1. Η αναδρομή στο παρελθόν συνεχίζεται! Ψηφίστε την Ταξιδιωτική Ιστορία του μήνα για τους μήνες Ιανουάριο - Φεβρουάριο 2016! Κάντε κλικ εδώ!
Απόκρυψη ανακοίνωσης
Με την πλοήγησή σας στο Travelstories.gr αποδέχεστε τη χρήστη cookies που ενισχύουν την εμπειρία χρήσης. -- ΟΚ --

Κωνσταντινούπολη -το πρώτο μας φοιτητικό ταξίδι

Συζήτηση στο φόρουμ 'Ταξιδιωτικές Ιστορίες σε εξέλιξη' που ξεκίνησε από το μέλος Amanda Pinkman, στις 25 Απριλίου 2019.

  1. Amanda Pinkman

    Μηνύματα:
    6
    Likes:
    28
    Επόμενο Ταξίδι:
    Ιταλία
    Ονειρεμένο Ταξίδι:
    Ρωσία
    ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ

    Ξεκινήσαμε οι τρεις μας, εγώ, ο Διονύσης και ο Νικόλας, με λιγότερα από ογδόντα ευρώ έκαστος στο χέρι, ο Διονύσης με 38 λεπτά του ευρώ στην τράπεζα. Η αδρεναλίνη μας συνόδευε από την πρώτη στιγμή του ταξιδιού: ανησυχούσαμε για το ότι θα μέναμε χωρίς λεφτά, και ταυτόχρονα η ιδέα αυτή μας γοήτευε.

    Το ταξίδι ήταν οδικό, με αφετηρία τη Θεσσαλονίκη. Η ξεναγός, cult και αλλόκοτη φιγούρα, ευερέθιστη και πολύ θρησκόληπτη, δε σταμάτησε να λέει το επίθετό μου λάθος. Δεδομένου ότι και το μικρό μου όνομα ξενοφέρνει εντόνως, ο συνδυασμός με έκανε να ακούγομαι σαν γκαρσόνα από κράτος της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Ως αντίποινο, ονομάσαμε κρυφά τη ξεναγό «η μούμια». Οι προθέσεις μας ήταν πάντα αγαθές, μην με παρεξηγήσει κανείς παρακαλώ.

    Η διαδρομή ξεκίνησε νωρίς το πρωί και ολοκληρώθηκε αργά το απόγευμα, ύστερα από μία στάση για φαγητό στη Ραιδεστό. Ώσπου να φτάσουμε, η μούμια είχε ήδη προλάβει να τσακωθεί με αρκετά μέλη του γκρουπ, τα οποία δεν έμειναν ευχαριστημένα από τα κεφτεδάκια της Ραιδεστού –«ο κιμάς απαράδεκτος»- και την συμβούλευσαν να κάνει στάση άλλου την επόμενη φορά.

    Στο ξενοδοχείο, καθώς μας έβαζαν σε δωμάτια, σκεφτόμουν ότι ίσως αποτελούσε πρόβλημα η διαμονή μου στο ίδιο δωμάτιο με δύο άντρες. Αφελής σκέψη εκ μέρους μου, ωστόσο πρόκειται για μουσουλμανική χώρα, και είχε φροντίσει να με τρομοκρατήσει η μητέρα μου: «ζητάνε άδειες γάμου εκεί, ούτε με έναν άντρα δε θα σε αφήσουν να μείνεις, όχι με δύο.» Με λίγα λόγια: «θα βρείτε μπελάδες.» Οι παλμοί λοιπόν, όσο άκουγα ονόματα και αριθμούς δωματίων, κι άλλα ονόματα κι άλλους αριθμούς δωματίων -μας είχαν αφήσει στο τέλος, για σασπένς- είχαν χτυπήσει κόκκινο. Ο Νικόλας, λάτρης της Τουρκίας, πιο Τούρκος κι από Τούρκο στη ψυχή, προσπαθούσε να με καθησυχάσει, λέγοντάς μου πως η χώρα ήταν πολύ μπροστά, «πιο προοδευτική κι από τη δική μας, τι να σου λέω τώρα.»

    Τελικά μας έβαλαν σε τρίκλινο στον έβδομο όροφο, κι αντί για το τμήμα ηθών μας περίμενε ένα συμπαθητικό δωμάτιο με θέα τον ουρανό κι ένα μικρό κομμάτι πάρκου. Αφήσαμε τα πράγματα και βγήκαμε για μια πρώτη βόλτα.

    Είχα επισκεφτεί πάλι την Κωνσταντινούπολη το 2011, και τη θυμόμουν μαγική, με ελάχιστα απρόοπτα: στο διπλανό δωμάτιο του ξενοδοχείου υπήρχε ένα μωρό που κάθε βράδυ έδινε ρεσιτάλ κλάματος, και μια νύχτα χαθήκαμε και κόβαμε ασταμάτητα βόλτες γύρω από το Μπλε Τζαμί προσπαθώντας να βρούμε το δρόμο μας. Από τότε, είχα συνδέσει την Πόλη με μία συγκεκριμένη, απροσδιόριστη οσμή -την οποία παρεμπιπτόντως δε βρήκα τώρα που την επισκέφτηκα πάλι. Επίσης, την τελευταία μέρα του ταξιδιού, πίσω στο 2011, είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου χιόνι να πέφτει, και έμεινα με το παράπονο ότι έφυγα πριν προλάβω να το δω στρωμένο. Είμαι από νησί του Νοτίου Αιγαίου, where the sun is always shining, και ταξιδεύω σχεδόν πάντα καλοκαίρι. Το πόσο είχα απωθημένο να δω χιόνι δεν περιγράφεται, πράγμα που έχει σημασία για τη συνέχεια της ιστορίας.

    2019 ξανά: κατεβήκαμε στην πλατεία Ταξίμ, ο κόσμος ήταν πάρα πολύς παρόλο που ήταν Φεβρουάριος -δεν τον λες και ακριβώς την ψυχή της τουριστικής σεζόν. Φωτογραφηθήκαμε μπροστά στον πύργο του Γαλατά, χαϊδέψαμε δύο κουταβάκια, χαζέψαμε στα διάφορα μαγαζιά, και κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι είχα ξεχάσει να βάλω στη βαλίτσα πιτζάμες. Γενικώς αντιμετωπίζω ιδιαίτερες δυσκολίες στον ύπνο: πολλές φορές αδυνατώ να κοιμηθώ ακόμη και υπό τέλειες συνθήκες, η ιδέα ότι θα κοιμόμουν φορώντας τζιν ήταν σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Οι πρώτες προσπάθειες να βρω πιτζάμες -ή, έστω, αθλητικά είδη- σε μαγαζιά απέβησαν άκαρπες, και τα αγόρια με κορόιδευαν, το διασκέδαζαν αρκετά. Ευτυχώς, κάποια στιγμή, βρήκαμε ένα μεγάλο κατάστημα από όπου μπόρεσα να προμηθευτώ αθεράπευτα σέξι ανδρικές πιτζάμες. Θυμάστε το αρχικό μπάτζετ των ογδόντα ευρώ; Δεκαεφτά από αυτά, σχεδόν το ένα τέταρτο, αναλώθηκαν σε αυτή την αγορά, όμως ο ύπνος είναι ιερός.

    Ύστερα -με εμένα πάντως ανακουφισμένη- ψάξαμε κάτι να φάμε, καταλήγοντας ως ύστατη λύση στα McDonald’s. Αναγνωρίζω πως κάτι τέτοιο αποτελεί βλασφημία στην Τουρκία της μαγικής κουζίνας, ωστόσο ήμασταν κουρασμένοι και πεινούσαμε. Να αξιολογήσω το φαγητό, το τόσο αυθεντικό και παραδοσιακό; Ευχαρίστως. Καλό ήταν το McChicken, κάπως πιο πικάντικο από την ελληνική εκδοχή του.

    Ο Νικόλας, επισκεπτόμενος τέταρτη φορά την Πόλη, είχε φαγωθεί να αγοράσει επιτέλους την Istanbulkart, μια όντως όμορφη κάρτα επιβίβασης για το γραφικό κόκκινο τραμ, στο οποίο επίσης ήταν το όνειρό του να μπει. Πήραμε λοιπόν κάρτες και οι τρεις, και γυρίσαμε στο σημείο εκκίνησής μας με το τραμ. Ωραίο το τραμ, μα πήγαινε αργά- πάρα μα πάρα πολύ αργά. Τουλάχιστον ο Νικόλας ευχαριστήθηκε, και η κάρτα έμεινε για ενθύμιο, διότι αν κάποιος είχε λεφτά για κανονικά, ακριβά σουβενίρ, αυτός ο κάποιος δεν ήμασταν εμείς.

    Πήγαμε στο χειμερινό παζάρι, πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα, αγόρασα μαγνητάκια με δερβίσηδες και Αγίες Σοφίες, συγκράτησα την παρόρμηση να αγοράσω στον πατέρα μου έναν ζίπο με τον Κεμάλ πρώτη μούρη και αντ’ αυτού του πήρα ένα με το γνωστό Κόκκινο Τραμ.

    «Με φειδώ οι λίρες», συμβουλεύαμε ο ένας τον άλλο. Θα μέναμε εν τέλει πανί με πανί, το ξέραμε, αλλά όχι και από την πρώτη μέρα! Ήταν και αυτές οι πιτζάμες που με μάδησαν, για όνομα του Θεού.

    Η μέρα έληξε πολύ όμορφα στο μικρό μαγαζί του φίλου του Νικόλα, -Μεχμέτ τον έλεγαν θαρρώ, χωρίς να είμαι σίγουρη- με ναργιλέ και σαλέπι. Στο μαγαζάκι επιστρέφαμε κάθε βράδυ, ήταν ένας καλός τρόπος να χαλαρώσουμε και να ανακεφαλαιώσουμε όσα είχαμε δει μέσα στην ημέρα. Επιπλέον, μπορούσε και ο Νικόλας να εξασκήσει τα πολυαγαπημένα του τούρκικα, ενώ ήταν και δυο βήματα από το ξενοδοχείο.

    Γυρίσαμε κατά τις δώδεκα και μισή, κουρασμένοι από τις πολλές ώρες στο λεωφορείο αλλά ενθουσιασμένοι με το ταξίδι, και εκεί μας περίμενε μία έκπληξη: τα αγόρια, που τόσο είχαν διασκεδάσει με την πιτζαμο-περιπέτειά μου, είχαν επίσης ξεχάσει τις πιτζάμες τους. Ελπίζω να κοιμήθηκαν υπέροχα με το τζιν ο ένας και με το κοτλέ παντελόνι ο άλλος.

    To be continued
     
    #1
    vickokka, kati_pro, milt94 and 8 others like this.

  2. Amanda Pinkman

    Μηνύματα:
    6
    Likes:
    28
    Επόμενο Ταξίδι:
    Ιταλία
    Ονειρεμένο Ταξίδι:
    Ρωσία
    ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΕΡΑ


    Το πρωινό στο ξενοδοχείο ήταν αρκετά κακό, μερικές φορές σχεδόν αδιευκρίνιστο, κάποια στιγμή ο Διονύσης με ρώτησε «τι είναι αυτό που τρως;», κι η -απόλυτα ειλικρινής- απάντησή μου ήταν: «δεν ξέρω.»

    Αναχωρήσαμε για το ανάκτορο Ντολμά Μπαχτσέ, που στα τούρκικα σημαίνει γεμιστός κήπος. Επιβλητικό το κτίριο, ακριβώς μπροστά του ο Βόσπορος. Το καλύτερο σημείο, μία λευκή πύλη που οδηγεί απλώς στη θάλασσα.

    Στο εσωτερικό, η Μούμια μας είχε μοιράσει ακουστικά για να απολαύσουμε την υπέροχη ξενάγησή της, ωστόσο επί πολλά συνεχόμενα λεπτά την ακούγαμε όλοι να φυσάει τη μύτη της και να παραπονιέται για κάτι χάπια της πίεσης, ακριβώς μέσα στα αυτιά μας. Έβγαλα τα ακουστικά και περιηγήθηκα μόνη στα διάφορα δωμάτια. Τη μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε ο τεράστιος πολυέλαιος από μποέμικο κρύσταλλο, που βρισκόταν στην αίθουσα τελετών. Αποδείχθηκε, τελικά, πως πρόκειται για τον μεγαλύτερο πολυέλαιο του πλανήτη, ζυγίζοντας 4,5 τόνους. Νομίζω πως πρώτη φορά είδα οτιδήποτε βρίσκεται στην κορυφή κάποιας λίστας, το αίσθημα ήταν ενδιαφέρον.

    Αφού βγάλαμε φωτογραφίες στον κήπο με τη λίμνη και τα αγάλματα σε σχήμα ζώων, πήραμε το πλοίο που θα μας πήγαινε κρουαζιέρα στο Βόσπορο. Ευτυχώς προλάβαμε την τελευταία μέρα της καλοκαιρίας και μπορέσαμε να κάτσουμε στο ακάλυπτο πάνω μέρος του πλοίου, απ’ όπου είχαμε πανοραμική θέα. Όμορφα κτίρια, σπίτια κυρίως από ό, τι κατάλαβα, με την εξαίρεση της αιγυπτιακής ( ?) πρεσβείας, όλα μία ανάσα από τη θάλασσα -τα παρατηρούσαμε με ηχητική υπόκρουση τη Μούμια, που περιέγραφε σχεδόν βροντόφωνα σκηνές από τουρκικά σίριαλ. «Σε εκείνο το σπίτι, στο -τάδε- σίριαλ, έμενε η μαμά του Ονούρ.» Παρατήρησα επίσης πως η θάλασσα ήταν τίγκα στις μέδουσες, οι οποίες παρεμπιπτόντως είναι χαριτωμένες όταν τις κοιτάς από ασφαλή απόσταση.

    Ύστερα, το σχέδιο ήταν να επισκεφτούμε δύο από τα Πριγκηπονήσια, τη Χάλκη και την Πρίγκηπο, ωστόσο προλάβαμε να πάμε μόνο στη δεύτερη. Ίσως είχε τσακωθεί η Μούμια με κάποιον στη Χάλκη και είπε να μη ρισκάρει να εμφανιστεί, δε θα μου έκανε εντύπωση.

    Το νησάκι μου άρεσε πάρα πολύ, ήταν ήσυχο, γραφικό, πράσινο, γεμάτο γάτες: ένα από τα μέρη στα οποία θα ήθελε κανείς να αποσυρθεί για να βρει τη γαλήνη. Πληρώσαμε βόλτα με άμαξα για να γυρίσουμε το νησί, και ο αμαξάς μας υπερχρέωσε με τη δικαιολογία ότι «είστε τρεις ενώ συνήθως παίρνω τέσσερις». Τέλεια διαπραγμάτευση έκανε ο Νικόλας με τα τούρκικά του. Στενόχωρη η εικόνα του αλόγου που μας μετέφερε, το ζώο ήταν καταπονημένο και με κάποιο εμφανές πρόβλημα στο δέρμα του ποδιού του. Μην το γενικεύω ωστόσο, τα υπόλοιπα άλογα που είδαμε έδειχναν υγιή.

    Στο εστιατόριο όπου φάγαμε, -κάτι αδιάφορο που ούτε καν το θυμάμαι- υπήρχαν είκοσι πέντε αδικαιολόγητες επιπλέον λίρες στο λογαριασμό μας. Τα μετρήσαμε όλα, ξανά και ξανά για να μη γίνουμε ρεζίλι, ο λογαριασμός έπρεπε να βγαίνει λιγότερος. Όταν ζητήσαμε εξηγήσεις, μας είπαν «twenty five lira for the service.» Κάπως μας χαλάστηκε η διάθεση από αυτό, δεν μπορούσαμε να αποβάλουμε το αίσθημα ότι μας είχαν κλέψει, ενδεχομένως επειδή έδειχναν αφελείς οι φάτσες μας.

    Δεδομένου ότι καμμία από τις εισόδους δεν περιλαμβανόταν στην τιμή του ταξιδιού, -δεν έχω βέβαια κανένα απολύτως παράπονο, ήταν πολύ φθηνή εκδρομή- εκείνη την ημέρα δώσαμε του κόσμου τα χρήματα, βλέπαμε νοερά τα χαρτονομίσματα να πετάνε μακριά μας. Υπενθυμίζω και πάλι το αρχικό ποσό των ογδόντα ευρώ έκαστος- ποιος να το έλεγε ότι θα εξαφανίζονταν τόσο γρήγορα. Με τέτοιο μπάτζετ, ακόμη και το σαλέπι που ήπιαμε στο πλοίο της επιστροφής έβαλε το λιθαράκι του στην επερχόμενη οικονομική κατακρεούργηση.

    Παρ’ όλα αυτά, δεν επιτρέπαμε στο ηθικό μας να πέσει- ήμασταν διακοπές, στο πρώτο μας φοιτητικό ταξίδι, στην πανέμορφη Πόλη, και περνούσαμε υπέροχα. Εκείνο το βράδυ, αφού επιστρέψαμε, φορέσαμε ό, τι καλύτερο είχαμε -τα αγόρια έφεραν ακόμη και γραβάτες, ενώ εγώ είμαι σεσημασμένα χύμα στο κύμα και το πιο κομψό ρούχο που είχα ήταν ένα ζιβάγκο- και πήγαμε στο Intercontinental. Νιώθεις σαν βασιλιάς εκεί μέσα, πραγματικά: όλοι σου μιλάνε πολύ ευγενικά, ο χώρος είναι μεγάλος, η διακόσμηση ακριβή, η πολυτέλεια στον αέρα. Ανεβήκαμε στο roof garden με την απίστευτη θέα, και ψάξαμε προσεκτικά στον κατάλογο για το πιο φθηνό προϊόν, ήμασταν βασιλιάδες με σαράντα ευρώ περιουσία. Δε μιλούσαμε πολύ, κυρίως απολαμβάναμε τη θέα.

    Ακολούθησε το καθιερωμένο σαλέπι στου Μεχμέτ -ή όπως αλλιώς-, και ένα μικρό αλλά πολύ διασκεδαστικό κατ’ εμέ απρόοπτο στο ξενοδοχείο: ο Νικόλας πάτησε το κουμπί του ασανσέρ, κι αυτό ξεκόλλησε και έπεσε στο πάτωμα. Ήταν ένα πάμφθηνο πλαστικό περίβλημα, μα το παλικάρι είχε πανικοβληθεί, φοβόταν ότι θα τον επιπλήξουν/διώξουν/συλλάβουν, ήταν βέβαιος ότι οι κάμερες τον είχαν καταγράψει να «καταστρέφει» το κουμπί κι ότι δε θα αργούσε η ώρα της κρίσεως. Η παράνοιά του είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε όταν την επόμενη μέρα το πρωί η ρεσεψιόν τηλεφώνησε στο δωμάτιό μας για να ξυπνήσουμε -ρητή εντολή της Μούμιας προφανώς- ο Νικόλας ήταν βέβαιος ότι είχαν δει τελικά το βίντεο και τηλεφώνησαν για να τον προειδοποιήσουν πως η αστυνομία ήταν καθ’ οδόν και για να του απαριθμήσουν τα δικαιώματά του.
     
    #2
  3. Amanda Pinkman

    Μηνύματα:
    6
    Likes:
    28
    Επόμενο Ταξίδι:
    Ιταλία
    Ονειρεμένο Ταξίδι:
    Ρωσία
    ΤΡΙΤΗ ΜΕΡΑ

    Το highlight του ταξιδιού έλαβε χώρα αυτή τη μέρα, καθώς επισκεφτήκαμε το ιστορικό κέντρο.

    Ο καιρός ήταν ζόρικος: έβρεχε και είχε αρχίσει να χιονίζει, πράγμα που μου δημιούργησε φιλοδοξίες να δω για πρώτη φορά στρωμένο χιόνι. Η ομπρέλα δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, γιατί ο αέρας την διέλυε.

    Ξεκινήσαμε με την Αγία Σοφία, το σημαντικότερο σημείο αναφοράς στην Πόλη. Είναι αλήθεια πως νιώθει κανείς δέος βλέποντας την μεγαλοπρέπειά της και αντιλαμβανόμενος την ιστορική σημασία της, ωστόσο προσωπικά μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση η αντίθεση ανάμεσα στις τοιχογραφίες και στα αραβικά γράμματα, η «σύγκρουση» δύο διαφορετικών πολιτισμών και τελικά η επικράτηση του ενός. Η Μούμια φρόντισε να διανθίσει την εμπειρία με επιστημονικές λεπτομέρειες για μαγικές πόρτες που κράτησαν έξω τους εχθρούς και για κρυφά σύμβολα στους τοίχους -έβγαλα και πάλι τα ακουστικά μου μετά από ελάχιστα λεπτά. Έξω, ο Διονύσης προσπαθούσε να φωτογραφίσει την εκκλησία χωρίς να φαίνονται οι μιναρέδες, δοκίμασε κάθε γωνία, μα κατέληξε πως το πιο απλό ήταν να τους αφαιρέσει αργότερα με photoshop.

    Στη συνέχεια, έπρεπε να επιλέξουμε είτε το Μπλε Τζαμί είτε το Υδραγωγείο του Ιουστινιανού, δεν χωρούσαν και τα δύο στο πρόγραμμα, και ένιωσα πολύ τυχερή που τα είχα δει αμφότερα το 2011. Επιλέξαμε το Υδραγωγείο ( άλλως Βασιλική Κινστέρνα) από δική μου παρότρυνση, και στη διαδρομή ο αέρας άρπαξε την ομπρέλα από τα χέρια του Νικόλα και την πέταξε στο δρόμο -παραλίγο να προκαλέσουμε τροχαίο. Το υδραγωγείο είναι όμορφο και ατμοσφαιρικό, κι αν επιθυμεί κανείς να υποκύψει στην εμπορευματοποίηση, μπορεί να ρίξει κέρμα κάτω από το αναποδογυρισμένο κεφάλι της Μέδουσας.

    Σειρά είχε το Μεγάλο Παζάρι, όπου καταφέραμε στα πρώτα δευτερόλεπτα να χαθούμε με τον Νικόλα: ο καημένος έκοβε βόλτες μόνος του για ένα δίωρο. Παρ’ ότι μας είχαν συμβουλεύσει να παζαρέψουμε τις τιμές, καμμία προσπάθεια μου δεν απέδωσε καρπούς. Έπεσα πάνω σε όλους τους αδιάλλακτους, οι οποίοι μου έλεγαν «fixed price», κι έτσι περιορίστηκα σε λίγα πράγματα που έκρινα απαραίτητα: ένα χειροποίητο πράσινο μαντίλι και τσάι μήλου και ροδιού. Ο Διονύσης υπήρξε εξίσου φειδωλός, και πάνω εκεί που νομίζαμε ότι θα τη βγάζαμε καθαρή, περάσαμε έξω από ένα μαγαζί με γλυκά.

    «Να πάρουμε ένα μικρό σακουλάκι;»

    «Μικρό όμως.»

    «Θα πάρουμε ένα και θα το μοιραστούμε.»

    Ο πωλητής δε φάνηκε να συμμερίζεται την επιθυμία μας. Αθώα, μας έφερνε να δοκιμάσουμε κι άλλες γεύσεις γλυκών, ρωτώντας κάθε φορά «να βάλω κι από αυτό;», κι ήταν αδύνατο να αρνηθούμε, σα να μας είχε κάνει μαγικά. Αντί για ένα μικρό σακουλάκι, πήραμε δύο τεράστια, και μας κόστισαν από ένα νεφρό περίπου. Άξιζαν πάντως τον κόπο: πέρα από το ότι ήταν υπέροχα, έμειναν για περίπου ένα μήνα ακόμη και μας θύμιζαν το ταξίδι μας.

    Φεύγοντας από το παζάρι ήμασταν πανί με πανί. Μας αποζημίωσε όμως το χιόνι, που όλη μου τη ζωή είχα απωθημένο να το δω στρωμένο. Όταν αργότερα το βράδυ βγήκαμε να φάμε -κάτι φθηνό οπωσδήποτε-, δυσκολευόμουν πραγματικά να πιστέψω πως όντως έβλεπα αυτό που έβλεπα: χιόνι στους δρόμους, χιόνι στα αμάξια, χιόνι έπεφτε πάνω μας από τον ουρανό, χιόνι παντού. Ήμασταν σχεδόν μόνο εμείς έξω, τριγυρίζαμε ψάχνοντας για εστιατόριο, και αναρωτιέμαι πως γλιτώσαμε όλοι μας την πνευμονία. Φτάσαμε πάντως κοντά σε τραυματισμό: κάποια στιγμή γλίστρησα και έπεσα πάνω στον Διονύση αρπάζοντάς τον. Ζυγίζει λίγο παραπάνω από μία μεγάλη γάτα, και αν δεν είχε κρατήσει την ισορροπία του, θα είχαμε σωριαστεί και οι δύο κάτω.

    Το φαγητό ήταν τοπικό επιτέλους, μα δε θυμάμαι κάτι ιδιαίτερο: συμπαθητικό κρέας, και πάρα πολύ καλό πιλάφι. Παραδοσιακά ήπιαμε ένα σαλέπι στου Μεχμέτ και γυρίσαμε στο ξενοδοχείο για ύπνο. Ο ουρανός ήταν μωβ εκείνες τις ώρες λίγο μετά τα μεσάνυχτα, και ήταν όμορφο το συναίσθημα του να κοιμάσαι ενώ έξω πέφτει χιόνι.
     
    #3
    chris7, Señor_Nada, makisg and 3 others like this.