eco05140
Member
- Μηνύματα
- 162
- Likes
- 1.531
- Επόμενο Ταξίδι
- Μπουένος Άιρες
- Ταξίδι-Όνειρο
- Γαλλική Πολυνησία
Τρίτη Μέρα
Σήμερα σειρά είχε το Sidi Bou Said και η Καρχηδόνα. Και μιας και ήμασταν κοντά στο Sidi Bou Said, το πήραμε με τα πόδια για να γνωρίσουμε την περιοχή.
Το Sidi Bou Said είναι από τα πιο φωτογραφημένα και γραφικά σημεία της Τυνησίας, ένα μικρό χωριό σκαρφαλωμένο πάνω στον λόφο με θέα τη Μεσόγειο. Τα λευκά σπίτια με τα μπλε παράθυρα και τις χαρακτηριστικές πόρτες δημιουργούν μια εικόνα που θυμίζει έντονα Κυκλάδες, αλλά με αραβικό χαρακτήρα. Τα σπίτια γεμάτα γλάστρες δίνουν χρώμα, και τα μικρά μαγαζάκια πουλάνε τουριστικά αντικείμενα, οι τιμές βέβαια είναι πιο “τουριστικές” από ό,τι περίμενα. Για παράδειγμα κλασσικής τουρίστριας, μπήκα σε ένα μαγαζί να πάρω κάτι τοπικό, είδα σαπουνάκια made in Tunis και λέω να τα δοκιμάσω. Ο κύριος του μαγαζιού καθισμένος μέσα, χωρίς να τον ενδιαφέρει αν κάποιος θα πάρει κάτι έξω, και η κυρία δίπλα του να παίζει με ένα iPhone 17. Με το ζόρι μας μιλάει. Και τότε λέει το μαγικό: «6€ το σαπούνι». Έπρεπε να βλέπατε την έκφραση μου! Τι 6€; ούτε φύλλα χρυσού να είχε μέσα! και μου εξηγεί πως αυτός είναι ο προτεινόμενος τιμοκατάλογος, και αν θέλεις, το παίρνεις ή το αφήνεις. «Εδώ παζάρια δεν γίνονται», λέει… και φυσικά το πήρα. Τουλάχιστον τώρα ξέρω πόσο τουριστάκι είμαι! Μετά την πώληση μας είπε πως έχει 9 παιδιά και πρέπει κάπως να τα μεγαλώσει!
Στο Sidi Bou Said, το must-try είναι τα Bambalouni, λουκουμαδάκια με ζάχαρη. Υπάρχουν δύο μαγαζιά στην είσοδο του χωριού. Το πρώτο δεξιά είναι το πιο παλιό και όλοι το προτιμάνε, με τιμή λιγότερο από 1€. Ακόμα κι εγώ, που είμαι της υγιεινής διατροφής, εντυπωσιάστηκα από αυτό το γλυκό, τηγανητό, αλλά τέλειο.
Επίσης είδαμε και το πατρικό της αρχόντισας που μένουμε που το έχει μετατρέψει σε μουσείο, διατηρώντας την αυθεντική του ατμόσφαιρα, το Dar El Annabi, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδοσιακά σπίτια της Τύνιδας, που λειτουργεί σαν μουσείο. Η εσωτερική αυλή με τα πολύχρωμα πλακάκια, τα σκαλιστά ξύλινα ταβάνια και τα παλιά έπιπλα σε μεταφέρουν σε άλλη εποχή. Από την ταράτσα έχεις την απόλυτη θέα, πραγματικά μαγική.
Περπατώντας στα λιθόστρωτα δρομάκια του χωριού, αξίζει να χαθείς χωρίς πρόγραμμα, χαζεύοντας τις εντυπωσιακές μπλε πόρτες με τα περίτεχνα καρφιά και τα μικρά μαγαζάκια με χειροποίητα αντικείμενα και κεραμικά. Τα μονοπάτια γύρω από το χωριό οδηγούν σε όμορφα σημεία για περπάτημα και θέα στο λιμάνι και τους βράχους. Στάση επιβάλλεται στο Café des Délices, ίσως το πιο γνωστό καφέ της περιοχής, για τσάι με κουκουνάρι ή καφέ, απολαμβάνοντας την πανοραμική θέα προς τη θάλασσα.. Εμείς βγάλαμε μόνο μία φωτογραφία στην είσοδο μιας και που είναι χειμώνας και θέλαμε να έχουμε όσο περισσότερη μέρα μπροστά μας γίνεται.
Από εκεί, με Uber σε 5’ φτάσαμε στην Καρχηδόνα, που σήμερα δεν είναι μία ενιαία τοποθεσία, αλλά διάσπαρτα αρχαιολογικά σημεία μέσα σε μια ήσυχη, πράσινη περιοχή με θέα στη θάλασσα. Πρώτος σταθμός, τα Λουτρά του Αντωνίνου, ένα από τα μεγαλύτερα ρωμαϊκά συγκροτήματα λουτρών εκτός Ρώμης, χτισμένα ακριβώς δίπλα στη Μεσόγειο. Αξίζει πραγματικά να τα δεις, εμείς χρειαστήκαμε πάνω από μία ώρα για να τα εξερευνήσουμε. Το εισιτήριο καλύπτει όλη την περιοχή, οπότε αν θέλεις μπορείς να συνεχίσεις και στα υπόλοιπα, αλλά εμείς περιοριστήκαμε γιατί στις 5 κλείνουν όλα και εδώ βλέπεις πόσο μετράει αυτό το “5”!
Και μετά που; Είχε τόσα μέρη που μπορούσαμε να επισκεφτούμε από τα αρχαία αλλά έπρεπε να διαλέξουμε. Τελικά κέρδισε το Αρχαίο Θέατρο της Καρχηδόνας, ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα μνημεία. Χρονολογείται στη ρωμαϊκή περίοδο, γύρω στον 2ο αιώνα μ.Χ., χτισμένο σε φυσική πλαγιά με εξαιρετική ακουστική και θέα στη θάλασσα. Σήμερα φιλοξενεί ακόμη παραστάσεις τους καλοκαιρινούς μήνες, δίνοντας μια όμορφη αίσθηση συνέχειας στην ιστορία του. Δίπλα είναι ο λόφος Byrsa, με τον καθεδρικό ναό του Αγίου Λουδοβίκου και το αρχαιολογικό μουσείο, αλλά εγώ δεν άντεχα να το επισκεφτώ, η κούραση ήταν μεγάλη.
Μια συμφοιτήτριά μου Τυνήσια μου είχε στείλει τα must-go καφέ της πόλης. Εγώ της είχα ζητήσει αξιοθέατα, αλλά εντάξει… ο καθένας βλέπει τα πράγματα διαφορετικά. Ίσως κι εγώ στα 22 μου να έβλεπα τα μπαρ σαν αξιοθέατα! Πάντως κάπου βοήθησε, γιατί η κούραση ήταν μεγάλη, και το matcha καφέ που μας πρότεινε δίπλα από το αρχαίο θέατρο, μέσα σε ένα τένις κλαμπ, ήταν συμπαθητικό και μοναδικό. Δεν υπήρχε άλλο καφέ σε μεγάλη ακτίνα, και ούτε στους χάρτες δεν το έβρισκες! Φυσικά, μου πρότεινε να πάρω και κάτι γλυκό, κι έτσι βρέθηκα με ένα τσάι matcha που με έκανε να νιώθω σαν να ήμασταν στην Ιαπωνία, πριν πάρουμε ταξί για το λιμάνι της Καρχηδόνας.
Το τελευταίο μέρος της ημέρας από αξιοθέατα ήταν το λιμάνι της Καρχηδόνας, στην πραγματικότητα δύο λιμάνια, ένα εμπορικό και ένα στρατιωτικό. Το στρατιωτικό είχε κυκλικό σχήμα με νησάκι στο κέντρο, όπου στεγαζόταν το αρχηγείο του στόλου. Σήμερα σώζονται κυρίως τα περιγράμματα των λιμανιών και δίνουν μια ωραία αίσθηση της σημασίας της Καρχηδόνας στην ιστορία.
Η αρχόντισσα του σπιτιού μας, μας πρότεινε να κλείσουμε τη μέρα στη La Goulette για ψάρι.Εκεί οι παραδοσιακές ψαροταβέρνες φημίζονται για φρέσκο ψάρι και θαλασσινά. Οι τιμές είναι πολύ λογικές: 10–15€ το άτομο για πλήρες γεύμα, ή 5–8€ για πιο μικρές μερίδες ή street food. Εκτός από ψάρι, βρήσκεις και μπρικ, κους κους και πικάντικες σάλτσες με χαρίσα.
Το πρώτο μαγαζί που μας πρότεινε ήταν το Restaurant La Topaze, ναι, το “βαρούλκο” της περιοχής, με βαθμολογία 3 στο Google. Πανακριβό! Αποφασίσαμε να μην καθίσουμε εκεί – άλλωστε είχαμε ήδη κάνει τη “χλίδα” της ημέρας αγοράζοντας το σαπούνι των 6€ – και προτιμήσαμε να περπατήσουμε και να δούμε τη γειτονιά.
Η La Goulette ζωντανεύει κυρίως το καλοκαίρι, όταν ντόπιοι και τουρίστες γεμίζουν τις παραλιακές ψαροταβέρνες και τα μικρά καφέ. Την περίοδο αυτή η περιοχή έχει έντονη ζωή: κόσμος περπατάει στην παραλία, παιδιά παίζουν, ακούγεται μουσική από τα μαγαζιά και η ατμόσφαιρα θυμίζει γιορτή. Τώρα όμως ήταν σχεδόν άδεια.
Το επόμενο μαγαζί που μας πρότεινε ήταν το Restaurant El Houta, με βαθμολογία 4.9 στο Google. Προσωπικά δεν μου γέμιζε το μάτι, λάθος μου, πρέπει να ήταν πολύ καλό. Τελικά, καθώς περιπλανιόμασταν για να αποφασίσουμε πού θα καθίσουμε, ξαφνικά ξεκίνησε μια μπορά μέσα σε δευτερόλεπτα, και καταλήξαμε στο L’Aquarius. Τερμα ευρωπαϊκό στυλ, αλλά εκεί καταφέραμε να πιούμε την τοπική μπύρα και να φάμε ένα πιάτο θαλασσινών όνειρο, σαν αυτά που θυμάμαι πριν 20 χρόνια φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη, στις ψαροταβέρνες της παραλίας της Μαρτίου. Ονειρικό! Οι τιμές πάλι ήταν πιο ευρωπαϊκές, αλλά σε σχέση με τα υπόλοιπα φρέσκα και φθηνά μαγαζιά γύρω, αξίζε το κόστος, πάλι στο ακριβό να πάμε!
Ήταν σχεδόν 7 και δεν θέλαμε να επιστρέψουμε στη Λα Μάρσα για βόλτα. Ζητήσαμε από το ταξί να μας πάει σε ένα εμπορικό κέντρο κοντά, που φαινόταν να έχει ζωή. Πήγαμε στο Tunisia Mall 2, όπου πραγματικά δεν μπορούσες να περπατήσεις από τον κόσμο, ίδιο με τα Mall της Αθήνας! Κάναμε μια γρήγορη βόλτα και αγοράσαμε μερικά τοπικά γλυκά, λες και δεν είχαμε φάει τίποτα όλη μέρα. Για μια ακόμα φορά μας “έκλεψαν” με τα ρέστα… πφ!
Και έτσι, σιγά σιγά, επιστρέψαμε για ξεκούραση. Σήμερα είδαμε μια άλλη Τύνιδα, γεμάτη αντιθέσεις, γεύσεις και εικόνες. Και που να ξέραμε τι μας ξημερώνει την επόμενη μέρα!
Σήμερα σειρά είχε το Sidi Bou Said και η Καρχηδόνα. Και μιας και ήμασταν κοντά στο Sidi Bou Said, το πήραμε με τα πόδια για να γνωρίσουμε την περιοχή.
Το Sidi Bou Said είναι από τα πιο φωτογραφημένα και γραφικά σημεία της Τυνησίας, ένα μικρό χωριό σκαρφαλωμένο πάνω στον λόφο με θέα τη Μεσόγειο. Τα λευκά σπίτια με τα μπλε παράθυρα και τις χαρακτηριστικές πόρτες δημιουργούν μια εικόνα που θυμίζει έντονα Κυκλάδες, αλλά με αραβικό χαρακτήρα. Τα σπίτια γεμάτα γλάστρες δίνουν χρώμα, και τα μικρά μαγαζάκια πουλάνε τουριστικά αντικείμενα, οι τιμές βέβαια είναι πιο “τουριστικές” από ό,τι περίμενα. Για παράδειγμα κλασσικής τουρίστριας, μπήκα σε ένα μαγαζί να πάρω κάτι τοπικό, είδα σαπουνάκια made in Tunis και λέω να τα δοκιμάσω. Ο κύριος του μαγαζιού καθισμένος μέσα, χωρίς να τον ενδιαφέρει αν κάποιος θα πάρει κάτι έξω, και η κυρία δίπλα του να παίζει με ένα iPhone 17. Με το ζόρι μας μιλάει. Και τότε λέει το μαγικό: «6€ το σαπούνι». Έπρεπε να βλέπατε την έκφραση μου! Τι 6€; ούτε φύλλα χρυσού να είχε μέσα! και μου εξηγεί πως αυτός είναι ο προτεινόμενος τιμοκατάλογος, και αν θέλεις, το παίρνεις ή το αφήνεις. «Εδώ παζάρια δεν γίνονται», λέει… και φυσικά το πήρα. Τουλάχιστον τώρα ξέρω πόσο τουριστάκι είμαι! Μετά την πώληση μας είπε πως έχει 9 παιδιά και πρέπει κάπως να τα μεγαλώσει!
Στο Sidi Bou Said, το must-try είναι τα Bambalouni, λουκουμαδάκια με ζάχαρη. Υπάρχουν δύο μαγαζιά στην είσοδο του χωριού. Το πρώτο δεξιά είναι το πιο παλιό και όλοι το προτιμάνε, με τιμή λιγότερο από 1€. Ακόμα κι εγώ, που είμαι της υγιεινής διατροφής, εντυπωσιάστηκα από αυτό το γλυκό, τηγανητό, αλλά τέλειο.
Επίσης είδαμε και το πατρικό της αρχόντισας που μένουμε που το έχει μετατρέψει σε μουσείο, διατηρώντας την αυθεντική του ατμόσφαιρα, το Dar El Annabi, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδοσιακά σπίτια της Τύνιδας, που λειτουργεί σαν μουσείο. Η εσωτερική αυλή με τα πολύχρωμα πλακάκια, τα σκαλιστά ξύλινα ταβάνια και τα παλιά έπιπλα σε μεταφέρουν σε άλλη εποχή. Από την ταράτσα έχεις την απόλυτη θέα, πραγματικά μαγική.
Περπατώντας στα λιθόστρωτα δρομάκια του χωριού, αξίζει να χαθείς χωρίς πρόγραμμα, χαζεύοντας τις εντυπωσιακές μπλε πόρτες με τα περίτεχνα καρφιά και τα μικρά μαγαζάκια με χειροποίητα αντικείμενα και κεραμικά. Τα μονοπάτια γύρω από το χωριό οδηγούν σε όμορφα σημεία για περπάτημα και θέα στο λιμάνι και τους βράχους. Στάση επιβάλλεται στο Café des Délices, ίσως το πιο γνωστό καφέ της περιοχής, για τσάι με κουκουνάρι ή καφέ, απολαμβάνοντας την πανοραμική θέα προς τη θάλασσα.. Εμείς βγάλαμε μόνο μία φωτογραφία στην είσοδο μιας και που είναι χειμώνας και θέλαμε να έχουμε όσο περισσότερη μέρα μπροστά μας γίνεται.
Από εκεί, με Uber σε 5’ φτάσαμε στην Καρχηδόνα, που σήμερα δεν είναι μία ενιαία τοποθεσία, αλλά διάσπαρτα αρχαιολογικά σημεία μέσα σε μια ήσυχη, πράσινη περιοχή με θέα στη θάλασσα. Πρώτος σταθμός, τα Λουτρά του Αντωνίνου, ένα από τα μεγαλύτερα ρωμαϊκά συγκροτήματα λουτρών εκτός Ρώμης, χτισμένα ακριβώς δίπλα στη Μεσόγειο. Αξίζει πραγματικά να τα δεις, εμείς χρειαστήκαμε πάνω από μία ώρα για να τα εξερευνήσουμε. Το εισιτήριο καλύπτει όλη την περιοχή, οπότε αν θέλεις μπορείς να συνεχίσεις και στα υπόλοιπα, αλλά εμείς περιοριστήκαμε γιατί στις 5 κλείνουν όλα και εδώ βλέπεις πόσο μετράει αυτό το “5”!
Και μετά που; Είχε τόσα μέρη που μπορούσαμε να επισκεφτούμε από τα αρχαία αλλά έπρεπε να διαλέξουμε. Τελικά κέρδισε το Αρχαίο Θέατρο της Καρχηδόνας, ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα μνημεία. Χρονολογείται στη ρωμαϊκή περίοδο, γύρω στον 2ο αιώνα μ.Χ., χτισμένο σε φυσική πλαγιά με εξαιρετική ακουστική και θέα στη θάλασσα. Σήμερα φιλοξενεί ακόμη παραστάσεις τους καλοκαιρινούς μήνες, δίνοντας μια όμορφη αίσθηση συνέχειας στην ιστορία του. Δίπλα είναι ο λόφος Byrsa, με τον καθεδρικό ναό του Αγίου Λουδοβίκου και το αρχαιολογικό μουσείο, αλλά εγώ δεν άντεχα να το επισκεφτώ, η κούραση ήταν μεγάλη.
Μια συμφοιτήτριά μου Τυνήσια μου είχε στείλει τα must-go καφέ της πόλης. Εγώ της είχα ζητήσει αξιοθέατα, αλλά εντάξει… ο καθένας βλέπει τα πράγματα διαφορετικά. Ίσως κι εγώ στα 22 μου να έβλεπα τα μπαρ σαν αξιοθέατα! Πάντως κάπου βοήθησε, γιατί η κούραση ήταν μεγάλη, και το matcha καφέ που μας πρότεινε δίπλα από το αρχαίο θέατρο, μέσα σε ένα τένις κλαμπ, ήταν συμπαθητικό και μοναδικό. Δεν υπήρχε άλλο καφέ σε μεγάλη ακτίνα, και ούτε στους χάρτες δεν το έβρισκες! Φυσικά, μου πρότεινε να πάρω και κάτι γλυκό, κι έτσι βρέθηκα με ένα τσάι matcha που με έκανε να νιώθω σαν να ήμασταν στην Ιαπωνία, πριν πάρουμε ταξί για το λιμάνι της Καρχηδόνας.
Το τελευταίο μέρος της ημέρας από αξιοθέατα ήταν το λιμάνι της Καρχηδόνας, στην πραγματικότητα δύο λιμάνια, ένα εμπορικό και ένα στρατιωτικό. Το στρατιωτικό είχε κυκλικό σχήμα με νησάκι στο κέντρο, όπου στεγαζόταν το αρχηγείο του στόλου. Σήμερα σώζονται κυρίως τα περιγράμματα των λιμανιών και δίνουν μια ωραία αίσθηση της σημασίας της Καρχηδόνας στην ιστορία.
Η αρχόντισσα του σπιτιού μας, μας πρότεινε να κλείσουμε τη μέρα στη La Goulette για ψάρι.Εκεί οι παραδοσιακές ψαροταβέρνες φημίζονται για φρέσκο ψάρι και θαλασσινά. Οι τιμές είναι πολύ λογικές: 10–15€ το άτομο για πλήρες γεύμα, ή 5–8€ για πιο μικρές μερίδες ή street food. Εκτός από ψάρι, βρήσκεις και μπρικ, κους κους και πικάντικες σάλτσες με χαρίσα.
Το πρώτο μαγαζί που μας πρότεινε ήταν το Restaurant La Topaze, ναι, το “βαρούλκο” της περιοχής, με βαθμολογία 3 στο Google. Πανακριβό! Αποφασίσαμε να μην καθίσουμε εκεί – άλλωστε είχαμε ήδη κάνει τη “χλίδα” της ημέρας αγοράζοντας το σαπούνι των 6€ – και προτιμήσαμε να περπατήσουμε και να δούμε τη γειτονιά.
Η La Goulette ζωντανεύει κυρίως το καλοκαίρι, όταν ντόπιοι και τουρίστες γεμίζουν τις παραλιακές ψαροταβέρνες και τα μικρά καφέ. Την περίοδο αυτή η περιοχή έχει έντονη ζωή: κόσμος περπατάει στην παραλία, παιδιά παίζουν, ακούγεται μουσική από τα μαγαζιά και η ατμόσφαιρα θυμίζει γιορτή. Τώρα όμως ήταν σχεδόν άδεια.
Το επόμενο μαγαζί που μας πρότεινε ήταν το Restaurant El Houta, με βαθμολογία 4.9 στο Google. Προσωπικά δεν μου γέμιζε το μάτι, λάθος μου, πρέπει να ήταν πολύ καλό. Τελικά, καθώς περιπλανιόμασταν για να αποφασίσουμε πού θα καθίσουμε, ξαφνικά ξεκίνησε μια μπορά μέσα σε δευτερόλεπτα, και καταλήξαμε στο L’Aquarius. Τερμα ευρωπαϊκό στυλ, αλλά εκεί καταφέραμε να πιούμε την τοπική μπύρα και να φάμε ένα πιάτο θαλασσινών όνειρο, σαν αυτά που θυμάμαι πριν 20 χρόνια φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη, στις ψαροταβέρνες της παραλίας της Μαρτίου. Ονειρικό! Οι τιμές πάλι ήταν πιο ευρωπαϊκές, αλλά σε σχέση με τα υπόλοιπα φρέσκα και φθηνά μαγαζιά γύρω, αξίζε το κόστος, πάλι στο ακριβό να πάμε!
Ήταν σχεδόν 7 και δεν θέλαμε να επιστρέψουμε στη Λα Μάρσα για βόλτα. Ζητήσαμε από το ταξί να μας πάει σε ένα εμπορικό κέντρο κοντά, που φαινόταν να έχει ζωή. Πήγαμε στο Tunisia Mall 2, όπου πραγματικά δεν μπορούσες να περπατήσεις από τον κόσμο, ίδιο με τα Mall της Αθήνας! Κάναμε μια γρήγορη βόλτα και αγοράσαμε μερικά τοπικά γλυκά, λες και δεν είχαμε φάει τίποτα όλη μέρα. Για μια ακόμα φορά μας “έκλεψαν” με τα ρέστα… πφ!
Και έτσι, σιγά σιγά, επιστρέψαμε για ξεκούραση. Σήμερα είδαμε μια άλλη Τύνιδα, γεμάτη αντιθέσεις, γεύσεις και εικόνες. Και που να ξέραμε τι μας ξημερώνει την επόμενη μέρα!
