την ακύρωση της πτήσης της.

Μετά από μια τεράστια ουρά στον έλεγχο διαβατηρίων, που κράτησε πάνω από μια ώρα αλλά μετριάσθηκε από τη σκλαβωτική ευγένεια των Καληδονιανών, επιβιβάστηκα και κοιμήθηκα και λίγο στην τρίωρη πτήση, πριν προσγειωθώ στον πραγματικό πρώτο σταθμό του ταξιδιού μου: το εξωτικό Wallis & Futuna...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6: Wallis & Futuna (βασικά Wallis)
Zήτημα να κοιμήθηκα μια ώρα όλη κι όλη, οπότε ήμουν σαν κοτόπουλο, αλλά τέλος πάντων μετά από... μία εβδομάδα ταξιδιού είχα φτάσει στο Wallis, το ένα από τα δύο νησιά αυτής της υπερπόντιας κτήσης της Γαλλίας, που ήταν ένας από τους βασικούς μου προορισμούς για το ταξίδι στην Ωκεανία. Δυο λογάκια για να ξέρουμε για τι μιλάμε: Πρόκειται για ένα μικρό αρχιπέλαγος από νησάκια, τα οποία χωρίζονται σε δύο ομάδες με μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, καθεμιά εκ των οποίων παίρνει το όνομά της από το κατοικημένο κυρίως νησί της, ήτοι το Wallis και το Futuna. Με συνολικό πληθυσμό λιγότερους από 12.000 κατοίκους, εκ των οποίων περίπου τα 3/4 ζουν στο Wallis και τοποθεσία κάπου ανάμεσα στο Τουβαλού, τα Τόνγκα και το Τοκελάου, δεν είναι παράδοξο που πολλοί Γάλλοι αγνοούν την ύπαρξη του μικρού αρχιπελάγους. Αλλά κοι οι ίδιοι οι... γουαλοφουτιανοί μεταναστεύουν σε μεγάλους αριθμούς: μόνο στη Νέα Καληδονία ζουν διπλάσιοι απ' όσοι στο Wallis & Futuna, απ' όπου φεύγουν είτε για να σπουδάσουν (πολλές φορές και στην ηπειρωτική Γαλλία), είτε για καλύτερες επαγγελματικές ευκαιρίες, είτε λόγω των συγκρούσεων ανάμεσα στις διαφορετικές φατρίες του Wallis, όπου δε λείπουν οι συγκρούσεις ανάμεσα σε αντιμαχόμενους βασιλιάδες, με τους οποίους η ηπειρωτική Γαλλία δε φαίνεται να πολυασχολείται κιόλας, αν και στην ορκωμοσία του τελευταίου βασιλιά (μετά από πολλά βίαια επεισόδια), έδωσε το παρόν και ο πρόεδρος Ολάντ, μπας και ησυχάσουν. Το πόσοι γουαλοφουτιανοί ζουν στη Νέα Καληδονία φάνηκε κι από το αεροδρόμιό της, όπου η κυρία που μου έκανε έλεγχο χειραποσκευών εξεπλάγη που ένας Έλληνας πηγαίνει στο Wallis, αφού πρώτα μου υπέδειξε πως τουλάχιστον 15 από τους εργαζομένους στο αεροδρόμιο είναι από κει.

Έφτασα λοιπόν στο ποθητό νησί, μου έβαλαν και μια ωραιότατη σφραγίδα στο διαβατήριο οι εμφανώς γαλλοφερμένοι ένοπλοι της gendarmerie κι εξήλθα του μικροσκοπικού και κοτετσοειδούς αεροδρομίου. Είχα κλείσει δωμάτιο στο μοναδικό κατάλυμα που μου απάντησε, του οποίου ο ιδιοκτήτης ήταν Γαλλοϊσπανός, οπότε η συνεννόηση είχε γίνει στα Ισπανικά του, γιατί από Αγγλικά τίποτις ο κύριος Μανουέλ, ο οποίος και θα με περίμενε στο αεροδρόμιο. Με δεδομένο ότι να οδηγώ δεν ξέρω (αλλά και να ήξερα, οι ενοικιάσεις οχημάτων είναι πανάκριβες) και συγκοινωνίες δε διαθέτει το νησί (πώς με εκνευρίζουν αυτά τα μέρη!), έκλεισα και με το Μανουέλ ξενάγηση και μεταφορές, αφού άλλη επιλογή online δε βρήκα. Ή τουλάχιστον δε βρήκα κάποιον που να μου απάντησε...

Ο Μανουέλ λοιπόν, ένας πενηντάρης κοντοχοντρούλης, με περίμενε μαζί με την ξεναγό μου, μια ψηλοχοντρούλα Γαλλίδα ονόματι Αντριάνα, που αποδείχθηκε πως ήταν μισή Ολλανδή και μισή Wallis, που παντρεύτηκε έναν Wallis που τον γνώριζε από το δημοτικό, τον ξαναπέτυχε σε ένα γάμο 15 χρόνια αργότερα στην Αυστραλία, όπου έζησαν και οι δύο τα παιδικά τους χρόνια. Ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία η Αντριάνα, συμπαθηθήκαμε αμέσως. Στο ερώτημα τι απ' όλα αισθάνεται η ίδια, η απάντηση της ήταν σαφής: Αυστραλή.

Φύγαμε με το ντάτσουν (εντάξει, pickup truck τα λένε, αλλά αν έχεις μεγαλώσει με τις κασέτες του Χάρι Κλιν με τους "ντατσουνιέρηδες", ντάτσουν τα λες) και φτάσαμε στο σπίτι. Τεράστιο το σπίτι με όμορφη μοντέρνα αρχιτεκτονική και ατελείωτους χώρους, το δωμάτιό μου ήταν περίπου 40 τετραγωνικά μέτρα με ένα πελώριο κρεβάτι και μια πρόστυχα μεγάλη ντουσιέρα. Ό,τι χρειαζόμουν μετά από τέτοιο αερο-μαραθώνιο. Είχα ζητήσει να ξεκινήσουμε το τουρ με την Αντριάνα 4 ώρες αργότερα ώστε να κοιμηθώ λίγο, αλλά φυσικά δεν κοιμήθηκα λεπτό, γενικώς δεν είμαι εύκολος στον ύπνο.

Πλύθηκα σαν άνθρωπος, συνδέθηκα στο αργό αλλά υπαρκτό ίντερνετ και στο τετράωρο έφυγα κεφάτος με την ακόμη πιο κεφάτη Αντριάνα. Σε κάποια σημεία υπήρχε άσφαλτος, σε κάποια χωματόδρομος, ενώ ήταν πολλοί οι ντόπιοι που περπατούσαν με ματσέτες στα χέρια ή που έκαναν αγροτικές εργασίες, με τα περιστασιακά τζιπ να κάνουν στην άκρη για να περάσουμε, αφού οι δρόμοι είνια πολύ στενοί κι έχουν καταληφθεί από την οργιώδη βλάστηση. Πρώτη μας στάση θα ήταν η φυσική λίμνη Lalo Lalo, με το εκπληκτικά στρογγυλό της σχήμα και το πανέμορφο χρώμα νερού, ένα πραγματικά φυσικό θαύμα. Εντυπωσιάστηκα, είπα στην Αντριάνα, δεν την περίμενα τόσο όμορφη. Τη λίμνη, όχι την Αντριάνα. Ακόμη πιο εντυπωσιακό από το απίθανο σχήμα της λίμνης είναι ότι είναι γεμάτη με σκουριασμένο πολεμικό εξοπλισμό που πέταξαν εκεί οι Αμερικανοί με τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Απ' ό,τι μου είπε μάλιστα η Αντριάνα έρχονται και πολύ σπάνια κάποιοι για να κάνουν καγιάκ στη λίμνη, αλλά η κατάβασή τους σε αυτήν είναι μια περίπλοκη και δαπανηρή διαδικασία.

Συνεχίσαμε περνώντας αμέτρητες εκκλησίες σε εντελώς άσχετα σημεία του νησιού, κάποιες από αυτές τις επισκεφθήκαμε κι ήταν απλές αλλά όμορφες, χτισμένες με ηφαιστειογενή πέτρα και διακοσμημένες με πολυνησιακά σκαλιστά, ενώ πολλοί από τους ντόπιους που προσπερνούσαμε και χαιρετούσε η Αντριάνα σε άψογα Γουαλιανά (ή αλλιώς Uvean) ήταν και παραδοσιακά ντυμένοι. Οι Wallisians είναι πολύ θρήσκοι, όπως υποδηλώνεται και από το σταυρό στη σημαία τους, και σε αυτή την κατηγορία, των βαθιά θρησκευόμενων Καθολικών, ανήκει και η Αντριάνα, η οποία ήταν ανοιχτό βιβλίο. Μου είπε πως στο νησί βασικά τρώνε χοιρινό, με τα γουρούνια να πάυουν να κυκλοφορύν ελέυθερα από την ώρα που ήρθαν οι ιεραπόστολοι στο νησί, που προσπάθησαν να μεταδώσουν και κάποιες βασικές ιδέες υγιεινής. Όπως και σε άλλα σημεία της Ωκεανίας, υπάρχει ένα εκπληκτικό μπάχαλο με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της γης: εκεί που πας να χτίσεις σε οικόπεδο του οποίου ο τίτλος είναι στα χέρια σου, εμφανίζεται κάποιος πέμπτος ξάδερφος της έκτης θείας του προπάππου της εγγονής του αδελφού σου και ξεκινάει μια δικαστική διαμάχη που δεν ξεκινάει ποτέ κι έχει τις ρίζες της στην απίστευτα ιδιότυπη κουλτούρα που έχουν οι Πολυνήσιοι με τη γη τους.

Οι μη Wallisien Γάλλοι κάτοικοι του νησιού δεν έχουν δικαίωμα κατοχής γης, το οποίο σημαίνει πως αν ένας Γάλλος παντρευτεί έναν/μία ντόπιο, η όποια περιουσία ανήκει στο δεύτερο, ο οποίος έχει "όμηρο" τον μη ντόπιο, όπως έχει συμβεί σχεδόν σε όλους τους μικτούς γάμους στο νησί. Την επομένη θα γνώριζα από κοντά μια τέτοια περίπτωση. Από τα περίεργα της υπόθεσης είναι πως οι κάτοικοι πολυνησιακής καταγωγής υπόκεινται στο εθιμοτυπικό δίκαιο κι όχι στους γαλλικούς νόμους, ακόμη κι αν διαπράξουν κάποιο αδίκημα στην ηπειρωτική Γαλλία, εφόσον έχουν γεννηθεί στο Wallis ή το Futuna. Η Αντριάνα μάλιστα μου ανέφερε και συγκεκριμένες περιπτώσεις, που μου θύμισαν ολίγον από το Pitcairn (για το οποίο κάποιος κύριος @taver έχει δεσμευθεί πως θα πάμε παρέα, αψηφώντας το τραγικό κόστος που απαιτείται).

Περάσαμε κι από το μοναδικό μπαρ του νησιού, το οποίο δυστυχώς έχει κλείσει. "Μα αν είναι μοναδικό γιατί να έχει κλείσει;", αναρωτήθηκα, δεν είναι ότι το έφαγε κι ο ανταγωνισμός. Η Αντριάνα μου εξήγησε πως τα έθιμα των Πολυνησίων είναι περίπλοκα σε ό,τι αφορά τις πληρωμές, επομένως οι θαμώνες πήγαιναν, έπιναν και μετά δεν πλήρωναν ή καθυστερούσαν μήνες να πληρώσουν, μετά υπήρχαν τσακωμοί για το πόσο είναι το τεφτέρι κλπ. "Ο άντρας μου είναι μηχανικός. Ε πολλές φορές επισκευάζει ένα αυτοκίνητο και μετά ο ιδιοκτήτης του λέει ότι θα τον πληρώσει όταν έχει χρήματα... Την προηγούμενη εβδομάδα κάποιος ήθελε να τον πληρώσει με μπανάνες και καρύδες...".

Περάσαμε από ένα μονστήρι με μοναχές Carmelitas (αγνοώ πώς λέγονται στα Ελληνικά... καρμελίτες; καραμελωμένες; καραμελίτσες; καραμελιανές; ), το οποίο περιέργως ήταν ανοιχτό, κι αυτό λόγω εργασιών. Η Αντριάνα ενθουσιάστηκε, διότι ποτέ δεν είχε μπει μέσα κι εκμεταλλευτήκαμε τη συγκυρία να γνωρίσουμε τις μοναχές, οι οποίες είναι από τη Σαμόα (άλλο νησιωτικό κράτος γνωστό για το έντονο χριστιανικό του αίσθημα). Οι αρχικές μοναχές ήταν τρεις όλες κι όλες, έχουν καταφέρει όμως να αυξήσουν τον αριθμό τους στις 15. Άλλωστε, όπως μου εξήγησε η Αντριάνα, το να είσαι μοναχή ή ιερέας σου δίνει υψηλό στάτους στην τοπική κοινωνία και πολλοί γονείς επιθυμούν οι κόρες τους να γίνουν μοναχές. Οι Σαμοανές ήταν χαμογελαστές και φυσικά παχουλοδροσάτες (πολλά από αυτά τα κράτη της Ωκεανίας είναι στο τοπ-20 των πιο παχύσσαρκων πληθυσμών του κόσμου για όσους, σαν κι εμένα, αρέσκονται να μαντεύουν τα τοπ-20 διαφόρων κατηγοριών σε online quizzes) και ενθουσιάστηκαν που με γνώρισαν, ενώ οι εργάτες που επισκεύαζαν τη στέγη, λόγος για τον οποίο ήταν ανοικτό το μοναστήρι, βομβάρδισαν την Αντριάνα για το γενεαλογικό της δέντρο. Το κλου πάντως ήταν η θέα από το μοναστήρι, που έβλεπε προς τον ωκεανό με διάφορα μικρά ακατοίκητα νησάκια να ξεπροβάλλουν. "Να, σε μερικά από αυτά θα πας αύριο με τον Πασκουάλ, που έχεις κανονίσει τουρ με καγιάκ", μου έδειξε η Αντριάνα. Ανυπομονούσα.

Κι ενώ περνούσαμε από μερικές απομονωμένες εκκλησίες εν μέσω τροπικής βλάστησης, πετύχαμε κι ένα παραδοσιακό umu, δηλαδή τον παραδοσιακό φούρνο εδάφους της Πολυνησίας, που χρησιμοποιείται ως τρόπος μαγειρέματος για εορτασμούς στην ευρύτερη περιοχή της Ωκεανίας. Καμιά εικοσαριά συγγενείς ήταν γύρω από το φούρνο κι ετοίμαζαν τη φωτιά. Κατεβήκαμε με την Αντριάνα που τους χαιρέτισε όλους ξεχωριστά και μας εξήγησαν τι γιόρταζαν (αν θυμάμαι καλά την είσοδο της κόρης στο πανεπιστήμιο στη Γαλλία). Το μαγείρεμα θα κρατούσε περίπου 7 ώρες, οπότε και θα ξεκινούσε το δείπνο, του οποίου το κυρίως πιάτο θα ήταν φυσικά γλυκοπατάτες με ατέλειωτο χοιρινό. Μας έδωσαν να δοκιμάσουμε λίγη γλυκοπατάτα, καρπούς από αρτόδεντρο και καλαμπόκι και συνεχίσαμε.

Η Αντριάνα άρχισε να μου λέει για την παράνοια των umu και για την απίστευτη σπατάλη σε διάφορες χριστιανικές γιορτές. Όταν φτάσαμε να δούμε και τον φαραωνικών διαστάσεων νέο ναό του νησιού, σε μια ονειρική παραλιακή τοποθεσία, μου εξήγησε πως όταν ήρθε ο νέος επίσκοπος, μαζεύτηκαν Wallisien από όλον τον κόσμο για τη χειροτόνησή του και σφάχτηκαν κυριολεκτικά εκατοντάδες γουρούνια, τα οποία δεν μπόρεσαν να φαγωθούν, μόνο και μόνο διότι όλοι ήθελαν να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους και, φυσικά, να κάνουν και φιγούρα στο γείτονα για το πόσα γουρούνια διέθεταν.

Περάσαμε από το παλάτι ενός εκ των βασιλιάδων κι αναρωτήθηκα πόσους βασιλιάδες έχει τέλος πάντων ένα τόσο μικρό νησί. "Α, πολλούς! Κάποιοι αμφισβητούν τη νομιμότητα του τρέχοντος και καμιά φορά έχουμε και συγκρούσεις", μου απάντησε με φυσικότητα η Αντριάνα. Μάλιστα, όλα αυτά συμβαίνουν σε έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θυμίζω. Πείνασα κι είπαμε να κάτσουμε κάπου να φάμε. Όλα κι όλα τα εστιατόρια στο νησί είναι πέντε κι όταν λέμε εστιατόρια μη φανταστείτε καμία σοβαρή εγκατάσταση: τραπεζάκια κάτω από μια πέργκολα κι ενδεχομένως κι ένα μπαρ από μπαμπού και φύλλα φοίνικα. Όχι ότι με χάλαγε βέβαια, κάτσαμε σε ένα από τα μόλις πέντε τραπέζια, λίγα μέτρα από το κύμα και χαλάρωσα, μέχρι που ήρθε ο τιμοκατάλογος και μου ξεριζώθηκαν τα μάτια. Το απίστευτο κόστος των πάντων στο νησί φυσικά και είχε αντίκτυπο και στο κόστος των γευμάτων. Επειδή πάντως το γεύμα περιλαμβανόταν στο έτσι κι αλλιώς πανάκριβο τουρ (που είχε το ίδιο κόστος -όπως και το δωμάτιό μου- είτε ήμασταν 1 είτε 4 άτομα, κοινώς αν ταξιδεύεις με παρέα σου έρχεται πολύ πιο οικονομικό το ταξιδάκι), έκατσα να το απολαύσω κι όντως ήταν εξαιρετικά νόστιμο: πολύ ωραίο φρέσκο ψάρι, καραβίδες πανέ και μια απρόσμενα καλή τιραμισού κόστισαν με ένα φυσικό χυμό κόστισαν 58 ευρώ. Στη συζήτηση, που συνεχίστηκε μεταξύ τυριού και αχλαδιού, ή τέλος πάντων μεταξύ τιραμισού και χυμού γκουάβα (πολύ διαφορεική από τη guayaba της Κούβας), έμαθα πως ο βασικός τρόπος για να φύγει λοιπόν κανείς από το νησί είναι είτε ο στρατός είτε οι σπουδές. Οι μισθού πάντως για τους κρατικούς υπαλλήλους της Γαλλίας είναι εξωφρενικοί, τόσο που αρνούμαι να τους πιστέψω: κατά την Αντριάνα η δασκάλα στο τοπικό σχολείο αμείβεται με 8500€/μήνα μαζί με τα επιδόματά της κι είναι ο λόγος για τον οποίο η ίδια έχει ξεκινήσει μελέτη ώστε να διοριστεί κι αυτή στο τοπικό σχολείο, άλλωστε πληροί και τη δυσκολότερη από τις προϋποθέσεις: Ομιλεί άπταιστα Umean. Oι αστυνομικοί, που σχεδόν όλοι έρχονται από τη Γαλλία, αμείβονται με 7000€ μηνιαίως, ο δε διευθυντής της τοπικής κλινικής έχει πενταψήφιο μισθό. Αυτά για όσους έχουν δουλειές που υπάγονται στην κεντρική διοίκηση της Γαλλίας, διότι ο μίνιμουμ μισθός στο νησί για απλές δουλειές δεν ξεπερνάει τα 1000€, έστω κι αν δεν υπάρχουν φόροι.

Είχε έρθει η ώρα να πάμε στο αρχαίο οχυρό Talietumu, το οποίο είχα διαβάσει πως έχτισαν οι Tonga περίπου το 1450, στη διάρκεια της μακράς περιόδου κατά την οποία είχαν το νησί υπό την εξουσία τους. Ο όρος που θα χρησιμοποιούσα για το συγκεκριμένο αρχαιολογικό χώρο είναι underwhelming. Η έκτασή του δεν είναι μικρή, αλλά ουσιαστικά σώζεται μόνο μια πλατφόρμα από ηφαιστειογενείς πέτρες. Εντάξει, δεν είναι δύσκολο να φανταστείς πού βρισκόταν η είσοδος, η περίμετρος και τα τείχη, αλλά έλπιζα σε κάτι καλύτερο. Η Αντριάνα από αρχαιολογία δεν κατέχει και πολλά, άλλωστε από τους ελάχιστους τουρίστες που έρχονται στο νησί, λίγοι είναι αυτοί που ενδιαφέρονται να δουν τον αρχαιολογικό χώρο. Υπήρχε πάντως μια ενημερωτική πινακίδα με σχεδιαγράμματα, ενώ ο Μανουέλ, όταν του ανέφερα το ενδιαφέρον μου για την τοπική αρχαιολογία, ασχολήθηκε και τύπωσε μια πολυσέλιδη αρχαιολογική μελέτη που βρήκε online και μάλιστα στα Αγγλικά. Το τοπίο πάντως ήταν όμορφο και μου άρεσε που πατούσα ιστορικά χώματα, αλλά ναι, οι όποιες μου ελπίδες ότι θα έμοιαζε με εκείνο το Nan Madol στη Μικρονησία αποδείχτηκαν φρούδες.

Ο δρόμος μας μας έφερε από το σπίτι της Αντριάνα, που έτσι κι αλλιώς έπρεπε να πάρει κάτι από το σπίτι για τα παιδιά της, οπότε αφού την παρακάλεσα με άφησε να μπω μέσα και να το δω, παρά τους ενδοιασμούς της "επειδή το σπίτι είναι ακατάστατο". Επιεικής ο όρος θα έλεγα, κρανίου τόπος ήταν το σπίτι, αλλά είχε ενδιαφέρον να δω κι ένα σπίτι ντόπιων από μέσα, όπως και να γνωρίσω την οικογένειά της. Το σπίτι ήταν από αυτά τα κλασικά οικήματα της Ωκεανίας: μεγάλο, με ένα μακρύ διάδρομο να διαπερνάει όλο το σπίτι και στα αριστερά να έχει διαδοχικά δωμάτια. Έπιπλα εδώ κι εκεί, καμία διακόσμηση, ένας μεγάλος ατημέλητος κήπος στο κέντρο του οποίου υπήρχε ένα ξύλινο υπόστεγο, κάτω από το οποίο βρισκόταν... η κουζίνα, δηλαδή ο φούρνος, το πλυντήριο, ένα είδος πλυσταριού κλπ. Βλέποντας την απορία μου η Αντριάνα, μου διευκρίνισε ότι το συγκεκριμένο χώρο, παρότι δεν είχε τοίχους, προσφέρθηκαν να τον ενοικιάσουν κάποιοι γείτονες, με αντάλλαγμα ένα ικανό ενοίκιο. "Και τους εμπιστεύεσαι ότι θα σε πληρώσουν;", τη ρώτησα όλο δυσπιστία. "Ούτε σε αυτό τους εμπιστεύομαι, ούτε στο ότι θα φύγουν όταν τους το ζητήσουμε", μου απάντησε.

Γνώρισα και το σύζυγό της, που όχι απλά ήταν ο μόνος μη χοντρός Πολυνήσιος στο νησί, αλλά ήταν και πολύ ωραίος. "Αχ, το ξέρω, όλες με ζηλεύουν!", είπε η Αντριάνα. Τα δε παιδιά μου φάνηκαν πολύ εξωτικά, αλλά Αγγλικά δε μιλούσαν...

Συνεχίσαμε με το αυτοκίνητο, είχε πλάκα που όλοι με κοιτούσαν με περιέργεια. Ελάχιστοι οι τουρίστες που επισκέπτονται το νησί, αν και όχι τόσο όσο παλαιότερα, αλλά η Αντριάνα μου είπε πως πολλές τη ρωτούσαν αν "τα έχουμε" κι αν θα παρατήσει τον άντρα της για μένα. "Δεν είναι και συνηθισμένο να είσαι σε αυτοκίνητο με κάποιον που δεν είναι ο άντρας σου, πόσο μάλλον αν είναι αλλοδαπός και νέος". Καταλήξαμε σε ένα viewpoint με καταπληκτική θέα στα απέναντι μικρά νησάκια. Πλέον το reef που προστατεύει το νησί φαινόταν ξεκάθαρα: μια απέραντη γραμμή μερικές εκατοντάδες μέτρα από την ακτή, όπου έσπαγαν τα κύματα κι ως εκ τούτου οι ντόπιοι ανησυχούσαν λίγο λιγότερο για τις φυσικές καταστροφές, που πάντως δεν είναι ανήκουστες, τραβάνε κι αυτοί το ζόρι τους με τους τυφώνες. Παραδίπλα είχε ένα σπίτι με απίστευτη θέα, όπου έμενε ένας φίλος της Γάλλος, καμεραμάν που γύριζε ντοκιμαντέρ για το βυθό, ο οποίος πλήρωνε 800€/μήνα ενοίκιο. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού ήταν ένας ντόπιος που πλέον ζει στη Γαλλία, όπως χιλιάδες άλλοι.

Επιστρέφοντας στο κατάλυμα κάναμε στάση ώστε να σηκώσω χρήματα από ένα ΑΤΜ και με την ευκαιρία μπήκα σε ένα σούπερ μάρκετ για να προμηθευτώ κάποια τρόφιμα, να φρίξω με τις τιμές και να διαπιστώσω τη μανία των Πολυνησίων με το corn beef. Η Αντριάνα μάλιστα μου είπε πως το συγκεκριμένο -ολοκαίνουριο- σούπερ μάρκετ τελούσε υπό κατάληψη πριν λίγους μήνες που πρωτοάνοιξε, επειδή κάποιοι ντόπιοι διαμαρτύρονταν που η γαλλική εταιρεία δεν προσλάμβανε περισσότερους από αυτούς ως φύλακες. "Μα για να φυλάνε τι; Αφού δεν έχετε εγκληματικότητα", απόρησα. "Ε ναι, αλλά άνοιξε νέο κατάστημα, δε συμβαίνει συχνά, οπότε τελικά υποχρέωσαν τους ιδιοκτήτες να προσλάβουν και 5 φύλακες, με πολύ υψηλούς μισθούς". Μάλιστα... Ο ένας από αυτούς ήταν στην είσοδο κι έξυνε τη μύτη του.

Η επομένη ήταν Κυριακή και ρώτησα την Αντριάνα αν θα πάει στην εκκλησία. "Ε βέβαια, αν δεν πας σε κακολογούν!", μου είπε. Επειδή από τη Μικρονησία θυμάμαι πόσο φολκλόρ είναι οι λειτουργίες, τη ρώτησα αν θα μπορούσα να πάω μαζί της. Έτσι κι αλλιώς θα ερχόταν να με πάρει κάποια στιγμή για να με πάει στο τουρ με το καγιάκ, οπότε πρότεινα να περάσει να με πάρει νωρίτερα και να πάμε παρέα στην εκκλησία. Δέχτηκε με πολλή χαρά κι εγώ ενθουσιάστηκα.

Ο Μανουέλ μου πρότεινε ευγενικά αν θέλω να μου μαγειρέψει δείπνο για 38€. Αρνήθηκα πρώτον διότι ήμουν πτώμα κι ήθελα να πέσω για ύπνο επιτέλους, δεύτερον διότι έπρεπε να κάνω και κάποια οικονομία και τρίτον γιατί είχα προμηθευτεί αρκετά power bars για να βγάλω τα όποια λεπτά αϋπνίας μου απέμεναν. Κοιμήθηκα 7 ώρες, εξαιρετικά πολύ για τα δικά μου δεδομένα. Η επόμενη θα ήταν μια μέρα αξέχαστη και για τους σωστούς και για τους λάθος λόγους...

Το πρωινό του κυρίου Μανουέλ ήταν εξαιρετικό: ζεστή σοκολάτα, τεράστιες μπαγκέτες (ή είμαστε σε γαλλικό έδαφος ή δεν είμαστε!), σπιτικές μαρμελάδες, μέλι από το όχι και τόσο γειτονικό Futuna, άλλο μέλι από το Wallis (εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους) κι ένα πελώριο banana cake που ούτε ο @Krekouzas δε θα μπορούσε να διαπραγματευτεί (που λέει ο λόγος δηλαδή). Έφαγα του σκασμού, άλλωστε η σημερινή μέρα προβλεπόταν κουραστική αλλά και απολαυστική.

Για την εκκλησία πήγα με βερμουδίτσα τελικά, "τουρίστας είσαι, σιγά μη βάλεις και σακάκι", μου είχε πει καθησυχαστικά η Αντριάνα. Έξω από την εκκλησία που επέλεξε η Αντριάνα να πάμε υπήρχαν άπειρα ντάτσουν. Οι κυρίες είχαν βάλει τα καλά τους, δηλαδή μακριά φορέματα και πολύχρωμα λουλούδια στο κεφάλι, ενώ κάποιοι κονταροφόροι φορούσαν και ψάθινες ζώνες από φύλλα φοίνικα και η εκκλησία έδειχνε οικογενειακή υπόθεση με τόσες οικογένειες και παιδάκια. Φυσικά όλοι με κοιτούσαν με περιέργεια. "Λογικό είναι, πόσους τουρίστες νομίζεις ότι βλέπουν το χρόνο;", είπε η Αντριάνα που φάνηκε να το απολαμβάνει. Ο ιερέας ανέβηκε στον άμβωνα και ξεκίνησε η λειτουργία... στα Umean. Εννοείται ότι δεν κατάλαβα Χριστό, αλλά δεν έπαιζε και πολύ ρόλο. Η ατμόσφαιρα στην αποπνικτικά γεμάτη εκκλησία ήταν εξαιρετική, κάθε λίγο και λιγάκι σηκώνονταν όλοι μαζί κι έψαλλαν, για να διαπιστώσω για άλλη μια φορά πόσο καλλίφωνοι είναι οι Πολυνήσιοι. Μπροστά μου μια μητέρα είχε πάρει κι ένα μωράκι μόλις ολίγων εβδομάδων, άλλη είχε εκπληκτικά λουλούδια στα μαλλιά της συν ένα εξαιρετικό παραδοσιακό τατουάζ στην πλάτη της (κάπου από εδώ δεν μας ήρθε η μόδα του τατουάζ; ) και όταν πια σηκώθηκαν όλοι να ψάλλουν δυνατά, ρώτησα την Αντριάνα που μου είπε ότι επιτρέπεται να βγάλω βίντεο. Ήταν απλά φανταστικά, αλλά το βίντεο δε θα το δείτε ούτε εσείς ούτε και κάποιος άλλος, για τον ίδιο λόγο που η ιστορία δε διαθέτει φωτογραφίες μέχρι αυτό το σημείο. Ολοκληρώθηκε η λειτουργία και μετά από τις καθιερωμένες χειραψίες με όποιον βρισκόταν δίπλα, μπροστά και πίσω, αποχωρίσαμε, σε κατάνυξη η Αντριάνα κι ευτυχής εγώ, είχα μερικές εξαιρετικές φωτογραφίες (κλαψ) αλλά κυρίως μια φανταστική εμπειρία.

Επιστρέψαμε στο σπίτι, διαπίστωσα πως ως συνήθως είχα ξεχάσει το μαγιό μου στην Κούβα (δεν το χρησιμοποιώ και σχεδόν ποτέ), έφτιαξα το daypack μου κι εμφανίστηκε και ο Pascal, ένας στεγνός 40ρης με αθλητικά αλλά όχι μυώδη μπράτσα με βαριά γαλλική προφορά στα βασικά Αγγλικά του. Θα ήταν ο εκπαιδευτής καγιάκ για τη σημερινή μου περιπέτεια στα εξώτερα νησάκια. "Θα έρθουν κι άλλες δυο κοπέλες", μου είπε, αλλά τελικά εμφανίστηκε μία, που όμως μετρούσε για τέσσερις: η Αμελί, μια ξανθιά Γαλλίδα με αγγελικό πρόσωπο, γυμνασμένες ποδάρες, σεμνή συμπεριφορά (σα να μην ξέρει ότι είναι η ομορφότερη κοπέλα σε ακτίνα μερικών εκατοντάδων χιλιομέτρων), που εργάζεται ως λογοθεραπεύτρια στη γειτονική Νέα Καληδονία. Θα το πω απλά: κόμματος. Ναι, τα Ελληνικά της Γιώργαινας δε φτάνουν ακόμη σε αυτό το επίπεδο, οπότε μπορώ να εκφράζομαι ελεύθερα.

Φύγαμε για το σπίτι του Pascal, το οποίο ήταν πιο αχούρι κι από εκείνο της Αντριάνας, αν είναι δυνατόν δηλαδή, και το λέω εγώ που σχεδόν όλα μου τα προσωπικά αντικείμενα τα πετάω στο πάτωμα, είτε σε ξενοδοχείο είμαι είτε σε σπίτι. Όσο ο Pascal ετοίμαζε τα κανό ή καγιάκ ή όπως τα λένε αυτά, μου συνέστησε να μην πάρω το σακίδιό μου μαζί, λέγοντας να πάρω μια πλαστική σακουλίτσα όπου θα έβαζα μόλις τα απαραίτητα, τη δε φωτογραφική μηχανή θα τη δέναμε στα σκοινάκια που έχει το κανό. Δεν έδωσα και πολλή σημασία, διότι πρώτον με απασχολούσε ο πεντάχρονος γιος του Pascal ονόματι Μαξ και δεύτερον επειδή ακόμη χάζευα τις απίθανες γάμπες της ξανθιάς οπτασίας, που φαινόταν να κατέχει το θέμα καγιάκ πολύ περισσότερο από μένα. Άλλωστε την προηγούμενη φορά που εκλήθη να δείξω τις καγιακιστικές μου ικανότητες έγινα εντελώς ρεζίλι των σκυλιών...

Ο καιρός ήταν απλά άψογος, θα ξεκινούσαμε ακριβώς μπροστά από το σπίτι του Pascal, που φυσικά έμενε πάνω στη θάλασσα, και ο στόχος ήταν να επισκεφθούμε τουλάχιστον 2 νησάκια από αυτά που φάνταζαν πολύ μακριά και "αν είμαστε τυχεροί θα δούμε και καρχαρίες". Τύχη βουνό δηλαδή... "Σαλάχια πάντως θα δούμε σίγουρα!", είπε όλο ενθουσιασμό ο Pascal, που ακολουθήθηκε από ένα πανηγυρισμό του γλυκύτατου Μαξ, ο οποίος είχε μίνι κουπί, στολή κατάδυσης και εν τέλει μπήκε στο ίδιο καγιάκ με την Αμελί, είτε επειδή είχε την ίδια αδυναμία στις αψεγάδιαστες γάμπες της που έχω κι εγώ, ή επειδή πήρε χαμπάρι ότι η κοπέλα το κατέχει το άθλημα, σε αντίθεση με τον ταλαίπωρο γράφοντα.

Ξεκινήσαμε λοιπόν, η θέα των απέναντι νησιών ήταν τόσο θελκτική που δεν μπορώ να το αποτυπώσω σε λέξεις. Μιλάμε για ένα θέαμα εκπληκτικό, κάτι σαν το κορμί της Αμελί, άγγιζε την τελειότητα. Το κουπί ήταν αρκετά κουραστικό αλλά γούσταρα γιατί, όπως σε όλα μου τα ταξίδια, πήγα ελαφρώς υπέρβαρος και με διάθεση να αθληθώ (να βεβαιώσω τις απανταχού θαυμάστριες ότι τώρα, Σεπτέμβριο του 2019 είμαι σε πολύ καλύτερη φόρμα. Όχι, η Γιώργαινα δε γνωρίζει τη λέξη "θαυμάστριες", αλλά το κόβω εδώ γιατί θα μάθω εγώ τη λέξη "μπούφλα" έτσι και συνεχίσω έτσι). Μετά από άγνωστο πόση ώρα καγιάκ (45 λεπτά; μιάμιση ώρα; ποιος ξέρει; ), ο Pascual "πάρκαρε" το καγιάκ του στη μέση του ωκεανού και μας πρότεινε να βουτήξουμε για να δούμε κοράλλια. Βγήκα εντελώς άτσαλα και κόντεψε να αναποδογυρίσει το καγιάκ... αλλά βγήκα. Ήταν λίγο άβολα να κολυμπήσει κανείς εκεί γιατί ήταν ρηχά πια και γδάρθηκα αρκετές φορές, το οποίο δεν είναι και πολύ καλό για τα κοράλλια (εγώ είμαι αναλώσιμος), αν και η Αμελί με κινήσεις γοργόνας δε φάνηκε να αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα, αλλά ο βυθός ήταν πράγματι πάρα πολύ όμορφος.

Επιστρέψαμε στα καγιάκ που είχαμε δέσει σε εκείνο του Pascal, αφού μας έδωσε το σήμα να πάμε στο νησί. Μπαίνω στο καγιάκ μου, κοιτάω γύρω και... αναρωτιέμαι: πού είναι τα γυαλιά μου; Και ... πού είναι και η φωτογραφική μου μηχανή; Υποτίθεται πως τα γυαλιά τα είχα δέσει στα σκοινάκια και η φωτογραφική μηχανή βρισκόταν σε ένα τάπερ που είχε βάλει σε πλαστική σακουλίτσα ο Pascal, επίσης στα σκοινάκια. Ρώτησα τον Pascal αν είχε ιδέα πού βρίσκονταν τα πράγματά μου και τον είδα να χλωμιάζει... "Μήπως σου έπεσαν όταν βγήκες από το καγιάκ;". ΤΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ; Άρχισα να κοιτάω στο βυθό, αλλά ήμασταν τόση ώρα στα κοράλλια και τα καγιάκ βρίσκονταν τόσο μακριά από μας που ένας Θεός ξέρει πού ήταν τα συμπράγκαλά μου. Η φωτογραφική μηχανή υποτίθεται πως θα επέπλεε στο τάπερ, αλλά το ρεύμα ήταν τόσο δυνατό που θα μπορούσε να είναι χιλιόμετρα πιο μακριά, χώρια που το τάπερ δεν έκλεινε και πολύ καλά, οπότε και πολύ πιθανόν να είχε βυθιστεί. Εκνευρίστηκα κι έριξα δυο μπουνιές στο καγιάκ. Ο καημένος ο Pascal ένιωσε πολύ άσχημα κι επί μιάμιση ώρα (!) έψαχνε σε ακτίνα 2 χιλιομέτρων από εκεί που είχαμε "παρκάρει" τα καγιάκ αλλά έψαχνε βελόνα στα άχυρα. Για τουλάχιστον μια ώρα τον συνόδευσε και η ξανθιά γοργόνα. Τους είπα να το παρατήσουν και να πάμε να δούμε τα νησάκια, δεν είχα καμία ελπίδα πως θα βρεθεί ούτε η μηχανή ούτε τα γυαλιά και άρχισα να σκέφτομαι τι από τα δύο ήταν χειρότερο: που δε θα έβλεπα την τύφλα μου από δω και πέρα (ειδικά το βράδυ) ή που έχασα τις φωτογραφίες μου και τη δυνατότητα να βγάλω άλλες.

Τελικά με έβγαλε από το δίλημμα ο καημένος ο Pascal, που ως δια μαγείας βρήκε τα γυαλιά μου στον πάτο του βυθού τουλάχιστον 800 μέτρα μακριά, χαρά στην υπομονή του. ΟΚ, έχασα κάποιες φωτογραφίες, αλλά θα μπορούσα να συνεχίσω το ταξίδι μου χωρίς να περιμένω να φτιάξω γυαλιά στο Wallis, τα Fiji ή το Vanuatu, όπου ανάθεμα κι αν υπάρχει οπτικός κι αν υπάρχει θα είναι σαν του Σαρτζετάκη. Η απώλεια της μηχανής βέβαια πόνεσε, και για το χρηματικό αλλά και για το συναισθηματικό της υπόθεσης: ήταν η πρώτη σοβαρή φωτογραφική μηχανή που είχα αγοράσει ποτέ. Δε βαριέσαι. Σκέφτηκα πως η Γιώργαινα θα το αντιμετώπιζε με χαμόγελο και καλή διάθεση. Κάποτε βλέπαμε ειδήσεις στο σπίτι κι εκνευρίστηκα με ένα ρεπορτάζ της τηλεόρασης που ασχολούταν με το φλέγον θέμα της έγκρισης ενός νόμου που θα επέτρεπε στα παιδιά του σχολείου να φοράνε πλέον και χαμηλές κάλτσες αντί για υψηλές ως μέρος της σχολικής τους στολής, με το σκεπτικό ότι είναι φτηνότερες κι άρα θα επιβαρύνονται περίπου 0,20€ λιγότερο οι οικογένειες. Τόσο φοβερό είχε φανεί το μέτρο στην κουβανική τηλεόραση που είχαν στείλει ρεπόρτερ και στις 17 επαρχίες της Κούβας όπου ρωτούσαν όλα τα παιδάκια αν συμφωνούν με το μέτρο και φυσικά όλα το είχαν βρει ιδιοφυές και life changing. Εγώ έβλεπα το ρεπορτάζ και άφριζα. Πήγαν στο Πινάρ ντελ Ρίο, μετά στην Αβάνα, το Σιενφουέγος, είχαν φτάσει στο Καμαγουέι και συνέχιζαν να ρωτάνε τα παιδάκια την ίδια ηλίθια ερώτηση. "Μα εσύ γιατί εκνευρίζεσαι;", με ρώτησε με το αγγελικό της χαμόγελο η Γιώργαινα. "Μα δε βλέπεις; Μας περνάνε για ηλίθιους, επί μισή ώρα μιλάνε για κάλστες και κιλότες αντί να κάτσουν να συζητήσουν το πραγματικό πρόβλημα, γιατί δηλαδή οι δάσκαλοι πληρώνονται 9 ευρώ το μήνα και τα σχολεία δεν έχουν ούτε βιβλία. Ορίστε τώρα πήγαν και στο Γουαντάναμο! Και θα ρωτήσουν τα καημένα τα παιδάκια τις ίδιες μπούρδες που τα ρώτησαν και στη Γκράνμα, κάτσε να δεις!". Με κοίταξε τρυφερά και μου είπε "καλά, δεν πειράζει, πάμε να κάνουμε έρωτα". "Δηλαδή αν κάνουμε έρωτα θα σταματήσουν να μας περνάνε για ηλίθιους;", ρώτησα για να πάρω την απλούστερη και ευφυέστερη απάντηση για την αντιμετώπιση της ζωής: "Βρε αγάπη μου, αυτοί για ηλίθιους θα μας περνάνε κι όταν επιστρέψουμε, αλλά εμείς θα έχουμε κάνει έρωτα!". Ε, μάλλον αντιμετωπίζει τα πράγματα καλύτερα μια Κουβανή που μάλλον δε θα βγάλει βίζα ποτέ της για τα μακρινά αυτά μέρη, από εμένα τον έξυπνο κοσμογυρισμένο. Αντί να κοπανάω λοιπόν ξένα καγιάκ, αποφάσισα να πάω να κάνω έρωτα, ή τέλος πάντων το ταξιδιωτικό αντίστοιχο: να επισκεφθώ αυτό το απίθανο ακατοίκητο τροπικό νησάκι και να σταματήσω να σκέφτομαι τη χαζομηχανή. Τόσα ταξίδια είχα στη ζωή μου με άθλιες φωτογραφικές μηχανές, ας κάνω κι ένα χωρίς καμία.

Ζήτησα συγγνώμη από τον Pascal που εξακολουθούσε να νιώθει υπαίτιος που βγήκα εγώ ωσαν Ταρζάν από το καγιάκ και βγήκαμε στο νησί. Τι ομορφιά ρε παιδιά!! Μια παραλία ερημική, με πεντακάθαρα νερά, εξωτική φοινικογραμμή κι απέναντί μας το Nησί των Πουλιών. Κολυμπήσαμε μέχρι εκεί, μόνοι μας, βλέποντας το Wallis απέναντι και μετά από λίγη ορειβασία φτάσαμε στην κορυφή όπου τα περίεργα πουλιά που δίνουν το όνομά τους σε αυτό τον παράδεισο είχαν λίγες φωλιές κι ένα από αυτά (θηλυκό υποθέτω) με κοιτούσε απειλητικά με τα μάτια του γουρλωμένα και το γαλάζιο ράμφος του. Από την άλλη πλευρά μια απίθανη θέα στο νησί που αφήσαμε τα καγιάκ, σα σε ταινία.

Κατεβήκαμε και κάτσαμε σε κάτι κορμούς δέντρων κι ένα "τραπεζάκι" που έχουν φτιάξει από κορμούς δέντρων για να κάνει πικνίκ όποιος περνάει από εκεί, που δε φαίνεται να συμβαίνει και πολύ συχνά. Ο Pascal έβγαλε το φαγητό που μας είχε ετοιμάσει: κρύο ρύζι με φασόλια (περιέργως ήταν νοστιμότατο), μια περίεργη διασταύρωση μπανάνας/αγγουριού κι ένα κέικ που είχε φτιάξει μόνος του χωρίς ζάχαρη αλλά με μπανάνα κι ελάχιστη μαύρη σοκολάτα. Μου εξήγησε πως δεν καταναλώνει πια ζάχαρη, το οποίο εξηγούσε το "στεγνό" της εμφάνισής του. Η δε Αμελί είναι vegetarian, ήρθε στη Νέα Καληδονία για δύο χρόνια να κάνει την πρακτική της, ερωτεύτηκε έναν Καληδονιανό και τον τρόπο ζωής με τα ατελείωτα θαλάσσια σπορ, τη γιόγκα και τη φύση και μάλλον θα μείνει για πολλά χρόνια ακόμη.

Ξαναμπήκαμε στα καγιάκ κι αφού ο Pascal είδε ότι είμαστε "εξαιρετικοί καγιάκερς και ακούραστοι" κατευθύνθηκε όλο όρεξη στο νερό, για να πάμε να βρούμε καρχαρίες και σαλάχια. Ο Μαξ και η Αμελί ακολούθησαν περιχαρείς, εγώ πάλι κοιτούσα με ανησυχία ένα κατάμαυρο ουρανό που ερχόταν κατά πάνω μας. Ο Pascal άρχισε να κάνει κουπί μανιωδώς, η Αμελί τον ακολουθούσε με χαρακτηριστική άνεση κι εγώ βλαστημούσα που αντί για vegetarian και γιόγκα το'χα ρίξει δυο μήνες πριν το ταξίδι σε παγωτάκια coppelia και αραλίκι. Άρχισε να ψιχαλίζει, μετά να βρέχει και στο τέλος έριξε καρέκλες. Δεν έβλεπα τίποτε στα τρία μέτρα, φυσικά τον Pascual πουθενά, αχνά φαινόταν το μαγιό της Αμελί, ενώ το καγιάκ μου (αποφάσισα ότι είναι καγιάκ κι όχι κανώ) είχε αρχίσει να γεμίζει νερό. Πιο ανησυχητικό ήταν ότι με τον αέρα δεν ήμουν και πολύ σίγουρος ότι πήγαινα καλά, ειδικά όταν σταμάτησα να βλέπω και την Αμελί. Οι δε κεραυνοί που έπεφταν αριστερά και δεξιά μάλλον δε λειτουργούσαν κατευναστικά. Όσο για τα γυαλιά μου, είχαν γίνει τόσο μούσκεμα που καλύτερα να μην τα είχε βρει ο Pascal, σκέφτηκα. Άρχισε να απομακρύνεται το μπουρίνι, η ομίχλη παρέμεινε, αλλά εν τέλει διέκρινα την Αμελί. Έκανα κουπί με όσες δυνάμεις είχα και τη βρήκα να παίζει με το Μαξ, σα να μην είχε κουραστεί καθόλου. Κάπου εκεί άκουσα και τον Pascal να μας καλεί, ήταν απίστευτα μακριά μας. "Παιδιά, εδώ συνήθως έχει σαλάχια και καρχαρίες!", είπε όλο ενθουσιασμό κι άρχισε να βουτάει και να κολυμπάει πυρετωδώς. Ακολούθησε η Αμελί κι ο Μαξ κι εν τέλει κι εγώ, αφού πρώτα αναποδογύρισα το καγιάκ μου, αλλά τα γυαλιά τα είχα αφήσει στην Αμελί, ακριβώς γιατί ξέρω τη χάρη των κινήσεών μου.

Ακολούθησε ένα ατελείωτο ψάξιμο με μπόλικο κολύμπι. Είχαμε ξεκινήσει κατά τις 10, η ώρα ήταν 4 κι εμείς συνεχίζαμε. Τελικά ο Pascal εκστασιασμένος αναδύθηκε ουρλιάζοντας πως βρήκε σαλάχια. Στην αρχή δεν τα έβλεπα, αλλά σύντομα βούτηξα μαζί του και τα ακολουθήσαμε για πολλά μέτρα, να κάνουν τα χορευτικά τους, δυο από αυτά μάλιστα μας άγγιξαν κιόλας κι είχαν όρεξη για παιχνίδια. Ο Pascal έκανε σα χούλιγκαν σε μανούρα πριν από ντέρμπι: "Μα δεν είναι φανταστικά;" έλεγε και ξαναβουτούσε, τόσο που αναρωτήθηκα αν είχε ξαναδεί σαλάχι. Η απάντηση είναι πως τα έβλεπε καθημερινά, άλλωστε ο 5χρονος γιος του κολυμπούσε σαν ψάρι, αυτή είναι η ζωή τους, γι αυτό ζει εκεί. Πόσο αγαπάει τη δουλειά του, ευτυχισμένος άνθρωπος.

Ένα φοβερό ασπρόμαυρο σαλάχι πέρασε από δίπλα μου με το στόμα του ορθάνοιχτο και μετά από άλλη... μιάμιση ώρα αναζήτησης αλλά τελικά βρέθηκε κι ο ευμεγέθης καρχαρίας προς τέρψη του Pascal και φυσικά του Μαξ. Είχε δύσει ο ήλιος πια και ικανοποιημένοι (και κατάκοπος εγώ) αρχίσαμε την επιστροφή. Η Αμελί έδειχνε ξένοιαστη κι ακούραστη, προχωρούσε με μια φυσικότητα ανεξήγητη, ο Pascal έμοιαζε ο γιος του ανέμου, αλλά τελικά επέστρεψε για να με συνοδεύσει, αφού είδε ότι τα είχα παίξει και πήγαινα πολύ αργά. "Πόσα χιλιόμετρα λες να κάναμε σήμερα;", τον ρώτησα. "Ε, κάτι κάναμε σήμερα, ίσως 23-24 χιλιόμετρα". Μάλιστα, τόσο έκανα, συν το κολύμπι και την ορειβασία, θα με δικαιώσει η ζυγαριά το βράδυ, σκέφτηκα (κι είχα δίκιο). Είχε νυχτώσει για τα καλά πια και πιάσαμε την κουβέντα για τις ζωές μας. Ο Pascal παντρεύτηκε μια ντόπια, το σπίτι που αγόρασαν ήταν φυσικά στο όνομά της. Αυτή έπιασε την καλή όταν ήρθε η Total στο νησί κι έφτιαξε τα σιλό πετρελαίου στα οποία έγινε υπεύθυνη λόγω πολιτικών και... βασιλικών διασυνδέσεων. Πια δε με χρειαζόταν και με πέταξε έξω από το σπίτι που είχα φτιάξει μόνος μου, αλλά ήταν στο όνομά της. Βρήκε κι έναν πλούσιο και τον παντρεύτηκε, εγώ μένω εδώ μόνο για το γιο μου. Πληρώνω ενοίκιο 1600€, αλλά τουλάχιστον έχω το Μαξ και ... αυτό!", είπε κι έδειξε τα νησάκια που είχαμε μόλις επισκεφθεί. "Η ζωή πια στο Wallis δεν είναι όπως παλιά, κανείς πια δε διασκεδάζει, πριν 15 χρόνια κάθε βράδυ είχε μπάρμπεκιου και πάρτι σε φιλικά σπίτια, τώρα μέχρι και το μπαρ έκλεισε. Όλοι είναι σπίτια τους και κοιτάνε πώς θα βγάλουν λεφτά. Όλες οι κοπέλες έχουν παχύνει, τρώνε από το πρωί μέχρι το βράδυ και βλέπουν netflix, κοίτα εμένα που είμαι 53!", μου είπε και τον κοίταξα με δυσπιστία... ούτε για 42 δεν τον έκανα. "Ελπίζω κάποια στιγμή η μέγαιρα να με αφήσει να πάρω το Μαξ και να φύγω, αν δεν ήταν αυτός θα είχα φύγει προ πολλού, η μητέρα του δεν ασχολείται καν μαζί του, αλλά δε με αφήνει να τον πάρω κιόλας. Δε θέλω να μεγαλώσει εδώ το παιδί, εδώ είναι όλοι ανεύθυνοι, τεμπέληδες, χωρίς πειθαρχία. Ξέρεις πού θέλω να πάω; Στα βουνά της Γαλλίας. Είμαι και καθηγητής σκι, βρίσκω την ησυχία μου εκεί. Θα ζούσα μια χαρά, αλλά δεν μπορώ να ζήσω μακριά από το Μαξ. Τουλάχιστον έχω τη "λίμνη" μου", είπε δείχνοντας τον ωκεανό.

Ο ουρανός είχε πάρει ένα φανταστικό χρώμα και μετά το μπουρίνι άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα αστέρια. Γυρίσαμε σπίτι, ο Pascal και η Αμελί υποσχέθηκαν πως θα μου έστελναν τις λίγες φωτογραφίες που πήραν και με άφησαν στου Μανουέλ. Έπεσα ξερός για ύπνο, αφού πρώτα κανόνισα, αφού η πτήση μου ήταν στις 14.45 να πάω με ένα σκάφος σε "άλλα" νησάκια. Μην αφήσουμε και καμία ώρα ανεκμετάλλευτη.... Η ζωή είναι μικρή.

Αυτή τη φορά στο πρωινό δεν ήμουν μόνος. Υπήρχαν άλλοι τρεις τύποι, υπάλληλοι της πετρελαϊκής Total που απολαμβάνουν το τεραστίων διαστάσεων κι εξαιρετικής ποιότητας πρόγευμα. Προφανώς οι όποιοι πελάτες του Μανουέλ είναι είτε επισκέπτες που έρχονται για μπίζνες όπως αυτοί, είτε Γάλλοι που βρίσκονται στη Νέα Καληδονία κι έχουν περιέργεια να δουν και το Wallis ή -όπως μου είπε η Αντριάνα- Κινέζοι που έχουν βάλει ως στόχο να πάνε σε όλες τις "περιοχές" του κόσμου και τικάρουν κι αυτή τη συστάδα νησιών. Λέω συστάδα διότι κατοικείται και το όχι και τόσο κοντινό Futuna, που είναι πολύ πιο παραδοσιακό και ακόμη υπάρχουν άνθρωποι (σε έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης!) που ζουν σε σπιτάκια με ψάθινες σκεπές, αν και το τελευταίο θα το ζήσω σε πολύ πιο μεγάλο βαθμό στη συνέχεια αυτού του ταξιδιού.

Ο κύριος που μου βρήκε ο Μανουέλ για να με πάει στα νησάκια είναι ένας συμπαθής τετράγωνος κύριος που υπηρέτησε στο γαλλικό στρατό "γιατί τα λεφτά ήταν καλά" και θα με πήγαινε με τη βάρκα του σε διάφορα νησάκια για 3,5 ώρες. Παρότι μιλάει μόνο Γαλλικά, συνεννοούμαστε σχετικά καλά και συμφωνούμε η πρώτη στάση να είναι στο ευμεγέθες Νησί των Λεπρών που, παρά το όνομα, ήταν μια σκέτη ομορφιά, από αυτές που βλέπει κανείς στις μπροσούρες για την Ωκεανία.

Σειρά είχε το νησάκι St Cristoph, ένα τροπικός μικροσκοπικός βράχος με τη βλάστηση ασυγκράτητη να ξεπετάγεται από όλες τις κατευθύνσεις. Το μόνο πρόβλημα είναι πως δεν υπάρχει προβλήτα, οπότε η όποια ας την πούμε απόβαση έγινε περπατώντας πάνω σε γλιστερές πέτρες μέσα στο νερό κι αναγκάστηκα να προχωρώ μπουσουλώντας μέσα στο νερό, προσπαθώντας να μη βρέξω και το κινητό μου, με το οποίο θα έβγαζα λίγες φωτογραφίες για τις επόμενες ημέρες. Μια ξεχασμένη πέτρινη σκάλα με έφερε στην κορυφή του νησιού, όπου υπάρχει ένα καθολικό ιερό, εκτεθειμένο στα στοιχεία της φύσης, που θύμιζε περισσότερο στούπα αλλά το κλου ήταν η θέα από ψηλά των κρυστάλλινων υδάτων και των υπολοίπων νησιών.

Ακολούθησε το νησί "Νέα Γη", με καθαρότατα νερά και μια πανέμορφη παραλία, όπου κατοικεί... μια και μόνο -τετραμελής- οικογένεια. Και η κατοικία της δεν είναι ακριβώς κάποιο σπίτι ή έστω κάποια καλύβα, αλλά δύο σκεπές (μια από φύλλα φοίνικα και μια μεταλλική), κάτω από τις οποίες και χωρίς τοίχους βρίσκονται κάποιες αιώρες και μερικές οικοσκευές. Για ρεύμα και τηλέφωνο ούτε λόγος, αλλά τουλάχιστον έχουν μια βάρκα με την οποία μπορούν να πάνε στο Wallis, όπως μου εξήγησε η μητέρα Nadia, όσο τα δύο παιδάκια της έπαιζαν στα πεντακάθαρα νερά.

Επιστρέψαμε στο Νησί των Λεπρών, αυτή τη φορά από την πίσω πλευρά, όπου πέραν των παρθένων παραλιών και των κορμών δέντρων, συναπαντήθηκα με ένα μίνι σαλάχι κι ένα πανέμορφο στενό sandbar. Τι ομορφιά! Και τι ωραίο συναίσθημα να νιώθεις Ροβινσώνας Κρούσος σε αυτά τα παρθένα μέρη. Κρίμα που δεν είχα τη φωτογραφική μου μηχανή για να μπορέσω να τα απαθανατίσω καλύτερα, αλλά είπαμε, συμβαίνουν αυτά.

Μας έριξε και μια ωραία βροχούλα, έτσι για να θυμόμαστε πως είμαστε στους τροπικούς, κι επιστρέψαμε στην προβλήτα αναχώρησης, όπου μας περίμενε η συμπαθής σύζυγος του βαρκάρη, η πεθερά του και η αξιολάτρευτη κορούλα του, όλες ντυμένες παραδοσιακά. Εμφανίστηκε κι ο Μανουέλ ό οποίος ήρθε να με πάρει, επέστρεψα σπίτι, τον εξόφλησα (τεράστιο το κόστος για δυόμιση ημέρες, αλλά οι υψηλές τιμές για δωμάτια κι εκδρομή θα μοιράζονταν δια δύο ή τρία αν είχα συνταξιδιώτες, που δεν είχα) και με πήγε στο αεροδρόμιο-κοτέτσι, όπου πάντως τα πάντα ήταν γρήγορα κι απλά. Είχε έρθει η ώρα για το δεύτερο stopover μου στο Nadi των Φίτζι.

Πριν ταλαιπωρηθώ με τις φωτογραφίες, ας κάνω και μια αξιολόγηση των Wallis & Futuna, κι ας μην πρόκειται για χώρα και παρότι το Futuna δεν κατάφερα να το επισκεφθώ. Ιδού οι αρχικές προσδοκίες, για όποιον τις ξέχασε:

Wallis & Futuna: A, εδώ έχουμε απαιτήσεις! Ολόκληρο γύρω-γύρω έκανα για να φτάσω σε ένα από τα πιο μακρινά κομμάτια της... Ευρωπαϊκής Ένωσης! Έχω απαιτήσεις από τη φύση, την κουλτούρα, ναι και από τα αρχαία από ένα μέρος τόσο μακρινό, εξωτικό και είμαι απογοητευμένος που θα περιοριστώ στο Wallis, διότι οι πτήσεις για Futuna δε βολεύουν, ακόμη περισσότερο μετά την πατάτα που μου έκανε με την αλλαγή πτήσης η Air Calin. Αλλά ακριβώς επειδή κοστίζει και όσο κοστίζει, αναμένω να είναι μια πολύ όμορφη εμπειρία σε ένα μέρος που επισκέπτονται τόσο λίγοι, ένα άγνωστο διαμαντάκι. Ε, είναι λίγο ακριβά τα διαμάντια, αλλά διαμάντια είναι.

Κι εδώ ο... έλεγχος:

Φύση: Όμορφη τροπική βλάστηση, εξαιρετικά όμορφο θέαμα η λίμνη στο Wallis, ορισμένες κουκλίστικες νησίδες στα εξώτερα νησιά, αλλά τέλος πάντων θα έλεγα ότι είναι ένας κλασικός τροπικός παράδεισος, χωρίς κάτι που να μου μείνει ως ανεπανάληπτο από πλευράς φύσης. Δικαιωματικά παίρνει ένα 7.

Αρχαιολογία: Απογοήτευση, για να είμαι ειλικρινής. Ένα παλάτι-φρούριο του οποίου τα υπολείμματα δεν ξεπερνούν σε κανένα σημείο το μισό μέτρο στο ύψος. Παίρνει ένα δύο διότι "κάτι έχει".

Αρχιτεκτονική: Χωρίς να είναι άσχημες οι κατασκευές των σπιτιών, δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Ήταν όμως χαριτωμένες κάποιες εκκλησίες και δεν υπήρχε γενική ασχήμια. Θα πάρει ένα 3.

Άνθρωποι: Ωραίοι τύποι στο λίγο που είχαμε επαφή, ευχάριστοι και χαμογελαστοί. Ίσως περίμενα κάτι πιο ιδιαίτερο πολιτιστικά. 7

Κόστος: Τα πάντα όλα πανάκριβα, από τα ακριβότερα μέρη που έχω πάει στον πλανήτη. Παίρνει 1.

Ασφάλεια: Κανείς κίνδυνος, σε τίποτε. Μέχρι κι ο καρχαρίας μας είδε και τα έκανε πάνω του. 10

Μοναδικότητα: Είναι ένα κομμάτι της Ευρωπαϊκής Ένωσης πολύ διαφορετικό και κυρίως απόμακρο, οπότε έχει μια ιδιαιτερότητα. Είναι ενδιαφέρον που γλωσσικά και πολιτιστικά το Wallis και το Futuna είναι διαφορετικά μεταξύ τους, είναι ιδιαίτερο που η κουλτούρα της Πολυνησίας συνυπάρχει με τη Γαλλία, ε μέχρι εκεί. Παίρνει ένα 6.

Αυθεντικότητα: Σε αυτή την κατηγορία θυμίζω πως βαθμολογώ δύο πράγματα: το κατά πόσον ένας προορισμός έχει κατασκευάσει πράγματα για να τα δείχνει στους τουρίστες και είναι κατακλυσμένος από τον τουρισμό και το κατά πόσον υπάρχουν ακόμη αρχέγονες πρακτικές, διαφορετικός -μη παγκοσμιοποιημένος- τρόπος ζωής (για παράδειγμα στο δεύτερο σκέλος η Ιαπωνία των αρχέγονων παραδόσεων ή η βιβλική Αιθιοπία παίρνουν πολύ υψηλό βαθμό). Το Wallis έχει ελάχιστο τουρισμό, οπότε σκοράρει υψηλά στο πρώτο σκέλος μην έχοντας τεχνητά αξιοθέατα, ενώ στο δεύτερο σκέλος μάλλον σκοράρει χαμηλότερα από το αναμενόμενο. Θα πάρει ένα 7.

Φαγητό: Ό,τι έφαγα ήταν εύγευστο, χωρίς να είμαι και στην Ινδία, την Ιαπωνία, το Περού ή την Ισπανία και να ανυπομονώ να έρθει η ώρα να φάμε. Ένα αξιοπρεπέστατο 7 κι εδώ.

Ποικιλία: Μικρό μέρος, αλλά προσφέρει πράγματα: και πολιτιστικά και ολίγον αρχιτεκοτνικά, έχει και κάτι από αρχαιολογία, προσφέρει και δυνατότητα θαλάσσιων σπορ συν φύση, νομίζω το αξίζει το 6.

Οι 56 βαθμοί της τελικής βαθμολογίας δεν είναι άσχημοι, θα κατέτασσαν τη "χώρα" στην 75η θέση, σε σύνολο 113. Απογοητευτικό σκορ όμως, αν αναλογιστεί κανείς το κόστος και τον κόπο για να φτάσει κανείς μέχρι εκεί. Ε, εντάξει θα μου πει κανείς, έτσι είναι η Ωκεανία, ακριβή και δυσπρόσιτη. Συμφωνώ μεν, αντιπαρατάσσω δε τη Μικρονησία, το εκπληκτικό Παλάου και ναι, επιτρέψτε μου το σπόιλερ, το αποκαλυπτικό Βανουάτου, που μου "άφησαν" πολλά μα πολλά περισσότερα...
Kαθαρά για παραλιόπληκτους οι σημερινές φωτογραφίες, αφού δυστυχώς από το Wallis με την ενδιαφέρουσα πολιτιστική κατάσταση δε διεσώθη καμία. Ιδού ό,τι έχουμε από την εκδρομή με τα κανό και την άλλη με το σκάφος.


Ένα από τα σαλάχια.

thumbnail_image1.png


Η Μελανί με το Μαξ. Και οι δυο τους πιο αθλητικοί από μένα.

thumbnail_IMG_3861.jpg


Στην κορυφή του Νησιού των Πουλιών είχε... πουλιά. Που έκλωθαν. Κοίτα έκπληξη.

thumbnail_IMG_3870 (1).jpg


Σχεδόν ξέχασα ότι έχασα την κάμερά μου με αυτή τη θέα.
thumbnail_IMG_3879.jpg


Κάτσαμε να φάμε το μεσημεριανό μας, παρκάροντας τα καγιάκ. Ο ουρανός άρχισε να μαυρίζει.

IMG_20190407_141837.jpg



IMG_20190407_141923.jpg



IMG_20190407_141928.jpg


Νομίζω ότι αυτό ήταν το νησί του Αγίου Χριστοφόρου.

20190408_081855.jpg


Κι η παραλιούλα του.

20190408_082136.jpg


Η θέα από ψηλά.

20190408_083523.jpg


Το νησάκι οπου έμενε μόνη της η οικογένεια.

20190408_085942.jpg


Που είχε και δύο ολόκληρα παιδάκια. Χαρούμενα τα είδα.

20190408_090328.jpg


Εδώ κοιμόνοτουσαν.

20190408_090526.jpg


Αυτό είναι το σαλόνι και η κουζίνα τους.

20190408_090930.jpg


Δε θυμάμαι πώς λεγόταν αυτό το νησάκι, είναι και πολλά τα άτιμα.

20190408_092313.jpg


Αυτό νομίζω ότι είναι το Νησί των Λεπρών.

20190408_092340.jpg


Κι η θέα μετά από ελάχιστο αυτή τη φορά σκαρφάλωμα.

20190408_092854.jpg



20190408_093000.jpg


Μεγαλούτσικο ήταν το νησί κι από πίσω είχε και sandbar.

20190408_093114.jpg



20190408_094306.jpg



20190408_094623.jpg



20190408_101041.jpg



20190408_102016.jpg



20190408_102302.jpg



20190408_103009.jpg



20190408_103711.jpg


Σύζυγος, πεθερά και κόρη του βαρκάρη.

20190408_110828.jpg



20190408_111127.jpg


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7: Δεύτερο stopover στο Nadi
Πόσο τίμιοι είναι αυτοί οι Φιτζιανοί; Αφού πέρασα πάλι από τον έλεγχο διαβατηρίων με τους χαμογελαστούς, τους τύπους με τις φουστίτσες και τα "Bula!", όταν πήγα να δω την ισοτιμία στο ανταλλακτήριο η κυρία που εργαζόταν εκεί μου συνέστησε (κάνοντας νοήματα!) να πάω στο διπλανό, που δε χρεώνει προμήθεια. Το ήξερα από την προηγούμενη φορά, αλλά βρήκα αφοπλιστική την ειλικρίνειά της.

Οι ταξιτζήδες του αεροδρομίου ζητούσαν 10 φιτζιανά δολάρια, αλλά αφού δεν είχα παρά μόνο το σακίδιό μου για αποσκευές, βγήκα έξω από το αεροδρόμιο κι η τιμή έπεσε στο μισό. Σκέφτηκα ότι "από εδώ θα βγάλω τα σπασμένα για την κάμερα, χαχα".

Το κατάλυμά μου θα ήταν κάποιο Ace Hotel, που κόστιζε 41€ παρακαλώ πολύ. Μια ομορφότατη και γλυκύτατη ρεσεψιονίστ μου διευκρίνισε πως στα δωμάτια δεν υπάρχει ίντερνετ, οπότε θα έπρεπε να κατεβαίνω στη ρεσεψιόν για να συνδέομαι. Τουλάχιστον θα την είχα μπροστά μου όσο ήμουν online αλλά η χαριτωμενιά της δεν αντιστάθμιζε την τρελή υγρασία και το βιασμό από τα κουνούπια.

Τέλος πάντων, δεν είχα και καμία καούρα να ξαναδώ την πόλη, είχα όμως μια καλή δικαιολογία να πάω στο Deneraux, ένα είδος θερέτρου εκεί κόντα, αφού εκεί βρισκόταν το Hard Rock Cafe, από όπου μου είχε ζητήσει ο @Krekouzas να του αγοράσω μια μπλούζα για τη συλλογή του. Μεγάλη η χάρη του κι ακριβά τα ταξί, αλλά ο πιτσιρικάς που ταξιτζής ήταν συμπαθέστατος. Μιλήσαμε λοιπόν για τους μισθούς στη χώρα (περίπου 8€/ημέρα) και για το γιατί έχει τόσους ινδικής καταγωγής κατοίκους η χώρα. Ο παππούς του ήταν μια κλασική περίπτωση, ένας από τους εκατοντάδες που ξεγελάστηκαν στο Punjab από τις αγγελίες για υποσχέσεις εργασίας με καλές αμοιβές σε ένα μακρινό μέρος ονόματι Φίτζι, με συμβόλαιο πενταετίας και καλές συνθήκες. Ε, οι άνθρωποι κατέληξαν από το Punjab στην Ωκεανία και δεν επέστρεψαν ποτέ.

Το Deneraux ήξερα πως είναι ένα τεχνητό νησί, με μαρίνα, ακριβά ξενοδοχεία κι εμπορικό κέντρο. Βρήκαμε εύκολα το Hard Rock Cafe όπου μια χαζοαρφίτσα και μια μπλόυζα υποτίθεται XXL μου κόστισαν 40€ . Ακόμη χειρότερα, η μπλούζα εκ των υστέρων αποδείχθηκε... medium, αφού άλλη μου έδειξαν κι άλλη έβαλαν στη σακούλα, οπότε δώρον άδωρον.

Έψαξα να βρω καλό φαγητό στο εμπορικό κέντρο κι αποδείχθηκε ότι το Indigo, το οποίο μου σύστησε η καλή ρεσεψιονίστ, είχε αξιοπρεπέστατο μπουφέ με 16€. Ε, μου αρέσει που μου αρέσει και το ινδικό, ήταν και all you can eat, οπότε τιγκάρισα το πιάτο μου τρεις φορές και η πολυταξιδεμένη μου ζυγαριά με τιμώρησε την άλλη μέρα: +1,5 κιλό. Μ' αρέσει που έλεγα και στο Δευκαλίωνα να κάνει δίαιτα τρομάρα μου.

Το εμπορικό κέντρο δεν έλεγε και τίποτε, οπότε βρέθηκα να περιμένω τον οδηγό μου στο πάρκινγκ, στο booth του οποίου έπιασα κουβέντα με την ευγενική κυρία που δίνει τα εισιτήρια για το πάρκινγκ. Το τι γέλιο έκανε η κυρία όταν της απαντούσε στις ερωτήσεις της για τη ζωή στην Κούβα, δε λέγεται. Στο τέλος στενοχωρήθηκε που ήρθε το ταξί μου να με πάρει, μου είπε πως ήταν τα πιο διασκεδαστικά 45 λεπτά που είχε περάσει ποτέ στη δουλειά της, ακούγοντας για τον τρόπο ζωής στην Κούβα, τους σουρρεαλιστικούς μας νόμους αλλά και το πολιτιστικό σοκ της κοπέλας μου όταν πήγε στην Ελλάδα. Καλά να είναι η κυρία, πολύ τη συμπάθησα.

Πολύ συμπάθησα και τον ταρίφα μου, που μου έκανε κι ένα μικρό τουρ στα ξενοδοχεία, που ήταν αδιάφορο, είχε όμως ενδιαφέρον η συζήτηση μαζί του. Επέστρεψα, κοιμήθηκα και την άλλη μέρα, παρότι η πτήση μου ήταν στις 15:00, έκανε τόση ζέστη που δε βγήκα καν από το ξενοδοχείο, άλλωστε δεν είχα και κάτι άλλο να δω. Τελικά έχει αξιοθέατα αυτή η χώρα; Γιατί και για τη Suva διάβασα πως εχει τα μαύρα της τα χάλια. Τέλος πάντων, επειδή δεν τη γύρισα τη χώρα καθόλου, ας μην προτρέχω.

Τελικώς ο ταξιτζής που εμφανίστηκε στη θέση του συμπαθέστατου πιτσιρικά ήταν συνάδελφός του, με το οποίο δεν είχα πρόβλημα, αφού με χρέωσε σωστά. Βρέθηκα λοιπόν πάλι στο "πιο βελτιωμένο αεροδρόμιο του κόσμου" για το 2019, που παρότι μικρό είναι εντυπωσιακό. Στα duty free του πάντως οι μόνες κάμερες που βρήκα ήταν κάτι άθλιες compact, οπότε το να μπορώ να βγάζω φωτογραφίες θα εξακολουθούσε για άλλες λίγες (ή πολλές;;) μέρες να είναι υπόθεση του κινητού μου. Και υπέθετα και ότι στο Τόνγκα που πήγαινα δε θα έβρισα και πολλές προσφορές. Δε βαριέσαι, εδώ φτάσαμε στο Τόνγκα.... Που το ανέμενα ως την αποκάλυψη του ταξιδιού.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8: Τόνγκα

Το Τόνγκα είναι ένα αρχιπέλαγος στον Ειρηνικό, με (υπερ)μπόλικα νησάκια, ορισμένα με εκατοντάδες χιλιόμετρα απόσταση μεταξύ τους. Με μόλις κάτι παραπάνω από 100.000 κατοίκους, δεν έχει πολύ τουρισμό κι είναι από τα σχετικά ξεχασμένα κομμάτια της ηπείρου. Ο όποιος τουρισμός έρχεται κυρίως για τις παραλίες του νησιωτικού συμπλέγματος Vava'u, όπου κάποιους μήνες του χρόνου έχει κανείς την ευκαιρία να κολυμπήσει και με φάλαινες.

Το κεντρικό νησί είναι το Tongatapu, όπου βρίσκεται και η πρωτεύουσα Nuku'alofa, στην οποία θα προσγειωνόμουν. Χάρη στις φανταστικές αλλαγές των αεροπορικών εταιρειών, θα περνούσα μόλις 3 βράδια στη χώρα, άρα όλα στο κεντρικό νησί, μακριά από τα highlights, αν και για να είμαι ειλικρινής για μένα το βασικό αξιοθέατο θα ήταν τα αρχαία του Tongatapu, οπότε είχα και τις σχετικές προσδοκίες.

Προσγειώθηκα στις 18.05 και το αεροδρόμιο μου φάνηκε μινιατούρα. Είχα κάνει κράτηση σε ένα χόστελ για τις τρεις βραδιές κι υποτίθεται πως θα ερχόντουσαν να με πάρουν, αλλά δεν εμφανίστηκε κανείς. Τελικά τους πήρα τηλέφωνο μέσω Skype και μου είπαν να πάρω όποιον ταξιτζή βρω και ότι θα τον πλήρωναν εκείνοι. Η διαδρομή ήταν unimpressive, τα σπίτια πάντως τα είδα σε αρκετά καλή κατάσταση ενώ από τα πρώτα δυο χιλιόμετρα έκανε μπαμπ ότι μιλάμε για βαθιά θρησκευόμενη περιοχή, με εκκλησίες κάθε τρεις και λίγο, καθώς και ταμπέλες που ωθούν τον αναγνώστη στον ορθό δρόμο (του Θεού δηλαδή). Ο οποίος Θεός είχε φροντίσει να ρίξει και μια βροχάρα κι όλα ήταν λασπωμένα και μουντά.

Το Village Backpackers βρίσκεται σε ένα λασπωμένο στενάκι της Nuku'alofa, όπου με υποδέχτηκε μια ευγενής κυρία. Το δωμάτιό μου ήταν μια ενδιαφέρουσα περίπτωση πρέπει να πω: Έμπαινες στις κοινές τουαλέτες και ΠΙΣΩ από τους νιπτήρες τους υπήρχε μια πόρτα, που ήταν το δωμάτιό μου, δηλαδή τέσσερα φύλλα κόντρα πλακέ για τοίχους, έναν ανεμιστήρα σε μια καρέκλα, καθόλου κλιματισμό, κανένα παράθυρο και "το ίντερνέτ μας δε λειτουργεί από τον τελευταίο τυφώνα". Εντάξει, με 72€ για τρία βράδια δεν περίμενα και κάτι πολύ καλύτερο για 3 βράδια σε αυτές τις μάλλον ακριβές νησιωτικές χώρες, αλλά νομίζω ότι ΚΑΤΙ καλύτερο γινόταν. Είχε και βαθμολογία 10 τρομάρα του, μάλλον λόγω της αξιαγάπητης κυριούλας και του πολύ basic αλλά με μάλλον ενδιαφέρον μενού εστιατορίου που φιλοξενούσε στο ισόγειο. Τέλος πάντων, τους είπα πως θα μείνω το πρώτο βράδυ, αλλά χωρίς ίντερνετ δεν ήθελα να μείνω παραπάνω, έτσι που αλλάζουν τα ωράρια των πτήσεων σε αυτά τα μέρη μην είμαι και εκτός επικοινωνίας.

Βγήκα να περπατήσω. Η πρωτεύουσα δεν έδινε την αίσθηση πόλης, μάλλον δυο δρόμοι με σχετική πυκνότητα χαμηλών μάλιστα κτιρίων κι από κει και πέρα μάλλον προάστιο χωριού θύμιζε. Πεινούσα σα λύκος. Κατέληξα στο Friends' Cafe, όπου καταβρόχθισα μια εξαιρετική σούπα καρύδας που θύμιζε ταϊλανδέζικη Thom Ka, συνδέθηκα και στο διαδίκτυο κι έκλεισα δωμάτιο για την επομένη σε κάποιο Tonga Holiday Villa, όπου θα είχα και "free wifi" σε μια πόλη με internet cafes, δείγμα πως αυτό δεν είναι και τρομερά συνηθισμένο. Είχε νυχτώσει, δεν είχα και πολλά να κάνω, ξανάβρεξε, οπότε επέστρεψα ανάμεσα στα κόντρα πλακέ μου κι έγραψα το ημερολόγιο που διαβάζετε. Καμιά φορά και οι κενές μέρες ή νύχτες χρήσιμες είναι.

Ξύπνησα και πεινούσα. Κατέληξα πάλι στο Friends Cafe, βασικά για το ίντερνετ, όπου το πρωινό ήταν ακριβό και ο χυμός ήταν από συσκευασμένο αναψυκτικό τύπου Amita, απογοητευτικόν για τροπικό μέρος. Μπαίνοντας όμως στο διαδίκτυο διαπίστωσα πως το κατάλυμα που είχα κλείσει για σήμερα νοίκιαζε και μηχανάκια και -μια που είχα και ίντερνετ στο Friends- κάλεσα μέσω Skype την κυριούλα ιδιοκτήτρια, που μου είπε πως ναι, ήταν διαθέσιμο και η ενοικίασή του κόστιζε το αντίτιμο των 20€/ημέρα, καθόλου άσχημα. Επέστρεψα λοιπόν στο Backpackers, ακύρωσα την εκεί κράτησή μου, άφησα κι ένα φιλοδώρημα στην κυριούλα που με ξεπροβόδισε χαμογελώντας και τη φράση "να έρχεσαι να τρως εδώ!" και της υποσχέθηκα πως θα το κάνω. Μου φώναξε κι ένα ταξί και τελικώς βρήκα αυτό το Tonga Holiday Villa, που βρίσκεται σε λιγότερο κεντρικό σημείο της Tongatapu, αλλά είχε κατατοπιστικές ταμπέλες. Εκεί με υποδέχθηκε η Φιτζιανή γειτόνισσα, που μου έδειξε το απλό δωμάτιό μου, το πεντακάθαρο εξωτερικό μπάνιο και τη σαλονάρα με την κουζίνα της μονοκατοικίας. Μου έδειξε και το μηχανάκι, το νοίκιασα κι έφυγα! Ήταν και καλός ο καιρός κι έφυγα όλο ενθουσιασμό. Δε θα κρατούσε για πολύ (ο καλός καιρός, όχι ο ενθουσιασμός).

Φυσικά στην έξοδο από την πόλη χάθηκα, κι ας είναι μια σταλιά. Μου πήρε πάνω από μία ώρα να εξέλθω, χάρη στις μαγικές μου προσανατολιστικές ικανότητες: πρέπει να ρώτησα τρεις φορές ...στο ίδιο σημείο για το πώς κατευθύνομαι στο Cook's landing site, αλλά τουλάχιστον μπλέχτηκα στα πίσω (λασπωμένα και φτωχικά) στενά της πόλης, όπου τα παιδάκια ήταν κάτι παραπάνω από χαρούμενα να με βλέπουν και να με χαιρετούν, δεν είναι και καθημερινότητα οι τουρίστες, πολύ λιγότερο πάνω σε μηχανάκια. Πέρασα κι από πολλούς πάγκους με χταπόδια, μύδια, φρούτα, ενώ μου έκαναν εντύπωση και τα άπειρα γουρουνάκια που τρέχουν σε όλο το νησί ελεύθερα, συμπεριλαμβανομένων των fishing pigs, που είναι ακριβώς αυτό: γουρουνάκια που έχουν μάθει να "ψαρεύουν" όταν αποσύρεται η παλίρροια και τρώνε ό,τι βρουν, από κανένα άμοιρο ψαράκι μέχρι καβούρια.

Τα κατάφερα και βγήκα από την πόλη, μέγα κατόρθωμα. Από κει και πέρα δεν είναι εύκολο να χαθείς (αν και το κατάφερα κι αυτό!) βασικά υπάρχει ένας περιφερειακός δρόμος που πηγαίνει γύρω-γύρω το νησί (που όλη του η περίμετρος δεν πρέπει να είναι πάνω από 100 χιλιόμετρα) κι ένας εσωτερικός. Έφτασα και στο σημείο απόβασης του αγαπημένου μου Captain Cook, που πάντως βασικά ήταν μια τσιμεντένια πλατφόρμα με μια επιγραφή. Αλλά είπαμε, η ιστορική σημασία ήταν μεγαλύτερη της οπτικής θελκτικότητας.

Επόμενη στάση ήταν οι μεγαλιθικοί τάφοι, που τους περίμενα πώς και πώς. Λοιπόν... Είναι μεγαλιθικοί. Και είναι τάφοι. Αυτάαααα. Δεν ξέρω τι άλλο να πω, θυμίζουν κάτι σα ζιγκουράτ με τεράστιες πέτρες. Είχε και μια ενημερωτική πινακίδα αλλά έμεινα ανενημέρωτος, αφού δεν ομιλώ Τονγκανικά ο αδαής. Ξέρω να σας πω ότι είναι του 11ου αιώνα και ότι σε απόσταση βολής από τον αρχαιολογικό χώρο είχε ένα σπιτάκι, στο πλυσταριό του οποίου δύο κοριτσάκια έκαναν μπουγάδα. Τους τάφους μάλλον δεν τους επισκέπτεται και κανείς, πλην ενός συμπαθούς σκύλου με μεταβολισμό κροκόδειλου, δε σηκωνόταν με τίποτε.

Απ όπου περνούσα πάντως, έβλεπα ντόπιους να μου χαμογελούν και να μου γνέφουν όλο καλοσύνη. Η πρώτη εντύπωση από τους Τονγκανούς είναι πως είναι υπέρβαροι (ειμαι επιεικής...), συνεχώς τρώνε (δύσκολο να πετύχεις κάποιον που να μη μασουλάει κάτι) και ότι όλο παίζουν, από πλατσουρίσματα στο νερό μέχρι γκαζές. Το στρες δεν κάνει θραύση στη χώρα, θαρρώ.

Ο ουρανός πια είχε γίνει απειλητικός: μαύρα σύννεφα κι ένας κρύος αέρας προμήνυαν ότι θα γινόμουν μούσκεμα, αλλά πλησίαζα πια το πιο ποθητό από τα αξιοθέατα του νησιού, το Ha' Amonga a Maui, γνωστό και ως Trilithon, γνωστό και ως "Stonehenge του Νότιου Ειρηνικού". Με δεδομένο ότι το Stonehedge της Βόρειας Ευρώπης εμένα με συγκλόνισε, πήγα με προσδοκίες συγκλονισμού. Πρέπει να έχεις μεγάλη αδυναμία (κοινώς: μεγάλο βλήμα!) με την αρχαιολογία για το συγκρίνεις με το Stonehenge, αλλά ως βλήμα που είμαι, το βρήκα αρκετά ατμοσφαιρικό: μια μυστηριώδης πύλη από τρία όλα κι όλα μενίρ, χωρίς γουρουνάκια γύρω γύρω, και τα δύο ενδείξεις ότι πέρασε ο Οβελίξ από δω. Κι άφησε και συγγενείς αν κρίνω από τη χοντρούλα στην είσοδο του φράχτη που υποτίθεται πως οριοθετεί τον αρχαιολογικό χώρο.

-Είστε η κυρία που εισπράττει το εισιτήριο; ρώτησα
- Μπα, εγώ κανά σουβενίρ πουλάω, απάντησε η χοντρούλα, αλλά δεν περνάει και κανείς, θα τα μαζέψω να φύγω, θα βρέξει.
- Σε ποιον πληρώνω; ρώτησα
- Α, δεν έρχεται αυτός εκτός κι αν έρθει κανέναν κρουαζιερόπλοιο, αλλά αυτό είναι σπάνιο, απάντησε βγάζοντας το μουσαμά από τα σκαλιστά που πουλούσε, μπας και δελεαστώ, που δεν...

Μπήκα λοιπόν στον αρχαιολογικό χώρο, που βασικά είναι η τρίλιθη πύλη που λέγαμε, αποτελούμενη από κοραλλιογενείς πέτρες των 40 τόνων, και ένα τεράστιο μενίρ, το Esi Makafakinanga, που δεν είναι σαφές τι ακριβώς εξυπηρετούσε. Πλησίασα, προσπαθώντας να "καταλάβω" το μνημείο. Τι να ήταν όλο αυτό; Πύλη σε παλάτι; Τάφος; Τα τεράστια δέντρα τριγύρω και το γκαζόν του έδιναν μια μυστηριώδη ρουστίκ εμφάνιση, ενώ ο σκοτεινός ουρανός και ο ξαφνικός αέρας που με έκανε να ανατριχιάσω πρόσθεσαν μια spooky εσάνς. Σε καμία περίπτωση δεν ικανοποίησε τις προσδοκίες μου, αλλά χάρηκα που το είδα.

Άρχισε να ψιχαλίζει. Πλησιάσα τη σουβενιροπωλήτρια, έκατσα κάτω από το παράπηγμα από φύλλα φοίνικα και της έπιασα την κουβέντα, ελπίζοντας ότι θα κοπάσει η βροχή. Είναι 23 χρονών, μου είπε προσφέροντάς μου ένα τσιγάρο, και στο ερώτημά μου γιατί έχει προφορά από τη Νέα Ζηλανδία μου απάντησε τρία χρόνια εκεί. "Ωραία ήταν, εδώ δεν έχει δουλειές. Βέβαια κι εκεί που έχει, στα τρώνε οι λογαριασμοί, εδώ είναι πιο χαλαρά, αλλά τελικά προτιμούσα τη Νέα Ζηλανδία. Βέβαια τώρα έκανα παιδί και θα μείνω εδώ. Είχα οικογένεια εκεί κι ήταν εύκολη η προσαρμογή, άλλωστε ποιος Τονγκανός δεν έχει οικογένεια σε Αυστραλία ή Νέα Ζηλανδία; Εμείς είμαστε 9 αδέλφια!", είπε όλο ενθουσιασμό και στενοχωρέθηκε που δεν έχω κάνει παιδιά.

Σταμάτησε η ψιχάλα, αλλά στο βάθος ακόμη πιο σκούρα σύννεφα έρχονταν κατά πάνω μου. Αποφάσισα να καβαλήσω το μηχανάκι κι όποιον πάρει ο χάρος. "Μην πάρεις τον απέξω δρόμο!", μου είπε η κοπελίτσα, αλλά δεν την άκουσα.

Πάντως κι ο εξωτερικός δρόμος δε βλέπει καθόλου θάλασσα, σε λίγα σημεία είναι παραλιακός. Υποθέτω πως έχει να κάνει με τα τσουνάμι. Η επόμενη στάση ήταν το σπήλαιο Anahulu, για το οποίο είχα διαβάσει πως έχει χαριτωμένους σταλακτίτες και μια εσωτερική λίμνη στην οποία μπορεί κανείς να κολυμπήσει. Για κάποιο λόγο το διαχειρίζεται ένα ιδιωτικό πρακτορείο, το οποίο πρακτικά σημαίνει πως στο πάρκινγκ του (όπου το μόνο παρκαρισμένο όχημα ήταν το δικό μου) σε περιμένει ένας νεαρός, που με 15$ Νέας Ζηλανδίας (σόρι, δεν είχα σε τοπικό νόμισμα), σε καθοδηγεί στο εσωτερικό του. Όντως χαριτωμένο ήταν, αλλά είχα αρχίσει να καταλαβαίνω γιατί το Tongapatu χρησιμοποιείται καθαρά ως μεταβατικός σταθμός για άλλα νησιά... από όσους χρησιμοποιείται κιόλας. Δεν είναι προορισμός που στέκεται μόνος του. Από την άλλη η έλλειψη τουρισμού είναι πολύ ευχάριστη. Για παράδειγμα στην έξοδο του σπηλαίου είχε μια όμορφη παραλία, εντελώς ερημική. Αν ο καιρός ήταν καλύτερος ίσως ακόμη και γω να παρασυρόμουν και να έκανα μπάνιο.

Συνέχισα την οδήγηση, αλλά η βροχή πια δυνάμωσε. Έγινα μούσκεμα, δεν έβλεπα με τα γυαλιά μου και ο εσωτερικός δρόμος που πήρα γέμισε λάσπη. Περιέργως, ένιωθα πολύ ωραία. Βρισκόμουν στο μέσο του πουθενά, είχα μια πολύ ωραία αίσθηση ελευθερίας, έβγαλα τα γυαλιά μου και συνέχισα την οδήγηση μούσκεμα, ανάμεσα σε κάτι περίεργους φοίνικες που συνέχιζαν για χιλιόμετρα και κάπως μετρίαζαν τον όγκο νερού που προσγειωνόταν στο κεφάλι μου. Μετά από αρκετά χιλιόμετρα χωρίς ίχνος ανθρώπινης παρουσίας, άρχισα να περνάω από απλά χωριουδάκια όπου παιδάκια κι ενήλικες τσίριζαν ενθουσιασμένοι που περνούσα από κει. Εν τέλει βρήκα και το τιμημένο 3-headed-palm, που είναι ένας φοίνικας με τρία κεφάλια... duh! Το ηλικιωμένο ζευγαρι που ζούσε σε μια καλύβα 50 μέτρα από το "αξιοθέατο", δε γνώριζε καν την ύπαρξή του...

Επέστρεψα στη Nuku'alofa για να φάω μεσημεριανό, να στεγνώσω και να δω αν μπορώ να συνεχίσω αν κόψει η βροχή. Έφαγα κάτι πολύ τοπικό στο Friends και πάλι (είχε Ευρωλίγκα ρε παιδιά, έπρεπε να μπω στο ίντερνετ...) και η βροχή σταμάτησε, οπότε συνέχισα, αυτή τη φορά δυτικά της πρωτεύουσας, συναπαντώντας μια θάλασσα από παιδιά με γαλάζιες στολές, αφού σχολούσαν τα σχολεία εκείνη την ώρα. Πόσα παιδιά κάνουν οι Τονγκανοί;

Προορισμός μου αυτή τη φορά ήταν το tsunami rock, μακριά από τους ας τους πούμε κεντρικούς δρόμους, σε κάτι χωματόδρομους που είχαν γεμίσει λάσπη. Σε κάποια φάση παράτησα το μηχανάκι στις λάσπες και συνέχισα με τα πόδια. Ο βράχος ήταν αρκετά εντυπωσιακός και με τροπική βλάστηση πάνω του, ενώ επιτέλους μια επεξηγηματική πινακίδα στα Αγγλικά έριχνε φως τόσο στους μύθους που συνοδεύουν τα διάφορα ονόματά του (από το ότι τον πέταξε κάποιος γίγαντας από γειτονικό νησί για να κάνει τους κόκορες του Tongapatu να σωπάσουν, μέχρι κάτι για ένα κανίβαλο που ήθελε να φάει μια κοπελίτσα), μέχρι την επιστημονική εξήγηση των γεωλόγων πως πρόκειται για το αποτέλεσμα υποθαλάσσιας έκρηξης ηφαιστείου και μετακίνησης από το βυθό της θάλασσας λόγω τσουνάμι. Το πραγματικό χάιλάιτ πάντως ήταν η διαδρομή μέχρι εκεί, μακριά από τον πολιτισμό, καβάλα σε ένα ταπεινό μηχανάκι "forza".

Το Blowhole ήταν αυτό που είναι όλα τα ομώνυμα σημεία: ένα βραχώδες παραλιακό τοπίο όπου σκάνε τα κύματα με δύναμη, αλλά ήταν πολύ ήσυχο κι ατμοσφαιρικό κι επιτέλους είχε σταματήσει κι η βροχή για τα καλά. Μου απέμενε το σημείο απόβασης του Abel Tasman, που είχε μια όμορφη επεξηγηματική πινακίδα, που εξηγούσε ότι ο Ολλανδός θαλασσοπόρος βρήκε τους Τονγκανούς φιλικούς, χοντρούληδες, καφετούληδες και "εθισμένους στην κλοπή", μόνιμο παράπονο και του Κάπταιν Κουκ, που εκνευριζόταν που κάθε φορά που ανέβαινε κάποιος στο πλοίο του, ανακάλυπτε ότι του είχαν βουτήξει κι από κάποιο αντικείμενο, πράγμα που υποδήλωνε έλλειψη ειλικρίνειας για τους Βρετανούς, αλλά ήταν καθημερινό χόμπι για τους κατοίκους της Ωκεανίας.

Μου απέμενε να δω τα flying foxes, που δεν είχα καταλάβει τι ακριβώς είναι και δεν τα έβρισκα, παρότι ήμουν στο σημείο που υποτίθεται πως συχνάζουν. Ρώτησα μια κοπελίτσα και μου είπε πως "είναι κάτι μεγάλα μαύρα πουλιά που μοιάζουν με το... πώς το λένε.... κάτσε να δεις... μμ... α , με το Batman μοιάζουν!". Χαχα, οκ, τις είδα και τις νυχτεριδάρες και γύρισα μούσκεμα αλλά ευχαριστημένος στο σπίτι.

Εκεί συνάντησα τον Michael, έναν ενδιαφέροντα Αυστραλό που δουλεύει στο Νότιο Ειρηνικό σε θέματα πρόληψης φυσικών καταστροφών κι ένα ζευγαράκι Γερμανών που πήραν ένα χρόνο off για να κάνουν το γύρο του κόσμου, αλλά δεν είχαν ξεκαθαρίσει πού ακριβώς θα πήγαιναν και ταξίδευαν και με απίστευτα αργό ρυθμό. Κάτσαμε στην κουζίνα, τα είπαμε μαγειρεύοντας και τους έδωσα τα... φώτα μου για χώρες διαφορετικές, ιδιαίτερες, μοναδικές. Μετά από δύο ώρες συζήτησης και... σημειώσεων (αγαπάμε Γερμανούς, μεθοδικοί σε όλα), αναπροσάρμοσαν τα σχέδιά τους ώστε να πάνε σε Τουρκμενιστάν, Βόρειο Κορέα και Ιράν. Καλά το πάνε!

Το "πιο βελτιωμένο αεροδρόμιο του κόσμου", Φίτζι.

20190409_121258.jpg


Στιλάτα τα αεροπλανάκια της Fiji Airways.

20190409_142934.jpg


Ενθουσιασμένοι στα προάστια της Nuku'alofa οι πιτσιρικάδες.

20190410_093809.jpg


Ψάρια, χταπόδια, μύδια, διαλιέεεεεχτε.

20190410_094426.jpg


Ακόμη και μέσα στην πρωτεύουσα, δεν είναι και ακριβώς Autobahn οι δρόμοι.

20190410_094510.jpg



Σημείο απόβασης του Κάπταιν Κουκ. Uninspiring...

20190410_104435.jpg


Από κει ήρθε ο Καπιτάν Μάγειρας.

20190410_104608.jpg


Οι τάφοι. Δεν τρελάθηκα κιόλας.

20190410_105551.jpg


Καταλάβατε, ή να κάνω και κακά;

20190410_105844.jpg



Ώρα για πλύσιμο και χαμόγελα.

20190410_105959.jpg


Τρομερά στρεσαρισμένους δεν τους είδα τους Τονγκανούς...

20190410_111538.jpg


Είχε κάτι ωραία νησάκια απέναντι, τόσο που είπα κι εγώ την επομένη να πάω σε κάποιο.

20190410_112206.jpg



Το Τρίλιθο. Ε δεν το λες και Stonehenge.

20190410_113218.jpg


Πάντως μια ατμοσφαιρικότητα την είχε.

20190410_113435.jpg


Μενίρ.

20190410_113632.jpg


Και ξεκίνησα να παίρνω τον εξωτερικό δρόμο. Τον βλέπετε τον καιρό, ε;

20190410_122214.jpg


Η είσοδος στο σπήλαιο, που δεν αποδείχθηκε κακό.

20190410_123744.jpg


Σαφέστατες οδηγίες.

20190410_123806.jpg


Η παραλία έξω από το σπήλαιο.

20190410_124552.jpg



20190410_124611.jpg


Ενθουσιασμός και στα σχολεία. Γενικά απ' όπου περνούσα με το μηχανάκι, υπήρχε ένας ενθουσιασμός.

20190410_130004.jpg


Μέχρι κι οι νεκροί ενθουσιασμένοι μου φάνηκαν...

20190410_130454.jpg


Γλύκα το παιδάκι.

20190410_131114(0).jpg


Το Friends' Cafe, τα φαγητάκια του και το μηχανάκι μου.

20190410_141658.jpg



20190410_143415.jpg


Νταρντανομαθήτριες. Γενικώς στο νησί οι ντόπιοι έχουν σωματοδομή για ράγκμπι, στο οποίο είναι και καλοί απ' ό,τι λένε.

20190410_153743.jpg


Πλημμύρα από νταρντανομαθήτριες.

20190410_153752.jpg


Ο βράχος από το τσουνάμι. Μέχρι εκεί έφτασε το μηχανάκι μου.

20190410_160950.jpg



20190410_161048.jpg



20190410_161057.jpg


Blowhole.

20190410_162855.jpg


Σημείο απόβασης του Άμπελ Τάσμαν.

20190410_165615.jpg


Εμένα μου άρεσε το νησάκι, παρά τον άθλιο καιρό.

20190410_165833.jpg


Δεν είχα και πολλά πράγματα να κάνω σήμερα.Ιδανικά ήθελα να πάρω το φέρι για το γειτονικό Eua, αλλά με δεδομένες τις καιρικές συνθήκες και ότι την επόμενη πετούσα για Νέα Ζηλανδία, είπα να μην το ρισκάρω και ξεμείνω εκεί. Οπότε είπα να πεταχτώ σε ένα τοπικό ταξιδιωτικό γραφείο, να δω τι επιλογές προσφέρουν. Επειδή άνοιγαν... αργά (στην Ωκεανία είμαστε), πετάχτηκα πρώτα στο Backpackers να φάω το πρωινό τους, που αποδείχθηκε ικανότατο για μόλις 3€ και χάρηκε και η κυριούλα που με είδε.

Τελικά άνοιξε και το τουριστικό γραφείο, αλλά δυστυχώς η πιο ενδιαφέρουσα φαινομενικά εκδρομή, εκείνη για το νησί Atata, δεν είχε συμπληρώσει τον ελάχιστο αριθμό συμμετοχών (δύο!) και ως εκ τούτου δήλωσα συμμετοχή για το πιο στάνταρ νησάκι, το Pangaimotu, που κόστισε καμιά τριανταριά ευρώ. Πήγα λοιπόν στο σπίτι, έφτιαξα το daypack μου, έβαλα και μαγιό (έκανα αρκετά μπάνια σε αυτό το ταξίδι, δεν το πίστευα ούτε εγώ) και εμφανίστηκα στην προβλήτα του νησιού, όπου ένα απλό καραβάκι θα μετέφερε εμένα κι ένα γκρουπ Κινέζων που συνοδεύονταν από ...μεταφράστρια σε άθλια Αγγλικά, απέναντι.

15 λεπτά διήρκεσε όλα κι όλα η διαδρομή, όπου βρήκαμε ένα απλό νησάκι, τα απαραίτητα γουρούνια, μια παραλία έτσι κι έτσι κι ένα μπαρ όπου πρόλαβα και πήρα το μοναδικό snorkel kit που υπήρχε. Λίγο έξω από την παραλία υπήρχε ένα ημιβυθισμένο ναυάγιο, γύρω από το οποίο έκοβαν βόλτες κάτι χαριτωμένα ψάρια με όμορφους σχηματισμούς, που μου κράτησαν το ενδιαφέρον για κανένα μισάωρο. Κατά τα λοιπά, ευτυχώς που είχα φέρει μαζί μου το ημερολόγιο και το άκρως ενδιαφέρον βιβλίο μου για τους χειρότερους 20 δικτάτορες εν ζωή.

Μας είχαν δώσει κι ένα χαρτάκι-voucher για φαγητό, με το οποίο είχες δικαίωμα να επιλέξεις ανάμεσα σε μπέργκερ από ψάρι, χοιρινό ή κοτόπουλο. Περπάτησα γύρω γύρω το νησί, στο οποίο ζούσε η οικογένεια που το διαχειριζόταν για λογαριασμό του Τονγκανού ιδιοκτήτη και... αυτάααα. Ας πούμε ότι ήταν μια μέρα χαλάρωσης, αλλά η αλήθεια ήταν πως μάλλον χαμένη μέρα τη θεώρησα. Όντως όμορφα τα ψαράκια και το ναυάγιο, αλλά δεν ήρθα μέχρι την άλλη πλευρά του πλανήτη γι' αυτό. Το Τόνγκα θα το ξαναεπισκεφθώ πάντως, θα πάω και στα άλλα νησιωτικά του συμπλέγματα. Κάποτε...

Γύρισα σπίτι, συνέχισα με το ημερολόγιό μου κι έπιασα ωραία κουβέντα με το Michael και το ζευγάρι των Γερμανών. Οι οποίοι Γερμανοί ταξίδευαν απίστευτα αργά, για παράδειγμα στο Tongatapu θα περνούσαν δέκα μέρες. Όλη τη μέρα δεν είχαν βγει από το σπίτι, παρά "κανόνιζαν" τις φωτογραφίες τους, μου είπαν πως θα αφιέρωναν 2-3 ημέρες σε αυτή την εργασία, προκειμένου "να μπει μια τάξη". Υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη ταξιδιωτών, εγώ ακόμη και σε ταξίδι 365 ημερών δε θα άφηνα ούτε μια μέρα στο να "κανονίσω" φωτογραφίες. Αυτοί είχαν τα βιβλία τους, μαγείρευαν, έγραφαν καρτ ποστάλ, έκαναν σχέδια για τους επόμενους μήνες και μου είπαν ότι ίσως σε δύο μέρες να νοίκιαζαν ένα μηχανάκι για να γυρίσουν το νησί.

Την επομένη είχε έρθει επιτέλους η ώρα για τη Νέα Ζηλανδία, το ένα από τα δύο κυρίως πιάτα του ταξιδιού, μαζί με το Βανουάτου. Είχα ξοδέψει όλα μου τα ντόπια χρήματα, οπότε περίμενα υπομονετικά το ταξί που θα με πήγαινε στο αεροδρόμιο. Ο ταξιτζής δεν ήταν εξίσου υπομονετικός στην οδήγησή του πάντως, με αποτέλεσμα να τον σταματήσουν σε δύο διαφορετικά μπλόκα, απ' όπου τη γλίτωσε λέγοντας ότι δεν έχει χρήματα για λάδωμα και -αφού μόνο για το λάδωμα ενδιαφέρονταν οι της τροχαίας- τον άφησαν να φύγει. Δε μιλούσε Αγγλικά ο άνθρωπος, αλλά μου τα εξήγησε σε μια εξαιρετικά διασκεδαστική παντομίμα.

Έφαγα μια κρεατόπιτα στο αεροδρόμιο αφού δέχονταν νεοζηλανδέζικα δολάρια, η Air New Zealand δεν με έψεξε για το σάκο μου (χαλαροί οι Τονγκανοί, αλλιώς η συγκεκριμένη εταιρεία χρεώνει τα πάντα και οι μισές της πτήσεις δε δίνουν μίλια) κι ετοιμάστηκα για το δεκαπενθήμερο ταξίδι στην χώρα των kiwis.

To νησάκι με το ναυάγιο.

20190411_112259.jpg


Όπου είχε και ελεύθερα γουρουνάκια, φυσικά.

20190411_112516.jpg


Τα παιδάκια έπαιζαν.

20190411_144112.jpg


Ενδιαφέρουσα κλούβα για κρατούμενους.

20190412_114805.jpg


Έβλεπα τους πάντες να τρώνε αυτές τις κρεατόπιτες και μια απορία την είχα για το τι γεύση να έχουν. Ε, μπορώ να σας πω με πάσα βεβαιότητα ότι έχουν γεύση κρεατόπιτας.

20190412_120603.jpg


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9: Νέα Ζηλανδία

Πριν καν προσεγιωθώ, είχα ήδη ίντερνετ στο κινητό μου. Ως τριτοκοσμικός βλάχος συνέχισα να κοιτάω σα χαζός το κινητό μου, μην πιστεύοντας αυτό το θαύμα που λέγεται "δεδομένα". Αυτή τη φορά πέρασα τον έλεγχο διαβατηρίων χωρίς πολλές ερωτήσεις ή... προσφορές εργασίας και πήρα ένα uber για το ξενοδοχείο που είχα κλείσει κοντά στο αεροδρόμιο, όπου και θα περίμενα το Δευκαλίωνα. Το ότι κόστισε 17 νεοζηλανδέζικα δολάρια ομολογώ πως μου προκάλεσε σοκ και δέος, αφού μιλάμε για μια απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων... Τελικά έμαθα πως διέθετε και free shuttle, τρομάρα του.

Απέμεναν μερικές ώρες μέχρι την άφιξη του Δευκαλίωνα και πεινούσα, οπότε περπάτησα τριγύρω, βρήκα ένα σούπερ μάρκετ με υγιεινές διατροφές και ψώνισα πέντε πράγματα για τις επόμενες ημέρες, ενώ δίπλα του υπήρχε ένα εστιατόριο όπου ένας Ινδός μου ΄σερβιρε ελληνική σαλάτα με πίκλα, μπέικον και ινδική σάλτσα. Ρε παιδιά, κι εμένα μου αρέσει ο διεθνισμός και τo fusion... αλλά μήπως έχουμε ξεφύγει λίγο;

Ο Δευκαλίων τελικά εμφανίστηκε με μια μικρή καθυστέρηση, φτάνοντας στις 1 το πρωί. Χαιρετηθήκαμε και πέσαμε για ύπνο, την επομένη θα ξεκινούσαμε από νωρίς την περιήγησή μας στο Βόρειο Νησί.

Πήγαμε στο σούπερ μάρκετ για να προμηθευτούμε μήλα, γιαούρτια και λοιπά προϊόντα που θα μας βοηθούσαν να τρώμε τακτικά, υγιεινά και διαατητικά, διότι ήμασταν και χοντροί, να τα λέμε αυτά. Μετά πήραμε το free shuttle για το αεροδρόμιο, που δεν ήταν και πολύ shuttle, αφού έκανε στάση σε 5 ξενοδοχεία και χάσαμε κι άλλο χρόνο, αφού δε βρίσκαμε το υποκατάστημα από όπου θα πέρναμε το αυτοκίνητο.

Εν τέλει ξεκινήσαμε για το Waipoua, όπου θα πηγαίναμε να επισκεφθούμε ένα δάσος από εκείνα τα τεράστια δέντρα που είναι σχεδόν υπό εξαφάνιση (Κauri λέγονται) και από τα οποία ήταν γεμάτο το νησί πριν την άφιξη των ανθρώπων, που είναι σχετικά πρόσφατη. Αρχικά κάναμε ένα μικρό μονοπατάκι της μισής ώρας σε ένα εθνικό πάρκο, που ήταν πολύ προσεγμένο και τα δύο τεράστια δέντρα που είδαμε ήταν αρκετά εντυπωσιακά. Μετά είπαμε να περάσουμε από το κατάλυμά μας, το Kauri Coast Estate Owners Cottage, το οποίο ήταν πραγματικά εξαιρετικό: ένα φανταστικό σπιτάκι με πολύ γούστο πάνω σε ένα χωμάτινο καρόδρομο, κυριολεκτικά μέσα στο δάσος, το οποίο εδώ και έξι μήνες έχει αγοράσει μια εναλλακτική σχετικά νεαρή ιδιοκτήτρια, που αποφάσισε να ξεφύγει από το Ώκλαντ, που έτσι κι αλλιώς δεν το λες και την πρωτεύουσα του στρες πάντως. Το σπίτι είναι ένας παράδεισος μέσα στον παράδεισο, φτιαγμένο με πολύ γούστο, στιλάτα μπάνια, ένα όμορφο σαλονάκι και δύο υπνοδωμάτια, όπου πληρώσαμε 100€. Δε συνηθίζω να συνιστώ καταλύματα, αλλά δεν ξέρω πόσο καλύτερα γίνεται από αυτό, πραγματικά ενθουσιαστήκαμε.

Τέλος πάντων, αφήσαμε τον ενθουσιασμό μας για το κατάλυμα πίσω κι είπαμε να κατευθυνθούμε προς το Omapere. Ωωω τι εξοχή! Καταπληκτική φύση, όμορφη θέα των βορειοδυτικών παραλίων της χώρας, αμμόλοφοι, δάση, κοιλάδες βγαλμένες από το μικρό σπίτι στο λιβάδι... για μένα ήταν από τις πιο όμορφες διαδρομές που κάναμε σε μια ούτως ή άλλως πανέμορφη χώρα, στο μάλλον υποτιμημένο Βόρειο Νησί. Το θέμα είναι ότι πεινάσαμε και το γκουρμεδάκι που είχα σταμπάρει δε σέρβιρε τίποτε από τις 3 μέχρι τις 6, οπότε κάναμε τη δίαιτά μας σμπαράλια πηγαίνοντας σε ένα Sand's Cafe, όπου όταν ρώτησα αν έχουν σαλάτα μου απάντησαν όλο απορία: Salad? To eat? Ε ναι ρε φίλε to eat, τι to shower λες να τα θέλω τα μαρούλια; Τελικά σαβουρώσαμε... ένα fish burger και περίπου ένα κιλό πατάτες με αλατάρες, τα φάγαμε και φύγαμε βουρ για το Waipoua Twilight Tour που είχαμε κλείσει, με την απορία πώς θα έχει σκοτάδι όταν ο ήλιος ήταν ακόμη ντάλα...

Στο τουρ ήμασταν μόνο εμείς κι ένα ζευγάρι Βρετανών. Ήμασταν διστακτικοί στο να το κλείσουμε διότι το κόστος ήταν πολύ υψηλό (105 NZD), αλλά επειδή είμαστε και της νοοτροπίας ότι μετανιώνεις μόον αυτά που ΔΕΝ κάνεις, πήγαμε. Φτάσαμε λίγο νωρίτερα, οπότε κάναμε ζαβολιά και φτάσαμε πρώτα μόνοι μας στο τρισμέγιστο δέντρο Tane Mahuta, που ομολογουμένως ήταν πολύ εντυπωσιακό. Το τουρ ξεκίνησε λίγο αργότερα με μια κυριούλα Μαορί που μας περπάτησε στο δάσος εξηγώντας μας πολλά από τα φυτά (από μούρα που προκαλούν διάρροια, μέχρι τα καωνοφόρα) και μας μίλησε και για την ασθένεια dieback, από την οποία αργοπεθαίνουν τα Kauri και τις προσπάθειες που γίνονται για να διασωθούν. Μάθαμε κι ότι οι Μαορί στη γλώσσα τους λέγονται Μάουντι και τα δέντρα Κάουντι, οι άλλες προφορές είναι βρετανικές διαφθορές. Φτάσαμε σιγά σιγά και στο δεύτερο μεγαλύτερο δέντρο, ήμασταν μόνοι μας, πολύ ατμοσφαιρική η όλη επίσκεψη με την κυριούλα να τραγουδάει και να προσεύχεται στη γλώσσα των προγόνων της, ενώ ολοκληρώσαμε βλέποντας τις "τέσσερεις αδελφές", ένα σύμπλεγμα από μεγάλα δέντρα και μάθαμε και για το εθνικό πτηνό kiwi και για αυτά τα σατανικά τρωκτικά τα possum, που εκτός από κακάσχηγμα πάνε και τρώνε τα (τεράστια!) αβγά των kiwis. Συνολικά θα έλεγα πως ήταν όμορφη δραστηριότητα, αλλά οπωσδήποτε υπερτιμημένη.

Επιστρέψαμε στο σπιτάκι μας, νιώσαμε πολύ καθαροί κάνοντας ντους, ο Δευκαλίων βγήκε με τη σούπερ ντούπερ κάμερά του για να πάρει φωτογραφία το Milky Way, φάγαμε κάμποσα power bars και μπαλίτσες πρωτεϊνης προσποιούμενοι ότι δεν είχαμε φάει σαβούρες λίγες ώρες πριν και πέσαμε για ύπνο μετά από ένα από τα πολλά τσαγάκια που μας είχε αφήσει η καλή ιδιοκτήτρια.

To σπιτάκι...

20190413_135228.jpg


Εμένα αυτά τα τοπία με μαγεύουν.

20190413_140306.jpg


Ποταμάκια, δέντρα, ελάχιστα αυτοκίνητα.

20190413_141838.jpg


Παραλίες παντού...

20190413_145030.jpg


Σαβουροκατάσταση λέμε.

20190413_153635.jpg


Τεράστιες φτέρες στο δρόμο για το δάσος.

20190413_160833.jpg


Πολύ προσεγμένα τα μονοπάτια τους, όπως παντού.

20190413_161855.jpg


Δεντράρες. Κρίμα που οι φωτό δεν αποδίδουν το δέος που προκαλούν οι γίγαντες της φύσης.

20190413_162325.jpg


Πολύ όμορφες οι βόλτες.

20190413_171833.jpg


Κι όταν κοιτούσες ψηλά, ένιωθες μικρός.



20190413_173713.jpg


Ακτινογραφία ενός kiwi σε ενδιαφέρουσα: απίστευτο μέγεθος αβγού σε σχέση με το σώμα του!

20190413_180231.jpg


Απίθανο να ξυπνάς σε τόσο όμορφο μέρος. Με το φως της αυγούλας είδαμε και πόσο όμορφη κουζίνα και κήπο έχουν η Joanna και ο Scottie. Φάγαμε το υγιεινό μας πρωινό και η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελα να φύγω, σα σπίτι μου το ένιωσα αυτό το σπιτάκι. Γνωρίσαμε και τη Joanna, πολύ εναλλακτική τύπισσα, με μπότες φτιαγμένες από τα μισητά possums. Πιάσαμε κουβεντούλα, όταν της είπα ότι ο Δευκαλίων είναι ο ιδιοκτήτης του πιο μεγάλου ταξιδιωτικού φόρουμ, του πρότεινε και έκπτωση για τα μέλη του φόρουμ που θα διαμένουν εκεί. Αυτά είναι.

Το πλάνο έλεγε α πάμε στο Te Hana Te Ao Marama, ένα ομοίωμα κοινότητας Μαορί. Είχαμε τους ενδοιασμούς μας διότι μας φαινόταν πολύ τουριστικό, αλλά τελικώς αποφασίσαμε να πάμε για να πάρουμε μια ιδέα. Τελικώς όταν φτάσαμε διαπιστώσαμε πως δεν υπήρχε ψυχή από επισκέπτες. Μας ξενάγησε ένας τυπάκος, αλλά δε μείναμε κι ενθουσιασμένοι. Μας είπε πέντε πράγματα για τη μυθολογία και τα έθιμα των Μαορί (προσωπικά προτιμώ την ιστορία), είδαμε το αντίγραφο ενός pa, αλλά απαγορευόταν να το πλησιάσουμε λόγω taboo, οπότε επισκεφθήκαμε ένα αντίγραφο παραδοσιακού κτίσματος και κάποια σκαλιστά που είχαν κάνει. Τα βρήκαμε πολλά τα 25NZD και η αλήθεια είναι ότι δεν έμαθα και κάτι ενδιαφέρον. Γενικώς το θέμα Μαορί είναι πονεμένο, με εξαίρεση το μουσείο του Όκλαντ, δεν είναι εύκολο να πάρεις μια ιδέα του πώς ήταν η ζωή πριν την άφιξη των Ευρωπαίων, ελλείψει και αρχαιολογικών μνημείων.

Περάσαμε έξω από το Όκλαντ, το οποίο ο Δευκαλίων δεν πρόλαβε να δει ποτέ. Ένα τεράστιο σύννεφο έδινε ένα τόνο μελαγχολικότητας στην πόλη, ενώ εντυπωσιακή ήταν η μαρίνα των ιστιοφόρων, σε βαθμό που απόρησα πόσα ιστιοφόρα ανά κάτοικο υπάρχουν. Λίγο έξω από το Όκλαντ βρίσκεται το One Tree Hill, ένας λόφος με μπόλικα πρόβατα, έναν οβελίσκο -ή κάτι τέτοιο- προς τιμή των Μαορί κι ένα... survivor contest δέντρων. Αν κατάλαβα καλά, σκοπός ήταν να υπάρξει μόνο ένα δέντρο, για να δικαιωθεί και το όνομα, κι επέλεξαν κάποια δέντρα, από τα οποία θα επιβιώσει μόνο ένα (σαν το Χαϊλάντερ ένα πράγμα), το οποίο και θα παραμείνει εκεί μετά το 2021. Όπως και να έχει η βροχή μας τα χάλασε, όχι πριν απολαύσουμε πάντως το ωραίο γκαζονάκι και τα δεντράκια. Η θέα της πόλης πάντως δεν ήταν και τίποτε το φοβερό, ούτε στο επόμενο lookout στο οποίο πήγαμε.

Είχα ψάξει να δω που θα φάμε κι είχα επιλέξει το Little Jimmy's, μόλις 4 χιλιόμετρα πιο πέρα. Το βρήκαμε εύκολα. Τι ΓΚΟΥΡΜΕΔΑΡΑ ήταν αυτή. Μοιραστήκαμε μια σαλάτα αλλά εγώ δεν κρατήθηκα παραγγέλνοντας δύο κυρίως πιάτα, ένα απίθανο κουνουπίδι με κάρι κι ένα φιλέτο κοτόπουλο με σάλτσα από αμύγδαλα και σταφίδες. Η ερωτική σχέση του Yorgos και των εστιατορίων της Νέας Ζηλανδίας had officially begun.

Εν τέλει, μετά από αρκετές ώρες οδήγηση του Δευκαλίωνα, φτάσαμε στο Otorohanga, προκειμένου την επομένη να επισκεφθούμε τα σπήλαια με τα φωσφορίζοντα σκουλήκια. Μείναμε σε ένα συμπαθές μοτέλ, σε τεράστιο δωμάτιο (τα έχει αυτά η Ωκεανία γενικώς, χώρος υπάρχει), με απαρχαιωμένες συσκευές, αλλά πληρέστατο, οπότε μαγειρέψαμε, φάγαμε μπαλίτσες πρωτεϊνης (άλλος έρωτας!) και είδαμε και ΝΒΑ αφού ξεκινούσαν τα πλέι οφ. Το βράδυ αργήσαμε να κοιμηθούμε χάρη στην είδηση ότι ο απερχόμενος πρωθυπουργός της Φινλανδίας ονομάζεται... Γιούχα Σαπίλα. Χαχα, υστερία μας έπιασε με τον τύπο, σα παιδάκια χαχανίζαμε μέχρι να μας πάρει ο ύπνος. Μα να είναι το επώνυμό σου Σαπίλα (τελικά νομίζω Σίπιλα προφέρεται)... και να είναι και το μικρό σου.... Γιούχα;

Ξεκινήσαμε νωρίς γιατί το voucher για τις σπηλιές έλεγε πως έπρεπε στις 9.30 να είμαστε στο σπήλαιο Rotorui. E φτάσαμε στις 8.15 για να διαπιστώσουμε πως... ανοίγει στις 9 και δεν είχε έρθει ούτε ο φύλακας. Μη έχοντας τι να κάνουμε, πήγαμε σε ένα ξέφωτο για να πετάξει το drone o Δευκαλίων. Πλάκα είχε, δεν είχα ξαναδεί drone (στην Κούβα απαγορεύονται), μου φάνηκε σαν εξωγήινη σφήκα, ενώ και ο χειρισμός φαινόταν απλός και σε μια χώρα σαν τη Νέα Ζηλανδία, με τα φοβερά φυσικά τοπία που έχει, οι λήψεις είναι εντυπωσιακές.

Τέλος πάντων άνοιξε το σπήλαιο, η είσοδος του οποίου έμοιαζε με food truck. Βασικά ένα κοντέινερ ήταν, όπου μας αυτοσυστήθηκε και ο ξεναγός μας, ένα ανθρωπάκι ονόματι Νέιθαν. Η είσοδος στο σπήλαιο γίνεται μέσω μια φουτουριστικής σπιροειδούς σκάλας με εντυπωσιακό φωτισμό που καταλήγει σε μια πύλη α λα Σταρ Τρεκ που ανοίγει μαγικά... και κάπου εκεί τελειώνουν τα εντυπωσιακά. Διότι από κει και πέρα είδαμε μεν κάποιους καλούτσικους σταλακτίτες και μάθαμε και για τα περιττώματα και τις μίξες των σκουληκιών (αν θυμάμαι καλά κάνουν εμετό τα σκουλήκια κι αυτός ο εμετός είναι που κρέμεται σα μίξα με βιοχλαπάτσα και φωσφορίζει), το οποίο κράτησε πέντε λεπτά. Το υπόλοιπο δίωρο έπρεπε να ανεχθούμε το απίστευτα κρύο χιούμορ του Νέιθαν, σε βαθμό που αρχίσαμε να μεθοδεύουμε με ποιο τρόπο θα τον δολοφονήσουμε. Είναι αδύνατον αυτός ο άνθρωπος
α) να έχει αυτή τη δουλειά, δηλαδή να λέει τα ίδια κρύα αστεία περίπου 5 φορές την ημέρα σε εκατοντάδες ανθρώπους
και β) να μην τον έχουν δείρει πολλές φορές λόγω του α) .
Κι αν δεν τον έχουν δείρει, ήμασταν πρόθυμοι να το κάνουμε εμείς.

Τέλος πάντων, τα κλάψαμε τα λεφτά μας γιατί ήταν και ακριβό το σπήλαιο, αν θυμάμαι καλά πάνω από 70€/άτομο. Αν μη τι άλλο από μάρκετινγκ είναι φοβεροί οι Νεοζηλανδοί. Βγαίνοντας από το σπήλαιο, με τη θερμοκρασία πια να είναι πιο ανθρώπινη (έλειπαν τα αστεία του Νέηθαν, γι' αυτό μάλλον) είδαμε πως είχε ένα μονοπατάκι για ένα 45λεπτο τρεκ, το οποίο ήταν αρκετά ευχάριστο.

Ξαναμπήκαμε στο αυτοκίνητο και κατευθυνθήκαμε προς την Otorohanga, αυτή τη φορά για να δούμε από κοντά kiwis. Η διαδρομή πάντως ήταν όλα τα λεφτά, φανταστικά τοπία, χαίρεσαι να οδηγείς, ή στην περίπτωσή μου, χαίρεσαι να σε οδηγούν. Το kiwi house είναι ένα είδος καταφυγίου-ορνιθοτροφείου, όπου με αντίτιμο τα (αρκετο΄θτδικα) 28 NZD μπορεί κανείς να δει επιτέλους τα kiwis σε σκοτεινή αίθουσα (αλλά ακριβώς μπροστά μας) και να μάθει πολλά γι' αυτά, από το πώς τα σατανικά possum τους τρώνε τα αβγά μέχρι το ότι τα αβγά τους είναι μεγέθους... στρουθοκάμηλου. Πέραν των καημένων των kiwis (που επειδή δεν μπορούν να πετάξουν γίνονται βορά στις διαθέσεις και των σκύλων), είδαμε μπόλικα εξωτικά πουλιά και όχι μόνο. Γενικώς άξιζε τον κόπο η επίσκεψη.

Αυτό που καρα-άξιζε πάντως ήταν η επόμενη διαδρομή: φανταστική εξοχή, βοσκοτόπια, δέντρα σε απίθανες αποχρώσεις και η οργιώδης βλάστηση που ανά σημεία έκανε εισβολή στο δρόμο.
Γενικώς η φυσική ομορφιά της χώρας είναι δύσκολο να περιγραφεί και για το Νότιο Νησί αυτό ισχύει στον υπερθετικό βαθμό.

Φτάσαμε στον προορισμό μας, το Huka Falls, όπου υπήρχε πάρα πολύς κόσμος, πολλοί κάνοντας jetboating, που δε μου φάνηκε και τίποτε τρομερό. Μήπως είναι υπερτιμημένη όλη η χωρα τελικώς; Τα χειμαρρώδη νερά χαριτωμένα ήταν, χωρίς πάντως το τοπίο να είναι φοβερό. Η πτήση drones απαγορευόταν, όπως σε πάρα πολλά σημεία στη χώρα και αποφασίσαμε αυθόρμητα να πάμε να δούμε ένα γεωθερμικό πάρκο εκεί κοντά, το οποίο όμως θα έκλεινε σύντομα. Προλάβαμε στο τσακ, ίσα που μας άφησαν να πληρώσουμε τα μόλις 8NZD της εισόδου και κάναμε το loop ανάμεσα στους αναδυόμενους καπνούς, το βρήκαμε μάλλον ανέλπιστα καλό.

Σήμερα θα διανυκτερεύαμε στο Turangi και καθοδόν πετύχαμε ένα πολύ όμορφο ηλιοβασίλεμα. Το κατάλυμά μας ήταν σε ένα διόροφο σπίτι, όπου εμείς θα μέναμε στο ισόγειο, αφού στον πάνω όμορφο έμενε ένα ζευγάρι Μαορί. Μας υποδέχτηκε η κοπελιά, που ήταν μιας άλφα διάστασης όπως συμβαίνει με πάρα πολλούς Μαορί και μετά γνωρίσαμε και τον άντρα της που θύμιζε αθλητή του Σούμο. Ακριβώς επειδή έμεναν από πάνω μας, όποτε περπατούσε νιώθαμε ότι γίνεται σεισμός. Το διαμερισματάκι ήταν όμορφο και είχαν και την ευγένεια να γράψουν και "kia ora, Georgio" στην οθόνη της τηλεόρασης του δωματίου μας.

Ωραία όλα αυτά, αλλά εμείς πεινούσαμε. Πήγαμε με το αυτοκίνητο στο σούπερ μάρκετ New World, όπου με την ευκαιρία έκανα και ανάληψη χρημάτων, βλέποντας και τη μόνη αντικοινωνική συμπεριφορά όλες τις μέρες που έμεινα στη Νέα Ζηλανδία, δηλαδή κάτι παιδάκια να βρίζονται και να νομίζουν ότι βγήκαν από αμερικανική ταινία. Στο σούπερ μάρκετ έπαθα πλάκα με την ποικιλία των υγιεινών προϊόντων διατροφής και σνακ. Τελικά πήρα ένα korma των 300 θερμίδων, κάτι υγιεινές μπαλίτσες, κάτι thin corns που μου πρότεινε ο Δευκαλίων τα οποία αποδείχθηκαν σχεδόν τόσο απίθανα όσο και οι μπαλίτσες και μπόλικες μπάρες γιατί, για να μην ξεχνιόμαστε, την επόμενη είχε τρεκ. Για το οποίο τρεκ ο Δευκαλίων ανησυχούσε ότι ίσως να μην τα καταφέρει, τόσο λόγω φυσικής κατάστασης όσο και κρύου, οπότε και ρώτησε την καλή Μαορί που μας φιλοξενούσε αν πίστευε ότι θα τα κατάφερνε. "Ε, αφού έχεις ισοθερμικά πρέπει να είσαι καλός τρέκερ, πάλι καλά γιατί είναι δύσκολη η ανάβαση. Αλλά για να έχεις τέτοια ρούχα σίγουρα θα είσαι έμπειρος!",

ΝΟΤ !!!
Είχε και μια κηπάρα από πίσω η κυρα-Τζοάνα...

20190414_072514.jpg


Το λες και ωραίο το να φτιάχνεις το πρωινό σου μέσα στη φύση με τα πουλάκια.

20190414_072520.jpg


Και με μπότες από possum η μανδάμ.

20190414_084429.jpg


Δεν τρελαθήκαμε με το χωριό Μαορί.

20190414_111924.jpg




20190414_114108.jpg


Το Όκλαντ από μακριά φαίνεται μεγαλύτερη πόλη απ' ό,τι είναι.

20190414_131631.jpg


Και με ατελείωτα ιστιοφόρα.

20190414_131909.jpg


One tree hill.

20190414_135051.jpg


Aν βρισκόταν εδώ ο Κρεκούζα;, θα άλλαζε ένα γραμματάκι με τις πέτρες και θα το "πουλούσε" στην καλή του σα δικό του έργο, τον ξέρουμε, τα κάνει αυτά...

20190414_135533.jpg



Survivor δέντρων...

20190414_140356.jpg


Πολυνησιακό σκυλάκι. Δε θα το έβαζα σπίτι μου.

20190415_085355.jpg


Ο Νέηθαν. Ζωντανός. Ακόμη...

20190415_090700.jpg


Φωσφορίζουσες μίξες-ξερατά σκουληκιών. Πληρώσαμε λεφτά γι' αυτό. Πολλά.

20190415_093520.jpg


Το τρεκ απέξω πάντως ήταν ωραίο.

20190415_110026.jpg


Kiwis, τρομερό

20190415_115834.jpg


Τα αβγά των kiwis είναι τιτανοτεράστια.

20190415_120000.jpg


Και πάλι, πιο καθαρά, ακτινογραφία kiwi και του αβγού του. Ούτε να περπατήσουν δεν μπορούν.

20190415_120008.jpg


Σατανικό possum τρώει αβγό 12 ομελετών.

20190415_120029.jpg


Φανταστικά τοπία.

20190415_132316.jpg


Ωραίοι δρόμοι, καλός καιρός, καθόλου κίνηση.

20190415_135511.jpg


Huka Falls

20190415_152816.jpg


Εκείνο το γεω-τέτοιο πάρκο.

20190415_161025.jpg



20190415_163513.jpg



20190415_163938.jpg


Και το ηλιοβασίλεμα.

20190415_172014.jpg

Κρίμα να μην έχω φωτογραφική μηχανή, ήταν πανέμορφα τα χρώματα.

20190415_174158.jpg

Ωραίο το ηλιοβασίλεμα.

20190415_174319.jpg


Ωραίο και το καλωσόρισμα.

20190415_181824.jpg

Μεγάλη μέρα η σημερινή, προβλεπόταν το ολοήμερο τρεκ στο Tongariro, που προωθείται ως μάλλον το καλύτερο day trek στη χώρα. Ενθουσιασμένος ήμουν, αν και λίγο νευρικός γιατί δεν ήξερα αν θα τα έβγαζε πέρα ο Δευκαλίων. Δε βοήθησε ιδιαίτερα το ότι εμφανίστηκε ντυμένος σα να πηγαίνει σε συνέντευξη για δουλειά...

Το προηγούμενο βράδυ μάλιστα οι καλοί Μαορί που μας φιλοξενούσαν είχαν φιλοτιμηθεί να μας πάνε αυτοί με το αυτοκίνητό τους μέχρι το σημείο από όπου ξεκινάει το τρεκ, αλλά δυστυχώς είχαμε κλείσει ήδη transfer (πανάκριβο, καλά το μαντέψατε), που σε πάει στο σημείο εκκίνησης και σε επιστρέφει από το σημείο τερματισμού. Ακριβώς επειδή δεν είναι loop δεν είχε νόημα να πάμε με το αυτοκίνητό μας.

Το pickup ήταν στο κέντρο της πόλης, δίπλα στις τουριστικές πληροφορίες, όπου περίμενε και μια οικογένεια Γερμανών. Ο 11χρονος γιος είχε έρθει για ανταλλαγή ως μαθητής για να βελτιώσει τα Αγγλικά του "και να δει ένα άλλο εκπαιδευτικό σύστημα" και οι γονείς του είχαν έρθει για επίσκεψη με αφορμή τις διακοπές του Πάσχα, κατά τις οποίες θα ξεσκίζονταν στα τρεκ. Μάλιστα. Φανταστείτε Ελληνίδα μάνα να στείλει το παιδί της στην άλλη μεριά του πλανήτη για να "γνωρίσει ένα άλλο εκπαιδευτικό σύστημα" (ούτε παρελάσεις δε θα έχουν εκεί κάτω και τι θα τρώνε τα παιδιά, άσε που μπορεί να επιστρέψει ομοφυλόφιλο ή αλλόθρησκο) και όταν πάει να το επισκεφθεί, αντί να πάει με ταψιά παστίτσιο να το πλακώσει στο τραντίσιοναλ γκρικ φουντ να πάνε για τρεκ. Άκου πράγματα.

Το transfer ήρθε λίγο αργοπορημένο κι έκανε 45 λεπτά μέχρι το parking της εκκίνησης, όπου είχε κόσμο, αλλά όχι τόσο όσο φοβόμουν. Γενικώς το ταξίδι στη Νέα Ζηλανδία συγχρονίστηκε με τις σχολικές πασχαλινές διακοπές ώστε να μπορέσει να έρθει ο Δευκαλίων, αλλά εν τέλει οι φόβοι μου ότι τα πάντα θα είναι κατακλυσμένα από τους τουρίστες αποδείχθηκαν αβάσιμοι, όπως και η υστερία ότι "η χώρα έχει καταληφθεί από Κινέζους" και άλλα τέτοια.

Η ταμπέλα στην εκκίνηση μας γνωστοποιούσε πως το τρεκ διαρκεί 6 ώρες και 20 λεπτά, για μια συνολική απόσταση 19,2 χιλιομέτρων. Πολύ όμορφα. Ξεκινήσαμε με λίγο ανέβασμα, με τη θέα του χιονισμένου βουνού να δεσπόζει δίπλα μας. Υποτίθεται πως κάποια από τα τοπία είναι γνωστά λόγω των ταινιών με τα Χόμπιτ, αλλά επειδή δεν τα έχω δει (πήγα με το φίλο μου το Χρήστο να δούμε ένα και κοιμήθηκα πολύ ωραία στον κινηματογράφο, είναι πολύ βολικές οι θέσεις στην Ελλάδα), δεν έχω ιδέα να σας πω. Όμορφα πάντως. Σε λίγο όμως ξεκίνησε η ανάβαση, που θα ήταν λιγότερο κουραστική αν δεν ήταν γεμάτη με σκαλιά. Ο Δευκαλίων τα έπαιξε, απ' ό,τι κατάλαβα στους τετρακέφαλους αλλά και γενικά με τις αναπνοές. Χωρίς να είναι και το πιο δύσκολο τρεκ του κόσμου, η δυσκολία του, τουλάχιστον στο ξεκίνημα ήταν άνω του μέσου όρου κι έχασε την αναπνοή του ο άνθρωπος, αφού δεν είναι συνηθισμένος.

Κι εγώ κουράστηκα πάντως, λογικό είναι, από τα 1280μ που ξεκινήσαμε ήδη είχαμε φτάσει στα 1880μ, δεν είναι μικρή ανάβαση αυτή. Πολύ προσεγμένο πάντως το τρεκ, με ξύλινους υπερυψωμένους διαδρόμους. Είχε αρκετούς ανθρώπους μιας άλφα ηλικίας που τα έβγαζαν πέρα κι εν τέλει, αφού πήρε κι ο Δευκαλίων τις ανάσες του, φτάσαμε στο Νότιο Κρατήρα, όπου πριν καλά καλά φτάσουμε να δούμε τη θέα... μας επιτέθηκαν κάτι πυκνά σύννεφα κι αυτή χάθηκε. Ίσα που προλάβαμε να δούμε το σκηνικό από τη Μόρντορ, για όποιον καταλαβαίνει τι είναι αυτό.

Μασουλήσαμε τα σνακ μας (μπαλίτσες!!) και ξεκινήσαμε την κατάβαση. Είχε τόσα σύννεφα που δεν έβλεπες πολύ μακριά κι επιπλέον οι πέτρες και το χώμα γλιστρούσαν, οπότε πιο πολύ με σερφ έμοιαζε παρά με κατάβαση, αλλά είχε την πλάκα του και πλέον το δυσκολότερο κομμάτι είχε περάσει, αν και η γλίστρα ήθελε πολλή προσοχή, σε βαθμό που αναρωτήθηκα τι γίνεται σε περίπτωση βροχής γιατί η λάσπη πρέπει να είναι επικίνδυνη, ειδικά για όποιον δεν έχει τα κατάλληλα υποδήματα, όπως ο υπογράφων. Εμείς πάντως είχαμε άψογο καιρό και, με τα σύννεφα να αποχωρούν σιγά σιγά, άρχισαν να αχνοφαίνονται οι σμαραγδί και η πράσινη λίμνη. Σε λίγα λεπτά μάλιστα καθάρισε τελείως ο καιρός και μπορέσαμε να τις απολαύσουμε... τρώγοντας κι άλλες μπαλίτσες!

Η υπόλοιπη κατάβαση ήταν πιο εύκολη, αλλά ατέλειωτη, αν και το τελευταίο κομμάτι που περνούσε μέσα από το δάσος ήταν πιο ενδιαφέρον. Γενικώς το τρεκ, παρότι όμορφο, δε θα το έβαζα μέσα στα 10 εντυπωσιακότερα που έχω κάνει, ούτε κατά διάνοια. Και για day treks, ουφ καλά, μπορώ να σκεφτώ πάρα πολλά καλύτερα. Όμορφα ήταν πάντως, καλή γυμναστική, ωραία τοπία και πολλά συγχαρητήρια στο Δευκαλίωνα που το πάλεψε ο άνθρωπος.

Γυρίσαμε στο σπίτι, πλυθήκαμε σαν άνθρωποι, ντυθήκαμε και πήγαμε στο Lakeside Lodge, μόλις 7 χιλιόμετρα μακριά, όπου διάβασα πως το φαγητό είναι πολύ καλό. Πριν φτάσουμε στο φαγητό, το όλο setting με την τεράστια λίμνη με τις πάπιες ήταν απίθανο, αλλά το φαγητό έδωσε τα ρέστα του: εξαιρετικές σαλάτες, άψογη μπριζόλα για το Δευκαλίωνα, αν και στο τέλος την παράσταση την έκλεψε μια απίθανη ξανθιά μαμά που καθόταν απέναντι, από σουηδικό όνειρο βγαλμένη.

Στην επιστροφή μας στο σπίτι προλάβαμε ανοιχτό το New World κι εγώ ως compulsive buyer αγόρασα ό,τι υγιεινό σνακ βρήκα μπροστά μου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των... γιαπωνέζικων φυκιών που αποδείχθηκαν επιτυχία στο τρεκ. Το κλου της βραδιάς πάντως ήταν μια Μαορί που ήρθε να ψωνίσει με γαλότσες και μπουρνούζι, ενώ αρκετοί είναι εκείνοι που βγαίνοντας από το αυτοκίνητο για ψώνια πάνε ξυπόλητοι...

Αυτός ο άνθρωπςο τώρα, πάει για τρεκ, όχι στη δουλειά του.

20190416_065327.jpg


Η θέα με το που ξεκινάει το τρεκ.

20190416_080528.jpg


Κοιτώντας προς τα πίσω, η αφετηρία δε φαίνεται καν.

20190416_082534.jpg


Πολύ προσεγμένα τα μονοπάτια τους, με πλατφόρμες, καλή σηματοδότηση, τουαλέτες και φυσικά πουθενά κάδους σκουπιδιών.

20190416_083624.jpg



20190416_090652.jpg


Η θέα από το Νότιο Κρατήρα.

20190416_101754.jpg



20190416_103428.jpg



20190416_103838.jpg



20190416_110631.jpg


Και μετά ήρθαν τα σύννεφα.

20190416_110833.jpg


Κατάβαση στο άγνωστο.

20190416_111442.jpg



20190416_113428.jpg


Όταν καθάρισε φαίνονταν πολύ καλύτερα οι λίμνες.

20190416_114111.jpg



20190416_114352.jpg



20190416_115424.jpg



20190416_115949.jpg


Ήταν ενδιαφέρον να κοιτάς προς τα πίσω να δεις από πού ήρθες.

20190416_121121.jpg


Άλλη λίμνη, ψηλά.

20190416_122100.jpg



20190416_122902.jpg


Κι από δω και πέρα ξεκινούσε η εύκολη κατάβαση.

20190416_125342.jpg



20190416_135027.jpg


Πολύ όμορφο μέρος το Lakeside Lodge.

20190416_175601.jpg


Kαι το φαγητό του τα έσπαγε.

20190416_184254.jpg


Ορίστε και η γαλοτσομπουρνουζοκυρία που έψαχνε ο Δευκαλίων...

20190416_191857.jpg


H σημερινή ημέρα θα είχε πολλά χιλιόμετρα και με το αυτοκίνητο αλλά και με το φέρι, αφού το βράδυ θα πηγαίναμε στο Νότιο Νησί. Φάγαμε ολίγο πρωινό και φύγαμε για το Ουέλινγκτον, την πρωτεύουσα με τους μόλις 200 χιλιάδες κατοίκους. Η διαδρομή και πάλι ήταν φανταστική, ενώ είδαμε το βουνό/ηφαίστειο που ανεβήκαμε στο Τονγκαρίρο από την πίσω του πλευρά. Εγώ ήμουν λίγο πιασμένος, κυρίως στις κνήμες λόγω αγυμνασιάς και λίγο στους ώμους λόγω της σάκας που κουβαλούσα, αλλά ο Δευκαλίων ήταν αρκετά χειρότερα, αν και με τη διαδρομή ξεχνιόταν λίγο. Πάντως παπούτσια έπρεπε να βρει επειγόντως, αφού οι μπότες για τρεκ που είχε αγοράσει τον χτυπούσαν και θα ακολουθούσε και διήμερο τρεκ...

Φτάσαμε στο Ουέλινγκτον με άψογο καιρό, πράγμα σπάνιο απ' ό,τι διαβάζω γιατί συνήθως βρέχει του κερατά. Παραλιακή πόλη, μικρή για πρωτεύουσα, σε φανταστικό τοπίο με τους κολπίσκους και με αμέτρητα πανέμορφα ξύλινα σπιτάκια, χτισμένα στους παραλιακούς καταπράσινους λοφίσκους. Φανταστική η πρώτη εικόνα... Πήγαμε στον κεντρικό δρόμο, που για κάποιο λόγο ονομάζεται Cuba Street όπου βρήκαμε, εκτός από παπούτσια για το Δευκαλίωνα, και σπρέι με το οποίο τα ψεκάζεις και γίνονται αδιάβροχα. Άκου πράγματα. Κι εγώ στην Αβάνα πανηγυρίζω αν βρω σαγιονάρα στο νούμερό μου (δύσκολο) ή κορδόνια για τα παπούτσια μου.

Φύγαμε ντουγρού για το μουσείο Te Papa, δηλαδή το εθνικό μουσείο βασικά. Τίγκα στον κόσμο λόγω ημέρας, είναι και δωρεάν, αλλά τι παρουσίαση! Εκπληκτικά εφέ, τεράστια μανεκέν για τη μάχη της Καλλίπολης (που για Νεοζηλανδούς και Αυστραλούς είναι μείζον λόγος εθνικής υπερηφάνειας, καλά πώς κάνουν έτσι, πήγαν κι αυτοί σε μια μάχη... κι έχασαν κιόλας!), εξαιρετικές παρουσιάσεις 3D με τις κινήσεις των αντιμαχόμενων στρατοπέδων, μπόλικες προσωπικές ιστορίες και αντικείμενα. Μας προκάλεσε φοβερή εντύπωση πώς καταφέρνουν έχοντας τόσο λίγα πράγματα στην ιστορία τους να τα προβάλλουν τόσο έντονα και παραστατικά. Δηλαδή αν είχαν την ιστορία της Ελλάδας, της Αιγύπτου ή της Κίνας τι θα είχαν φτιάξει; Μπράβο τους πάντως, ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ μουσείο.

Πέραν της Καλλίπολης και των δύο παγκοσμίων πολέμων, ενδιαφέρον είχε και το κομμάτι που αφορά τη χλωρίδα και πανίδα των νησιών, το πώς ήταν η χώρα πριν έρθουν οι άνθρωποι (τα δάση ήδη αποψιλώθηκαν με την άφιξη των Μαορί) και πώς επιταχύνθηκε η πλήρης αλλαγή της βλάστησης από την ώρα που οι Ευρωπαίοι ξεκίνησαν τι; εντατικές καλλιέργειες.

Πληρώσαμε και 19,50NZD για να δούμε τους πήλινους στρατιώτες του Xian που βρίσκονταν σε έκτακτη έκθεση και περάσαμε λίγο στα γρήγορα το κομμάτι των Μαορί γιατί έπρεπε να φάμε, αφού μετά είχαμε κλείσει επίσκεψη στα Weta Studios, δηλαδή στην εταιρεία παραγωγής των Lord of the Rings, Avatar κλπ. Μέτρια η σαλάτα στο εστιατόριο Capitol, αλλά τα υπόλοιπα εξαιρετικά, το συκωτάκι έως θεϊκό. Γενικώς για τις επιλογές εστιατορίων (μη φανταστεί κανείς ότι ψάχνω ονλάιν και τέτοια, lonely planet εγγύηση τα τελευταία χρόνια στο συγκεκριμένο), δέχομαι συγχαρητήρια.

Φτάσαμε λοιπόν και στα στούντιο της Weta, μόλις 9 χιλιόμετρα έξω από την πόλη σε άλλη μια πανέμορφη γειτονιά, αν και τα στούντιο εξωτερικά φαίνονταν μικρότερα του αναμενομένου, δε γέμιζαν το μάτι. Ξεκινήσαμε από το μαγαζί με τα σουβενίρ, αφού δεν είχε ξεκινήσει το τουρ μας ακόμη, όπου κάτι πανοπλίες και άλλα παραφερνάλια από ταινίες που δε γνωρίζω πωλούνταν πανάκριβα. Το αντίγραφο της πίπας του Γκάνταλφ κόστιζε 100€. Συγγνώμη αλλά με τόσα μου παίρνουν 10 πίπες κάτι τύπισσες πολύ καλύτερες από τον Γκάνταλφ. Ε μα!

Ο πιτσιρικάς ξεναγός ήταν εξαιρετικός και πολύ ενθουσιώδης, και πώς να μην είναι, ο άνθρωπος είχε τη δουλειά που είχε φαντασιωθεί. Ο βαθμός λεπτομέρειας στο σχεδιασμό κάθε κράνους, κάθε κάστρου ή κάθε κρανίου είναι αδιανόητος, ο δε Jackson που είναι και ντόπιος εργαζόταν στα εφέ πριν αναλάβει τις σκηνοθεσίες, οπότε καταλαβαίνει κανείς την τελειομανία του. Δεν είχα ιδέα το πόση επιστημονική δουλειά απαιτείται για να σχεδιάσει το κεφάλι του golum ή τις κινήσεις των δαχτύλων του. Όλα βέβαια ξεκινάνε από απλή δημιουργικότητα, όπως μας απέδειξε ένας τρελός επιστήμονας φτιάχνοντας μια νεκροκεφαλή από απλό αλουμινόχαρτο. Το σίγουρο είναι πως η ταύτιση υπαλλήλων και εταιρείας είναι απόλυτη, δε δυσκολεύονται και πολύ να βρουν υπαλλήλους με κίνητρο σε αυτά τα στούντιο.

Έμενε λίγος χρόνος για να σεργιανίσουμε την παραλιακή της ομορφότερης πόλης που είδαμε στη χώρα και την οποία μάλλον αδικούν οι περιγραφές στους οδηγούς, και πήγαμε στο φέρι. Αρκετά απλή η διαδικασία επιβίβασης, το δε φέρι θυμίζει πολύ τα BlueStar στην Ελλάδα στο εσωτερικό του. Ελάχιστος ο κόσμος στο φέρι, ο Δευκαλίων ήταν πάντως πολύ καταπονημένος από την οδήγηση και τους ρυθμούς γενικώς, οπότε στην αποβίβαση κατευθυνθήκαμε με τη μία στο κατάλυμά μας, το Piwaka Lodge, ένα χόστελ όπου μας έδωσαν διπλό κρεβάτι αντί για twin και με δωμάτιο χωρίς δικό του μπάνιο με τη φοβερή δικαιολογία ότι "ε, όλοι twin ζητάνε κι όταν τους δίνουμε double γκρινιάζουν!". Τέλος πάντων, πέσαμε για ύπνο στις 1, αφού πρώτα διαπιστώσαμε ότι το μπάνιο όχι απλά το μοιραζόμασταν με το διπλανό δωμάτιο, αλλά είχαν πρόσβαση ταυτόχρονα και οι δύο, κοινώς είχε δύο εισόδους, οπότε έπρεπε αφού μπεις να κλείσεις το σύρτη της άλλης εισόδου για να μην έχεις επίσκεψη στο ντους από τους ενοίκους του άλλου δωματίου.

Ο φανταστικός προγραμματισμός του ταξιδιού έλεγε πως μετά το σημερινό σκότωμα, ο Δευκαλίων που θα κοιμόταν 5-5,5 ώρες, θα οδηγούσε άλλες 5 ώστε να πάμε να κάνουμε ένα... διήμερο τρεκ. Χαχα.

Γκρικ φουντ γιούχα σαπίλα

20190417_125423.jpg

Ταξίδεψα όλο τον κόσμο για να έρθω σπίτι.

20190417_125715.jpg

Φοβερή παρουσίαση: πάνω στο ανάγλυφο ξεδιπλώνονταν οι "γαλάζιες" και "κόκκινες" σκιές, ανάλογα με την εξέλιξη της μάχης με τις εβδομάδες.

20190417_145636.jpg

Φοβερές μακέτες και εξαιρετικά καλή επεξήγηση.

20190417_150220.jpg

Πολλά διαδραστικά, όπως πρέπει.

20190417_150630.jpg

Γενικώς όλη η παρουσίαση ήταν κινηματογραφική. Αργότερα μάθαμε πως την έχει αναλάβει η Weta, το οποίο εξηγεί τα πάντα.

20190417_152248.jpg

Ε ρε δεντράρες που χάθηκαν...

20190417_153242.jpg



20190417_153503.jpg

Απρόσμενα όμορφο το Ουέλινγκτον.

20190417_161958.jpg



20190417_163318.jpg

100€ για μια πίπα; Ούτε οι πίπες της Angela White δεν κάνουν τόσο.

20190417_165056.jpg

Απέξω πιο πολύ με εταιρεία ορκωτών λογιστών έμοιαζε.

20190417_174855.jpg

Θεούλης ο γιατρός κυρ-Μιχάλης.

20190417_175937.jpg

Εμένα δε θα με χάλαγε να μένω καθόλου πάντως στο Ουέλινγκτον, όλα αυτά τα σπιτάκι είχαν φοβερή θέα.

20190417_180159.jpg



20190417_181501.jpg



Εγώ κοιμήθηκα, παρά το απαράδεκτο στρώμα, αλλά ο Δευκαλίων ταλαιπωρήθηκε πολύ. Και να σκεφτεί κανείς ότι του έμεναν 4,5 ώρες οδήγησης και στη συνέχεια 5 ώρες τρεκ. Το πρωινό πάντως ήταν επαρκές, ενώ έσκασε μύτη και η ιδιοκτήτρια, που μας επιβεβαίωσε πως όντως το κτίριο, πέρα από κοιτώνες της αεροπορικής βάσης, έχει διατελέσει και ψυχιατρείο!

Φύγαμε αμέσως για το εθνικό πάρκο Abel Tasman και για άλλη μια φορά η διαδρομή ήταν υπέροχη, με εναλλαγές κοιλάδων, βουνών και παραλιών, κι ένα εγκαταλελειμμένο αυτοκίνητο, γιατί έχουμε και αδυναμία στο ντεκαντάνς άμα λάχει. Περάσαμε μια φανταστική λίμνη, κάναμε ατέλειωτες στροφές και συνειδητοποίησα ότι θα φτάναμε στο Abel Tasman μετά τις 12 το μεσημέρι, αλλά όταν περνάς από τόσο όμορφα τοπία αυτά φαίνονται λεπτομέρειες: σύννεφα που χάνονται μέσα σε καταπράσινα δάση, πρόβατα, αμπελώνες, λιβάδια και μικροσκοπικοί όρμοι ήταν το τέλειο πρελούδιο για το τι θα επακολουθούσε στο Νότιο Νησί.

Εν τέλει φτάσαμε και στα αρχηγεία του πάρκου, σε ένα πανέμορφο παραθαλάσσιο τοπίο με γκαζονάκι. Μάθαμε πως το τρεκ για την καλύβα μας (την οποία και είχε κλείσει μήνες πριν ο Δευκαλίων και πάλι καλά που προλάβαμε δηλαδή, τρομερή ζήτηση το πάρκο λέμε), ήταν 19,2 χιλιόμετρα, πως δεν υπάρχει πουθενά σκουπιδοτενεκές στο πάρκο (άρα πρέπει να κουβαλάς και τα σκουπίδια σου) και πως στην καλύβα μας δε θα υπάρχει ούτε ρεύμα αλλά ούτε και κλινοσκεπάσματα. Αχά. Υπνόσακους δεν είχαμε φέρει, οπότε άρχισαν να μας ζώνουν τα φίδια για το κατά πόσο θα τα βγάζαμε πέρα απλά με τα ισοθερμικά μας. "Ε, κάτω από 11 βαθμούς δεν πέφτει η θερμοκρασία, θα τα καταφέρετε πιστεύω", μας είπε η καλή κυρία. Παρκάραμε το αυτοκίνητο, ετοιμάσαμε ο καθένας το μικρό σακίδιό του και ξεκινήσαμε.

Το πάρκο είναι γεμάτο από λόγους που καταλήγουν σε παραλίες, το δάσος μου θύμιζε έντονα τις σειρές με τη Ζήνα και τον Ηρακλή που έδειχνε κάποτε το Star Channel (είχε κάτι φοβερά γκομενάκια στον Ηρακλή σε κάθε επεισόδιο...), αλλά και τα τοπία της σειράς Lost, που όμως είναι γυρισμένη στη Χαβάη. Οι παραλίες ξεδιπλώνονταν η μία μετά την άλλη και ήταν άδειες, πλην μιας οικογένειας όπου μια μαμά έκανε τρεκ κουβαλώντας ένα βρέφος στην πλάτη της. Κάποιοι έκαναν κανό κι εμφανίζονταν από το πουθενά, άλλοι κάμπινγκ κι εμείς συνεχίζαμε το περπάτημα. Κουραστικό ήταν, αλλά κάθε φορά που ανέβαινες ένα λόφο, η θέα της θάλασσας ήταν φανταστική.

Επειδή είχαμε πάρει φόρα αποφασίσαμε να κάνουμε και την παράκαμψη για το seperation point, όπου μπορεί κανείς να δει φώκιες. Πλησιάζοντας, ακούγαμε χιλιάδες από αυτές, για να διαπιστώσουμε πως επρόκειτο για ηχεία που αναπαρήγαγαν τους χαρακτηριστικούς τους ήχους. Ο Δευκαλίων εκνευρίστηκε: "Αν δεν έχουν φώκιες, να είναι ειλικρινείς και να το γράφουν, όχι να μας κοροϊδεύουν με ψεύτικους ήχους!". Τελικώς διαβάσαμε πως οι άνθρωποι προσπαθούν να επαναπροσελκύσουν κάτι πουλάκια (gunnets νομίζω) από ένα κοντινό νησί, εξ ου και τα ηχεία που έχουν βάλει με τις αναπαραγωγές ήχων και τα κιτς ομοιώματα πουλιών, αλλά το κακό είχε γίνει, ο Δευκαλίων είχε κουραστεί (και) από την παράκαμψη και συγχύστηκε. Με συσσωρευμένη αϋπνία, κούραση από την οδήγηση κι ένα πολύ κουραστικό πρόγραμμα, τα έπαιξε και τον έπιασε κι ένα μίνι παραλήρημα: "Α δεν ξέρω, θα βρούμε ένα θαλάσσιο ταξί, κάτι να φύγω! Ένα ελικόπτερο, δε με ενδιαφέρει! Είμαι πτώμα, να πάω και να κοιμηθώ τώρα και σε μια καλύβα να ξεπαγιάσω, ξέχασέ το! Θέλω ένα ξενοδοχείο και καλό μάλιστα, κανόνισε!". Τι να κανονίσω; Το ελικόπτερο; Τον έπιασε αμόκ κι άρχισε να περπατάει γρήγορα μονάχος του, μωρέ μπράβο αντοχές. Η τσαντίλα δίνει φτεράααααα.

Ο ήλιος έπεφτε σιγά σιγά και τελικά φτάσαμε στην πανέμορφη ξύλινη καλύβα μας, μόλις λίγα μέτρα από την παραλία μας και πήραμε τις δυο κουκέτες που βρήκαμε στο ισόγειο, σε ένα δωμάτιο που θα μοιραζόμασταν με άλλους τέσσερις. Όντως, η κουκέτα είχε μόνο στρώμα, κανένα σεντόνι και για κουβέρτες ούτε λόγος. Βάλαμε τα ισοθερμικά μας και πήγαμε στην κουζίνα, όπου εν τέλει μαζεύτηκαν και οι υπόλοιποι ένοικοι της καμπίνας, που πρέπει να ήταν περίπου 20. Ευτυχώς κάποιοι είχαν φέρει και φακούς, υπήρχαν λίγα κεριά, κάποιοι είχαν φέρει για να μαγειρέψουν κι υπήρχε και μια σκακιέρα όπου έκανα comeback και κέρδισα 2-1. Οι υπόλοιποι ένοικοι ήταν όλοι ενδιαφέρουσες φυσιογνωμίες: οικογένειες με παιδάκια, ένα ζευγάρι συνταξιούχων από την... Paparoa που γέλασαν όταν τους είπαμε τι σημαίνει το χωριό τους στη γλώσσα μας και πιάσαμε την κουβέντα με διάφορους. Ο γερο...Παπαριανός μου εξήγησε ότι είναι κτηνοτρόφος κι έχει στη δούλεψή του δύο Φιλιππινέζους που πληρώνονται 55 και 75 χιλιάδες δολάρια το χρόνο, ενώ μου έκανε και μια ανάλυση για το weight game και πώς εν τέλει οι αγελάδες αποδίδουν περισσότερο απ' ό,τι τα γουρούνια. Γενικά το επίπεδο των τρέκερ ήταν πολύ υψηλό, η χώρα και το επίπεδό της συνέχιζε να με εντυπωσιάζει.

Οι άλλοι εκτός από επίπεδο είχαν και προετοιμασία, ενώ εμείς είχαμε έρθει σα σε ελληνική αποστολή για διαπραγμάτευση... Έβαλα ό,τι είχα και δεν είχα αλλά το κρύο με νίκησε στις 4.30 και τρέμοντας ξύπνησα και κατευθύνθηκα στην κουζίνα για να δω αν μπορεί να με ζεστάνει η φωτιά. Μπα, φωτιά δεν είχε και μόνο στις 5.30, που ήρθε και ο Δευκαλίων, καταφέραμε να την ανάψουμε, θυσιάζοντας και ένα περιοδικό.

Εμείς μπορεί να ξεπαγιάσαμε όλο το βράδυ, αλλά οι υπόλοιποι τρέκερς μια χαρά κοιμήθηκαν, αφού όλοι είχαν υπνόσακους, ενώ αποδείχθηκε πως τα πάνω δωμάτια, που ήταν και τα πρώτα που είχαν καταληφθεί, διέθεταν θέρμανση αφού από εκεί περνούσε η μπουρού από το τζάκι. Ακόμη κι έτσι, το ότι τα παιδάκια τους ξύπνησαν στις 6.30 και βγήκαν... γυμνά έξω, έλεγε πολλά για το πώς μεγαλώνουν τα παιδιά στη Νέα Ζηλανδία: συνηθισμένα σε εκδρομές στη φύση. Όχι σαν κι εμένα που πρώτη φορά είδα αγελάδα... στην πενταήμερη και την έβγαζα φωτογραφίες σα χάνος. Για να μην πω ότι στα 21 μου πήγα για εθελοντική εργασία σε μια φάρμα στη Δανία και όταν μας είπαν να βγούμε να μαζέψουμε πατάτες βγήκα στην καλλιέργεια κι έψαχνα... στα δέντρα. Αν έχεις μεγαλώσει στα Εξάρχεια και τα Κάτω Πατήσια και στην οικογένεια δεν υπάρχει χωριό, έτσι είναι...

Φάγαμε ένα πρωινό στα γρήγορα και ξεκινήσαμε το δρόμο της επιστροφής, περνώντας από το λόφο Gibbs αυτή τη φορά, η θέα από τον οποίο ήταν λιγότερο εντυπωσιακή από τη χθεσινή, αλλά η διαδρομή ήταν πολύ πιο ξεκούραστη, αφού ήταν κυρίως κατηφόρα. Όταν ξεστόμισα κάτι σαν "καλή θα ήταν και καμιά ανηφόρα πάντως", εισέπραξα ένα δολοφονικό βλέμμα από το Δευκαλίωνα, που για άλλη μια φορά είχε κοιμηθεί ελάχιστα κι είχε πάλι οδήγηση να κάνει. Το τελευταίο κομμάτι του μονοπατιού βγήκε με πολύ γρήγορο ρυθμό, αφού είχε ευνοϊκή κλίση κι εγώ τουλάχιστον ένιωθα γεμάτος ενέργεια κι ευτυχισμένος με την όλη εμπειρία του πάρκου. Αλλάξαμε ρούχα και μπήκαμε στο αυτοκίνητο με προορισμό αυτή τη φορά το St. Arnaud, μέσω δρόμων χωρίς κίνηση.

Ψάχναμε και κάποιο εστιατόριο για να φάμε, αλλά ήταν όλα κλειστά λόγω αργίας, Μεγάλη Παρασκευή γαρ, ενώ έτσι κι αλλιώς κινούμασταν σε χωριουδάκια κι ανάμεσα σε σκόρπια σπιτάκια, δεν υπάρχει αστικό κέντρο εκεί κοντά. Τελικά φτάσαμε στο κατάλυμά μας για σήμερα, το Alpine Lodge, απέναντι από το οποίο βρήκαμε κάτι ωραία σαντουιτσάκια. Το ξενοδοχείο αποδείχθηκε πάρα πολύ καλό και κάναμε ντου για ντους γιατί φυσικά στην καλύβα δεν υπήρχαν τέτοιες πολυτέλειες, για το ψυχιατρείο δεν το συζητώ καν, οπότε έπρεπε να φύγει η λίγδα ημερών. Μετά πήγαμε και στο άκρως διασκεδαστικό πλυντήριο ρούχων με τα κέρματα, όπου κάναμε αρκετό χαβαλέ κι επιτέλους αποκτήσαμε καθαρά ρούχα, ειδικά για μένα που ταξίδευα για τόσες εβδομάδες με ένα μικρό σάκο, ήταν βάλσαμο.

Ευτυχώς που είχαμε προνοήσει κι είχαμε κλείσει και δείπνο στο ξενοδοχείο γιατί ήταν φίσκα. Δε θυμάμαι τι πήρε ο Δευκαλίων, θυμάμαι όμως πως εγώ έφαγα έναν εξαιρετικό σολομό με φακές. Ό,τι και να πω, γαστριμαργικά η χώρα θα πάρει εξαιρετικό βαθμό. Η επόμενη μέρα θα ήταν πιο χαλαρή, αφού θα ήμασταν στην ευρύτερη περιοχή και θα μέναμε στο ίδιο κατάλυμα, ενώ θα ερχόταν και ο Κρεκούζας για το υπόλοιπο του ταξιδιού, όχι μόνο στη Νέα Ζηλανδία, αλλά και στο Βανουάτου.

To κατάλυμα-πρώην ψυχιατρείο είχε ένα institutional look.

20190418_071446.jpg


Aπόλαυση οι διαδρομές στη Νέα Ζηλανδία.

20190418_072950.jpg


Και για να υπάρχει κι ένας γοητευτικός τόνος ατέλειας, πάρτε και ολίγον ντεκαντάνς στη διαδρομή.

20190418_080209.jpg


Ο Δευκαλίων επί τω έργω.

20190418_080246.jpg


Δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον να είναι στρεσαρισμένος σε αυτή τη χώρα...

20190418_081536.jpg



Είχαν ποικιλία οι διαδρομές.

20190418_090041.jpg



Σύννεφα-πέπλο μυστηρίου.

20190418_091223.jpg



Είναι εύκολο να το ξεχάσεις, αλλά βρίσκεσαι σε νησί.

20190418_113845.jpg



Η είσοδος του εθνικού πάρκου για το τρεκ.

20190418_121400.jpg



Και κάνοντας τρεκ στο Abel Tasman περνάς από αρκετές παραλίες.

20190418_121852.jpg



Κι από λιβάδια...

20190418_132706.jpg



Κι από φτέρες...

20190418_135327.jpg



Άλλη παραλία παρακάτω...

20190418_135958.jpg



Όπου πλην ενός πουλιού ήμασταν μόνοι μας.

20190418_140848.jpg



20190418_141023.jpg



... μέχρι που εμφανίστηκε από το πουθενά ένας με κανό.

20190418_141052.jpg


Άλλη μια θέα παραλίας από ψηλά.

20190418_150013.jpg



Κι ο Δεφ ως μοναχικός τρέκερ.

20190418_151438.jpg



Κάπου εδώ ανέβαινες για να ξεκινήσεις τη νέα ανάβαση.

20190418_151906.jpg



Που θα οδηγούσε σε κατάβαση, αυτή τη φορά σε πέτρες.

20190418_152206.jpg



Ο Δεφ όσο ακόμη ήταν ακμαίος και χαρούμενος.

20190418_155135.jpg




Η θέα από το μέρος με τις "ψεύτικες φώκιες".

20190418_155201.jpg



Πάει, τα έπαιξε ο άνθρωπος.

20190418_161945.jpg




Κι η καλύβα μας.

20190419_072716.jpg



Θέα από ψηλά την επόμενη μέρα, από την άλλη διαδρομή.

20190419_082250.jpg



Στη Νέα Ζηλανδία ο κόσμος έχει σπίτια σε απίθανα μέρη, ακόμη και μέσα στο εθνικό πάρκο.

20190419_101732.jpg



Ε, το δικαιούμασταν το σολωμό.

20190419_201845.jpg



Εμένα αυτά τα μοναχικά παγκάκια σε άσχετα σημεία του πάρκου για να ξαποστάσεις, ή να φας μια μπαλίτσα πρωτεϊνης βρε αδερφέ, μου άρεσαν.

20190418_170527.jpg



Κι η κουζίνα της καλύβας.

20190419_045018.jpg



Ψεύτικα πουλάκια, με ήχο από ηχεία, μπας και προσελκύσουν και πραγματικά.

20190418_155714.jpg



Ο δρόμος για την καλύβα μας.

20190418_172022.jpg



Απλή και αποτελεσματική η σηματοδότηση, αδύνατον να χαθείς.

20190419_072847.jpg



Ήμασταν πολύ τυχεροί με τον καιρό.

20190418_141134.jpg



Από τα βασικά χαρακτηριστικά του πάρκου ήταν οι συνεχείς λόφοι μετά τις παραλίες, απ' όπου αποκτούσες θέα της παραλίας από την οποία ήρθες.

20190418_142519.jpg



Πάρα πολύ προσεγμένα όλα τα μονοπάτια. Ούτε ρίζα για να πάθεις διάστρεμμα δεν υπήρχε. Άγγιζε την τελειότητα θα έλεγα.

20190418_144712.jpg



Παραλιάρες.

20190418_145501.jpg


Πάμε και για φωτό:
Δε με ενθουσίασε τόσο το τοπίο στο Marloborough Sound.

DSC00006.JPG



Αντίθετα, το μονοπατάκι κοντά στο ξενοδοχείο ήταν όμορφο.

20190420_094344.jpg



20190420_094449.jpg


Και κατέληγε σε αυτή τη λίμνη.

20190420_095332.jpg



20190420_095833.jpg


Το Πίκτον, όπου φτάνουν τα πλοία από την πρωτεύουσα στο Νότιο Νησί.

20190420_125606.jpg



Ο Δευκαλίων και το ιπτάμενο πουλί του.

20190420_134751.jpg


Αχ, σαλατίτσα.

20190420_202854.jpg


Όμορφες διαδρομές.

20190421_113212.jpg



20190421_175643.jpg



DSC00010.JPG


Φωτογραφία-ντοκουμέντο: Μπροστά από τον Κρεκούζα το λευκό αντικείμενο είναι η αδικοχαμένη polaroid. Ζωή σε λόγου της.

DSC00016.JPG


Επιστρέψαμε στη λίμνη του Ragnar Lothbrok.

DSC00025.JPG



O Kρεκούζας πήρε τη μηχανή μου κι έκανε χαζομάρες.

DSC00031.JPG


Εντάξει έβγαλε και καμία της προκοπής.

DSC00037.JPG


Ιδανική χώρα για χαλάρωση αυτή η Νέα Ζηλανδία.

DSC00042.JPG



DSC00046.JPG


Μετά τη βροχή τα χρώματα είναι πανέμορφα. Ε, είχα και φωτογραφική μηχανή πλέον.

DSC00068.JPG



DSC00077.JPG



DSC00086.JPG



DSC00095.JPG


Αυτό το Westport είχε και μερικά αξιόλογα κτίρια.

DSC00111.JPG



DSC00112.JPG


Ωραίο φωτογραφικό υλικό στα παλιά ορυχεία του Denniston.

DSC00115.JPG



DSC00118.JPG



DSC00120.JPG


Αλλά και η θέα όλα τα λεφτά.

DSC00123.JPG



DSC00126.JPG


Άρχιζε η πανέμορφη διαδρομή του Golden Coast.

DSC00132.JPG



DSC00136.JPG


Εδώ είχε ένα κρυφό σπίτι.

DSC00146.JPG


Αυτή ήταν η παραλία του.

DSC00149.JPG


Σεμνό το σπίτι.
DSC00168.JPG



DSC00170.JPG



DSC00171.JPG


Είχε κάτι viewpoints στη διαδρομή...

DSC00181.JPG


Κρεκούζας επί τω έργω...

DSC00188.JPG


Καλούτσικα φάγαμε κι εδώ.

DSC00196.JPG


Έπρεπε να φύγουμε πολύ νωρίς και το πρωινό μας το φάγαμε στα σκοτάδια. Όπου πρωινό για τον Κρεκούζα, σημειώστε ότι έφαγε το corned beef μου! Μου είχε χαρίσει ένα η Αντριάνα, δεν ήθελα να το κουβαλάω γιατί η κονσέρβα ήταν σχεδόν ένα κιλό και το έφαγε όλο με το κουτάλι για πρωινό ο αθεόφοβος στις 5.30 το πρωί.

Πήγαμε λοιπόν καρφί για το Punakaiki, το οποίο υποτίθεται πως είναι ένα ενδιαφέρον γεωλογικό φαινόμενο, με περιέργους σχηματισμούς από βράχια που χτυπιούνται από τα κύματα. Για άλλη μια φορά η εξέδρα πρόσβασης ήταν εξαιρετική, όπως και ο τρόπος που πλασάρουν το συμπαθητικό φυσικό τοπίο, αλλά δε συγκρινόταν με τη χτεσινή διαδρομή, πράγμα που δε φάνηκε να πτοούσε τους Κινέζους που είχαν ξημερωθεί όπως κι εμείς.

Ξεκινήσαμε την οδήγηση και για άλλη μια φορά η διαδρομή ήταν πανέμορφη: παραλίες με τεράστια βράχια, καταπράσινα λιβάδια με αμέτρητες αγελάδες, χιονισμένες βουνοκορφές, κάτι σαν την Ελβετία σε νησί! Τα δε σπιτάκια των Νεοζηλανδών μου φάνηκαν πανέμορφα. Εν τέλει φτάσαμε και στο ποθητό Franz Josef, την ώρα που λάμβανα και μέιλ από το κατάλυμα πως τελικώς βρήκαν και δωμάτιο με τρία ξεχωριστά κρεβάτια.

Δεν πήγαμε καν στο κατάλυμα λοιπόν, παρα κατευθυνθήκαμε απευθείας για να κάνουμε τσεκ ιν για την πτήση μας με το ελικόπτερο. Εκεί ήταν όλα εξαιρετικά οργανωμένα, από τις οδηγίες μέχρι τον εξοπλισμό ακόμη και το... ζύγισμα. Ναι, στις οδηγίες έγραφε πως κανείς δεν μπορεί να είναι πάνω από 115 κιλά. Τους είχαμε ειδοποιήσει πως ο Κρεκούζας είναι στο όριο, αλλά κανείς μας δε φαντάστηκε πως θα μας ζύγιζαν όντως και μάλιστα με τα ρούχα και με τον εξοπλισμό. Ο Κρεκούζα; λοιπόν ζυγίστηκε 118 κιλά και του ανακοίνωσαν πως για λόγους ασφαλείας δε θα μπορούσε να λάβει μέρος στη δραστηριότητα και θα του επέστρεφαν τα χρήματα που είχε δαπανήσει. Απογοητεύτηκε πολύ ο Κώστας ενώ επί της ουσίας ο αποκλεισμός του ήταν όχι λόγω βάρους στο ελικόπτερο, αλλά επειδή αν τραυματιζόταν στο τρεκ στον παγετώνα δε θα μπορούσαν να τον σηκώσουν οι τραυματιοφορείς. Τώρα τα 3 κιλά δεν ξέρω πόσο διαφορά θα τους έκαναν, χώρια ότι το να τραυματιστεί ο Κώστας δεν είναι και πολύ πιθανό, τανκ είναι ο άνθρωπος, πρώην αρσιβαρίστας. Τέλος πάντων, το δέχτηκε αδιαμαρτύρητα αλλά στενοχωρήθηκε. Του πρότειναν όμως να πάει για το heliview, δηλαδή για μια μεγαλύτερη πτήση με ελικόπτερο, που δεν περιλαμβάνει τρεκ. Συμφωνήσαμε να βρεθούμε αργότερα και προσπαθήσαμε να του φτιάξουμε τη διάθεση, αλλά ήταν απαρηγόρητος.

Ο Δευκαλίων κι εγώ συνεχίσαμε για τη δραστηριότητα, που είχε αρκετή προετοιμασία με εξοπλισμό, μπότες με κάτι τεράστια καρφιά, ειδικό τσαντάκι, κάλτσες που έμοιαζαν κουβέρτες κι ένα ειδικό αντιανεμικό jacket... Πολύς χαμός κι εγώ δεν τα πάω και καλά με τις στολές, μια φορά απέρριψα δουλειά των 350 ευρώ την ημέρα γιατί θα έπρεπε να φοράω πουκάμισο, τώρα ένιωθα σαν εγκλωβισμένος. Απεγκλωβίστηκα ψυχολογικά πάντως χαζεύοντας τον ΘΕΟΚΟΜΜΑΤΟ που εργαζόταν ως ελεγκτής εναέριας κυκλοφόριας, τι παίδαρος είναι αυτός! Στο μεταξύ ήταν πολύ απασχολημένη, αφού τα ελικόπτερα για τα τουρ απογειώνονται κάθε λίγα λεπτά, λογικό αν αναλογιστεί κανείς πως οι πτήσεις μέχρι το σημείο έναρξης του τρεκ στον παγετώνα διαρκεί μόλις τέσσερα λεπτά.

Τόσο εγώ όσο κι ο Δευκαλίων είχαμε την τύχη να έχουμε παράθυρο, οπότε είχαμε εξαιρετική θέα και οι δύο, η πτήση με ελικόπτερο μου φάνηκε πολύ πιο εντυπωσιακή από εκείνες με μικρά αεροσκάφη, με τις οποίες είμαι πολύ εξοικειωμένος. Ο παγετώνας πάντως μου φάνηκε μικρότερος από το αναμενόμενο.

Η ξεναγός που μας περίμενε στον παγετώνα ήταν η Olivia, που μας βοήθησε να δέσουμε τα καρφιά στις απίστευτα βαριές μπότες και ξεκινήσαμε, με ένα ξύλο-μπαστούνι για βοήθεια. Ήμασταν αρκετά άτομα κι έπρεπε να κινούμαστε σε μια ευθεία, το οποίο ήταν λίγο βαρετό στην αρχή, αλλά όταν ξεκίνησαν τα carvasses, δηλαδή τα κομμάτια όπου ο παγετώνας σχημάτιζε στενούς διαδρόμους από πάγο στους οποίους έπρεπε να ελιχθούμε, έγινε πολύ πιο ενδιαφέρον. Είχε ολίγη περιπέτεια, βγάλαμε ωραίες φωτογραφίες και απόλαυσα και τα σνακ μου πριν τη στάση που κάναμε (τι γευστικές που είναι οι μπάρες πρωτεϊνης στη Νέα Ζηλανδία... φιγουρίνι να θα ήμουν αν υπήρχε κάτι αντίστοιχο στην Κούβα). Η Ολίβια μας έδωσε εντυπωσιακές πληροφορίες σχετικά και με τη συρρίκνωση των παγετώνων παγκοσμίως, αν και η Νέα Ζηλανδία έχει 3000 από μόμη της, αν τα σημείωσα καλά.

Ολοκληρώσαμε και το τρεκ, σχετικά μικρό ήταν, και μπήκαμε στο ελικόπτερο. Την απόλαυσα και την πτήση της επιστροφής κι ας καθόμουν στη μέση αυτή τη φορά. Σκέφτηκα ότι το πιο ωραίο κομμάτι της -πανάκριβης- εκδρομής ήταν το ελικόπτερο, μιας που σε παγετώνες είχα ξανακάνει τρεκ και με πολύ πιο ελεύθερες συνθήκες (αθάνατο Περού της δεκαετίας του '90) κι αναλογίστηκα ότι ίσως το heliview που έκανε ο Κώστας τελικά να είναι και ωραιότερη εκδρομή κι ανυπομονούσα να τον δω για να μας πει τις εντυπώσεις του. Τον βρήκαμε σε ένα cafe να τρώει wedges (αθάνατε Κρεκούζα! σου λέει "αφού έτσι κι αλλιώς με βγάλανε υπέρβαρο, θα τους δείξω εγώ!") όπου μας έδειξε τις φωτογραφίες του και συμπεράναμε ότι μάλλον καλύτερη ήταν η δική του εκδρομή, έστω κι αν αυτός φάνηκε να πιστεύει ότι του είπαμε για να τον παρηγορήσουμε και πάλι.

Μας έκοψε η λόρδα πάντως, οπότε μετά το τσεκ ιν στο αξιοπρεπέστατο κατάλυμά μας, κατευθυνθήκαμε σε ένα ινδοκινέζικο εστιατόριο που μας σύστησε η καλή ρεσεψιονίστ. Εξαιρετικά πράγματα φάγαμε, ειδικά το ινδικό σπανάκι τα έσπαγε. Κρίμα που ο Κρεκούζας δε γουστάρει τέτοιες γεύσεις.

Την επόμενη μέρα θα διασχίζαμε με το αυτοκίνητο το Arthur's Pass, κάνοντας μια από τις διασημότερες οδικές διαδρομές στη χώρα.

Μα corned beef για πρωινό;
DSC00197.JPG



Θέλαμε να αγοράσουμε από ένα τέτοιο μπλουζάκι να νιώθουμε αυθεντικοί Παπάρες, αλλά δυστυχώς ήταν κλειστά.

DSC00198.JPG


Οι σχηματισμοί στο Punakaiki rocks.

DSC00213.JPG



DSC00214.JPG


H Ελβετία της Ωκεανίας.

DSC00233.JPG



Ο χώρος απογείωσης του ελικοπτέρου: ένα βενζινάδικο και μια τσιμεντένια πλατφόρμα, τόσο απλά. Όχι, η κυρία με το κίτρινο γιλέκο δεν είναι ο κόμματος ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας.

DSC00243.JPG


Απογειωνόμαστε.

DSC00245.JPG



Ευδιάθετος ο Δεφ.

DSC00247.JPG



Και στο βάθος κήπος. Ε, παγετώνας εννοώ.
DSC00258.JPG



Μεγάλος παγετώνας, μικροσκοπικοί άνθρωποι.

DSC00268.JPG



Είχαν την πλάκα τους τα μονοπατάκια.

DSC00273.JPG



Κι η Ολίβια με το μπαστουνάκι της.

DSC00275.JPG



Εντάξει, βγάλαμε αρκετές φωτογραφίες.
DSC00279.JPG


DSC00282.JPG



DSC00284.JPG



DSC00288.JPG


DSC00290.JPG



DSC00294.JPG



DSC00304.JPG



Τρέκερ από κοντά.

DSC00309.JPG



Τρέκερ από μακριά.

DSC00310.JPG



DSC00314.JPG


DSC00317.JPG


Το τι βρίσκεις στα δημόσια πλυντήρια της Νέας Ζηλανδίας, δεν περιγράφεται. Μέχρι και μπλιμπλίκια από το Βάρσο...

DSC00329.JPG

H πρώτη μας στάση μας έφερε σε μια φοβερή λίμνη. Συνωμότησε το σύμπαν και είχε και σύννεφα και ομίχλη και το θέαμα ήταν καταπληκτικό, όπως και όλη η διαδρομή προς το Arthur's Pass.

Είδαμε και μια φωτογραφία του "emerald gorge", δηλαδή του φαραγγιού Hokitika κι αποφασίσαμε να πάμε να το δούμε. Μετά από λίγο περπάτημα κι αφού περάσαμε μια μικρή γεφυρούλα, φτάσαμε στο φαράγγι, που ήταν χαριτωμένο, αλλά και γεμάτο με Κινέζους. Χαριτωμένο το τοπίο, βγάλαμε τις φωτογραφίες μας κι είπαμε να συνεχίσουμε, αλλά ο Κρεκούζας κατάφερε (αφού σκαρφάλωσε σε βράχια όπου ξεκάθαρα απαγορευόταν) να χάσει τα γυαλιά του, που έπεσαν στο νερό. Πιστός στην παράδοση που τον θέλει να κάνει "θριαμβευτικές εισόδους" από τις πρώτες ώρες εισόδου σε μια νέα χώρα, ο Κώστας μπήκε στο ποτάμι για να βρει τα γυαλιά του και κατάφερε να βρέξει και το πορτοφόλι αλλά και το διαβατήριό του, αλλά τα γυαλιά του δεν τα βρήκε στα αδιάφανα νερά του Hοkitika. Κάναμε μια στάση στο ομώνυμο χωριό σε ένα sports bar, όπου έφαγα μια μέτρια ταϊλανδέζικη σαλάτα και ρίξαμε μια ματιά και στη μέτρια παραλία του μέρους.

Φτάσαμε πια στο Arthur's Pass, το οποίο είχε όντως κάποια πολύ όμορφα σημεία, αλλά η αλήθεια είναι πως είχαμε δει πιο όμορφα τοπία νωρίτερα και θα βλέπαμε κι άλλα στη χώρα, έστω κι αν όχι και οι τρεις μαζί πλέον.

Είχε νυχτώσει πια όταν φτάσαμε στο Christchurch κι ο Δευκαλίων ήταν κουρασμένος. Η πόλη ήταν εντυπωσιακά καινούρια, αλλά και με πολλούς κενούς χώρους, αποτέλεσμα της αναδόμησης και του σεισμού που έπληξε την πόλη το 2010, αφήνοντας πίσω του 185 νεκρούς. Το youth hostel όπου μείναμε ήταν αξιοπρεπές και κεντρικό, οπότε βγήκαμε για μια βόλτα στην πόλη και καταλήξαμε σε ένα πολυχώρο με food court, όπου είχε πολύ κόσμο, πάμπολλες επιλογές και καλές τιμές. Λίγο πιο πέρα, παρά το προχωρημένο της ώρας, κάποιοι Μαορί έπαιζαν μπάσκετ σε εξαιρετικές εγκαταστάσεις και δεν μπορούσε κανείς παρά να θαυμάσει το βιοτικό επίπεδο ακόμη και σε μια σεισμοπαθή πόλη. Μέχρι κι ένα... τραμ-εστιατόριο πέρασε από μπροστά μας, με τους ανθρώπους που έτρωγαν στα βαγόνια να απολαμβάνουν και τη διαδρομή. Ποιος κάνει το σχεδιασμό πόλεων σε αυτή τη χώρα;

Καταπληκτική η λίμνη,

DSC00332.JPG


Καταπληκτικές κι οι διαδρομές, τις αδικούν οι φωτογραφίες μου.

DSC00338.JPG


Η emerald lake δεν ήταν ακριβώς emerald, αλλά το τοπίο ήταν όμορφο.

DSC00339.JPG



Κουνούσε λίγο η γέφυρα.
DSC00345.JPG


Και κάπου εκεί κατέβηκε ο Κρεκούζας για να βγάλει φωτογραφίες.

DSC00352.JPG


Κι ένας σκύλος κατέβηκε, αλλά μετά φοβόταν να ανέβει, με αποτέλεσμα ο ιδιοκτήτης του να τον πάρει στους ώμους και να φαίνεται σαν τον Teen Wolf.

DSC00362.JPG



Ο Κρεκούζας ψάχνει τα γυαλιά του.

DSC00365.JPG



Δεν τα βρήκε, αλλά κατάφερε να βρέξει διαβατήριο και πορτοφόλι. Θεούλης! Στο μεταξύ στην ταμπέλα αναγράφονται όλα αυτά που δεν έπρεπε να κάνει.

DSC00367.JPG



Δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά τα ξύλα σχηματίζουν το όνομα της πόλης: Hokitika

DSC00369.JPG



Ωραίο ξεκίνημα στο Arthur's Pass.

DSC00380.JPG



DSC00395.JPG


Tα κατάλοιπα του σεισμού είναι ακόμη ορατά.
DSC00404.JPG



Χαμός στο food court.

DSC00406.JPG



Tramway Restaurant.

DSC00415.JPG


Πρωτότυπες οι βιτρίνες των Νεοζηλανδών.
DSC00416.JPG


Αποφασίσαμε να φάμε πρωινό εκτός του hostel, σε ένα ωραίο μπαράκι, όπου ο Δευκαλίων μας ανακοίνωσε πως αποφάσισε να επιστρέψει στην Αυστραλία λίγο νωρίτερα από το προβλεπόμενο. Ήταν φανερό από τις προηγούμενες ημέρες πως ο ρυθμός του ταξιδιού, τα τρεκ, οι πολλές ώρες οδήγησης και οι συνεχείς μετακινήσεις τον είχαν φέρει έξω από τα νερά του. Με δεδομένο ότι έπρεπε να τον πάμε στο αεροδρόμιο, δεν μπορέσαμε να επισκεφθούμε ούτε το μουσείο του σεισμού, ούτε το βοτανικό κήπο, το οποίο ήταν κρίμα διότι η πόλη φαινόταν ενδιαφέρουσα. Περάσαμε κι από ένα χώρο που πολύς κόσμος άφηνε λουλούδια κι υποθέσαμε πως ήταν το τζαμί όπου συνέβη το άλλο τραγικό γεγονός εξαιτίας του οποίου η πόλη έγινε πρωτοσέλιδο: τη σφαγή μουσουλμάνων της πόλης από έναν οπλισμένο Αυστραλό ακροδεξιό.

Ο Δευκαλίων μας άφησε λίγο πρόωρα, αλλά εμείς έπρεπε να συνεχίσουμε. Ο σημερινός στόχος ήταν να διανυκτερεύσουμε στο μακρινό Twizel, αλλά θέλαμε να επισκεφθούμε το Mt Cook, ενώ εγώ είχα και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για να μάθω περισσότερα για τον Sir Edmund Hillary, το μουσείο προς τιμή του οποίου βρίσκεται στην περιοχή.

Για άλλη μια φορά ή διαδρομή ήταν καταπληκτική, αυτή τη φορά προς τη λίμνη Tekapo, στο γραφικό εκκλησάκι του οποίου είχαν σταματήσει αμέτρητοι Κινέζοι, που φαίνεται να διακατέχονται από μια μανία για κάθε είδους landmark. Θέλαμε να μπούμε και στο εκκλησάκι "του καλού τσοπάνη", αλλά δεν κατέστη δυνατό επειδή εκείνη τη στιγμή παντρεύοταν εκεί ένα ζευγάρι... Κινέζων. Ο γαμπρός μάλιστα λίγο αργότερα επιδόθηκε σε μια ρελάνς σέλφις με το σελφοκόνταρό του. Θαυμάσαμε το ομολογουμένως φανταστικό τοπίο και μετά τη λίμνη Tekapo τα τοπία έγιναν πιο ορεινά, χαρίζοντάς μας μαγικές ματιές προς το Όρος Κουκ.

Άργησα λίγο να συνειδητοποιήσω πως το μουσείο του μεγάλου ορειβάτη βρίσκεται εντός του Heritage Hotel, δηλαδή του ιστορικού ξενοδοχείου, που είναι πλέον γεμάτο με Κινέζους και δεν εννοώ μόνο τους θαμώνες, αλλά και το προσωπικό του! Το μουσείο πάντως είχε μια όμορφη περιγραφή των κατορθωμάτων του Hillary και την πορεία του από απλός ορειβάτης μέχρι να γίνει ο πρέσβης της Νέας Ζηλανδίας στην Ινδία. Έμαθα και πολλά που δε γνώριζα, όπως για το εντυπωσιακό φιλανθρωπικό του έργο στο Νεπάλ, για το τραγικό ατύχημα όπου έχασε τη σύζυγο και μια κόρη, τις συγκινητικές του προσπάθειες για τη βελτίωση της ζωής των sherpa, ενώ μου άρεσαν και οι πληροφορίες για τους υπόλοιπους αλπινιστές της Νέας Ζηλανδίας.

Οι Νεοζηλανδοί φαίνεται πως είναι πολύ περήφανοι για τις λίγες διακρίσεις που έχουν, ως μικρό πληθυσμιακά και πρόσφατο σχετικά έθνος. Ο Χίλαρι σε κάποια φάση έβγαλε μια πινακίδα αυοτκινήτου σε δημοπρασία, με σκοπό να μαζέψει χρήματα για τα Ιμαλάια και β΄ρεθηκε άνθρωπος που πλήρωσε 30.000 δολάρια για να αναγράφεται στην πινακίδα του αυτοκινήτου του "Sir Ed". Παρακολουθήσαμε κι ένα ντοκιμαντέρ 75 λεπτών στον απίθανο εσωτερικό κινηματογράφο, αλλά δεν κάτσαμε για το μισάωρο 3D φιλμ για το Όρος Κουκ, αφού έπρεπε να φτάσουμε το Twizel. Kάναμε πάντως αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες να φωτογραφίσουμε τη βουνοκορφή στο σκοτάδι, κάναμε και μπόλικους κύκλους γύρω από τη Hooker Valley με το ενδιαφέρον όνομα κι εν τέλει φτάσαμε στο Twizel πάρα πολύ αργά.

Ο ιδιοκτήτης του μοτέλ μας είχε αφήσει ένα σημείωμα για το πώς να βρούμε τα κλειδιά και ανακαλύψαμε ότι είχαμε ολόκληρο διαμέρισμα στη διάθεσή μας. Ξέραμε ότι η επομένη ήταν εθνική αργία ως Anzac Day κι επομένως όλα θα ήταν κλειστά, οπότε πήγαμε στο τοπικό super market για προμήθειες. Οι άνθρωποι έκλειναν, αλλά μας περίμεναν, πόσο ευγενικοί! Αφού φορτωθήκαμε πράγματα για το πρωινό και την επομένη, ψάξαμε να βρούμε και πού θα δειπνήσουμε. Ε λοιπόν το ταπεινό Twizel των 1500 κατοίκων διαθέτει ινδικό εστιατόριο και gastropub παρακαλώ, όπου εγώ έφαγα ένα εξαιρετικό γκουρμεδάκι κι ο Κρεκούζας ενθουσιάστηκε με το γεμιστό κοτόπουλο σφολιάτας με ζαμπόν και τυρί. Εξακολουθούσα πάντως να θαυμάζω τις αντοχές του Κώστα που οδηγούσε όλη μέρα, όταν εν τέλει την ώρα που μου μιλούσε στο κρεβάτι του τον πήρε ο ύπνος.


To "everything is going to be alright" πάνω στο κτίριο προφανώς αναφέρεται στο σεισμό και τα επακόλουθά του.

DSC00421.JPG



Εδώ πρέπει να έγινε η σφαγή των μουσουλμάνων.

DSC00423.JPG



Χωρίς σχόλια.

DSC00424.JPG



Αγαπάμε τοπία Νέας Ζηλανδίας.

DSC00432.JPG



DSC00435.JPG



Και το εκκλησάκι με τους Κινέζους που παντρεύονταν.

DSC00442.JPG



Στιγμές χαλάρωσης.

DSC00462.JPG



Επιβλητικές οι βουνοκορφές πάνω από τη λίμνη.

DSC00471.JPG



DSC00475.JPG


Απόλαυση η (συν)οδήγηση.
DSC00480.JPG



Το Mt Cook.

DSC00491.JPG


Πείτε με και έφηβο, αλλά το όνομα εξακολουθεί να μου φαίνεται αστείο.

DSC00513.JPG



Χαρούμενος Κρεκούζας.
DSC00515.JPG


Κανονικά σήμερα το σχέδιο προέβλεπε ότι θα κινούμασταν νότια προς το Tuatapere, ώστε αύριο να κινηθούμε προς το Milford Sound, αλλά μιας που ο Duracell Krekouzas ξύπνησε με τρελή ενέργεια, είπαμε να δοκιμάσουμε να δούμε μερικά από τα highlights του νότου. Αντί λοιπόν να καλύψουμε 388 χιλιόμετρα σε διαδρομή 4ω48λ, επιλέξαμε να επισκεφθούμε τα Kaka Point, Purakanui Falls και Slope Point στο ενδιάμεσο, κάνοντας... πάνω από 600 χιλιόμετρα και πάνω από 8 ώρες καθαρής οδήγησης.

Έφτιαξα πρωινό στον οδηγό μου το σατράπη και ξεκινήσαμε σχετικά αργά, δηλαδή στις 9.10, αλλά γεμάτοι όρεξη. Η ομορφιά των κοινοτήτων που περάσαμε είναι δύσκολο να περιγραφεί, πανέμορφα σπιτάκια, ενώ το Cromwell προσέφερε και απίστευτα γραφική θέα από ψηλά. Στο Clyde τους ζήλεψα για το πόσο όμορφα ζουν κι ας μην ψάξαμε επισταμένως για τα βικτωριανά σπίτια, περάσαμε από πανέμορφα ποτάμια και θαυμάσαμε τις καταπληκτικές αποχρώσεις των φθινοπωρινών δέντρων, τις φυστικιές, την ασφάλεια (ξεκλείδωτες πόρτες παντού), τις αναλλαγές της φύσης, τα δάση από έλατα, τους καθρεπτισμούς στις λίμνες, τις εντυπωσιακές γέφυρες, μια απίθανη παραλία με φώκιες, απόκρημνα βράχια, ένα φάρο με λίγους Κινέζους, τρομερούς ορίζοντες, μια μαύρη παραλία και στη συνέχεια μια αλληλουχία παραλιών με κυματάρες για να καταλήξουμε σε καταπράσινους λόφους γεματους προβατάκια που θύμιζαν το Shire. Ο καταρράκτης δεν ήταν τίποτε το τρομερό, αλλά το μονοπάτι ήταν πολύ όμορφο και το ψιλόβροχο μας χάρισε ένα τιτανοτεράστιο ουράνιο τόξο, λίγο πριν πάρουμε ένα δρόμο με χαλίκι. ΤΙ ΔΙΑΔΡΟΜΑΡΑ ΡΕ!

Συνεχίσαμε με απίστευτες κυματοδερμένες παραλίες πάνω από τροπικά δάση, ευκαλύπτους, ξανά προβατάκια και φτάσαμε στο Slope Point, το πιο νότιο κομμάτι του Νότιου Νησιού, στις 6.10μμ, Είχε δύσει πια, αλλά είπαμε να το παλέψουμε κι αρχίσαμε να τρέχουμε στο ημισκόταδο με σκοπό να φτάσουμε μέσω ενός μονοπατιού σε αγροτεμάχια να φτάσουμε στο φάρο που σηματοδοτεί το μέρος. Έκανε κρύο, φυσούσε, αλλά τι όμορφη μοναξιά! Χάρηκα πάρα πολύ που το έζησα όλο αυτό με τον Κώστα. Επιστρέψαμε στο αμάξι μέσα στα άγρια σκοτάδια και συνεχίσαμε.

Πεινούσαμε και δεν ξέραμε αν η βενζίνη που είχαμε αρκούσε, αφού ήμασταν οριακά. Λίγο πριν μας τελειώσει, εν τέλει βρήκαμε μια αυτόματη αντλία που λειτουργούσε με πιστωτική και πανηγυρίσαμε, αφού πλέον έστω και στα σκοτάδια μπορούσαμε να διασχίσουμε το δρυμό, θαυμάζοντας την ποιότητα του δρόμου αλλά και τα αραιά σπίτια στα οποία ζουν μέσα στη φύση οι Νεοζηλανδοί.

Μετά από τέτοιο μαραθώνιο, η στάση ήταν επιβεβλημένη, άλλωστε πεινούσαμε σα λύκοι. Στο Invercargill λοιπόν χτυπήσαμε εγώ έναν εξαιρετικό σολωμό κι ο Κώστας ένα ribeye και στανιάραμε. Η ώρα ήδη 9 και μας έμενε τουλάχιστον μια ώρα οδήγησης, αλλά ο Κρεκούζας είχε τις γνωστές αστείρευτες αντοχές, οπότε κάναμε και τη βόλτα μας κι εν τέλει φτάσαμε στο Waian Hotelστο Tuatapere πολύ αργά, το οποίο πάντως δεν ήταν θέμα, αφού το συγκεκριμένο κατάλυμα ντουμπλάρει (πρωτίστως απ' ό,τι φαίνεται) ως μπαρ. Είχε και μερικούς μεθύστακες μέσα, για τους οποίους μας ζήτησε συγγνώμη η ευγενέστατη ιδιοκτήτρια και μας έδειξε το δωμάτιό μας, που είχε και μπαλκονάκι, στο οποίο κοιμόντουσαν... δύο από τα πρόβατά τους. Με αυτή τη σουρεαλιστική σκηνή και μετά από ένα ζεστό μπάνιο, πέσαμε ξεροί για ύπνο. Ειδικά ο Κώστας το δικαιούταν. Κρίμα που ο Δευκαλίων έχασε αυτή τη μέρα. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα την άντεχε μετά από τη συσσωρευμένη ταλαιπωρία που είχε υποστεί, αλλά ήταν ίσως η καλύτερη μέρα από πλευράς τοπίων.

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Το πρωινό της καλής κυρίας ήταν απλό αλλά επαρκές κι αφού πιάσαμε ψιλή κουβέντα για την ενδιαφέρουσα ιστορία του κτιρίου, φύγαμε για τα φιορδ του Milford Sound, υποτίθεται ένα από τα πιο μαγικά σημεία της χώρας, για το οποίο κρατούσα μικρό καλάθι όταν κάναμε τον προγραμματισμό με το Δευκαλίωνα. Κατά το googlemaps η διαδρομή μέχρι εκεί δε θα διαρκούσε πάνω από 3 ώρες, όλοι οι οδηγοί όμως προειδοποιούσαν πως, λόγω κίνησης στο δρόμο την υψηλή περίοδο, μπορεί να διαρκέσει έως και το διπλάσιο. Όπως και να έχει, είχαμε προνοήσει ώστε να κλείσουμε την κρουαζιέρα για τις 14.45 με σκοπό και άνεση χρόνου να έχουμε αλλά και να γλιτώσουμε από τα πολλά πλήθη.

Το πρώτο κομμάτι της διαδρομής ήταν underwhelming, ειδικά μετά τη χτεσινή πανδαισία της φύσης και των εναλλαγών της. Οι στάσεις για τα φυσικά αξιοθέατα ήταν καλά σηματοδοτημένες και μπορούσε κανείς να θαυμάσει από καταπράσινους γκρεμούς που υπερκαλύπτουν τη στενή κοιλάδα που διασχίζαμε μέχρι τις αντανακλάσεις των σχηματισμών σε πεντακάθαρα ποτάμια. Περπατήσαμε κι ένα όμορφο μονοπατάκι στο δάσος μόνοι μας, ενώ σε άλλα σημεία βρίσκαμε αρκετά τουριστικά λεωφορεία, κάποια γεμάτα με Κινέζους, άλλα με διάφορες εθνικότητες, ακούσαμε κι Ελληνικά σε κάποια φάση από δυο νεαρά παιδιά. Υποθέσαμε πως οι περισσότεροι ερχόντουσαν από το Queenstown.

Όσο πλησιάζαμε το Milford Sound ομόρφαιναν τα τοπία και η οδήγηση ήταν ευχαρίστηση, αλλά άρχισε να βρέχει και μας τελείωνε και η βενζίνη πάλι, οπότε ψάχνοντας καταλήξαμε σε μια εντελώς απομονωμένη κοινότητα μάλλον ξεχασμένων χίπηδων, με περίεργες πινακίδες του στιλ "stupid people not welcome here", όπου μια γιαγιά μας έβαλε όση βενζίνη χρειαζόμασταν από μια αρχαία αντλία του 1930 προς... 4 δολάρια το λίτρο. Συνεχίσαμε να περνάμε από ωραία ποτάμια και μερικούς καταρράκτες, διασχίσαμε ένα τούνελ με χρονόμετρο και ο καιρός φαινόταν να ανοίγει... μέχρι που άρχισε να ξαναβρέχει δυνατά.

Φτάσαμε αρκετά πριν την ώρα μας στο Milford Sound, οπότε κάτσαμε σε ένα τουριστικό καφέ για εξαιρετικές φακές. Τηλέφωνο και ίντερνετ πάντως δεν υπήρχε πουθενά, το οποίο μάλλον ήταν καλό. Περπατήσαμε μερικά όμορφα μονοπάτια μέχρι τον απόπλου του πλοίου μας και κατά την επιβίβαση διαπιστώσαμε πως δεν είχε τόσο κόσμο όσο φοβόμουν, δε θα χρειαζόταν να σπρώξουμε κανέναν για να βγάζουμε φωτογραφίες από το κατάστρωμα. Το πλοίο ήταν σχετικά μικρό, με έναν κλειστό χώρο κάτω από το κατάστρωμα, ο οποίος είχε εξαιρετικά λευκώματα, ορισμένα από αυτά με πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την ανακάλυψη της Νέας Ζηλανδίας και τη μεταγενέστερη άφιξη των Ευρωπαίων, καθώς και για την ιστορία της περιοχής και την παρουσία των Μαορί.

Η κρουαζιέρα ξεκίνησε πλησιάζοντας κάποιους καταρράκτες σε καταπράσινη πλαγιά, ενώ εντυπωσιάστηκα από το πόσο κοντά στις πλαγιές μας έφερε ο καπετάνιος. Τόσο που μπορούσαμε να αγγίξουμε τα φύλλα των δέντρων! Στο πλοίο βρίσκονταν και δυο nature guides που έδιναν επεξηγήσεις μέσω μεγαφώνων και το ζούσαν πραγματικά οι άνθρωποι. Εν τέλει βγήκε και λίγο ο ήλιος και απολαύσαμε το τοπίο καλύτερα. Νόμιζα ότι η έξοδος από το φιορδ θα ήταν το μικρότερο σκέλος της διαδρομής, αλλά αποδείχθηκε πως έκανα λάθος. Πλησιάσαμε νέους καταρράκτες, αυτή τη φορά φοβερά ορμητικούς, ο καπετάνιος έφτασε τόσο κοντά που αν ήσουν στην άκρη της πλώρης γινόσουν μούσκεμα, αλλά ένιωθες και τη δύναμη του νερού πάνω σου, το οποίο ήταν ωραία εμπειρία. Με το που βγήκαμε από το φιορδ πάντως άρχισε να κουνάει πολύ περισσότερο και για μένα τα τοπία ήταν λίγο επαναληπτικά, χώρια ότι άρχισε να βρέχει και πάλι.

Πήγαμε στον εσωτερικό χώρο για λίγο, όπου προσφερόταν δωρεάν τσαγάκι και καφές και ξαναβγήκαμε κατά την επιστροφή στο φιορδ, που είχε παύσει πια η βροχή. Τι συμπέρασμα έβγαλα από το Milford Sound; Σε καμία περίπτωση δεν ήταν το highlight του ταξιδιού και οι Νεοζηλανδοί έχουν καταφέρει και πάλι με έξυπνο μάρκετινγκ να προσελκύσουν πολύ τουρισμό, αλλά άσχημο δεν το λες. Ωχριά πάντως σε σχέση με τις χθεσινές διαδρομές, που ήταν το αλατοπίπερο του ταξιδιού.

Βάλαμε βενζίνη και κατευθυνθήκαμε στο Fjordland National Park Lodge, που ήταν και το μόνο κατάλυμα που βρίσκαμε εκεί κοντά. Έκανε πολύ κρύο κι έβρεχε καταρρακτωδώς, αλλά το μοτέλ ήταν ωραίο και για άλλη μια μορά φάγαμε πάρα πολύ καλά. Η αναμφισβήτητη έκπληξη στη Νέα Ζηλανδία ήταν το φαγητό, δεν της το είχα για γαστρονομικό προορισμό, μπράβο τους. Πάλι καλά γιατί το Βανουάτου σε αυτόν τον τομέα δεν το λες και κορυφή...

Η μέρα σήμερα προέβλεπε ότι θα αφήναμε το αυτοκίνητο και θα παίρναμε λεωφορείο το απόγευμα για το Dunedin, όπου θα περνούσαμε μόλις ένα βράδυ, πριν πάρουμε την πτήση μας για το πολυπόθητο Βανουάτου. Αποφασίσαμε το πρωί να κάνουμε έξτρα δρόμο ώστε να περάσουμε από το Wanaka Tree, ένα landmark που είχε σταμπάρει ο Κώστας και αρχικά είχα αφήσει εκτός προγραμματισμού διότι δε μου γέμιζε το μάτι και αντιπαθώ τα landmarks, χώρια ότι το συγκεκριμένο έγινε viral μέσω instagram τα τελευταία χρόνια και δε μου φαινόταν για κάτι παραπάνω από ένα δέντρο μέσα στη θάλασσα. Αυτά είναι τα καλά όταν ταξιδεύεις με κάτι τύπους ακούραστους σαν τον Κώστα, ποτέ δε λένε όχι σε ένα εξτραδάκι, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις όπως αυτή, στα επιβάλλουν κιόλας.

Κάναμε στάση σε ένα απλό καφέ... τι όμορφα, πόσα απλά και χαριτωμένα είναι όλα σε αυτή τη χώρα! Βρίσκεις μικρά μέρη με στιλ ακόμη και στην πιο απρόσμενη γωνία. Καταπληκτική ήταν και η διαδρομή, χωρίς τουριστικά λεωφορεία αυτή τη φορά, περάσαμε από κωμοπόλεις με σπιτάκια που δεν είχαν ούτε ένα κάγκελο και πολλές ανοιχτές πόρτες, αφού το επέτρεπε και ο καιρός και η πασιφανής έλλειψη εγκληματικότητας. Οι δε Νεοζηλανδοί με τους οποίους συναναστραφήκαμε μου φάνηκαν ευγενείς, καλόκαρδοι, απλοί κι όχι τόσο... υπερβολικά cool όπως οι Αυστραλοί, αλλά ταυτόχρονα ευρηματικοί και πολύ αποτελεσματικοί.

Η Wanaka ως πόλη μου φάνηκε όμορφη, το δέντρο όμως μου φάνηκε αδιάφορο, ειδικά δίπλα στο όμορφο πάρκο στο οποίο βρισκόταν και το οποίο , φθινόπωρο γαρ, είχε πλέον αρχίσει να κιτρινίζει φυσικά και όμορφα. Ο Κώστας από την άλλη εντυπωσιάστηκε με το δέντρο, σχεδόν τόσο όσο και οι Κινέζοι που δε σταματούσαν να το παίρνουν φωτογραφίες. Για μένα ήταν ένα δέντρο μέσα στη θάλασσα, σαν αυτά που βλέπει κανείς σε διάφορα μέρη του κόσμου, από την Κούβα μέχρι την Παταγονία, με τη διαφορά ότι εκείνα δεν έγιναν... instagram stars.

Κάναμε και μια σύντομη στάση σε ένα φράκτη που είχε διακοσμηθεί με εκατοντάδες σουτιέν. Η αρχική μου απορία ικανοποιήθηκε όταν έμαθα ότι πρόκειται για κάποιο είδος μνημείου στον αγώνα κατά του καρκίνου του μαστού.

Είχαμε πει να δούμε λίγο και το Queenstown, αλλά φάγαμε μια ώρα σε shopping spree σε ένα εμπορικό κέντρο με τόσο χαμηλές τιμές που... μέχρι κι εγώ ψώνισα! Ναι το ξέρω, προδοσία, ντροπή και όνιδος μαζί, αλλά ένα πράγμα ψωνίζω κι εγώ στη ζωή μου, βερμούδες και παντελόνια με τσέπες με φερμουάρ για το διαβατήριό μου και τα είχαν σε τιμές πρόκληση, παρότι μιλάμε για γνωστές μάρκες. Ας το ξαναγράψω για να το πιστέψω: ψώνισα κι εγώ. Εγώ. Ψώνισα. Ναι.

Τελικώς μια χαρά προλάβαμε να κάνουμε τη στάση μας και στο Queenstown, πολύ όμορφη πόλη! Οι Γερμανοί στο Τόνγκα μου είχαν πει πως πρόκειται για μια κωμόπολη που "το μόνο που έχει είναι πρακτορεία". Εμείς αυτό που είδαμε ήταν μια κωμόπολη ναι μεν με κάποιους τουρίστες, αλλά ταυτόχρονα ζωντανή, σε τρομερή τοποθεσία και με πολύ καλό φαγητό.

Η παράδοση του αυτοκινήτου ήταν όπως όλα στη Νέα Ζηλανδία: πιο εύκολη από το αναμενόμενο, χάρη στο χαμόγελο και την αποτελεσματικότητα των kiwis, που μας πήγαν και δωρεάν μέχρι τη στάση του λεωφορείου απ' όπου θα φεύγαμε για το Dunedin. Το λεωφορείο ήρθε με μια μικρή καθυστέρηση, αλλά στην τετράωρη διαδρομή δε δούλευε το ίντερνετ και δεν ήταν και πολύ άνετο, αλλά κάτι έπρεπε να μην είναι και τέλειο σε αυτή τη χώρα. To εισιτήριο του λεωφορείου μου είχε κοστίσει μόλις 1 δολάριο επειδή το είχα κλείσει νωρίς, αλλά για την ίδια διαδρομή ο Κώστας χρεώθηκε 27 δολάρια, αφού το αγόρασε αρκετό καιρό μετά.

Ήταν Σάββατο βράδυ, φτάσαμε στο Dunedin αργά και πρακτικά το μόνο που ήξερα για την πόλη πριν φτάσουμε ήταν πως έχει πολλούς φοιτητές και μπόλικη νυχτερινή ζωή, άλλωστε εκεί είχε σπουδάσει και η Μαλαισιανή πρώην μου. Ε, με το που μπήκαμε στην πόλη πέσαμε πάνω σε μεθυσμένους φοιτητές, έκανε και τσουχτερό κρύο, αλλά τέλος πάντων το βρήκαμε με τα πολλά το hostel μας. Το ότι δε θα είχαμε μπάνιο το ξέραμε, το ότι το δωμάτιο θα είναι κυριολεκτικά τέσσερις τοίχοι και δύο κρεβάτια όχι, αλλά για τις λίγες ώρες που θα μέναμε στην πόλη μας έκανε. Ένιωθα πολύ κουρασμένος, αλλά ο Κώστας επέμενε να βγούμε κι εγώ ήμουν σε φάση "τραβάτε με κι ας κλαίω", οπότε περπατήσαμε αρκετά στο ψοφόκρυο βλέποντας ορισμένους πολύ εντυπωσιακούς ναούς, συμπεριλαμβανομένου ενός που θύμιζε Χάρι Πότερ, κάποια ωραία κτίρια και γενικώς μας φάνηκε όμορφη για περπάτημα. Γυρίσαμε τόσο κουρασμένοι που ούτε ντους δε θέλαμε να κάνουμε, αλλά εν τέλει κοιμήθηκα ελάχιστα λόγω κάτι κουνουπιών που με τσάκισαν και μου προκάλεσαν κάτι απίθανα σπυράκια.

Δεν έπαιζε και πολύ ρόλο. Λίγες ώρες αργότερα θα περνούσαν να μας πάρουν με ένα shuttle που μας κανόνισε το hostel για το αεροδρόμιο σε σούπερ τιμή (18$ αντί για...77$ που κόστιζε το uber) ώστε να πάμε στο αεροδρόμιο... Είχε έρθει η ώρα για να πάμε στο Βανουάτου!Οι του shuttle και στην ώρα τους ήρθαν και τηλέφωνο μας πήραν στο νεοζηλανδέζικο νούμερό μας, αλλά με το που μπήκαμε η κυρία μας είπε πως "η πτήση σας φαίνεται πως έχει καθυστέρηση", το οποίο δεν ακουγόταν καθόλου καλό: είχαμε μόλις μιάμιση ώρα relay στο αεροδρόμιο του Brisbane της Αυστραλίας και η όποια καθυστέρηση θα σήμαινε πως χάναμε την ανταπόκριση.

Φτάσαμε στο άδειο αεροδρόμιο, όπου δεν υπήρχε κανείς για να μας ενημερώσει, αλλά διαπίστωσα πως η Virgin μας έστειλε μέιλ, όπου μας πρότεινε να... μείνουμε ένα βράδυ στο Brisbane! Να που τελικά θα μέναμε και στην Αυστραλία, για την οποία είχα επιμείνει να βγάλουμε μια βίζα, μιας που ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Πέρασα περίπου ένα δίωρο αγωνιώντας να επικοινωνήσω με την αεροπορική και την ασφαλιστική, την ίδια ώρα που ο Κώστας ατάραχος ξάπλωνε στα καθίσματα του αεροδρομίου και με ρώτησε: "tim tam έχουμε;". Τελικά είχε, σε αυτόν τον απίθανο σάκο του σπορτ Μπίλυ που κουβαλάει και που περιέχει ατελείωτες ποσότητες σοκολάτας.

Τελικώς αποδείχθηκε πως η πτήση θα είχε κι άλλη καθυστέρηση, πέρασα μερικά λεπτά επικοινωνώντας με την airhelp για να διαπιστώσω πως δεν έχουμε καμία κάλυψη εφόσον βρισκόμαστε εκτός Ευρώπης και oι όροι της Virgin ήταν σαφείς. Ωραία λοιπόν, αφού δεν μπορούσαμε να το αποτρέψουμε, θα περνούσαμε μια ολόκληρη μέρα στο Brisbane, μια πόλη για την οποία δεν ήξερα τίποτε. Αφήσαμε πίσω τη Νέα Ζηλανδία και πετούσαμε προς Αυστραλία, σε μια ανέλπιστη τροπή του ταξιδιού.

Επειδή με τη Νέα Ζηλανδία δεν τελειώσαμε, θα την επισκεπτόμασταν και με την επιστροφή μας από το Βανουάτου, δεν παραθέτω εδώ τη βαθμολογία της, αλλά θα γίνει κι αυτό στην ώρα του. Προς το παρόν... πάμε Αυστραλία.
Άψογοι οι δρόμοι στη χώρα.

DSC00518.JPG



Φανταστικά τα φθινοπωρινά χρώματα.

DSC00534.JPG



Το ίδιο ακριβώς θεώρησαν και δύο Ασιάτες που έψαξαν κι έβαλαν κίτρινα ρούχα για να βγάλουν τη σχετική φωτογραφία, ασορτί με τα δέντρα.

DSC00539.JPG



Μην τα ξαναλέμε για τα χρώματα.

DSC00543.JPG



Είχε και ποτάμια το πρόγραμμα.

DSC00544.JPG



Ω τι χρώματα μπαμπά.

DSC00547.JPG



DSC00554.JPG



DSC00557.JPG



DSC00561.JPG



Ατελείωτο πράσινο...

DSC00563.JPG



DSC00567.JPG



Θύμιζε και λίγο το Shire...

DSC00571.JPG



Πολύ μας άρεσε ο νότος, απ' όλα είχε.

DSC00576.JPG



DSC00582.JPG



DSC00589.JPG



DSC00598.JPG



DSC00603.JPG



DSC00623.JPG



DSC00628.JPG



DSC00636.JPG


DSC00641.JPG



Ασιάτες τρέχουν να φωτογραφίσουν το ουράνιο τόξο.

DSC00642.JPG



Το οποίο χωρίς τους Ασιάτες μέσα φαινόταν καλύτερο.

DSC00643.JPG



Ατέλειωτο πράσινο και γαλάζιο, αυτό είναι η Νέα Ζηλανδία.

DSC00648.JPG



Ανεξάντλητη η χώρα και τόσο αραιοκατοικημένη.

DSC00652.JPG



DSC00676.JPG



Είσοδος για το νοτιότερο σημείο, νύχτωνε.

DSC00678.JPG


Οπότε αρχίσαμε να τρέχουμε στα σκοτάδια.

DSC00679.JPG


Εν τέλει φτάσαμε μέχρι το φάρο.

DSC00683.JPG


Οδηγώντας στο δρόμο με τις λεύκες.

DSC00689.JPG



Ε τις δικαιούμασταν τις φαγητάρες.
DSC00690.JPG


Δεν ήταν άσχημο το Invercargill το βράδυ, παρά το ψοφόκρυο.

DSC00694.JPG



Δυο προβατάκια κοιμούνται στο μπαλκόνι μας.
DSC00696.JPG



Αυτό ήταν το ξενοδοχείο μας στα εγκαίνιά του, πριν από 110 χρόνια.

DSC00700.JPG



Σπέσιαλ κοπή για να περάσει το καλώδιο!

DSC00701.JPG



Απόλαυση οι διαδρομές.

DSC00710.JPG



DSC00724.JPG



DSC00725.JPG


DSC00731.JPG



Σε κάποια σημεία είχεκαι λεωφορεία με Κινέζους που σταματούσαν ομαδικώς, αλλά γενικά η Κινεζοτρομολαγνεία νομίζω είναι υπερβολική.
DSC00743.JPG



Πολύ όμορφα δάση για περπάτημα.

DSC00753.JPG


DSC00755.JPG



DSC00761.JPG



DSC00767.JPG



Εντάξει και για οδήγηση καλά ήταν.

DSC00773.JPG



Στη χίπικη κοινότητα.

DSC00777.JPG



Η κυριούλα και η αντλία της με τη μανιβέλα. 4$ το λίτρο παρακαλώ!
DSC00778.JPG



Ξαναλέω, οι φωτογραφίες μου την αδικούν τη φύση.

DSC00782.JPG



Να και το Milford Sound.

DSC00813.JPG



Τα possum τα μισούν οι Νεοζηλανδοί, όλο σε άθλιες φωτογραφίες τα βάζουν.

DSC00817.JPG



Ξεκίνησε η κρουαζιέρα, με καταρράκτες.

DSC00823.JPG



DSC00828.JPG



DSC00850.JPG



DSC00852.JPG


DSC00861.JPG



Ωραία τοπία, αλλά δεν τρελάθηκα κιόλας. Μου θύμισε λίγο τα 7 φαράγγια στην Κίνα, όπου καλά ήταν αλλά βαρέθηκα στο μισάωρο.

DSC00868.JPG



Όμορφη κωμόπολη η Wanaka κι από ψηλά.

DSC00968.JPG




Ορίστε τα δέντρα κιτρινισμένα και εκείνο το δέντρο στο νερό. Εσείς δηλαδή ποιο θεωρείτε πιο εντυπωσιακό;

DSC00974.JPG



Ένα δέντρο. Στο νερό. Ε και; Χαμός στην παραλία από Ασιάτες που προσπαθούσαν να βγουν φωτογραφία με αυτό στο βάθος.

DSC00976.JPG



Τα μονοπάτια ήταν πολύ πιο εντυπωσιακά για μένα.
DSC00998.JPG



Πολλά σουτιέν.

DSC01005.JPG



Μα πάρα πολλά.

DSC01007.JPG



Μας άρεσε το Queenstown.

DSC01014.JPG



Είχε και γκραφίτι και ωραίες φάτσες.
DSC01018.JPG



Και παραλιακή.

DSC01023.JPG



Ο Κρεκούζας βρήκε παγωτό. Δεν τη γλιτώνουμε.

DSC01025.JPG



Ορισμένες γωνιές του Dunedin το βράδυ ήταν πολύ όμορφες.
DSC01033.JPG



DSC01037.JPG



Διαφήμιση στην πόρτα της τουαλέτας, την ώρα που ανταποκρίνεσαι καθιστός στα καλέσματα της φύσης, αυτό βλέπεις φάτσα-κάρτα.
DSC01041.JPG



Εγώ έτρεχα να βρω τι θα κάνουμε με τη χαμένη πτήση κι ο Κρεκούζας πανηγύριζε που βρήκε tim tam...
DSC01043.JPG



Η μικρή μου περιπέτεια με το Franz Josef παγετώνα δεν κατέληξε τελικά τόσο άδοξα παρόλο στεναχωρήθηκα πάρα πολύ!!! Εγώ είχα μια διαδρομή με ελικόπτερο περίπου μισής ώρας. Μας πήγαν σε μια κορυφή του Κούκ όποτ έβλεπες τα πάντα!!!! Είμασταν πάνω από τα σύννεφα και είχαμε απίστευτες εικόνες! Κάποια στιγμή μας λέει ο πιλότος "βλέπετε τη σκιάς μας κάτω; (του ελικοπτέρου δλδ!!!) Νομίζετε ότι πετάμε με περίπου 60 ίσως και 80 χμ την ώρα, ενώ είμαστε στα 240 περίπου αυτή τη στιγμή! Ε, εμένα μου κόπηκαν τα πόδια!!! Ήταν όμως μαγική εμπειρία! Δεν έχω ξανα περπατήσει μέσα σε παγετώνα και πολύ θα ήθελα,μα είχα σίγουρα καλύτερη οπτική γωνία και είδα όλο τον όγκο του παγετώνα από πάνω!!! Μοναδική εμπειρία!!!!


IMG-20200105-WA0012.jpg


Σας είπε και ο Γιώργος, ήμουν υπέρβαρος
IMG-20200105-WA0010.jpg


Τη σκιά την βλέπετε;;; μας ρώτησε...


IMG-20200105-WA0006.jpg



Κάπου εδώ προσγειώθηκε ο Δευ με τον Γιώργο νομίζω..

IMG-20200105-WA0004.jpg



Ενώ αυτές οι χαράδρες φτάνουν τα 100 μέτρα βάθος...


IMG-20200105-WA0011.jpg


IMG-20200105-WA0014.jpg



Έ ήμασταν πια πάνω από τα σύννεφα σε μια κορυφή που με το ζόρι 10 άτομα στεκόταν μαζί με το ελικόπτερο. Όποιος πρόλαβε τον κύριο είδε με τις φωτογραφίες. Είχαμε μόλις 10 λεπτά 5 άτομα για να βγάλεις φωτογραφίες και σε ρωτούσαν.. θα μας βγάλεις και εμας; και απο αυτή την πλευρά παρακαλώ... κτλ..


IMG-20200105-WA0013.jpg


IMG-20200105-WA0007.jpg



IMG-20200105-WA0008.jpg



IMG-20200105-WA0009.jpg



IMG-20200105-WA0005.jpg



Στην τελευταία φωτογραφία, μπορειτε να εντοπίσετε το ελικόπτερο και τους τρέκερς;;; σε πόση απόσταση άραγε να πετούσαμε;!;!;!



IMG-20200105-WA0015.jpg


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10: Αυστραλία (για μια μέρα κι από σπόντα)

Τελικώς υπήρξε και έξτρα καθυστέρηση στην πτήση, κατά την οποία ασχολήθηκα με την airhelp για να δούμε αν δικαιούμασταν κάποια αποζημίωση, αλλά η απάντησή τους ήταν πως από την ώρα που η πτήση δεν είχε κάποια σχέση με χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι όροι της Virgin ήταν ξεκάθαροι, δε δικαιούμασταν δεκάρα τσακιστή, ούτε καν μια χαρτοπετσέτα για να σκουπιστεί ο Κρεκουζάκος από τα tim tam του.

Ωραία λοιπόν, ας δούμε μια πόλη εκτός προγράμματος, έχει κι αυτό την πλάκα του, ειδικά όταν πρόκειται για μια πόλη για την οποία δεν είχα ιδέα πόσο μεγάλη είναι, πού ακριβώς βρίσκεται, τι κλίμα έχει κι αν έχει κάποιο αξιοθέατο. Η Virgin είχε καλό σέρβις, δωρεάν ίντερνετ και με το που φτάσαμε στο αεροδρόμιο του Brisbane μας έδωσαν voucher για το ξενοδοχείο Rydges Fortitude Valley συν άλλο ένα για γεύματα 50 δολαρίων στο ξενοδοχείο και μας υπέδειξαν πού θα πέρναμε το shuttle.

Το τσεκιν έγινε γρήγορα και πήγαμε στα δωμάτιά μας... ω ρε τι δωματιάρες είναι αυτές;; Απόλαυσα το ντους μου και χάζεψα λίγο αθλητικά σε μια οθονάρα, πριν φύγουμε για το κέντρο της πόλης, αφού το ξενοδοχείο ήταν και σχετικά κεντρικό εκτός όλων των άλλων. Η πόλη μας φάνηκε πολύ σύγχρονη, πεντακάθαρη και με μια μεγαλοπρεπή μωβ γέφυρα να δεσπόζει πάνω από τον ποταμό Brisbane. Άλλο... κινούμενο αξιοθέατο ήταν οι απίστευτες γκόμενες που έκαναν τζόγκινγκ πάνω, κάτω από τη γέφυρα, σε πάρκα, πεζοδρόμια και όπου γυρνούσε κανείς το κεφάλι του. γνωστοί για τη μανία τους με τα σπορ και το fitness, οι Αυστραλοί δε χάνουν την ευκαιρία να γυμναστούν σε δημόσιους χώρους και στο Brisbane ο αριθμός των ξανθογυμνασμένων γυναικών τείνει στο άπειρο. Τόσο που ο ξανθομανής Κρεκούζας ανέκραξε "εδώ θα μετακομίσω"!

Αυτό που δεν περίμενα στην πόλη ήταν οι τεράστιοι ουρανοξύστες και η τρελή ανάπτυξη. Γκουγκλάρισα στα σβέλτα για να μάθω πως η πόλη μόνο μικρή δεν είναι, φιλοξενεί πάνω από 2,5 εκατομμύρια κατοίκους και πως οικονομικά απλά πετάει. Άρχισε να σκοτεινιάζει και θαυμάσαμε το φωτεινό πια skyline.

Είδαμε ταχύπλοα καραβάκια να διασχίζουν τον ποταμό κι αποφασίσαμε να πάρουμε ένα. Ως μποστανόβλαχοι προσπαθούσαμε να καταλάβουμε πού πληρώνουμε και πόσο στοιχίζει για να πάρουμε την απάντηση πως είναι δωρεάν. Ο βαρκάρης μας ρώτησε "πού θα κατεβείτε" και μια φωνή του είπαμε "δεν ξέρουμε!". Τελικώς κατεβήκαμε κάπου στην τύχη, απ' όπου φτάσαμε στην promenade όπου περπατήσαμε μπόλικα χιλιόμετρα θαυμάζοντας τους ντόπιους που έβγαζαν βόλτα τα σκυλιά τους, τα τρομερά τους σπίτια, τα μπαράκια κι εστιατόρια και την εν γένει εξαιρετική ποιότητα ζωής τους με ασφάλεια, καθαριότητα και άπειρες επιλογές για όλα τα γούστα.

Επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο για να ξοδέψουμε και το voucher μας στο πολύ βολικό εστιατόριο, όπου παρότι έκανα λάθος (ξέχασα να πω στο παιδί στο ταμείο πως θα πληρώσουμε με κουπόνι και έκοψε απόδειξη στη μηχανή), μπήκαν σε κόπο και το διόρθωσαν και συνέχισαν να μας χαμογελούν.

Κανονίσαμε να ξυπνήσουμε πολύ νωρίς, διότι είχε Giannis vs Celtics νωρίς το πρωί, αυτά παθαίνεις άμα βρίσκεσαι στις εσχατιές του κόσμου...

Το πρωινό την επομένη ήταν πολύ καλό, εγώ επέλεξα εκείνο των 21 αυστραλέζικων δολαρίων, ενώ ο Κρεκούζας των 29 (μας έπαιρνε οριακά με το κουπόνι), αφού λιμπίστηκε τα λουκάνικα και τα μπέικον. Το χαρτί που μας είχαν δώσει έλεγε ότι θα μας παραλάμβαναν στις 7.15, αλλά ο τυπάς από το τράνσφερ έσκασε μύτη στις 7 και βιαζόταν, επέμενε πως μας είχαν δώσει λάθος ώρα αναχώρησης κι ήταν πολύ νευρικός, ειδικά όταν συνειδητοποίησε ότι και μια Γαλλίδα που ήταν να πάει στο αεροδρόμιο μαζί μας είχε μόλις κατέβει για πρωινό. Τελικώς φύγαμε για να φτάσουμε στο αεροδρόμιο όπου γινόταν ένας κακός χαμός: τα μηχανήματα ανάγνωσης διαβατηρίων της Αυστραλίας (πανεθνικώς, όχι μόνο στο Brisbane) είχαν βλάβη οπότε είχαν σχηματιστεί ατελείωτες σειρές. Οι εργαζόμενοι πάντως έκαναν τη δουλειά τους άψογα κι όταν κάποιος προσπαθούσε να περάσει τη σειρά με την αιτιολογία ότι η πτήση του φεύγει (όπως πχ ορισμένοι Κινέζοι), ήταν αυστηροί αλλά κι ευγενέστατοι, εξηγώντας τους πως το ίδιο συμβαίνει και με όλους τους επιβάτες που βρισκόντουσαν μπροστά τους. Ακόμη πιο μεγάλη εντύπωση το πόσο πολιτισμένοι ήταν οι Αυστραλοί στη σειρά, ορισμένοι εκ των οποίων, παρά την ταλαιπωρία, την καθυστέρηση και την ορθοστασία, δεν παρέλειπαν να ευχαριστήσουν τους εργαζόμενους. Μπορεί να είμαι και άδικος, αλλά στη θέση τους ο κλασικός Έλληνας θα δυσανασχετούσε, θα διαμαρτυρόταν, θα εξηγούσε ότι αυτό και μόνο αυτός βιάζεται γιατί είναι σημαντικός και όλο και κάποιος θα πετούσε την κλασική ατάκα "εμείς σας πληρώνουμε ρε" σε κάποιον υπάλληλο.

Τέλος πάντων, λίγο ρόλο έπαιζαν αυτά πλέον. Το σημαντικό ήταν πως κατευθυνόμασταν προς το εξωτικό Βανουάτου. Που θα αποδεικνυόταν πολύ πιο εξωτικό, πρωτόγονο κι εντυπωσιακό απ΄ό,τι μπορούσα να φανταστώ...


Πρώτες εικόνες από το Brisbane. Τελευταίες εικόνες πρωτοκοσμίλας, πριν φύγουμε για Βανουάτου.
DSC01048.JPG



Πού πας ρε Τζίζους με το μπρατσαρά;

DSC01049.JPG



Δεν ξέρω αν θα την έλεγα αρχιτεκτονικά όμορφη πόλη, αλλά αδιάφορη δεν είναι.

DSC01051.JPG



Να κι η μωβ γέφυρα.

DSC01054.JPG



Από την οποία φαίνεται πως αυτοκτονούν πολλοί.
DSC01055.JPG



Γι αυτό και στη διάβαση των πεζών (όπου έκαναν τζόγκινγκ κάτι φωνάρες) είχε κάτι κάγκελα ΝΑ με το συμπάθιο, για να μην πέφτει ο κόσμος.
DSC01056.JPG



Όμορφη η πόλη με το ομώνυμο ποτάμι το βράδυ.

DSC01057.JPG



DSC01059.JPG



DSC01067.JPG



Σταθμός δωρεάν φέρι. Θαυμάστε τον Κρεκούζα.

DSC01071.JPG



Και από το φέρι η θέα ήταν εντυπωσιακή.

DSC01073.JPG



DSC01074.JPG



DSC01076.JPG



Σας είπα ότι ήταν και δωρεάν; 24 ώρες στην Αυστραλία δεν ξοδέψαμε ούτε ένα δολάριο, αφού και η διαμονή και διατροφή μας ήταν καλυμμένη από τη Virgin.

DSC01077.JPG




DSC01082.JPG




Στο μεταξύ δε μιλάμε για ένα καραβάκι, αλλά για ολόκληρο δίκτυο.

DSC01087.JPG



Εμένα μου άρεσαν και τα σπίτια τους και η ποιότητα ζωής.

DSC01091.JPG



DSC01098.JPG



Μπόλικα εστιατόρια και μπαράκια κατά μήκος του ποταμού.

DSC01108.JPG



Ορίστε μας και η στήριξη στα αυτονομιστικά κινήματα...
DSC01117.JPG



Σε κάτι τέτοια αεροδρόμια βρίσκεις και εξωτικές αερογραμμές.

DSC01119.JPG


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11: Βανουάτου

Ωραία ήταν η πτήση και φτάσαμε άκοπα στο Port Vila, την πρωτεύουσα αυτής της μικρής πληθυσμιακά νησιωτικής χώρας. Το αεροδρόμιο μας φάνηκε κοτέτσι, αν και δεν κάτσαμε και πολύ στη μοναδική του αίθουσα, έχοντας "χάσει" μια μέρα λόγω Brisbane φύγαμε καρφί για το εθνικό μουσείο της χώρας, με τους σάκους μας στους ώμους (ο δικός μου γύρω στα 10 κιλά, του Κρεκούζα με τις κονσέρβες, τα γκατζετάκια και τα tim tam πρέπει να ήταν πάνω από 20).

Αλλάξαμε επομένως χρήματα στην ισοτιμία 1€ = 124vat και χρυσοπληρώσαμε το "fix fare" των 15€ για το ταξί για την πόλη. Η πρώτη εντύπωση δεν ήταν αυτή των διάσπαρτων κτιρίων, αλλά των φυσιογνωμιών που αντικρύζει κανείς: μοιάζουν σχεδόν όλοι με Παπούα. Μελανήσιοι είναι οι ni-Vanuatu (εφεξής για τις ανάγκες της ιστορίας θα αναφέρονται ως Βανουατιανοί), άρα στην ίδια φυλετική οικογένεια με τους κατοίκους των Φίτζι (αν κι εκεί το έντονο ινδικό στοιχείο μπερδεύει), της Παπούα Νέας Γουινέας, των Νήσων Σολομώντα (άλλος έρωτας αυτός, σε μεταγενέστερο ταξίδι θα γίνει κι αυτό) και εν μέρει και της Νέας Καληδονίας. Εμφανισιακώς και για τα δικά μου υποκειμενικά γούστα είναι μάλλον άσχημοι, αλλά τόσο ευγενείς κι όποτε χαμογελούσαν (πολύ συχνά δηλαδή) φωτιζόταν το πρόσωπό τους, λόγω των πολύ έντονων χαρακτηριστικών του προσώπου τους : μεγάλα χείλη και στόματα, έντονα σκούρο δέρμα (Μελανησία = μαύρα νησιά φαντάζομαι ότι είναι η ετυμολογία) που κάνει ωραία αντίθεση με τις κατάλευκες οδοντοστοιχίες, τεράστιες και περίεργες μύτες, εκφραστικότατα μάτια, εντελώς περίεργα σώματα. Ήδη από το αεροπλάνο τα χαρακτηριστικά των ni-vanuatu με είχαν ιντριγκάρει, όπως και το γεγονός ότι η διπλανή μου είχε τρομερές φαβορίτες κι αργότερα θα διαπιστώναμε πως πολλές γυναίκες στη χώρα έχουν και γένια, ή τέλος πάντων έντονη τριχοφυία στο πρόσωπο. Είχα διαβάσει και κάπου πως οι Ευρωπαίοι είχαν στείλει Πολυνήσιους ιεραπόστολους στο Βανουάτου, αφού τους πρώτους ιεραπόστολους που ήταν Ευρωπαίοι τους... έφαγαν οι Βανουατιανοί.

Η πρώτη εντύπωση που μας προκάλεσε το μουσείο είναι πως είναι έντονα τριτοκοσμικό. Ταλαιπωρημένο κτίριο, αρχαία φυλλάδια, εισιτήριο γραπτό στο χέρι αλλά κι ένας χαμογελαστός υπάλληλος που φάνηκε να χάρηκε με την παρουσία μας και δέχτηκε να φυλάξει και τις αποσκευές μας. Τα εκθέματα πάντως, παρά την πολύ κακή κατάσταση τόσο των επεξηγηματικών λεζάντων όσο και των βιτρίνων ήταν πολύ ενδιαφέροντα κι έκαναν ωραία εισαγωγή στη χώρα, με μια καλή χρηματοδότηση και ωραίο σχεδιασμό θα μπορούσαν να κάνουν εξαιρετικό μουσείο οι άνθρωποι.

Είδαμε λοιπόν απίθανα καπέλα και μάσκες, μάθαμε πως εδώ και λίγα χρόνια η κυβέρνηση του Βανουάτου έχει απαγορεύσει τη χρήση του πλαστικού στη νησιωτική αυτή χώρα των 270.000 κατοίκων, είδαμε ξυλόγλυπτα που θύμιζαν μοάι, θαυμάσαμε έναν απίστευτο πίνακα ενός Γάλλου που ήταν παρών σε τελετή ανθρωποφαγίας, όπου τα θύματα ήταν δεμένα χειροπόδαρα και οι γυναίκες των θυμάτων έκλαιγαν ενώ οι επίδοξοι... συνδαιτημόνες έκαναν γκροτέσκες γκριμάτσες στο οσονούπω φαγητό τους, είχαμε την τύχη να δούμε ένα ντόπιο να δείχνει sand drawing σε κάποιον άλλον στα πλαίσια κάποιου πρότζεκτ φαντάζομαι, μάθαμε για τα απίθανα έθιμα περί παραμόρφωσης κρανίου, εξαγωγής δοντιών, κουρεμάτων αλλά και για τα αρχαιολογικά ευρήματα 3.000 ετών στα νησιά και την ανακάλυψη του βασιλικού τάφου στο Roi Mata. Θα καταφέρναμε να πάμε;

Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν βγήκαμε από το μικρό αλλά πολύ ενδιαφέρον μουσείο, στην αλάνα μπροστά από το οποίο κάποια παιδάκια έπαιζαν ποδόσφαιρο και μπόλικοι ντόπιοι κυριολεκτικά λιάζονταν στο δάπεδο, σε μια εικόνα που μου θύμισε τους Αβορίγινες της Αυστραλίας αλλά και τους αντίστοιχους ντόπιους στη Νέα Καληδονία.

Μπήκαμε σε ένα σούπερ μάρκετ για να αγοράσουμε μια sim, τώρα που έμαθα κι εγώ ο βλάχος το mobile internet, με δέκα χρόνια καθυστέρηση. Με ρώτησαν και για κάτι τεχνικές προδιαγραφές που δεν κατάλαβα, οπότε και απάντησα στις κοπελίτσες "please wait for my fat friend to arrive" και ξεκαρδίστηκαν όταν είδαν τον πληθωρικό Κρεκούζα να εμφανίζεται να δείχνει την κοιλιά του και τα τατουάζ του και να γελάει βροντόφωνα. Όπου πάει κάνει grand entry ο άτιμος. Πήραμε τελικά data από διαφορετική εταιρεία ο καθένας, το οποίο εν τέλει αποδείχθηκε σοφή επιλογή.

Το κατάλυμά μας θα ήταν το Vanuatu Holiday Hotel, στο οποίο μας είπαν ευγενέστατα πως δε θα μας χρέωναν το πρώτο βράδυ (που περάσαμε στην ξενοδοχειάρα του Brisbane) και παρότι ήταν ένα φτηνό κατάλυμα χωρίς κάτι το ιδιαίτερο, είχε κάτι το οικείο κι αφού θα επιστρέφαμε ξανά και ξανά η αλήθεια είναι πως το νιώσαμε σαν το σπίτι μας. Κάναμε ένα ντουσάκι και βγήκαμε.

Ήταν η γιορτή μου κι επειδή είχα διαβάσει πως το φαγητό στη χώρα πλην Πορτ Βίλα είναι φορ δε μπαζ, είπα να πάμε να φάμε κάτι ιδιαίτερο όσο υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Είδαμε με τα data μας (άτσα ο βλάχος!!) ότι υπήρχε καλούτσικο ταϊλανδέζικο 20' με τα πόδια από το ξενοδοχείο μας και ξεκινήσαμε. Περάσαμε και από την "παραλιακή" οδό της πόλης. Πώς λέμε Μαλεκόν; Καμία σχέση. Επρόκειτο για μια απλή και μάλλον νέα πλατφόρμα που είχε κτιστεί παράλληλα με την παραλία, μικρού μήκους, όπου ο μόνος άνθρωπος που είδαμε ήταν ένας βαρκάρης που μας ρώτησε να θέλαμε να πάμε απέναντι, στο νησάκι Kiriki με το water taxi του, όπου υπάρχουν κάποια εστιατόρια. Λίγο πιο κάτω τέσσερις ενήλικες έπαιζαν petanque μέσα στα σκοτάδια... πόση διαφορά με το χθεσινό βράδυ στο Brisbane των trendy εστιατορίων, της promenade και των ουρανοξυστών!

Επειδή δεν ξέρω να διαβάζω googlemaps και λοιπά μαραφέτια χαθήκαμε λίγο στο σκοτάδι αλλά εν τέλει το βρήκαμε το εστιατόριο, ήταν ευγενείς οι ντόπιοι, ολίγον υπερτιμημένο το φαγητό αλλά ΟΚ. Ο Κρεκούζας φυσικά να φάει εξωτική κουζίνα δε γίνεται, αλλά ευτυχώς είχαν kids menu οι άνθρωποι και την έβγαλε καθαρή ζητώντας πάντως "adults portion"! Μιλώντας για adults, στο διπλανό μας τραπέζι ένας σιτεμένος Αυστραλός χαριεντιζόταν με έναν ανήλικο ντόπιο, όπου φτωχός κι η μοίρα του, αλλά δεν ήξερα ότι φτάνει μέχρι το Βανουάτου ο σεξοτουρισμός. Δεν είδαμε πάντως κάπου αλλού στη χώρα αντίστοιχα φαινόμενα.

Ήμασταν πολύ κουρασμένοι με την πρωινή αφύπνιση και την πτήση, αλλά και ενθουσιασμένοι: αύριο θα αφήναμε το νησί Efate και θα πετούσαμε για το Tanna, όπου θα πηγαίναμε να δούμε ένα ενεργό ηφαίστειο, το Mt. Yasser. Το πραγματικό Βανουάτου μας περίμενε, μακριά από το νησί της πρωτεύουσας.

Φτάνοντας στο Efate, το νησί της πρωτεύουσας Port Vila. Το νησάκι που φαίνεται δίπλα του πρέπει να είναι το Kiriki.

DSC01125.JPG



H διπλανή μου στο αεροπλάνο είχε εξωτικό διαβατήριο.
DSC01129.JPG



Όπως επίσης και εξωτικές φαβορίτες.
DSC01131.JPG



Η αισθητική του μουσείου ήταν περίεργη: γρύλιες αντί για παράθυρα, μανεκέν βιτρίνας αλλά και ενδιαφέροντα εκθέματα.

DSC01132.JPG



Εικόνες που δε διέφεραν και πολύ από αυτές που θα βλέπαμε τις επόμενες ημέρες.

DSC01134.JPG



Οι φούστες σου με καίνε γιατί είσαι μανεκένε...
DSC01139.JPG




Ωραίες μάσκες.
DSC01142.JPG



Μη μου πείτε πως δε θυμίζουν μοάι.
DSC01145.JPG



Sand drawing.

DSC01152.JPG



Όποιος κάνει ένα κόπο να μεγενθύνει θα διαβάσει για απίθανα έθιμα, από την εξαγωγή δοντιών μέχρι την παραμόρφωση κρανίου και μύτης.

DSC01153.JPG



Αραλίκι.

DSC01163.JPG



Πήγε ο Κρεκούζας και συνεννοήθηκε.

DSC01166.JPG



Οι τιμές στο σούπερ μάρκετ όντως προκαλούσαν τρόμο.
DSC01168.JPG



Αλλά ο Κρεκούζας δεν μπορούσε να απαρνηθεί τα αγαπημένα του προϊόντα.
DSC01169.JPG



Τεραστίων διαστάσεων yuca στην 24ωρη παρακαλώ ανοιχτή λαϊκή.
DSC01174.JPG



Ωριμότης μηδέν.

DSC01176.JPG



Water taxi.

DSC01180.JPG



Petanque βραδιάτικα.

DSC01185.JPG



Κλόπιράιτ.
DSC01186.JPG

Η εσωτερική μας πτήση για τη νήσο Τάννα με την καραφανταστική Air Vanuatu ήταν στις 10 το πρωί, οπότε χρονικά μας έπαιρνε να πάμε με το πάμφθηνο λεωφορείο (περίπου 1€), μετά από ένα μέτριο αλλά... υπαρκτό τουλάχιστο πρωινό στο κατάλυμά μας. Το terminal (ο Θεός να το κάνει) για τις εσωτερικές πτήσεις ήταν αρκετά αστείο, έμοιαζε με κοτέτσι που εγκαταστάθηκε σε επαρχιακό σταθμό ΚΤΕΛ της δεκαετίας του '50, ενώ το αεροσκάφος ήταν ελικοφόρο (αλλά όχι τόσο μικρό όσο αυτά που θα πέρναμε αργότερα) και οι αποσκευές έμπαιναν από το παράθυρο.

Η πτήση μας ήταν μια χαρά, με μερικές πολύ ωραίες θέες, και όταν προσγειωθήκαμε μας παρέλαβε ο ιδιοκτήτης του καταλύματός μας, ο Thomas, όπως είχαμε συμφωνήσει. To Mt Yasser View Lodge το είχαμε επιλέξει επειδή ήταν φτηνό, ακριβώς απέναντι από το ενεργό ηφαίστειο και μακριά από την παραλία όπου υπάρχουν κάποια πιο άνετα ξενοδοχεία, όπου πάνε και τα όποια τουριστικά γκρουπ. Συγκοινωνία δεν υπάρχει στο νησί, οπότε το pickup ήταν δεδομένο και στο Ντάτσουν του Thomas βρεθήκαμε παρέα με ένα ζευγάρι Γάλλων και τη μοναχική ταξιδιώτρια και γυμνάστρια Mifuyu, η οποία αποδειχθηκε και πολύ καλή παρέα. Οι δε Γάλλοι στη μέση της διαδρομής στα κατσάβραχα θυμήθηκαν πως ξέχασαν... κάτι παπούτσια στο αεροδρόμιο, επέστρεψαν και τα βρήκαν, ενώ εμείς τους περιμέναμε σε ένα τριτοκοσμικό μαγαζάκι (υποτίθεται μίνι μάρκετ) με γελαστούς ανθρώπους και ληγμένα προϊόντα.

Το σέρβις στο αεροδρόμιο πάντως το λες και περίεργο. Ο δικός μου σάκος είχε ανοιχθεί, όπως και των Γάλλων, αλλά απώλειες δε διαπιστώσαμε. Συνεχίσαμε το "δρόμο" μας προς το ηφαίστειο, που μας χάρισε και μια πανέμορφη θέα του μαζί με πανοραμική άποψη της ακτογραμμής κι εν τέλει φτάσαμε. Όταν έγραφαν ότι το lodge είναι ακριβώς απέναντι από το ηφαίστειο δεν περίμενα ότι εννοούσαν... ακριβώς απέναντι από την είσοδο του εθνικού πάρκου, για το οποίο επιβεβαιώσαμε τα θρυλούμενα: η επίσκεψη στο ηφαίστειο στοιχίζει το ευτελές αντίτιμο των 78€ κατ' άτομο. Το έδαφος ήταν εντυπωσιακό: μαύρο όσο δεν πήγαινε, αλλά δε μιλάμε για χώμα ή άμμο, αλλά ξεκάθαρα για στάχτη. Ατελείωτη στάχτη, που συνδυαζόταν εξωτικά με την τροπική βλάστηση.

Είχα διαβάσει ότι το δωμάτιό μας θα είναι treehouse αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι θα ήταν όντως μια καλύβα πάνω σε ένα θεόρατο δέντρο, όπου ανεβαίνει κανείς μέσω μιας πανύψηλης σκάλας, που έκανε τον Κρεκούζα να ζαλίζεται. Πάνω που εξερευνούσαμε το δωμάτιο (το μπάνιο ήταν κοινόχρηστο, στο ισόγειο), ξαφνικά ακούγεται ένα ΜΠΟΥΜ και κοιτώντας φάτσα κάρτα απέναντι βλέπουμε το ηφαίστειο να βγάζει μαύρο καπνό. Μετά από λίγο καταλάβαμε ότι αυτές οι εκρήξεις είναι πολλές κάθε μέρα και ότι δεν ήμασταν μάρτυρες σε κάποιο σπάνιο γεγονός.

Το κατάλυμά μας θα είχε ρεύμα μόνο για τρεις ώρες, από τις 6 μέχρι τις 9 το βράδυ, κι αυτό από γεννήτρια. Κατεβήκαμε να φάμε μεσημεριανό, το οποίο βασικά ήταν λαχανικά και ελάχιστη πρωτεϊνη. Ένα από τα λαχανικά ήταν μια περίεργη πρασινίζουσα μίξη πιπεριάς και αγγουριού που μου άρεσε πολύ. Ο Κρεκούζας φυσικά που δεν αγγίζει ποτέ πρασινάδες και λαχανικά, έμεινε νηστικός τρώγοντας μόνο το ένα κομματάκι κοτόπουλο που μας έδωσαν και προς τιμήν τους οι άνθρωποι δεν τον χρέωσαν.

Πήγαμε απέναντι για να βγάλουμε το εισιτήριό μας για την απογευματινή επίσκεψη του ηφαιστείου. Ο περιβάλλον χώρος έχει περιφραγεί ώστε να μην μπαίνουν και τζαμπατζήδες, ενώ υπάρχει κι ένας κηπάκος με πινακίδες από όλες τις εθνικότητες που έχουν επισκεφθεί το ηφαίστειο. Ο Κρεκούζας, που είχε αρχίζει να χαριεντίζεται με την Mifuyu, της οποίας το όνομα δεν είχε καταφέρει να προφέρει ούτε μια φορά σωστά, άρπαξε την πινακίδα της Ιαπωνίας κι άρχισε να κάνει παρέλαση... Σε ό,τι αφορά την καταπληκτική τιμολογιακή πολιτική για το ηφαίστειο, η πρώτη επίσκεψη στοιχίζει 78€, αν το επισκεφθείς όμως και την επόμενη ημέρα πληρώνεις "μόνο" άλλα 60€, η τρίτη μέρα είναι δωρεάν και η τέταρτη... στοιχίζει πάλι 78€.

Μας είπαν ότι το τουρ θα ξεκινούσε στις 4 και πήγαμε να ξαποστάσουμε λίγο. Η ενημέρωση ξεκίνησε ακριβώς στην ώρα της και είδαμε πως οι συνολικοί επισκέπτες για την ημέρ αθα ήταν περίπου 25, αναμεσα στους οποίους και μερικές αθλητικές νεαρές. Την ενημέρωση μας την έκανε μια κατά τη γνώμη μου ομορφούλα λεπτούλα και κατά την άποψη του Κρεκούζα κακάσχημη ντόπια, που μιλούσε με απίθανα δυνατά "ρ", κάτι σαν το αντίστοιχο διπλό rr στα Ισπανικά αλλά επί πέντε, κάτι σαν "We arrrrrre verrrrry happy to have you herrrrrrre", που το βρήκα πολύ χαριτωμένο. Μετά από τις προκαταρκτικές πληροφορίες και προειδοποιήσεις, μας έβαλαν σε τρία ντάτσουν και ξεκινήσαμε τη σύντομη διαδρομή σε κάτι κοτρώνες, οπότε και νιώθαμε ότι είχαμε κομπρεσέρ στους πισινούς μας, αλλά τι βλάστηση!

Με την αποβίβαση μας έμεναν 5 λεπτά ανάβασης σε μια ξύλινη σκάλα που μας έφερε στο χείλος του κρατήρα και μετά από λίγο σκαρφάλωμα (όπου δεν υπήρχε κανενός είδους προστατευτική μπάρα ή προφύλαξη) ήμασταν ακριβώς πάνω από το τον κρατήρα. Αρχικά βλέπαμε μόνο καπνό και ακούγαμε τις βροντές, αλλά η λάβα δεν ήταν ορατή κι απογοητεύτηκα, γρήγορα όμως οι κοπέλες ξεναγοί μας εξήγησαν πως θα έπρεπε να περπατήσουμε κατά μήκος του κρατήρα και η θέα όσο πήγαινε και γινόταν εντυπωσιακότερη, κλιμακωτά το πήγαιναν οι άτιμες. Ο κρατήρας αποδείχτηκε πως ουσιαστικά στο εσωτερικό του είχε δύο υποκρατήρες, που ξερνούσαν λάβα κάθε λίγα δευτερόλεπτα, με ένα εκκωφαντικό "ΠΛΑΦ" να πετάει πυρακτωμένα κομμάτια προς τα πάνω, πάρα πολύ κοντά μας. Ανατρίχιασα! Ένιωθες όλη την οργή του ηφαιστείου με μια θέα σε ατέλειωτο μαύρο και κόκκινο που δύσκολα περιγράφεται, δεν ξέρω σε πόσα σημεία του πλανήτη νιώθει κανείς τη φύση τόσο brutal ακριβώς δίπλα του.

Ο όλος πίνακας ήταν φοβερός: το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας στο βάθος, καταπράσινη βλάστηση πίσω μας και ένα κόκκινο της κολάσως μπροστά μας που μας πλησίαζε σε κάθε έκρηξη. Μια ξαφνική από αυτές με αιφνιδίασε και τρόμαξα, αλλά μετά ανυπομονούσα για την επόμενη, ήταν και συχνές! Σιγά σιγά άρχισε να πέφτει ο ήλιος, η στχάχτη έκανε τα μάτια να τσούζουν, ο πολύ δυνατός άνεμος μας ξέσκισε, αλλά όλοι επέμεναν να κοιτάνε, όσο πιο πολύ σκοτείνιαζε τόσο πιο εντυπωσιακό ήταν το θέαμα, ενώ κινούμενοι κατά μήκος του κρατήρα είχαμε και εναλασσόμενη θέα.

Η λάβα κόχλαζε κι εκτινασσόταν, αλλά τα μάτια μου άρχισαν να τσούζουν κι επέστρεψα στο υψηλότερη σημείο, με τη λιγότερη καλή θέα, αλλά γρήγορα ζήλεψα αυτούς που ήταν πιο κοντά κι επέστρεψα, ΤΙ ΘΕΑΜΑ, ειδικά σε κάποια φάση που και οι δύο κρατήρες είχαν ταυτόχρονη έκρηξη, Απλά φανταστική εμπειρία, άξιζε τα πάντα...

Νύχτωσε, μας έβαλαν στα ντάτσουν κι επιστρέψαμε, βρήκαν και λίγο κοτόπουλο για να δειπνήσει και ο Κώστας, ενώ ένας Γιαπωνέζος που έμενε στο χόστελ μας ήθελε να πάει και την επομένη διότι οι φωτογραφίες του λόγω αέρα δεν είχαν βγει αψεγάδιαστες... Θα ήταν η τέταρτή του φορά... οπότε θα ξαναπλήρωνε το πλήρες ποσό των 78€, αφού είχε ήδη δαπανήσει 138€... Χαρά στο κουράγιο και την τσέπη του του ανθρώπου...

Εμείς πάλι, συζητήσαμε με τον Thomas κι αποφασίσαμε να κάνουμε ashboarding την επομένη και μετά από ένα μικρό τουρ στο δυτικό κομμάτι του νησιού θα βλέπαμε μήπως μπορούσαμε να αλλάξουμε εισιτήριο και να επιστρέψουμε στο Efate για να κερδίσουμε μια μέρα. Αρχικά είχα κλείσει 3 μέρες στο Τάννα φοβούμενος μην και βρέχει και δεν μπορούσαμε να δούμε καλά το ηφαίστειο, αλλά ο καιρός μας είχε κάνει τη χάρη από το πρώτο βράδυ, άσχετα με το τι έλεγε ο Γιαπωνέζος φωτογράφος. Ο Κρεκούζας έβγαλε με τη... νέα polaroid του τις κόρες του Thomas, που μας εξηγούσε πως η γη όπου έφτιαξε το χόστελ ήταν της οικογένειάς του, όπου αναγκάστηκε να ξαναφτιάξει όλο το ξύλινο ξενοδοχείο με τα δεντρόσπιτα από την αρχή ολομόναχος, μετά τον τυφώνα Pam που τους πήρε ό,τι είχαν και δεν είχαν. Πολύ αξιόλογος άνθρωπος και δεν είχε ταξιδέψει και ποτέ του στο εξωτερικό.

Εν τέλει, πέραν του ashboarding είπαμε να πάμε και στις θερμές πηγές που λύσσαξε να πάει η Mifuyu, οπότε η επόμενη μέρα θα ήταν φουλ. Πέσαμε για ύπνο όταν εξαφανίστηκε το ρεύμα της γεννήτριας, εκστασιασμένοι από το ηφαίστειο κι έκπληκτοι όταν μάθαμε ότι η personal trainer Mifuyu είναι... 52 ετών.

Φανταστικά χαμόγελα όλοι, εδώ η ρεσεψιονίστ μας.

DSC01187.JPG




Αγαπώ το είδος των Αγγλικών (και Γαλλικών) που μιλάνε στο αρχιπέλαγος. Το πώς τα γράφουν δε είναι εξαιρετικό.
DSC01188.JPG



Τσεκ ιν.
DSC01190.JPG




Στην αρχή υπήρχε άσφαλτος, και καλή μάλιστα.
DSC01203.JPG



Μίνι μάρκετ. Τα τρόφιμα σχεδόν όλα ληγμένα!

DSC01204.JPG



Πρώτη θέα του ηφαιστείου, ήδη φαίνεται ο καπνός.

DSC01211.JPG



Πλησια΄ζοντας, πάνω στη στάχτη.

DSC01219.JPG



Το δεντρόσπιτό μας.
DSC01235.JPG



Αυτό το πράσινο ήτνα πολύ ωραίο. Απέναντι, το πιάτο του Κρεκούζα, που δεν το άγγιξε.
DSC01242.JPG



Μετά το πρώτο ΜΠΟΥΜ.
DSC01243.JPG



Κρεκούζας, σημαιοφόρος της Ιαπωνίας για το 2020.

DSC01247.JPG



Τεράστια δέντρα, πολλή κούνια.
DSC01249.JPG



Ηφαίστειο = εγγύηση για ενδιαφέρουσα βλάστηση στις τροπικές χώρες

DSC01250.JPG



ΜΠΟΥΜ και πάλι.

DSC01252.JPG



Οι ηφαιστειοξεναγοί.

DSC01255.JPG



Ξεκινάμε πάνω σε Ντάτσουν.
DSC01257.JPG



Συνεχίσαμε με σκάλες.

DSC01262.JPG



Πρώτη θέα του κρατήρα.

DSC01269.JPG



Καμαρωτός.
DSC01274.JPG



Περπατώντας κατά μήκος του κρατήρα.

DSC01293.JPG



Πρώτη θέα της λάβας.

DSC01302.JPG



Και δεύτερη...
DSC01317.JPG



ΠΛΑΦ.
DSC01358.JPG



Εδώ φαίνεται πιο καθαρά ότι μιλάμε για 2 κρατήρες.
DSC01363.JPG


Απολαμβάνοντας το τελευταίο φως από τη γεννήτρια.
DSC01369.JPG

Tο πρωινό του Thomas ήντουνα πολύ φτωχό, αλλά ευτυχώς είχα κρατήσει κάτι φακελάκια με ζεστή σοκολάτα από τη Νέα Ζηλανδία και το ψιλοέσωσα. Η αναχώρησή μας θα ήταν χαλαρή χρονικά και φύγαμε για το πάσο μας για την πλαγιά του ηφαιστείου, προκειμένου να κάνουμε αυτό το διαβόητο ashboarding, που αν το είχα καταλάβει καλά ήταν κάτι σαν sandboarding αλλά πάνω στη στάχτη.

Ο Thomas μας παρουσίασε μια σανίδα που είχε και μποτάκια ενσωματωμένα, αλλά αυτά ήταν σπασμένα. Όπως και να έχει, διαπιστώσαμε ότι μπορούσαμε να τη δέσουμε και στα συμβατικά μας παπούτσια και ήμασταν έτοιμοι. "Λοιπόν", λέει ο Thomas που πάρκαρε το Ντάτσουν του στη βάση της πλαγιάς του ηφαιστείου. Θα ανεβείτε μέχρι εκεί και μετά θα αρχίσετε να γλιστράτε! Μια κουβέντα ήταν το να ανεβούμε "μέχρι εκεί", αφού η ανάβαση γινόταν πάνω σε έναν τεράστιο σταχτόλοφο (κατά το "αμμόλοφος"), όπου τα πόδια βυθίζονταν μέχρι τον αστράγαλο στη στάχτη, χώρια ότι η σανίδα ήταν ασήκωτη. "Να πάτε πιο ψηλά, για να έχει κλίση, αλλιώς δε γλιστράει!", φώναξε ο Thomas που καθόταν άνετος στο Ντάτσουν του.

Ανεβαίναμε, ανεβαίναμε και πρόοδο δεν έβλεπα. Με τα πολλά, άφηση τη Mifuyu (που ο Κρεκούζας επέμενε να τη λέει "Fumaki" , "Mukifa" ή "Fayumi") και τον Κρεκούζα λίγο πιο κάτω για να απαθανατίσουν την κάθοδό μου, κι όταν έφτασα στο κατάλληλο σημείο, έβαλα τη σανίδα στα πόδια μου, στάθηκα όρθιος και ξεκίνησα το γλίστρημα. Μόνο που δε γλίστραγε! Ακίνητος ήμουν, πάνω σε μια σανίδα, υπό δυνατό αέρα στους πρόποδες ενός ηφαιστείου ο βλάκας. "Σπρώξε λίγο προς τα μπρος και θα αρχίσει να γλιστράει!", φώναξε ο Thomas που έτρωγε ψύχραιμα μια μπανάνα. Το έκανα... και άρχισα να γλιστράω, θαύμα! Όχι πολύ γρηγορα, αλλά ήταν ένα ξεκίνημα, που τελείωσε άδοξα, αφού έπεσα μετά από ΤΡΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ προς τέρψη του Κρεκούζα που μαγνητοσκοπούσε. Γελάσαμε, σηκώθηκα με πολύ κόπο (είναι βαριά η άτιμη η σανίδα), ξανανέβηκα και αυτή τη φορά τα πήγα πολύ καλύτερα, τόσο που είχα στιλ ανετοέμπειρου που απατούσε ταφαινόμενα. Φτάνοντας σχεδόνσ τη βάση με μια αξιοπρεπή ταχύτητα και ισορροπία, ο Thomas μου φώναξε να στρίψω λίγο τα πόδια μου αν θέλω να κόψω ταχύτητα, το οποίο και έκανα με το αναμενόμενο αποτέλεσμα: έπεσα.

Ήμουν ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα και πλέον είχε έρθει η ώρα του ενός, του μοναδικού, του είναι-μία-μόνο-μία-η-ονειρεμένη-φρουτοπία Κρεκούζα να δοκιμάσει. Με περισσή αυτοπεποίθηση ανέβηκε το ηφαίστειο, έδεσε τη σανίδα και ήταν έτοιμος. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερε, αλλά έπεσε τόσο ατσούμπαλα προς τα μπρος που μέχρι και η διακριτική Mifuyu χέστηκε στο γέλιο. Απτόητος ο ήρωάς μας ξαναπήρε τη σανίδα και ξανανέβηκε. Φάνηκε να πέφτει, το ισορρόπησε, ανέπτυξε ταχύτητα, τόσο που ανέκραξα "Έλα, το' χεις, να' το, έτσιιι" και μετά ΖΜΠΑΜ ξαναέπεσε με το κεφάλι ο Κρεκουζάκος σα σακί με πατάτες. Χαχαχα, είναι από τα πιο αστεία βίντεο που κυκλοφορούν, αν είναι σε κέφια ελπίζω να το ποστάρει ο ίδιος το βίντεο της χρονιάς. Για μήνες ξυπνούσα το πρωί και το έβλεπα για να μου πάει καλά η μέρα, μπα σε καλό σου Κρεκουζάκο, πάντα τέτοια!

Η Mifuyu, ως γνήσια Γιαπωνέζα, δεν είχε καμία απαίτηση να διανύσει μέτρα με τη σανίδα. Της αρκούσε μια φωτογραφία για το instagram μόνη της πάνω στη σανίδα. Άβυσσος η ψυχή των instagrammers, τι να πω.

Είχαμε γεμίσει με απίστευτες ποσότητες στάχτης στα μαλλιά, τα αυτιά, τον αφαλό και τα πόδια μας, οπότε η ιδέα του να πάμε στις θερμές πηγές ακουγόταν εύστοχη. Μπήκαμε στο Ντάτσουν και περάσαμε κι από ένα χωριό John Frum, το οποίο είναι μια απίστευτη τοπική αίρεση, για την οποία ο Thomas, ως καλός καθολικός, δεν ήξερε σχεδόν τίποτε, αλλά έχει τρομερό ενδιαφέρον για όποιον εχει περιέργεια https://en.wikipedia.org/wiki/John_Frum .

Το ποτάμι πάντως στο οποίο θα κάναμε το μπάνιο μας απολαμβάνοντας τις θερμές πηγές αποδείχθηκε ένα ρυάκι λόγω παλίρροιας, το λες και απογοητευτικό εκ πρώτης όψεως. Καταφέραμε πάντως περπατώντας στις κοτρώνες να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου αν καθόσουν μέσα στο νερό απολάμβανες το ζεστό νερό και -κυρίως- ξεφορτωθήκαμε μερικούς τόνους στάχτης από το σώμα και το κεφάλι μας. Το κλου πάντως δεν ήταν το μπάνιο, αλλά ο χαβαλές με τα ντόπια παιδάκια που έπαιζαν γυμνά στα βράχια βουτώντας στο ζεστό νερό. Εικόνες αθωότητας, ήταν και ντροπαλά τα καημένα και αρχικά δεν ήθελαν φωτογραφίες. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε και μια οικογένεια πιο πίσω μας που ήρθε να πλύνει τα ρούχα της στα ζεστά νερά του ποταμού, άλλοι έπλεναν, άλλοι πλατσούριζαν, τα παιδάκια έπαιζαν, εικόνες από άλλες εποχές σε ένα νησί με ελάχιστο ρεύμα, σχεδόν καμία κάλυχη από κινητά κι όλα αυτά σε ένα ποταμάκι που κατέληγε σε μια απίθανη παραλία με τόσο πράσινο πίσω της που έμοιαζε σουρεαλιστική, για να μη μιλήσω για το δεντράκι της που ήταν κλάσεις ενώτερο του ινσταγκραμικού δέντρου της Wanaka.

Περπατήσαμε στην παραλία, ήταν και ωραίος ο καιρός και τόσο απέραντη και άδεια που μέχρι κι εγώ ο μισοπαραλίας το ευχαριστήθηκα. Όταν επιστρέψαμε στο Ντάτσουν ζήτησα από τον Thomas να μας δώσει λίγο χρόνο ώστε να επισκεφθούμε το χωριό και δεν μου το αρνήθηκε. Ουσιαστικά αποτελούταν από μερικές καλύβες και κάτι σπιτάκια τύπου φαβέλας, αλλά ήταν ύποπτα ήσυχο, μέχρι που άκουσα τραγούδια και μουσικές και συνειδητοποίησα πως όλο το χωριό ήταν μαζεμένο σε ένα ξέφωτο/πλατεία όπου τρεις γριούλες χόρευαν με τις παραδοσιακές τους φούστες υπό τον ήχο της μουσικής που έπαιζαν καμιά εικοσαριά άτομα με κιθάρες που κάθονταν στο έδαφος... Πόσο αυθεντικές εικόνες, ενθουσιαστήκαμε! Οι ντόπιοι δε φάνηκαν να πολυασχολούνται με την παρουσία μας, ήταν αφοσιωμένοι στη -θρησκευτική τους όπως αποδείχθηκε- μουσική, πλην μερικών ντροπαλών παιδιών που πλησίασαν τον ΚΡεκούζα, ο οποίος τους έκανε ένα δώρο που θα τους μείνει αξέχαστο: μια φωτογραφία polaroid, την οποία κοιτούσαν σα να επρόκειτο για κάποιο είδος θαύματος από άλλο πλανήτη. Πόσο ανεξερεύνητη είναι αυτή η χώρα τέλος πάντων;

Ξαναμπήκαμε στο Ντάτσουν και είχε έρθει η ώρα για να πάμε στην πρωτεύουσα (λέμε τώρα...) του νησιού το Lenakel, όπου ο Thomas μας άφησε "Στην πόλη" (κάτι κτίσματα αραιά μεταξύ τους σε χωματόδρομους) για να ρωτήσουμε στην Air Vanuatu αν θα μπορούσαμε εν τέλει να αλλάξουμε τα εισιτήριά μας. Φυσικά τα γραφεία της εταιρείας ήταν κλειστά αφού ήταν Πρωτομαγιά, αλλά βρήκαμε ένα παράπηγμα για να φάμε με 3€ το άτομο και τέλος πάντων τρωγόταν το φαγητό, ενώ το μέρος ήταν ό,τι πιο αντιτουριστίκ υπάρχει, με ένα πεντάχρονο κοριτσάκι να βοηθάει τη μαμά του στο μαγείρεμα. Εν τέλει ο Thomas που είχε πάει στο αεροδρόμιο για να παραλάβει νέο τουρίστα μας είπε πως ρώτησε και πως δεν υπήρχε πρόβλημα με την αλλαγή της πτήσης μας, το οποίο ήταν ευχάριστο.

Φτάσαμε στο μάλλον αστείο αεροδρόμιο, ο υπάλληλος στο... υπαίθριο τσεκιν μας άλλαξε τα εισιτήρια... γραπτώς με το στιλό του... και μετά μας είπαν πως η πτήση θα είχε καθυστέρηση. Μετά μας είπαν πως θα είχε κι άλλη καθυστέρηση, μετά κι άλλη , ώσπου πια κόντευε να νυχτώσει και έγινε προφανές πως το αεροπλάνο δε θα ερχόταν, οπότε η Air Vanuatu μας μοίρασε σε 3 βανάκια (τόσοι ήταν οι επιβάτες όλοι κι όλοι) και μας ανακοίνωσε πως θα μας μοίραζε σε τρία ξενοδοχεία για να περάσουμε το βράδυ και πως θα πετούσαμε την επόμενη, άγνωστο τι ώρα. Τα ξενοδοχεία ήταν όλα πέριξ της "πρωτεύουσας" και σε μας έλαχε το Evergreen 4 αστέρων, που φαινόταν τούμπανο, αλλά σταθήκαμε άτυχοι και μας έδωσαν ένα δωμάτιο σε παλιό bungalow που ήταν μια σταλιά και δεν είχε καν δικό του ντους, ενώ η Mifuyu πήρε δωματιάρα. Δε βαριέσαι, η θέα από το ξενοδοχείο ήταν τρομερή το σούρουπο κι είχαμε κι ένα voucher αξίας 16€ για το δείπνο μας, που ήταν τίμιο και το οποίο μοιραστήκαμε με τρεις Γιαπωνέζους στο τραπέζι μας και γελάσαμε αρκετά με τις απόπειρες επικοινωνίας. Ελπίζαμε πάντως να πετάξουμε την επομένη...


DSC01371.JPG



DSC01383.JPG


DSC01374.JPG



DSC01389.JPG



DSC01391.JPG



DSC01394.JPG



DSC01402.JPG



DSC01395.JPG


DSC01416.JPG


DSC01420.JPG



DSC01426.JPG



DSC01434.JPG


DSC01439.JPG



DSC01448.JPG


Πραγματικά ήταν μια μοναδική εμπειρία η επίσκεψη σε ενα ενεργό ηφαίστειο!!! Μια επίσκεψη με μηδαμινά μέτρα ασφαλείας, που το κάνει πιο αυθεντικό σαν εμπειρία! Στην Ευρώπη όχι το tree house δεν θα υπήρχε απέναντι μα θα ήταν αρκετά χιλιόμετρα περίφραξη. Δεν ξέρω εάν θα ξανα ζήσω κάτι ανάλογο στη ζωή μου!


Ακόμη και το lodge ήταν φανταστικό. Με απίστευτη θέα ακριβώς στο βουνό, όπου έβλεπες συχνά πυκνά καπνό να βγάζει όταν το ηφαίστειο βρυχώταν.


IMG-20200118-WA0009.jpg



Όπου ο Γιωργάκης μου είχε πάρει το διπλό κρεβάτι που λόγω των λουλουδιών είχαν μαζευτεί και αρκετά μυρμιγκακια!!!


IMG-20200118-WA0008.jpg



Όχι μόνο της Ιαπωνίας μα και της Ελλάδας είχαμε για την παρέλαση... των εθνών!


IMG-20200118-WA0007.jpg



Ανεβαίνοντας...


IMG-20200118-WA0002.jpg



Μοναδική θέα! Υπέροχο ηλιοβασίλεμα!!! Μπροστά είχαμε την λάβα και το ηφαίστειο σε έξαρση, και πίσω μας μια τροπική βλάστηση και ενα πανέμορφο ηλιοβασίλεμα!!!!


IMG-20200118-WA0001.jpg



Δεν θυμάμαι εάν ήθελα να βγάλω το Γιώργο φωτογραφία ή την γαλλιδούλα που σχολιάζαμε συνέχεια!!!


IMG-20200118-WA0003.jpg



Να σημειώσω επίσης ότι εκείνη την μέρα μια κάμερα χάλασε και δύο την προηγούμενη λόγο του δυνατού αέρα και της στάχτης. Κάποιοι άλλοι μας είπαν ότι συχνά φωτογραφικές χαλάνε. Ευτυχώς εμείς φύγαμε αλώβητοι.

Προσπαθώντας να ανεβάσω τρία βίντεο μαζι,έφτιξα ένα. Απο κοντά βεβαια είναι όχι μόνο πιο έντονα, μα και πιο τροματικά!!!


Κάποια βίντεο ντοκουμέντα από τη περιπέτεια του Ashboarding.... ε, ήταν πιο διασκεδαστικό,πιο κουραστικό μα και πιο γελοίο απο ότι φαίνεται!!! :p :lol:




Ωραίες, οικογενειακές σκηνές στην παραλία, οικογένειες που επέστρεφαν αφού είχαν πλύνει τα ρούχα... και τα παιδιά τους.

DSC01451.JPG



DSC01455.JPG



DSC01460.JPG



Άσχημη δεν τη λες την παραλία πάντως.

DSC01463.JPG



DSC01472.JPG



Και το χωριό με τους John Frum.

DSC01492.JPG



DSC01495.JPG



DSC01496.JPG



Αυτές οι δύο είχαν μερακλώσει τελείως.

DSC01497.JPG



DSC01500.JPG



Κάναμε και γνωριμίες.

DSC01508.JPG



Μαγείρισσες.

DSC01514.JPG



Προσοχή στην τάπα των καυσίμων!

DSC01515.JPG



Βανουατανάκι.
DSC01517.JPG



Καλούτσικο ήταν και το ξενοδοχείο που μας έκλεισε η Air Vanuatu.

DSC01526.JPG



DSC01533.JPG



Δεν είχαν παράπονο, όλο σε γκουρμεδάκια τους πήγαινα.

DSC01512.JPG


To πρωινό ήταν ικανό, ή ό,τι απέμεινε από τη θηριώδη επίθεση μιας Κινέζας σε αυτό (επτά φορές γέμισε το πιάτο της) και μας ήρθε κι ένα μέιλ από την Air Vanuatu πως όντως θα πετούσαμε αργότερα. Γεμίσαμε το χρόνο μας γράφοντας τα ημερολόγιά μας παρέα με κάτι Γιαπωνέζους και όντως, όταν πήγαμε στο αεροδρόμιο, με το απίθανο κυλικείο και τους ακόμη πιο απίθανους συνεπιβάτες έφτασε αεροπλάνο που μας μετέφερε στο Port Vila.





Το σχέδιο ήταν να βρούμε πού θα μπορούσαμε να νοικιάσουμε ένα αυτοκίνητο ώστε την επομένη να κάνουμε το γύρο του νησιού Efate, προτού αναχωρήσουμε για το Pentecost. Πήραμε το αστικό λεωφορείο (ο Θεός να το κάνει) από το αεροδρόμιο (αφού τα ταξί ήταν πανάκριβα) και μόλις φτάσαμε στο κέντρο της πόλης πήγαμε σε ένα γραφείο ενοικιάσεως αυτοκινήτων όπου εν τέλει βρήκαμε κάτι για 60€ ημερησίως. Πιο ενδιαφέρον πάντως ήταν ότι συναντήσαμε ένα ζευγάρι Ελληνογάλλων με τον οκτάχρονο γιο τους, που έκαναν το γύρο του κόσμου για ένα χρόνο, και μάλιστα με χαμηλό μπάτζετ. Καλύτερο σχολείο για το παιδί δεν μπορούσα να φανταστώ. Ανταλλάξαμε πληροφορίες για διάφορα πράγματα, τους συστήσαμε και το πανδοχείο μας κι εν τέλει θα τους ξαναβλέπαμε.

Επιτέλους επιστρέψαμε στο πανδοχείο μας, που ήδη είχαμε αρχίσει να το νιώθουμε ως σπίτι μας κι ας μην ήταν τίθποτε το φοβερό, και βγήκαμε για δείπνο. Αυτή τη φορά τον πήγα στο Stonegrill τον Κρεκουζάκο, που ήταν κυριλέ και σχετικά ακριβό, στα καλύτερα τον πηγαίνω να ξέρετε. Εγώ έφαγα ψαράκι στην πέτρα κι ο Κρεκούζας σπαγγέτι α λα μερ.

Ψιλοuneventful ήταν η σημερινή ημέρα, αλλά πίστευα πως η επομένη με το γύρο του νησιού θα ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Aποχαιρετούμε το ξενοδοχείο που μας πλήρωσε η γαλαντόμα Air Vanuatu, έστω κι αν μας έδωσε δωμάτιο δράμα, σενατίθεση με τη Mifuyu.

DSC01540.JPG



O Κρεκούζας χρησιμοποιεί την polaroid για το ημερολόγιό του. Μου φάνηκε εξαιρετική ιδέα.
DSC01541.JPG



Το κυλικείο-εστιατόριο του αεροδρομίου...

DSC01543.JPG



... που δεν ήταν τίποτε μπροστά στα μαγαζιά με τα σουβενίρ, που ήταν αυτός ο τοίχος.

DSC01544.JPG



Εκπληκτική φυσιονγωμία η συνεπιβάτισσα.
DSC01547.JPG


DSC01548.JPG




Έτσι προσπαθεί να ξεπεράσει την πετοφοβία ο Κρεκούζας. Αν κι είχε εμένα από πίσω του να του θυμίζω πως πετάμε με μονοκινητήριο πάνω από τον ωκεανό.
DSC01559.JPG



Προγείωση, απίθανη βλάστηση αεροδρομίου.

DSC01563.JPG


Πήγαμε νωρίς για το αυτοκίνητο, το οποίο τελικώς ήταν ένα picanto, μικρό αλλά βολικό. Έτσι κι αλλιώς, για κάποιες ώρες το χρειαζόμασταν, δεν είναι και τεράστιο νησί το Efate.

Ξεκινήσαμε λοιπόν με πρώτο στόχο το σημείο επιβίβασης για το νησί Hat, όπου βρίσκεται και ο σημαντικότερος αρχαιολογικός χώρος της χώρας και με την ελπίδα ότι ίσως μπορούσαμε να επισκεφθούμε και το νησί Lelepa. Με δεδομένο ότι αυτά τα δύο νησάκια βρίσκονταν προφανώς εκτός Efate, θα έπρεπε να βρούμε πρώτα κάποιον βαρκάρη και ρωτώντας μας υπέδειξαν πού στο περίπου θα μπορούσαμε να βρούμε κάποιον.

Το οδόστρωμα μας εντυπωσίασε τόσο όσο και η καταπράσινη διαδρομή. Διαβάσαμε πως ο δρόμος είναι πρόσφατος: τον έφτιαξαν οι Κινέζοι το 2011 και ήταν... ο πρώτος δρόμος με άσφαλτο στη χώρα, για να πάρει κανείς μια ιδέα για το πόσο ανύπαρκτες είναι οι υποδομές στη χώρα. Συνεχίσαμε να οδηγούμε, ξαναρωτήσαμε πού θα βρούμε κάποιον βαρκάρη και μια κυρία μας έδειξε μια έξοδο από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο προς το Mangaliliu, όπου δρόμος δεν υπήρχε, παρά μόνο κοτρόνες, με αποτέλεσμα να κοπανήσουμε και το αμάξι δυο φορές. Πήραμε μια μάνα κι ένα παιδί ως ωτοστόπερ, που μας είπαν πως πήγαιναν στο γαλλικό σχολείο για κάποια σχολική γιορτή. Προσφέρθηκε ο Κώστας να την αφήσουμε στο περί ου ο λόγος σχολείο, που αποδείχθηκε πως ήταν 10 καλύβες (κυριολεκτικά) αλλά με άπειρα παιδιά, άλλωστε η μέση γυναίκα στο Βανουάτου κάνει πάνω από 3 παιδιά (το 1960 πάντως έκανε σχεδόν 8!).

Λίγο αργότερα μας υπέδειξαν πως πηγαίναμε λάθος, πήραμε άλλο κατσικόδρομο και καταλήξαμε σε μια ράμπα που κατέληξε... στη θάλασσα. Το picanto μας δυστυχώς δεν ήταν αμφίβιο, αλλά επειδή το τοπίο ήταν ωραίο κατεβήκαμε να βγάλουμε μια φωτογραφία. Με το που κατεβαίνει ο Κώστας τρώει μια απίστευτη χλαπάτσα που δυνητικά θα μπορούσε να είναι και επικίνδυνη. Βγαίνω ως εξυπνάκιας, τον πλησιάζω και του λέω "καλά ρε, πώς έπεσες έτσι;" και με το που του δίνω το χέρι να σηκωθεί ΟΠΑΑΑ την έφαγα κι εγώ τη σαβούρδα κι έσκασα στον πισινό μου. Μείναμε κανά δυο λεπτά να γελάμε με τα χάλια μας στην πιο γλιστερή επιφάνεια που έχω δει ποτέ και συνεχίσαμε να ψάχνουμε για κάποιον που να μπορεί να μας πάει στα τιμημένα κοντινά νησάκια.

Βρήκαμε μια ταμπέλα που έλεγε "Lelepa Landing", χαθήκαμε σε κάτι έργα που γίνονταν κινεν τέλει ανακαλύψαμε ότι η σωστή έξοδος δεν ήταν σηματοδοτημένη... μάλλον δεν είμαστε στη Νέα Ζηλανδία πια, ε; Τέλος πάντων από εκείνη τη στροφή έβγαιναν δυο αυτοκίνητα από ανθρώπους που μόλις είχαν αποβιβαστεί, οι οποίοι ούρλιαξαν στο βαρκάρη που τους είχε φέρει, επέστρεψε και συνεννοηθήκαμε μαζί του να μας πάει και στα δύο νησιά. Ζήτησε 80€ αρχικά, τελικά κλείσαμε στα 62€ και φύγαμε.

Το πρώτο νησί που θα επισκεπτόμασταν θα ήταν η Lelepa, ένα νησάκι γνωστό για τις σπηλιές του. Το χρώμα του νερού ήταν απίστευτο όταν ξεκινήσαμε και φτάνοντας στο νησί θαυμάσαμε στο βυθό κάτι υπερτεράστια μύδια, χωρίς υπερβολή μπορεί και να ήταν μισό μέτρο σε διάμετρο το καθένα. Ο βαρκάρης μας είπε πως στο νησί ζουν περίπου 700 άτομα και μας έδειξε πού βρίσκονταν οι σπηλιές, αφού μας είπε πως κανονικά έπρεπε να πληρώσουμε και ένα πολύ σεβαστό ποσό (περίπου 80€/άτομο!) στην τοπική κοινότητα για την επίσκεψη σε Lelepa και Hat, αλλά δεν υπήρχε κανείς για τα εισπράξει και δε σκιστήκαμε για να πάμε να τον βρούμε κιόλας, το κομμάτι του νησιού όπου μας άφησε ήταν εντελώς έρημο. Οι ταμπέλες πάντως υποδείκνυαν ότι είχε δίκιο ο άνθρωπος, τα περί “νησιώσημου” δεν τα είχε βγάλει από το κεφάλι του, αλλά αφού ήταν χαμηλή περίοδος και δεν είχαμε κλείσει την εκδρομή μέσω κάποιου πρακτορείου, κανείς δεν ήξερε ότι ήμασταν εκεί.

Ανοίξαμε την πορτούλα, προχωρήσαμε στο μονοπάτι και μετά από λίγο περπάτημα μέσα στη φύση φτάσαμε σε ένα καρστικό άνοιγμα σπηλιάς. Το σπήλαιο ήταν μεγάλο, άρα έμπαινε πολύ φως, αλλά ήταν και βαθύ, οπότε από κάποιο σημείο κι έπειτα δε βλέπαμε τίποτε και ανάψαμε τους φακούς των κινητών μας. Είχα διαβάσει πως υπήρχαν σπηλαιογραφίες και μάλιστα αρκετά ενδιαφέρουσες, αλλά δεν τις βρίσκαμε, η όλη φάση όμως στα σκοτάδια σε ένα ξεχασμένο σπήλαιο σε ένα νησί στη μέση του πουθενά θύμιζε λίγο κυνήγι χαμένου θησαυρού κι είχε την πλάκα του. Σπηλαιογραφίες δε βρήκαμε, καλά περάσαμε, πάμε για το νησί Hat τώρα.

Το Hat ήταν αρκετά πιο μακριά κι είχε αρχίσει να φουσκώνει επικίνδυνα η θάλασσα. Σε μια προσπάθεια να καθησυχάσω τον Κρεκούζα, που δεν ξέρει κολύμπι, αρχίσαμε να στοιχηματίζουμε πόση ώρα θα κάναμε για να φτάσουμε, σε μια ελπίδα ότι δε θα είναι πάνω από μισή ώρα, μιας που έκαιγε βασανιστικά και ο ήλιος. Η φύση πάντως στα γύρω νησιά ήταν οργιώδης, οι παραλίες παρθένες και το όλο μέρος ήταν τόσο ανεκμετάλλευτο που έμοιαζε επίγειος παράδεισος. Ακόμη και στο Hat, που διαθέτει το σημαντικότερο αρχαιολογικό χώρο στη χώρα, δεν έγιναν ανασκαφές μέχρι το 1967 και μέχρι σήμερα κανείς δε θέλει να ζήσει επειδή... θεωρούν πως είναι στοιχειωμένο.

Το κύμα άρχισε να δυναμώνει, ρώτησα το σκίπερ αν νομίζει ότι θα φτάσουμε κι επέμεινε πως ναι, παρότι πια άρχισε να μπαίνει νερό στη βάρκα και τα κύματα ήταν υψηλά. Δίκιο είχε, φτάσαμε με τα πολλά και αποβιβαστήκαμε ενθουσιασμένοι. “Εκεί είναι, δίπλα στο φοίνικα”, μας έδειξε και πήγαμε με βήμα ταχύ. Αυτό που είχαμε έρθει να δούμε ήταν ο τάφος του “βασιλιά” Ρόι Μάτα, τα ευρήματα του οποίου είχαμε δει στο εθνικό μουσείο στο Πορτ Βίλα τη μέρα της άφιξής μας. Αυτό που είδαμε ήταν... τρεις πέτρες και ούτε καν ένα μνήμα, μια πλάκα ή κάτι άλλο. Οποία απογοήτευσις.

Τουλάχιστον ο αέρας θαυματουργώς έκοψε και η επιστροφή μας στο Εφάτε έγινε με καλό καιρό, αν και ο κατάλευκος Κρεκούζας κάηκε. Χωρίς κύμα πάντως και ζαλάδες, είχαμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε το Εφάτε από τη βάρκα μας, τι φύση! Αποβιβαστήκαμε και κάπου εκεί ολοκληρώθηκε η εκδρομούλα μας με τη βάρκα, διάρκειας 2 ωρών και 40 λεπτών. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο για να συνεχίσουμε το γύρο του νησιού.

Μπροστά μας βρήκαμε ένα παράπηγμα με ταμπέλα “WWII Museum” και την ευρηματική υποσημείωση “Rust in Peace” και θεωρήσαμε πως επρόκειτο για το μουσειάκι του Δευτέρου Παγκοσμίου για το οποίο είχαμε διαβάσει, έστω κι αν φαινόταν λίγα χιλιόμετρα πιο πριν στον έτσι κι αλλιώς εντελώς ρουστίκ τουριστίκ μισοσκισμένο χάρτη του νησιού που είχαμε. Ο τύπος που είχε το μουσείο ουσιαστικά είχε στήσει τρία ράφια με κάποια παλιοσίδερα του πατέρα του, μπόλικα άδεια μπουκαλάκια Coca Cola ένας Θεός ξέρει από ποια εποχή κι ένα ολόκληρο σάπιο σκάφανδρο. Του πληρώσαμε τα 4€ “συνδρομής” που ζήτησε κι αποχωρήσαμε, συνειδητοποιώντας πως δεν είναι αυτό το μουσείο, αλλά ότι ένας τύπος έχει στήσει ένα μουσείο από τα LIDL και τσεπώνει μερικά ευρώ από τους ελάχιστους τουρίστες που πάνε στο νησί και αδαώς πέφτουν πάνω του. Γιασάν του μάγκα.

Συνεχίσαμε και είδαμε μια ταμπελίτσα που έλεγε Top of the Rock. Δεν καταλάβαμε τι ακριβώς είναι, αλλά αποφασίσαμε να αποκλίνουμε από τον κεντρικό δρόμο και να πάμε να δούμε περί τίνος επρόκειτο. Αποδείχθηκε ότι υπήρχε ένας πάγκος όπου δυο συμπαθέστατοι νεαροί μας εξήγησαν ότι η τοπική κοινότητα είχε δημιουργήσει ένα οικολογικό μονοπατάκι που κατέληγε σε μια παραλιούλα όπου θα μπορούσαμε να κάνουμε σνόρκελινγκ με το gear που θα μας έδιναν. Παρότι φοβηθήκαμε ότι θα ήταν απάτη σαν την προηγούμενη στάση, τα παιδάκια ήταν συμπαθέστατα και δεν ήρθαμε στη χώρα για να κάνουμε οικονομία, οπότε πληρώσαμε τα 4€/άτομο και μπήκαμε.

Το μονοπατάκι ήταν πανέμορφο και με πολύ αγάπη φτιαγμένο, με κοράλλια και μικρές πινακίδες που εξηγούσαν τα φυτά και δέντρα δίπλα από τα οποία περπατούσαμε και κατέληγε σε μια μικρή παραλία, όπου τα κοράλια ήταν ΑΚΡΙΒΩΣ μπροστά μας. Δηλαδή, ακόμη κι ο Κώστας που δεν ξέρει μπάνιο μπόρεσε να μπει και να δει το βυθό, που ήταν εξαιρετικός, με πολλά χρώματα και μπόλικα ψαράκια πολύχρωμα. Μέχρι και μια απίθανη ντουσιέρα είχαν επινοήσει, οπότε φύγαμε χωρίς αλάτια, ενθουσιασμένοι με το μέρος, που είχαμε απολαύσει -για άλλη μια φορά- ολομόναχοι.

Συνεχίσαμε με το αμαξάκι μας και εν τέλει βρήκαμε και το ορίτζιναλ μουσείο του Β' Παγκοσμίου, όπου υποτίθεται πως βλέπεις και αεροπλάνα που βυθίστηκαν, με ένα τύπο που σε πηγαίνει με τη βάρκα του. Ωραία όλα αυτά, βρήκαμε και το τηλέφωνο του τύπου... αλλά βρισκόταν στο δικαστήριο για κάποια υπόθεση.

Συνεχίσαμε, με τη διαδρομή να γίνεται ζουγκλοειδής και φτάσαμε στο blue hole. Δεν είχα καταλάβει τι ακριβώς είναι, πλην του ότι πρόκειται για ένα μέρος με γαλάζια νερά όπου μπορείς να βουτήξεις. Παρκάραμε και πήγαμε στις τουαλέτες του blue hole πρώτα, οπότε και μπήκαμε από τη λάθος είσοδο και δε μας χρέωσαν την είσοδο. Σύντομα βρεθήκαμε μπροστά στο blue hole: μια μεγάλη λίμνη με έντονα γαλάζιο χρώμα, περικυκλωμένη από δέντρα, από ένα εκ των οποίων μπορούσες να αρπάξεις ένα σκοινί και ως άλλος Ταρζάν να πηδήξεις μέσα από ψηλά. Εννοείται πως δεν κρατήθηκα και πήδηξα. Την πρώτη φορά πήγα άπατος αφού γλίστρησα, αλλά η δεύτερη ήταν επιτυχημένη. Το κόλπο, όπως μου έδειξε ένας ντόπιος σφίχτερμαν, είναι να πιάσεις το σκοινί και με τα δάχτυλα των ποδιώνε.

Είχε αρχίσει να νυχτώνει και πήραμε την επιστροφή για το Πορτ Βίλα, όπου και πήγαμε στο αγαπημένο μας σούπερ μάρκετ (εκεί όπου είχαμε πάρει και τις sim) να ψωνίσουμε κανένα σνακ. Ένα τρόμο τον πήραμε με τις τιμές: ένα κιλό φέτα κοστίζει 45€, 4 τοματίνια 6€ και ούτω καθεξής, αλλά τι να κάνουμε αυτές είναι οι τιμές σε μια χώρα με χαμηλότατους μισθούς και τρομερά υψηλό κόστος ζωής, το οποίο εξηγεί και το πολύ χαμηλό βιοτικό επίπεδο. Κάτσαμε να φτιάχνουμε σάντουιτς μέσα στη νύχτα, αφού την επομένη θα πηγαίναμε στο νησί Pentecost, πολύ πιο πρωτόγονο σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαμε.

Το βράδυ μας βρήκε να δειπνούμε στο ακριβούτσικο L'Houstalet, ένα παλαιού τύπου εστιατόριο με τεράστια αίθουσα που μάλλον χρησιμοποιείται για γάμους, όπου έφαγα καλές γαρίδες με κάρυ κι έμεινε ευχαριστημένος και ο Κρεκούζας. Πάλι καλά, γιατί ξέραμε ότι από την επομένη πηγαίναμε σε μέρη χωρίς ρεύμα, καταστήματα και εστιατόρια. Κατά τη διάρκεια του δείπνου κάναμε και μια αξιολόγηση της ημέρας μας στο Εφάτε. Ωραίο ήταν το νησί βρε παιδί μου, μικρά όμορφα πράγματα, αλλά δεν είδαμε και κάτι να μας αφήσει άφωνους. Γενικώς η χώρα – πλην του ηφαιστείου- ήταν συμπαθής, αλλά δεν είχε κάτι το εξαιρετικό να παρουσιάσει. Μήπως το μοναδικό χάιλάιτ κάποιου βεληνεκούς ήταν το ηφαίστειο; Διότι γενικώς όλο το ταξίδι στην Ωκεανία ήταν ωραίο, αλλά ολίγον underwhelming. Ε, από την επόμενη τα πράγματα θα άλλαζαν...

Στους δρόμους του Βανουάτου (όπου υπάρχουν...) σπάνια βλέπεις αυτοκίνητα. Πιο συχνά βλέπεις πεζούς, αν κι αυτοί προτιμούν τα μονοπάτια.


DSC01570.JPG



Ο πρώτος ασφαλτοστρωμένος δρόμος στη χώρα, έργο των Κινέζων. Αν και την παράσταση την κλέβει η φύση.

DSC01573.JPG


Από εδώ πιστεύαμε ότι θα βγαίναμε σε κάποια αποβάθρα.

DSC01574.JPG


Τελικά αντί για αποβάθρα βγήκαμε σε μια πλατφόρμα όπου ο Κρεκούζας γκρεμοτσακίστηκε και ακολούθησα κι εγώ.
DSC01578.JPG


Βουαλά και η πλατφόρμα. Φαίνεται γλιστερή, όχι;

DSC01580.JPG


Γελούσαν και οι πιτσιρικάδες μαζί μας.

DSC01581.JPG


Θέα από ψηλά, ωραίο χρώμα τα νερά του Εφάτε.

DSC01583.JPG


Και δεντράρες έχουμε.

DSC01589.JPG


Και λιμανάκι με ξένους γιωτάδες.

DSC01590.JPG


Ο καλός ο γκατζετάκιας από τη βάρκα φαίνεται.

DSC01594.JPG


Άφιξη στο Lelepa.

DSC01601.JPG


Kαθ' οδόν για τη σπηλιά.

DSC01604.JPG


Η είσοδος της σπηλιάς.

DSC01605.JPG


Ολομόναχοι στη σπηλιά, ψάχναμε σα χαζοί.

DSC01607.JPG


Τα γράμματα σίγουρα δεν είναι οι σπηλαιογραφίες που ψάχναμε, ούτε για τα άλλα είμαι σίγουρος. Δε βαριέσαι, το ταξίδι μετράει.

DSC01608.JPG


Ο βαρκάρης μας περίμενε στωικά.

DSC01614.JPG


Φτάσαμε και στο Hat. Ιδού οι τρεις πέτρες που σηματοδοτούν το σημείο όπου βρέθηκε ο τάφος. Το λες και απογοήτευση.
DSC01615.JPG


DSC01617.JPG


Επιστροφή στη βάρκα.

DSC01620.JPG


... αφού πάλι αφήσει το στίγμα του ο Κρεκούζας.

DSC01626.JPG


Πολύ ωραία φύση το Εφάτε, πολλές οι παραλίες που δεν έχεις πρόσβαση από ξηράς.

DSC01633.JPG



Εμμ, μάλλον έπρεπε να το έχουμε καταλάβει ότι είναι μούφα το μουσείο.

DSC01637.JPG



DSC01638.JPG



Τα εκθέματα ήταν αυτά...

DSC01639.JPG



Και αυτά. Αυτάααα.

DSC01641.JPG



Τη φάγαμε την παπάτζα, συνεχίζουμε.
DSC01643.JPG



Το μονοπατάκι για την παραλιούλα με τα κοράλια.

DSC01648.JPG



Που δεν τη λες και άσχημη.

DSC01650.JPG



Πάουερ η ντουσιέρα.

DSC01660.JPG



Συμπαθητική η φύση παρακάτω.

DSC01664.JPG



Εικόνα στους δρόμους.

DSC01667.JPG



DSC01668.JPG



DSC01670.JPG



DSC01671.JPG



Και το blue hole.

DSC01676.JPG



Άρπαζες το σκοινί, όρμαγες και μπλουμ.

DSC01683.JPG



DSC01685.JPG



Α ρε Κρεκούζα, στα καλύτερα σε πάω. Και μου κάνεις και κόνξες...
DSC01687.JPG

Η σημερινή ημέρα αναμενόταν μεγάλη, και σε διάρκεια και σε ένταση. Είχαμε πρωινή πτήση για το νησί Pentecost, όπου θα πηγαίναμε να παρακολουθήσουμε ένα από τα πιο αυθεντικά έθιμα στην Ωκεανία, το nanggol. Όλο το ταξίδι είχε κανονιστεί ώστε να συμπέσουμε με τις ημερομηνίες που λαμβάνει χώρα το συγκεκριμένο έθιμο, που συνίσταται στην κατασκευή τεράστιων πύργων από ξύλο, από τους οποίους πέφτουν άνδρες στο κενό, έχοντας δέσει όμως τα πόδια τους με κάποια φυσικά σκοινιά από δέντρα, κάνοντας ένα είδος -πολύ πιο επικίνδυνου- bungee jumping. Όλο αυτό γίνεται στην πραγματικότητα μόνο για 6 συνεχή Σάββατα, μόνο στο νησί Pentecost, μόνο σε 2-3 τοποθεσίες. Ε, εκεί πηγαίναμε. Δεν είχα δει ούτε καν φωτογραφίες διότι δεν ήθελα να έχω εικόνα του τι θα έβλεπα ακριβώς.

Η πτήση μας λοιπόν με την αγαπημένη Air Vanuatu ήταν στις 7.30 το πρωί, άρα πρωινό πήραμε στις 5. Για να πω την αλήθεια δεν περίμενα ότι το ταπεινό μας κατάλυμα θα σέρβιρε κάτι τόσο πρωί, αλλά ήταν αλήθεια και παρότι ήταν πολύ μέτριο, ήταν κάτι. Αφήσαμε τα πολλά συμπράγκαλα στο κατάλυμα, αφού στην πτήση δεν επιτρέπεται κάτι πλην των χειραποσκευών. Δυστυχώς ξέχασα να πάρω κάρτα μνήμης για την κάμερα, αλλά ευτυχώς είχε έξτρα για να μου δανείσει ο γλυκούλης @Krekouzas.

Πήραμε το ενοικιαζόμενο αυτοκίνητό μας λοιπόν και το αφήσαμε στο πάρκινγκ του αεροδρομίου, όπως είχαμε συνεννοηθεί με την εταιρεία ενοικίασης, χρησιμοποιώντας μια πολύ περίεργη φορητή κλειδαριά που μας είχαν δώσει, για την οποία μόνο αυτοί είχαν το κλειδί. Άτσα συστήματα το Βανουάτου!

Το τσεκ-ιν έγινε στο τρομερό τέρμιναλ για τις εσωτερικές πτήσεις σε... έναν άμβωνα (δεν υπήρχε γκισές ουσιαστικά), μέχρι και το όνομα της πόλης όπου θα προσγειωνόμασταν (Lonorore) είχαν γράψει λάθος, αλλά λίγο ρόλο έπαιζε αυτό. Πληρώσαμε τα 200 vatu τοπικό φόρο αεροδρομίου και περιμέναμε. Κατά τη διάρκεια της αναμονής προσπάθησα να κάνω και ανάληψη από το ΑΤΜ του αεροδρομίου, τελικά για να πάρω ένα σχετικά ασφαλές ποσό χρειάστηκε να χρησιμοποιήσω δυο ΑΤΜ από τις δύο διαφορετικές τράπεζες, αλλά νενικήκαμεν.

Καθυστέρησε να έρθει το αεροσκάφος, αλλά ήρθε και αποδείχθηκε ότι ήταν ένα μινούσκουλο αεροπλανάκι με χωρητικότητα περίπου 12 άτομα, αν και, αφού μας ζύγιζαν, μας είπαν πως θα μπούμε μόνο 8 άτομα. Μας έδωσαν μάλιστα τις τελευταίες δύο θέσεις, που ήταν εξαιρετικά άνετες (άπλωσα και τις ποδάρες μου δίπλα στην πόρτα), αλλά κυρίως είχαμε εξαιρετική θέα για τα 45 λεπτά πτήσης, απολαμβάνοντας την αντίθεση που σχημάτιζαν το καταγάλανο της θάλασσας και το καταπράσινο των νησιών πάνω από τα οποία πετούσαμε και αναρωτώμενος πόσο ακατοίκητη είναι αυτή η χώρα, αφού περνούσαμε από ευμεγέθη νησιά στα οποία το μόνο που υπήρχε ήταν πυκνή τροπική βλάστηση. Σε κάποια φάση πετάξαμε πάνω από ένα νησί με κόκκινα και καφετί βουνά και η πανδαισία χρωμάτων ήταν ακόμη πιο έντονη (ναι, φωτογραφίες αργότερα σήμερα). Ο καημένος ο Κρεκούζας απόλαυσε τη φύση λίγο λιγότερο, αφού και πετοφοβία έχει αλλά ήταν και καμένος από τη χτεσινή βαρκάδα.

Ο αεροδριάδρομος στον οποίο προσγειωθήκαμε ήταν αξιοπρεπής, αλλά το “αεροδρόμιο” είναι ό,τι πιο κοτέτσι έχω δει στις περίπου 120 χώρες και τα εκατοντάδες αεροδρόμια που έχω δει στη ζωή μου: ήταν ένα απλό μικρό κτίριο χωρίς καμία αίθουσα, τα τζάμια του ήταν σπασμένα, δεν υπήρχε καμία καρέκλα και η μοναδική επιγραφή ξεκαθάριζε πως η Air Vanuatu “δε θα δέχεται πλέον ως cargo αγαθά που τοποθετούνται σε ψάθινα καλάθια”. Μπούχαχα.

Αποβιβαστήκαμε και πήγαμε στο... πάρκινγκ του αεροδρομίου, δηλαδή ένα χωράφι με τέσσερα ντάτσουν κι ένα παράπηγμα με φύλλα φοίνικα στο οποίο πωλούσαν πορτοκάλια. Πού ήρθαμε, γουστάρω! Οι υπόλοιποι 6 επιβάτες είχαν αγοράσει μια ημερήσια εκδρομή από το Port Vila, που περιλάμβανε την πτήση, τη μεταφορά για να δουν το land diving (έτσι λέγεται το nanggol στα αγγλικά) και την επιστροφή τους με απογευματινή πτήση. Εμείς ήμασταν πιο... vivere pericolosamente, είχαμε κλείσει την πτήση και... τίποτε άλλο. Το δε τράνσφερ που είχαν κλείσει οι άνθρωποι ήταν... η καρότσα του ντάτσουν, που ήταν και ο μοναδικός τρόπος εξόδου από το αεροδρόμιο, οπότε και μπήκα σε παζάρια με έναν ντατσουνιέρη, που ήταν και “ξεναγός” κι ενδεχομένως και πρέσβης, πυρηνικός φυσικός και άλλα πολλά. Εν τέλει κλείσαμε το τράνσφερ, μεσημεριανό και το land diving για 97 ευρώ το άτομο, που ήταν μια χαρά, αν αναλογιστεί κανείς πως μόνο το fee που χρεώνουν οι ντόπιοι είναι 80€/επισκέπτη.

Η διαδρομή από το αεροδρόμιο προς... όπου ήταν αυτό που μας πήγαιναν ήταν το πιο σουρεαλιστικό airport transfer που έχω κάνει ποτέ μου. Φυσικά άσφαλτος δεν υπήρχε, περνούσαμε μέσα από ένα δάσος από δέντρα, διασχίζοντας ρυάκια, κολλώντας στη λάσπη και... οδηγώντας σύριζα δίπλα στο νερό της θάλασσας πάνω στην άμμο ή τα βότσαλα... Πολύ απλά δεν υπάρχουν δρόμοι στο Pentecost ούτε κτίρια, ουσιαστικά μόνο καλύβες έχει, οι κάτοικοι ζουν σε συνθήκες μάλλον πρωτόγονες. Όλοι κι όλοι οι τουρίστες ήταν καμιά ντουζίνα, εκ των οποίων οι μισοί ήταν expats στο Πορτ Βίλα κι όλος ο τουρισμός που έχουν ουσιαστικά είναι αυτά τα 6 Σάββατα το χρόνο.

Φτάσαμε με τα πολλά στο χωριό, το οποίο πρέπει να είναι το Rangusuksu ή κάτι αντίστοιχο, δεν είναι ότι υπάρχουν ταμπέλες, επιγραφές ή οτιδήποτε που να θυμίζει “πολιτισμό” στο νησί. Μας καλωσόρισαν λοιπόν ενθουσιασμένοι οι κάτοικοι, που σε ποσοστό περίπου 70% ήταν παιδάκια. Ζούσαν όλοι σε καλύβες από ψάθα με φύλλα φοίνικα για σκεπή. Η αλήθεια είναι πως αρχικά πίστεψα πως τα σπίτια αυτά είναι για τουρισμό, μετά συνειδητοποίησα πως όλοι μένουν σε αυτά. Μας πρόσφεραν κάποια φρούτα και μας είπαν να περιμένουμε μέχρι να έρθει και η δεύτερη πτήση με άλλους 8 τουρίστες, προκειμένου να ξεκινήσει η τελετή.

Κάναμε λοιπόν μια βολτίτσα στο απίθανο αυτό χωριό, όπου όλοι τους ήταν χαμογελαστοί, ενώ τα παιδάκια έπαιζαν ένα παιχνίδι που έμοιαζε με τα δικά μας “μήλα”, αν και χωρίς μπάλα, έπρεπε να αγγίξεις τον αντίπαλό σου για να τον βγάλεις από το παιχνίδι, αλλά χωρίς να βγεις από τις γραμμές σου. Ατέλειωτα χαχανίσματα και ήχοι από παιδιά που παίζουν, θα ήταν το soundtrack για τις δύο επόμενες ημέρες που θα περνούσαμε στο νησί. Μπήκα σε μια καλύβα που με χαιρέτισαν κι έκατσα με την οικογένεια να πούμε δυο κουβέντες, μιας και το χωριό ήταν αγγλόφωνο. Με ρώτησαν όλο ενδιαφέρον από πού είμαι και για άλλη μια φορά μου έκανε εντύπωση πόσο καλοσυνάτοι και με αθώα χαμόγελα ήταν όλοι. “Εσείς θα πηδήξετε σήμερα από τον πύργο;”, ρώτησα. Μου απάντησαν πως όχι, αν και θα πηδούσε για πρώτη φορά ένας ξάδερφός τους.

Το μοναδικό πραγματικό κτίριο σε όλο το χωριό (εννοώ που να έχει τούβλα, τσιμέντο, τέλος πάντων κάποιο διαρκές υλικό) είναι η εκκλησία, που μας είπαν πως είναι σχετικά πρόσφατη και κατασκευάστηκε από ιεραπόστολους. Ξαποσταίνοντας στα σκαλιά της, πιάσαμε κουβέντα με μια μητέρα που είχε έρθει με την κόρη της για να ζήσουν στο Vanuatu κι έμεναν στα προάστια του Port Vila, αν θυμάμαι καλά ήταν Αυστραλές με ρίζες από τη Νέα Ζηλανδία. Μας είπαν πως είναι πολύ εύκολο κι αρκετά οικονομικό να αγοράσει κανείς σπίτι πάνω στο νερό στο Βανουάτου, πως πλέον έχουν αρχίσει να έρχονται κινεζικές επενδύσεις, όπως το μεγάλο συνεδριακό κέντρο που χτίζεται, αν και υπάρχουν παράπονα διότι δεν έχουν τηρηθεί στο ακέραιο οι συμφωνίες περί απασχόλησης ντόπιων στα έργα, όπως και το ότι τα κρουαζιερόπλοια είναι πραγματική πληγή. Ρώτησα την κόρη, που πρέπει να είναι σε ηλικία γυμνασίου, πώς είναι το σχολείο και μας έλεγε πως είναι πολύ αυστηρά. Για παράδειγμα, το σχολείο είναι αυστηρά αγγλόφωνο κι όποιο παιδάκι μιλήσει σε κάποια τοπική γλώσσα έχει τιμωρία: τα αγόρια πρέπει να κάνουν 20 pushups και τα κορίτσια να μείνουν για λίγα δευτερόλεπτα ακουμπώντας με τα ακροδάχτυλά τους τις πατούσες τους. Εντύπωση μου έκανε που μας είπε πως πολλά παιδιά δεν πάνε σχολείο διότι το κόστος είναι ένα δυσβάσταχτο 150€/εξάμηνο, που πολλές οικογένειες δεν μπορούν να πληρώσουν, ειδικά οι πολύτεκνες. Τον Ιούλιο θα πήγαιναν στην Ελλάδα, οπότε τους δώσαμε tips και συνεχίσαμε τη βόλτα μας, όπου ο Κρεκούζας αποφάσισε να βγάλει μια φωτογραφία ένα μάτσο παιδάκια με την polaroid του και να τους τη χαρίσει, οπότε και τον κοιτούσαν σαν εξωγήινο εκστασιασμένα.

Επιτέλους ήρθε και η πτήση με τους υπόλοιπους τουρίστες που περιμέναμε και ξεκινήσαμε όλοι υπό την καθοδήγηση του οργανωτή για το σημείο των πτώσεων, το οποίο αποδείχθηκε πως ήταν πράγματι πολύ κοντά. Αυτό που αντικρύσαμε ήταν μια ξύλινη κατασκευή από μαδέρια δεμένα με σκοινιά μεταξύ τους που έμοιαζε με πύργο ή καλύτερα με πλατφόρμα για βουτιές, σαν αυτές που έχουν οι πισίνες, που είχε τοποθετηθεί σε ένα επικλινές σημείο του εδάφους. Προφανώς από εκεί θα έπεφταν οι divers και θα προσγειώνονταν... στο έδαφος (hello? Για κάποιο λόγο λέγεται LAND diving), με την πτώση τους να μετριάζεται από το σκοινί στο οποίο θα έδεναν τα πόδια τους. Ο οργανωτής-ξεναγός μας εξήγησε πως τέτοια εποχή κάθε χρόνο φτιάχνουν τον πύργο-εξέδρα από το μηδέν και σιγά σιγά άρχισαν να μαζεύονται οι ντόπιοι, φυσικά στην πλειοψηφία τους παιδιά.

Μια μεγάλη ομάδα εξ αυτών ήταν παραδοσιακά ντυμένοι, δηλαδή ουσιαστικά ήταν γυμνοί ή φορούσαν ψάθινες φούστες, με τα αγόρια και τους άντρες να φορούν και το παραδοσιακό namba, δηλαδή μια πεοθήκη ανάλογη με αυτές που φορούν λίγο πιο πέρα, στην Παπούα Νέα Γουϊνέα. Μαζεύτηκε ένα σχετικό πλήθος κι άρχισαν με τρομερή ζωντάνια να τραγουδούν ρυθμικά, με το πάθος να κορυφώνεται όταν άρχισε να ανεβαίνει στην εξέδρα ο πρώτος υποψήφιος για βουτιά. Μας είπαν πως σήμερα θα πηδούσαν επτά, ξεκινώντας από τους νεαρότερους σε ηλικία και συνεχίζοντας με τους μεγαλύτερους. Κάθε δύτης θα έπεφτε από όλο και ψηλότερο σημείο της εξέδρας, με τον κορυφαίο να πέφτει από την κορυφή της.

Ανέβηκε το πρώτο παιδάκι, η “χορωδία” από κάτω τον ενθάρρυνε με τραγούδια και ρυθμικές κραυγές, αλλά εν τέλει παρότι φαινόταν έτοιμο να πηδήξει, τελικώς φοβήθηκε κι υποχώρησε. Ο δεύτερος ανέβηκε με περισσότερη αυτοπεποίθηση, πρέπει να ήταν γύρω στα 10. Η ντόπια κοπελίτσα που ήταν όρθια δίπλα μου τον κοιτούσε όλο αγωνία και μου είπε ότι είναι ο αδερφός της. Αυτοσυγκεντρώθηκε, πήδηξε ψηλά και ΚΡΑΚ, καθώς έπεφτε το σκοινί έκανε ένα δυνατό ήχο, που σήμαινε πως τεντώθηκε όσο γινόταν κατά την πτώση, η οποία ολοκληρώθηκε με ένα ΜΠΑΜ. Έπαθα σοκ! Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα συνειδητοποιήσει πως -σε αντίθεση με το bungee jumping που το σκοινί είναι σκοπίμως κοντό ώστε να αιωρείσαι μετά την πτώση και σε καμία περίπτωση δε χτυπάς στο έδαφος- στο land diving ο δύτης χτυπάει στο έδαφος, έστω κι όχι με όλη τη φόρα, αφού το σκοινί κάπως συγκρατεί την πτώση του. Όλοι βουτούσαν με το κεφάλι, αλλά την ώρα της σύγκρουσης με το έδαφος έπαιρναν μια κλίση κι εν τέλει χτυπούσαν με τον ώμο ή το γοφό, αλλά εξακολουθούσε να φαίνεται πολύ επίπονο. Ο δύτης αποθεώθηκε και ακολούθησε ο επόμενος που έπεσε από υψηλότερο σημείο της πλατφόρμας, ζητώντας και την ηθική υποστήριξη του κοινού, πάντα έχοντας το ένα μόνο πόδι δεμένο, με σκοινί φτιαγμένο από κληματαριά... Απίστευτα επικίνδυνο αλλά και άκρως εντυπωσιακό το έθιμο, για τη δε ατμόσφαιρα δεν έχω να πω και πολλά, προκαλούσε ρίγος με όλο το χωριό να τραγουδάει και να χορεύει.

Ο τελευταίος δύτης ήταν πολύ εντυπωσιακός, πηδώντας όσο ψηλότερα μπορούσε, πέφτοντας με πολύ δύναμη και εισπράττοντας αλαλαγμούς αποθέωσης. Γι αυτόν ειδικά πήρα και καλή θέση και κατάφερα να βγάλω μια καλή φωτογραφία, αλλά νομίζω θα πάρετε καλύτερη εικόνα από τα βίντεο του Κρεκούζα, εγώ δεν ξέρω να τα σηκώνω.

Η όλη τελετή μας άφησε με εξαιρετικές εντυπώσεις, προσπαθούσαμε να συνειδητοποιήσουμε τι είναι αυτό που ζούσαμε, μέχρι που μας πήγαν όλους για μεσημεριανό. Πολύ φτωχό το γεύμα με λίγο ρύζι, ελάχιστα μακαρόνια, λίγα χόρτα, γλυκοπατάτες κι ένα νερό που αμέσως μόλις το ήπια με έπιασαν κράμπες στο στομάχι. Ευτυχώς είχαμε φέρει κάτι σάντουιτς που είχαμε φτιάξει στο Πορτ Βίλα και δεν πεινάσαμε, συν κανα δυο βραστά αβγά.

Ωραία όλα αυτά, αλλά πού θα κοιμόμασταν; Μας ανέφεραν ένα Mari Guesthouse που βρισκόταν “εκεί κοντά” αν και κανείς δεν ήξερε να υπολογίσει το χρόνο που θα μας έπαιρνε για να πάμε εκεί, ε δε νομίζω να κυκλοφορούν και με ρολόγια οι άνθρωποι. Μας έδωσαν πάντως έναν νεαρό που θα εκτελούσε χρέη αχθοφόρου και θα μας έδειχνε το δρόμο, οπότε αποχαιρετίσαμε το χωριό και τους λιγοστούς τουρίστες και φύγαμε μέσα από το δάσος, μη έχοντας ιδέα πού πηγαίναμε.

Η διαδρομή ήταν και πάλι πανέμορφη, ενώ όποτε περνούσαμε μπροστά από κάποια καλύβα οι ντόπιοι μας χαιρετούσαν ενθουσιασμένοι. Εν τέλει φτάσαμε, μας σύστησαν και τον ιδιοκτήτη, ήταν ένας μεγαλούτσικος κύριος ονόματι Luke Fargo, για τον οποίο είχα διαβάσει ότι είναι κάτι σα φύλαρχος σε αυτό το κομμάτι του νησιού και όντως μας συστήθηκε ως chief! Αυτός μας έδειξε πού θα κοιμόμασταν, επρόκειτο για δυο υπερυψωμένες καλύβες με ψάθα και οροφή, χωρίς πόρτες φυσικά, ενώ υπήρχε μια εξωτερική τουαλέτα κι ένα πρωτόγονο ντους λίγα μέτρα πιο πέρα. Παρατήρησα ότι υπήρχαν καλώδια και ρώτησα αν υπάρχει ρεύμα αλλά ο Luke μας είπε πως ένας ισχυρός άνεμος είχε ρίξει το ρεύμα “πριν από μερικές εβδομάδες”. Πολύ πρωτόγονο αλλά ωραίο μας φάνηκε και είπαμε να το πάρουμε, όχι ότι υπήρχε και καμία εναλλακτική.

Αφήσαμε τα σακίδιά μας και πήγαμε βόλτα στο χωριό... Τι να πει κανείς, παραμυθένιο ήταν, με λίγα ψάθινα σπιτάκια, καλοκάγαθους κατοίκους, παιδάκια που πλένονταν παίζοντας σε ένα ποτάμι, όλοι κυκλοφορούσαν ξυπόλητοι, αλλά το πιο εντυπωσιακό είναι πως σε όλο το νησί με εξαίρεση μερικές κατσαρόλες κι έναν κουβά δεν υπήρχαν βιομηχανοποιημένα προϊόντα. Οι άνθρωποι ντύνονται απλά (αν ντύνονται), τρώνε ότι παράγουν και ουσιαστικά δεν έχουν υπάρχοντα, πέραν κάποιων γουρουνιών και κοτόπουλων. Πραγματικά ξεχασμένο μέρος, αν και είμαι σίγουρος πως σε πέντε χρόνια θα είναι εντελώς διαφορετικό.

Ο καλός παππούλης μας μαγείρεψε δείπνο, ένα περίεργο πράγμα που θα ήθελε να είναι λαχανοντολμάς, λίγο ρύζι και κάποια λαχανικά. Ο καημένος ο Κρεκούζας δεν έφαγε τίποτε, αλλά ήταν τέτοια η ικανοποίηση που ακόμη κι ο Οβελίξ θα κοιμόταν νηστικός κι ικανοποιημένος.

Και ξεκινάει η πτήση. Ατέλειωτο πράσινο και γαλάζιο, κανένα ίχνος κτιρίων.


DSC01688.JPG



Και κόκκινα βουνά έχουμε.

DSC01700.JPG



Και καταπράσινα παράλια έχουμε.

DSC01703.JPG



Και χώρο να απλώσουμε τις αρίδες μας έχουμε.
DSC01706.JPG



Αεροδρόμιο.

DSC01711.JPG



Η Air Vanuatu δε θα μεταφέρει πλέον cargo σε καλάθια από φύλλα φοίνικα!!!
DSC01712.JPG



Πάρκινγκ αεροδρομίου.

DSC01713.JPG



Ανέσεις τράνσφερ αεροδρομίου.
DSC01714.JPG



The beach is our road.

DSC01716.JPG



Μας είχαν ετοιμάσει φρουτάκια, τι καλοί.
DSC01719.JPG



Το χωριό.

DSC01723.JPG



DSC01728.JPG



Η χερούκλα του Κρεκούζα κρατάει κάτι διαστημικό. Μια polaroid.
DSC01731.JPG



Πρώτη επαφή με την εξέδρα.

DSC01738.JPG



DSC01742.JPG



Έσκαβαν το έδαφος στο σημείο όπου έσκαγαν οι δύτες, ώστε η πρόσκρουση να είναι όσο πιο ανώδυνη γίνεται.

DSC01747.JPG



Αρχίζει να μαζεύεται η επιτροπή εμψύχωσης.

"Έλα, πέσε!"
DSC01775.JPG



Ξεκάθαρη η κλίση.
DSC01776.JPG



Προσοχή στο δέισμο της κλιματαριάς στο πόδι.
DSC01781.JPG



Αγωνία.

DSC01786.JPG



Τζερόνιμοοοοο.

DSC01801.JPG



Ο συγκεκριμένος είχε δεμένα και τα δύο πόδια.
DSC01803.JPG



Στο βίντεο θα φανεί πιο παραστατικά, γιατί είναι και τα τραγούδια των παραβρισκόμενων.
DSC01804.JPG



Προετοιμασία για τον επόμενο. Στο μεταξύ ο πύργος δεν είναι και πολύ σόι, του έριχνες μία και σειόταν.
DSC01805.JPG



Αυτός πήγε πάνω-πάνω.
DSC01806.JPG



Και ξεκινάει το μονοπάτι για το κατάλυμά μας.
DSC01818.JPG



Ωραία βόλτα μέσα στη φύση.

DSC01819.JPG



Η καλύβα μου, λουξ για τα δεδομένα του νησιού.
DSC01824.JPG



Και του Κρεκούζα η διπλανή.

DSC01826.JPG



Προετοιμασία του τοπικού ποτού kava. Πριν τη δύση μαζεύονται όλοι και το πίνουν, σε πολλές χώρες της Ωκεανίας. Για την παραγωγή του απαιτείται και φτύσιμο μέσα. Πολύ πικρό, μπλιαχ.
DSC01830.JPG



Βγήκα βόλτα με το αυριανό μου δείπνο.

DSC01831.JPG



Η παραλία ακριβώς μπροστά από το κατάλυμά μας.

DSC01833.JPG



DSC01834.JPG



Κι ένα ντόπιος ψαρεύει με το καγιάκ του, όπως θα έκαναν οι πρόγονοί του αιώνες πριν.

DSC01841.JPG



Νιώσαμε εξαιρετικά καλοδεχούμενοι στη χώρα.

DSC01847.JPG



Καλά, ο Κρεκούζας στο socializing σκίζει κι έχει κι επιτυχίες...
DSC01852.JPG



Πλύσιμο ρούχων, δοντιών και... ποδιών στο ποτάμι. Άλλο τρεχούμενο νερό δεν υπάρχει.

DSC01861.JPG



Κι ο μοναχικός ψαράς ακόμη ψαρεύει.

DSC01868.JPG



Εξαιρετικά σπάνιο πράγμα να δεις βάρκα στο νησί.

DSC01869.JPG



Το ένα και μοναδικό kava bar.
DSC01874.JPG



Mας έφτιαξε και δέιπνο ο παππούλης.
DSC01877.JPG



Παραήταν υγιεινό για τον Κρκεούζα.
DSC01879.JPG



DSC01766.JPG




DSC01771.JPG



Ο πιο μικρός από τους δύτες πήρε θέση σχετικά χαμηλά στην πλατφόρμα. Τελικώς δε βρήκε το απαραίτητο κουράγιο και δεν πήδηξε. Ο δεύτερος επίσης το σκέφτηκε, αλλά ένας μεγαλύτερος τον πλησίασε απειλητικά με μια ματσέτα κι έπεσε κανονικότατα.
DSC01773.JPG



Αυτοσυγκέντρωση πριν τη βουτιά.
DSC01774.JPG


Εδώ είναι το λίγο μεγαλύτερο παιδάκι. Το πρώτο φοβήθηκε και δεν πήδηξε. Παρόλο που σου περνάει από το μυαλό οτι όλο αυτό γίνεται για τους τουρίστες και να βγάλουν κάποια χρήματα, δεν την είχαμε αυτή την αίσθηση. Ήταν πολύ αυθεντικό και το ένιωθες ότι το ζούσαν. Ήταν περήφανοι για αυτό. Και τα παιδάκια, ιδίως τα κοριτσάκια ήταν πολύ ντροπαλά. Πολύ αυθεντική εμπειρία. Πολύ έντονη.
Πίσω απο τον πύργο όλοι χορεύουν και τραγουδούν για να εμψυχώσουν το παιδί και αυτό λίγο πριν πηδήξει δείχνει οτι προσπαθεί να βρει τον ρυθμό του τραγουδιού και να πηδήξει.


Ο τρίτος ήταν αρκετά θαρραλέος μα το ζούσε και ζητούσε και εμψύχωση. Θα μπορούσες να πεις ότι έκανε και λίγο έκανε και λίγο μόστρα



Όσο ανεβαίνουν τσ επίπεδα μεγαλώνει και ο φόβος!!! Ακούστε το σχόλιο του Γιώργου, έτσι για το εμψυχώσει το παιδί, και μάλιστα στα ελληνικά. Να μας ζήσει ο Γιούχα Σαπίλα.... ρε τι γέλιο ήταν αυτό στο ταξίδι!!!!



Ο τελευταίος ήταν και ο πιο ωραίος!!! Δεν το σκέφτηκε καθόλου και απλά πήδηξε! Ήταν πραγματικά πολύ εντυπωσιακό! Νιώθαμε και οι δύο πολύ τυχεροί που το ζήσαμε όλο αυτό και μάλιστα τόσο αυθεντικό!!!!



To πρωινό του κυρίου Luke ήταν κρακεράκια και grape fruit, που δεν τρώει κανείς μας. Ούτε καν τσάι δεν είχε, θα πεινάσουμε σε αυτό το νησί. Αλλά ο Luke ήταν τόσο συμπαθής, με ένα φοβερό γελάκι και προσφέρθηκε να μας πάει και σε ένα άλλο πύργο.

Δέκα λεπτά μακριά ήταν όλα κι όλα. Μας φάνηκε πιο ψηλός από το χθεσινό, ενώ λίγο πιο κάτω υπήρχαν κομμένοι κορμοί που χρησίμευαν ως καθίσματα, οπότε κάτσαμε να μιλήσουμε. O Luke λοιπόν ήταν ο υπεύθυνος προώθησης του εθίμου στο εξωτερικό από το 1978 κι έπειτα, το 1980 μάλιστα προσκλήθηκε για ομιλίες στη Νέα Ζηλανδία και την Αυστραλία, ήταν και η μόνη φορά που βρέθηκε εκτός χώρας. Στη Νέα Ζηλανδία μάλιστα παρακολούθησε και bungee jumping. Chief έγινε δια της κληρονομικής οδού, απ' ό,τι κατάλαβα δεν υπάρχει και άλλος τρόπος. Αυτό που μας είχε κάνει εντύπωση την προηγούμενη, περπατώντας σε ένα χωριό που βρίσκεται λίγο πιο μακριά από αυτό όπου μας φιλοξενούσαν, ήταν ότι παρότι πάρα πολύ κοντά, τα δυο χωριά χρησιμοποιούσαν διαφορετικές ευρωπαϊκές γλώσσες. Πέρα από τις τοπικές δηλαδή, στο ένα χωριό η lingua franca ήταν τα Αγγλικά και στο άλλο τα Γαλλικά, με τους κατοίκους των δυο χωριών να μη συνεννοούνται μεταξύ τους. Ο Luke μας επιβεβαίωσε πως λόγω του συγκεγχυμένου αποικιακού παρελθόντος της χώρας (που οδήγησε και σε φοβερές νομικές ανωμαλίες πχ σε συλλαμβάνει η αγγλική αστυνομία, σε δικάζει Γάλλος δικαστής με άλλους νόμους και στο τέλος εφαρμόζεται το εθιμοτυπικό δίκαιο!), ακόμη και στο ίδιο νησί αλλού επικράτησαν τα Αγγλικά κι αλλού τα Γαλλικά. Γνωρίζαμε ότι στη χώρα συμβαίνει αυτό, αλλά δεν είχαμε ιδέα ότι συμβαίνει σε χωριά με απόσταση ενός χιλιομέτρου!

Ρώτησα το Luke και για το περίφημο περιστατικό του 1974, όταν η βασίλισσα Ελισάβετ επισκέφθηκε το νησί, διοργανώθηκε land diving προς τιμήν της και ο δύτης πέθανε κατά την πτώση του. Ήταν παρών στο περιστατικό ο Luke κι ήταν πολύ περιγραφικός: “Ξέρεις, όλα έχουν την εποχή τους και γίνονται για κάποιο λόγο μια συγκεκριμένη εποχή. Τα σκοινιά μας είναι φυσικά, από τα δέντρα. Το Μάιο είναι ακόμη ελαστικά λόγω υγρασίας, αλλά όταν ήρθε η Ελισάβετ ήταν ξερά διότι ήρθε εκτός εποχής. Είχαν μαζευτεί πολλοί επίσημοι και ο Βρετανός διοικητής. Ο δύτης ήταν φίλος μου, ο Μακ. Πήδηξε και, αφού το σκοινί ήταν ξερό, έσπασε, με αποτέλεσμα ο Μακ να σκάσει σαν καρπούζι στο έδαφος και σκοτώθηκε. Η Βασίλισσα σοκαρίστηκε και ζήτησε να την πάνε αμέσως στο πλοίο της, να εκεί είχε προσαράξει”.

Ο Luke μας είπε πως παλαιότερα πηδούσαν και γυναίκες, αλλά “σκίζονταν τα ρούχα τους και το θέαμα ήταν άκομψο”. Αργότερα διάβασα πως το έθιμο ξεκίνησε από τις γυναίκες, όταν μια από αυτές θέλοντας να αποφύγει τις υπερβολικές σαρκικές απαιτήσεις του άντρα της, έπεσε από ένα δέντρο με σκοπό να τον αποφύγει, έχοντας πρώτα δέσει το πόδι της σε ένα σκοινί. Ο άντρας της βούτηξε κι αυτός κυνηγώντας την, αλλά χωρίς να έχει δέσει το πόδι τους έπεσε και σκοτώθηκε. Αργότερα το έθιμο το ανέλαβαν οι άντρες της κοινότητας και θεωρήθηκε πως συμβάλλει στην καλύτερη σοδειά γλυκοπατάτας.

Ρώτησα αν έρχονται πολλοί τουρίστες. “Κοίταξε, το έθιμο γίνεται μόνο Σάββατα και μόνο σε αυτές τις εβδομάδες που είναι η περίοδος. Τώρα, αν έρθει κανένα μεγάλο γκρουπ, μπορεί να το κάνουμε και κάποια καθημερινή, αν βέβαια μας ειδοποιήσουν έγκαιρα και φυσικά μόνο εντός περιόδου. Αν έρθουν λιγότερα από 7-8 άτομα δεν καλύπτουμε τα έξοδα. Για να φτιαχτεί ο κάθε πύργος χρειαζόμαστε δέκα άτομα τα οποία εργάζονται επί τρεις εβδομάδες”. Μας εξήγησε ότι τα παιδιά πηδάνε (από τον πύργο εννοούμε...) από την ηλικία των επτά ετών και το έκανε κι αυτός μέχρι τα 50. Ωστόσο, αν κάποιος έχει τσακωθεί με τη γυναίκα του του συστήνεται να μην βουτήξει και υπάρχει ειδική προετοιμασία, η οποία περιλαμβάνει και αποχή από τα συζυγικά καθήκοντα.

Μας ρώτησε αν έχουμε παιδιά. “Όχι; Πρέπει να κάνετε, αμέσως κιόλας!”. Πόσο αμέσως; Με ποιον να τα κάνω , με τον Κρεκούζα; Τέλος πάντων, τον αφήσαμε τον άνθρωπο να κάνει τις δουλειές του και περιεργαστήκαμε τον πύργο. Δεν είχε ούτε ένα καρφί επάνω, όλος στεκόταν όρθιος χάρη στις κληματαριές, πολλή δουλειά. Φοβερή η θέα από τον πύργο: καταπράσινη φύση, πανύψηλοι φοίνικες και το πάντα βαθύ γαλάζιο του ωκεανού για background.

Πήγαμε να περπατήσουμε μέχρι το βράχο που είχε αράξει το πλοίο της Ελισσάβετ. Ατέλειωτη η παραλία, αρχικά μόνο για μας, αργότερα συναντήσαμε και παιδάκια που έπαιζαν ποδόσφαιρο με μια καρύδα και παίξαμε για λίγο μαζί τους, ενώ 4 ενήλικες ήταν μέχρι το γόνατο στο νερό και ψάρευαν με πετονιές, χρησιμοποιώντας ως δόλωμα... καρύδα ενώ για καλούμπα είχαν μπουκάλια μπύρας. Απίστευτα καλοσυνάτοι όλοι, όλοι ήθελαν να βγουν φωτογραφίες, τα παιδάκια όλο ενθουσιασμό μας φώναζαν “hello”, στην Εδέμ είμαστε;

Περάσαμε δίπλα από ένα κανώ. Φαντάστηκα πως δεν πρέπει να έχουν αλλάξει καθόλου εδω και χιλιάδες χρόνια. Ένα παιδάκι μας έδειξε όλο καμάρι το μίνι ξιφία που είχε μόλις ψαρέψει, ενώ μια μάνα ήταν ενθουσιασμένη με τα παιχνιδάκια που έκανε ο Κρεκούζας με το μωρό της. Περάσαμε από κάτι παρατημένες αγελάδες και χρειάστηκε να πηδήξουμε από ένα ποτάμι, όπου γκρεμοτσακίστηκα και βράχηκα. Πεντακάθαρα τα νερά πάντως. Άρχισε να βρέχει κατά διαστήματα, περίπου κάθε δέκα λεπτά., οπότε και ψάχναμε προστασία στα φυλλώματα των δέντρων. Φτάσαμε μέχρι το βράχο και πήραμε το δρόμο της επιστροφής, συναντώντας μια οικογένεια που ζούσε σε μια αυτοσχέδια σκηνή πάνω στην παραλία, με μωρό κιόλας. Ευγενέστατοι κι αυτοί μας άνοιξαν “το σπιτικό τους” δηλαδή την τέντα κάτω από την οποία ζούσαν.

Επιστρέψαμε για σιέστα και προσπαθήσαμε να συνδεθούμε για να δούμε την εξέλιξη των πλέι οφ του ΝΒΑ. Μόνο η sim του Κώστα δούλευε κι αυτή με άθλια σύνδεση, αλλά κάτι ήταν κι αυτό κι αποδείχθηκε πως κάναμε καλά που πήραμε από 2 διαφορετικές εταιρείες. Το απόγευμα πήγαμε και για μπανάκι. Ζεστό το νερό και διάφανο, μόνοι μας κάναμε μπάνιο στον παράδεισο.

Νύχτωσε και πήγαμε στο δείπνο που μας ετοίμασε ο Luke, έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε κι άλλη επιλογή, δεν είναι ότι υπάρχουν καταστήματα ή εστιατόρια. Ρύζι, αβγό και χόρτα είχε ετοιμάσει ο άνθρωπος, με τα οποία ο Κρεκούζας δε χόρτασε, οπότε και καθάρισε μια κονσέρβα με σβαν και μια με τόνο.

Η επιλογή μας να μείνουμε δυο βράδια στο Pentecost θεωρώ πως μας δικαίωσε. Ήταν πολύ ωραία που ήμασταν από τους ελάχιστους ξένους που αποφάσισαν να μην κάνουν απλά μια ημερήσια, αλλά να μείνουν στο νησί και να περάσουν λίγο χρόνο με τους ντόπιους. Την επόμενη θα πετούσαμε για το νησί Espiritu Santo. Όσο περίεργο κι αν φαίνεται, ήταν ακόμη εντυπωσιακότερο και από το Pentecost αλλά και από το Tanna με το ηφαίστειο...

Ο άλλος πύργος και οι κορμοί των δέντρων.
DSC01881.JPG



Ο Luke ψοφούσε για κουβέντα.
DSC01883.JPG



Πολύ μπελαλίδικη και περίεργη κατασκευή ο πύργος.

DSC01896.JPG



Ωραία θέα από τον πύργο. Αρκεί να μην κοιτάς προς τα κάτω.

DSC01899.JPG



Η παραλία στην αρχή ήταν μοναχική.

DSC01908.JPG



Αργότερα γέμισε με παιδάκια, προσοχή στο τέρμα με τα ξύλα και τις σαγιονάρες.
DSC01913.JPG



Ψάρεμα.

DSC01917.JPG



Προετοιμασία δολώματος.

DSC01919.JPG



Πόσο να έχουν αλλάξει τα κανώ σε σχέση με μερικές εκατοντάδες χρόνια πριν;

DSC01923.JPG



Περήφανος ψαράς.
DSC01928.JPG



Μεγάλο σουξέ ο Κρεκούζας, δεν υπήρχε μαμά που να μην ήθελε να παίξει με τα παιδιά της ο Κώστας.
DSC01938.JPG



Κρεκούζας σε περισυλλογή, πριν το άλμα.



DSC01945.JPG



Θεούλα η μαμά με το γυμνό παιδάκι στην πόρτα.

DSC01948.JPG



Ο βράχος της Ελισάβετ.

DSC01951.JPG



Από πράσινο άλλο τίποτε.

DSC01954.JPG



Σπίτι οικογένειας.

DSC01957.JPG



Φλίντστόουνς.
DSC01963.JPG



Ορίστε και βάρκα στο βάθος.

DSC01967.JPG


Θα μπυ επιτρέψετε καθυστερημένα, βαση της ροής της ιστορίας, να προσθέσω την άποψη μου για το νησί Πεντεκόστ! Είμασταν εκεί μόνο λίγες ημέρες! Αρκετές φορές έφερνα στο μυαλό μου κινηματογραφικές εικόνες και καταστάσεις. Βλέπε Lost, τη σειρά, Cast Away, με τον Tom Hanks, και τέλος την αγαπημένη μου ταινία, Bounty. Είμαστε στο 2019, περπατάμε σε ένα νησί όχι πολύ μακριά από τον πολιτισμό, μα με την επιλογή να μένουν μακριά του! Σκεφτείτε ότι πουθενά δεν υπήρχε ένα σκουπίδι. Δεν υπάρχει πλαστικό πουθενά τίποτα. Μόνο οτι προσφέρει η φύση υπάρχει. Όπως ο φύλαρχος , που το προτάθηκε να μείνει στο Σίδνεϊ ως εκπρόσωπος της χώρας του, και αρνήθηκε. Το θεώρησα σπουδαίο πράγμα. Για εμάς φαντάζει πολύ δύσκολη εώς αδύνατη επιλογή, μα αυτοί κατα το μεγαλύτερο ποσοστό ούτε στο Εφάτε ή στο Εσπιριτου Σάντο δεν είχαν την διάθεση να πάνε. Εμείς αδράξαμε της ευκαιρίας να ξεκουραστούμε και απλά να ζήσουμε την όλη κατάσταση. Μαγεία απλά.

Και μερικές ακόμη φωτογραφίες, τις πιο καλές τις έβαλε και ο Γιώργης. Μα και αυτές νομίζω κάτι δείχνουν από το μέρος και τους ανθρώπους.

Το lodge μας που ήταν αρκετά καλοφτιαγμένο. Βέβαια μετά άπο κάθε τυφώνα το ξανά φτιάχνουν απο την αρχή.

DSC03568.JPG


Είχαμε και το ηλιοβασίλεμα θέα απο τη μπαλκονάρα μας!


20190505_172428.jpg



Δεν είδαμε ούτε έναν άνθρωπο να μην χαμογελάει!!!


DSC03517.JPG



Οποιασδήποτε ηλικίας

DSC03587.JPG



Τώρα τα κατοικίδιά τους μάλλον μετράνε μέρες....


DSC03508.JPG


Η ξενάγηση και λεπτομερής αφήγηση της ιστορίας μας είχε ενθουσιάσει. Μιλούσεκαι πολύ καλά αγγλικά, και με περηφάνεια μας διηγούνταν την ιστορία τη δικη του και του νησιου.


DSC03543.JPG



Και η θέα απο τον πύργο προς τα κάτω.


DSC03551.JPG



Θυμίζω ότι όλο αυτό το απολαμβάναμε μόνοι μας!!!