YiannisTS
Member
- Μηνύματα
- 224
- Likes
- 1.394
- Επόμενο Ταξίδι
- Ψήνεται...
- Ταξίδι-Όνειρο
- Κούβα
Μετά τη Νίκη...
Τελικά το κάναμε το βήμα και βρεθήκαμε αλλού. Μετά το φυλάκιο με τις μπλε και άσπρες κάθετες ρίγες περάσαμε στη χώρα όπου τα "εθνικά" της χρώματα είναι το κίτρινο και το κόκκινο. Με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς καμία καθυστέρηση ολοκληρώσαμε το συνοριακό έλεγχο και ξεκινήσαμε για τα Μπίτολα. Άλλωστε, όπως γράψαμε και πιο πριν είμαστε το μοναδικό αυτοκίνητο που περνούσε τα σύνορα, λίγο πριν το μεσημέρι. Επιδείξαμε διαβατήρια, άδεια αυτοκινήτου και πράσινη κάρτα.
Η πόλη Μπίτολα (Битола) ή παλιότερα Μοναστήρι βρίσκεται μόλις δεκαπέντε χιλιόμετρα από τα σύνορα, προς τα βόρεια. Ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και χωρίς προστατευτική νησίδα, όπως πολλοί επαρχιακοί δρόμοι στην Ελλάδα. Η οδήγηση ήταν σχετικά ξεκούραστη ενώ υπήρχαν και πολλά αυτοκίνητα με ελληνικές πινακίδες που επέστρεφαν από το απέναντι ρεύμα. Η στάθμευση στο κέντρο της πόλης ήταν ελεγχόμενη αλλά εμείς κινηθήκαμε παράπλευρα του κέντρου και του κεντρικού πεζόδρομου όπου και αφήσαμε χωρίς δεύτερη σκέψη το αυτοκίνητο στη πρώτη θέση που βρήκαμε.
Σχεδόν αμέσως βρεθήκαμε στο μεγάλο κεντρικό πεζόδρομο της πόλης, το Širok Sokak (Широк Сокак) δηλαδή τον Φαρδύ Δρόμο. Η λέξη širok συναντάται σε πολλές σλαβογενείς γλώσσες και σημαίνει "φαρδύ" ενώ η λέξη sokak είναι τούρκικη και σημαίνει "δρόμος". Κατά καιρούς ο δρόμος έχει αλλάξει διάφορα ονόματα: λεωφόρος Αβδούλ Χαμίτ (Οθωμανική Αυτοκρατορία, μέχρι το 1912), Βασιλιά Πέτρου (Βασίλειο της Σερβίας, 1918-1941), Βασιλιά Μπόριτς (Βασίλειο της Βουλγαρίας, 1941-44), Οδός Στρατάρχη Τίτο (Γιουγκοσλαβία).
Στην αρχή του οδοιπορικού μας ο δρόμος δεν είχε κίνηση και μας παραξένεψε αλλά σχετικά γρήγορα άρχισε να γεμίζει από ένα πολύβουο πλήθος που πήγαινε πάνω-κάτω, έμπαινε στα μαγαζιά ή κάθονταν για καφέ σε κάποιο από τα πολλά που υπήρχαν. Η αρχιτεκτονική των κτηρίων παραπέμπει σε νεοκλασική του 19ου αιώνα με πολλά οθωμανικά και βυζαντινά στοιχεία. Ένα διώροφο ξενοδοχείο είναι χαρακτηριστικό δείγμα της εποχής που κατασκευάστηκε. Στο τέλος του πεζόδρομου, προς τα νότια, συναντήσαμε μια μεγάλη πλατεία με πολλή νεολαία και ένα καραόκε με αφορμή την πρωτοχρονιά. Σε αυτή την πλατεία βρίσκεται το κτήριο της Λέσχης Αξιωματικών, κτισμένο στις αρχές του 20ου αιώνα. Σήμερα λειτουργεί ως Πολιτιστικό και Πληροφοριακό Κέντρο και βρίσκεται σε φάση ανακατασκευής. Μπροστά από το κτήριο υπάρχει το άγαλμα του Stiv Naumov (Стив Наумов), ήρωα του αγώνα απελευθέρωσης από την οθωμανική αυτοκρατορία. Ένα πάνελ πολιτικών αφισών συμπληρώνει το σκηνικό της πλατείας.
Βαδίζοντας προς τα νότια, αφού διασχίσαμε τη λεωφόρου Partizanska, ο πεζόδρομος συνεχίζεται αλλά την θέση των κτηρίων έχουν πάρει δέντρα και ένα τεράστιο πάρκο, ιδανικό για πεζοπορία και ποδηλατάδα. Τα κτήρια πλέον ανεβαίνουν σε ύψος χωρίς να γίνονται αποκρουστικά. Βαδίσαμε για λίγο και επιστρέψαμε προς τον πολύβουο, πλέον, πεζόδρομο.
Σε κάποιο ανταλλακτήριο πάνω στον πεζόδρομο αλλάξαμε μερικά ευρώ σε δηνάρια και αποδείχτηκε ότι η ισοτιμία ήταν πολύ καλύτερη σε σχέση με την Οχρίδα.
Η πόλη είναι γνωστή και ως "Πόλη των Προξενείων" διότι τον 19ο αιώνα, την περίοδο που ήταν πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής (υπό οθωμανικής αυτοκρατορίας), στον κεντρικό της πεζόδρομο υπήρχαν τα προξενεία των κυριότερων δυνάμεων της εποχής. Μερικά προξενεία συναντήσαμε και σήμερα.
Στον περίπατό μας από τα νότια προς τα βόρεια συναντήσαμε την Καθολική Εκκλησία της Καρδιάς του Χριστού, απομεινάρι της κοινότητας των Λεβαντίνων η οποία βρισκόταν στην ακμή της την περίοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η εκκλησία είναι λειτουργική με αναρτημένο ωράριο λειτουργιών αλλά δυστυχώς ήταν κλειστή όταν βρεθήκαμε εκεί.
Ένα κτήριο του κόμματος "Демократи" κάνει αισθητή την παρουσία του.
Στο βόρειο άκρο του πεζόδρομου εμφανίζεται μια πλατεία ως συνέχεια του δρόμου, με το όνομα Πλατεία Μανόλια. Το μάτι μας και ο φακός μας πέφτει πάνω στο άγαλμα του έφιππου Φιλίππου Β' της Μακεδονίας, ο οποίος στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. ίδρυσε την αρχαία πόλη Ηράκλεια Λυγκηστίδα, πάνω στα ερείπια της οποίας δημιουργήθηκε η σημερινή.
Πίσω από το άγαλμα διακρίνεται ένα επιβλητικό τζαμί (Kadi Mahmud Mosque), χτισμένο τον 16ο αιώνα, το οποίο σήμερα λειτουργεί ως Μουσείο Χριστιανικής και Μουσουλμανικής Κληρονομιάς.
Στην πλατεία βρίσκεται και ένα περίτεχνο συντριβάνι από μέταλλο το οποίο όμως δεν μας έκανε την τιμή να πετάει νερό.
Ο Πύργος του Ρολογιού στέκεται λίγο πιο πέρα διαγράφοντας ένα ύψος 32 μέτρων προς τον ουρανό. Ο μύθος λέει ότι οι Οθωμανοί χρησιμοποίησαν 60000 αυγά ως προσθετικό υλικό ενίσχυσης της λάσπης για την ανακατασκευή (το 19ο αιώνα) του αρχικού κτίσματος του 17ου αιώνα.
Απέναντι από τον Πύργο του Ρολογιού, προς τα βόρεια, βρίσκεται το τζαμί Ishak Çelebi, ένα από τα μεγαλύτερα που είδαμε στην πόλη κατά την διάρκεια της ολιγόωρης παραμονής μας. Γυρνώντας προς τα πίσω συναντάμε το άγαλμα του Φίλιππου από άλλη γωνία θέασης και λήψης.
Μπροστά από τον Πύργο του Ρολογιού συναντήσαμε το άγαλμα ενός Άγγελου και την κλασσική πινακίδα με το όνομα της πόλης.
Πριν την αναχώρηση από την πόλη ένας καφές είναι απαραίτητος για τη συνέχεια του ταξιδιού προς την Οχρίδα. Έτσι κι έγινε. Barista Coffee Shop το όνομα του ατμοσφαιρικού μαγαζιού. Δεν πρέπει να παραλείψω να σημειώσω ότι το κάπνισμα επιτρέπεται στο μαγαζί όπως και στα περισσότερα που επισκεφτήκαμε. Εννοείται ότι βρωμούσαμε τσιγάρο διότι ήταν πολλοί οι θεριακλήδες μέσα στο μαγαζί. Πηγαίνοντας προς το αυτοκίνητο μπήκαμε και σε ένα παρακείμενο φούρνο για τοπικά προϊόντα ζύμης, σε πολύ οικονομικές τιμές.
Μια ακόμη τριάδα φωτογραφιών από τη ζωή του πεζόδρομου.
Η μικρής διάρκεια παραμονή μας στην όμορφη πόλης της Μπίτολα τελείωσε αφήνοντας θετική εντύπωση. Περπατήσαμε στο κέντρο και τον πεζόδρομο του και οδηγήσαμε περιφερειακά στους δρόμους με το αυτοκίνητο αφού ο δρόμος για Οχρίδα περνάει υποχρεωτικά μέσα από την πόλη. Η πόλη φαίνεται να έχει μεγάλους δρόμους και πολλά πάρκα ενώ τα τζαμιά είναι πλειοψηφικά σε σχέση με τις χριστιανικές εκκλησίες. Η πόλη μας έβγαλε μια αλλόκοτη γοητεία αναδεικνύοντας με τον τρόπο της το πλούσιο ιστορικό παρελθόν της, τόσο κοντά στα σύνορα...
Κινηθήκαμε σύμφωνα με το σχεδιασμό προς την επόμενη πόλη. Βγαίνοντας από τα Μπίτολα, στα όρια της πόλης σταματήσαμε σε πρατήριο καυσίμων Lukoil και φουλάραμε βενζίνη στην εξωφρενική τιμή των 1,17€ το λίτρο (98 οκτανίων, πιο πάνω δεν έχει). Πληρώσαμε με revolut.
Τα χιλιόμετρα περνούν κι εμείς απολαμβάνουμε το χειμωνιάτικο τοπίο της χώρας μέχρι την επόμενη πόλη, τη Ρέσεν (Ресен). Όπως γράφτηκε και πιο πριν ο δρόμος που περνάει μέσα από το Εθνικό Πάρκο Γκαλιτσίτσα είναι κλειστός, οπότε υποχρεωτικά κινούμαστε μέσω αυτής της πόλης, σε υψόμετρο σχεδόν 900 μέτρων. Κάποιες μικρές στάσεις για φωτογράφηση είναι απαραίτητες. Σημαντικό τοπόσημο της πόλης πρέπει να είναι το Σαράι, ένα νεοκλασικό κτήριο, το οποίο ήταν η έδρα του τοπικού Οθωμανού Μπέη, στις αρχές του 20ου αιώνα (αριστερή φωτογραφία).
Μερικές φωτογραφίες από σύγχρονες κατοικίες.
Πλησιάζουμε σιγά σιγά προς τον τελικό προορισμό μας. Ο δρόμος συνεχίζει να ανεβαίνει μέχρι το μικρό χωριό Οπένιτσα (Опеница), σε υψόμετρο 966 μέτρων. Λιγοστά σπίτια, πολλά ακατοίκητα. Στο βάθος, πάνω στην πλαγιά βρίσκεται η ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Νικολάου, η οποία χτίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, το 1924. Η φωτογραφία είναι από το διπλανό καμπαναριό.
Η εκκλησία στέκεται λίγο πιο ψηλά στην πλαγιά του βουνού και παρακολουθεί όλο το χωριό.
Το εξωτερικό της και η σκεπή επισκευάστηκαν σχετικά πρόσφατα, μόλις το 2000.
Μέχρι τώρα ο καιρός μας έχει βοηθήσει αρκετά με το φως του για τις λήψεις που παίρνουμε. Κάποια σύννεφα είναι πάρα πολύ βοηθητικά για να μειώνουν τη σκίαση από τον έντονο ήλιο. Το κρύο είναι υποφερτό, σε αυτό βοηθάει και η απουσία αέρα.
Ο δρόμος αρχίζει να γίνεται κατηφορικός. Αρχίζει να φαίνεται στο βάθος η λίμνη της Οχρίδας. Σε υψόμετρο 700 μέτρων περίπου μπαίνουμε στο χωριό Velgošti (Велгошти), στα όρια της πόλης της Οχρίδας, στα βορειοανατολικά της. Πολύ μεγαλύτερο σε έκταση και πληθυσμό από το προηγούμενο που κάναμε στάση ενώ κάποια ακατοίκητα και μισοερειπωμένα σπίτια προσφέρουν όμορφες εικόνες για φωτογράφηση. Συνεχίζουμε προς το Μοναστήρι του Αγίου Πέτκα (Манастир Света Петка), προς την πλαγιά του λόφου Olmec, ανατολικά του χωριού. Ευκαιρία για πανοραμική λήψη. Στο βάθος η λίμνη.
Το μοναστήρι κατασκευάστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα ύστερα από αίτημα του Τσάρου Sultan Abdul Hamid. Ξύλινα κάγκελα και ξύλινη διακόσμηση στην οροφή των εξωτερικών μπαλκονιών δημιουργούν ένα θερμό και όμορφο περιβάλλον.
Γαλάζιος ουρανός με διάσπαρτες λευκές πινελιές, ώχρα στους τοίχους και πολύ ξύλο γύρω γύρω μας προσφέρουν ένα πολύ εντυπωσιακό σκηνικό.
Η ημέρα είχε αρχίσει να φεύγει και αποφασίσουμε να κατευθυνθούμε προς το ξενοδοχείο. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τον λόφο, κινηθήκαμε στον εξωτερικό περιφερειακό δρόμο της Οχρίδας χωρίς να μπούμε στην πόλη και τραβήξαμε για την άλλη μεγάλη πόλη στα βόρεια της λίμνης, τη Struga (Струга). Από την Οχρίδα μέχρι τη Στρούγκα κατασκευάζεται νέος σύγχρονος αυτοκινητόδρομος από ... κινέζικη κατασκευαστική εταιρεία. Περάσαμε τα όμορφα μπλοκ κατοικιών και κάναμε μια μικρή στάση στο πρώτο τζαμί που βρήκαμε έξω από την πόλη, το Τζαμί του Lulishte, το οποίο πρέπει να είναι σχετικά πρόσφατα κατασκευασμένο (δεν βρήκα κάποιες πληροφορίες και δεν πλησιάσαμε πιο κοντά). Οι δύο πανύψηλοι μιναρέδες φαίνεται να σκίζουν τον ουρανό. Πίσω από το τζαμί διακρίνεται ένα ορθόδοξο νεκροταφείο με την εκκλησία του!
Ο δρόμος μας φέρνει δίπλα στη λίμνη της Οχρίδας. Ο ήλιος δύει πίσω μας και αυτό δημιουργεί ένα πολύ όμορφο φως για τις τελευταίες φωτογραφίες της ημέρας.
Απόλυτη ηρεμία...
Αφού επιτέλους φτάσαμε και στο ξενοδοχείο ας βάλω και κάποιες φωτογραφίες, όχι για διαφήμισή του αλλά για να δείξω την θέα από το δωμάτιο του τρίτου και τελευταίου ορόφου που μείναμε. Όπου πραγματικά η ανατολή του ήλιου μέσα στον πορτοκαλί μανδύα του το επόμενο πρωί είναι απερίγραπτη.
Λίγη ξεκούραση και ξεκινάμε για μια πρώτη γνωριμία με την πόλη της Οχρίδας η οποία απέχει ένα μισάωρο από το ξενοδοχείο. Φτάσαμε στη πάνω πύλη εισόδου της παλιάς πόλης και χωρίς να προσέξουμε την πινακίδα όπου περιόριζε την είσοδο στα αυτοκίνητα των κατοίκων και των επισκεπτών των χώρων διαμονής προχωρήσαμε προς τα κάτω. Μπλέξαμε στα στενά δρομάκια, γίναμε ένα με το πλήθος των ανθρώπων που πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα, φτάσαμε μέχρι τη θάλασσα και σε αδιέξοδο, γυρίσαμε με την όπισθεν μέχρι να κάνουμε αναστροφή και για καλή μας τύχη πέσαμε πάνω σε ένα δημόσιο χώρο στάθμευσης μόλις πέντε αυτοκινήτων όπου μόλις είχε αδειάσει μια θέση. Ουφ...
Οι πρώτες εντυπώσεις της βραδινής και ελαφρά στολισμένης Οχρίδας ήταν πολύ όμορφες. Η παλιά πόλη είναι μια ζωντανή κυψέλη ανθρώπων, καταστημάτων και πλακόστρωτων δρόμων. Αλλά το κρύο είχε αυξηθεί επικίνδυνα μαζί με τον δυνατό αέρα (κάτι σαν τον Βαρδάρη στη Θεσσαλονίκη) και μας δυσκόλευε αρκετά στη μετακίνηση.
Οπότε τελειώσαμε την ημέρα μέσα στη νύχτα κάπως έτσι...
Τελικά το κάναμε το βήμα και βρεθήκαμε αλλού. Μετά το φυλάκιο με τις μπλε και άσπρες κάθετες ρίγες περάσαμε στη χώρα όπου τα "εθνικά" της χρώματα είναι το κίτρινο και το κόκκινο. Με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς καμία καθυστέρηση ολοκληρώσαμε το συνοριακό έλεγχο και ξεκινήσαμε για τα Μπίτολα. Άλλωστε, όπως γράψαμε και πιο πριν είμαστε το μοναδικό αυτοκίνητο που περνούσε τα σύνορα, λίγο πριν το μεσημέρι. Επιδείξαμε διαβατήρια, άδεια αυτοκινήτου και πράσινη κάρτα.
Η πόλη Μπίτολα (Битола) ή παλιότερα Μοναστήρι βρίσκεται μόλις δεκαπέντε χιλιόμετρα από τα σύνορα, προς τα βόρεια. Ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και χωρίς προστατευτική νησίδα, όπως πολλοί επαρχιακοί δρόμοι στην Ελλάδα. Η οδήγηση ήταν σχετικά ξεκούραστη ενώ υπήρχαν και πολλά αυτοκίνητα με ελληνικές πινακίδες που επέστρεφαν από το απέναντι ρεύμα. Η στάθμευση στο κέντρο της πόλης ήταν ελεγχόμενη αλλά εμείς κινηθήκαμε παράπλευρα του κέντρου και του κεντρικού πεζόδρομου όπου και αφήσαμε χωρίς δεύτερη σκέψη το αυτοκίνητο στη πρώτη θέση που βρήκαμε.
Σχεδόν αμέσως βρεθήκαμε στο μεγάλο κεντρικό πεζόδρομο της πόλης, το Širok Sokak (Широк Сокак) δηλαδή τον Φαρδύ Δρόμο. Η λέξη širok συναντάται σε πολλές σλαβογενείς γλώσσες και σημαίνει "φαρδύ" ενώ η λέξη sokak είναι τούρκικη και σημαίνει "δρόμος". Κατά καιρούς ο δρόμος έχει αλλάξει διάφορα ονόματα: λεωφόρος Αβδούλ Χαμίτ (Οθωμανική Αυτοκρατορία, μέχρι το 1912), Βασιλιά Πέτρου (Βασίλειο της Σερβίας, 1918-1941), Βασιλιά Μπόριτς (Βασίλειο της Βουλγαρίας, 1941-44), Οδός Στρατάρχη Τίτο (Γιουγκοσλαβία).
Στην αρχή του οδοιπορικού μας ο δρόμος δεν είχε κίνηση και μας παραξένεψε αλλά σχετικά γρήγορα άρχισε να γεμίζει από ένα πολύβουο πλήθος που πήγαινε πάνω-κάτω, έμπαινε στα μαγαζιά ή κάθονταν για καφέ σε κάποιο από τα πολλά που υπήρχαν. Η αρχιτεκτονική των κτηρίων παραπέμπει σε νεοκλασική του 19ου αιώνα με πολλά οθωμανικά και βυζαντινά στοιχεία. Ένα διώροφο ξενοδοχείο είναι χαρακτηριστικό δείγμα της εποχής που κατασκευάστηκε. Στο τέλος του πεζόδρομου, προς τα νότια, συναντήσαμε μια μεγάλη πλατεία με πολλή νεολαία και ένα καραόκε με αφορμή την πρωτοχρονιά. Σε αυτή την πλατεία βρίσκεται το κτήριο της Λέσχης Αξιωματικών, κτισμένο στις αρχές του 20ου αιώνα. Σήμερα λειτουργεί ως Πολιτιστικό και Πληροφοριακό Κέντρο και βρίσκεται σε φάση ανακατασκευής. Μπροστά από το κτήριο υπάρχει το άγαλμα του Stiv Naumov (Стив Наумов), ήρωα του αγώνα απελευθέρωσης από την οθωμανική αυτοκρατορία. Ένα πάνελ πολιτικών αφισών συμπληρώνει το σκηνικό της πλατείας.
Βαδίζοντας προς τα νότια, αφού διασχίσαμε τη λεωφόρου Partizanska, ο πεζόδρομος συνεχίζεται αλλά την θέση των κτηρίων έχουν πάρει δέντρα και ένα τεράστιο πάρκο, ιδανικό για πεζοπορία και ποδηλατάδα. Τα κτήρια πλέον ανεβαίνουν σε ύψος χωρίς να γίνονται αποκρουστικά. Βαδίσαμε για λίγο και επιστρέψαμε προς τον πολύβουο, πλέον, πεζόδρομο.
Σε κάποιο ανταλλακτήριο πάνω στον πεζόδρομο αλλάξαμε μερικά ευρώ σε δηνάρια και αποδείχτηκε ότι η ισοτιμία ήταν πολύ καλύτερη σε σχέση με την Οχρίδα.
Η πόλη είναι γνωστή και ως "Πόλη των Προξενείων" διότι τον 19ο αιώνα, την περίοδο που ήταν πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής (υπό οθωμανικής αυτοκρατορίας), στον κεντρικό της πεζόδρομο υπήρχαν τα προξενεία των κυριότερων δυνάμεων της εποχής. Μερικά προξενεία συναντήσαμε και σήμερα.
Στον περίπατό μας από τα νότια προς τα βόρεια συναντήσαμε την Καθολική Εκκλησία της Καρδιάς του Χριστού, απομεινάρι της κοινότητας των Λεβαντίνων η οποία βρισκόταν στην ακμή της την περίοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η εκκλησία είναι λειτουργική με αναρτημένο ωράριο λειτουργιών αλλά δυστυχώς ήταν κλειστή όταν βρεθήκαμε εκεί.
Ένα κτήριο του κόμματος "Демократи" κάνει αισθητή την παρουσία του.
Στο βόρειο άκρο του πεζόδρομου εμφανίζεται μια πλατεία ως συνέχεια του δρόμου, με το όνομα Πλατεία Μανόλια. Το μάτι μας και ο φακός μας πέφτει πάνω στο άγαλμα του έφιππου Φιλίππου Β' της Μακεδονίας, ο οποίος στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. ίδρυσε την αρχαία πόλη Ηράκλεια Λυγκηστίδα, πάνω στα ερείπια της οποίας δημιουργήθηκε η σημερινή.
Πίσω από το άγαλμα διακρίνεται ένα επιβλητικό τζαμί (Kadi Mahmud Mosque), χτισμένο τον 16ο αιώνα, το οποίο σήμερα λειτουργεί ως Μουσείο Χριστιανικής και Μουσουλμανικής Κληρονομιάς.
Στην πλατεία βρίσκεται και ένα περίτεχνο συντριβάνι από μέταλλο το οποίο όμως δεν μας έκανε την τιμή να πετάει νερό.
Ο Πύργος του Ρολογιού στέκεται λίγο πιο πέρα διαγράφοντας ένα ύψος 32 μέτρων προς τον ουρανό. Ο μύθος λέει ότι οι Οθωμανοί χρησιμοποίησαν 60000 αυγά ως προσθετικό υλικό ενίσχυσης της λάσπης για την ανακατασκευή (το 19ο αιώνα) του αρχικού κτίσματος του 17ου αιώνα.
Απέναντι από τον Πύργο του Ρολογιού, προς τα βόρεια, βρίσκεται το τζαμί Ishak Çelebi, ένα από τα μεγαλύτερα που είδαμε στην πόλη κατά την διάρκεια της ολιγόωρης παραμονής μας. Γυρνώντας προς τα πίσω συναντάμε το άγαλμα του Φίλιππου από άλλη γωνία θέασης και λήψης.
Μπροστά από τον Πύργο του Ρολογιού συναντήσαμε το άγαλμα ενός Άγγελου και την κλασσική πινακίδα με το όνομα της πόλης.
Πριν την αναχώρηση από την πόλη ένας καφές είναι απαραίτητος για τη συνέχεια του ταξιδιού προς την Οχρίδα. Έτσι κι έγινε. Barista Coffee Shop το όνομα του ατμοσφαιρικού μαγαζιού. Δεν πρέπει να παραλείψω να σημειώσω ότι το κάπνισμα επιτρέπεται στο μαγαζί όπως και στα περισσότερα που επισκεφτήκαμε. Εννοείται ότι βρωμούσαμε τσιγάρο διότι ήταν πολλοί οι θεριακλήδες μέσα στο μαγαζί. Πηγαίνοντας προς το αυτοκίνητο μπήκαμε και σε ένα παρακείμενο φούρνο για τοπικά προϊόντα ζύμης, σε πολύ οικονομικές τιμές.
Μια ακόμη τριάδα φωτογραφιών από τη ζωή του πεζόδρομου.
Η μικρής διάρκεια παραμονή μας στην όμορφη πόλης της Μπίτολα τελείωσε αφήνοντας θετική εντύπωση. Περπατήσαμε στο κέντρο και τον πεζόδρομο του και οδηγήσαμε περιφερειακά στους δρόμους με το αυτοκίνητο αφού ο δρόμος για Οχρίδα περνάει υποχρεωτικά μέσα από την πόλη. Η πόλη φαίνεται να έχει μεγάλους δρόμους και πολλά πάρκα ενώ τα τζαμιά είναι πλειοψηφικά σε σχέση με τις χριστιανικές εκκλησίες. Η πόλη μας έβγαλε μια αλλόκοτη γοητεία αναδεικνύοντας με τον τρόπο της το πλούσιο ιστορικό παρελθόν της, τόσο κοντά στα σύνορα...
Κινηθήκαμε σύμφωνα με το σχεδιασμό προς την επόμενη πόλη. Βγαίνοντας από τα Μπίτολα, στα όρια της πόλης σταματήσαμε σε πρατήριο καυσίμων Lukoil και φουλάραμε βενζίνη στην εξωφρενική τιμή των 1,17€ το λίτρο (98 οκτανίων, πιο πάνω δεν έχει). Πληρώσαμε με revolut.
Τα χιλιόμετρα περνούν κι εμείς απολαμβάνουμε το χειμωνιάτικο τοπίο της χώρας μέχρι την επόμενη πόλη, τη Ρέσεν (Ресен). Όπως γράφτηκε και πιο πριν ο δρόμος που περνάει μέσα από το Εθνικό Πάρκο Γκαλιτσίτσα είναι κλειστός, οπότε υποχρεωτικά κινούμαστε μέσω αυτής της πόλης, σε υψόμετρο σχεδόν 900 μέτρων. Κάποιες μικρές στάσεις για φωτογράφηση είναι απαραίτητες. Σημαντικό τοπόσημο της πόλης πρέπει να είναι το Σαράι, ένα νεοκλασικό κτήριο, το οποίο ήταν η έδρα του τοπικού Οθωμανού Μπέη, στις αρχές του 20ου αιώνα (αριστερή φωτογραφία).
Μερικές φωτογραφίες από σύγχρονες κατοικίες.
Πλησιάζουμε σιγά σιγά προς τον τελικό προορισμό μας. Ο δρόμος συνεχίζει να ανεβαίνει μέχρι το μικρό χωριό Οπένιτσα (Опеница), σε υψόμετρο 966 μέτρων. Λιγοστά σπίτια, πολλά ακατοίκητα. Στο βάθος, πάνω στην πλαγιά βρίσκεται η ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Νικολάου, η οποία χτίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, το 1924. Η φωτογραφία είναι από το διπλανό καμπαναριό.
Η εκκλησία στέκεται λίγο πιο ψηλά στην πλαγιά του βουνού και παρακολουθεί όλο το χωριό.
Το εξωτερικό της και η σκεπή επισκευάστηκαν σχετικά πρόσφατα, μόλις το 2000.
Μέχρι τώρα ο καιρός μας έχει βοηθήσει αρκετά με το φως του για τις λήψεις που παίρνουμε. Κάποια σύννεφα είναι πάρα πολύ βοηθητικά για να μειώνουν τη σκίαση από τον έντονο ήλιο. Το κρύο είναι υποφερτό, σε αυτό βοηθάει και η απουσία αέρα.
Ο δρόμος αρχίζει να γίνεται κατηφορικός. Αρχίζει να φαίνεται στο βάθος η λίμνη της Οχρίδας. Σε υψόμετρο 700 μέτρων περίπου μπαίνουμε στο χωριό Velgošti (Велгошти), στα όρια της πόλης της Οχρίδας, στα βορειοανατολικά της. Πολύ μεγαλύτερο σε έκταση και πληθυσμό από το προηγούμενο που κάναμε στάση ενώ κάποια ακατοίκητα και μισοερειπωμένα σπίτια προσφέρουν όμορφες εικόνες για φωτογράφηση. Συνεχίζουμε προς το Μοναστήρι του Αγίου Πέτκα (Манастир Света Петка), προς την πλαγιά του λόφου Olmec, ανατολικά του χωριού. Ευκαιρία για πανοραμική λήψη. Στο βάθος η λίμνη.
Το μοναστήρι κατασκευάστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα ύστερα από αίτημα του Τσάρου Sultan Abdul Hamid. Ξύλινα κάγκελα και ξύλινη διακόσμηση στην οροφή των εξωτερικών μπαλκονιών δημιουργούν ένα θερμό και όμορφο περιβάλλον.
Γαλάζιος ουρανός με διάσπαρτες λευκές πινελιές, ώχρα στους τοίχους και πολύ ξύλο γύρω γύρω μας προσφέρουν ένα πολύ εντυπωσιακό σκηνικό.
Η ημέρα είχε αρχίσει να φεύγει και αποφασίσουμε να κατευθυνθούμε προς το ξενοδοχείο. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τον λόφο, κινηθήκαμε στον εξωτερικό περιφερειακό δρόμο της Οχρίδας χωρίς να μπούμε στην πόλη και τραβήξαμε για την άλλη μεγάλη πόλη στα βόρεια της λίμνης, τη Struga (Струга). Από την Οχρίδα μέχρι τη Στρούγκα κατασκευάζεται νέος σύγχρονος αυτοκινητόδρομος από ... κινέζικη κατασκευαστική εταιρεία. Περάσαμε τα όμορφα μπλοκ κατοικιών και κάναμε μια μικρή στάση στο πρώτο τζαμί που βρήκαμε έξω από την πόλη, το Τζαμί του Lulishte, το οποίο πρέπει να είναι σχετικά πρόσφατα κατασκευασμένο (δεν βρήκα κάποιες πληροφορίες και δεν πλησιάσαμε πιο κοντά). Οι δύο πανύψηλοι μιναρέδες φαίνεται να σκίζουν τον ουρανό. Πίσω από το τζαμί διακρίνεται ένα ορθόδοξο νεκροταφείο με την εκκλησία του!
Ο δρόμος μας φέρνει δίπλα στη λίμνη της Οχρίδας. Ο ήλιος δύει πίσω μας και αυτό δημιουργεί ένα πολύ όμορφο φως για τις τελευταίες φωτογραφίες της ημέρας.
Απόλυτη ηρεμία...
Αφού επιτέλους φτάσαμε και στο ξενοδοχείο ας βάλω και κάποιες φωτογραφίες, όχι για διαφήμισή του αλλά για να δείξω την θέα από το δωμάτιο του τρίτου και τελευταίου ορόφου που μείναμε. Όπου πραγματικά η ανατολή του ήλιου μέσα στον πορτοκαλί μανδύα του το επόμενο πρωί είναι απερίγραπτη.
Λίγη ξεκούραση και ξεκινάμε για μια πρώτη γνωριμία με την πόλη της Οχρίδας η οποία απέχει ένα μισάωρο από το ξενοδοχείο. Φτάσαμε στη πάνω πύλη εισόδου της παλιάς πόλης και χωρίς να προσέξουμε την πινακίδα όπου περιόριζε την είσοδο στα αυτοκίνητα των κατοίκων και των επισκεπτών των χώρων διαμονής προχωρήσαμε προς τα κάτω. Μπλέξαμε στα στενά δρομάκια, γίναμε ένα με το πλήθος των ανθρώπων που πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα, φτάσαμε μέχρι τη θάλασσα και σε αδιέξοδο, γυρίσαμε με την όπισθεν μέχρι να κάνουμε αναστροφή και για καλή μας τύχη πέσαμε πάνω σε ένα δημόσιο χώρο στάθμευσης μόλις πέντε αυτοκινήτων όπου μόλις είχε αδειάσει μια θέση. Ουφ...
Οι πρώτες εντυπώσεις της βραδινής και ελαφρά στολισμένης Οχρίδας ήταν πολύ όμορφες. Η παλιά πόλη είναι μια ζωντανή κυψέλη ανθρώπων, καταστημάτων και πλακόστρωτων δρόμων. Αλλά το κρύο είχε αυξηθεί επικίνδυνα μαζί με τον δυνατό αέρα (κάτι σαν τον Βαρδάρη στη Θεσσαλονίκη) και μας δυσκόλευε αρκετά στη μετακίνηση.
Οπότε τελειώσαμε την ημέρα μέσα στη νύχτα κάπως έτσι...
