1. Η αναδρομή στο παρελθόν συνεχίζεται! Ψηφίστε την Ταξιδιωτική Ιστορία του μήνα για τους μήνες Ιανουάριο - Απρίλιο 2016! Κάντε κλικ εδώ!
Απόκρυψη ανακοίνωσης
Με την πλοήγησή σας στο Travelstories.gr αποδέχεστε τη χρήστη cookies που ενισχύουν την εμπειρία χρήσης. -- ΟΚ --

Ουκρανία Πολωνία Πόλσκα, Ουκραγίνα

Συζήτηση στο φόρουμ 'Ταξιδιωτικές Ιστορίες - Ευρώπη' που ξεκίνησε από το μέλος 10900km, στις 13 Φεβρουαρίου 2016.

  1. Τέτοιες ημέρες πέρσι (γύρω στις 10 Φεβρουαρίου ήταν), εξηγούσα στον Δευκαλίωνα πρόσωπο με πρόσωπο στη Μελβούρνη “του” τους λόγους για τους οποίους είχα... χαθεί από το σάιτ, αφήνοντας όμως ανοικτό ένα παραθυράκι να γράψω σύντομα κάτι για τον ενάμιση μήνα που μόλις είχα περάσει στην Αυστραλία, και ένα... μεγαλύτερο παράθυρο να αρχίσω νέα ιστορία για αυτά που έπονταν τότε, για τις λίγες ημέρες στην Κουάλα Λούμπουρ, τις εξίσου λίγες στη Σιγκαπούρη, τον μήνα στην Καμπότζη, τις δύο βδομάδες στην Μπανγκόκ, τη βδομάδα στη Βιεντιάν, το δεκαήμερο σε Μακάο/Χονγκ Κονγκ/Σενζέν, και -τέλος, επιτέλους- τον μήνα στην Ιαπωνία, όσα είχα δηλαδή μπροστά μου μέχρι αρχές Ιουνίου. Αφερέγγυος από τη φύση μου, τα “θα” μου αποδείχτηκαν -ξανά- λιγότερο αξιόπιστα κι από προεκλογικές υποσχέσεις πολιτικού...

    Μετά από οκτώ μήνες στη Θεσσαλονίκη, χθες άρχισα να... κάνω απόσβεση των σχεδόν 100 ευρώ του νέου διαβατηρίου μου. Ένας μήνας στην Πολωνία, ένας στην Ουκρανία, κι άλλες δέκα μέρες στην Πολωνία, αυτό είναι το πλάνο. Μου έχει λείψει το γράψιμο, μου έχει λείψει η νοερή παρέα που κάποιοι από εσάς μου κρατούσατε σε προηγούμενα ταξίδια (για την ακρίβεια, σε κομμάτια του ίδιου -προκλητικά παρατραβηγμένου χρονικά- ταξιδιού), οπότε... βάζω μπροστά, κι όσο πάει (δεν τολμώ καν να αφήσω να εννοηθεί ότι θα γράφω τακτικά και μέχρι το τέλος του ταξιδιού. Ο πρώτος που δε με παίρνει στα σοβαρά πλέον είμαι εγώ ο ίδιος).

    Το αποψινό κείμενο-μινιατούρα είναι ουσιαστικά... τρέιλερ του “σίριαλ” που θα αρχίσει να παίζεται αύριο. Θα μπορούσα να το παραλείψω και να αρχίσω απευθείας αύριο με το πρώτο... επεισόδιο, όμως η σημερινή είναι/ήταν (περασμένα μεσάνυχτα εδώ) η πρώτη γεμάτη μέρα του ταξιδιού, και σκέφτηκα να την εκμεταλλευτώ για να... ξεσκουριάσω λίγο τα δάχτυλά μου.

    Στη Βαρσοβία άρχισε το ταξίδι χθες το απόγευμα, όμως είμαι ήδη στο Γκντανσκ, και το πρώτο -κανονικό- κείμενο θα είναι για τα 350 χιλιόμετρα με το λεωφορείο μεταξύ των δύο πόλεων, διαδρομή που αν ήταν ομιλητής δε θα... κρεμόσουν κι από τα χείλη του, όμως αν είσαι “άρρωστος” παρατηρητής κι έχεις περάσει καιρό ψαρεύοντας πληροφορίες για την Πολωνία στο ίντερνετ, στην τηλεόραση, σε βιβλία, πληροφορίες που δένουν με εικόνες που βλέπεις από το τζάμι ενός λεωφορείου, τα ίδια 350 φαινομενικά... ανιαρά χιλιόμετρα (άλλη λέξη που αρχίζει από -τονισμένο- άλφα και λήγει σε -μη τονισμένο- άλφα έχω στο μυαλό μου, αλλά... τέλος πάντων), γεμίζουν αρκετές σειρές στο σημειωματάριό σου.

    Καλώς σας ξαναβρίσκω.
     
    #1
    gelf, astral, spanagiou and 20 others like this.

  2. 10900km

    10900km Member

    Μηνύματα:
    315
    Likes:
    2.920
    Φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι (αν όχι όλοι) γνωρίζετε τη φήμη που συνοδεύει τους Πολωνούς (μία από αυτές), ότι είναι ένθερμοι Καθολικοί. Ο σημαντικός ρόλος που παίζει στη ζωή τους η θρησκεία τους φαίνεται κι από κάτι που παρατηρείς χαζεύοντας από τζάμι λεωφορείου στη διαδρομή από Βαρσοβία για Γκντανσκ. Κάθε χωριό έχει, φυσικά, την εκκλησία του, οι οποίες λόγω όγκου και ύψους καμπαναριών τραβάνε το μάτι σου, όμως αυτό είναι αυτονόητο. Εκείνο που δεν περίμενα να δω και μου έκανε εντύπωση χθες ήταν ότι σε κάθε είσοδο χωριού υπήρχε ένα μικρό άγαλμα του Χριστού ή της Παναγίας, μέσα σε χαμηλούς ξύλινους φράκτες που δημιουργούσαν έναν χώρο δύο (μέτρα) επί δύο (πάνω-κάτω), με πολύχρωμες κορδέλες να ξεκινούν από την κορυφή του κάθε αγάλματος και να τεντώνονται ακτινωτά μέχρι μία ντουζίνα σημεία πάνω στους ξύλινους φράκτες. “Θρήσκοι οι Πολωνοί”, θα σκεφτεί κανείς. Ναι μεν, αλλά...

    Πρόσφατα παρακολούθησα σε κάποιο ξένο κανάλι ένα πολύ ενδιαφέρον αφιέρωμα σε όσα συμβαίνουν στην Πολωνία από τις τελευταίες εκλογές και μετά, κι ένα από τα σημεία που συγκράτησα είναι η ανησυχία νεαρών Πολωνών (20άρηδες και λίγο μεγαλύτεροι) που ζουν σε μεγάλες πόλεις, για τον... “ιδιαίτερου τύπου” Καθολικισμό που κερδίζει έδαφος -κυρίως- στην ύπαιθρο, πάνω στον οποίο πάτησε για τα καλά το κόμμα που βγήκε πρώτο στις τελευταίες εκλογές (κι από τότε έχει γίνει αρκετές φορές πρώτο θέμα στην Ευρώπη με το πώς θέλει να φέρει τα πάνω κάτω σε διάφορους τομείς της ζωής στην Πολωνία, με όχι ακριβώς και υποδειγματικά δημοκρατικό τρόπο). Τα αναφέρω αυτά απλά επειδή σκεφτόμουν ότι η σχέση των Πολωνών με τη θρησκεία τους, όπως σχεδόν τα πάντα στη ζωή, έχει τουλάχιστον δύο αναγνώσεις...

    Αν αναρωτιέται κανείς πώς μπορεί ο επιβάτης λεωφορείου που ταξιδεύει από την πρωτεύουσα της Πολωνίας στο σημαντικότερο λιμάνι της χώρας (προφανώς σε αυτοκινητόδρομο) να περνάει από εισόδους χωριών, η εξήγηση είναι ότι παρά την αλματώδη οικονομική ανάπτυξη της Πολωνίας τα τελευταία 10-15 χρόνια, τουλάχιστον τα μισά από τα 350 χιλιόμετρα αυτής της τόσο σημαντικής διαδρομής, θυμίζουν ακόμα και σήμερα επαρχιακό δρόμο μεταξύ χωριών της Ελλάδας που κανείς μας δεν έχει ακουστά. Μία λωρίδα ανά κατεύθυνση. Αυτό. Κρίνοντας από όσα είδα χθες όμως, αν έκανα την ίδια διαδρομή σε έναν χρόνο από σήμερα, η εικόνα θα ήταν πολύ(υυυ) διαφορετική. Μέτρησα πάνω από δέκα εργοτάξια, σε κάθε ένα εκ των οποίων υπήρχαν δεκάδες εργάτες. Αν ήμουν Πολωνός και ήθελα να πάω από το Α στο Β όσο πιο γρήγορα γινόταν, θα χαιρόμουν. Σαν πρόσκαιρος επισκέπτης όμως, ομολογώ ότι προτιμώ τους... πιο απλούς δρόμους, αυτούς που σου επιτρέπουν να βλέπεις χωριά και κωμοπόλεις, αντί για “τοίχους” δεξιά κι αριστερά που σε (με) κάνουν να αισθάνεσαι παγιδευμένος (αναφέρομαι στους “τοίχους” που προφανώς καλώς υπάρχουν για να περιορίζουν τον θόρυβο από τον αυτοκινητόδρομο σε σημεία που αυτός περνάει από κατοικημένες περιοχές).

    “Hala sportowa” (σε ελεύθερη μετάφραση, “κλειστό” γήπεδο -μπάσκετ, βόλεϊ, οτιδήποτε μπορεί να φιλοξενηθεί σε κλειστό χώρο), η μία μετά την άλλη, σε κάθε κωμόπολη, ακόμα και σε κάποια χωριά, κτίσματα μοντέρνα, που κραυγάζουν ότι έχουν χτιστεί τα τελευταία πέντε χρόνια. Σου κάνει εντύπωση, επειδή είναι τα πιο μοντέρνα κτίσματα που βλέπεις σε όλη τη διαδρομή. Προσωπικά δεν ξαφνιάστηκα, μια και είμαι φανατικός επισκέπτης της σελίδας stadiumdb.com (κατά σύμπτωση τα παιδιά που την έστησαν είναι Πολωνοί), έχω κόλλημα από πιτσιρικάς με τα γήπεδα (όταν τα ζωγράφιζα, έβαζα μέχρι και καρεκλάκια, και μετρούσα τη χωρητικότητά τους), και ήξερα ότι στον τομέα “αθλητικές εγκαταστάσεις” αυτό που συντελείται στην Πολωνία τα τελευταία χρόνια κάνει τη λέξη “οργασμός” δίπλα στο “κατασκευαστικός” να μοιάζει πολύ φτωχή.

    Τα μικρά “κλειστά” που χτίζονται κατά δεκάδες αποτελούν κομμάτι της γενικότερης πολιτικής των Πολωνών να αναβαθμίσουν τις αθλητικές εγκαταστάσεις τους. Για να μη μακρηγορήσω, σας διαβεβαιώ ότι πολλές ποδοσφαιρικές ομάδες της τρίτης κατηγορίας της Πολωνίας έχουν ολοκαίνουργια γήπεδα που με κάνουν σαν παοκτσή να ντρέπομαι για το... απολιθωμένο δικό μας γήπεδο. Πόσο συχνά παραδίδονται ολοκληρωμένα νέα γήπεδα στην Πολωνία; Σκεφτείτε... τελευταίους μήνες πριν τους Ολυμπιακούς στην Αθήνα, τότε που κάθε βδομάδα γίνονταν τα εγκαίνια κι ενός σταθμού του μετρό. ΤΟΣΟ συχνά...

    Όσα εργοτάξια είδα χθες στη διαδρομή από τη Βαρσοβία στο Γκντανσκ, άλλα τόσα αιολικά πάρκα διέκρινα στην άκρη του ορίζοντα. Το πρώτο μού έκανε εντύπωση, επειδή δεν ήξερα τι βαρύτητα δίνουν οι Πολωνοί σε “νέες” πηγές ενέργειες (“νέες” ως προς τη διάδοση και εκμετάλλευσή τους, όχι ως προς την ύπαρξή τους, προφανώς). Μετά από λίγα χιλιόμετρα περάσαμε από ένα μεγαλύτερο, και 10-15 λεπτά αργότερα το τρίτο πάρκο έκανε τα δύο προηγούμενα να μοιάζουν νάνοι. Πολλά περισσότερα ακολούθησαν, με τα “κενά” (από πάρκα) κομμάτια της διαδρομής να έχουν κι αυτά διάσπαρτες μεμονωμένες ανεμογεννήτριες, στη μέση μεγάλων καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Ομολογώ ότι το αντικείμενο δεν το κατέχω, δεν είμαι επαρκώς πληροφορημένος για τα θετικά και τα αρνητικά (αν υπάρχουν) των αιολικών πάρκων, εκείνο όμως που δεν μπορώ να χωνέψω είναι επιχειρήματα που άκουσα πριν από χρόνια από κατοίκους περιοχών στην Ελλάδα που αντιδρούσαν στη δημιουργία πάρκων κοντά σε εκείνους, λέγοντας συγκεκριμένα ότι οι ανεμογεννήτριες τούς φαινόντουσαν “πολύ άσχημες”(!!!).

    Κάτι άλλο που μου προκάλεσε θετική εντύπωση για τους Πολωνούς είναι το ποσοστό της γης που καλλιεργούν. Νομίζεις ότι τα περισσότερα από τα 350 χιλιόμετρα μεταξύ Βαρσοβίας και Γκντανσκ είναι ένα ατελείωτο χωράφι. Θυμήθηκα έναν Κροάτη πιτσιρικά την πρώτη φορά που πήρα τρένο από Ζάγκρεμπ για Κοπρίβνιτσα (μία κωμόπολη μία ώρα ανατολικά του Ζάγκρεμπ), τρένο που έμελλε να πάρω αρκετές φορές τα δύο επόμενα χρόνια, έχοντας ξελογιαστεί από μία... Hrvatica :). Ο πιτσιρικάς (γύρω στα 20) μού έπιασε κουβέντα, και σύντομα άρχισε να “θάβει” την ίδια τη χώρα του, δείχνοντάς μου πόσο ανεκμετάλλευτη άφηναν τη γη κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής (όλα αυτά, το 2005). Δεν είχε άδικο... Το μόνο για το οποίο δεν φαντάζομαι Πολωνό να μου “γκρινιάζει” για την πατρίδα του σήμερα είναι το πόσο ανεκμετάλλευτη -δεν- αφήνουν τη γη τους...

    Κλείνω με τούτο: εκείνο που μου προκάλεσε μεγαλύτερη εντύπωση χθες στη διαδρομή με το λεωφορείο, ήταν το... ίδιο το λεωφορείο. Την Polski Bus την έμαθα το 2011, την πρώτη φορά που ήρθα στην Πολωνία. Για όσους δεν την έχετε ακουστά, είναι μία... Ryanair με λεωφορεία, με όλα τα θετικά τής -τιμολογιακής πολιτικής της- Ryanair, χωρίς όμως τα ενοχλητικά στραβά της (όχι ότι μπορώ να γκρινιάξω πολύ για τη Ryanair. Το Θεσσαλονίκη-Μποβέ χθες μού κόστισε 10 ευρώ, και το Μποβέ-Μόντλιν 20 ευρώ, εισιτήρια αγορασμένα αρχές Δεκέμβρη). Τα λεωφορεία της Polski Bus είναι σύγχρονα, φεύγουν και φθάνουν στην ώρα τους, και το Βαρσοβία-Γκντανσκ μού κόστισε 10 ζλότι, δηλαδή κάτι περισσότερο από δύο ευρώ. Δύο! Για μία απόσταση 350 χιλιομέτρων με σύγχρονο/άνετο λεωφορείο.

    Η εταιρεία έχει πλέον επεκταθεί σε άλλες χώρες, και συνεχίζει να μεγαλώνει, κάνοντας τα ταξίδια σε αυτό το κομμάτι της Ευρώπης όλο και πιο οικονομικά. Σκέφτηκα τι θα συνέβαινε αν οι ιδιοκτήτες της αποφάσιζαν να... κάνουν δουλειές στην Ελλάδα. Φαντάστηκα λεωφορεία ΚΤΕΛ να κλείνουν με μπλόκα τα Τέμπη, τα τελωνεία, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, τα, τα, τα, μέχρι να πετύχαιναν να ξεκουμπιστούν από την Ελλάδα οι εξυπνάκηδες οι ξένοι που θέλησαν να βγάλουν κέρδος στη χώρα μας συμβάλλοντας στην ανάπτυξη ανταγωνισμού που θα έσπρωχνε τις τιμές των εισιτηρίων πολύ χαμηλότερα από εκεί που είναι σήμερα...

    Παρεμπιπτόντως, το Βαρσοβία-Κρακοβία που θα κάνω την προσεχή Πέμπτη, μου κόστισε κάτι λιγότερο από μισό ευρώ. Τη μέρα μάλιστα που αγόρασα το εισιτήριο, δεν ήμουν βέβαιος αν θα ταξίδευα Πέμπτη ή Παρασκευή, δεν ήθελα να χάσω την προσφορά, και αγόρασα δύο εισιτήρια, ένα για Πέμπτη, ένα για Παρασκευή, με λιγότερο από ένα ευρώ. “Φαρμακείο” η Polski Bus, “φαρμακείο”...

    Κλείνω τον υπολογιστή κι ετοιμάζομαι για το γήπεδο, για τον βασικό λόγο που φρόντισα να είμαι στο Γκανσκ συγκεκριμένα αυτό το Σαββατοκύριακο. Η τοπική Λέχια παίζει εντός στην αγωνιστική τής επανέναρξης της πολωνικής “Εξτρακλάσα” μετά τη χειμερινή διακοπή (δεν είναι τυχαίο ότι στην Πολωνία ήρθα ακριβώς πριν την επανέναρξη του πρωταθλήματος. Καθένας με τις διαστροφές του, ή... κάδα λόκο κον σου τέμα, που θα έλεγε ένας γνωστός μου Ισπανός). Θα είμαι στο γήπεδο δυόμισι ώρες πριν αρχίσει το παιχνίδι, για να κάνω μισή ώρα τον κύκλο του εξωτερικά, και να μπω με το που θα ανοίξουν τις πύλες, στις τέσσερις, δύο ώρες πριν αρχίσει το παιχνίδι. Βραδιάζει νωρίτερα από την Ελλάδα, και για να βγάλω φωτογραφίες πριν σκοτεινιάσει πρέπει να μπω με το που θα ανοίξουν οι πόρτες. Να το ξαναγράψω; Κάθε τρελός με το... ζήτημά του...
     
    #2
    Last edited: 19 Φεβρουαρίου 2016
    gelf, astral, misha19 and 15 others like this.
  3. 10900km

    10900km Member

    Μηνύματα:
    315
    Likes:
    2.920
    Βλέποντας -ηλιόλουστες, ΠΟΛΥ σημαντική λεπτομέρεια- φωτογραφίες του γηπέδου της Λέχια Γκντανσκ στο ίντερνετ τον τελευταίο μήνα, αυτόματα και αβίαστα το μυαλό μου πήγαινε στη Σαρλίζ Θέρον(!) και στην -παλιά, πλέον- διαφήμιση ενός αρώματος στην οποία η Νοτιοαφρικανή φοράει ένα... αστραφτερό χρυσαφί φόρεμα (μια και αρχίζω το σημερινό κείμενο με αναφορά σε γήπεδο και ποδόσφαιρο, ρισκάροντας να χάσω τους μισούς -αν όχι περισσότερους- από εσάς από τις πρώτα κιόλας γραμμές, σκέφτηκα να θολώσω ύπουλα τα νερά μήπως και σας δελεάσω να διαβάσετε και την επόμενη παράγραφο).

    Το “Στάντιον Ενέργκα Γκντανσκ” όπως είναι σήμερα η επίσημη ονομασία του, με τον ουρανό γαλανό και τον ήλιο να κάνει το... κιτρινομουσταρδοχρυσαφί περίβλημά του να αστράφτει, πρέπει να είναι ένα από τα πιο... σέξι γήπεδα του κόσμου (αν είσαι φαν της Θέρον και η παρουσία της στη συγκεκριμένη διαφήμιση σε έχει... σημαδέψει). Όπως πλησιάζαμε όμως στο γήπεδο με το τραμ νωρίς χθες το απόγευμα, μέσα στον χειμώνα, με τον ουρανό στις τρεις και μισή να είναι στην καλύτερη περίπτωση... ανθρακί, φρόντισα να μετριάσω τις προσδοκίες μου.

    Τι σκέφτηκα όταν τελικά το πρωτοείδα; Ας το θέσω έτσι: η... Σαρλίζ φαινόταν σαν να διερχόταν περίοδο κατάθλιψης (από τα διακόσια μέτρα το χρυσαφί “ρούχο” της φαινόταν... σταχτί), σαν να ήταν σε καναπέ τυλιγμένη με ένα άχρωμο κουβερλί στη μέση ενός δωματίου με τις κουρτίνες και τα παράθυρα κλειστά, γενικά τα πάντα κραύγαζαν ότι το μεσαίο όνομά της ήταν “μουντή”, όμως κατά βάθος... ήταν ακόμα η Σαρλίζ, ίσως επειδή αν ξέρεις πώς είναι κάποιος, κάτι, στα καλύτερά του, τον/το εκτιμάς και θαυμάζεις ακόμα και στα... μουντά του...

    Τον γύρο του γηπέδου εξωτερικά δεν μπορούσα να τον κάνω, επειδή κομμάτια της γύρω περιοχής είναι ιδιωτική ιδιοκτησία που κάνοντας τον γύρο της φθάνεις μακριά από το γήπεδο, και στην άλλη πλευρά έχεις απλά έναν δρόμο ταχείας κυκλοφορίας που δεν... ενδύκνειται για περπάτημα στην άκρη του. Αυτή η... αναποδιά όμως, μου βγήκε σε καλό, μια και πέρασα ένα μισάωρο -μέχρι να ανοίξουν οι πόρτες- στον “one of a kind” πολυχώρο κάτω από το γήπεδο, χώρος που είναι προσβάσιμος και επισκέψιμος εφτά μέρες τη βδομάδα, και δεν έχει καμία σχέση με τους αγώνες της Λέχια, χώρος που με έκανε να ψελλίσω ένα βαθιά σοφιστικέ “πλάαακα μού κάνεις” ξανά, και ξανά, και ξανά...

    Πρώτη έκπληξη, η επιχείρηση “Escape Rooms” που λειτουργεί εκεί. Ξέρετε... Εκείνα τα δωμάτια που κλειδώνεσαι, και για να βγεις πρέπει να λύσεις κάποιο μυστήριο. Επόμενο, χώρος για παρκούρ! Αμέσως μετά, αίθουσα με μπιλιάρδα! Και στο βάθος, τεράστια... πίστα, το μεγαλύτερο κομμάτι της στεγασμένο και ένα μικρό εκτός βασικού κτιρίου, με καρτ!! Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, υπάρχει ένα μεγάλο γυμναστήριο, αναψυκτήριο με δεκάδες επιτραπέζια παιχνίδια, χώρος με τραμπολίνα(!), άλλος με πέντε οθόνες για Play Station, μαγαζί με επίσημα προϊόντα της Λέχια, και τουλάχιστον δύο μπαρ/ρεστοράν. Ένα γήπεδο ανοιχτό εφτά μέρες την εβδομάδα, στο οποίο όχι ολόκληρη οικογένεια, αλλά... ολόκληρο σόι μπορεί να πάει και να βρει κάτι διασκεδαστικό να κάνει.

    “Άλλο οι χώροι κάτω από τις κερκίδες, κι άλλο το γήπεδο αυτό καθεαυτό”, θα πει κανείς. Διαβάστε αυτό: ακόμα και μέρος των κερκίδων είναι προσβάσιμο κάποιες ώρες την ημέρα, για όσους θέλουν να γυμναστούν, να ανεβοκατέβουν τα σκαλοπάτια! Η ειρωνεία/πλάκα της υπόθεσης είναι ότι πρόσφατα έγραψα σε κάποιον ότι αν το γήπεδο στην Τούμπα ήταν ανοικτό εφτά μέρες την εβδομάδα, αντί να πήγαινα στο γυμναστήριο και να έκανα αυτό που σιχαίνομαι όσο ελάχιστα πράγματα στη ζωή (διάδρομο, για να συμμαζέψω τα ασυμμάζευτα, τους τελευταίους μήνες πήρα τόσα κιλά που μοιάζω πλέον επικίνδυνα στο ανθρωπάκι της Μισελέν, αλλά στο πολύ λιγότερο χαριτωμένο του), θα πήγαινα στο γήπεδο (το σπίτι μου στη Θεσσαλονίκη είναι πέντε λεπτά περπάτημα από εκεί), και θα ανεβοκατέβαινα τα σκαλιά. Την ίδια (ή την επομένη, δεν είμαι σίγουρος) μέρα, είδα στο facebook της Λέχια Γκντανσκ φωτογραφία με κόσμο που έκανε αυτό ακριβώς στο γήπεδό της! What were the chances?! (όπως είμαι σίγουρος ότι λένε στον Άγιο Αντώνιο Καστοριάς, το χωριό όπου όπως ενημερώθηκα πρόσφατα, γεννήθηκα).

    Προφανώς στο παιχνίδι αυτό καθεαυτό δεν πρόκειται να αναφερθώ, μια και το παίρνω με απόδοση 1,01 ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται να διαβάσει για τον διαιτητή που το επίθετό του θα μπορούσε άνετα να είναι Τραγελάφσκι (τραγέλαφος+χαρακτηριστική κατάληξη πολωνικών επιθέτων, με παρακολουθείτε, έτσι; ), που έδειξε δύο (τραβηγμένες από τις ρίζες των μαλλιών) κόκκινες κάρτες σε παίκτες της φιλοξενούμενης ομάδας στο τέλος του πρώτου ημιχρόνου, κι επέτρεψε στη Λέχια να κάνει πάρτι στο δεύτερο (0-0 ημίχρονο, 5-0 τελικό, με το “5” να κολακεύει τους φιλοξενούμενους). Όπως όμως δεν κουράζομαι να λέω όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, το να παρακολουθείς ποδόσφαιρο (ή άλλο άθλημα) ενώ ταξιδεύεις, είναι σαν να ανοίγεις μία πόρτα που σε οδηγεί σε ένα δωμάτιο όπου μαθαίνεις ΠΟΛΛΑ για τη χώρα που επισκέπτεσαι, ακόμα κι αν περάσεις τα 90 λεπτά του αγώνα έχοντας στρέψει τα μάτια σου στον αγωνιστικό χώρο όχι περισσότερες από δέκα φορές, και μόνο φευγαλέα...

    Από τα πολλά που μου έκαναν εντύπωση, θα αναφέρω μόνο δύο. Ένας στους τέσσερις τριγύρω μου στην κερκίδα, ήταν εμφανώς... “πιωμένος”, πολλοί πριν ακόμα αρχίσει το παιχνίδι. Είδα κόσμο ακόμα και να τρεκλίζει ανεβαίνοντας τις σκάλες πριν αρχίσει το παιχνίδι. Είδα μεθυσμένους να κάνουν... μανούρα για τη θέση τους, ζητώντας από άλλους να σηκωθούν, νομίζοντας -λανθασμένα- ότι κάθονταν στη δική τους θέση. Γενικά, η μυρωδιά του αλκοόλ σού έσπαγε τη μύτη καθώς πλησίαζαν κάποιοι. “Σιγά το πράγμα... Παοκτσής είσαι... Δεν έχεις δει μεθυσμένους στην Τούμπα;”, θα παρατηρούσε κάποιος που ξέρει τι συμβαίνει σε εμάς. Η απάντησή μου θα ήταν, ναι, αλλά στην 4 (για τους μη γνώστες, αυτή είναι η κερκίδα των “φανατικών”), όχι στην 6 (από την... 6 του γηπέδου της Λέχια είδα το παιχνίδι χθες. Όπου “6” της Τούμπας, η θύρα στην οποία η μυρωδιά του αλκοόλ μοιάζει πιο μακρινή κι από τον... Πλούτωνα).

    Το του αλκοόλ το αναφέρω επειδή “δένει” με αυτό που μου έκανε ΠΟΛΥ μεγάλη εντύπωση και τις δύο προηγούμενες φορές που πέρασα λίγες ημέρες στην Πολωνία (μια βδομάδα το 2011, κι άλλη μία το 2012). Το να δεις μπουκάλια μπίρας ή βότκας ή άλλου αλκοολούχου ποτού άδεια, αφημένα στην άκρη δρόμου, σε περβάζια, σε σκαλοπάτια, σε, σε, σε, είναι κάτι που μπορεί να συμβεί σχεδόν σε οποιαδήποτε χώρα (εξαιρώντας εκείνες που η κατανάλωση αλκοόλ απαγορεύεται γενικώς, ή επιτρέπεται μόνο σε κλειστούς χώρους). Η συχνότητα όμως με την οποία βλέπεις την ίδια αυτή εικόνα στην Πολωνία είναι τέτοια που... αρπάζει την προσοχή σου από τον λαιμό και κολλάει το πρόσωπό σου στο γυαλί κάθε παρατημένου μπουκαλιού. Οι ίδιοι οι Πολωνοί αναγνωρίζουν ότι το πρόβλημα του αλκοολισμού εδώ είναι υπαρκτό και έντονο. Επιπλέον -μερική- απόδειξη; Τέσσερις φορές έχω επισκεφτεί μίνι-μάρκετ στο Γκντανσκ για να αγοράσω ψιλοπράγματα, και τις τέσσερις φορές υπήρχε άνθρωπος (ένας τουλάχιστον) στην ουρά του ταμείου που μύριζε αλκοόλ από την κορυφή μέχρι τα νύχια, και κρατούσε μόνο μπίρες...

    Έχοντας... “στολίσει” τους Πολωνούς για την... αδυναμία τους στο αλκοόλ, το δεύτερο (από όσα μου έκαναν εντύπωση χθες στο γήπεδο) που θα αναφέρω εδώ, είναι απόλυτα κολακευτικό για εκείνους. Όσοι ασχολείστε με το διεθνές ποδόσφαιρο, πρέπει να έχετε ακούσει για τα επίπεδα... καφριλικίου που συναντώνται στα πολωνικά γήπεδα. Αλήθεια είναι ότι σκληροπυρηνικοί συγκεκριμένων ομάδων πρωταγωνιστούν κατά καιρούς σε... σαματάδες που κάνουν τους δικούς μας κάφρους στην Ελλάδα να μοιάζουν μαθητευόμενα καφράκια. Άλλοι, “φημίζονται” για τις σχέσεις τους με ακροδεξιές οργανώσεις, και φροντίζουν να προβάλουν τα πιστεύω τους με πανό και σημαίες. Τουλάχιστον χθες όμως, όχι μόνο γενικά στις κερκίδες αλλά ακόμα και ειδικά στο πέταλο των “ούλτρας” της Λέχια, η... ανθρωπογεωγραφία ήταν πολύ-πολύ ευχάριστα ενδιαφέρουσα...

    Δύο “αρχηγοί” στέκονταν σε μία ειδική πλατφόρμα κάτω-κάτω, ακριβώς πίσω από την εστία (το γήπεδο της Λέχια είναι αμιγώς ποδοσφαιρικό, χωρίς στίβο, οι κερκίδες είναι σε απόσταση αναπνοής από τον αγωνιστικό χώρο, και δεν υπάρχει δίχτυ, πουθενά, ούτε καν στο πέταλο των ούλτρας), κι έδιναν... παραγγέλματα. Οι πιο εκδηλωτικοί στις πρώτες 10-15 σειρές, ούρλιαζαν τα συνθήματα που τους έδιναν, όμως ήταν κόσμος... σαν εμένα, “κανονικά ντυμένος”, ούτε ξυρισμένα κεφάλια είδα, ούτε χαρακωμένα πρόσωπα, ούτε φάτσες που σε κάνουν να νομίζεις ότι πρόκειται για άτομα που έχουν περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους σε κελί απομόνωσης κάποιας φυλακής. Ακόμα και κοπέλες υπήρχαν, με μέικ-απ και ψηλοτάκουνες μπότες.

    Στο υπόλοιπο του πετάλου, στο οποίο δεν καθόταν κανείς, έβλεπες κόσμο επίσης εκδηλωτικό, που συμμετείχε σε όλα τα... παραγγέλματα, αλλά με ελαφρώς λιγότερο... τεντωμένες φλέβες από εκείνους πιο κοντά στους “αρχηγούς”. Εκεί, έβλεπες... ακόμα κι οικογένειες με παιδάκια, ακόμα και κοριτσοπαρέες(!). Όλοι αυτοί μαζί, είναι οι “ούλτρας” της Λέχια Γκντανσκ, οι οποίοι έφτιαξαν πολύ-πολύ όμορφη ποδοσφαιρική ατμόσφαιρα.

    Δύο σύντομα “σφηνάκια” πριν κλείσω για σήμερα: η στάση του τραμ που εξυπηρετεί όσους επισκέπτονται το γήπεδο (χτισμένο σε απόσταση 5-6 χιλιομέτρων από το κέντρο της πόλης), με έκανε να χαμογελάσω :). Το στέγαστρο και στις δύο πλευρές είναι... μικρογραφία του στεγάστρου του γηπέδου, για να “δένει” με το γήπεδο, τον λόγο για τον οποίο πηγαίνει κανείς εκεί. Μου θύμισε αντίστοιχες εικόνες/έξυπνες ιδέες σε άλλα γήπεδα, ειδικά μία στάση λεωφορείων λίγες δεκάδες μέτρα από το... πολύπαθο υπερ-γήπεδο της Σαχτιόρ στην ανατολική Ουκρανία, που είναι σχεδόν πιστή ρέπλικα των πάγκων που κάθονται εντός γηπέδου οι αναπληρωματικοί των ομάδων και ο προπονητής με τους συνεργάτες του.

    Τέλος, πλάκα (εκνευριστική) είχε μετά το τέλος του αγώνα το ότι πήγα στην τουαλέτα, αλλά η... δουλειά μου έμεινε στη μέση, επειδή κάποιος υπάλληλος του γηπέδου έσβησε τα φώτα. Το έχω δει και σε άλλα γήπεδα σε άλλες χώρες, σβήνουν τα φώτα στις τουαλέτες μόλις 5-10 λεπτά μετά τη λήξη του αγώνα, προφανώς για να... παρακινήσουν τον κόσμο να αδειάσει το γήπεδο όσο γίνεται πιο σύντομα, στο συγκεκριμένο γήπεδο όμως το ίδιο φαινόμενο το βρήκα ειρωνικά αστείο (προς το... γελοίο), επειδή όπως έγραψα και νωρίτερα η επίσημη ονομασία του είναι “Stadion Energa Gdansk” (το “n” έχει μία “οξεία” από πάνω, αλλά αυτό θα είναι αντικείμενο φλυαρίας σε άλλο κείμενο), “Energa”, τεράστια επιχείρηση στον τομέα της Ενέργειας, που διαφημίζει στις τέσσερις μεγάλες οθόνες του γηπέδου πόσο... φωτίζει την καθημερινή ζωή των πελατών της με αστείρευτη ηλεκτρική ενέργεια. Το να ξεμένεις από φως στην τουαλέτα γηπέδου που έχει “βαφτιστεί” με το όνομα εταιρείας παροχής ενέργειας, έχει την ειρωνεία/πλάκα του...

    Τρίτο “σφηνάκι”... μπόνους, η “άλλα αντ' άλλων” κουβέντα που είχα με οπαδό της Λέχια σχεδόν καθ' όλη τη διάρκεια του ημιχρόνου έξω από μία τουαλέτα. Πρόσεξε το σκουφάκι μου (με το σήμα του ΠΑΟΚ), και μου έπιασε -ενθουσιώδη- κουβέντα, μόνο που... είχε ήδη πιει μισή ζυθοποιεία, και επαναλάμβανε συνεχώς τα ίδια. “Κλου” της κουβέντας μας το ότι αν και φέσι, δοκίμασε να πει την αλφαβήτα στα Ελληνικά(!), με έστω και μικρό ποσοστό επιτυχίας(!!). Μέχρι το έψιλον τα πετύχαινε. Τα υπόλοιπα ακουγόντουσαν όπως θα ακουγόταν Έλληνας μη γνώστης Κινέζικων αν προσπαθούσε να πει μία πρόταση σε αυτά (και μάλιστα μεθυσμένος. Ανεκτίμητο).

    Αύριο επιστρέφω στη Βαρσοβία, οπότε το επόμενο κείμενο θα είναι -επιτέλους- για το ίδιο το Γκντανσκ, εντυπώσεις, παρατηρήσεις, και σύντομη αναφορά σε επική γκάφα που έκανα χθες το βράδυ επιστρέφοντας στο χόστελ από το γήπεδο, και με έχει φαρμακώσει (ας πρόσεχα).
     
    #3
    Last edited: 14 Φεβρουαρίου 2016
    gelf, astral, Triplover and 12 others like this.
  4. Runvel

    Runvel Member

    Μηνύματα:
    35
    Likes:
    168
    Aν φορούσες σκουφάκι του Άρη, ο ζυθολάτρης Πολωνός θα έφτανε το αλφάβητο τουλάχιστον μέχρι το Κ . :)
     
    #4
    kanaliotis and 10900km like this.
  5. 10900km

    10900km Member

    Μηνύματα:
    315
    Likes:
    2.920
    Γαμπρέ, με προκαλείς να σου απαντήσω ότι αν φορούσα σκουφάκι του Άρη, ο τυπάκος δε θα μου είχε πιάσει καν κουβέντα, επειδή δεν θα το είχε αναγνωρίσει (πήγες γυρεύοντας :) ).
     
    #5
    chris7, misha19, done and 1 other person like this.
  6. 10900km

    10900km Member

    Μηνύματα:
    315
    Likes:
    2.920
    Στις εντυπώσεις μου από το Γκντανσκ (για τους γλωσσικούς νερντς αναφέρω ότι για να προφέρετε το όνομα της πόλης σωστά πρέπει να κάνετε το “ν” πριν το “σ” να ακουστεί σαν ελληνικό χωριάτικο “ν”, ή σαν το ισπανικό “ένιε”) ταιριάζει γάντι το “ναι μεν, αλλά”, με το “αλλά” όμως να είναι διπλό...

    “Ναι”, το Γκντανσκ (εννοώ προφανώς την Παλιά Πόλη, εκεί που οι εννιά στους δέκα επισκέπτες του περνάμε το 90% του χρόνου μας στην πόλη) μου άρεσε, με τους πεντακάθαρους λιθόστρωτους δρόμους του, με τις πολύχρωμες προσόψεις των περιποιημένων κτηρίων του, με τον κεντρικό πεζόδρομό του-ορισμό των γοητευτικών πεζόδρομων στην καρδιά “Παλαιών Πόλεων” της Κεντρικής/Ανατολικής Ευρώπης, με το υγρό στοιχείο του που του δίνει επιπλέον πόντους όταν κάνεις... ταμείο εντυπώσεων, με τα πολύ-πολύ πάνω του μετρίου οικονομικά καταλύματά του, με τις άπειρες επιλογές όταν θέλεις να καθίσεις κάπου όμορφα, “ζεστά”, να πιεις/φας κάτι, με, με, με... Προσωπικά είχα και την επιπλέον “επιβράβευση” ότι είδα αγώνα σε γήπεδο που είχα απωθημένο εδώ και κάποια χρόνια. Δεν ξέρω αν κάποιος από εσάς έχει πάει στο Γκντανσκ και δεν του άρεσε, όμως... ειλικρινά νομίζω ότι για να “στραβώσει” επισκέπτης της συγκεκριμένης πόλης μαζί της, πρέπει να είναι τόσο στριφνός, δύστροπος, που να... σιχαίνεται τα κουταβάκια, να κλοτσάει το μπαστουνάκι αόμματου ενώ περπατάει, να του λένε καλημέρα με χαμόγελο και η απάντησή του να είναι “ξεφορτώσου με!” (το τελευταίο το έχω κάνει -μια και δύο...- οπότε... φανταστείτε, ακόμα ΚΙ ΕΓΩ δεν μπόρεσα να βρω κάτι για να “στραβώσω” με το Γκντανσκ).

    “Ναι μεν”, λοιπόν, “αλλά”, το Γκντανσκ δεν το χάρηκα/γύρισα όσο ήθελα/είχα σχεδιάσει, λόγω... αντικειμενικής δυσκολίας. Δύο μέρες πριν πετάξω από Θεσσαλονίκη για Πολωνία, έπαθα διάστρεμμα παίζοντας μπάλα (τρομάρα μου... Εκατό κιλά ατσούμπαλος άνθρωπος). Έβαλα αμέσως πάγο, πέρασα τη βραδιά (γύρω στα μεσάνυχτα συνέβη το... κακό) με το πόδι φασκιωμένο με κομμάτια κρεμμύδι), πέρασα την επόμενη μέρα στο κρεβάτι (ούτε να το πατήσω δεν μπορούσα) βάζοντας πάγο κάθε δύο ώρες, κι έχοντας το πόδι πάνω σε μαξιλάρι, για να είναι πάνω από το ύψος της καρδιάς (έτσι μου είπαν να κάνω, έτσι έκανα), γενικά έκανα ό,τι μπορούσα/προλάβαινα να κάνω πριν πετάξω, όμως... έστω κι έτσι, φθάνοντας στο Γκντανσκ, ο αστράγαλός μου εξακολουθούσε να έχει τα χάλια του.

    Επιπλέον, οι λιθόστρωτοι δρόμοι της Παλιάς Πόλης, όσο ευχάριστοι ήταν στο μάτι, τόσο επώδυνοι ήταν στο πόδι. Μπορούσα πλέον να το πατάω και να περπατάω σιγά-σιγά, όμως... άλλο επίπεδη επιφάνεια, άλλο αίθουσα αναχωρήσεων αεροδρομίου, κι άλλο λιθόστρωτος δρόμος, με κάθε δεύτερο βήμα να συνοδεύεται από “αχ” (κι από βροχή μπινελικίων με αποδέκτη τον ίδιο μου τον εαυτό, για αυτό που κατά κάποιον τρόπο προκάλεσα μόνος μου σε μένα). Για να μη μακρηγορήσω περισσότερο, κάθε φορά που έβγαινα -σύντομη- βόλτα, έκανα ό,τι κάνουν οι γυναίκες που φοράνε τακούνια και φοβούνται μη στραβοπατήσουν σε τέτοιους δρόμους... Σκάναρα τα επόμενα δέκα μέτρα του λιθόστρωτου και πήγαινα σιγά-σιγά προς τα κομμάτια του δρόμου που είχαν κάπως φαρδιές και σχετικά επίπεδες πλάκες, αποφεύγοντας τα κομμάτια που μου εγγυόντουσαν -περισσότερο- πόνο.

    Το... κερασάκι στην τούρτα ήταν το τελευταίο πρωινό, τη Δευτέρα. Όταν αγόρασα το εισιτήριο της επιστροφής στη Βαρσοβία, επέλεξα λεωφορείο που έφευγε νωρίς το απόγευμα, έτσι ώστε να έχω ένα ακόμα γεμάτο πρωινό στο Γκντανσκ. Με τον αστράγαλο να είναι σε χειρότερα χάλια από εκείνα της ημέρας που έφθασα στην πόλη, τις τελευταίες ώρες μου τις πέρασα στον κοινόχρηστο χώρο του χόστελ, μουρμουρίζοντας βρισιές κάθε φορά που με την παραμικρή κίνηση που έκανα, πονούσα... Τόσο “όμορφα”...

    Το δεύτερο “αλλά” είχα τους ενδοιασμούς μου αν έπρεπε να το μοιραστώ, αισθάνομαι ότι φλερτάρω επικίνδυνα με το να “ακουστώ” φαντασμένος, ψωνισμένος, όμως... κατέληξα στο ότι ακόμα κι έτσι να με χαρακτηρίσετε κάποιοι, θα ζήσω. Ναι μεν γραφική λοιπόν η Παλιά Πόλη του Γκντανσκ, ναι μεν μου προκάλεσαν θετικές εντυπώσεις όλα εκείνα που ανέφερα νωρίτερα, όμως... ευτυχώς ή δυστυχώς, έχω φθάσει πλέον στο σημείο, ταξιδιωτικά, να εντυπωσιάζομαι δύσκολα.

    Απλοϊκά εξηγώντας το, είναι σαν να βλέπεις μία ταινία για πρώτη φορά, ταινία η οποία σε συναρπάζει (πρώτη φορά σε άριστα διατηρημένη -ή, στην περίπτωση του Γκντανσκ, άριστα ξαναχτισμένη από την αρχή, μετά τα πάνδεινα που υπέστη κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο- Παλιά Πόλη στην Κεντρική Ευρώπη). Μετά από λίγο καιρό τη βλέπεις ξανά, προσέχοντας λεπτομέρειες που σου ξέφυγαν την πρώτη φορά. Δεν τη χορταίνεις, καλείς παρέα που μοιράζεται τον ενθουσιασμό σου, οργανώνεις ειδική βραδιά στο σπίτι σου, και τη βλέπεις ξανά. Και ξανά. Και ξανά.

    Κάποια στιγμή όμως, χωρίς να σταματήσει η ταινία να σου αρέσει, συμβαίνει... απλά αυτό, σου “αρέσει”, σταματά να σε “ξετρελαίνει”, σταματάς να ανυπομονείς να τη δεις ξανά. Η ίδια ταινία είναι, όλα εκείνα που λάτρεψες την πρώτη φορά που την είδες είναι ακόμα εκεί, στο χέρι σου είναι να το... σκαλίσεις και να ανακαλύψεις ακόμα περισσότερες λεπτομέρειες που μπορεί να σου ξέφυγαν τις... δέκα φορές που την είδες, όμως... ο “wow factor” έχει ατονήσει. Πολύ.

    Διευκρινίζω ότι δεν παραπονιέμαι, δική μου επιλογή ήταν να έρθω ξανά στην Πολωνία και να πάω στο Γκντανσκ, ήξερα τι να περιμένω... οπτικά, είχα δει φωτογραφίες κι είχα καλή εικόνα των προτερημάτων της Παλιάς Πόλης του, όλα ήταν όσο όμορφα τα είχα φανταστεί, απλά... επαναλαμβάνω, ευτυχώς ή -μάλλον- δυστυχώς, έχω φτάσει σε ένα σημείο να εντυπωσιάζομαι δύσκολα, και να έχω στρέψει το ταξιδιωτικό ενδιαφέρον μου κυρίως σε αυτό για το οποίο το πάθος μου κάθε άλλο παρά έχει... ξεθυμάνει. Εννοώ το να πηγαίνω σε μέρη με πρωταρχικό κίνητρο το να παρακολουθήσω κάποιον ποδοσφαιρικό αγώνα. Εκείνος που είδα στο Γκντανσκ ήταν ο 217ος εκτός Ελλάδας, και... συνεχίζω. Μετά τα τρία βράδια που πέρασα στη Βαρσοβία, σήμερα ήρθα στην Κρακοβία, κι αύριο... μεταφέρω τη βάση μου στο Κατοβίτσε. Τρία βράδια θα περάσω εκεί, σε τρία παιχνίδια της μεγάλης κατηγορίας της Πολωνίας θα πάω, με την ειρωνεία της υπόθεσης να είναι ότι κανένα από τα τρία δε θα είναι στο ίδιο το Κατοβίτσε (αλλά σε μικρότερες πόλεις σε απόσταση λίγων δεκάδων χιλιομέτρων).

    Τη Δευτέρα θα επιστρέψω στην Κρακοβία για ένα ακόμα παιχνίδι. Αυτή θα είναι η πρώτη φορά που θα δω τέσσερα παιχνίδια σε τέσσερις διαδοχικές ημέρες σε τέσσερις διαφορετικές πόλεις (γνωστοί μου που τους αρέσει πολύ το ποδόσφαιρο νομίζουν ότι... έχω ξεφύγει, οπότε μπορώ να φανταστώ πόσο “για δέσιμο” φαντάζει η εμμονή μου με το να βλέπω ποδόσφαιρο στο εξωτερικό σε κάποιους από εσάς που γενικά δε θα μπορούσε το ποδόσφαιρο να σας ενδιαφέρει λιγότερο :) ).

    Στη διαδρομή με το λεωφορείο από τη Βαρσοβία στο Γκντανσκ σκεφτόμουν ότι η Πολωνία έχει κάνει αυτό που λένε στα Αγγλικά “reinvented itself”. Από τη χώρα που ήταν επί κομμουνισμού(...), έχει γίνει αυτό που είναι σήμερα, με όλα τα καλά και τα στραβά της, αλλά... ανανεωμένη, σε πάμπολλους τομείς. Κάτι παρόμοιο νομίζω ότι κάνω εγώ, έχοντας αλλάξει τις προτεραιότητές μου σαν ταξιδιώτης. Δεν έχω διαγράψει κάποιο από τα κίνητρα που πάντα είχα, απλά τα έχω... αλλάξει σειρά, βάζοντας ψηλότερα εκείνο που σήμερα είναι για μένα απόλυτη προτεραιότητα. Μόνο ο χρόνος θα δείξει πόσο θα πάρει και σε αυτόν τον κύκλο να ολοκληρωθεί (και να αρχίσει, ελπίζω, κάποιος άλλος).
     
    #6
    argiroupoli, astral, misha19 and 11 others like this.
  7. 10900km

    10900km Member

    Μηνύματα:
    315
    Likes:
    2.920
    Ένα... παράπλευρο “δώρο” τού να έχεις ένα πάθος και να το κυνηγάς με... λύσσα όταν ταξιδεύεις, είναι ότι πολύ συχνά η... αρρώστια σου σε πηγαίνει σε μέρη που υπό διαφορετικές συνθήκες δε θα πήγαινες, δε θα είχες λόγο να πας, δε θα είχες κίνητρο να πας, δε θα περνούσε καν από το μυαλό σου, ίσως να μην ήξερες καν την ύπαρξή του. Σε ταξίδια μου έχω συναντήσει κόσμο που ήταν πρόθυμος να πάει σε... extreme lengths (αν δεν πετάξω την αγγλικούρα μου σε κάθε κείμενο δεν μπορώ) για να δοκιμάσει τοπική σπεσιαλιτέ όχι οπουδήποτε, αλλά ΣΤΟ μαγαζί, εκεί που οι ντόπιοι έλεγαν ότι είναι καλύτερη από οπουδήποτε αλλού, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε μεγάλη διαδρομή με ταξί σε μακρινή από το κέντρο γειτονιά μίας πόλης...

    Έχω συναντήσει άλλους που ήταν ενημερωμένοι μέχρι... ανατριχίλας για το πού μπορούσαν να βρουν τα ψηλότερα κύματα, για σέρφινγκ, κι ήταν αποφασισμένοι να φέρουν τα πάνω-κάτω για να βρουν τρόπο να πάνε εκεί. Άλλοι, ήταν πρόθυμοι να πάρουν δύο λεωφορεία για να πάνε σε μουσείο/χώρο τέχνης/μοναστήρι/κάστρο, οτιδήποτε ήταν προτεραιότητα για τον καθένα. Το δικό μου πάθος με έχει οδηγήσει στο/στην Αβεσανέδα (κολλητά στο Μπουένος Άιρες), στο Λανούς (πάλι Μπουένος Άιρες), στο Σανγκολκί (δέκα τραγούδια δρόμος με λεωφορείο από το Κίτο), στην Μπαρρανκίγια (κοντά στην Καρταχένα, στην Κολομβία), στη Σουίτα (προάστιο της Οσάκα), στο Νιούκασλ (της Αυστραλίας, λίγο βόρεια του Σίδνεϊ), σε δεκάδες άλλες πόλεις που αν δεν ήταν το ποδόσφαιρο δεν θα είχα πάει (ίσως και να μην τις είχα καν ακούσει), και, για να μπω επιτέλους στο... ψητό του σημερινού κειμένου, στο παντελώς άγνωστο σε εμάς τους Έλληνες (για την ακρίβεια, στο 99,9% όλων των Ευρωπαίων, μαντεύω), Γκλιβίτσε(!).

    Στο μισάωρο που πέρασα την Παρασκευή στο λεωφορείο από το Κατοβίτσε μέχρι το Γκλιβίτσε, ο καιρός πέρασε από χιονόνερο σε χιόνι, από χιόνι σε “ίσα που το στρώνει...”, σε “κοίτα που το έστρωσε”, σε μίνι χιονοθύελλα, σε “κάνε πλάκα να αναβληθεί το παιχνίδι!” Λυτρώνοντάς σας από την αγωνία, σας καθησυχάζω αμέσως ενημερώνοντάς σας ότι το παιχνίδι έγινε κανονικά (μπορώ σχεδόν να ακούσω τα ξεφυσήματα ανακούφισης). Όσο για την πόλη, στη σύντομη βόλτα που μπόρεσα να κάνω κοροϊδεύοντας τον εαυτό μου νομίζοντας ότι η ομπρέλα θα με προστάτευε από το χιόνι που λόγω αέρα ερχόταν από... παντού, μου θύμισε την εκπομπή που χάζευα στα τελευταία λεπτά της κάθε Δευτέρα/Τρίτη/Τετάρτη περιμένοντας να αρχίσει το “Μην αρχίζεις τη μουρμούρα”. Ξέρετε, πέντε άτομα μαγειρεύουν όλοι για όλους, ένας κάθε βράδυ, και ανάλογα με το πώς τα πάνε, τσιμπάνε πόντους από τους υπόλοιπους...

    Ανεξάρτητα από το πώς πετυχαίνουν (ή όχι) τα ίδια τα φαγητά, όλοι τους φαίνονται να ετοιμάζονται με ενθουσιασμό για τη βραδιά που φιλοξενούν στο σπίτι τους. Έχουν το τραπέζι με μεράκι στημένο, φροντίζουν να κάνουν τους καλεσμένους τους να αισθανθούν σαν στο σπίτι τους, βγάζουν ορεκτικό, κυρίως γεύμα, επιδόρπιο, κάποιοι καλούν και μουσικούς στο σπίτι για να διασκεδάσουν τους καλεσμένους τους, και στο τέλος, μοιράζουν και τα δωράκια που πήραν στους φιλοξενούμενούς τους. Επαναλαμβάνω, κάποιοι “το έχουν” πραγματικά με το μαγείρεμα, και εντυπωσιάζουν τους υπόλοιπους. Όλοι τους όμως, μα όλοι, το παλεύουν φιλότιμα για να είναι αν μη τι άλλο φιλόξενοι οικοδεσπότες/οικοδέσποινες.

    Το Γκλιβίτσε καλύπτει πολύ ικανοποιητικά τα βασικά. Έχει -έστω και μικρή- Παλιά Πόλη, με τα κλασικά λιθόστρωτα δρομάκια και μεσαιωνικά κτήρια. Έχει -πάλι μικρό- κουκλίστικο rynek (κεντρική πλατεία/παλιά αγορά), όπως κάθε μεσαιωνική Παλιά Πόλη της Πολωνίας που... σέβεται τον εαυτό της. Έχει ποτάμι -τριτώνει το “μικρό”. Σχεδόν μπορείς να πηδήξεις από τη μια πλευρά του στην άλλη- με χώρο για περίπατο στις δύο πλευρές του. Έχει τεράστιο μοντέρνο εμπορικό κέντρο απέναντι από τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό (για τον... καταναλωτή μέσα μας), έχει και σχετικά καινούργιο γήπεδο (είμαι βέβαιος ότι το τελευταίο σάς έπεισε να πάτε όσο γίνεται πιο σύντομα).

    Με άλλα λόγια, έχει/κάνει τα πάντα για να ικανοποιήσει τον για πρώτη φορά επισκέπτη του, το παλεύει φιλότιμα, και μπορεί ο καιρός να μη με άφησε να το γυρίσω περισσότερο (αν και ειδικά στην Παλιά Πόλη το χιόνι ήταν συμπληρωματικό τής όλης... ρομαντικής ατμόσφαιρας), όμως του Γκλιβίτσε τού βάζω ένα 7, το οποίο θα ήταν 8 αν δεν είχα στραβοπατήσει στην αρχή της βόλτας (πάλι ο αριστερός αστράγαλος... Είναι αυτό που λένε, ότι κτυπάς εκεί που ήδη πονάς), κάνοντας το περπάτημα ένα βάσανο και μισό (ανέφερα λεπτομέρειες επί τούτου στο προηγούμενο κείμενο).

    Σάββατο, καινούργια μέρα, μία ακόμα “ημερήσια” από το Κατοβίτσε, που όπως έγραψα πριν από λίγες ημέρες είχα επιλέξει σαν βάση μου για τρεις ημέρες. Προορισμός, μία ακόμα πόλη που αν δεν ήταν το ποδόσφαιρο δε θα είχα ούτε ακουστά. Λέγεται Μπιέλσκο-Μπιάγουα (με παύλα ανάμεσα, επειδή πρόκειται για δύο πόλεις που κάποια στιγμή ενώθηκαν σε μία), είναι... δυο βήματα από το τριεθνές, το σημείο στο οποίο συναντώνται τα σύνορα της Πολωνίας με την Τσεχία και τη Σλοβακία, και όσο “Μπιέ-τι;” άγνωστο και κενό ταξιδιωτικού ενδιαφέροντος ακούγεται, τόσο... ανταποδοτικός ήταν ο χρόνος που πέρασα εκεί. Το Μπιέλσκο-Μπιάγουα έχει όλα τα θετικά του Γκλιβίτσε, με τη διαφορά ότι... “κάνει και παπάδες” στην κουζίνα. Τεράστιας σημασίας λεπτομέρεια: ο ουρανός ήταν γαλανός, και κάνοντας βόλτα στην Παλιά Πόλη του και δίπλα στο ποτάμι, μπορούσα να βγάζω φωτογραφίες ανέμελος, χωρίς να προσπαθώ να ισορροπήσω τη μηχανή στο ένα χέρι, κρατώντας με το άλλο την ομπρέλα, πασχίζοντας να προστατέψω τα πράγματά μου από τα... στοιχεία της φύσης.

    Από τα... κλου του χρόνου που πέρασα στο Μπιέλσκο-Μπιάγουα, η επίσκεψή μου στο γραφείο τουριστικών πληροφοριών της πόλης, απέναντι από το επιβλητικό Δημαρχείο. Ρώτησα από περιέργεια τη συμπαθέστατη και εξυπηρετικότατη κοπέλα εκεί, αν επισκέπτονται την πόλη ξένοι τουρίστες. Το “Τσέχοι, Σλοβάκοι” δε με ξάφνιασε, μια και Τσέχοι και Σλοβάκοι που ζούνε κοντά στο “τριεθνές” μπορούν σχεδόν να... ποδηλατήσουν μέχρι το Μπιέλσκο-Μπιάγουα. Τόσο κοντά είναι. Ούτε το “αρκετοί Γερμανοί” με ξάφνιασε, μια και η Σιλεσία, το κομμάτι της Πολωνίας όπου βρίσκεται το Μπιέλσκο-Μπιάγουα, έχει στενούς ιστορικούς δεσμούς με τη Γερμανία. “Πολλοί Ιταλοί”, μου είπε ακόμα η κοπέλα με ενθουσιασμό, εξηγώντας μου όμως ότι στην πόλη έχουν επενδύσει πολλές ιταλικές εταιρείες, Ιταλοί ζούνε μόνιμα εκεί, και προφανώς τούς επισκέπτονται συγγενείς/φίλοι/γνωστοί. “Πέρσι είχαμε ακόμα και μία παρέα Αυστραλών!”, συνέχισε η κοπέλα, με τα μάτια της να ανοίγουν όσο περισσότερο μπορούν ανθρώπινα μάτια να ανοίξουν. “Αν επιτρέπεται, εσείς από πού είστε;” “Ελλάδα”. “Αααα... Δε θυμάμαι να μπήκε ποτέ στο γραφείο μας Έλληνας”. Προφανώς δεν υπάρχουν ελληνικές επιχειρήσεις στο Μπιέλσκο-Μπιάγουα, το οποίο πάντως φημίζεται για το πόσο business-friendly είναι, έχοντας προσελκύσει εταιρείες από μια ντουζίνα χώρες. Γενικά η κοπέλα έδειχνε να μην υποδέχεται πολύ κόσμο στο γραφείο, και να παρακαλούσε να της έδινε κάποιος κάτι να κάνει. Τέσσερις φορές έκανα να φύγω, και τέσσερις φορές μού πρότεινε να μου δώσει περισσότερα φυλλάδια, τέσσερις φορές με ρώτησε αν υπήρχε κάτι άλλο στο οποίο θα μπορούσε να με βοηθήσει.

    Χθες, Κυριακή, ήταν η μέρα/σειρά του Ζάμπζε (Zabrze γράφεται, αλλά το “r” δεν προφέρεται σαν “ρ”, αλλά κάνει το “z”... παχύ. Γι' αυτό τον Warzycha του Παναθηναϊκού τον λέγαμε/λέμε Βαζέχα -το “y” ακούγεται κάτι μεταξύ “ι” και “ε”, σαν να μην μπορεί να αποφασίσει και να πηγαίνει στη... μέση). Το σχόλιό μου για τη συγκεκριμένη πόλη, είναι ότι είμαι ένας ηλίθιος και μισός(!). Πριν από έναν μήνα είδα ότι στο συγκεκριμένο παιχνίδι η τοπική Γκούρνικ (“χωριάτικο” το “νι”) θα άνοιγε για πρώτη φορά και τις τρεις καινούργιες κερκίδες του γηπέδου της (το κτίζουν σε... δόσεις. Τελείωσαν με τις τρεις κερκίδες, και τώρα αρχίζουν με την τελευταία). Επιπλέον, το παιχνίδι ήταν τοπικό ντέρμπι, κόντρα στη Ρουχ τού γειτονικού Χόζουφ. Γενικά, φέτος, η Γκούρνικ κυνηγά θεατές με το... δίκανο, όμως ήμουν βέβαιος ότι στο ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ παιχνίδι τα εισιτήρια θα γίνονταν ανάρπαστα...

    Για αυτόν ακριβώς τον λόγο έγραψα στην ομάδα πριν από έναν μήνα, ρωτώντας πώς μπορούσα να αγοράσω εισιτήριο. Μου απάντησαν, αλλά ο τρόπος που μου πρότειναν συνεπαγόταν κατοχή πιστωτικής κάρτας που να έχει εκδοθεί από πολωνική τράπεζα. Όλο αυτό το διάστημα, τσέκαρα κάθε δεύτερη μέρα στο σάιτ τους πώς πήγαινε η προπώληση (μπορούσα να δω πόσες θέσεις ήταν ακόμα διαθέσιμες), και μέχρι πριν από λίγες ημέρες υπήρχαν ακόμα εισιτήρια. Χθες, όμως, όχι, και το συνειδητοποίησα (αν και το υποπτευόμουν) όταν έφθασα στο γήπεδο. Το είδα γραμμένο στο τζάμι μίας “κάσα” (κιόσκι έκδοσης/πώλησης εισιτηρίων).

    Πώς το πήρα; Gracefully, σαν ανώτερος άνθρωπος... Κοκκίνισα αμέσως από τα νεύρα μου, γκρίνιαξα σε έναν υπάλληλο επειδή το σύστημά τους δέχεται μόνο πολωνικές πιστωτικές κάρτες, γάβγισα επειδή τα μέιλ που έστειλα στη γραμματεία του συλλόγου ρωτώντας πώς αλλιώς μπορούσα να εξασφαλίσω εισιτήριο δε μου τα απάντησε ποτέ κανείς, βάρεσα ένα κάγκελο φεύγοντας (ο καρπός μου με πονούσε μέχρι τη στιγμή που έπεσα ο βράδυ για ύπνο), και λίγο αργότερα καβγάδισα με έναν σεκιουριτά επειδή μου είπε να μη βγάζω φωτογραφίες εξωτερικά του γηπέδου(!). Gracefully, σαν ανώτερος άνθρωπος, όπως προανέφερα... (αν σου φταίνε δέκα άλλα, μία φαινομενικά ασήμαντη αφορμή είναι αρκετή για να ξεσπάσεις για τα άλλα δέκα που πραγματικά σού φταίνε).

    Τσατισμένος, θυμωμένος 80% με τον εαυτό μου (υπήρχαν τρόποι να βρω εισιτήριο, απλά δεν τους επιστράτευσα, επειδή είμαι αλλεργικός στο να ζητάω χάρες/εξυπηρετήσεις) και 20% με την Γκούρνικ, όπως περπάτησα τα δυόμισι χιλιόμετρα από τον σιδηροδρομικό σταθμό μέχρι το γήπεδο, έτσι τα περπάτησα και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στη μία ώρα και κάτι που είχα μέχρι το επόμενο τρένο πίσω στο Κατοβίτσε, τριγύρισα στην περιοχή γύρω από τον σταθμό, χρόνος κατά τον οποίο η βασική ανάμνησή μου θα είναι η κοκκινομπλέ (τα χρώματα της Γκούρνικ) λαοθάλασσα που κατευθυνόταν στο γήπεδο (υπό τη διακριτική παρακολούθηση μιας ντουζίνας περιπολικών), ρίχνοντας... αλάτι στην πληγή μου.

    Τέλος, Κατοβίτσε. Με το ένα και το άλλο, την πόλη την περπάτησα λίγο μόνο σήμερα το πρωί, πριν επιστρέψω στην Κρακοβία. Σκεπτόμενος τι θα έγραφα εδώ, το μυαλό μου πήγε στην πιο συνηθισμένη, νομίζω, ονομασία αργεντίνικης τσουρρασκαρία, το “Γκαούτσο”. Στις μισές πόλεις (εκτός Αργεντινής) που έχω δει αργεντίνικη τσουρρασκαρία (φαγάδικα-ναοί της κρεατοφαγίας), το όνομά της ήταν “Γκαούτσο”. Το Κατοβίτσε λοιπόν, αν το επισκεφτείς... αδιάβαστος, είναι σαν να μπαίνεις σε “Γκαούτσο” βέβαιος ότι θα απολαύσεις κρεατικά, για να διαπιστώσεις όμως ότι ο τίτλος του μαγαζιού είναι παραπλανητικός, και στην πραγματικότητα έχεις μπει στο μοναδικό... vegetarian “Γκαούτσο” του πλανήτη...

    Τι σχέση έχει αυτό με το Κατοβίτσε; Είναι η πρώτη πολωνική πόλη που είδα, η οποία δεν έχει μεσαιωνική “Παλιά Πόλη”, κάτι που αν έχεις ήδη πάει σε 6-7 πολωνικές πόλεις, φθάνεις να θεωρείς δεδομένο. Προσωπικά δεν ξαφνιάστηκα, επειδή είχα διαβάσει για το Κατοβίτσε, το οποίο σε αντίθεση με την Κρακοβία, το Γκντανσκ, το Βρότσγουαφ, ακόμα και το Γκλιβίτσε, το Μπιέλσκο-Μπιάγουα, είναι σχετικά “καινούργιο”, δεν έχει μεσαιωνική κληρονομιά, η κεντρική -κάτι σαν- πλατεία του δεν έχει μπαρόκ κτήρια, αλλά τεράστια σοβιετικού στιλ “κουτιά”. Το βρήκα τόσο... μη πολωνικό (όχι για κανέναν άλλον λόγο, παρά απλά επειδή όλες οι υπόλοιπες πόλεις που έχω ήδη δει στην Πολωνία έχουν “Παλιά Πόλη”), αλλά κι ενδιαφέρον, διαφορετικό, ξεχωριστό, με τον δικό του... μη μεσαιωνικά κληροδοτημένο τρόπο.

    Επιπλέον, το Κατοβίτσε έχει κάτι που δεν έχω δει πουθενά αλλού, όχι ΕΤΣΙ. Λέγεται “Σπόντεκ”, είναι κλειστός χώρος στον οποίο φιλοξενούνται από αγώνες διαφόρων αθλημάτων μέχρι συναυλίες και εκθέσεις, κι εκείνο που το κάνει “περίπτωση” είναι το σχήμα του. “Ιπτάμενος δίσκος”, τεράστιος, βγαλμένος από... κόμικ, ή από ταινία επιστημονικής φαντασίας. Ακριβώς δίπλα του δε, υπάρχει ένας εξίσου “περίπτωση” λοφίσκος. Του έκαναν την κορυφή επίπεδη, και τον... σμίλεψαν με τέτοιο τρόπο που γύρω-γύρω είναι γεμάτος από αμβλείες γωνίες, σαν ένα υπερφυσικό χέρι να πήρε ένα... τιτανομαχαίρι και να έκοψε φέτες από τις πλαγιές του λοφίσκου. Ανεβαίνεις σκαλοπάτια μέχρι την κορυφή του, κι έχει πλάκα ότι αν σταθείς στην άκρη των σκαλοπατιών, δίπλα σε τοίχο, κοιτάς ψηλά και βλέπεις μια απόλυτα επίπεδη ανηφορική πράσινη λοφοπλαγιά. Αυτό, δίπλα στον “Ιπτάμενο Δίσκο”, ήταν ό,τι πιο ενδιαφέρον αρχιτεκτονικά και landscape-ικά είδα στο Κατοβίτσε, το οποίο, τώρα που το σκέφτομαι, μου θυμίζει κάτι που έγραψα για την πόλη-σπίτι μου στη Γουατεμάλα, το 2009...

    Έγραψα τότε για το Κετσαλτενάνγκο ότι είναι σαν ανέκδοτο που δεν “πιάνεις” με τη μία, δε σκας στα γέλια αμέσως μετά την punch line του, το αστείο του δεν είναι προφανές. Περνούν κάποια δευτερόλεπτα, συνδέεις στο μυαλό σου τις σκόρπιες λεπτομέρειες του ανέκδοτου, και μόνο τότε καταλαβαίνεις πόσο πραγματικά αστείο είναι. ΕΙΝΑΙ γοητευτικό (με τον τρόπο του), όμως... πρέπει να πάρεις τον χρόνο σου για να το εκτιμήσεις. Οι αρετές του δεν είναι προφανείς, όμως τις ανακαλύπτεις αν περάσεις χρόνο εκεί, κάτι που έκανα το 2009, όταν επέλεξα τη “Σέλα” για μαθήματα Ισπανικών.

    Το Κατοβίτσε είναι -στο δικό μου μυαλό- κάτι παρόμοιο. Δεν είναι... Κρακοβία, δε σε “χαζεύει”, δεν το ερωτεύεσαι με την πρώτη ματιά, όμως έχει τα θετικά του, ίσως όχι τόσο για τους επισκέπτες του, όσο πολύ περισσότερο για εκείνους που ζουν και εργάζονται εκεί (έχει από τα υψηλότερα μέσα εισοδήματα στην Πολωνία, αν όχι ΤΟ υψηλότερο, πάνω ακόμα κι από την πρωτεύουσα Βαρσοβία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ποιότητα ζωής που μπορεί κανείς να περιμένει σε μία ευημερούσα πόλη).

    Το κείμενο αυτό το ανεβάζω μεσάνυχτα Δευτέρας από την Κρακοβία. Επέστρεψα σήμερα για να είμαι το απόγευμα στο γήπεδο της ομάδας που στην Ελλάδα (γενικά στην Ευρώπη, με εξαίρεση την ίδια την Πολωνία) έχουμε μάθει να λέμε “Βίσλα” (το “l” έχει μια διαγώνια γραμμούλα στη μέση, που αλλάζει τον ήχο του σε... κάτι άλλο, όχι “λ”. Το “σε τι ακριβώς”, εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, κυρίως από το πού ακριβώς στην Πολωνία βρίσκεσαι, πόσων ετών είναι εκείνος που σου μιλάει, ακόμα και πόσο... σπουδαγμένος είναι). Αύριο έχω όλη τη μέρα στην Κρακοβία (την Τετάρτη “μετακομίζω” στο “Βρότσλαβ” -αρκετά το κούρασα με τα Πολωνικά σήμερα, το αφήνω το “Βρότσλαβ” για άλλη μέρα), οπότε το επόμενο κείμενο θα είναι με εντυπώσεις από την “Κράκουφ”.
     
    #7
    Last edited: 23 Φεβρουαρίου 2016
    argiroupoli, astral, misha19 and 10 others like this.
  8. 10900km

    10900km Member

    Μηνύματα:
    315
    Likes:
    2.920
    Σε ένα τραπέζι κάθεται μια μεγάλη παρέα Αργεντινών, σε άλλο Ισπανών, σε μια γωνιά δυο Ιάπωνες συνομιλούν, και σε μία άλλη δύο κοπέλες από την Πορτογαλία ασχολούνται με τα κινητά τους. Είμαστε ήδη 15 άτομα στην ψηλοτάβανη τραπεζαρία/κοινόχρηστο χώρο του χόστελ “μου” στην Κρακοβία, όμως αυτός είναι τόσο μεγάλος που χωράει άνετα άλλους τόσους. Στη μέση, ένας μπουφές με... όλα τα καλά. Η ποικιλία μού θυμίζει τα πρωινά σε χόστελ στη Βραζιλία, με τη διαφορά ότι από τον... εδώ μπουφέ λείπουν οι τρεις διαφορετικοί χυμοί εξωτικών φρούτων. Κερασάκι στην τούρτα, τα δύο μεγάλα παράθυρα που βλέπουν στο πάρκο που περιβάλει την Παλιά Πόλη, και κάνουν τον ούτως ή άλλως μεγάλο χώρο να μοιάζει ακόμα μεγαλύτερος.

    Σε διπλανή σχεδόν εξίσου μεγάλη αίθουσα είδαμε χθες το βράδυ ένα μάτσο άνθρωποι την Μπάρσα να κερδίζει -μόνο- 0-2 την Άρσεναλ. Λίγο πριν αρχίσει το παιχνίδι, πήγα στη ρεσεψιόν και ζήτησα από την κοπέλα εκεί αν μπορούσε να αλλάξει το κανάλι, να το γυρίσει σε εκείνο που θα έδειχνε το παιχνίδι. Μου είπε ότι το τηλεκοντρόλ το είχε μία κοπέλα που είχε ήδη πάρει θέση και περίμενε κι εκείνη το παιχνίδι(!). Αποδείχθηκε Αργεντίνα. :)

    Προσθέστε σε αυτά τον ευρύχωρο κοιτώνα, τις μοντέρνες ντουζιέρες, το σούπερ φιλικό προσωπικό, και τη “δεκάρι με τόνο” τοποθεσία του, και καταλαβαίνετε γιατί θεωρώ τα πέντε ευρώ τη βραδιά εδώ σχεδόν... κλοπή (με θύτες εμάς που μένουμε εδώ, και θύμα το ίδιο το χόστελ).

    Σκεφτόμουν χθες το βράδυ ποιες λέξεις να χρησιμοποιήσω για να περιγράψω το πόσο μου αρέσει η Κρακοβία, όμως... είναι σχεδόν σαν να προσπαθείς να ζωγραφίσεις με λέξεις το πορτρέτο του Μέσι. Μπορείς να αφιερώσεις παραγράφους και παραγράφους πλέκοντας το εγκώμιό της, όμως πάλι ατελή θα αφήσεις τον ύμνο. Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι ότι προσωπικά είχα κάθε λόγο (μάλλον, για να είμαι ακριβής, ΕΝΑΝ λόγο, αλλά τεράστιο) για να... αντιπαθήσω την Κρακοβία(!).

    Εξηγούμαι. Σε πολύ απλά Ελληνικά, “παίρνω ανάποδες” με μέρη για τα οποία γίνεται απύθμενα πομπώδης ντόρος. Σε προηγούμενη ιστορία πρέπει να ανέφερα ότι την πρώτη φορά που πήγα στο Ρίο ντε Ζανέιρο, το 2007, ήταν οι μέρες που κορυφωνόταν η καμπάνια για την επιλογή των “Επτά Σύγχρονων Θαυμάτων του Κόσμου”, και το άγαλμα του Χρηστού Λυτρωτή “έπαιζε δυνατά” στην... κούρσα. Ο ντόρος που ούτως ή άλλως γίνεται για το συγκεκριμένο αξιοθέατο του Ρίο είναι τεράστιος, αισθάνεσαι ότι είναι το ΕΝΑ μέρος στο οποίο ΠΡΕΠΕΙ οπωσδήποτε να πας, όμως εκείνες τις ημέρες η κατάσταση ήταν -για μένα τον περίεργο- ανυπόφορη. Αποτέλεσμα; Όσο ανόητο -καραηλίθιο του κερατά- φαντάζει, έφυγα από το Ρίο χωρίς να ανέβω στο άγαλμα! (δύο χρόνια αργότερα φάνηκα λιγότερο ανόητος και πήγα)

    Την πρώτη φορά που ήρθα στην Κρακοβία, το 2012, η πόλη είχε πάψει προ πολλού να αποτελεί “κρυφό διαμάντι”. Ήταν ήδη ο πιο “ζεστός” προορισμός στην Πολωνία (τουλάχιστον μεταξύ των πόλεων), και η φήμη της είχε αγγίξει επίπεδα... Πράγας. Κάτω από τις συνθήκες όμως που ήρθα τότε, ούτε καν η απέχθειά μου στους πολυδιαφημισμένους προορισμούς μπορούσε να με εμποδίσει να ερωτευθώ την Κρακοβία. Ακόμα και... απεργία να έκαναν οι εργαζόμενοι στον οργανισμό καθαρισμού της πόλης, και τα σκουπίδια να έμοιαζαν βουνά σε κάθε δεύτερη γωνιά, πάλι θα είχα ξελογιαστεί, και η μπόχα τους θα μου φαινόταν πανάκριβο άρωμα. Πώς κι έτσι;

    Στην Κρακοβία τότε, αρχές Ιούνη, ήρθα επειδή είχα πετάξει από Θεσσαλονίκη για Βουδαπέστη, με τελικό προορισμό τη Βαρσοβία. Είχα χρόνο, ήμουν σούπερ ευέλικτος, το αεροπορικό για Βουδαπέστη ήταν... τζάμπα, ένα διήμερο εκεί είναι πάντα καλοδεχούμενο, και με την ευκαιρία έσπασα το Βουδαπέστη-Βαρσοβία στα δύο, κάνοντας ολιγοήμερη στάση εδώ. Με -κάτι σαν- εισιτήρια για εφτά αγώνες της φάσης των ομίλων του Euro ήδη στην τσέπη, και με καλές προοπτικές να πάω σε άλλα τρία παιχνίδια (προημιτελικό, ημιτελικό, τελικό), πετούσα στα σύννεφα, και τα πρώτα δέκα λεπτά μου στην Κρακοβία απλά... με έσπρωξαν δυο σύννεφα ψηλότερα...

    Έφθασα τότε νωρίς το απόγευμα, με τον ουρανό πεντακάθαρο, καλοκαιρινή θερμοκρασία, και τον σταθμό των λεωφορείων γεμάτο από κόσμο, πολλοί εκ των οποίων φορούσαν τη φανέλα της εθνικής ομάδας τους (η Κρακοβία δε φιλοξένησε αγώνες, όμως προφανώς πολλοί σκέφτηκαν να περάσουν κάποιες ημέρες εδώ πριν αρχίσει το Euro). Ο σταθμός των λεωφορείων είναι... μία υπόγεια διάβαση δρόμος από μία πλατεία στη βορειοανατολική άκρη της Παλιάς Πόλης, πλατεία η οποία είχε μετατραπεί σε “fan zone”, με μίνι γηπεδάκι για παιδιά, με “περίπτερα” εταιρειών-χορηγών της UEFA, με άλλα κιόσκια στα οποία στήνονταν “χάπενινγκς”, γενικά μία ατμόσφαιρα απόλυτα... εορταστική.

    Μία ακόμα υπόγεια διάβαση αργότερα, κι ήμουν ήδη στο πάρκο που περιβάλει την Παλιά Πόλη. Περπατώντας προς το χόστελ που είχα επιλέξει τότε, πρέπει να είχα ένα χαζοχαρούμενο χαμόγελο, ή, ξέροντάς με, πρέπει να σιγοτραγουδούσα ή να σφύριζα τραγουδάκια που “κελαηδούν” οι οπαδοί των ομάδων στην Αργεντινή. Για κάποιον λόγο, είναι η αυθόρμητη ενέργειά μου όταν νιώθω ξέγνοιαστος. Το ότι το χόστελ ήταν πάνω στον κεντρικό πεζόδρομο της Παλιάς Πόλης, δύο βήματα από την κεντρική πλατεία, ήταν ένα ακόμα “καλύτερα δε γίνεται” μπόνους.

    Με αυτά και μ' αυτά, οι βόλτες μου τότε στην Κρακοβία ήταν... μαραθώνιοι που διακόπτονταν μόνο όταν χρειαζόταν να επαναφορτίσω τις μπαταρίες των φωτογραφικών μηχανών που είχα μαζί μου. Έκανα όσα κάνουν οι για πρώτη φορά επισκέπτες της πόλης, βασικά όμως... περπάτησα, βγάζοντας φωτογραφίες, σιγοτραγουδώντας, σφυρίζοντας, απροκάλυπτα ενθουσιασμένος για το τι είχα τότε μπροστά μου. Τώρα που το σκέφτομαι, ο Δημήτρης εκείνων των ημερών ήταν σαν τον Δημήτρη τη μέρα που πήρε άδεια απολύσεως από τον στρατό, στα 21 μου, τότε που αφελώς πίστευα ότι δεν υπήρχε ταβάνι στο τι μπορούσα να πετύχω/απολαύσω στη ζωή μου. ΤΟΣΟ ξετρελαμένος ήμουν...

    Αυτήν τη φορά ήταν... όλα διαφορετικά. Είναι Φλεβάρης, χθες έβρεχε όλη μέρα και το βράδυ το γύρισε σε χιόνι, κάνει παγωνιά, η ατμόσφαιρα είναι μουντή, και το... state of mind μου δεν έχει καμία -μα καμία- σχέση με εκείνη του 2012. Κατά κάποιον τρόπο όμως, το ότι ο καιρός κι εγώ είμαστε όπως είμαστε αυτές τις ημέρες, με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο πραγματικά μου αρέσει η Κρακοβία. Εννοώ ότι... άσχετα από όλα, την πόλη τη βρήκα ξανά γοητευτική, περπάτησα (έστω και υπό βροχή, με ομπρέλα, με ισοθερμικά, με σκούφο, με “κολάρο”, με, με, με) σε κομμάτια της που δεν είχα δει το 2012, και κατέληξα στο ότι η Κρακοβία είναι πόλη στην οποία θα μπορούσα να ζήσω. Για να είμαι ακριβής, στην οποία θα μου άρεσε να ζήσω (το “θα μπορούσα” εμπεριέχει ίχνος πραγματικής, υπαρκτής πιθανότητας, η οποία στην περίπτωσή μου δεν υφίσταται).

    Επιπλέον, για να μην κρύβομαι πίσω από το δάκτυλό μου, όσο κι αν αποφεύγω -στο μέτρο του δυνατού- να αναφέρομαι στο ποδόσφαιρο, αυτήν τη φορά πήγα και σε αγώνα στο μεγαλύτερο γήπεδο της πόλης, κάτι που για μένα ήταν “M U S T” (με τα γράμματα έτσι, κεφαλαία, και με σπάσες ανάμεσα). Το... σουρεαλιστικό της υπόθεσης ήταν ότι πριν μπω στο γήπεδο της Βίσλα, περπάτησα μέχρι το -μικρότερο- γήπεδο της Κρακόβια. Πόσο μου πήρε; Υπολογίζω... τρία λεπτά(!!!). Στον... χώρο μας, οι κολλημένοι με το ποδόσφαιρο, ξέρουμε πόσο κοντά είναι τα γήπεδα της Λίβερπουλ και της Έβερτον (ουσιαστικά σε αντίθετες πλευρές του ίδιου πάρκου), της Παρτίζαν και του Ερυθρού Αστέρα, αν και χωρίς να το έχω ψάξει ενδελεχώς κάτι μου λέει ότι δεν υπάρχουν πουθενά στον πλανήτη γήπεδα “μισητών συμπολιτών” πιο κοντινά από εκείνα της Ιντεπεντιέντε και της Ράσινγκ στο Αβεσανέδα, εκεί που... πετώντας μπαλάκι του τένις με την πλάτη στον τοίχο του ενός γηπέδου, μπορείς να το στείλεις στον τοίχο του άλλου γηπέδου.

    Στην Κρακοβία, στεκόμενος στη μέση του μεγάλου ανοικτού πράσινου χώρου ανάμεσα στα δύο γήπεδα, έβγαλα πανοραμική φωτογραφία ΚΑΙ με τα δύο γήπεδα μέσα, και μάλιστα πανοραμική φωτογραφία 180 μοιρών, όχι 360. Φαντάζεται κανείς το γήπεδο του Άρη στα 300-400 μέτρα από το γήπεδο του ΠΑΟΚ; Κι όμως, κάτι τέτοιο συμβαίνει στην Κρακοβία...

    Σε τρεις ώρες παίρνω λεωφορείο για Βρότσλαβ (είπα σήμερα να μην κουράσω με... μαθήματα προφοράς πολωνικών λέξεων, όσο κι αν με τρώνε τα δάκτυλα), ένα ακόμα μέρος που έχω στην καρδιά μου από την προηγούμενη επίσκεψή μου εκεί (2011). Το μπόνους εκεί αυτές τις ημέρες είναι ότι σύμφωνα με τη μετεωρολογική πρόβλεψη ο καιρός θα είναι “mostly sunny”, με τα παστέλ χρώματα στις προσόψεις των κτηρίων στην Παλιά Πόλη να φαντάζουν πιο... ζεστά, πιο... “τι περιμένεις; Βγάλε τη μηχανή, αλλά πρόσεχε μη σου γλιστρήσει από το κρύο” (η μικρή που χρησιμοποιώ μου έπεσε τρεις φορές την προηγούμενη φορά που πήγα ταξίδι σε μέρος που έκανε κρύο -Βέλγιο, Οκτώβριος 2014- και τα μισά από εκείνα που είχα δώσει για να την αγοράσω, τα “έσκασα” ξανά πρόσφατα για να μου την επιδιορθώσουν).
     
    #8
    Last edited: 25 Φεβρουαρίου 2016
    argiroupoli, astral, misha19 and 14 others like this.
  9. mariath

    mariath Member

    Μηνύματα:
    1.777
    Likes:
    1.550
    Ονειρεμένο Ταξίδι:
    Όλη η Νότια Αμερική
    Μπορεί το ποδόσφαιρο να με συγκινεί από ελάχιστα έως καθόλου, μπορεί ο γηπεδικός τουρισμός να μην είναι το φόρτε μου, όμως πάντα απολαμβάνω τα κείμενά σου απ' όλες τις γωνιές του πλανήτη. Πόσο μάλλον τώρα που είχες και καιρό να γράψεις.
     
    #9
  10. chris7

    chris7 Member

    Μηνύματα:
    2.113
    Likes:
    3.090
    Επόμενο Ταξίδι:
    Ντορτμουντ
    Ονειρεμένο Ταξίδι:
    Καναδάς
    Μήπως θα μπορούσαμε να δούμε κι εμείς κάποιες φωτογραφίες; :)
    Τέλεια γραφή.
     
    #10
    Yorgos and 10900km like this.
  11. 10900km

    10900km Member

    Μηνύματα:
    315
    Likes:
    2.920
    Ασυναίσθητα, περιττά, πολλές φορές και καταχρηστικά, συνηθίζω να συγκρίνω κάθε μέρος στο οποίο ταξιδεύω με το αμέσως προηγούμενο. Δεν είναι ότι... θέλω καλά και ντε να βγάλω νικητή. Απλά, μ' αρέσει να παρατηρώ, και φυσιολογικό -μου φαίνεται να- είναι να βάζω στο ίδιο κάδρο σύγκρισης τα μέρη από τα οποία έχω πιο... φρέσκες εντυπώσεις.

    Όλη αυτή η εισαγωγή για να καταλήξω να μοιραστώ την εντύπωσή μου ότι η Κρακοβία (ακριβώς προηγούμενος προορισμός μου) είναι κατά κάποιον τρόπο η Μαράια Κάρεϊ, και το Βρότσλαβ (από εδώ γράφω αυτό το κείμενο) η... Λάρα Φάμπιαν (46χρονη Βελγοκαναδή τραγουδίστρια, την οποία χρειάστηκε να ψάξω στο ίντερνετ για να δω... περί ποίας πρόκειται).

    Τα ονόματα δε μου ήρθαν τυχαία. Η Κάρεϊ θα εμφανιστεί τον Απρίλιο στην Κρακοβία, και τεράστιες αφίσες της βλέπεις σε πολλά σημεία στην πόλη. Σε αυτές, θέλοντας και μη, το μάτι σου κάποια στιγμή πέφτει στο πληθωρικό μπούστο της. Η Μαράια φοράει ένα απλό σέξι φόρεμα, με βαθύ(υυυ) κόψιμο μπροστά, που πρέπει να κάνει ακόμα και ιερέα που έχει δώσει όρκο αγαμίας να... περιπλανιέται το βλέμμα του. Αυτό στο οποίο θέλω να καταλήξω είναι ότι η Παλιά Πόλη της Κρακοβίας είναι κάπως... Κάρεϊ, με την έννοια ότι τα κάλλη της είναι πλούσια, προφανή, και δεν κάνει καμία απολύτως προσπάθεια να τα κρύψει, αντίθετα, τα επιδεικνύει, χωρίς αυτό να τα μειώνει, μια και η Κρακοβία ΕΙΝΑΙ όντως πανέμορφη, όπως και η Κάρεϊ εκτός από πληθωρικό μπούστο έχει ΚΑΙ σπουδαία φωνή.

    Αντίθετα, στο... ταπεινό, σε σύγκριση με την Κρακοβία, Βρότσλαβ, οι αφίσες της Φάμπιαν (η οποία όπως διάβασα στο ίντερνετ έχει πουλήσει πάνω από 30 εκατομμύρια δίσκους στην καριέρα της, αλλά προφανώς η φήμη της δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη της Κάρεϊ) τη δείχνουν με ένα επίσης απλό αλλά σίγουρα όχι σέξι ρούχο που μετά βίας αφήνει λίγο τον αριστερό ώμο της ακάλυπτο, να χαμογελάει πλατιά. Όμορφη είναι η γυναίκα, απλά... τα σωματικά κάλλη της δεν είναι προφανή, δε σου βγάζουν το μάτι όπως τη βλέπεις στις αφίσες, εκείνο που προσέχεις πρώτο, δεύτερο, και τρίτο, είναι το τεράστιο χαμόγελό της.

    Ομοίως, η Παλιά Πόλη του Βρότσλαβ, με εξαίρεση την κεντρική πλατεία που φαίνεται... “τσίλικη”, περιποιημένη στην τρίχα, έχει κι άλλες ομορφιές, οι οποίες όμως χρειάζονται αργό περπάτημα για να τις προσέξεις, δεν... κραυγάζουν.

    Μία τεράστια διαφορά ανάμεσα στις Παλιές Πόλεις της Κρακοβίας και του Βρότσλαβ, είναι ότι η της πρώτης δεν έχει αρχιτεκτονικές... παραφωνίες. Δε θυμάμαι να είδα κτήριο και να σκέφτηκα “τι κάνει το 1950 σε μία μεσαιωνική πόλη;” Αντίθετα, στο Βρότσλαβ, τα κτήρια εντός Παλιάς Πόλης που θυμίζουν έντονα ακόμα και... παλιές εργατικές κατοικίες στον Φοίνικα Θεσσαλονίκης (χωρίς ίχνος διάθεσης πικαρίσματος στους συμπολίτες μου που μένουν εκεί, απλά αναφέρομαι στο πώς φαίνονται εξωτερικά), είναι πάμπολλα.

    Αυτό που λείπει όμως από την Παλιά Πόλη του Βρότσλαβ σε... λάμψη, το αναπληρώνει με “καλούδια” που δύσκολα βρίσκεις στην Κρακοβία. Σε κτήρια που μοιάζουν πολύ... ταπεινά, πρέπει να ζούνε αντίστοιχα “ταπεινοί” άνθρωποι, οι οποίοι ικανοποιούν τις καθημερινές ανάγκες τους σε “ταπεινά” μαγαζιά. Η Πολωνία είναι γνωστή μεταξύ άλλων για τα “milk bar” της, μέρη που παρά το όνομά τους είναι στην ουσία απλά φαγάδικα, στα οποία μπορείς να δεις από φοιτητές μέχρι συνταξιούχους. Στην Παλιά Πόλη του Βρότσλαβ είδα τουλάχιστον έξι τέτοια. Στην Παλιά Πόλη της Κρακοβίας; Κανένα...

    Στο Βρότσλαβ, οι περισσότεροι κάτοικοι της Παλιάς Πόλης, βγαίνοντας από το σπίτι τους, σε απόσταση 50 μέτρων έχουν έναν τσαγκάρη, μία μοδίστρα, ένα μπακάλικο, ένα μικρό μαγαζί που φτιάχνει κλειδιά. Στην Κρακοβία, ο κάτοικος της Παλιάς Πόλης που στέκεται στην εξώπορτα του πανέμορφου κτηρίου του, στα 50 μέτρα έχει ένα ταϊλανδέζικο ρεστοράν, μία ιρλανδική παμπ, μία ιταλική τρατορία, κι ένα ισπανικό τάπας μπαρ.

    Αν “ακούγομαι” επιτιμητικός προς την Κρακοβία, κάθε άλλο παρά αυτό είμαι. Μόλις πριν από τρεις ημέρες έγραψα στο προηγούμενο κείμενο πόσο ερωτευμένος είμαι με την πόλη, και πόσο θα ήθελα μέχρι και να ζήσω εκεί για ένα διάστημα. Απλά... για να το θέσω διαφορετικά, ώρες-ώρες η “στην εντέλεια” περιποιημένη Παλιά Πόλη της Κρακοβίας, αψεγάδιαστη και αυτάρεσκη, μου φαινόταν... πολύ τέλεια για να είναι αληθινή. Σαν “θεά” που τη βλέπεις σε μπαρ, βγαλμένη από... τελετή απονομής Όσκαρ, κι αν είσαι σαν εμένα, άτομο με απογοητευτικά χαμηλή αυτοεκτίμηση, δεν την πλησιάζεις καν, παίρνοντάς το σαν δεδομένο ότι είναι εντελώς εκτός βεληνεκούς σου.

    Η Παλιά Πόλη του Βρότσλαβ από την άλλη, είναι η ίδια “θεά”, όπως τη βλέπεις όμως όχι το βράδυ σε μπαρ, αλλά το πρωί, αγουροξυπνημένη, αναμαλλιασμένη, χωρίς ίχνος μακιγιάζ, ακόμα πανέμορφη, αλλά με πιο... “κοπέλα της διπλανής πόρτας” λουκ.

    Κάνοντας βόλτα δίπλα στο ποτάμι στην Κρακοβία, σηκώνεις το κεφάλι και βλέπεις ένα μεσαιωνικό κάστρο. Στο Βρότσλαβ, ανάλογα με το πού κοιτάς όταν περπατάς δίπλα στο ποτάμι, μπορεί να δεις φουγάρα εργοστασίων, που σε κάνουν να σκέφτεσαι “δεν είναι ΠΟΛΥ κοντά στο κέντρο της πόλης για να επιτρέπεται να λειτουργούν;” Κατά κάποιον τρόπο όμως, ακόμα και τα... καπνίζοντα φουγάρα δένουν με την όλη ατμόσφαιρα. Όπως δένει και ο “Sky Tower” σε απόσταση αναπνοής από την Παλιά Πόλη, νότιά της, το ψηλότερο κτήριο της Πολωνίας (πήγα προχθές στο “viewing point” στον 49ο όροφό του), το οποίο βλέπεις από το λεωφορείο τουλάχιστον μισή ώρα πριν φθάσεις στον σταθμό των λεωφορείων. Ξεχωρίζει τόσο στον ορίζοντα που μοιάζει όπως πρέπει να έμοιαζε ο Φασούλας σε σχολικές φωτογραφίες με συμμαθητές του στο δημοτικό και το γυμνάσιο...

    Αν έπρεπε να διαλέξω ΕΝΑ στοιχείο του Βρότσλαβ σαν το αγαπημένο μου, χωρίς δεύτερη σκέψη αυτό θα ήταν, μάλλον αυτΕΣ θα ήταν, οι νησίδες στη μέση του ποταμού, ακριβώς βόρεια της Παλιάς Πόλης. Πρόκειται για μικρά πάρκα, τα οποία χθες και προχθές είχαν ελάχιστο κόσμο, όμως τα έχω δει κι αρχές Οκτωβρίου (το 2011) με καλό καιρό και γεμάτα κόσμο, και ήταν... σκέτη απόλαυση. Κάθε φορά που πηγαίνω κάπου, σκέφτομαι, “πού θα καθόμουν να διαβάσω αν περνούσα τρεις μήνες εδώ κάνοντας μαθήματα;” (της τοπικής γλώσσας) Στο Βρότσλαβ, το διάβασμα της νέας ύλης θα το έκανα σε αυτά τα νησάκια, και τις ασκήσεις θα τις έκανα καθισμένος σε ένα απλό μαγαζί, σε πάγκο δίπλα σε τζάμι, πίνοντας καφέ που δε θα μου είχε κοστίσει πάνω από πέντε ζλότι, και τρώγοντας ένα γεύμα για το οποίο δε θα είχα δώσει πάνω από δέκα (οι Πολωνοί μπορεί να γκρινιάζουν ότι τα πάντα είναι πανάκριβα στη χώρα τους, όμως προσωπικά τις -περισσότερες- τιμές τις βρίσκω από προσιτές μέχρι εξωπραγματικά χαμηλές).

    Για να το κλείσω σιγά-σιγά, το “Βρότσγουαφ” το έχω στην καρδιά μου από το 2011, την πρώτη φορά που ήρθα εδώ. Τότε, είχα περάσει ένα δίμηνο στην ανατολική και κεντρική Ευρώπη, παρακολουθώντας ποδόσφαιρο παντού, και γράφοντας τις εντυπώσεις μου σε ένα στοιχηματικό σάιτ. Είχα αρχίσει μάλιστα και ιστορία εδώ, την οποία όμως, κλασικά, άφησα στη μέση. Όπως και το 2012 στην Κρακοβία (αναφέρθηκα εκτενώς στο προηγούμενο κείμενο), έτσι και το 2011 εδώ, η διάθεσή μου ήταν... σούπερ, και το σπουδαίο μπόνους που χάρηκα στο Βρότσλαβ ήταν ότι συνάντησα ένα ντόπιο ζευγαράκι. Είχαν πρόταση να δουλέψουν στην Κουάλα Λούμπουρ, μέλη όμως ενός σάιτ τούς είχαν... αποθαρρύνει, λέγοντάς τους ότι με τον μισθό που τους πρόσφεραν θα το έβρισκαν πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ζήσουν καλά εκεί. Η φίλη μου που ζει στην ΚΛ μας έφερε σε επαφή, βρεθήκαμε, τους διέλυσα τις αμφιβολίες (με τα λεφτά που τους έδιναν μπορούσαν να ζήσουν ΠΟΛΥ άνετα, ΚΑΙ να κάνουν ταξιδάκια, αν ήθελαν), και περάσαμε αρκετές ώρες κουβεντιάζοντας, πίνοντας, τρώγοντας, κάνοντας χαβαλέ, πίνοντας, πίνοντας, πίνοντας... Παρεμπιπτόντως, τα παιδιά όντως πήγαν στην Κουάλα Λούμπουρ, και πέρασαν ενάμιση χρόνο-ποίημα, απολαμβάνοντας τη ζωή τους με το εισόδημά τους, το ίδιο που ξερόλες expats σε κάποιο σάιτ είχαν χαρακτηρίσει “αρκετό για να τρως μια φορά την ημέρα και να μένεις σε κοιτώνα μαζί με είκοσι παράνομους μετανάστες από τη Μιανμάρ”.

    Τέλος, χθες το βράδυ πήγα και στο “Δημοτικό Στάδιο” της πόλης, εκεί που, μεταξύ άλλων, η δική μας Εθνική έχασε το 2012 από την Τσεχία. Το 2011 το γήπεδο το είδα μόνο από έξω, αρχές Οκτωβρίου τότε, ήταν στα... πιο τελειώματά του, δε γίνεται. Κυριολεκτικά καθάριζαν τον περιβάλλοντα χώρο, πριν τον παραδώσουν επίσημα για τα εγκαίνιά του. Το παιχνίδι χθες το βράδυ ήταν... για να ψάχνεις κολλύριο να απαλύνεις τον πόνο των ματιών σου, όμως το γήπεδο αυτό καθεαυτό είναι... περίπτωση. Σε μία εποχή που τα μοντέρνα γήπεδα δεν έχουν και... θεαματικές διαφορές μεταξύ τους εσωτερικά, το γήπεδο στο Βρότσλαβ ξεχωρίζει επειδή οι κερκίδες του, στο μεγαλύτερο κομμάτι τους, είναι... μονοκόμματες. Θεωρητικά, ακόμα και τα “πέταλα” έχουν ΔΥΟ διαζώματα, όμως το κάτω έχει μόνο οκτώ σειρές καθισμάτων, και το πάνω διάζωμα έχει... 48! Στεκόμενος στην 56η σειρά καθισμάτων, βλέπεις μία αδιάκοπη πράσινη καθισματοθάλασσα να ξεκινά από τα πόδια σου και να φθάνει δίπλα στον αγωνιστικό χώρο, κάτι που κάνει το περίπου 43.000 θέσεων Δημοτικό Στάδιο του Βρότσλαβ να φαντάζει άκρως εντυπωσιακό, ειδικά όταν το φαντάζεσαι γεμάτο, κι όχι με λίγες μόνο χιλιάδες κόσμο, όπως χθες. Η τοπική Σλασκ (Σλονσκ) τα πηγαίνει χάλια, ούτε την ουραγό Γκούρνικ Ζάμπζε δεν κατάφερε να νικήσει χθες, και ο κόσμος στο γήπεδο έχει... αραιώσει.

    Κλου του απογεύματος στο γήπεδο το ότι ο “αρχηγός” της κερκίδας των φανατικών της Σλασκ έδωσε κάποια στιγμή το μικρόφωνο σε έναν πιτσιρίκο, όχι πάνω από 10-11 ετών, ο οποίος το χάρηκε με την ψυχή του, δίνοντας παραγγέλματα για τα συνθήματα που ήθελε να φωνάξουν οι “ούλτρας” της ομάδας του.

    Σε λίγες ώρες παίρνω λεωφορείο για Βαρσοβία, τα συνεχή πήγαινε-έλα των τελευταίων δέκα ημερών παίρνουν -προσωρινά- τέλος, στο σπίτι της φίλης μου εκεί θα έχω άπλετο χρόνο να ασχοληθώ με τις μέχρι τώρα φωτογραφίες του ταξιδιού, οπότε, chris7, θα δοκιμάσω να ανεβάσω κάποιες εντός των ημερών.
     
    #11
  12. LULLU

    LULLU Member

    Μηνύματα:
    2.810
    Likes:
    4.013
    Επόμενο Ταξίδι:
    Μαροκο..
    Ονειρεμένο Ταξίδι:
    Νιγηρας-Μαλι
    καλως ηλθες ξανα προσωπικα μου ειχε λείψει το γραψιμο και οι περιγραφες σου..νασε καλα..
     
    #12
    10900km likes this.