• Χριστουγεννιάτικος Ρετρό Διαγωνισμός 2007-2009 !

ΗΠΑ «Δεν πιστεύω να σας πηγαίνει ο Γιώργος σε τίποτα ερημιές…»

manelaki

Member
Μηνύματα
1.282
Likes
397
39 σελιδες Α4 ειναι η ιστορια σου Γιωργο (την εκτυπωσα ), η οποια ειναι ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ για αλλη μια φορα.
Πραγματι, μπηκα κι εγω στη διαδικασια να το κανω για να τη διαβαζω οπου γουσταρω ανα πασα στιγμη.;) Μου τα χαλασε ο εκτυπωτης ομως κι ετσι κουραζω τα ματια μου στο pc..... ελα μου ομως που δε μπορω να σταματησω!!!:clap:
Ευχαριστουμε που αφιερωσες τοσο χρονο για να μας διηγηθεις ολα αυτα. Αναρωτιεμαι ποτε (το "αν" δε το σκεφτομαι:D) θα φτασω κι εγω εκει να ταξιδεψω σ'αυτα τα μερη.

Παω να συνεχισω το διαβασμα....
 

manelaki

Member
Μηνύματα
1.282
Likes
397
Μ'αρεσαν ολα παρα πολυ! Ολοκληρη η ιστορια ηταν εκπληκτικη. Αλλα αυτο που μ'αρεσε περισσοτερα (εκτος απ'το PowWow) ηταν η αφηγηση σου για οτιδηποτε σχετικα με το Harlem, κι ειδικα ο Billy και ολα οσα ελεγε στα παιδια. Καταπληκτικη εμπερια μπραβο βρε Yorgo.

Τέλος, να πω άλλη μια φορά πως εκπλήσσομαι που το όλο thread θα ξεπεράσει τις 6.000 επισκέψεις. Προσωπικά αδυνατώ να διαβάσω ταξιδιωτικές ιστορίες τόσο εκτενείς και κάπου χάνω το ενδιαφέρον, ειλικρινά απορώ που τόσοι άνθρωποι αφιέρωσαν τόσο χρόνο να διαβάσουν τέτοια κατεβατά, με τιμά ιδιαιτέρως και ευχαριστώ τους πάντες.
Και φυσικα μη σε παραξενευει αυτο. Προσωπικα λατρευω τα βιβλια με ταξιδιωτικο περιεχομενο, ειδικοτερα ταξιδιωτικες ιστοριες (σχεδον μονο τετοια βιβλια μ'αρεσει να διαβαζω). Οπως καταλαβαινεις οι καλογραμμενες ιστοριες εδω μεσα ειναι σαν ενα ωραιο βιβλιο. Μακαρι να τα'χα και σε εντυπη μορφη να τα διαβαζω εκτος pc.

Καλα ταξιδια Yorgo.
 

Baroness

Member
Μηνύματα
22
Likes
9
Ταξίδι-Όνειρο
ΠΕΡΟΥ
...με καθυστερηση 2 ετων, 2 μηνων και 2 ημερων απο το τελος της εξιστορησης του Γιωργου - Το καταφερα! και οχι μονη μου ...το εστειλα και στο boy και ενθουσιαστηκαμε παρεα. Υπηρχε καιρο τωρα η ιδεα για Road trip στην Αμερικη σε συνδιασμο με ΝΥ, ειμασταν ομως αναποφασιστοι στο μερος. California? Southwest? New England? Southeast? Τωρα πια ξερουμε! ...το μονο που μας μενει ειναι τα λεφτα και ο χρονος (λεπτομεριες, ε? :( )
 

elenara88

Member
Μηνύματα
1.788
Likes
1.829
Επόμενο Ταξίδι
Πορτογαλία
Ταξίδι-Όνειρο
Ανταρκτική, Περού, Ινδία
Αχ βρε ατιμε με ξενυχτησες, και μου βαλες και ιδεες !!! Μπραβο και παλι μπραβο, και γω βαριεμαι τις τεραστιες ιστοριες μα η δικη σου μονο βαρετη δεν ηταν...;)
Υ.Γ Ολο ελεγα να ερθω να σε γνωρισω χτες και ξαφνικα εξαφανιστηκες:rolleyes:
 

PhysioDuck

Member
Μηνύματα
378
Likes
587
Επόμενο Ταξίδι
Είναι τόσο πολλά...
Ταξίδι-Όνειρο
Warwick, NY
Φοβερή εξιστόρηση! !! :clap:
Έχεις το ταλέντο να μας μεταφέρεις στο σκηνικό. Έχεις σκεφτεί να γράψεις βιβλίο; (αν δεν το έχεις κάνει ήδη...)

Από τις καλύτερες ιστορίες που έχω διαβάσει.

Υ.Γ. Ευχαριστούμε για τον κόπο σου, φίλε!
 

I love NY

Member
Μηνύματα
65
Likes
68
Επόμενο Ταξίδι
new york-montreal ξανά
Ταξίδι-Όνειρο
Ν.Υόρκη-Καλιφόρνια οδικώς
Δεν έχω λόγια να εκφράσω το θαυμασμό μου!!!
Συγχαρητήρια, νομίζω είναι η δεύτερη φορά που την διαβάζω. Δύο φορές Αμερική,2009 και 2019, την τρίτη φορά που θέλω να πιστεύω ότι δεν αργεί, σκοπεύω να οδηγήσω αμέτρητα χλμ όπως εσείς, για να δω τα περίφημα εθνικά πάρκα τους!!!
Respect👏👏👏
 

locoloco72

New Member
Μηνύματα
4
Likes
8
Επόμενο Ταξίδι
SRI LANKA
Ταξίδι-Όνειρο
BOLIViA
Επί χρόνια σχεδιάζαμε να κάνουμε ένα ταξίδι με δυο παιδικούς φίλους. Ο ένας είναι είλωτας σε πολυεθνική, οπότε το να πάρει άδεια άνω των 10 συνεχόμενων ημερών είναι αδύνατον στην Ελλάδα του 2009 με τα φανταστικά εργατικά δικαιώματα κι ο άλλος παρότι έχει χρόνο, πάντα πήγαινε κάπου αλλού ή δεν το έπαιρνε απόφαση ή δεν ταίριαζαν οι εποχές μας. Ούτε στην Κούβα δεν έχουν φιλοτιμηθεί να έρθουν για επίσκεψη…

Το ατύχημά μου στην Ινδία και η υποχρεωτική παραμονή –λόγω εγχείρησης και αποθεραπείας- στην Ελλάδα μάς έδωσαν την ευκαιρία να κάτσουμε και να συμφωνήσουμε: επελέγησαν οι ΗΠΑ, συγκεκριμένα οι ΝΔ πολιτείες (Αριζόνα, Νεβάδα, Γιούτα, Κολοράντο και Νιού Μέξικο) για δύο εβδομάδες Ιούλιο, ενώ με τον έναν εκ των δύο θα συνεχίζαμε και για ΝΥ και Ουάσιγκτον για άλλη μια εβδομάδα (ο είλωτας της πολυεθνικής δεν υπήρχε περίπτωση να έπαιρνε και τρίτη εβδομάδα άδεια, ήδη οι δύο πρώτες ήταν υπέρβαση). Ο λόγος που επελέγησαν οι ΗΠΑ είναι ότι οι δύο είναι φανατικοί οδηγοί και θέλανε να κάνουμε road trip, ότι μας ενδιέφεραν κυρίως τοπία, ότι οι ΗΠΑ είναι μια χώρα ασφαλής, με καλούς δρόμους, εύκολη για ταξίδι και ότι είναι πρωτοκοσμική χώρα, βασική προϋπόθεση για τον λιγότερο πολυταξιδεμένο εκ των τριών.

Κλείσαμε τα εισιτήρια, έβγαλε τη βίζα αυτός που δεν την είχε, κλείσαμε και το αμάξι… και μετά από λίγους μήνες μας προέκυψε η υστερία των ελληνικών ΜΜΕ με την ακίνδυνη γρίπη! Το ταξίδι φαινόταν να πηγαίνει για φούντο, εγώ από την Κούβα δεν είχα τα μέσα να τους μεταπείσω πως το θέμα της γρίπης είναι γελοίο και πως δεν υφίσταται πουθενά πλην Ελλάδος αυτή η υστερία. Ευτυχώς, μια επαγγελματική συγκυρία με έφερε για λίγες μέρες στην Ελλάδα τον Ιούνιο, οπότε κι επιστράτευσα φίλο υπεύθυνο μικροβιολογικού τμήματος αθηναϊκού νοσοκομείου, θείο-φαρμακοποιό που μας έκανε και τα απλά εμβόλια γρίπης, συν μια σειρά από άρθρα και στατιστικά που αποδεικνύουν ότι η εν λόγω γρίπη είναι πιο ακίνδυνη κι από την απλή γρίπη και –με πολλές επιφυλάξεις- το ταξίδι ξαναπήρε ζωή. Επέστρεψα στην Κούβα και το ραντεβού μας ήταν για το αεροδρομίου του Φοίνιξ στις 4 Ιουλίου, εθνική εορτή στις ΗΠΑ.

Η πτήση από Αβάνα για Κανκούν ήταν σχεδόν γεμάτη, πράγμα που αποδεικνύει πως η όλη βαβούρα με τη γρίπη δεν επηρέασε και τόσους ανθρώπους τελικά. Στο Κανκούν έχω μόνο 3 ώρες για να πάρω την αποσκευή μου –συνήθως ταξιδεύω μόνο με χειραποσκευή, αλλά πήρα και όλα μου τα πράγματα από την Κούβα μη γνωρίζοντας πότε θα επιστρέψω εκεί- για να αλλάξω terminal και να ξανακάνω check-in, αφού μεταξύ Κούβας και ΗΠΑ δεν υπάρχουν απευθείας πτήσης για το απλό κοινό κι ακόμη κι αν πετάς με την ίδια εταιρεία πρέπει να ξανακάνεις τη διαδικασία check-in από την αρχή, η πτήση δε γίνεται να είναι connecting, για χάρη ενός καπρίτσιου μερικών βλαμμένων στο Μαϊάμι…

Η πτήση είχε καθυστέρηση, αλλά τελικώς πρόλαβα μια χαρά. Η επόμενη ανησυχία ήταν αν θα με άφηναν να μπω στις ΗΠΑ, διότι την προηγούμενη φορά που το επιχείρησα (έχοντας πάντα αμερικάνικη βίζα) δε μου επετράπη η είσοδος στη χώρα, πιθανόν λόγω της «ύποπτης διαδρομής» (Αβάνα-Παναμάς-Βενεζουέλα-Κολομβία), πιθανόν λόγω πρότερου βίου (…), πιθανόν λόγω «εξωτικών» χωρών στο διαβατήριό μου, δε θα μάθω ποτέ, δε σου εξηγούν κιόλας. Έφτασα στο Χιούστον μια χαρά, πέρασα και τον έλεγχο διαβατηρίων αφού μου έγινε παρατήρηση διότι δεν είχα τη διεύθυνση του ξενοδοχείου όπου θα έμενα (το όνομα δεν αρκεί, θέλουν και διεύθυνση) και μετά… φυσικά έγινα singled out, με απομόνωσαν δηλαδή για να μου ψάξουν όλα τα πράγματα, ακόμη και τα βιβλία (ξεφύλλισμα και ανάγνωση των περιεχομένων παρακαλώ!) όπως γίνεται πάντα όταν πηγαίνω στην Αμερική. Για πρώτη φορά πάντως δε με έβαλαν γδυθώ τσίτσιδος και ο υπάλληλος ήταν ευγενέστατος, βρήκε κάτι βιβλία και μου έπιασε την κουβέντα (κλασικό «ψάρεμα» των υπαλλήλων ασφαλείας αλλά ευγενέστατος πραγματικά) και σε 20 λεπτάκια με άφησαν να φύγω.


Μου έμενε ένα δίωρο στο αεροδρόμιο, κατά το οποίο πρόλαβα να ξεχάσω το διαβατήριό μου σε κάποιο ψιλικατζίδικο, αλλά τελικώς το βρήκα εγκαίρως. Η κυρία πάντως στο γκισέ πληροφοριών όπου πήγα να δηλώσω την απώλεια ήταν απαντάμ παπαντάμ, μόλις της είπα πως κάπου ξέχασα το διαβατήριό μου, με ρωτάει «Το διαβατήριό σας για ποιο προορισμό είναι;». Κουφάθηκα, της εξήγησα ότι μιλάω για διαβατήριο κι όχι εισιτήριο κι επανήλθε με νέα φοβερή ερώτηση: «Δηλαδή αν δεν το βρείτε ποιο είναι το πρόβλημα; Γιατί δεν πετάτε με την άδεια οδήγησης;». Εξήγησα και πάλι ότι είμαι ξένος, πως μέσα σε αυτό βρίσκεται η αμερικάνικη visa, πως δεν πρόκειται να με αφήσουν να βγω από τη χώρα χωρίς διαβατήριο και πως 4η Ιουλίου αποκλείεται να είναι ανοικτή η πρεσβεία και στο κάτω-κάτω δεν έχω και άδεια οδήγησης. Από όλα αυτά, φάνηκε να την εντυπωσιάζει το τελευταίο: «Δεν οδηγείτε; Καλά και τότε τι χρησιμοποιείτε ως ταυτότητα;». Αποφάσισα να την αφήσω στον κόσμο της και τελικά βρήκα το διαβατήριό μου και πήγε η ψυχή μου στη θέση της. Αποδεικνύεται πάντως πώς μια στιγμιαία αφηρημάδα έχει τη δυναμική να διαλύσει ένα ταξίδι… Το φοβερό πάντως είναι ότι και τις δύο φορές που ρώτησα αστυνομικούς με παρέπεμψαν στη συγκεκριμένη κυρία, δηλαδή αν όντως χάσεις το διαβατήριό σου, άντε να τα βγάλεις πέρα…

Προσγειώθηκα στο Φοίνιξ, την αδιάφορη πρωτεύουσα της Αριζόνα, όπου το μικρό αλλά λειτουργικό αεροδρόμιο έχει την πρωτοτυπία ότι στο χώρο παραλαβής αποσκευών μπαίνει όποιος περαστικός θέλει, αφού η έξοδος προς την πόλη είναι ορθάνοιχτη. Μπαίνει δηλαδή ένας περαστικός, παίρνει και καμιά βαλίτσα πριν φτάσουν οι επιβάτες και δεν τρέχει και τίποτε… Βρέθηκα με τους Χ και Α, οι οποίοι είχαν φτάσει την προηγούμενη, είχαν παραλάβει το αμάξι (μάλιστα έκαναν και upgrade τα πουλάκια μου, όταν λείπει η γάτα του budget χορεύουν τα ποντίκια…), τελείωσαν και με τα ψώνια τους ώστε να μην υποστώ εγώ το μαρτύριο των αγορών κι αυτοί το μαρτύριο της αντικαταναλωτικής μουρμούρας μου και ήμαστε έτοιμοι να φύγουμε.

Ο Χ είχε κλείσει δωμάτιο στο Wickenburg, ένα ασήμαντο χωριό στο δρόμο για το Grand Canyon, αφού ήταν 4η Ιουλίου και τα πιο ενδιαφέροντα χωριά Jerome και Prescott ήταν γεμάτα. Η πρώτη εντύπωση από το κατάλυμα/μοτέλ ταν άψογη: για 75$ (17,5 ευρώ/άτομο με τη σημερινή ισοτιμία) είχαμε ένα πεντακάθαρο και μεγάλο δωμάτιο με cable TV, πρωινό και δωρεάν ίντερνετ (το οποίο τελικώς ήταν στάνταρ παντού πλην του Βέγκας όπου τα ξενοδοχεία προτιμούν να σε έχουν στο σαλόνι τους να τζογάρεις παρά στο δωμάτιο να κάνεις chat). Η κυρία ήταν ευγενέστατη, ήξερε και πέντε πράγματα για την Ελλάδα και το κλου ήταν και η εξωτερική πισίνα με το τζακούζι όπου κάτσαμε και τα είπαμε. Είναι εμφανές πως έχουμε τελείως διαφορετικά στιλ ταξιδιού, οπότε θα πρέπει να υπάρχουν αμοιβαίες υποχωρήσεις, αλλά το σημαντικό είναι ότι μετά από τόσο καιρό βρισκόμαστε κι οι τρεις παρέα και δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να μου λείπει από την Ελλάδα όσο οι φίλοι μου (ακολουθούν το σουβλάκι, το γήπεδο και το ίντερνετ, τα ξανάπαμε αυτά).

Το πρωινό ήταν αξιοπρεπέστατο, το τσακίσαμε και φύγαμε. Στόχος για σήμερα είναι να περάσουμε από το Prescott και το Jerome, που κατά τον οδηγό μας έχουν «όμορφα βικτωριανά κτίρια» και «την καλύτερη τοποθεσία από όλες τις πόλεις στην Αριζόνα» αντίστοιχα. Το Prescott αποδείχθηκε συμπαθητικό, πέσαμε και στη γιορτή της πυροσβεστικής όπου οι πυροσβέστες έκαναν νεροπόλεμο με τις μάνικες στο κέντρο της πόλης, αλλά το Jerome ήταν σκέτη απογοήτευση, μερικά βικτωριανά κτίρια ούτε ενός αιώνα και απλά ήταν χτισμένο σε μια πλαγιά… Δε θέλω να ακούγομαι σαν τους Σαλονικιούς όταν πάνε στο εξωτερικό με ατάκες στιλ «Ρε στη Χαλκιδική έχεις πάει;», αλλά αυτός που τον έγραψε τον οδηγό… από την Αράχοβα έχει περάσει; Ήμασταν λίγο απογοητευμένοι, διότι ακόμη και το συμπαθές Prescott ήταν απλώς αυτό: συμπαθές. Ελπίζαμε το υπόλοιπο ταξίδι να επιφυλάσσει περισσότερες ομορφιές, άλλωστε εκτός των φημισμένων εθνικών πάρκων σκοπός ήταν να επισκεφθούμε και παλιές καουμπόικες πόλεις και ιστορικά χωριουδάκια κι αν είναι να είναι όλα σαν το Jerome, την κάτσαμε τη βάρκα.

Συνεχίσαμε για τη Sedona, που είναι γνωστή για τους περίεργους και έντονα κόκκινους πέτρινους σχηματισμούς της. Πράγματι, η φύση ήταν πολύ ενδιαφέρουσα εκεί γύρω, παρότι γινόταν της Πόπης από τουρίστες, άλλωστε μιλάμε για το Σαββατοκύριακο της εθνικής εορτής. Όμορφοι σχηματισμοί σε εντυπωσιακό χρώμα, αλλά ακόμη κάτι λείπει… Είδαμε μπόλικους χαρλεάδες, ανοίγω την ψευδοροφή για να τους βγάλω μια φωτογραφία κι αυτοί αντί να με μουντζώσουν (όπως υποθέτω ότι θα γινόταν στην Ελλάδα) με χαιρέτησαν και μας έγνεψαν και πάλι όταν τους προσπεράσαμε ενώ έπιναν νερό. Μάγκες και ακομπλεξάριστοι.

Είναι ήδη αργά το απόγευμα κι αν θέλουμε να προλάβουμε να δούμε κάτι από το Grand Canyon θα πρέπει να βιαστούμε. Η εύκολη επιλογή ήταν να πάρουμε την ευθεία από το Williams, αλλά έτσι θα φτάναμε από τη νότια είσοδο, όπου ειδικά σε Σαββατοκύριακο αργίας θα γινόταν χαμός. Οπότε, πήραμε την 89 από τα ανατολικά, που ήταν όμως πολύ μεγαλύτερη σαν απόσταση… αλλά άξιζε τον κόπο. Η πρώτη θέα του Grand Canyon ήταν πριν καν μπούμε στο ομώνυμο πάρκο, χωρίς είσοδο και με μόλις τρεις-τέσσερεις Navajo να μαζεύουν την πραμάτεια τους αφού οι όποιοι τουρίστες περνάνε από εκεί είχαν φύγει. Πλησιάσαμε το φαράγγι… χάος, με πέτρινα δαχτυλίδια να σχηματίζουν λίθινες αποχρώσεις για δεκάδες μέτρα και να χάνονται στην άβυσσο. (εντάξει, το ξέσκισα στο λυρισμό… φτάνει). Έχω δει και μεγαλύτερα φαράγγια (το Περού ας πούμε έχει διάφορα), αλλά αυτό έχει πιο καθέτους τοίχους που το κάνουν πολύ εντυπωσιακό και το γεγονός πως ήμασταν και μόνοι μας μετά από μια διαδρομή απέραντης ευθείας ενέτεινε την πρώτη εντύπωση. Βγάλαμε την κλασική πρώτη φωτογραφία και βαλθήκαμε να χαζεύουμε τη θέα για κάμποση ώρα. Συνεχίσαμε, πληρώσαμε τα 25$ ανά όχημα (το εισιτήριο ισχύει για μία εβδομάδα, το οποίο βολεύει για όσους θέλουν να μπουν και από άλλη είσοδο, π.χ. από τo North Rim, παίρνεις και καταπληκτικό φυλλάδιο, μια χαρά υποδομή έχουν τα πάρκα τους, μπράβο τους) και αρχίσαμε να σταματάμε σε κάθε viewpoint. Το ένα ήταν πιο εντυπωσιακό από το άλλο αλλά, όπως και να είναι, η πρώτη θέα είναι αυτή που σου μένει και ειδικά από τη στιγμή που ήμασταν μόνοι μας. Μετά από το πέμπτο ή έκτο viewpoint πλέον κουραστήκαμε, δεν είναι για πολλά-πολλά άλλωστε και η ύπαρξη πλήθους μεγάλου στα viewpoint κοντά στη νότια είσοδο χαλάνε την όλη ατμόσφαιρα. Φοβάμαι πως όσοι μπαίνουν από τη νότια είσοδο χάνουν το σημαντικότατο στοιχείο της γαλήνης που υπογραμμίζει την απεραντοσύνη του φυσικού σκηνικού (είπαμε, όχι άλλο λυρισμό…).

Γεμισμένοι από πανέμορφες εικόνες αλλά πτώματα, επιστρέφουμε στο Williams, όπου και θα κοιμόμασταν, μετά από 550 χλμ (!) διαδρομής. Το ξενοδοχείο στο Williams ήταν ένα κουκλίστικο οικογενειακό σπιτάκι με αρκουδάκια στα έπιπλα και τα σκαλιά, παιδικές ταπετσαρίες, τετράπαχα παπλώματα και πάλι πρωινό στην κουπαστή. Λίγο Κάντι-Κάντι, μικρό σπίτι στο λιβάδι και Νιλς Χόλσεγκερσον όλα μαζί, αλλά γραφικό. Περπατήσαμε την πόλη, η οποία βρίσκεται στη Route 66, τον παλιό εγκαταλελειμμένο δρόμο με τα ερειπωμένα σπίτια, αμάξια, μαγαζιά και τις πινακίδες από νέον του ’50. Κάτσαμε για δείπνο σε ένα ρετρό εστιατοριάκι με διακόσμηση Route 66 κι ένα παλιό αμάξι να κρέμεται, νόμιζες ότι θα βγει ο Νατ από το 90210 (πού το θυμήθηκα αυτό; ) να σε σερβίρει. Τελικά μας σέρβιρε ένας μαντράχαλος και το φαγητό ήταν ψιλοσάπιο, αλλά είπαμε, δεν είναι και γαστρονομικός τουρισμός οι νοτιοδυτικές πολιτείες…

Το άλλο πρωί ξυπνήσαμε πρωί, κάναμε μια βόλτα να δούμε το όμορφο Williams που δεν είναι παρά τέσσερεις δρόμοι με λίγο ρετρό και πολύ κιτς, συν ένα παλιό τραίνο που πηγαίνει μέχρι το Grand Canyon όσους θέλουν να φτάσουν εκεί σιδηροδρομικώς, πληρώνοντας καμιά εκατοστή δολάρια κι έχοντας κι ένα τύπο να τους παίζει το μπάντζο του. Συνεχίσαμε για Route 66, ξεκινώντας από το Selingman, όπου τα memorabilia από περασμένες εποχές δίνουν και παίρνουν, ενώ τα εγκαταλελειμμένα βενζινάδικα, οι παρατημένες Μπίουικ, τα σκουριασμένα άδεια βενζινάδικα και οι αντίκες κάθε είδους δίνουν ένα ρομαντικό τόνο σαπίλας κι εγκατάλειψης στη μέση της ερήμου της Αριζόνα.
Στο Truxton (πάντα πάνω στην 66) βάλαμε βενζίνη σε ένα παππού που φαινόταν σα να έχει βγει από ταινίες γουέστερν, συνεχίσαμε με τα ερημικά τοπία μέχρι το Kingman, αλλά αντί να συνεχίσουμε βόρεια για Las Vegas από εκεί, αποφασίσαμε να πάμε λίγο πιο νότια για να δούμε το… καουμπόικο Oatman. Πριν φτάσουμε όμως εκεί, το πραγματικό αξιοθέατο ήταν η διαδρομή: ξαφνικά η άσφαλτος χαλάει και θυμίζει ελληνικούς επαρχιακούς δρόμους του ‘80, τα αραιά σπίτια χάνονται, βλέπεις μόνο τροχόσπιτα στη μέση του πουθενά με σκουριασμένα γραμματοκιβώτια από την εποχή του Νώε, κάκτοι κάνουν την εμφάνισή τους, ο δρόμος αποκτά υψόμετρο και προσφέρει πανέμορφες θέες πάνω από τα βράχια και πλέον δε βλέπουμε ούτε ένα αμάξι. Αυτή είναι η πραγματική 66, με την αίσθηση εγκατάλειψης και της απέραντης ερημιάς στο δρόμο να σε κυριεύει, απούσα από τον ταξιδιωτικό οδηγό μας αυτή η διαδρομή, μάλλον γι’ αυτό και είμαστε εντελώς μόνοι. Κι αν πάθουμε καμιά βλάβη στη μέση του πουθενά τι γίνεται; Σιγά μην πάθουμε βλάβη, λέω, ενώ η φράση της ανήσυχης μαμάς του Χ θα μας συνοδεύει για τις επόμενες δύο εβδομάδες: «δεν πιστεύω να σας πηγαίνει ο Γιώργος σε τίποτε ερημιές!». Όχι καλέ… Ειδικά στη Γιούτα μες στον πολιτισμό ήμασταν…


Το Oatman επίσης άξιζε το detour… Κτίρια βγαλμένα από το Λούκυ Λουκ, σαλούν με χιλιάδες μονοδόλαρα να κρέμονται από την οροφή, γαϊδουράκια που απέμειναν από την εποχή που τα χρησιμοποιούσαν στο γειτονικό χρυσορυχείο και πλέον μπουκάρουν και στα μαγαζιά (!), μέχρι και κιτς ψεύτικη μονομαχία με καουμπόηδες είχε, που ευτυχώς τη χάσαμε. Πλην της κατανοητής εμπορευματοποίησης, υπάρχει και η ακατανόητη αμερικάνικη εμμονή στο αυτοκίνητο. Η πόλη έχει όλο κι όλο ένα δρομάκο με αρκετά ιστορικά ξύλινα κτίρια, τα οποία όμως επισκιάζονται από τα τερατώδη τζιπ των ντόπιων κατοίκων/εργαζομένων/επισκεπτών. Είναι τόσο δύσκολο να απαγορεύσουν το παρκάρισμα μπροστά από το πανέμορφο σαλούν του 1882; Δεν είναι, όπως θα μας αποδείξει το καταπληκτικό Tombstone καμιά δεκαριά μέρες αργότερα…

Συνεχίσαμε για το Topock όπου το GPS (πού είσαι mio gps να με καμαρώσεις… έμαθα κι εγώ τι είναι το gps κι ας μην ξέρω να οδηγώ…) μας εγκατέλειψε διότι μπήκαμε στην Καλιφόρνια η οποία δεν περιλαμβανόταν στους χάρτες του… Μπήκαμε λοιπόν στην Καλιφόρνια, βγήκαμε, ξαναμπήκαμε, μετά νομίζαμε ότι βρήκαμε αλλά πάλι μέσα ήμασταν, μέχρι που μας υπέδειξε ένας καλός άνθρωπος το δρόμο για Νεβάδα.

Μπαίνοντας στη Νεβάδα μας μένει πολύς δρόμος μέχρι το Las Vegas, ατέλειωτη ευθεία όπου μάλιστα γίνονται και έργα, σα να μη μας έφτανα τα γελοιωδώς χαμηλά όρια ταχύτητας των ΗΠΑ. Πάντως η μονοτονία του τοπίου σπάει από τα καζίνο, τα οποία ξεκινούν με το που μπαίνει κανείς στη Νεβάδα, από τις ταμπέλες που σε προτρέπουν «να δοκιμάσεις και συ μια καραμπίνα, τώρα σε προσφορά!» (ε, να πάρουμε μία να έχουμε, μπορεί να μας χρειαστεί, π.χ για το Βύντρα) και από την εμφανή παρουσία των Ινδιάνων-καζιναρχών. Κάπου εκεί στο πουθενά είχα και τη φαεινή ιδέα να σταματήσουμε να φάμε σε εστιατόριο υπέρβαρων Ινδιάνων με «ινδιάνικο» μενού… τρελή αποτυχία, αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη.

Η άφιξη στο Βέγκας έγινε το απογευματάκι. Ο Χ έχει κλείσει δωμάτιο στο MGM, το οποίο σύμφωνα με τη Wikipedia είναι το δεύτερο μεγαλύτερο ξενοδοχείο στον κόσμο. Επειδή είναι Δευτέρα, το κόστος είναι πολύ λογικό, μόλις 128$ για το τρίκλινο (με τη σημερινή ισοτιμία βγαίνει 30ευρώ το άτομο), αν είχαμε πάει την προηγούμενη ήταν τριπλάσια, αλλά είπαμε: ο προγραμματισμός έγινε πολύ καιρό πριν (πράγμα που δε συνηθίζω να κάνω, πάντως) κι έτσι όλα αυτά είχαν προβλεφθεί, να ευλογήσουμε και τα γένια μας λιγάκι…

Μπαίνοντας στο πελώριο (και κεντρικότατο) MGM νιώθει κανείς ολίγον βλάχος, ομολογώ πως ρεσεψιόν με είκοσι άτομα δεν είχα ξαναδεί, ενώ τα λούσα, τα χρυσά (αλλά και αληθινά σε γυάλα!) λιοντάρια έχουν ως στόχο να θαμπώσουν τον επισκέπτη, πράγμα που με εμάς τουλάχιστον το κατάφεραν. Λόγω αντικειμένου σπουδών και πρότερης εργασιακής εμπειρίας, με ενδιέφερε πολύ ο τρόπος διοίκησης ενός τόσο μεγάλου ξενοδοχείου. Οι τύποι είναι απίστευτα αποτελεσματικοί, το ξενοδοχείο –όπως σωστά παρατήρησε ο Α- λειτουργεί σαν αεροδρόμιο, με εντελώς διαφορετικά sections, τα δωμάτια είναι πολυτελή, αλλά εν τέλει φαίνεται ότι ο στόχος του ξενοδοχείου είναι να σε κρατήσει μέσα: οι διάδρομοι είναι δαιδαλώδεις και περνούν μέσα από όλα τα καζίνο του ισογείου (δεν υπάρχει δηλαδή μια βασική αίθουσα καζίνο, το καζίνο είναι… όλοι οι ενδιάμεσοι χώροι ανάμεσα σε μαγαζιά, τουαλέτες, εστιατόρια, ρεσεψιόν κλπ) ώστε να «τσιμπήσεις» και να κάτσεις να παίξεις σε ένα τραπέζι ή ένα κουλοχέρη. Κι άμα κάτσεις, υποτίθεται πως δε σηκώνεσαι, διότι λίγο ο τζογαδόρικος εθισμός, λίγο οι σιλικονάτες που σερβίρουν δωρεάν ποτά σε όποιον παίζει (άμα είναι πιωμένοι πού να κερδίσουν οι άνθρωποι; ), λίγο η έλλειψη ρολογιών και φώτων… περνάει η μέρα κι ακόμη εκεί είσαι. Ενδιαφέρουσα προσέγγιση μάρκετινγκ χωρίς αμφιβολία, αλλά φοβάμαι (ή μάλλον ελπίζω) πως πιάνει μόνο σε λαούς με την αμερικάνικη νοοτροπία. Θέλω να πω, εμείς ως Ευρωπαίοι που κάτσαμε να παίξουμε, βάλαμε ένα στόχο: να διπλασιάσουμε ένα συγκεκριμένο ποσό το οποίο ποντάραμε, κι αν το χάναμε θα φεύγαμε, χωρίς να κάνουμε χρήση των ΑΤΜ που τόσο βολικά βρίσκονται δίπλα στους κουλοχέρηδες. Ο Αμερικανός όμως έχει άλλη νοοτροπία: τη νοοτροπία του winner takes it all, double or nothing, do or die και λοιπά εμπριμέ. Έτσι κερδισμένο βγαίνει το καζίνο, το οποίο μαθηματικά θα σε κερδίσει αν κάτσεις πολύ ώρα να παίξεις. Αντίθετα, αν παίξεις λίγο και με σύστημα (π.χ το κόκκινο-μαύρο στη ρουλέτα) έχεις πολλές πιθανότητες να κερδίσεις, υπό την προϋπόθεση ότι θα βάλεις μόνος σου ένα όριο-φραγμό και θα σηκωθείς να φύγεις όταν το φτάσεις. Απόδειξη ότι το βράδυ και το επόμενο πρωί που παίξαμε κερδίσαμε και οι τρεις και τα συνολικά μας καθαρά κέρδη μάς πλήρωσαν το ξενοδοχείο, το ίντερνετ, τα πρωινά και τα φιλοδωρήματα που δώσαμε στο Βέγκας… Τσάμπα μας βγήκε το Βέγκας!

Τέλος πάντων, πριν παίξουμε πήγαμε να κάνουμε μια βολτίτσα στις εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου: τερατώδες αλλά άνετο, κιτσάτο αλλά με λούσα, λειτουργικό αλλά παγιδευτικό και πάνω απ’ όλα efficient, πραγματικά αξιοθαύμαστο το πώς καταφέρνουν να τα φέρνουν βόλτα με 5.000 δωμάτια και χιλιάδες άτομα να κυκλοφορούν σε όλα τα τμήματα όλο το εικοσιτετράωρο. Εντυπωσιακό το πόσο καθαρό είναι το όλο συγκρότημα με δεδομένο πως έχει μοκέτες αι κυκλοφορούν τόσοι μεθυσμένοι, άλλωστε το Βέγκας για τους Αμερικανούς είναι μια sin city.

Οι άλλοι έκατσαν στην πισίνα, εγώ έκατσα λίγο να χρησιμοποιήσω το ίντερνετ, κι όταν μαζευτήκαμε πήγαμε να φάμε. Τα εστιατόρια του ξενοδοχείου ήταν πολύ ακριβά, στο μπουφέ είχαμε δικαίωμα πρόσβασης…την επόμενη παρότι είχαμε τη διάθεση να πληρώσουμε, οπότε βγήκαμε έξω. Καταλήξαμε στο hooters, όπου το φαγητό ήταν ΟΚ και το θέαμα… πιο ΟΚ! Για να έρθουμε στα ίσα μας πήγαμε βολτίτσα… Τι βολτίτσα δηλαδή, βολτάρα, το ξεφτιλίσαμε το θέμα, δεν ξέρω πόσες ώρες περπατούσαμε, πήγαμε να δούμε όλα αυτά τα διάσημα ξενοδοχεία για τα οποία τα έχουν γράψει κι άλλοι, δεν έχω να προσθέσω τίποτε. Συμφωνώ πως είναι κιτς (κάποια περισσότερο από άλλα) αλλά το θέαμα είναι πολύ ενδιαφέρον από αισθητικής, αρχιτεκτονικής κι επιχειρηματικής σκοπιάς. Η άποψη πως το Λας Βέγκας είναι χάσιμο χρόνου με βρίσκει αντίθετο: δεν ήταν το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του ταξιδιού, αλλά είναι κι αυτό ένα αξιοθέατο που προσφέρει γέλιο, food for thought και μπόλικο ψυχογράφημα αυτού του παζλ που λέγεται αμερικάνικη κοινωνία. Άσε που το να κερδίσεις στο blackjack και τη ρουλέτα παραείναι εύκολο, αρκεί να ξέρεςι να σταματάς, να μην πίνεις και να κάνεις focus στο τραπέζι κι όχι στο ντεκολτέ της κυρίας που σερβίρει.

Θέλαμε να πάμε και σε κανένα στριπτιτζάδικο, αλλά τα πόδια μας δε μας κρατούσαν πια, ειδικά τους δύο ήρωες που τράβηξαν και το κουπί της οδήγησης., πάνω από 500 χιλιόμετρα και σήμερα έκαναν οι άνθρωποι όσο εγώ καθόμουν και θαύμαζα τα τοπία ή ξεκοκάλιζα το "Why did the Soviet Union Collapse?" στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Μήπως έπρεπε να φτιάξει κανένα σοσιαλιστικό Βέγκας ο Γκορμπατσόφ; Λιγότερο ξεφτίλα από τις διαφημίσεις της Pizza Hut που γύρισε θα ήταν και θα άφηνε και κανένα ψιλό στους νταβάριτς. Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο όπου κερδίσαμε τα πρώτα ψιλά (τα υπόλοιπα το επόμενο πρωί) και πέσαμε για ύπνο στα τρίπατα στρώματα (η πολλή χλίδα κάνει κακό λέω εγώ, αλλά ποιος με ακούει…) του MGM.
Το επόμενο πρωί, ξυπνήσαμε αργά, στο τσακ προλάβαμε το μπουφέ, τεράστια ποικιλία, αλλά για άλλη μια φορά νιώθεις λίγο προβατοποιημένος, παρά την απίστευτη αποτελεσματικότητα, ήταν εντυπωσιακό το πόσους ανθρώπους εξυπηρετούσαν σε έναν αναλογικά μικρό χώρο και πόσο καθαρά ήταν τα πάντα. Παίξαμε στο καζίνο του MGM (την προηγούμενη είχαμε παίξει λίγο κι αλλού), κερδίσαμε πάλι με τη γνωστή μέθοδο κι ήρθε η ώρα να φύγουμε.

Τα μωρά θέλανε να ψωνίσουν, εγώ ήθελα να πάμε σε κάποιο κιτς εκκλησάκι να δούμε γάμο α λα Έλβις ή κανένα στριπτιτζάδικο, τελικώς πήγαμε για ψώνια, όπου κατάφερα να μη γκρινιάξω. Οι καταναλωτές πάντως απεφάνθησαν ότι οι τιμές -αν και χαμηλότερες από την Ελλάδα, φυσικά- στα outlets του Λας Βέγκας ήταν σαφώς υψηλότερες από το Φοίνιξ. Για να το λένε, έτσι θα είναι. Το εκκλησάκι κλειστό, το στριπτιτζάδικο άδειο, φύγαμε βουρ για τα εθνικά πάρκα Zion και Bryce, ελπίζοντας ότι θα δούμε το πρώτο και θα κοιμηθούμε κάπου κοντά στο δεύτερο. Από αυτό το σημείο του ταξιδιού κι έπειτα δεν είχαμε κρατήσεις για πουθενά, ήμασταν as we go, πράγμα που μου αρέσει, κλείναμε τα δωμάτια το προηγούμενο βράδυ, όταν και υπολογίζαμε τι ακριβώς από το προσχέδιο προγράμματος θα κάναμε και τι όχι.

Η έξοδος από το Βέγκας ήταν βαρετή, έρημος και πάλι έρημος, μια ευθεία ατέλειωτη, αρχίσαμε να σκαρφιζόμαστε διάφορα παιχνιδάκια για να περάσει η ώρα, ενώ εγώ εντρυφούσα στα αίτια της πτώσης του υπαρκτού σοσιαλισμού... Μπαίνοντας όμως στο Zion πάθαμε την πλάκα μας! Είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς σε ένα τέτοιο ταξίδι, γεμάτο με διαφορετικά τοπία, την καλύτερη φύση, αλλά το Zion σίγουρα είναι στα κορυφαία κομμάτια. Από εκεί που ήμασταν στην έρημο, ξαφνικά το τοπίο γίνεται καταπράσινο και η διαδρομή περνάει σαν πίστα γκραν πρι ανάμεσα στις διάφορες βουνοκορφές. Τα σπίτια και τα ξενοδοχεία, πολύ αραιά, είναι όλα ξύλινα και σαν τεχνοτροπία θυμίζουν κάτι από τα οχυρά των καουμπόηδων με τους πασσάλους δεμένους μεταξύ τους. Κάθε στροφή και άλλη θέα, για πρώτη φορά στην Αμερική είδαμε πολύ πράσινο... η εισαγωγή στη Γιούτα ήταν φανταστική. Ήταν πολύ αργά το απόγευμα, δυστυχώς φωτογραφίες με τέτοιο φως δεν ήταν εύκολο να βγάλουμε, αλλά οι εικόνες που αποτυπώθηκαν στο μυαλό μου ήταν από τις πιο όμορφες σε όλο το ταξίδι, αν και ξαναλέω πως είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς την "εντυπωσιακότερη φύση" σε ένα τέτοιο ταξίδι με τόσα εθνικά πάρκα (επισκεφθήκαμε ή περάσαμε από τουλάχιστον 9). Η εντύπωση πάντως ήταν -για μένα τουλάχιστον- σαφώς πιο έντονη από το Grand Canyon.

Στο τέλος μας έπιασε η νύχτα, συνεχίσαμε πηγαίνοντας προς το Bryce, όπου είχαμε βρει κατάλυμα στο ίντερνετ την προηγούμενη, αλλά σε τέτοια ερημιά και με το GPS να μην έχει λεπτομέρειες για την κοινότητα όπου πήγαμε, χαθήκαμε. Οι μόνοι άνθρωποι που βρήκαμε δε μιλούσαν Αγγλικά, αλλά συνεννοηθήκαμε στα ισπανικά, τα οποία είναι πολύ χρήσιμα σε όλες τις νοτιοδυτικές πολιτείες. Το κατάλυμά μας είχε περιπέτεια για να το βρούμε, διότι όλα είχαν γελοιωδώς παρεμφερή ονόματα, αλλά κατά τα μεσάνυχτα φτάσαμε, βρέθηκε κι ο γκρινιάρης ρεσεψιονίστ, μας έδωσε το κλειδί για το δωμάτιο στιλ σαλέ και την πέσαμε ευθέως...

Με το που ξυπνήσαμε το πρωί διαπιστώσαμε πως ήμασταν σε μια καταπράσινη περιοχή και με θέα μια πανέμορφη λίμνη, πάνω στην οποία καθρεπτίζονταν τα έλατα. Αν σκεφθεί κανείς πως μόλις πριν λίγες ώρες ήμασταν στην έρημο... Φάγαμε ένα υπερτιμημένο πρωινό και πήγαμε στο Bryce. Το υψόμετρο είναι αρκετά μεγάλο, οπότε η θερμοκρασία ήταν πολύ ευχάριστη. Για άλλη μια φορά εκτίμησα το πόσο οργανωμένοι και καθόλου φραγκοφονιάδες είναι στα εθνικά τους πάρκα οι Αμερικανοί, αλλά βέβαια την παράσταση την έκλεψε και πάλι το φυσικό τοπίο: τι τοπίο! Ένα κατακόκκινο φαράγγι, στη χαράδρα του οποίου υπάρχει ένα δάσος από έλατα... Τα βράχια είχαν φανταστικούς σχηματισμούς σε αψίδες, κορυφές και σπειροειδή βουναλάκια, όπου το έντονο κόκκινο χρώμα κάνει φανταστική αντίθεση με το βαθύ γαλάζιο του ουρανού και το πράσινο του δάσους, παράδεισος. Τα viewpoints ήταν όλα πολύ εντυπωσιακά, είδαμε και γεράκια και κάναμε και καμιά ωρίτσα trekking, έτσι για να θυμηθούμε πώς είναι το περπάτημα.
Στη συνέχεια πήραμε πάλι την εντυπωσιακή αντί για τη γρήγορη διαδρομή από Boulder και Escalante για το Torrey. Ομολογώ πως δεν περίμενα από τα παιδιά να είναι τόσο ακούραστοι, ήξερα ότι τους αρέσει η οδήγηση, αλλά αυτοί μέχρι που τσακώνονταν για το ποιος θα οδηγήσει! Η διαδρομή μέχρι το χωριουδάκι Torrey ήταν απλά ονειρική: βράχια, έλατα, ποτάμια και στο τέλος μύλοι με ψηλό γκαζόν, φάρμες, μέχρι και βύσσωνες και άγρια άλογα mustang είδαμε, χώρια τα ελάφια της προηγούμενης ημέρας. Αλλά και το ίδιο το μικροσκοπικό Torrey των μερικών δεκάδων κατοίκων ήταν πανέμορφο, σαν το μικρό σπίτι στο λιβάδι. Αποφασίσουμε να κάτσουμε να δοκιμάσουμε και κάτι γκουρμέ στο εστιατόριο Diablo’s… Καταπληκτικό φαγητό, επιτέλους! Με φαντασία, εξαιρετική παρουσίαση και θέα backdrop τα βραχώδη όρη του Torrey, με άψογο σέρβις, πράγμα που συναντήσαμε σχεδόν παντού στις νοτιοδυτικές πολιτείες (και οπωσδήποτε όχι στη Νέα Υόρκη). Ευγενέστατοι οι Αμερικανοί, μας σκλάβωσαν, αν και τις γενικές παρατηρήσεις θα τις κάνω στο τέλος, επιφυλάσσομαι.

Και μετά το Torrey συνεχίστηκαν οι φάρμες, οι βύσσωνες, τα ρολά από σανό, τα κοκκινόχρωμα βουνά…πραγματικά φανταστική διαδρομή. Η όλη ημέρα ήταν μια πανδαισία φύσης, πραγματικά μοναδικά τοπία. Φτάσαμε στο Hanksville, όπου και κανονίσαμε να κοιμηθούμε. Αν δεν ξέρει κανείς πού είναι το Hanksville, αξίζει κανείς να το τσεκάρει… Στο δρόμο νότια για το Monument Valley περνάει κανείς πάνω από 200χλμ χωρίς να δει ίχνος πολιτισμού… Το μοτέλ το οποίο βρήκαμε ήταν βγαλμένο από αμερικάνικη ταινία… Στη μέση του πουθενά, πάνω στον ατέλειωτο δρόμο όπου περνούσε αμάξι κάθε δύο ώρες και τη διεύθυνσή του την είχαν… μορμόνοι (άλλωστε στη Γιούτα ήμασταν), όπως υποδήλωναν και οι τόμοι αντιτύπων της μορμονικής Βίβλου στη ρεσεψιόν. Πάντως, wifi internet είχαν εκεί, στη μέση του πουθενά… ακούς Φιντέλ; Το όλο σκηνικό ήταν σουρεάλ… Μια πόλη με 10 μοτέλ, δυο βενζινάδικα (ευτυχώς!), ένα σούπερ μάρκετ και κάτι τύπους που ζούσαν σε τροχόσπιτα στη μέση του πουθενά. Το βράδυ είχε debate στο δωμάτιο σχετικά με το τι θα έπρεπε να μείνει έξω από το πρόγραμμα… Για μένα το Taos ήταν αδιαπραγμάτευτο, διότι στις 11/7 ήταν η ετήσια συνάντηση όλων των Ινδιάνων της Αμερικής, αλλά για να φτάσουμε εκεί θα έπρεπε να μας βγει ο πάτος, εκτός κι αν αφήναμε κάποια πράγματα έξω… Τελικά, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, πολλή κατανόηση κι ακόμη περισσότερο googlemaps, τη βρήκαμε τη λύση… και κοιμηθήκαμε.

Το πρωινό το πήραμε σε ένα σουρεάλ εστιατόριο (δεν είχε και πολλά στη μέση του πουθενά), όπου πουλούσαν μπλουζάκια «Where the Hell is Hanksville?”, μας σέρβιρε ένας εξηντάρης μαλλιάς με μούσια που θα πήγαινε ταξίδι στο Σουδάν και τη Ζάμπια και ήξερε την Κρήτη και το Μινωικό πολιτισμό (ναι, μόνιμος κάτοικος Hanksville) και είχε απίστευτη hick προφορά, αλλά από αυτές θα χορταίναμε αργότερα, στη νότια Αριζόνα και το Νιου Μέξικο…

Η θέα του ερημικού δρόμου με τα σύννεφα χαμηλά, λίγο πάνω από τον ορίζοντα και το οδόστρωμα ήταν βγαλμένη από ταινία. Αναμενόταν βαρετή διαδρομή μέχρι το πολυαναμενόμενο Monument Valley… και μας βγήκε το κάτι άλλο!!! Εξωπραγματικά τοπία που δεν έχω λόγια να τα περιγράψω… Ο Α θυμήθηκε μια αρχαία διαφήμιση των Marlboro με έναν καουμπόη που μάλλον πρέπει να γυρίστηκε εκεί κοντά, αυτή είναι η μόνη περιγραφή που μπορώ να δώσω… Εκατοντάδες χιλιόμετρα με λίμνες, βράχια, ποτάμια, απότομες στροφές, ανηφόρες, κατηφόρες, ξερές πεδιάδες… Αυτή θα ήταν η βαρετή διαδρομή; Δυο φορές πετύχαμε αμάξια όλες κι όλες και φυσικά τους ζητήσαμε να μας βγάλουν ομαδική φωτογραφία, δε χάνονται αυτές οι ευκαιρίες… Πραγματική αποκάλυψη η διαδρομή, παρότι δεν περάσαμε μέσα από το Canyonlands, το οποίο θυσιάστηκε ελέω Taos, αμφιβάλλω αν τα τοπία και μέσα στο εθνικό πάρκο είναι πολύ πιο εντυπωσιακά… Κρίμα που δε μπορώ να βάλω φωτογραφίες…

Ε, μετά φτάσαμε και στο Monument Valley… Γνωστό το τοπίο από ταινίες, διαφημίσεις, σήμερα είδα ότι μέχρι και η Βίσση γύρισε βίντεο κλιπ εκεί… Πάθαμε την πλάκα μας. Ειδικότερα δεν περίμενα ότι για άλλη μια φορά θα ήμασταν μόνοι μας, απολαμβάνοντας αυτό το μοναδικό θέαμα… Το ξεσκίσαμε: παρκάραμε κάθε 2χλμ για να βγάζουμε φωτογραφίες σαν τα μωρά, ξαπλώναμε στο οδόστρωμα, βγάζαμε φωτογραφίες στη μέση του δρόμου και κάναμε στην άκρη μόνο όταν περνούσε καμιά νταλίκα. Από τα πιο όμορφα τοπία που έχω δει.

Συνεχίσαμε κι επισκεφθήκαμε το Four Corners, ένα τουριστικό χαζομέρος όπου τέμνονται τα όρια των τεσσάρων πολιτειών (Γιούτα, Κολοράντο, Αριζόνα και Νιου Μέξικο), οπότε μπορεί κανείς να έχει από ένα άκρο σε κάθε πολιτεία και να πει πως στέκεται και στις τέσσερεις… Χμ, καλά, δε συγκινήθηκα κιόλας, πάμε παρακάτω, καλή χαζομαρίτσα. Στα κλου μια απύθμενη χέστρα, οι απίθανες ινδιάνικες φάτσες (η παχυσαρκία φαίνεται πως χτυπά τους Ινδιάνους ακόμη περισσότερο κι από το μέσο Αμερικάνο) και οι κλασικοί αμερικανοί τουρίστες με τα σορτς και τις λευκές κάλτσες με τα λευκά αθλητικά παπούτσια.

Φτάσαμε στο Κορτές πολύ νωρίτερα του αναμενομένου, το googlemaps είχε πέσει πολύ έξω στους υπολογισμούς του, ευτυχώς προς όφελός μας. Μείναμε σε ένα φθηνό μοτέλ, αλλά κι αυτό πεντακάθαρο ήταν, προσέφερε δωρεάν πρωινό και wifi, ενώ είχε και πισίνα. Μας έκανε εντύπωση πόσο καθαρά ήταν όλα τα μοτέλ στα οποία μείναμε, ενώ η ευγένεια και η φιλικότητα ήταν παραδειγματικές. Στο Κορτές φάγαμε σε ένα γκουρμέ ονόματι Nero’s, καλό φαγητό… Έχουμε αρχίσει και χτυπάμε «ψαγμένα» εστιατόρια διότι τις πρώτες μέρες δεινοπαθήσαμε, ακόμη και τα περίφημα BBW steaks χάλια ήταν… Γελάσαμε με ένα τύπο ντυμένο γορίλα που διαφήμιζε μια πιτσαρία (φοιτητής πρέπει να ήταν, τι δουλειά κι αυτή, να φοράς προβιά μες στη ντάλα της ερήμου και να κάνεις τον καραγκιόζη σε κάθε περαστικό αμάξι χοροπηδώντας στο πεζοδρόμιο) και αράξαμε στο μοτέλ, άλλωστε το Κορτές δεν είχε και πολλά να δείξει πέραν κάποιων καταστημάτων με καραμπίνες (είχε και εκπτώσεις, δεν κάνω πλάκα). Την επομένη θα είμαστε στο κοντινό Mesa Verde, έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Βορείου Αμερικής…
Η μετάβαση στο φυσικό και αρχαιολογικό πάρκο του Mesa Verde (είμαστε πια στο Κολοράντο) μας πήρε περισσότερο από όσο περιμέναμε, αφού βρίσκεται πάνω σε βουνό με πολλές στροφές. Φτάνοντας εκεί είδαμε πως για να επισκεφθούμε το κομμάτι που μας ενδιέφερε περισσότερο (το Cliff Palace) έπρεπε να πάρουμε οργανωμένο τουρ, το επόμενο διαθέσιμο όμως ήταν σε δύο ώρες. Αποφασίσαμε να δούμε πρώτα το μουσείο, το οποίο ήταν καταπληκτικό με διαφωτιστικές μακέτες και ζωγραφιές, καθώς και εκθέματα που έδειχναν τον τρόπο ζωής των Pueblo. Εγώ ειδικά που έχω τρέλα με την αρχαιολογία, αποβλακώθηκα. Πολύ καλά οργανωμένο μουσείο, με διαδραστικές δραστηριότητες για τα πιτσιρίκια, λογική σειρά και σε βάζει στο τριπάκι να "παρακολουθήσεις" την καθημερινή ζωή των Pueblo πριν εξαφανιστούν το 14ο αιώνα μ.Χ. Έπειτα κάναμε ένα ωραίο trek για να δούμε το Spruce Tree, με καλοδιατηρημένα σπίτια, αποθήκες, εργαστήρια και λοιπά κτίρια των Pueblo, χαριτωμένο ήταν αλλά δεν καταλάβαμε και πολλά. Ε, ήρθε η ώρα να πάρουμε το οργανωμένο τουρ στο Cliff Palace με τον τοπικό ranger και καταλάβαμε! Το όλο σύμπλεγμα βρίσκεται "σκεπασμένο" από τεράστιες οριζόντιες πλάκες και ταυτόχρονα είναι χτισμένο σε μια απόκρημνη πλαγιά. Το 80% των εντυπωσιακά καλοδιατηρημένων κτιρίων είναι χωρίς ανακατασκευή και η ξενάγηση του ranger ήταν μεστή αλλά μας έλυσε όλες τις απορίες, πλην αυτών που δεν έχουν λύσει ούτε οι αρχαιολόγοι. Το όλο σκηνικό είναι σαν ένα μικρό Μάτσου Πίτσου, λιγότερο εντυπωσιακό βέβαια, αλλά φοβερά ενδιαφέρον. Ποιος είπε πως δεν υπάρχει αρχαιολογία στις ΗΠΑ;

Φύγαμε πολύ ικανοποιημένοι, εγώ ειδικά ήμουν στη συνήθη χαζοχαρουμενιά που με διακρίνει όποτε δω έστω και μια αρχαία πέτρα. Η συνέχεια προέβλεπε να πάμε στο Silverton, όπου και θα κοιμόμασταν, αλλά κάνοντας ένα μεγάλο κύκλο μέσω Telluride και Ouray για να δούμε αλπικά τοπία. Για άλλη μια φορά η φύση μας άφησε άφωνους, αυτή τη φορά στο πιο ελβετικό πάντως. Δύσκολο να συνηθίσει κανείς τις τόσο γρήγορες εναλλαγές, η κοιλάδα της Mesa Verde ήταν ξεραϊλα και μέσα σε λίγα λεπτά βρισκόμαστε σε αλπικό τοπίο με ελάφια, οερινά ράντσα, εγκαταλελειμμένα ορυχεία χρυσού και πολύ μα πολύ δάσος, τόσο που τα δέντρα στις πλαγιές έκρθβαν τον ήλιο.

Το Telluride είναι μια όμορφη μικρή κωμόπολη με κάποια παλιά κτίρια, πολύ "ψαγμένα" μαγαζιά και μπόλικο πλούτο, ο οποίος απορρέει από τα γύρω χιονοδρομικά κέντρα και resorts, τα οποία εξωτερικά φαινόταν να είναι και πολυτελέστατα. Το βιοτικό επίπεδο πολύ υψηλό, με τις οικογένειες να κάνουν ποδηλατάκι παράλληλα με το ποτάμι, μεγάλα σπίτια με όμορφους κήπους και γενικά μια άπλα που παρέπεμπε σε ελβετικό χωριό. Για άλλη μια φορά την εικόνα τη χαλάνε τα τερατώδη αυτοκίνητα, τα οποία πάντως είναι ααπραίτητα, φαντάζομαι πως το χειμώνα με το χιόνι χωρίς αυτά δε γίνεται δουλειά, αλλά θες να βγάλεις μια φωτογραφία ενός βικτωριανού κτιρίου και το μισό κρύβεται πίσω από κάτι τζιπ που είναι τριπλάσια από αυτά που βλέπουμε στην Ευρώπη. Στην έξοδο της πόλης το GPS ψιλοτρελάθηκε, μας πέρασε μέσα από κάτι τεράστια resorts, πραγματικά όμορφη αλπική αρχιτεκτονική, αλλά το μέγεθος των κατασκευών που φάνηκε λίγο too much, μιλάμε για ολόκληρες πολιτείες στο βπουνό, οι οποίες δε φαίνονταν από το κέντρο της μικρής κωμόπολης.

Συνεχίσαμε την καταπληκτική διαδρομή, είδαμε κι ένα άγριο αλπάκα (πού βρέθηκε αυτό; ) και φτάσαμε στο Silverton. ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ! Μόλις 500 κάτοικοι, η "πόλη" δεν έχει ούτε καν άσφαλτο πλην του κεντρικού δρόμου (το "κεντρικός" είναι ευφημισμός, 6-7 δρόμους είχε το χωριουδάκι), σαλούν, παλιά φωτογραφεία, ποτάδικα και σπιτάκια καουμπόηδων συνέθεταν το σκηνικό ενός αυθεντικού χωριού που δε φαίνεται να πολυασχολείται με τον τουρισμό. Ασχολείται όμως με τη γαστρονομία και πολύ σοβαρά μάλιστα, όπως φάνηκε από το Handlebars, ένα απίστευτο εστιατόριο-σαλούν με πινακίδες από το Old West, κεφάλια ταράνδων και βύσσωνα στους τοίχους, σερβιτόρα με κότσο και ποδιά και το καλύτερο BBQ ribs που φάγαμε πλην του ράντσου στη Σάντα Φε. Παραγεμίσαμε τα στομάχια μας με κάτι τερατώδη γλυκά, γεμίσαμε και το ρεζερβουάρ και φύγαμε για το Durango...

Μας πήρε η νύχτα και φτάσαμε τα μεσάνυχτα. Είχαμε κλείσει δωμάτιο στο ιστορικό σαλούν Strater (Durango Colorado - The Historic Strater Hotel), ένα πραγματικό κόσμημα, αν κι εγώ το βρήκα λίγο υπερβολή το να κοιμηθούμε εκεί, θα μπορούσαμε απλώς να πάμε για δείπνο ή για βόλτα, αλλά είπαμε κι οι υπερβολές μέσα στο πρόγραμμα είναι. Το σαλόνι τους ήταν απίστευτο, με πιανίστα από την εποχή των καουμπόηδων, σερβιτόρα ντυμένη Τσάρλεστον, πολυελαίους εποχής και μουσικούλα "μην πυροβολείτε τον πιανίστα". Ένας καβγάς στο μπαρ έλειπε ή μια ληστεία από τους Daltons... Παρασκευή βράδυ ήταν, οπότε υπήρχε μπόλικη νεολαία στην πόλη, αρκετή νυχτερινή ζωή και ο φωτισμός της ήταν πανέμορφος, το ευχαριστηθήκαμε το περπάτημα. Πάντως το δικό μου το μυαλό έμεινε κολλημένο στο Silverton...
Το πρωινό στο Strater ήταν πέντε αστέρων και για μια φορά ήταν καλό που ξυπνήσαμε αργά, αλλά η πρωινή βόλτα στο Durango ήταν λιγότερο ενδιαφέρουσα από το αναμενόμενο, η πόλη το βράδυ φαινόταν πολύ πιο όμορφη. Ίσως πάλι απλά να φταίει το ότι δεν μπορούσα να περιμένω για να φτάσουμε στο Taos.

Tο όλο ταξίδι προγραμματίστηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να συμπέσουμε με την ετήσια… λαοσύναξη και γιορτή των απανταχού Ινδιάνων των ΗΠΑ (και όχι μόνο), το διάσημο PowWow, που θα λάμβανε χώρα στο Taos, ή μάλλον σε μια κοιλάδα στα περίχωρα της πόλης. Η αλήθεια είναι πως ήμασταν προετοιμασμένοι για λίγο κιτς, αρκετή εμπορευματοποίηση και ίσως λίγο φολκλόρ και μάλλον ήμασταν προετοιμασμένοι για την απογοήτευση του ταξιδιού, αν κι ενδόμυχα εγώ τουλάχιστον - που επέμενα στο να «χτιστεί» όλο το ταξίδι γύρω από το PowWow - έλπιζα να είναι από τα από τα δυνατότερα σημεία του.

Η διαδρομή μέχρι το Τάος ήταν μάλλον αδιάφορη, ειδικά μετά τα τοπία των προηγούμενων ημερών, χώρια που η ζέστη ήταν απωθητική. Φτάσαμε στο χώρο του PowWow γύρω στις 4. Το πρώτο πράγμα που αντικρίσαμε ήταν παλιά αυτοκίνητα με Ινδιάνους οδηγούς να συνωστίζονται σε μια είσοδο πάρκιγκ-φάρμας με δυο μεγάλες ξύλινες πόρτες. Μπήκαμε μέσα και δυο νέοι Ινδιάνοι μας υπέδειξαν πού να παρκάρουμε μέσα στο χωράφι που είχε μετατραπεί σε χώρο παρκαρίσματος. Στη μέση του… χωραφιού υπήρχε ένας μεγάλος κύκλος γκαζόν, περιμετρικά του οποίου είχαν στηθεί μερικές δεκάδες σκηνές. Βγαίνοντας από το αμάξι ακούσαμε ένα τραγούδι από άναρθρες αλλά ρυθμικότατες κραυγές, συνοδευόμενο από το κυμβαλισμούς με φοβερή ένταση. Πλησιάζοντας είδαμε ένα απίστευτο θέαμα: Κάτω από κάθε σκηνή κάθονταν Ινδιάνοι σε κυκλικούς σχηματισμούς, έχοντας στη μέση τεράστια ταμπούρλα. Ήταν χωρισμένοι ανά φυλές, με κάθε περιοχή ή πολιτεία να καταλαμβάνει και από μία σκηνή, ενώ ήταν όλοι τους ντυμένοι παραδοσιακά με φτερά στα μπατζάκια των δερμάτινων παντελονιών τους, εκπληκτικά πολύχρωμες στολές με χρυσά νομίσματα να κρέμονται στο πέτο τους, άλλοι είχαν τατουάζ, άλλοι φορούσαν «περικεφαλαίες» από φτερά, κάποιες γυναίκες είχαν φούστες με κρόσσια, άνδρες με γιλέκα από βούβαλο κρατούσαν σκήπτρα και μαγκούρες με κέρατα ζώων. Η Σκηνή η οποία «τραγουδούσε» αποτελούσε το κέντρο της προσοχής, ενώ δυο οργανωτές τους παραχωρούσαν ένα μικρόφωνο το οποίο τοποθετούσαν πάνω από το ταμπούρλο και γύρω του άρχιζαν να τραγουδούν ρυθμικά σε ένα ρυθμό που προκαλούσε ανατριχίλα. Το τραγούδι τους κράτησε περίπου πέντε λεπτά, οπότε και καταχειροκροτήθηκαν από τις υπόλοιπες ομάδες/σκηνές και οι διοργανωτές μεταφέρθηκαν στην επόμενη σκηνή. Τους παρουσίασαν (αν θυμάμαι καλά ήταν Απάτσι από το Κολοράντο) κι άρχισαν κι αυτοί με τη σειρά τους. Το να βλέπεις καμιά εικοσαριά Ινδιάνους να τραγουδούν σε απόλυτο συγχρονισμό σε ένα ερημικό τοπίο στη μέση του πουθενά, ντυμένους παραδοσιακά και να βρίσκονται σε έκσταση παίζοντας ένα εκκωφαντικό αλλά εθιστικό ταμπούρλο ήταν ίσως η δυνατότερη εικόνα που έχω από τις ΗΠΑ μαζί με το απίθανο gospel στο Χάρλεμ.

Και μετά… σταμάτησαν! Ο οργανωτής είπε κάτι σε μια γλώσσα που φυσικά δεν καταλάβαμε κι όλοι σηκώθηκαν και φάνηκε να κάνουν διάλειμμα. Ρώτησα ένα Ινδιάνο (έτσι κι αλλιώς οι λευκοί ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα) και μου έγνεψε φιλικά να δω ένα πρόγραμμα που ήταν κολλημένο στον τοίχο, το οποίο υποδείκνυε πως μόλις είχε ολοκληρωθεί ο «Διαγωνισμός Ταμπούρλου», ακολουθούσε «Διάλειμμα για Μεσημεριανό» κι αργότερα θα γινόταν η «Μεγάλη Είσοδος». Μεγάλη Είσοδος! Καλό ακούγεται αυτό, σκέφτηκα, ενώ προσπαθούσα να συνέλθω από το θέαμα των εκατοντάδων Ινδιάνων που έκαναν πικνίκ κάτω από έναν απειλητικά μολυβί ουρανό. Πήγαμε κι εμείς για μεσημεριανό, παίρνοντας θέση σε μια μεγάλη ουρά μεγαλόσωμων Ινδιάνων. «Από πού είστε εσείς, παιδιά;», μας ρώτησε ένας φιλικότατος τυπάς που γούρλωσε τα μάτια όταν του είπαμε ότι η περίεργη γλώσσα που μιλούσαμε είναι ελληνικά. Η αλήθεια είναι πως οι λευκοί ήταν ελάχιστοι και οι μόνοι ξένοι που είδαμε ήμασταν… εμείς και δυο Γερμανίδες με καυτά σορτς.

Οι Γερμανίδες μπορεί να ήταν καυτές, αλλά ο ουρανός δε μας τα έλεγε και πολύ καλά. Οι πρώτες χοντρές σταγόνες άρχισαν να πέφτουν πάνω μας με τη δύναμη ενός ισχυρότατου ανέμου που δεν έχω ιδέα από πού ήρθε. Οι Ινδιάνοι δε φαινόταν να σκιάζονται και πολύ αλλά σε λίγα δευτερόλεπτα άρχισε να δείχνει καρέκλες κι εμείς ακόμη στεκόμασταν στην ουρά για το μεσημεριανό, με αποτέλεσμα να γινόμαστε μούσκεμα. Το σκεφτήκαμε να γυρίσουμε στο αμάξι, αλλά ήταν κρίμα να μη φάμε αφού το μεγαλύτερο μέρος της ουράς το είχαμε κάνει ήδη και στο κάτω-κάτω οι περισσότεροι Ινδιάνοι δεν πολυασχολούνταν με τη βροχή, μερικοί μάλιστα συνέχισαν να τρώνε καθισμένοι στο έδαφος. Αυτός που σίγουρα δε μάσαγε με τίποτα ήταν ο θηριώδης Ινδιάνος ψήστης που ακάθεκτος συνέχιζε να βάζει κομμάτια βούβαλου στην ψησταριά του. Ήρθε η σειρά μας, μας σέρβιραν κι εμάς βούβαλο (!), σαλατίτσα με παντζάρια, ψωμί, λίγα μακαρόνια και κάτι περίεργα γλυκά σε πλαστικό πιατάκι κι όταν ρώτησα που πληρώνουμε μου γνωστοποίησαν πως είναι “free of charge, this is on the community”. Όσο πάει τη συμπαθώ και περισσότερο αυτή την community…

Βλέποντας ότι εξακολουθεί να βρέχει πολύ δυνατά αποφασίσαμε να φάμε στο όρθιο κάτω από τη σκηνή μέχρι να κοπάσει η βροχή. Εκεί γνωρίσαμε κι ένα ωραιότατο ζευγάρι Ινδιάνων. Ο τύπος ήταν Pueblo και η εκθαμβωτική κοπέλα του ανήκε στη φυλή των Navajo. Το παλικάρι μιλούσε γιαπωνέζικα, εβραϊκά, ισπανικά μεταξύ άλλων, ήταν πρώην δάσκαλος και νυν επαγγελματίας χορευτής και η συζήτηση μαζί του ήταν πολύ ευχάριστη. Μας εξήγησε πως ήμασταν τυχεροί που βρισκόμασταν στο συγκεκριμένο PowWow, αφού κατ’ αυτόν είναι το καλύτερο στη χώρα, μας μίλησε για το πώς οι Pueblo έκαναν τη ζωή των Ισπανών πατίνι και κατάφεραν να αποφύγουν το δράμα του αλκοολισμού που κατέστρεψε άλλες κουλτούρες όπως αυτή των Σιου, πως ο ίδιος ξεκίνησε να πηγαίνει σε PowWow από μικρή ηλικία με τον πατέρα του και πως ο χορός που θα κάνουν στη «Μεγάλη Είσοδο» έχει πολύ απλά βασικά βήματα, αλλά ο καθένας προσθέτει δικές του κινήσεις. «Αυτό που θα δείτε εδώ σε λίγο θα σας αφήσει άφωνους», μας είπε όλο ενθουσιασμό. Αυτό που με ανησυχούσε πάντως, ήταν η βροχή. «Κοίταξε, όσο κι αν βρέχει, εμείς θα χορέψουμε τουλάχιστον μέχρι τα μεσάνυχτα. Άλλωστε ο σκοπός της όλης τελετής αυτός ήταν: λόγω έλλειψης νερού, οι Ινδιάνοι μαζεύονταν για να κάνουν το χορό της βροχής, παρακαλώντας τη φύση να τους χαρίσει νερό. Αφού καταφέραμε σήμερα να βρέχει στην έρημο καλοκαιριάτικα, μάλλον κάτι κάνουμε σωστά, έτσι δεν είναι;», με ρώτησε με νόημα.
Η βροχή χαλάρωσε για λίγο, γυρίσαμε στο αμάξι για να αλλάξουν μπλουζάκι οι άλλοι προς αποφυγή κρυώματος και αποφασίσαμε στη μιάμιση ώρα που μας απέμενε να πάμε να δούμε το Taos Pueblo, τον πιο ζωντανό παραδοσιακό οικισμό Pueblo στην Αμερική. Το βρήκαμε πολύ εύκολα, αλλά ήταν κλειστό, αφού φτάσαμε αργά και όλοι φαίνεται να πήγαν στο PowWow. Ο τύπος στην είσοδο πάντως μας άφησε να μπούμε στην κοινότητα (και δωρεάν μάλιστα) με τη δέσμευση πως δε θα βγάζαμε φωτογραφίες. Η αρχιτεκτονική θυμίζει κάτι από Μαλί ή Σουδάν, η κεντρική πλατεία είναι τεράστια αλλά δυστυχώς δε μπορέσαμε να τη δούμε σε πλήρη λειτουργία, ενώ η εκκλησία είναι από τις πιο περίεργες που έχω δει. Περπατήσαμε λίγο τα στενάκια κι επιστρέψαμε στο PowWow, αφού θα άρχιζε πάλι η τελετή.

Τελικώς δεν άρχισαν στην ώρα τους, οπότε είχαμε χρόνο να φάμε παγωτό, να ψωνίσουμε μπλουζάκια με ινδιάνικο περιεχόμενο και μπόλικη ειρωνεία (ειδικά για τον αποδεκατισμό των αυτοχθόνων από τους «πολιτισμένους» Ευρωπαίους), αλλά οι πιο όμορφες εικόνες ήταν γύρω από τον «τελετουργικό κύκλο»: Ινδιάνοι που φορούσαν τις παραδοσιακές στολές τους για να ξεκινήσουν το χορό, μια υπέργηρη μαμά που έφτιαχνε τις πλεξούδες της κόρης της, ένα γκρουπ που έκανε «προθέρμανση» για τους τελετουργικούς ψαλμούς, το ζεύγος των δύο «σοφών» που κάθονταν αγέρωχοι μπροστά από το κέντρο του κύκλου, όλα αυτά κάτω από έναν ουρανό με φανταστικά σύννεφα κατά το ηλιοβασίλεμα μας έδωσαν την ευκαιρία να βγάλουμε καταπληκτικές φωτογραφίες. Οι Ινδιάνοι όχι απλά δεν είχαν πρόβλημα, αλλά ψιλογούσταραν κιόλας, άλλωστε οι λευκοί ήταν ελάχιστοι και δεν υπήρχε η αίσθηση της ατμόσφαιρας του τσίρκου, κάθε άλλο, όλα έμοιαζαν με έναν τεράστιο εορτασμό θρησκευτική φύσεως.

Πήραμε θέσεις όσο πιο κοντά μπορούσαμε, άλλωστε θέσεις για τους θεατές δεν υπήρχαν, με δεδομένο πως το PowWow είναι σχεδιασμένο για τους συμμετέχοντες, αφού έτσι κι αλλιώς όλοι με κάποιο τρόπο συμμετέχουν. Η τελετή της «Μεγάλης Εισόδου» ξεκίνησε με την παρουσίαση του αντικυβερνήτη της Αριζόνα, του προέδρου της κοινότητας του Taos (που μίλησε στη γλώσσα των Pueblo), του γηραιότερου παρόντα Ινδιάνου και άλλων προσωπικοτήτων και μετά… παρέλαση μπροστά στους γηραιότερους της φυλής, χορός, κυμβαλισμοί και απίστευτο χρώμα σε ατμόσφαιρα κατάνυξης. Γέροι, νέοι, παιδιά, γυναίκες, Σιου, Απάτσι, Pueblo, Navajo όλοι με τάξη αρχίσουν να παρελαύνουν μπροστά μας, ενώ τα τύμπανα συνεχίζουν να παίζουν ρυθμικά και το τραγούδι προσδίδει ένα τόνο ανατριχίλας. Περιμέναμε κάτι κιτς και βρεθήκαμε μπροστά σε αρχέγονες εικόνες και ήχους, καλύτερα δε γινόταν. Οι στολές κάθε φυλής ήταν πολύ διαφορετικές, αλλά ο βηματισμός και ο χορός ήταν ομοιογενής. Ορισμένοι χορευτές βρίσκονταν σε trance πριν καλά-καλά φτάσουν στο κέντρο του κύκλου, ανάμεσά μας και ο φίλος που γνωρίσαμε κάτω από τη σκηνή του φαγητού με την κοπέλα του, ντυμένος με φτερά, ένα τεράστιο κολιέ με δόντια ζώων, πολύχρωμο μοϊκανέζικο κούρεμα κι ένα χορό σε έκσταση, το παλικάρι φαινόταν ότι ζούσε γι’ αυτό. Δεν έχει νόημα να κάτσω να περιγράψω τι είδαμε τις επόμενες δύο ώρες, αλλά φύγαμε λίγο πριν νυχτώσει, προκειμένου να βρούμε το ξενοδοχείο μας πριν νυχτώσει.

Περάσαμε στα γρήγορα από την πόλη του Τάος, στο κεντρικό κομμάτι της οποίας ακόμη και τα μοντέρνα κτίρια έχουν κτιστεί με τεχνοτροπία ανάλογη του Taos Pueblo, και φτάσαμε στη διπλανή πόλη, όπου είχαμε κλείσει δωμάτιο σε ένα φτηνό μοτέλ, το οποίο αποδείχθηκε τεράστιο στούντιο με κουζίνα και ινδιάνικη αρχιτεκτονική. Απέναντί μας υπήρχε Walmart, για τα οποία τόσα είχα ακούσει και ήθελα να τα δω από κοντά. Βέβαια για τις κατηγορίες σχετικά με τις αμαρτίες του συγκεκριμένου γίγαντα δεν έμαθα τίποτε, όμως ο τρόπος λειτουργίας έχει ενδιαφέρον, όπως και η πολιτική τιμών. Καληνυχτίσαμε τον θλιβερά υπέρβαρο συμπαθέστατο ρεσεψιονίστ και πήγαμε για ύπνο συζητώντας το θέμα της παχυσαρκίας στις ΗΠΑ (το οποίο είναι εξίσου αν όχι περισσότερο σοκαριστικό στην κοινότητα των αυτοχθόνων).
H επόμενη είναι η ημέρα του ράντσου. Μετά από επιμονή των άλλων δύο, είπαμε να πάμε σε ένα «ράντσο» όπου θα μπορούσαν να κάνουν ιππασία. Ψάξαμε πολύ στο ίντερνετ, αλλά δυστυχώς τα μοναδικά ράντσα που θύμιζαν πραγματικό ράντσο (με κοπάδια, λίμνες, στάβλους κλπ) έθεταν ένα μίνιμουμ διαμονής τριών ημερών, οπότε επιλέξαμε ένα στη Σάντα Φε. Η αρχική μου εντύπωση από την ιστοσελίδα του ράντσου ήταν πως επρόκειτο για πολυτελές ξενοδοχείο με κάποιες δραστηριότητες (π.χ. ιππασία) στις μεγάλες εκτάσεις που περιελάμβανε, με πολλά λούσα και διακόσμηση φάρμας.

Όπως και να έχει, πριν πάμε στο ράντσο περάσαμε από την πόλη του Τάος ώστε να τη δούμε και με το φως της ημέρας (χαριτωμένη, αλλά πολύ τουριστική) και στη συνέχεια από την πρωτεύουσα του Νιου Μέξικο, τη Σάντα Φε (ακόμη πιο τουριστική, αλλά πανέμορφη αποικιακή αρχιτεκτονική). Η Σάντα Φε θυμίζει πολύ ισπανικές ή μεξικάνικες πόλεις, αλλά στο πιο τουριστικό και αμερικάνικο. Μας έδωσε την εντύπωση πολύ πλούσιας πόλης, τουλάχιστον στο κέντρο της, διότι στα προάστια διαβάσαμε πως έχει πολλή φτώχεια, συμμορίες κλπ, αλλά είναι κάτι που δε συναντήσαμε.

Ε, πέρασε η ώρα και πήγαμε και στο πεντάστερο ράντσο. Καταλάμβανε μια μεγάλη έκταση με αραιά πεύκα και το όλο συγκρότημα χτίστηκε πάνω στις εγκαταστάσεις ενός παλαιότατου ράντσου. Ο Χ και ο Α πήγαν για ιππασία με την εκπαιδεύτρια του ράντσου, μια ξανθιά γυναικάρα με καπέλο, μπότες και σπιρούνια, που πάντως χρέωνε ένα διαστημικό ποσό για μια ώρα ιππασίας (γύρω στα 120$). Με δεδομένο πως ιππασία έχω κάνει πολλές φορές, πως στη διπλανή Σάντα Φε κόστιζε μόλις 30$, στην Κούβα κάνει 15$ κι έχω κάνει ιππασία πολλές φορές, το απέφυγα. Ο Χ και ο Α που πήγαν πάντως το καταδιασκέδασαν, αν και υποψιάζομαι πως μέρος της γοητείας της όλης εμπειρίας ήταν η εκπαιδεύτρια…

Το δωμάτιο ήταν ενοχλητικά υπερπολυτελές, με τρίπατα στρώματα, τεράστιες διαστάσεις και μπαλκόνι με θέα στους λόφους της Σάντα Φε, αλλά να πω την αλήθεια ψιλοβαρέθηκα, για μένα δεν έπαυε να είναι ένα ξενοδοχείο. Πήγαμε για μπάνιο, σάουνα, μπάσκετ στην πισίνα και το βράδυ φάγαμε καταπληκτικά (και πάμφθηνα, είναι η αλήθεια) BBQ Ribs με αργό σέρβις το οποίο εκνεύρισε τους άλλους πελάτες αλλά εμάς μας ήρθε κουτί, άλλωστε για ρηλάξ πήγαμε. Η όλη διαμονή στο ράντσο ήταν ένα άνετο αλλά αχρείαστο διάλειμμα για μένα, αξιόλογη εμπειρία για τους άλλους, που στο κάτω-κάτω έκαναν κι όλη την οδήγηση επί δύο εβδομάδες χωρίς διακοπή.

Το πρωινό ήταν πολύ καλό, δεν ίσχυε το ίδιο όμως για την αμοιβή και τις συνθήκες εργασίας για το Μεξικάνο που μας έφτιαξε τις ομελέτες όμως, σύμφωνα με τα όσα μου εκμυστηρεύθηκε στα ισπανικά (“el pago mal, el trato peor” δηλαδή «η αμοιβή κακή, η αντιμετώπιση χειρότερη»). Φεύγοντας περάσαμε από το παλιό κομμάτι της πόλης του Τάος και πήραμε και πάλι το αμάξι και πήραμε το μακρύ δρόμο για το εθνικό πάρκο White Sands.

Ξέραμε ότι η διαδρομή θα είναι πολύ μονότονη, άλλωστε τα τοπία στο Νιου Μέξικο δε διακρίνονται ούτε για την ποικιλία ούτε για την ομορφιά τους. Είπαμε να «σπάσουμε» το ταξίδι λίγο έξω από την Αλμπουκέρκη για να επισκεφθούμε το Petroglyphs National Monument, αφού ήταν στη μέση της διαδρομής και από πετρογλυφικά δεν είχαμε δει σχεδόν τίποτε. Η στάση αποδείχθηκε μια μπαρούφα, τα πετρογλυφικά δεν ήταν τίποτε το ιδιαίτερο, αλλά τουλάχιστον κάναμε hiking και, παρότι κάτω από τον ήλιο της ερήμου, ξεπιαστήκαμε και νιώσαμε ζωντανοί. Είχε προειδοποιητικές ταμπέλες για κροταλίες, αλλά δυστυχώς δεν είδαμε κανέναν, αποτυχία σκέτη… Με τη διαδρομή τόσο βαρετή και τα CD μας χιλιοπαιγμένα, αρχίσαμε να παίζουμε παιχνιδάκια του στιλ «πόσους Έλληνες παρουσιαστές ειδήσεων μπορείς να βρεις σε 200 δευτερόλεπτα» και «20 ερωτήσεις» όπου το ζητούμενο πρόσωπο ήταν από Γερμανοί επιστήμονες μέχρι… ο Κωνσταντίνος Βεδουράς.

Με τα πολλά… πέρασαν οι ώρες και φτάσαμε επιτέλους στο White Sands. Όπως υποδηλώνει και το όνομα, πρόκειται για έρημο με κατάλευκη άμμο στη μέση της χωματώδους ερήμου του Νιου Μέξικο. Για να είμαι ειλικρινής δεν περίμενα και πολλά πράγματα διότι έχω πάει πολλές φορές σε έρημο από το Ιράν μέχρι τη Βολιβία και δεν είχα την απαίτηση να εντυπωσιαστώ. Λάθος! Το θέαμα ήταν πολύ εντυπωσιακό, η αντίθεση της κατάλευκης άμμου με τον ουρανό και το γύρω τοπίο, το μέγεθος των αμμόλοφων, η αίσθηση απαλότητας της άμμου (σαν πούδρα ήταν), αλλά ειδικά το ηλιοβασίλεμα στους αμμόλοφους και η απομόνωση ήταν κορυφή. Για άλλη μια φορά πάθαμε την πλάκα μας με την αμερικάνικη οργάνωση στα εθνικά πάρκα: καταπληκτικά φυλλάδια, διαδραστικά παιχνίδια για τους “junior rangers”, απόλυτη καθαριότητα, εξαιρετικές πληροφορίες on site κι ένα μικρό αλλά περιεκτικότατο μουσείο που εξηγεί τη γεωλογία, την πανίδα και την ιστορία του χώρου, κι όλα αυτά σε προσιτότατες τιμές, κρίμα που οι ίδιοι οι Αμερικανοί δεν τα τιμούν όσο θα μπορούσαν, η πλειοψηφία των επισκεπτών είναι ξένοι (όπως σχολίαζε εχθές και ο ιδιοφυής Bill Maher, για μένα το μεγαλύτερο ταλέντο στα ΜΜΕ παγκοσμίως) .

Μετά από σκαρφάλωμα και… τσουλήθρα στους αμμόλοφους, σουρεαλιστικές φωτογραφίες και ολίγο διαλογισμό, κατευθυνθήκαμε για το Las Cruces, όπου θα περνούσαμε το βράδυ, κερδίζοντας λίγο χρόνο στο δρόμο για το καουμπόικο Tombstone. Το Las Cruces το βρήκαμε, το ξενοδοχείο μας παίδεψε λίγο παραπάνω, αλλά το να βρούμε φαγητό βραδιάτικα ήταν ακόμη πιο δύσκολο: το ατμοσφαιρικό εστιατόριο-αντίκα με αίθουσα φαντασμάτων όπου θέλαμε να δειπνήσουμε στη γειτονική Mesilla ήταν κλειστό (τι ώρα κλείνουν εκεί; Στις 9:30;; Νεκρή ήταν η πόλη…) και η μόνη επιλογή στο Las Cruces ήταν ένα Applebee’s, όπου έμαθα ότι υπάρχει τέτοιο πράγμα και στην Ελλάδα. Χάλι μαύρο το φαγητό, χαριτωμένη η Μεξικανή σερβιτόρα, είδαμε και λίγο μπέηζμπολ στην τηλεόραση και γυρίσαμε ξεροί. Πολλά «άδεια» χιλιόμετρα είχε η σημερινή ημέρα, ευτυχώς το White Sands ήταν υπεράνω προσδοκιών και την έσωσε. H επόμενη όμως θα ήταν μέρα-αποκάλυψη...
Μετά από το χειρότερο πρωινό του ταξιδιού (το οποίο λεγόταν και “bright side breakfast” υποθέτω επειδή… “look at the bright side; at least you didn’t vomit” ;; ) πήγαμε μια βόλτα στη χαριτωμένη αποικιακή κεντρική πλατεία της Mesilla και φύγαμε για το Tombstone. Για δεύτερη συνεχόμενη μέρα η διαδρομή ήταν βαρετή, αλλά αυτή τη φορά πιο σύντομη.

Το Tombstone εκ πρώτης άποψης έδειχνε ένα αδιάφορο χωριουδάκι με κάποια ξύλινα καουμπόικα κτίρια, ή τουλάχιστον αυτό είναι ό,τι βλέπει κανείς αν κρίνει από τα 500 μέτρα της εθνικής που περνούν από την άκρη του χωριού… η υπόλοιπη πόλη είναι όλα τα λεφτά…

Μείναμε σε ένα μοτέλ στον κεντρικό δρόμο, τα δωμάτια του οποίου είχαν ως θέμα –τι άλλο; - τη μονομαχία του ΟΚ Corral, όπου ο θρυλικός Whyatt Erpe με την παρέα του «καθάρισε» σε πιστολίδι τη συμμορία που λυμαινόταν την πόλη. Όπως ήταν λογικό, το χωριιουδάκι «έχτισε» πάνω στη γνωστότερη μονομαχία της Άγριας Δύσης και πλέον αποτελεί τουριστικό αξιοθέατο, έστω και όχι τόσο γνωστό.

Αυτή τη φορά ξεχάσαμε να αλλάξουμε την ώρα (το Νιου Μέξικο βρίσκεται σε άλλη ζώνη από την Αριζόνα) κι έτσι χάσαμε την… τουριστική αναβίωση μονομαχίας στο OK Corral, καλύτερα! Κάναμε μια βόλτα πίσω από τον κεντρικό δρόμο κι εντυπωσιαστήκαμε: οι πίσω δρόμοι φαίνεται να μην έχουν αλλάξει καθόλου από τα τέλη του 19ου αιώνα, ξύλινα κτίρια, παλιά σαλούν, αρχαίο φωτογραφείο, κάρα με άλογα, ο σερίφης της πόλης κυκλοφορεί με το πιστόλι του (και δεν είναι τουριστικός… κανονικός σερίφης είναι!), οι ντόπιοι έχουν προφορά και μουστάκια γουέστερν, άσφαλτος δεν υπάρχει κι ακόμη και για σκουπιδοτενεκέδες χρησιμοποιούν βαρέλια.

Επισκεφθήκαμε το παλιότερο μπουρδέλο/σαλούν/καζίνο της περιοχής (Bird Cage Theatre) που πλέον έχει μετατραπεί σε μουσείο. Την ξενάγηση μας την έκανε ένας υπέργηρος τυπάς με μυθικό μουστάκι, ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ προφορά, no-nonsense αντιμετώπιση και νοοτροπία ρεμπέτη. Το μουσείο ήταν όλα τα λεφτά, μπορούσε να δει κανείς από όπλα, τραπέζια τζόγου, ένα υπόγειο σαλούν με τα «ιδιαίτερα δωμάτια» όπου οι καουμπόηδες πήγαιναν με τις «χορεύτριες» που τους ψυχαγωγούσαν στην «αίθουσα χορού», άμαξες, φέρετρα, κάρα, ελιξίρια που πουλούσαν οι απανταχού κομπογιανίτες, παλιά πορτρέτα, πίνακες και λοιπά αντικείμενα. Χρυσωρυχείο!

Βγήκαμε και πήγαμε σε ένα παλιό σαλούν απέναντι για να φάμε. Όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις σε όλο το ταξίδι, το φαγητό ήταν μάλλον αδιάφορο, η διακόσμηση όμως ήταν όλα τα λεφτά. Η πολλή ζέστη μάλλον χτύπησε τους δυο οδηγούς μας στο κεφάλι, οπότε γυρίσαμε για σιέστα στο μοτέλ για να ξαναβγούμε όταν πια ο ήλιος είχε πέσει αρκετά. Πριν τη σιέστα ρίξαμε μια ματιά στο διπλανό οπλοπωλείο, όπου εκτός από την πληθώρα όπλων προς πώληση, μπορούσε κανείς να «θαυμάσει» και ανέκδοτα κατά του Ομπάμα. Ένα από αυτά, αναρτημένο στον τοίχο έλεγε: Ο πρόεδρος Ομπάμα πάει σε ένα σχολείο στην Οκλαχόμα και στη μέση της ομιλίας του στα παιδιά χτυπάει παλαμάκια ανά 10 δευτερόλεπτα. «Βλέπετε; Κάθε φορά που χειροκροτώ ένας Αμερικανός πεθαίνει από χρήση όπλων». Ένα παιδάκι σηκώνεται και του λέει «Ε, τότε σταμάτα να χειροκροτάς βρε ηλίθιε!». Προφανώς σε αυτό το μέρος της χώρας η οπλοκατοχή είναι θέσφατο…

Η βραδινή βόλτα μετά τη σιέστα ήταν όλα λεφτά. Η πόλη ήταν άδεια, οι έτσι κι αλλιώς λίγοι τουρίστες είχαν φύγει, τα μαγαζιά είχαν κλείσει και μόλις δυο σαλούν αναλάμβαναν να ψυχαγωγήσουν… εμάς, που ήμασταν και οι μόνοι που κυκλοφορούσαν στα χωμάτινα δρομάκια. Ο φωτισμός ήταν μαγικός, η τράπεζα με τα ξύλινα ταμεία από άλλη εποχή, η συμμετρία των ξύλινων κτιρίων ιδανική και οι φωτογραφικές πήραν φωτιά. Μετά πήγαμε και σε ένα σαλούν όπου ο καουμπόης μπάρμαν το’ κλεισε κατά τις 12 διότι έπρεπε να γυρίσει στο γειτονικό Bisbee, το οποίο θα επισκεπτόμασταν κι εμείς την επόμενη. Γυρίζοντας στο μοτέλ θαυμάσαμε για άλλη φορά την ερημιά και την ατμόσφαιρα Λούκυ Λουκ. Η επιλογή του Tombstone αποδείχθηκε κορυφαία, ήταν από τα χάιλαϊτς του όλου ταξιδιού. Πραγματικά απίστευτο μέρος, από αυτά που σε κάνουν να ταξιδεύεις στο χρόνο.

Ιδού και μια από το Monument Valley.

Πριν φύγουμε για το γειτονικό Bisbee θαυμάσαμε κι ένα τεράστιο βυτιοφόρο που πήγαινε με 20χλμ/ώρα (και πολλά λέω) και συνοδευόταν από έξι περιπολικά, μερικές αστυνομικές μοτοσικλέτες και μπόλικους μπάτσους. Η διαδρομή για το Bisbee ήταν δεν ήταν σαράντα λεπτά και πολύ ευχάριστα ερημική. Για το Bisbee είχαμε διαβάσει τα καλύτερα, πως είναι πανέμορφο, με βικτωριανά κτίρια, πολλή γοητεία και λοιπά, αλλά εμάς μας φάνηκε μια απλά συμπαθής πόλη με μερικά όμορφα κτίρια, ουδεμία σχέση με το διαμάντι του Tombstone. Ευτυχώς, εκτός από την απλά χαριτωμένη (όχι και τόσο) παλιά πόλη, το Bisbee έχει κι άλλο αξιοθέατο: την επίσκεψη στα ορυχεία (χρυσού και όχι μόνο) της πόλης που την έκαναν μια από τις πλουσιότερες πόλεις της Άγριας Δύσης. Η επίσκεψη γίνεται με βαγονέτο, η ξενάγηση από πρώην μεταλλωρύχο και το όλο πράγμα φαινόταν να δίνει πολλές υποσχέσεις, αλλά λίγο πριν ξεκινήσουμε ο Α έπαθε κρίση κλειστοφοβίας κι εγκατέλειψε το ομολογουμένως άβολο βαγονάκι που θα μας έβαζε στο σκοτεινό τούνελ. Τουλάχιστον πήρε τα λεφτά του πίσω ο άνθρωπος, που έχασε μια πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία: ο άξεστος ξεναγός/μεταλλωρύχος έκανε σόκιν αστεία μπροστά σε ανήλικα που έκαναν το τουρ με τη μαμά τους, τα πιτσιρίκια χοροπηδούσαν σαν τρελά, οι μεταλλικές σκουριασμένες χέστρες όπου έκαναν την ανάγκη τους οι εργάτες ήταν κλου, μάθαμε πολλά για τις συνθήκες εργασίας μιας γενιάς ολόκληρης και μείναμε με το στόμα ανοιχτό όταν μας είπαν πως τα μουλάρια έμεναν στις σήραγγες του ορυχείου επί 12 συναπτά έτη, αφού δεν τα άφηναν να βγαίνουν έξω ούτε το βράδυ διότι «τρελαίνονταν» με τη διαφορά φωτός και μετά αρνιόντουσαν να ξαναμπούν. Πραγματικά εκπαιδευτική επίσκεψη. Αλλά Tombstone δεν ήταν κι επειδή είχε κι άλλα πράγματα να δούμε στο καουμπόικο διαμαντάκι, γυρίσαμε από την ίδια ευχάριστη διαδρομή.

Στο Tombstone θέλαμε να προλάβουμε μια από τις σκηνοθετημένες ενσαρκώσεις της μονομαχίας του OK Corral, αλλά την πρώτη… προβολή τη χάσαμε, οπότε μέχρι να ξεκινήσει η δεύτερη είπαμε να κάνουμε ακόμη μια βόλτα. Βρήκαμε ένα παλιό φωτογραφείο όπου η κοπελιά μας πρότεινε να βγάλουμε μια φωτογραφία ντυμένοι ως κακοποιοί του Far West κι εμείς άλλο που δε θέλαμε για καραγκιοζιλίκια: επιλέξαμε ρούχα, όπλα, καπέλα, background και το αποτέλεσμα το θαυμάζετε στη συνημμένη φωτό: οι γκριμάτσες των κακών μας έλειπαν, τελικά είμαστε μεγάλα νούμερα!

Μετά επισκεφθήκαμε το τελείως αδιάφορο μουσείο του OK Corral (δεν έπιανε μία μπροστά στο μπουρδέλο της προηγούμενης ημέρας, με επιτηδευμένα εκθέματα και μηδαμινή συνοχή), στο τοπικό αρχαίο τυπογραφείο που είχε φανταστικές ιστορικές φωτογραφίες από μεταλλωρύχους, το θρυλικό αυτόχθονα Τζερόνιμο (τρελή φάτσα) και Ινδιάνους που τους είχαν κόψει τις μύτες οι λευκοί ως τιμωρία. Ε, ήρθε η ώρα να δούμε και τη σκηνοθετημένη μονομαχία… Τι να πω, τουλάχιστον γελάσαμε με τους άθλιους ντόπιους ηθοποιούς, τα ψεύτικα όπλα, τις χαζές πτώσεις από πυροβολισμό και τη βλακεία μας να δώσουμε και 12$ για αυτή τη μπούρδα. Δυστυχώς το θεατράκι με τα σκηνικά εποχής ήταν γεμάτο και φαίνεται πως οι περαστικοί επισκέπτες της πόλης αυτό προτιμούν να δουν και μετά την κάνουν. Κρίμα διότι το εισιτήριο περιλαμβάνει και είσοδο σε μια αίθουσα προβολής ενός πολύ ενδιαφέροντος ντοκιμαντέρ για την ιστορία της πόλης, τα ορυχεία και τις αιτίες του γρήγορου και άδοξου θανάτου της Άγριας Δύσης, η προβολή του οποίου συνδύαζε ήχο, ένα καταπληκτικό περιστρεφόμενο καρουζέλ και καταπληκτική αφήγηση.

Την τελευταία ώρα μας στο Tombstone την περάσαμε σε άλλο ένα σαλούν όπου γεμίσαμε τα στομάχια μας με μέτριο φαγητό και τα αυτιά μας με τις καθημερινές ανησυχίες του Α ότι έχει πυρετό (μια φορά του πήραμε θερμοκρασία και είχε… 36.2C !), ότι κόλλησε γρίπη των χοίρων, ότι μάλλον είναι πολύ άρρωστος και τι θα κάνουμε τώρα και τα γνωστά υποχονδριακά από έναν άνθρωπο που φοβάται τα ασανσέρ, τα αεροπλάνα, το σκοτάδι, τις ασθένειες και μάλλον και τον ίσκιο του την ίδια ώρα που οδηγεί αμέριμνος πολύ συχνά στους ελληνικούς δρόμους με ταχύτητες άνω των 200χλμ… Άβυσσος η ψυχή του Α, που να σημειωθεί ότι κατά τα λοιπά είναι από τους πιο κουλ και διασκεδαστικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει, αλλά πιστέψτε με, δε θέλετε να πετάξετε μαζί του (Γιατί κουνάει; Πέφτουμε; Στο είχα πει εγώ, είναι της πλάκας η αεροπορική εταιρεία! Βλέπεις αυτόν που βήχει; Δεν τη γλιτώνουμε τη γρίπη, όχι ρε γαμώτο, κρίμα να κολλήσουμε τώρα! Είναι σίγουρη αυτή η γειτονιά ρε ή είναι γκέτο με μαχαιροβγάλτες; ). Το καλό είναι πως μόλις περάσει η κρίση υστερίας τον πιάνει κρίση αυτοσαρκασμού και πέφτει πολύ γέλιο (και δούλεμα μαζί).

Η διαδρομή που θα παίρναμε μέχρι το Green Valley, ένα ανύπαρκτο χωριό κοντά στα σύνορα με το Μεξικό, σύμφωνα με το Lonely Planet θα ήταν «εκπληκτική» και θα περνούσαμε από τοπία που σε λίγα χιλιόμετρα θυμίζουν «Αφρική, Αλάσκα και Παταγονία μαζί». Ε, μπορώ πλέον με κάθε επισημότητα να επιβεβαιώσω πως το LP του Southwest USA το έγραψε ο Στήβι Γουόντερ! Τέτοια γκαβομάρα δεν εξηγείται αλλιώς! Η περίφημη «οδός Παταγονίας» δεν είναι παρά ένας επαρχιακός δρόμος που περνάει από συμπαθητικά χωριουδάκια που κάνουν φιλότιμες προσπάθειες να καλλιεργήσουν αμπέλια και… αυτό είναι. Ο ίδιος οδηγός μας είχε βγάλει «βαρετή και αδιάφορη» μια από τις καλύτερες διαδρομές του ταξιδιού, εκείνη από το Hanksville προς Monument Valley, όπου ξεσκιστήκαμε να παρκάρουμε στην ερημιά για να παίρνουμε φωτό κάθε λίγα λεπτά σε ένα τοπίο που συγκινεί ακόμη και πεθαμένους.

Περάσαμε ξυστά από τα σύνορα με το Μεξικό, αδιάφορα αν εξαιρέσει κανείς τη συνοριοφυλακή και τις αμέτρητες ταμπέλες ισπανόφωνων δικηγόρων που βάζουνε τη μούρη τους σε πλακάτ που «κοσμούν» κτίρια, δρόμους, βενζινάδικα, σούπερ μάρκετ κλπ. Ελπίζω να μη φτάσει και στο Ελλάντα αυτή η μόδα, θα γίνει επανάσταση έτσι και βάλει τίποτε αφίσες με τη φάτσα του ο γνωστός μοντελοπνίχτης στα Εξάρχεια, με βλέπω να θυμάμαι τα νιάτα μου…

Με τα πολλά φτάσαμε στο ξενοδοχείο που έκλεισα εγώ το προηγούμενο βράδυ με κριτήριο ότι ήταν πάμφθηνο, κοντά στη διαδρομή που θέλαμε να κάνουμε την επόμενη και είχε πρωινό και ίντερνετ στην εξευτελιστική online τιμή. Το σύμπλεγμα βρίσκεται πραγματικά στη μέση του πουθενά κι όσο πλησιάζαμε αναρωτιόμασταν ποιος διάολός έχτισε τέτοιο τέρας εκεί πέρα. Εγώ ήμουν πεπεισμένος πως πρόκειται για ξέπλυμα χρημάτων κανενός Μεξικανού Ουσιαστικά πρόκειται για σειρά από ξενοδοχεία, με τεράστιες εκτάσεις, όλα στην ίδια αλυσίδα, το ένα έχει ως θέμα τα κανό, το άλλο τα γκολφ, άλλο τις πισίνες… Μπήκαμε στο σύμπλεγμα και κάναμε κανένα μισάωρο με το αυτοκίνητο μέχρι να φτάσουμε στο δικό μας υποσύμπλεγμα ενώ ήμασταν σίγουροι πως κάποιο λάθος είχε γίνει και μας είχαν δώσει τέτοια τιμή. Η συμπαθέστατη ισπανόφωνη ρεσεψιονίστ μας έδωσε το κλειδί μας και μας έστειλε σε αν τεράστιο κτίριο. Μπήκαμε στο δωμάτιο, πολυτελέστατο ήταν, μεγάλο… κι είχε και μια πόρτα… Ανοίγω την πόρτα και βλέπω… ένα διαμέρισμα ολόκληρο. Τι ένα δηλαδή, δύο μη σου πω και τρία, το διαμερισματάκι μου στην Αβάνα είναι όσο ήταν το μπαλκόνι… Η μια πόρτα διαδεχόταν την άλλη: κουζίνες, μπαλκόνια, γιγαντοοθόνη FlatScreen, δωμάτιο για σιδέρωμα άλλα δύο μπάνια, υδρομασάζ, τραπεζαρίες, αποθήκες… Υπέθεσα πως η ενδιάμεση πόρτα κατά λάθος ήταν ανοιχτή και πως επρόκειτο για άλλο διαμέρισμα με άλλη χρέωση, αλλά πρότεινα να το χρησιμοποιήσουμε έτσι κι αλλιώς χωρίς να τους ειδοποιήσουμε. Εκεί πετάχτηκε η φωνή της συνείδησης, ο άνθρωπος που ούτε την εφορία δεν κλέβει, ο βράχος ηθικής που λέγεται Χ που επέμενε να πάρουμε τη ρεσεψιόν. Ε, την πήρα και τι καταλάβαμε; Όντως υπήρχε διαφορετική χρέωση, όντως επρόκειτο για άλλη κατηγορία δωματίου αν και η έξτρα χρέωση ήταν μόλις 50$ (δηλαδή 11 ευρώ/άτομο με τη σημερινή ισοτιμία). Εννοείται πως τα δύο μωρά ήθελαν να πληρώσουμε το έξτρα πενηντάρικο, εννοείται πως εγώ δεν κατάλαβα το λόγο (Μήπως θα μαγειρεύαμε στην κουζίνα διαστάσεων; Θα καλούσαμε τίποτα γκόμενες σε πάρτι και θέλαμε 350 τετραγωνικά μέτρα δωμάτιο; Υπήρχε λόγος να έχουμε τρία μπάνια και τέσσερις ντουζιέρες; Γιατί να κάνουμε τους χαζοπλούσιους; ), εννοείται πως υπερίσχυσε η άποψη των άλλων δυο και το διαμέρισμα/τέρας έγινε δικό μας για μερικές ώρες τις οποίες έτσι κι αλλιώς περάσαμε κοιμώμενοι…


Βουαλά και μία από το White Sands.

Δρόμος από το Hanksville προς το Monument Valley: εκατοντάδες χιλιόμετρα ασφάλτου χωρίς ίχνος πολιτισμού.

O αρχαιολογικός χώρος του Mesa Verde.

Άγρια άλογα mustang.

Και ξαφνικά μέσα στα βράχια ένα ποτάμι, στη Γιούτα είναι.

Μονοπάτι με ωραία χρωματάκια στο Bryce Canyon.

Εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα στη Route 66.

Για την επόμενη μέρα το πλάνο έλεγε να πάμε σε ένα σημείο εκτόξευσης πυρηνικών πυραύλων προς… την Κούβα (καταραμένοι ιμπεριαλιστές), να δούμε κάτι στούντιο ταινιών γουέστερν, να πάμε να δούμε τους κάκτους στο Saguaro National Park και να καταλήξουμε στο Φοίνιξ για την τελευταία βραδιά στην Αριζόνα πριν αφήσουμε το αμάξι την επόμενη, αποχαιρετίσουμε το Χ και πετάξουμε με τον Α για Νέα Υόρκη. Κοινώς, η ημέρα αναμενόταν πολυάσχολη και δεν είχαμε και πολύ χρόνο για χάσιμο.

Αμ δε! Οι δύο μπέμπηδες αποφάσισαν πως αφού το ξενοδοχείο διαθέτει ΚΓΤ πίστες γκολφ θα έπρεπε να το δοκιμάσουμε. Αποφασίσαμε λοιπόν να απορρίψουμε τα τηλεοπτικά στούντιο, να πάρουμε απόφαση πως θα φτάναμε στο Φοίνιξ μεσάνυχτα και πως θα παίζαμε και κανένα δίωρο γκολφ. Με βαριά καρδιά δέχτηκα, έχω ξαναπαίξει γκολφ και ήμουν σίγουρος πως θα ήταν πανάκριβο (τι διάολο, το δωμάτιο ήταν πάμφθηνο, από κάπου πρέπει να βγάζει κέρδος αυτό το ξενοδοχείο), εκτός κι αν ίσχυε τελικώς η θεωρία πως το όλο σύμπλεγμα αποτελούσε βιτρίνα για ξέπλυμα χρήματος κάποιου εκλεκτού μέλους του μεξικάνικου καρτέλ. Ε, να ζήσει το καρτέλ! Η χρέωση για να παίξεις στην πίστα με τις 9 τρύπες ήταν μόλις 14$ επιπλέον της τιμής του πρωινού, δηλαδή δέκα ευρώπουλα. Το επόμενο πρόβλημα είναι πως δε θα μας άφηναν να παίξουμε αν δεν είχαμε και οι τρεις από ένα μπλουζάκι με γιακά. Άκου τώρα κανονισμός! Οι άλλοι δύο είχαν, εγώ όχι, αλλά ο Α βρήκε ένα έξτρα και μου το έδωσε παρά τις χλιαρές διαμαρτυρίες μου πως «μας ντύνουν σα τζιτζιφιόγκους, δεν πάμε να δούμε εκείνους τους πυραύλους καλύτερα». Με βαριά καρδιά πήρα τα μπαστούνια, το αμαξάκι, μερικά Τ (αυτά τα πλαστικά που βάζουν οι άσχετοι κάτω από το μπαλάκι για να μη διαλύσουν το γκαζόν) και ξεχυθήκαμε σαν εμετοί στο απέραντο γκαζόν.

Το αμαξάκι είχε GPS που σου έδειχνε προς τα πού είναι η κάθε τρύπα της πίστας, διότι ήταν τόσο αχανής η έκταση που σιγά μην το βρίσκει κανείς από μόνος του. Η κάθε τρύπα είχε μια μεγάααααααλη έκταση, δηλαδή βάραγες μια στο μπαλάκι με όλη σου τη δύναμη, το έστελνες στου διαόλου τη μάνα και πάλι ούτε το ένα τέταρτο της απόστασης δεν είχες κάνει… αν πετύχαινες το μπαλάκι και δεν έπιανες αέρα δηλαδή. Μέχρι να καταλάβουμε ποιο μπαστούνι χρησιμοποιείται σε ποια περίσταση, να σπάσω όλα μου τα Τ, να βγούμε μέσα από τις γούβες με την άμμο, να φτάσουμε κοντά στη σημαία με την τρύπα και να πετύχουμε να βάλουμε όλοι το μπαλάκι μας πήρε κάμποση ώρα. Ε, αυτό το «κάμποση» σήμαινε καθυστέρηση για το επόμενο αμαξάκι με παίκτες που περίμεναν να ολοκληρώσουμε εμείς την τρύπα 1 για να παίξουν κι αυτοί. Ειλικρινά ντράπηκα που άνθρωποι που πλήρωναν περίμεναν εμάς τους άσχετους. Κάναμε νόημα σε όποιον ερχόταν από πίσω μας να παίξουν πρώτα αυτοί, αλλά από ευγένεια αρνιόντουσαν. Αφού τους λέγαμε ότι είμαστε αρχάριοι και όντως είναι καλύτερα να πάρουν προτεραιότητα, έπαιζαν αυτοί και φυσικά σε 2-3 χτυπήματα έφταναν κοντά στο σημαιάκι σε αντίθεση με μας που δώσαμε ρεσιτάλ, ειδικά ο Α έστειλε το μπαλάκι του σε λίμνη, γούβες, θάμνους, δέντρο (!) κι έχασε και δύο, έτσι για αποκορύφωμα. Το απίστευτο πάντως ήταν πώς αντιμετώπιζαν οι Αμερικανοί εμάς τους άσχετους που τους καθυστερούσαμε, που παρκάραμε το καροτσάκι λάθος, που τους χαλούσαμε το χόμπι τους… Μας χαμογελούσαν, μας έλεγαν πως “everybody’s got to start somehow, we did once too” και μας εύχονταν καλό παιχνίδι. Μάγκες; Όχι μόνο μάγκες, αλλά και πολιτισμένοι, ευγενικοί, υπομονετικοί και κυρίως ακομπλεξάριστοι. Μπορεί να φανταστεί κανείς τι φάσκελο θα τρώγαμε στην Ελλάδα σε αντίστοιχη περίσταση, τι μπινελίκι, τι μούτζα και μπορεί να έπεφτε και καμιά ψιλή από και προς κάποιον Ελληνάρα που θα μας έλεγε «άντε ρε μ@λ@κες τελειώνετε!». Τελικά έχουμε ΠΟΛΛΑ να μάθουμε από τους «χαζοαμερικάνους» εμείς οι «εξυπνοέλληνες».

Τέλος πάντων, όσο προχωρούσαν οι τρύπες, τόσο βελτιωνόμασταν. Ειδικά ο Α έκανε τρελή ρελάνς και στην τελευταία τρύπα μας προσπέρασε και πήρε τη νίκη με διαφορά ενός χτυπήματος με κάτι απίθανα χτυπήματα των 70 μέτρων. Στο τέλος μας κατέβαλλε η ζέστη αλλά η αλήθεια είναι ότι παθιαστήκαμε, το παιχνίδι είχε σασπένς, γέλιο και φανταστικό καταπράσινο τοπίο με λίμνες, δεντράκια κλπ, έστω κι αν δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ πόσα λίτρα νερού ξοδεύονται για να φτιαχτεί ένα γήπεδο γκολφ στην έρημο των συνόρων με το Μεξικό. Η αλήθεια είναι πάντως πως αν δεν είχαν επιμείνει ο Χ κι ο Α, θα είχαμε χάσει όλο αυτό το χαβαλέ, μόνο και μόνο διότι εγώ θεωρούσα πως γιακάδες φοράνε μόνο οι φλούφληδες και πως το γκολφ είναι για «χαζοπλούσιους». Ομολογώ πως ήταν θεϊκή η ιδέα του γκολφ, έκανα λάθος, ορίστε, το παραδέχομαι.

Παραδώσαμε τα μπαστούνια στον ευγενέστατο τύπο που ανέχθηκε τις πανηλίθιες ερωτήσεις μας και πήραμε το δρόμο για το σιλό. Δε θυμάμαι πώς λέγεται ακριβώς αλλά είναι στη μέση της ερήμου της Αριζόνα και είναι –αν δεν κάνω λάθος- το μόνο σημείο εκτόξευσης πυρηνικών κεφαλών (απενεργοποιημένων) που μπορεί κανείς να επισκεφθεί στις ΗΠΑ. Η επίσκεψη ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα, ο εθελοντής ξεναγός μας πήγε στον υπόγειο θάλαμο ελέγχου, όπου υπήρχαν απίστευτες δικλείδες ασφαλείας. Μια από αυτές ήταν πως παρότι υπήρχαν τρεις προεπιλεγμένοι στόχοι (λες να ήταν η Κούβα ένας από αυτούς;;;; Μπα καλέ, ειδικά μετά την κρίση των πυραύλων του ’62 δε νομίιιιιιζω) όπου –μόνο κατόπιν εντολής του προέδρου των ΗΠΑ- πατώντας ένα κουμπί οι χειριστές μπορούσαν να εκτοξεύσουν ένα πύραυλο και να αφανίσουν μια ολόκληρη περιοχή του πλανήτη ΧΩΡΙΣ να ξέρουν ποια είναι αυτή. Αυτοί δηλαδή απλά έπαιρναν την εντολή να εκτοξεύσουν τον πύραυλο προς το «Στόχο 2», πατούσαν το αντίστοιχο κουμπί και αγνοούσαν αν είχαν εξαφανίσει τη Μόσχα, την Αβάνα ή το Πεκίνο (τυχαία παραδείγματα…). Ήταν ανατριχιαστικό να σκέφτομαι πως η πόλη στην οποία ζω δε θα υπήρχε αν κάτι είχε πάει στραβά το ’62, από κάποιον που δεν ήξερε καν τι κατέστρεφε… Τα όλα μηχανήματα ήταν κατασκευής ’60, από τα τηλέφωνα και το καντράν ελέγχου μέχρι το θησαυροφυλάκιο με τους κωδικούς και τα ασανσέρ, πραγματικά βγαλμένο από παλιά τζεημσμποντική ταινία. Η εικόνα του πυραύλου και η ατάκα του (ελαφρώς χαζοχαρούμενου) ξεναγού πως «το σιλό πέτυχε το στόχο του, που ήταν να μην εκτοξευθεί ποτέ κανείς πύραυλος» ήταν από τα κλου της επίσκεψης, η οποία πραγματοποιήθηκε αφού πείσθηκε ο Α πως δε θα παθαίναμε τίποτα από «διαρρέουσα ραδιενέργεια» (αμάν με τις φοβίες!).

Επόμενη στάση το Εθνικό Πάρκο Saguaro, γνωστό για τους τεράστιους κάκτους του. Δεν καταφέραμε να το γυρίσουμε όπως θέλαμε, αλλά και το λίγο που είδαμε πολύ καλό ήταν. Τίποτε το ανεπανάληπτο (μετά το Zion και το Bryce, τη διαδρομή από το Hanksville, το Monument Valley, το Telluride, το White Sands, το Torrey… κάι πάρκα σαν το Grand Canyon και το Saguaro είναι απλώς όμορφα), αλλά οπωσδήποτε όμορφες εικόνες με μυριάδες γιγάντιους κάκτους τη δύση του ηλίου.

Βγάλαμε μπόλικες φωτό και φτάσαμε στο βαρετό Φοίνιξ. Τι βαρετή κι αδιάφορη πόλη! Ο Α ήδη είναι σε κακή διάθεση, μάλλον επειδή την επόμενη έφευγε ο Χ αλλά κι επειδή αντί να πάμε στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον ο ίδιος προτιμούσε να κάνουμε road trip προς Yellowstone ή κάτι αντίστοιχο. Retrospecting, ίσως και να είχε δίκιο… Στο καπάκι, το ξενοδοχείο στο Φοίνιξ ήθελε 23$ για το πάρκιγκ (!) και δε μας είχε κλείσει και πρωινό όπως έλεγε η κράτηση της Expedia. Πήρα το σάιτ τηλέφωνο όπου θυμήθηακ τα χούγια της Αγγλίας: μίλησα με ένα μόγγολο το οποίο είχε μπροστά του κάποιο εγχειρίδιο με «πιθανά σενάρια», μου έδινε συνεχώς αλαμπουρνέζικες απαντήσεις, στάνταρ εκφράσεις χαζομάρκετινγκ («μάλιστα, μισό λεπτό, η Expedia είναι εδώ για να σας εξυπηρετήσει» και μετά από 3 λεπτά «Γεια σας, είμαι η Jenny, η Expedia είναι εδώ για να σας εξυπηρετήσει»… το ξέρω ότι είσαι η Jenny αγάπη μου, είναι η τέταρτη φορά που μου το λες), αδυναμία οποιασδήποτε πρωτοβουλίας (π.χ να πάρει το ξενοδοχείο και να αλλάξει την κράτηση), ενώ η λύση που πρότεινε με την ίδια ρομποτοποιημένη φράση τέσσερεις φορές δε μας ικανοποιούσε: θέλανε να μας «επιστρέψουν» 50$ στο λογαριασμό μας… ένα λογαριασμό που δεν είχαμε και τελικά μας δημιούργησε… η Jenny. Εντάξει, διασκέδασα με την όλη χαζομάρα, αλλά το όλο θέμα μου θύμισε Αγγλία και την απίστευτη αναποτελεσματικότητα των βρετανικών call center, όπου πατάς το 2, μετά το 4, περιμένεις μισή ώρα, λες το πρόβλημά σου σε ένα ρομπότ που δε μπορεί να στο λύσει, άρα πατάς το 8, περιμένεις, πατάς ένα νούμερο που διαιρείς με την ηλικία της πεθεράς σου και μετά από ένα τρίωρο αποφασίζεις πως απλώς είναι άχρηστοι. Δέκα φορές να μέναμε σ’ ένα συμπαθές μοτέλ, κάτι ξέρω εγώ που ακούω πεντάστερα, αλυσίδες κλπ και τρέχω, πεταμένα λεφτά (έστω και αν στην Αμερική είναι ελάχιστη η διαφορά ανάμεσα σε ένα μοτέλ κι ένα «επώνυμο» ξενοδοχείο αλυσίδας).

Με το που ξυπνήσαμε είδαμε στο πρωινό του CNN την απίστευτη είδηση πως κάποιος αντιπρόσωπος αυτοκινήτων στο Μιζούρι χαρίζει και ένα Καλάσνικοφ με την αγορά κάθε φορτηγού (Καλάσνικοφ; Γιατί όχι ατομικές βόμβες; Μισές δουλειές θα κάνουμε; ), φάγαμε ένα πρωινό στο δρόμο και πήγαμε για τα «τελευταία ψώνια» των παιδιών (δηλαδή πέθανα στη βαρεμάρα) κι έπειτα πήγαμε στο αεροδρόμιο να παραδώσουμε το αμάξι. Με 6.600χλμ (!) στο κοντέρ έπειτα από μόλις δύο εβδομάδες, μάλλον τα έβγαλε τα λεφτά του... Η διαδικασία παράδοσης ήταν αργή, αλλά όλα πήγαν ρολόι και αποχαιρετίσαμε το Χ που πετούσε για Ελλάδα. Πλέον εγώ και ο Α θα πετούσαμε εντός λίγων ωρών για Νέα Υόρκη…
Οι ώρες στο αεροδρόμιο περνούσαν αργά, ώσπου αποφάσισα να ξανακάνω ένα τηλέφωνο στο ξενοδοχειάκι που είχαμε κλείσει στη Νέα Υόρκη. Το είχαμε κλείσει μέσω του bookinhotels.com, το οποίο είχα ξαναχρησιμοποιήσει παλιότερα χωρίς κανένα πρόβλημα, αλλά επειδή διάβασα ανησυχητικά πράγματα για το συγκεκριμένο σάιτ λίγες ημέρες πριν το ταξίδι, είχα ήδη πάρει το ξενοδοχείο να βεβαιωθώ πως η κράτηση είχε γίνει, πράγμα το οποίο μου επιβεβαίωσαν. Ε, λίγες ώρες πριν πετάξουμε αποφάσισα να τους ξαναπάρω, να ρωτήσω κιόλας αν θα μπορούσαμε να κάνουμε early check-in.

“Mα η κράτησή σας μόλις ακυρώθηκε από το bookinhotels”, μου είπε η ρεσεψιονίστ… και κάπου εκεί ξεκίνησε μια οδύσσεια για να πάρουμε τα λεφτά μας πίσω από το συγκεκριμένο σάιτ, τουρκικών συμφερόντων, που εδώ και κάμποσο καιρό αποφάσισε να ακυρώνει ΟΛΕΣ τις κρατήσεις που κάνει λίγες ώρες πριν την άφιξη των πελατών στο ξενοδοχείο, τσεπώνοντας φυσικά τα χρήματα και θεωρώντας πως όλο και κάποιος θα βαρεθεί να μπει στη διαδικασία της άρνησης πληρωμής. Μακριά από το bookinhotels λοιπόν, μιλάμε για καλοστημένη αλλά καραμπινάτη απάτη, αν ψάξει κανείς λίγο στο tripadvisor θα δει πως πια υπάρχουν χιλιάδες θύματα τους τελευταίους μήνες…

Τέλος πάντων, άρχισα να ψάχνω για άλλο ξενοδοχείο, το οποίο με πίεση χρόνου και το περιορισμένο μπάτζετ που είχαμε δεν ήταν κι εύκολο. Τελικώς… 10 λεπτά πριν μπούμε στο gate βρήκα κάτι φτηνό… στο Χάρλεμ! «Καλά, είναι ασφαλής γειτονιά αυτή;», με ρώτησε ο Α, που ήδη έτρεμε μην κολλήσει τη γρίπη στο gate, μην πέσει το αεροπλάνο («ποια είναι αυτή η Delta; Η μεγαλύτερη στον κόσμο; Εγώ πάντως πρώτη φορά την ακούω, να δεις που θα πέσουμε, στα έλεγα εγώ!») και το τελευταίο που μου έλειπε ήταν η μουρμούρα για το Χάρλεμ, οπότε αποφάσισα να του το ξεκόψω με τη μία: «Καλά πλάκα κάνεις; Μιλάμε για ΚΟΡΥΦΑΙΑ γειτονιά!», είπα με στόμφο. Κορυφαία, όντως…

Αφού πήραμε τις βαλίτσες μας από το μετριότατο terminal του JFK, πήραμε ταξάκι για το κέντρο διότι δεν κλείσαμε μάτι στην πτήση και φτάσαμε 7 το πρωί στη ΝΥ, πτώματα. Ο καιρός είναι άψογος, αλλά η πόλη φαίνεται κακάσχημη, ακόμη κι όταν ανεβαίνουμε αυτή τη διαβόητη γέφυρα με την ωραία θέα, εμένα χάλια μου φαίνεται, για τον Α δεν το συζητάμε καν, καλά επέμενε αυτός να πάμε στο Yellowstone. Ο Α. ρώτησε τον ταξιτζή για τη γειτονιά μας, αν ήταν ασφαλής κι ο Αιγύπτιος απάντησε «This used to be a piece of shit, but now it’s a piece of cake, man». Βγήκαμε από το ταξί και η εικόνα θύμιζε κάτι από τις βόλτες του Booker (πού το θυμήθηκα αυτό τώρα; Με το Richard Grieco, ξέρετε) στις κακόφημες γειτονιές της ομώνυμης σειράς: ομίχλη, φύλλα από χαρτόκουτα να στροβιλίζονται στον άδειο δρόμο, ένας άστεγος φαρδύς πλατύς να κοιμάται σε μια ξεφτισμένη και μουτζουρωμένη από γκραφίτι σκάλα-είσοδο… «Ρε, αυτή είναι η κορυφαία γειτονιά;», ρωτάει ο Α. «Ε, καλά, Σάββατο είναι, εχθές ήταν Παρασκευόβραδο και κάποιοι μέθυσαν και τους πήρε ο ύπνος στο δρόμο, ρε παιδί μου, πώς κάνεις έτσι;», προσπάθησα να τον καθησυχάσω, παρατηρώντας ένα χέρι που κρεμόταν από μια μεταλλική εξωτερική σκάλα 10 μέτρα από πάνω μας… Μάλλον δεν ήταν μεθυσμένος εκείνος (...), αλλά ευτυχώς ο Α. δεν τον είδε.

Μπήκαμε στο hostel, όπου ο «άντε γεια» μαυρούλης στη ρεσεψιόν δεν έβρισκε την κράτησή μας, τελικά τη βρήκε, αλλά το check-in ήταν στις 2 κι εμείς άυπνοι… Ε, πάμε μια βόλτα στη γειτονιά να φάμε κι ένα πρωινό, πρότεινα. Ο ρεσεψιονίστ, που ήταν σαν καρπαζοεισπράκτορας gangster movie του ’80 μας είπε πως θα’μαστε ΟΚ, αν και η γειτονιά «δεν είναι και για πολλά-πολλά». Πράγμα το οποίο το καταλάβαμε ξαναβγαίνοντας έξω και θαυμάζοντας άλλον έναν άστεγο, φαρδύ-πλατύ μπροστά στο πεζοδρόμιο του χόστελ… «Ρε συ, εγώ πάντως νιώθω στόχος εδώ», λέει ο Α την ώρα που περνάμε δίπλα από μια δεκαμελή παρέα που μας στραβοκοιτάει στη γωνία κι εγκαταλείπω την προσπάθεια να τον μεταπείσω, αλλά βλέπω ένα Starbucks στον γεμάτο σκουπίδια δρόμο και προτείνω να πάμε να τσιμπήσουμε κάτι… Τρομερό Starbucks μιλάμε! Στο ένα από τα…δύο συνολικά τραπέζια καθόταν ένας τεράστιος μαύρος (μάλλον τρελός) που φώναζε μόνος του βρισιές χτυπώντας το τραπέζι, ενώ ένα τελειωμένο πρεζάκι δίπλα μας προσπαθούσε να φτιάξει τον καφέ του επί ένα δεκάλεπτο, μην καταφέρνοντας να βρει το κουμπί στην καφετιέρα, με το βλέμμα καρφωμένο στον τοίχο, μου θύμισε ένα στίχο από τις «Τρύπες»: «Γύρω μου το τζάμι έχει σπάσει κι έχω μείνει με το βλέμμα καρφωμένο, τι ήθελα να δω έχω ξεχάσει, θα περιμένω, θα περιμένω, ώσπου να θυμηθώ θα περιμένω…».
Μασουλάμε τα -χάλια- σάντουιτς σιωπηλά, άλλωστε είμαστε πολύ κουρασμένοι και άυπνοι. Αποφασίζω να σπάσω τον πάγο μασουλώντας. «Κοίτα, άσε να μείνουμε σήμερα εδώ κι άμα δούμε ότι παραείναι ζόρικα, αλλάζουμε, ας ξεφύγουμε και λίγο από το μπάτζετ». Ο Α. έχει αναθαρρήσει με το σάντουιτς και το παίρνει απρόσμενα στωικά: «Τι να σου πω, εσύ έμενες και σε κωλογειτονιά με συμμορίες στην Αγγλία, εγώ σαν εμπειρία το βλέπω…. Ας μείνουμε και βλέπουμε». Μπράβο! Περίμενα ότι θα με κρέμαγε!

Αποφασίζουμε να πάμε στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας για να μη χάσουμε τη μέρα. Κατεβαίνουμε στο μετρό όπου είναι όλο φάτσες: ζητιάνοι, κάτι Πορτορικάνοι με μπαντάνες, μια γριά αργοπεθαίνει και φυσικά τίγκα στο σκουπίδι συν δύο αρουραίοι. Εξυπακούεται πως είμαστε οι μόνοι λευκοί στο σταθμό και η φάση είναι πολύ ντεκαντάνς, αλλά έχει την πλάκα της κι αρχίζουμε να γελάμε με το όλο σκηνικό. «Θα σε πνίξω ρε άχρηστε», μου λέει ο Α χαμογελώντας «που είναι και ΚΟΡΥΦΑΙΑ γειτονιά το Χάρλεμ!». Εγώ πάλι σκέφτομαι τη μαμά του Χ: «Δεν πιστεύω να σας πηγαίνει ο Γιώργος σε τίποτε παλιογειτονιές…».

Κατεβήκαμε πρώτα κοντά στο Central Park ώστε να περάσουμε από το ξενοδοχείο που… δε μας έστειλε το bookinhotels.com και να τους τα πούμε ένα χεράκι για να μάθουν να συνεργάζονται με απατεώνες. Άλλη πόλη! Φαρδείς δρόμοι, πολλοί οι καλοντυμένοι, πολύ πράσινο στο κεντρικό πάρκο, joggers, παγωτάκια και φύλακας έξω από το κτίριο όπου μένει η Yoko Ono. Είδαμε ευθείς δρόμους, ορθογώνια αρχιτεκτονική και φτάσαμε και στο μουσείο το οποίο ακόμη δεν είχε ανοίξει, ωστόσο ήδη υπήρχε ουρά απέξω. Έκανε πολλή ζέστη κι εμείς ψιλοκοιμόμασταν μετά την άυπνη πτήση, οπότε είπαμε να περιμένουμε να ανοίξουν οι πόρτες, να φύγει το τσούρμο και να μπούμε μετά για έκδοση εισιτηρίων. Με το που άνοιξαν οι πόρτες πάντως η ουρά εξαφανίστηκε εν ριπή οφθαλμού, ενδεικτικό της αμερικάνικης αποτελεσματικότητας. Ακριβούτσικο το μουσείο, αλλά λες δε βαριέσαι, ας το δούμε κι αυτό.

Στην αρχή βλέπεις αυτούς τους τόσο οικείους σκελετούς δεινοσαύρων κι έπειτα έχει μπόλικες συλλογές από θαλάσσια και άλλα όντα. Επίσης έχει κομμάτια αφιερωμένα στη γεωλογία, το διάστημα, τις επιστήμες κλπ. Ψιλοκοιμόμασταν και κάθε μισή ωρίτσα κάναμε κι από μια δεκάλεπτη σιέστα, αλλά γυρίσαμε τα κομμάτια που μας ενδιέφεραν. Να πω την αλήθεια η όλη παρουσίαση του γαλαξία, του διαστήματος και λοιπών δε μου κέντρισε το ενδιαφέρον και τα ζώα (ταριχευμένα και μη) επειδή τα έχω δει και ζωντανά δε με ξετρέλαναν, άλλωστε αν δεις κάτι στη φύση μετά δύσκολα θα σε εντυπωσιάσει ένα καχέκτυπό του πίσω από ένα τζάμι, ανάμεσα σε μυριάδες σχολεία που τσακώνονται τσιρίζοντας για το ποιος θα βγει φωτογραφία δίπλα στον ιπποπόταμο.

Είδαμε πως υπήρχε ανθρωπολογικό κομμάτι (και μάλιστα τεράστιο) και είπαμε να αφιερώσουμε περισσότερο χρόνο εκεί. Λοιπόν, η γνώμη μου είναι πως το ανθρωπολογικό κομμάτι ειδικά είναι ολίγον αχταρμάς. Όλες οι φυλές του Ισραήλ μαζί, χωρίς γεωγραφική ή χρονολογική σειρά, με ενδιαφέρουσες μακέτες αλλά επιφανειακή παρουσίαση (δυο φράσεις για κάθε πολιτισμό, κι αυτές παιδιάστικες, λες και απευθύνονται σε ανθρώπους που δεν ξέρουν ότι οι Έλληνες δεν κυκλοφορούν με τήβεννο πλέον), κάπου μπλέκεται το μυθολογικό με το ιστορικό, τους Ίνκας τους ξεχάσανε (!), το αρχαιολογικό κομμάτι είναι για τα μπάζα… Η εντύπωση που μου έδωσε είναι ότι φτιάχτηκε:
α) για παιδάκια
ή β) ώστε να περνάς, να βλέπεις λίγο απ’ όλα και να βγάζεις και καμιά φωτογραφία δίπλα στο ομοίωμα κανενός Κοζάκου, Μάγια ή Ρωμαίου.

Χάρηκα που πήγαμε και το είδαμε και μου έφυγε η περιέργεια, αλλά μάλλον απογοητεύτηκα, τζίφος το μουσείο. Για τον Α που τα περισσότερα από τα ζωάκια δεν τα είχε δει… εν ζωή ήταν κάπως πιο ενδιαφέρον. Κάναμε μια βολτίτσα στις παρυφές του Central Park αλλά το μυαλό μας ήταν στις νοτιοδυτικές πολιτείες, τα άγρια τοπία και τις καουμπόικες πόλεις… Τα υπόλοιπα ωχριούσαν μπροστά τους, μάλλον ξενέρωτη μας φάνηκε η πόλη. Βέβαια δεν είχαμε κοιμηθεί και δεν είχαμε φάει, ίσως μέρος της ξενέρας να ήταν κι αυτό, οπότε γυρίσαμε στο Χάρλεμ, κάναμε μια αποτυχημένη προσπάθεια για check-in (πάλι νωρίς ήταν!) και κάτσαμε να φάμε πάνω στην οδό Amsterdam.

Ξαφνικά το Χάρλεμ είχε ζωή! Πλέον δεν ήταν 8 το πρωί ώστε να βλέπεις μόνο τους άστεγους και τους ναρκομανείς, αλλά η όλη γειτονιά βρίσκεται σε πλήρη οργασμό κι είναι πολύ πιο ανθρώπινη: απίθανες μαύρες γιαγιάδες με λευκές περούκες και χρωματιστές ομπρέλες να συζητάνε στη μέση του δρόμου, «υπαίθριοι» καλλιτέχνες προσπαθούν να βγάλουν τα ως προς το ζην, μικροπωλητές σε κάθε πεζοδρόμιο, ρακοσυλλέκτες, μαύρες γκομενάρες ντυμένες σαν να βγήκαν από κλιπάκι του Daddy Yankee με γαλάζια σουτιέν και λεοπαρδαλέ κάλτσες, Δομινικάνοι με μπλουζάκια που υποδηλώνουν την εθνικότητά τους, ράπερ με αλυσίδες των δεκαεννιά κιλών να κρέμονται πάνω στο wife-beater τους, μεθύστακες, manic street preachers, φραντσισκάνες μοναχές, μπασκετμπολίστες, νάνοι, κουστουμαρισμένοι, ό,τι να' ναι αλλά πάντα σε νέγρικη απόχρωση… Κι εμείς να τα θαυμάζουμε όλα αυτά σε ένα τραπεζάκι στο πεζοδρόμιο όπου μας σερβίρει σε ένα εστιατόριο με γαλλικό όνομα ένας σερβιτόρος που προσποιούταν και γαλλική προφορά, μπας και το κάνει πιο σικ και δεν καταλάβουμε ότι και τα 15$ που πληρώσαμε πολλά είναι (αλλά για το απίστευτο people watching μπροστά μας άξιζε τον κόπο). Δυο ξανθιές κάθονται μπροστά μας και μπανίζουν μουλάτους, λευκούς, λατίνους και μαύρους, ενώ το κουτσομπολιό είναι στιλ Sex & The City. Καλά, πάμε για ύπνο…

Επιτέλους μας δώσανε το δωμάτιό μας στο hostel. Πολύ καλό! Ολοκαίνουριο, με δυο παράθυρα να βλέπουν την…καταπληκτική γειτονιά μας, νέο παρκέ, flat τηλεόραση, δωρεάν wi-fi, μεταμοντέρνο μπάνιο κι όλα αυτά για 55 ευρώπουλα δια δύο. Ε, μετά…κοιμηθήκαμε, πρέπει να ήταν 15:30…

Όταν ξύπνησα (γιατί αν περίμενα από τον Α να ξυπνήσει σώθηκα…) είχε πλέον ξημερώσει! Κοιμηθήκαμε ένα δεκαπεντάωρο τόσο πτώματα που ήμασταν… και ήταν Κυριακή κι ήθελα να δούμε και κανένα γκόσπελ, κατά προτίμηση όχι σε lonelyplanetίστικη τουριστική εκκλησία… Πλένω το κεφάλι μου, προσπαθώ να ξυπνήσω την Ωραία Κοιμωμένη και μια νέα μέρα ξεκινά… Και τι ξεκίνημα!
Την Κυριακή ο κόσμος παίρνει την κυριακάτικη εφημερίδα του και μετά πάει στο γήπεδο. Εκτός κι αν είσαι επίσκεψη στη Νέα Υόρκη για πρώτη φορά, οπότε επιβάλλεται αντί για το γήπεδο να πας σε κάποιο gospel. Διάβασα πως η Αβυσσηνιακή εκκλησία διαθέτει ένα από τα διασημότερα gospel σε όλες τις ΗΠΑ, αλλά το γεγονός πως αποτελεί πόλο έλξης για εκατοντάδες τουρίστες που μάλιστα κάνουν και ουρά με αποθάρρυνε. Δε μπορεί, θα έχει κι αλλού gospel και μάλιστα ανεξερεύνητο, σκέφτηκα.

Κατέβηκα στη ρεσεψιόν να ρωτήσω το βαριεστημένο και μη ισπανόφωνο Δομινικανό «ρεσεψιονίστ» (ο Θεός να τον κάνει…) που με κοίταξε με το πιο βαριεστημένο ύφος του πριν ψελλίσει, χωρίς καλά-καλά να σηκώσει τα μάτια του από την οθόνη του κινητού του, πως «ρε φίλε, στο Χάρλεμ είσαι… μόνο σε αυτό το δρόμο έχει δέκα εκκλησίες». Βγαίνω λοιπόν κι εγώ στο δρόμο με τις δέκα εκκλησίες και τους εκατόν δέκα άστεγους και όντως… στο ίδιο τετράγωνο με μας έχει τέσσερις, από λουθηρανική μέχρι πεντηκοστιανή. Όχι ότι ξέρω τις διαφορές μεταξύ τους, αλλά λίγο με νοιάζει. Μπαίνω στην πρώτη όπου βλέπω ένα συμπαθέστατο ευτραφή μαυρούλη, του εξηγώ πως είμαστε δυο λεβέντες από το Ελλάντα που θα ήθελαν να δουν ένα gospel, και πως ούτε φασαρίες θα δημιουργήσουμε, ούτε φωτογραφίες θα βγάλουμε, απλώς θέλουμε να δούμε ένα διαφορετικό τρόπο λατρείας. Χαμογελάει με τα κατάλευκα δόντια του να κάνουν ευχάριστα έντονη αντίθεση με το μαύρο του δέρματος και του ράσου. «Ευχαρίστως να έρθετε! Δεν έχουμε και πολλούς επισκέπτες. Η προσευχή ξεκινάει στις 9:30, αλλά νομίζω πως μάλλον θα σας ενδιαφέρει πιο πολύ το gospel που ξεκινάει στις 11:00… Καλύτερα να είστε εδώ κατά τις 10:30 διότι μαζεύεται πολύς κόσμος!». Μπίνγκο! Γυρίζω πίσω όπου η Ωραία Κοιμωμένη έχει πλέον ξυπνήσει και πίνει τον καφέ της. «Πιες το, φάε και το πρωινό σου, στις 10:30 είμαστε καλεσμένοι σε gospel!”.

Το κτίριο είναι ένα από εκείνα τα παλιά κτίσματα του Χάρλεμ με τις εξωτερικές σιδερένιες σκάλες και τα γκραφίτι στην είσοδο, αλλά με το που μπαίνεις συνειδητοποιείς πως το εσωτερικό είναι πολύ προσεγμένο, μοντέρνο, πεντακάθαρο. Ο γνωστός ευτραφής μαυρούλης μας υποδεικνύει να κατευθυνθούμε στον πάνω όροφο, όπου ένα μεταμοντέρνο ιερό με άδειους πάγκους μας βρίσκει να καθόμαστε σχεδόν μόνοι και να αναρωτιόμαστε αν η εκκλησία θα είναι έτσι άδεια. Δίπλα στο πιάνο ένας πολύ εμφανίσιμος νεαρός μαύρος μονολογεί «Oh, Lord, Oh my God, Oh help me Lord, help me God” με ταχύτητα πολυβόλου κι έχοντας το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του. Σηκώνεται κι αρχίζει να περπατάει γρήγορα γύρω-γύρω στην άδεια αίθουσα με ανοιχτά τα χέρια συνεχίζοντας να μουρμουράει όλο και πιο δυνατά “Οh Lord, help me God”. Μπαίνει μια μιγάδα γύρω στα 45 με το μαλλί κολλημένο με μπριγιαντίνη και ντυμένη με το καλύτερό της φόρεμα. Μάλλον είναι από τις υπευθύνους της εκκλησίας, μας χαιρετά εγκάρδια και μας ευχαριστεί που ήρθαμε, ενώ μου εξηγεί πως ο παραληρείς πιστός «προετοιμάζεται για το gospel».

Η εκκλησία-αίθουσα εξακολουθεί να είναι άδεια, υπάρχει μόνο μια οικογένεια, η μιγάδα με την μπριγιαντίνη και ο προετοιμαζόμενος νέος.. Ώσπου ανοίγει η πόρτα και μπαίνουν τέσσερις Ισπανιδούλες, στις οποίες η υπεύθυνη υποδεικνύει να κάτσουν δίπλα μας (εύγε!). Είναι από τέσσερις διαφορετικές επαρχίες, η μία μάλιστα από τη Γαλικία, αλλά η θεά είναι Κανάρια και μάλιστα ήρθε και μ’ ένα καυτό σορτσάκι που κολάζει ακόμη και νεκρό. Εκτός από νεκρό κολάζει και τον Α. που αναφωνεί «θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε» αλληθωρίζοντας την ώρα που κάνει focus στα πιο ωραία πόδια που είδαμε στην Αμερική (φοβερά καλλίγραμμα κι αθλητικά, δε λέω, αλλά μικρός ο ανταγωνισμός σε μια χώρα όπου η παχυσαρκία έχει πάρει διαστάσεις λαίλαπας και κάθε φορά που βλέπεις μη παχύσαρκη γυναίκα κάνεις το σταυρό σου). Οι Ισπανίδες μας εξηγούν πως θα μείνουν για 4 εβδομάδες στη Νέα Υόρκη, κάνοντας μαθήματα Αγγλικών σε κάποιο θερινό κολέγιο, πως το προηγούμενο βράδυ «έκαναν αλητείες» αφού νοίκιασαν μια λιμουζίνα και «το έκαψαν» (κι εμείς πού ήμασταν, Α; ροχαλίζαμε σαν τα μοσχάρια…) και πως την προηγούμενη Κυριακή είχαν πάει σε άλλη γειτονιά σε άλλο gospel, αλλά εκεί ο κόσμος τις κοιτούσε περίεργα, ήταν να μην τις ήθελαν εκεί, είχε πολλούς τουρίστες κι ένιωσαν πως οι ντόπιοι τις κοιτούσαν εχθρικά. Αντίθετα, η κυρία με το σικ συνολάκι και τη μπριγιαντίνη έρχεται και μας σφίγγει το χέρι σε κάθε έναν ξεχωριστά με ένα χαμόγελο ευγνωμοσύνης που με κάνει να νιώθω τόσο άβολα όσο και το σταυροπόδι της Κανάριας δίπλα μου. «Ρε τι πόδι είναι αυτό;;;», αναφωνεί ο Α, που βρήκε το δικό του «Oh my Lord» στην ισπανική οπτασία που κάθεται παραδίπλα μου. «Κλείσε το σαγόνι σου, θα μπει καμιά μύγα», το παίζω πιο αδιάφορος και κουλ… Η Καστιγιάνα με ρώτησε που μένουμε κι όταν της είπαμε «εδώ δίπλα» γούρλωσε τα μάτια κι έσπευσε να το μεταδώσει στις άλλες…

Τα λεπτά περνούν, η λειτουργία δεν έχει ξεκινήσει, αλλά τουλάχιστον μαζεύεται κόσμος. Οι κυρίες είναι ντυμένες στα πολύχρωμα καλά τους, τα παιδάκια με ρούχα «για την εκκλησία», ορισμένες μορφές είναι ηρωικές (π.χ γιαγιά με πουά μωβ φόρεμα και λεοπαρδαλέ ομπρέλα με ασορτί καπέλο) και η όλη φάση μου θυμίζει έντονα γάμο στην αγγλόφωνη Καραϊβική.

Επιτέλους ξεκινάει το κήρυγμα: Μια κουκλάρα μαύρη με κοντό μαλλάκι (ας την ονομάσουμε Χάλι Μπέρι) ξεκινά να μιλάει για την πίστη, παρουσιάζει τον ιερωμένο, ενώ μετά από πέντε δευτερόλεπτα ομιλίας ακολουθούν πέντε νότες από την τετραμελή μπάντα κι η ομιλία συνεχίζεται για να ξαναδιακοπεί σε πέντε δεύτερα και ούτω καθεξής. Ένας συμπαθέστατος ιερέας μιλά για τη σημασία της πίστης σε αυτούς τους καιρούς της κρίσης, για την αλληλεγγύη που πρέπει να έχει όλη η κοινότητα μεταξύ της (πάντα με μουσικά διαλείμματα δευτερολέπτων από την μπάντα, για να μην ξεχνιόμαστε), για το πόσο μας αγαπά και δε μας ξεχνά ο Κύριος κλπ, ενώ ανακοινώνει και την παρουσία ενός…guest pastor από την Ατλάντα. Η Χάλι Μπέρι ξαναπαίρνει το μικρόφωνο αφού τον ευχαριστήσει και ξεκινά ένα φοβερό R&B κρεσέντο με τη συνοδεία της μπάντας… Θεϊκή φωνή, ο κόσμος έχει πυκνώσει, όλοι πλέον είναι όρθιοι και πριν το καταλάβουμε όλοι αρχίζουν να χορεύουν, οι περισσότεροι με τα χέρια ανοιχτά προς τον ουρανό, άλλοι λικνίζονται, ενώ μια μάνα κυριολεκτικά χτυπιέται πάνω στον τοίχο ουρλιάζοντας «Oh Lord» επανειλημμένως. Έχω μείνει άναυδος και γυρίζοντας δίπλα μου βλέπω την Κανάρια (Αυτή με τις ποδάρες…) να έχει βγάλει ένα χαρτομάντιλο και να σκουπίζει δάκρυα από τα μάτια της. «Απίστευτο αυτό που ζούμε», λέει με αναφιλητά, «κοίτα πως ζουν την πίστη τους», ενώ ο Α μου κλείνει το μάτι και ψιθυρίζει «χούφτωσ’ τη, χούφτωσ’ τη!» με φωνή Παπαγιαννόπουλου…

Προσπαθώ να πάρω τα μάτια μου από την Κανάρια και πριν καταλάβω τι γίνεται βλέπω τη μισή αίθουσα να έχει σηκωθεί και να τρέχει γύρω-γύρω από τους πάγκους, την ίδια ώρα που ο ρυθμός της μουσικής της μπάντας είναι πια φρενήρης. Η «υπεύθυνη» με τη μπριγιαντίνη, αφού προσφέρει άλλο ένα χαρτομαντιλάκι στην Κανάρια, αρπάζει τη Γαλιέγα (που έχει πλαντάξει στο κλάμα κι αυτή) κι αρχίζουν να τρέχουν μαζί κι αυτές γύρω-γύρω… Τα έχω χαμένα… Μια υπέρβαρη κυρία που είναι όρθια μπροστά μου γυρίζει και με αγκαλιάζει απανωτά λέγοντας «God bless you» ενώ όλη η αίθουσα δείχνει σε κατάσταση έκστασης…

Οι εξαντρίκ ντυμένοι πιστοί στο μεταξύ συνεχίζουν να συρρέουν…φαίνεται πως η λειτουργία καλά-καλά δεν άρχισε, η αίθουσα μόλις τώρα γέμισε. Εννοείται πως όλοι είναι μαύροι, οι περισσότεροι υπέρβαροι (να σημειωθεί πάντως και η παρουσία μιας μουλάτας σεξοβόμβας παρακαλώ), τα μωβ παπούτσια, πράσινα τακούνια, βαμμένα κόκκινα μαλλιά και καρό σακάκια δίνουν και παίρνουν σε ένα πανδαιμόνιο όπου όλοι είναι όρθιοι, κάποιοι εξακολουθούν να τρέχουν, άλλοι φωνάζουν με κλειστά τα μάτια, η μπάντα ακούραστη συνεχίζει σε έναν ακατάπαυστο ρυθμό κι ένας χοντρούλης μπροστά μου λικνίζεται σε κάτι μεταξύ twist και shake.

H Arlene (έτσι τη λένε τη Χάλι Μπέρι τελικά) τελειώνει το απίστευτο σόλο της (από φωνή φωνάρα η Arlene) κι εκεί που νομίζαμε πως τα είδαμε όλα δίνει το βήμα στον guest pastor, ο οποίος αυτοπροσδιορίζεται ως “a bit hyper!”. Τι a bit;;; Ο τύπος είναι η ιερατική μετενσάρκωση του Basta Rhymes! Απίστευτη νέγρικη προφορά, χρήση gang & slang talk, φοβερές ατάκες του στιλ “you ain’t seen nothing from God yet, brothas!” κι όλα αυτά με έναν ακατάληπτο ρυθμό αδιανόητων παραλληλισμών… Ούτε λίγο ούτε πολύ ο παπα-ράπερ εξηγεί (σε ντελίριο με τη μπάντα να παίζει τα ριφάκια της των πέντε δευτερολέπτων ανάμεσα σε κάθε φράση) ότι πολλοί από εμάς έχουμε τα εγκεφαλικά μας κύτταρα σε κατάσταση υπνηλίας και απαιτείται “a different level of faith, man!”. Διότι, όπως θα εξηγήσει και με αριθμούς (!), άλλο επίπεδο πίστης πρέπει να έχεις αν θες ο Θεός να σου δώσει 20.000$ κι άλλο αν θες να βγάλεις 1.000.000$!! “Don’t care about da crisis, bro, no sweat about them enclosures” συνεχίζει σε απίστευτο slang, εξηγώντας πως η κρίση χτυπάει μόνο τους αδύνατους, αυτούς των οποίων η πίστη έχει κλονιστεί. Χτυπιέται, χοροπηδάει, γκαρίζει, προφέρει τα φωνήεντα με μακρόσυρτο και διαπεραστικό τρόπο. «Gaaawwwwwd is aaaaaaaaaaaaall around, sweet brothas and sistas! Oh yeaaaaah” συνεχίζει εν μέσω αποθέωσης και μερικής υστερίας και η κατάνυξη που μου προκάλεσε η ομιλία του πρώτου ιερέα και το τραγούδι της Arlene έχει αντικατασταθεί από την αίσθηση πως βρίσκομαι σε σόου του Jerry Springer με manic street preachers, δαιμονισμένους και τα τοιαύτα. Όσο περνάει η ώρα ο παπα-ράπερ «φορτώνει» όλο και παραπάνω, πλέον παραληρεί πραγματικά ενώ μιλά με απίστευτη ταχύτητα με την ίδια νέγρικη προφορά με την οποία ξεκίνησε. “Have faith, brothas and sistas, we got a black president, Oh Lord, have faith, have faith, oh yeah, faith is what ya’ all need, man” λέει και το κοινό πλέον έχει βάλει τα κλάματα ενώ κάποιο εξακολουθούν να τρέχουν γύρω-γύρω σα δαιμονισμένοι.

Ξαφνικά, βλέπω τρεις τύπους που από ώρα φαινόταν να ετοιμάζουν κάτι, να ξεδιπλώνουν ένα σεντόνι, το οποίο κρεμάνε από την οροφή και πάνω του στερεώνουν μια μινιατούρα κρεβατιού. Ο παπα-ράπερ παροτρύνει τον κόσμο να το αγγίξει, σα να πρόκειται για ιερό λείψανο: “Touch ti brothas! Salvation is here!!” ουρλιάζει και η μισή αίθουσα σπεύδει να αγγίξει το ομοίωμα στο λευκό σεντόνι το οποίο κατεβαίνει χάρη στο χαλάρωμα του τεντώματος του σκοινιού από τους τρεις βοηθούς. Κοιτάω γύρω και το σκηνικό είναι σουρεαλιστικό: Η Μις Πόδια έχει πλαντάξει στο κλάμα, ο Α κοιτάει άναυδος, η «υπεύθυνη» κοιτά το ταβάνι και ψέλνει κάτι που μόνο αυτή καταλαβαίνει, οι μπροστινοί μου χορεύουν στο ρυθμό της μπάντας και οι ακόμη πιο μπροστινοί σπρώχνονται για να αγγίξουν ένα μίνι κρεβάτι που κρέμεται από ένα σεντόνι, προσπαθώντας να μην συγκρουστούν με μια εικοσαριά άτομα που εξακολουθούν να τρέχουν γύρω-γύρω… Η Arlene αρχίζει να φιλάει τους γύρω της και ξαφνικά κι εγώ πνίγομαι σε αγκαλιές ανθρώπων που δεν έχω ξαναδεί, το πρόσωπό μου βρίσκεται ανάμεσα σε μαύρα χέρια, λεοπαρδαλέ καπέλα, λαμέ σακάκια, φωσφοριζέ πέτα και χαμόγελα ανθρώπων που αν μη τι άλλο δείχνουν ευτυχισμένοι, μη σου πω και λυτρωμένοι.

Μετά από τρεις ώρες απίστευτης εμπειρίας αποφασίζουμε να φύγουμε. Χαιρέτησα την υπεύθυνη που εξακολουθεί να είναι σε θρησκευτική νιρβάνα, άλλωστε η λειτουργία δεν έχει τελειώσει κι αμφιβάλλω αν θα τελειώσει σύντομα. Κατεβαίνοντας τις σκάλες προς την έξοδο και βγαίνοντας στο δρόμο ρωτάω τον Α: «Ρε συ, τι είναι πάλι αυτό που ζήσαμε;». «Άσε ρε, έχω πάθει σοκ», μου λέει κι αν κρίνω από το ότι δεν κοίταξε καν τα πόδια της Κανάριας πριν φύγουμε, μάλλον η κατάσταση είναι σοβαρή…
Οι εικόνες που βλέπουμε περπατώντας στο Χάρλεμ εξακολουθούν να είναι μοναδικές: οι αφρικάνικες ενδυμασίες, τα φορέματα, τα αφρικάνικα ιδιώματα, οι ράπερ, τα σκουπίδια, τα πρεζάκια, οι άστεγοι, οι γκομενάρες που έχουν βγει για ψώνια, οι Λατίνοι…

Αποφασίζουμε να πάμε στην Chinatown και την Little Italy. Περπατήσαμε αρκετά, προσπαθήσαμε να βρούμε αυθεντικές γωνιές στις δύο γειτονιές, αλλά μάταια. Η Little Italy είναι ένα τουριστοχώρι από (υποθέτω, δεν τα δοκίμασα, δεν ήταν και πολύ inviting) μέτρια και πανομοιότυπα «ιταλικά» εστιατόρια, που εξυπηρετούν σχεδόν στην ολότητά τους τουρίστες. Μέχρι και ψεύτικες ιταλικές προφορές ακούσαμε, είδα χτυπητά ορθογραφικά λάθη στα κατακρεουργημένα ιταλικά των μενού, απογοήτευση σκέτη. Η Chinatown μας φάνηκε ένα σαφώς αυθεντικότερο κομμάτι, υπό την έννοια ότι τουλάχιστον βλέπει κανείς ανθρώπους ασιατικής καταγωγής, αλλά δεν παύει να είναι μια αποστειρωμένη γειτονιά, ουδεμία σχέση με τις κινέζικες γειτονιές στην Κίνα. Αν έχει πάει κανείς στις μη τουριστικές (και μη παραλιακές) πόλεις της Κίνας οι εικόνες που απορροφά εκεί δε μπορούν να συγκριθούν με τη νεοϋορκέζικη απομίμηση. Τουλάχιστον το βιετναμέζικο που φάγαμε ήταν υποφερτό (για τα δεδομένα του φαγητού στην Αμερική ήταν έως καλό, αλλά καμία σχέση με το αντίστοιχο σε Βιετνάμ ή έστω στο Παρίσι) και σε κάποιες γωνιές είχε εικόνες που θύμιζαν κάτι από Κίνα, όπως το πάρκο όπου κινεζογιαγιάδες τραγουδούσαν κινέζικη όπερα και οι παππούδες έπαιζαν ματζόνγκ (και μερικοί Κινέζοι και μπάσκετ!). Επίσης θετικό στους χωρίς ιδιαίτερο χρώμα δρόμους της Chinatown και της Little Italy ήταν πως τα χαζοσουβενίρ ήταν απίστευτα φτηνά. Με μόλις 10$ αγόρασα πέντε (!) μπλουζάκια “I Love New York” και καθάρισα με τη μία με τις κουβανέζικες παραγγελίες μου.

Μας προκάλεσε πάντως έκπληξη το γεγονός πως mixed race ή interracial ζευγάρια δε βλέπεις σχεδόν καθόλου. Δεν είδαμε ούτε έναν Κινέζο με λευκό, μαύρο ή λατίνο και ακόμη και στο Χάρλεμ τα interracial ζευγάρια είναι εξαιρετικά σπάνια. Το όλο θέμα του melting pot μάλλον είναι μύθος, η Νέα Υόρκη μου φάνηκε μια από τις πιο compartmentalized πόλεις που έχω δει… Ειδικά αν έχεις συνηθίσει στη μίξη από φυλές, χρώματα, θρησκείες της Κούβας, η αποστείρωση και εθνική απομόνωση των νεοϋορκέζικων ζευγαριών προκαλεί ερωτηματικά. Σαν να τους έχει βάλει κανείς ένα φυλετικό συρματόπλεγμα γύρω τους, πραγματικά αξιοπερίεργο.

Συνεχίσαμε με τα πόδια για το Empire State Building. Τόσο αυτό όσο και οι υπόλοιποι ουρανοξύστες είναι αρκετά εντυπωσιακοί… για το πρώτο μισάωρο. Παίρνεις μια φωτογραφία, μετά παίρνεις δύο και μετά…φτάνει πια. Επαναλαμβανόμενο μοτίβο από γυαλί και μέταλλο με απόλυτη ευθυγράμμιση που κάνει φανταστικό υλικό για ασπρόμαυρες φωτογραφίες, εν τέλει όμως το θέαμα καταντά άχρωμο, προβλέψιμο και…μάλλον άσχημο. Ωραία πόλη δεν μπορώ να την πω. Ο Α είχε δίκιο να αναπολεί το πρώτο μέρος του ταξιδιού με τα φαράγγια, τις καουμπόικες πόλεις, τους απίστευτους Ινδιάνους και τους γλυκύτατους ανθρώπους, αν και εκείνο το gospel έσωσε όχι μόνο την ημέρα, αλλά όλη την εβδομάδα στη Νέα Υόρκη. Εγώ γκρινιάζω ότι μπροστά στην ατέρμονη γοητεία της Αβάνας η Νέα Υόρκη δεν πιάνει μία… κλάσεις κατώτερη η αμερικάνικη μεγαλούπολη σε όποια κατηγορία κι αν παίξουν, από την αρχιτεκτονική, το ρομαντισμό, τους ανθρώπους, την ατμόσφαιρα, τη μουσική, την αλητεία, τη νυχτερινή ζωή, το people watching, τη θέα. Αβάνα και πάλι Αβάνα, μονολογώ για να εισπράξω την κατηγορία πως είμαι «μονομανής». Η αλήθεια είναι πως δεν είμαι άνθρωπος των μεγαλουπόλεων –τις βαριέμαι και με κουράζουν ταυτόχρονα- και καθώς το συζητούσαμε περπατώντας καταλήξαμε στο συμπέρασμα πως ίσως δε φταίει η Νέα Υόρκη, αλλά τα γούστα μας. Ο απών Χ για παράδειγμα, άνθρωπος που λατρεύει την τεχνολογία, τις μεγάλες κατασκευές και ό,τι συμβολίζει το αμερικάνικο όνειρο, σίγουρα θα ενθουσιαζόταν και θα χοροπηδούσε σα μωρό βγάζοντας δέκα φωτογραφίες το λεπτό, κρίμα που δε μπόρεσε να μας συνοδεύσει και στην τρίτη εβδομάδα του ταξιδιού. Τα γούστα –και κατ’ επέκταση και τα ταξιδιωτικά γούστα- είναι πάντα υποκειμενικά και άρα δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Είναι σαν να προσπαθήσεις να πείσεις κάποιον πως η γυναίκα που του αρέσει είναι άσχημη, απλά δε γίνεται. Παρά την αδυναμία της Νέας Υόρκης να μας μαγέψει, σίγουρα δε μας έπληττε, το να περπατάς σε μια τέτοια πόλη για πρώτη φορά είναι κι αυτό μια εμπειρία. Διαφορετική απ’ ό,τι το φανταζόμουν, αλλά οπωσδήποτε εμπειρία. Και ίσως να μην είναι δική της η αδυναμία να μας μαγέψει, αλλά δική μας η αδυναμία να την αγκαλιάσουμε.

Φτάσαμε και στην προσφάτως πεζοδρομημένη Times Square… Τουριστικό τσίρκο με αστυνομικούς-φωτομοντέλα, Αγγλίδες με τους οδηγούς στο ένα χέρι και τα ψώνια στο άλλο, μια εξέδρα για να… παρκάρουν οι τουρίστες τα καταπονημένα κορμιά τους και τύπους που πουλάνε εισιτήρια για κάθε λογής θεάματα. Ξενερώσαμε, κάτσαμε λίγο να ξαποστάσουμε και συμφωνήσαμε πως τουλάχιστον στη Νέα Υόρκη οι γυναίκες δεν είναι τόσο θεόχοντρες όσο στις υπόλοιπες πολιτείες που επισκεφθήκαμε, πιθανόν επειδή είναι πόλη που σε υποχρεώνει να περπατήσεις ή έστω να πάρεις το μετρό αντί να οδηγείς για οποιαδήποτε μετακίνηση. Ίσως πάλι οι Νεοϋορκέζοι να είναι απλά άλλη ράτσα, ποιος ξέρει; Και ποιος ενδιαφέρεται στην τελική;

Κάπου σε μια διασταύρωση της Broadway με την Πέμπτη Λεωφόρο (νομίζω δηλαδή…) βρήκαμε ένα καφέ σε roof garden με πανέμορφη θέα προς όλες τις κατευθύνσεις και κυρίως προς το Empire State Building. Η καλλίγραμμη σοκολατί σερβιτόρα με το αβυσσαλέο ντεκολτέ και τις εξαιρετικές γάμπες όμως μας ζήτησε την πιστωτική μας κάρτα για να μπορέσουμε να πιούμε καφέ (!), προφανώς διότι πολλοί θα πηγαίνουν, θα βγάζουν φωτογραφίες τη θέα κι ενόσω ο καφές τους… έρχεται την κάνουν με ελαφρά πηδηματάκια. Ο μπούλης ιδιοκτήτης του καφέ (κλασική περίπτωση λιμοκοντόρου), οι κιτσάτα καλοντυμένες κυρίες που συζητούν δίπλα μας, ο αγενής τυροπιτάς που είχα συναντήσει προ ολίγων λεπτών επιβεβαιώνουν αυτό που μου έλεγαν επί χρόνια οι Αμερικανοί φίλοι μου: τα αγενέστερα όντα στην Αμερική είναι οι κάτοικοι του Μεγάλου Μήλου. Τις επόμενες μέρες η αντίθεση ανάμεσα στους ευγενέστατους κι εξυπηρετικότατους Αμερικανούς της επαρχίας και τους πάντα ενοχλημένους, βιαστικούς και αγενείς Νεοϋορκέζους έγινε ακόμη πιο έντονη. Όπως και να έχει, η θέα, η δροσερή πορτοκαλαδίτσα και τα πόδια της μουλάτας μας αναζωογόνησαν και συνεχίσαμε τον ποδαρόδρομο.

Φτάσαμε στο Chrysler Building. Άλλος ένας ουρανοξύστης. Ε, και; Όπως με τα περισσότερα αξιοθέατα της Νέας Υόρκης το θέμα δεν είναι ότι βλέπεις κάτι το όμορφο, το αξιόλογο, το μοναδικό, αλλά απλά το ότι η θέα τους σου είναι οικεία, επειδή τα έχεις ξαναδεί σε φωτογραφίες, ταινίες, τηλεοπτικές σειρές κλπ. Συμφωνώ πως είναι ένα landmark, αλλά όπως και ο Πύργος του Άιφελ, το Άγαλμα της Ελευθερίας και άλλα landmarks στερείται βαρύτητας και ενδιαφέροντος. Άποψή μου, το ξέρω.

Ξαναγυρίσαμε στην Times Square και πάμε πλέον στα δυτικά παράλια της πόλης όπου περπατήσαμε κοιτώντας τους ουρανοξύστες. Στο σκοτάδι και με το φωτισμό φαίνονταν πολύ πιο όμορφοι από μακριά, με backdrop τους συμπαθείς άστεγους να συζητούν στο παραλιακό παρκάκι. Το αεροπλανοφόρο Intrepid, τουριστικό αξιοθέατο πια, επίσης έμοιαζε τεράστιο, σχεδόν ατέλειωτο όταν το κοιτάς από το προφίλ. Αποφασίσαμε να το επισκεφθούμε κάποια από τις επόμενες ημέρες και συνεχίσαμε για το Hustler, το στριπτιζάδικο του Larry Flint που έχει δωρεάν είσοδο τις Κυριακές. Ωραίος συνδυασμός, το πρωί gospel και το βράδυ μπούτια…

Χωρίς πλάκα πάντως, πέρα από τις ποδάρες μιας θεάς ονόματι Teresa, αυτό που θα θυμάμαι είναι οι συζητήσεις με τις στριπτιζέζ, αφού αρχικά δεν υπήρχαν άλλοι πελάτες και όλες πέρασαν από το τραπέζι μας για κουβεντούλα. Η μία ήταν Αλβανίδα, μια άλλη ήταν από τη Γιούτα και πριν γίνει στριπτιζέζ έκανε babysitting (σε Μορμόνους; ) και ήταν και μια Κουβανή μαυρούλα της οποίας οι γονείς μετανάστευσαν στο Μαϊάμι από το Γουαντάναμο πριν γεννηθεί, η ίδια θέλει πολύ να πάει στην Κούβα να βρει τη γιαγιά της αλλά φοβάται τα πρόστιμα της αμερικάνικης κυβέρνησης, ακόμη και πέρυσι που πήγε στη Δομινικανή Δημοκρατία με το φίλο της μπήκε στον πειρασμό, αλλά τελικά φοβήθηκε και δεν πετάχτηκε μέχρι την Κούβα. Κάτσαμε να τα λέμε μέχρι που μια ομάδα πυροσβεστών που την είχε «νοικιάσει» για συνεχόμενα lap dance διαμαρτυρήθηκε που αντί να βγάζει τα ρούχα της καθόταν να συζητά για την επιστροφή στις ρίζες της. Business is business, σκέφθηκα όταν φεύγοντας την είδα να με χαιρετάει την άκρη του ματιού της, την ίδια ώρα που τριβόταν αισθησιακά πάνω σε έναν fireman. Το άλλο αξιοσημείωτο είναι πως οι κοπέλες πληρώνονται ψίχουλα σα βασικό μισθό και ουσιαστικά όλα τα λεφτά είναι τα lap dance, τα οποία έχουν ως σκοπό να «θερμάνουν» τους πελάτες προκειμένου να πεισθούν να πάνε σε κάποιο «private room» όπου πληρώνουν 100$ το δεκάλεπτο (!!!) για να έχουν το προνόμιο «απλώς» να αγγίζουν κιόλας την ώρα του στριπτίζ. Ακριβό τους πέφτει το χούφτωμα στους Αμερικάνους… 600$ την ώρα!

Πολύ περπατήσαμε, πολύ ξενυχτήσαμε, πολλές φουσκάλες βγάλαμε στα πόδια, οπότε ο ύπνος μας κατέβαλλε με τη μία. Μαγικό το gospel, από τις καλύτερες ταξιδιωτικές εμπειρίες της χρονιάς. Η υπόλοιπη Νέα Υόρκη εκ πρώτης όψεως δε με ενθουσίασε, αλλά σίγουρα είναι ενδιαφέρουσα και στο κάτω-κάτω έχουμε ακόμη πολλές μέρες. Φοβάμαι όμως πως φάση σαν κι αυτή του gospel δε θα ξαναζήσουμε...
Το άλλο πρωί περάσαμε από το World Trade Center, όπου δεν είχε και τίποτε να δει κανείς, ένα εργοτάξιο είναι πλέον. Στη συνέχεια πήγαμε να πάρουμε το βαρκάκι για το Άγαλμα της Ελευθερίας. Ευτυχώς είχαμε κάνει κράτηση στο διαδίκτυο, οπότε δε χρειάστηκε να κάνουμε εκείνη την επική ουρά, ενώ η αγένεια των ντόπιων έκανε για άλλη μια φορά την εμφάνισή της, τόσο στο μέρος όπου φάγαμε το πρωινό μας, στα πρόσωπα των εργαζομένων, όσο και στο δρόμο. Η διαδρομή με το καραβάκι μας φάνηκε αδιάφορη, έστω κι αν προσφέρει κάποιες φωτογραφικές ευκαιρίες. Το ίδιο ισχύει και για το Άγαλμα της Ελευθερίας που είναι… ένα άγαλμα (και μάλλον χονδροειδές, τύφλα να’ χει η άχαρη σιδεράτζα του Άιφελ). Όχι πως περιμέναμε να δούμε και κάτι το φοβερό, αλλά μάλλον χάσιμο χρόνου ήταν. Τουλάχιστον παρουσιάζει μια φωτογένεια. Και δεν έβρεχε. Α, δεν έκανε και σεισμό (μάταια ψάχνω να βρω κάτι αξιόλογο).

Αντίθετα, το Ellis Island ήταν πραγματικά συγκινητικό. Για μένα ήταν από τα highlights όλου του ταξιδιού στις ΗΠΑ. Για μια χώρα που εν μέρει χτίστηκε πάνω στον ιδρώτα των μεταναστών, το να διαθέτει ένα τέτοιο μουσείο και σ’ ένα σημείο τόσο άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία της παγκόσμιας μετανάστευσης όπως το νησί Έλις, είναι τουλάχιστον πρέπον. Η άφιξη στο νησί γίνεται με το ίδιο καραβάκι που πηγαίνει και στο Άγαλμα της Ελευθερίας, αλλά ευτυχώς οι ουρές είναι κάπως μικρότερες, αφού πολλοί επιλέγουν να δουν μόνο το άγαλμα κι έτσι το Κέντρο Υποδοχής Μεταναστών έχει λιγότερους επισκέπτες. Ο επισκέπτης ξεναγείται (με guiding headphones) στο κτίριο υποδοχής χιλιάδων μεταναστών από όλες τις γωνιές του πλανήτη. Η χρονική αλληλουχία είναι άψογη (από το πώς αποβιβάζονταν κατάκοποι, τι τραβούσαν για να συνεννοηθούν με τους μέτριους διερμηνείς, πώς ένιωθαν στη θέα της τεράστιας αίθουσας, ιατρικός έλεγχος κλπ), αλλά το φωτογραφικό υλικό δεν παίζεται: ασπρόμαυρες φωτογραφίες μεταναστών με ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΑ πρόσωπα, ενδυμασίες και βλέμματα (τσολιάδες, Ουκρανές, εξωτικοί Ασιάτες) δείχνουν από τι είναι φτιαγμένη η σημερινή Αμερική. Οι προσωπικές διηγήσεις ήταν όλα τα λεφτά, μπαίνεις στη διαδικασία της επαφής με τα πάθη, τα όνειρα και την κουλτούρα του κάθε μετανάστη. Από τα στοιχεία που μου έμειναν είναι πως απελαύνονταν μόλις το 1% των αφιχθέντων (αλλά γι’ αυτό το 1% ο χωρισμός των οικογενειών ήταν σπαρακτικός), πως η αντιμετώπιση των μεταναστών ήταν πολύ καλύτερη από αυτό που περίμενα και ειδικά για τα δεδομένα της εποχής, τα τρελά κέρδη των εταιρειών μεταφοράς μεταναστών και οι μισθοί πείνας, καθώς και το ότι από το 1600 στις ΗΠΑ έφτασαν 60 εκατομμύρια μετανάστες!

Για όποιον έχει προσπαθήσει να μπει έστω και ένα δευτερόλεπτο στην ψυχολογία ενός μετανάστη, το μέρος είναι inspiring και touching ταυτόχρονα. Κάτσαμε τρεις ώρες και δε βαρεθήκαμε στιγμή. Πραγματικά φανταστική παρουσίαση.

Μετά την επιστροφή με το καραβάκι, φτάσαμε στο St. Paul’s Cathedral, τον τρίτο μεγαλύτερο ναό στον κόσμο, ο οποίος ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί πλήτως (είναι μοντέρνος). Είναι στο αγαπημένο μου στιλ (γοτθικό) αλλά δυστυχώς απογοητεύει. Παρότι επιβλητικός (δε θα μπορούσε να είναι κι αλλιώς με τέτοιο μέγεθος) και χωρίς πλήθη τουριστών, δυστυχώς είναι κιτς. Σε αυτό το συνήθη αχταρμά στον οποίο καταλήγουν πολλές προσπάθειες των Αμερικανών να μιμηθούν κάτι από το εξωτερικό, ο επισκέπτης καταλήγει να δει απομιμήσεις πλακών από το ναό της Κομποστέλα που αναφέρονται στο μονοπάτι του Αγίου Ιακώβου, βυζαντινές εικόνες, αραβικής τεχνοτροπίας, πλακάκια που μάλλον τα αντέγραψαν από τη Σεβίλλη, μαρμάρινες κολώνες που το «παίζουν» Βατικανό, ένας αχταρμάς χωρίς προσωπικότητα και λόγο ύπαρξης, πολύ μέγεθος, λίγο απ’ όλα

Σχετικά κοντά βρίσκεται και το Πανεπιστήμιο Columbia, το οποίο και πήγαμε να δούμε. Δυστυχώς, επειδή ήταν καλοκαίρι, οι «πραγματικοί» φοιτητές έλειπαν και το campus ήταν γεμάτο από κινεζάκια που έκαναν summer courses, υποθέτω Αγγλικά. Οι χώροι πάντως ήταν καλούτσικοι, αλλά δεν είδαμε το πανεπιστήμιο σε κανονικές συνθήκες. Θα ήθελα να το δω με τους «κανονικούς» φοιτητές του κι όχι ως φροντιστήριο Αγγλικών για νεόπλουτους Κινέζους. Η επίσκεψη στο διαβόητο Berkley της Καλιφόρνια πριν από δέκα χρόνια μου είχε αφήσει ανεξίτηλες εντυπώσεις, δυστυχώς δε συνέβη το ίδιο στο Columbia, αλλά αυτό έχει να κάνει με το δικό μας timing κι όχι με το ίδρυμα.

Φάγαμε σε ένα ινδικό εστιατόριο σε μια γειτονική upmarket περιοχή. Η τιμή ήταν πολύ καλή, το φαγητό tandoori αρκετά καλό (υπάρχει κακό ινδικό; Προφανώς κάποια είναι πολύ καλύτερα από άλλα, αλλά σε αντίθεση ας πούμε με τα κινέζικα, είναι δύσκολο να φας ΚΑΚΟ ινδικό φαγητό), το service μια χαρά, αλλά…βαρύναμε! Αυτά τα γλυκάκια με το τυρί μου πέσανε λίγο βαριά… Επιστρέψαμε στο hostel μας για να κάνει ο Α ένα από αυτά τα απίστευτα αποτελεσματικά power naps στα οποία έχει συνηθίσει τον οργανισμό του. Εγώ αδυνατώ να κοιμηθώ μόλις 90 λεπτά και να ξυπνήσω φρέσκος, την ίδια ώρα που Α φορτίζει τις μπαταρίες του ακόμη και με εικοσιπέντε λεπτά ύπνου (και ροχαλητού…). Πήγα να πάρω τα άπλυτα από το… φολκλόρ πλυντήριο στην καρδιά του Χάρλεμ και γύρισα για να ξυπνήσω τον Α για να πάμε στο κέντρο.

Για πανοραμική θέα πήγαμε στο Top of the Rock, το roof garden του Chrysler Building. Όχι πάντως επειδή το LP λέει πως είναι «πιο αυθεντική επιλογή»
και «με λιγότερο κόσμο από το Empire State Building», κανένα εκ των οποίων φυσικά δεν ισχύει. «Αυθεντική» επιλογή δε μπορεί να είναι, διότι δε μιλάμε για κάτι «ντόπιο», «ανεξερεύνητο»…ένα μοντέρνο τεράστιο κτίριο είναι, που χρεώνει τους τουρίστες για τη θέα που προσφέρει. Κι από την ώρα που το LP δίνει αυτό το…insider tip (τρομάρα του), προφανώς προκαλεί μεγαλύτερες ουρές από το Empire State, αφού οι περισσότεροι τουρίστες συμβουλεύονται το LP: και τις δύο φορές που περάσαμε το Top of the Rock είχε διπλάσιες ουρές. Όπως και να έχει, αν κάνεις κράτηση μέσω διαδικτύου, το θέμα της ουράς εξαφανίζεται, αφού έχοντας το ηλεκτρονικό εισιτήριο στο χέρι δε χρειάζεται να περιμένεις.

Ανεβήκαμε λοιπόν στον τελευταίο όροφο για να δούμε την περίφημη θέα, η οποία όντως είναι πολύ εντυπωσιακή. Μας κόστισε 18$ αλλά πραγματικά άξιζε τον κόπο. Αυτό που εντυπωσιάζει πιο πολύ απ’ όλα είναι η πράσινη όαση του Central Park μέσα σε μια ζούγκλα από ουρανοξύστες. Φαίνεται σουρεαλιστική η ωριμότητα διατήρησης ενός πραγματικού πνεύμονα τέτοιας έκτασης σε μια πόλη τόσο cramped όπως η Νέα Υόρκη. Πήγαμε απόγευμα προς σούρουπο ώστε να δούμε το ηλιοβασίλεμα κι η επιλογή ήταν διάνα. Όχι τόσο για το ηλιοβασίλεμα, όσο για τις εναλλαγές των χρωμάτων: άλλα χρώματα πριν δύσει ο ήλιος, άλλα κατά τη δύση και το τοπίο γίνεται πιο μαγικό όταν πλέον τα φώτα των γραφείων και διαμερισμάτων από τους ουρανοξύστες φαίνονται σα χιλιάδες πυγολαμπίδες στο σκοτάδι.

Περάσαμε πάλι από την Times Square… το γνωστό τουριστικό πανηγυράκι. Η επίσκεψη στο Meatpacking ήταν μάλλον πέρασμα, οπότε δεν μπορώ να εκφέρω ολοκληρωμένη άποψη, αλλά αυτό που οι οδηγοί περιγράφουν ως το πιο “in” μέρος στη Νέα Υόρκη, τη νέα “hip” γειτονιά για «ντόπιους» μου φάνηκε πάλι ως ένα από αυτά τα μυστικά που παύουν να είναι μυστικά από την ώρα που γράφονται σε έναν οδηγό, με μυριάδες υπέρβαρες Αγγλίδες να τσιρίζουν κραδαίνοντας τουριστικούς οδηγούς στο χέρι και μετατρέποντας το μέρος σε Φαληράκι. Ήπιαμε ένα ποτάκι για να ξαποστάσουμε, αφού την επόμενη θα πηγαίναμε στην Ουάσιγκτον για δυο μέρες, προτού επιστρέψουμε στη ΝΥ για τις τελευταίες μας νύχτες στις ΗΠΑ.
Πρωί-πρωί πήραμε ταξί για την Chinatown, απ’ όπου θα παίρναμε το λεωφορείο για την Ουάσιγκτον. Το διαβόητο Chinatown bus μας κόστισε μόλις 35$ μετ’ επιστροφής, οπότε δεν είχαμε και τίποτε φοβερές απαιτήσεις. Έχοντας συνηθίσει τους σταθμούς λεωφορείων στην Κίνα, δε μας εξέπληξε ούτε το ότι κανείς δε μιλούσε Αγγλικά, ούτε το ότι ο σταθμός ήταν θεοβρώμικος με τους Κινέζους να φτύνουν ροχάλες στο πάτωμα και να κολλάνε τις μύξες τους στα τζάμια, ούτε το ότι το λεωφορείο άργησε να έρθει μια ημέρα και ότι στο δρόμο σταμάτησε σε βενζινάδικο με ιδιοκτήτη Κινέζο και σε κινέζικο εστιατόριο. Αυτό που μας εξέπληξε ήταν πως ήταν άνετο με πολύ λίγους επιβάτες και πως μπορέσαμε να κοιμηθούμε.

Η διαδρομή ήταν καταπράσινη και πολύ όμορφη, αλλά έβρεχε καταρρακτωδώς και ο ουρανός ήταν γκρι, ειδικά το πέρασμα από την όχι και τόσο όμορφη Φιλαδέλφεια ήταν λίγο καταθλιπτικό, ωστόσο το πράσινο μας αποζημίωσε.

Λίγο η βροχή, λίγο η καθυστερημένη αναχώρηση, λίγο οι στάσεις για να πάρει τη μίζα του από τους άλλους Κινέζους ο αγενής οδηγός, φτάσαμε λίγο αργότερα από το αναμενόμενο στην πρωτεύουσα. Το καλό πάντως ήταν πως η βροχή είχε μόλις σταματήσει. Το κέντρο της DC φαινόταν πολύ προσεγμένο, ενώ ο Αιθίοπας ταξιτζής που πήραμε για το ξενοδοχείο ήταν ευγενέστατος και πολύ ωραίος τύπος. Για ξενοδοχείο είχα κλείσει ένα μικρό ιστορικό ξενοδοχειάκι στο κυριλάτο κομμάτι με τις πρεσβείες, που μας προέκυψε φτηνό κι αξιοπρεπέστατο, με καλό σέρβις, αλλά λίγο μάπα πρωινό. Η περιοχή είναι καταπράσινη και με πανέμορφες βίλες, πολλές εκ των οποίων στεγάζουν πρεσβείες, αλλά εμείς επιλέξαμε να την αφήσουμε γι’ αργότερα προκειμένου να προλάβουμε το Space & Air Museum, για το οποίο τόσα καλά είχα διαβάσει στο ίντερνετ, κάποιοι μάλιστα επέμεναν πως από μόνο του αποτελεί καλό λόγο επίσκεψης της πόλης. Πήγαμε να πάρουμε το αξιοπρεπέστατο μετρό της πόλης, αλλά λόγω «ασθένειας κάποιου επιβάτη» (δηλαδή αυτοκτονίας, τουλάχιστον στη Βιέννη αυτό εννοούν όταν λένε «wegen Krankenheit») το μετρό ήταν προσωρινά κλειστό, οπότε πήραμε ταξί και πάλι.

Για το μουσείο δεν έχω να πω και πολλά. Μάλλον δεν είμαι και το ενδεδειγμένο άτομο για τέτοιου είδους μουσεία διότι ούτε τα αυτοκίνητα με ενδιαφέρουν (δεν ξέρω να τα ξεχωρίζω κιόλας, δεν ξέρω καν ποια μάρκα είναι το καθένα, για μένα τα αμάξια χωρίζονται σε μπλε, κόκκινα, λευκά κλπ…), ούτε τα αεροπλάνα (τα βαριέμαι), ούτε τα διαστημόπλοια και γενικώς η τεχνολογία δε με τραβάει. Τότε τι πήγες να κάνεις εκεί ρε φίλε, θα ρωτήσει κανείς εύλογα. Ε, πήγα κι εγώ να δω «ένα από τα κορυφαία μουσεία στις ΗΠΑ» ελπίζοντας πως αν όχι το αντικείμενο, τουλάχιστον η παρουσίαση θα με ενδιέφερε. Δεν είναι και λίγες οι φορές που ένα μουσείο φαινομενικά αδιάφορο σου προκαλεί το ενδιαφέρον να μάθεις περισσότερα για κάποιο θέμα. Δεν είναι έκπληξη το ότι σκυλοβαρέθηκα στο μουσείο, έκπληξη είναι το ότι δεν άρεσε ούτε στον Α! Τουλάχιστον είδαμε διαστημόπλοια, πετρώματα από το διάστημα, μερικές φωτογραφίες από προσσελήνωση, ελικόπτερα, κάποιες παρουσιάσεις για το διαπλανητικό σύστημα και –το πιο ενδιαφέρον κατ’ εμέ- την ιστορία του αεροπλάνου και ορισμένα μοντέλα πτητικών μηχανών των αδερφών Ράιτ. Εκπαιδευτικό ας πούμε πως ναι, ενδιαφέρον οπωσδήποτε όχι. Πριν φύγουμε, μπήκαμε σαν τα μωρά και σε ένα flight simulator… τελείως βαρετό μου φάνηκε, δεν είναι για μένα τα αεροπλανάκια, πλέον το εμπέδωσα.

Φάγαμε κάτι πλαστικατζούρες σε ένα από τα αρκετά ταχυφαγεία του μουσείου και βγήκαμε έξω. Ο καιρός ήταν άψογος, ο ήλιος έδυε, ο κόσμος έπαιζε μπέηζμπολ στο απέραντο γκαζόν και γενικώς το όλο κομμάτι με τα ατέλειωτα –και ολίγον κιτς- μνημεία προσφερόταν για βόλτα. Ξεκινήσαμε από το Καπιτώλιο που είναι φοβερά φωτογενές και προσφέρεται για ωραίες φωτογραφίες, αλλά σαν της Αβάνας δεν είναι με τίποτε (και πάλι τα άκουσα από τον Α για τον «τοπικισμό» μου). Συνεχίσαμε προς τον οβελίσκο, περνώντας από μνημεία προς τιμή προέδρων, βετεράνων πολέμων και εξεχόντων προσωπικοτήτων. Περνώντας το ένα μνημείο μετά το άλλο αναρωτιέται κανείς αν η Ουάσιγκτον είναι ένα κιτς συνονθύλευμα μνημείων ή μια μικρή Disneyland πολιτικής ιστορίας, αλλά όπως και να έχει η βόλτα είναι πολύ ευχάριστη και δεν μπορεί κανείς παρά να θαυμάσει την άπλα, το πράσινο, τα σκιουράκια και τα δέντρα περπατώντας σαν άνθρωπος, κάτι που γίνεται ακόμη πιο εκτιμητέο αν έρχεσαι από τη ζούγκλα από ατσάλι και γυαλί της ΝΥ.

Τα πόδια μου έβγαλαν φουσκάλες αλλά η θέα από το μνημείο Λίνκολν ήταν πέντε αστέρων. Δεν είναι μόνο η ευθυγράμμιση με την τεχνητή λίμνη, τον οβελίσκο και το Καπιτώλιο, αλλά –κυρίως- η αίσθηση του οικείου από τις τόσες σκηνές αμερικάνικων ταινιών που έχουν γυριστεί εκεί. Η σκηνή στο Forrest Gump για παράδειγμα όπου η κοπέλα του διασχίζει τη λίμνη για να φτάσει κοντά του την ώρα που ο ίδιος βγάζει αντιπολεμικό λόγο είναι από τις πρώτες που σου έρχονται στο μυαλό. Επιμένω πως πολλά πράγματα στο αστικό κομμάτι των ΗΠΑ δεν είναι ούτε όμορφα ούτε εντυπωσιακά, απλά η κινηματογραφική και τηλεοπτική εξοικείωση μαζί τους τα κάνει larger than life, έστω κι αν αρχιτεκτονικά, τεχνικά ή οπτικά είναι μάλλον μέτρια. Ίσως το ότι δεν εκτιμώ τον αμερικάνικο κινηματογράφο να μου στέρησε και μέρος της μαγείας που άλλοι βρίσκουν σε μέρη όπως η ΝΥ, το LA και η DC.
Η δύση του ηλίου πάντως ήταν μαγική και κάτσαμε κάμποση ώρα στα σκαλάκια μπροστά από το άγαλμα του Λίνκολν να χαζεύουμε το θέαμα. Θέλαμε να πάμε μέχρι το νησάκι για το μνημείο του Roosevelt, αλλά ήμασταν ήδη πτώματα και μάλλον είχαμε πάθει κι ένα overdose από Αμερικανούς προέδρους, οπότε γυρίσαμε στο ξενοδοχείο για ύπνο, άλλωστε μας έμενε ολόκληρη η αυριανή ημέρα στην πρωτεύουσα.

Την επόμενη ξυπνήσαμε σχετικά χαλαρά, πήραμε το μετρό μέχρι το Κογκρέσο και πήγαμε να επισκεφθούμε τη βιβλιοθήκη του. Στην είσοδο είδαμε μια θεά, προφανώς εργαζόμενη στο Κογκρέσο: ξανθιά με ατέλειωτες γυμνασμένες γάμπες και αγγελικό πρόσωπο. Μάλλον καλά τα περνάνε οι πατέρες του έθνους…

Η βιβλιοθήκη του Κογκρέσου είναι ένα πανέμορφο κτίριο με πολλούς συμβολισμούς, φοβερή λεπτομέρεια, όχι και τόσο διακριτική πολυτέλεια και πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Το τουρ που μας έκανε ο (εθελοντής παρακαλώ) συνταξιούχος ξεναγός ήταν πολύ ενημερωτικό και πραγματικά άξιζε τον κόπο. Πραγματικά αξιοθαύμαστο το πώς προσέχουν και τονίζουν την ιστορία που έχουν οι άνθρωποι. Επίσης μου φάνηκαν πολύ ενδιαφέρουσες οι πληροφορίες για ορισμένους Αμερικανούς προέδρους, ειδικά για το Τζέφερσον θα ήθελα να διαβάσω περισσότερα.

Συνεχίσαμε με τα πόδια μέχρι το πανεπιστήμιο Georgetown, περνώντας από περιοχές με ξύλινες μονοκατοικίες, όμορφους κήπους, μεγάλα πάρκα και ποδηλατόδρομους. Το πανεπιστήμιο –παρότι όχι σε πλήρη λειτουργία λόγω καλοκαιριού- ήταν πολύ εντυπωσιακό, με παλιές αίθουσες, έπιπλα εποχής και ατμόσφαιρα εκείνων των ιδρυμάτων που στη Βρετανία τα λένε “red brick universities”, θέλοντας να τα διαφοροποιήσουν από τα μοντέρνα χωρίς ιστορία πανεπιστήμια.

Περπατώντας προς την οδό Kalorama συνειδητοποιεί κανείς πόσο διαφορετική πόλη είναι η Ουάσιγκτον (το κέντρο της τουλάχιστον, διότι τα προάστια είναι άλλη ιστορία) από τη Νέα Υόρκη. Έχει έναν αέρα ευρωπαϊκό, είναι χάρμα για περπάτημα, είναι φοιτητούπολη όπου κυκλοφορούν χίπηδες, γιάπηδες, πρέσβεις κι όχι τουρίστες και businessmen σε άναρχο πανικό. Πρέπει να περπατήσαμε πάνω από 25 χιλιόμετρα, ώρες ολόκληρες, καταλήγοντας στην περιοχή με τις πρεσβείες και πάλι, βλέποντας απίθανα αμάξια, τζαμιά, κηπουρούς με ROLEX, την ελληνική πρεσβεία δίπλα στην τουρκική και γενικότερα ένα διπλωματικό φέουδο. Φορούσα μια μπλούζα που αγόρασα στην Τανζανία, γραμμένη στα Σουαχίλι και κάποιος με ρώτησε σε ποια γλώσσα είναι και μόλις του απάντησα είπε το αμίμητο… «Σουαχίλι; Κάπου στην Ανατολική Ευρώπη δεν το μιλάνε αυτό;». Λίγα λεπτά αργότερα περνάει ένας νεαρός τζόγκερ που όχι μόνο ήξερε σε ποια γλώσσα ήταν η φράση, αλλά μιλούσε και λίγα Σουαχίλι επειδή «του άρεσαν και τα έμαθε». Απ’ όλα βρίσκεις…

Το βράδι είπαμε να πάμε σε ένα αιθιοπικό εστιατόριο για δείπνο, αλλά η διαρρύθμισή του δεν άρεσε στον Α (έπρεπε να τρως σκυφτός, αφού αντί για καρέκλες είχε ψηλά σκαμπό και πολύ χαμηλά τραπέζια), οπότε συμβιβαστήκαμε με ένα λατίνικο αχταρμά, όπου ο Ουρουγουανός σερβιτόρος έριξε και μισή κανάτα νερό πάνω στη φωτογραφική μου μηχανή και τη χάλασε μια και καλή. Να ήταν τουλάχιστον και καλό το φαγητό… το είχαν εκτελέσει το ceviche…
Μετά από μια σύντομη στάση για να βγάλει ο Α μια φωτογραφία το Λευκό Οίκο, πήγαμε να πάρουμε το Chinatown Bus για την επιστροφή στη Νέα Υόρκη. Εννοείται πως κανείς στα γραφεία της εταιρείας δε μιλούσε Αγγλικά, αλλά το λεωφορείο ήρθε στην ώρα του… Αυτή τη φορά η πατάτα ήταν δική μου… Μας πήρε ο ύπνος στο λεωφορείο κι όταν ξύπνησα μερικές ώρες αργότερα μπαίναμε σε μια πόλη με ουρανοξύστες, πολύ υγρό στοιχείο και φυσικά μια Chinatown, όπου κάναμε στάση. Ε, θεώρησα κι εγώ πως είμαστε στη Νέα Υόρκη, για να ανακαλύψω πως κατεβήκαμε…στην Chinatown της Φιλαδέλφεια! Μικρό το κακό διότι πήραμε το επόμενο λεωφορείο αφού φάγαμε προψημένα σάντουιτς στο απέναντι σούπερ μάρκετ και αποφύγαμε δυο τρεις μαύρους που ήθελαν να τους χαρίσουμε «κανα-δυο δολάρια». Όπως είπε κι ο Α… «την είδαμε και τη Φιλαδέλφεια: μιλήσαμε με τους ντόπιους (δυο ζητιάνους), φάγαμε το παραδοσιακό της φαγητό (δυο σάντουιτς της κακιάς ώρας) και περπατήσαμε τους δρόμους της (το σούπερ μάρκετ ήταν απέναντι από το σταθμό των λεωφορείων).»

Μετά από αυτό το ευχάριστο διάλειμμα φτάσαμε στη Νέα Υόρκη με τους ουρανούς να έχουν ανοίξει και να ρίχνουν καρεκλοπόδαρα. Έπρεπε να πάμε σε άλλο ξενοδοχείο, αφού είπαμε να αφήσουμε το hostel για κάτι λίγο πιο κεντρικό και πήραμε ταξί αφού με τέτοια βροχή κατά τον Α ήταν αδύνατο να πάρουμε το μετρό με τις βαλίτσες μας. Ο Κορεάτης οδηγός που μας έλαχε ήταν απίστευτη μορφή… Έτρωγε από το ταπεράκι του πάνω στο τιμόνι, στα φανάρια έβγαινε έξω για να φτύσει σε κάδους, τα Αγγλικά του ήταν «καμ γουιθ μι για να τη βρεις» μετά από 25 χρόνια (!) διαμονής στη Νέα Υόρκη, το ξενοδοχείο δεν το έβρισκε με τίποτε και η φάτσα του όταν του είπα πως έχω πάει στη Βόρειο Κορέα ήταν για πορτρέτο…

Ευτυχώς που ήταν τέτοιο όργιο ο άνθρωπος και γελάσαμε και λίγο διότι η διαδρομή μας πήρε δύο ώρες (!) με μια απίστευτη κίνηση τους δρόμους, σαφώς επιβαρυμένη από τη βροχή που συνέχιζε να πέφτει. Όπως γίνεται κάθε φορά που επισκέπτομαι για πρώτη φορά μια πόλη όπου ξέρω πως θα μπορούσα να βρω δουλειά, σε όλη τη διαμονή στη Νέα Υόρκη σκεφτόμουν κατά πόσον θα ήθελα ή θα μπορούσα να ζήσω εκεί. Εκείνη τη στιγμή λοιπόν βρεθήκαμε με τον Α να συζητούμε το τι είναι αυτό που «τραβάει» τόσο κόσμο στη Νέα Υόρκη, μια πόλη δύσκολη, άσχημη, με υψηλότατο κόστος ζωής, πολύ άγχος, σχετικά χαμηλό βιοτικό επίπεδο και όπου ακόμη και απλά πράγματα όπως το να πας από το Α στο Β σε ώρα αιχμής μετατρέπονται σε μαρτύριο. Είχαμε μπροστά μας έναν Κορεάτη οδηγό ταξί που περνά 14 ώρες την ημέρα στο τιμόνι σε αφιλόξενους δρόμους, χωρίς να έχει μάθει καν τη γλώσσα σε υποφερτό επίπεδο, που πληρώνεται πολύ λίγο για κάποιον που μέχρι και τα γεύματά του τα τρώει οδηγώντας (ο ίδιος μας εξήγησε τα του μισθού του και δεν ήταν ευχάριστα) και γυρνά στο σπίτι του άγρια μεσάνυχτα χωρίς να βλέπει την οικογένειά του σχεδόν ποτέ, αφού δουλεύει επταήμερο. Κι όμως αυτός ο άνθρωπος ένιωθε ευτυχής που ζούσε σε μια πόλη σαν τη Νέα Υόρκη. Some like chocolate, others prefer vanilla που έλεγαν και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, αλλά εγώ μάλλον δε θα μπορούσα να είμαι ευτυχισμένος σε μια τέτοια πόλη και ειδικά έχοντας ζήσει σε Κομποστέλα, Βιέννη, Ινδονησία και Αβάνα η σύγκριση είναι σαφέστατα εις βάρος του Μεγάλου Μήλου (που πάντως μου φάνηκε πολύ πιο ενδιαφέρον, ασφαλές κλπ από την πόλη όπου σπούδασα στην Αγγλία για να πούμε την αλήθεια). Βέβαια ποτέ μη λες ποτέ…

Τέλος πάντων, φτάσαμε μούσκεμα στο ξενοδοχείο το οποίο ήταν πολύ κατώτερο των προσδοκιών, με κακό σέρβις, το ίντερνετ λειτουργούσε μόνο στο ισόγειο, το δωμάτιο είχε ένα (!) και πολύ μικρών διαστάσεων κρεβάτι και γενικώς ήταν σκέτη καταστροφή σε σχέση με το συμπαθέστατο και φτηνότατο hostel του Χάρλεμ που ήδη αρχίσαμε να αναπολούμε. Τουλάχιστον υποτίθεται πως ήμαστε σε πιο κεντρική γειτονιά.

Πήγαμε μέχρι την Times Square, όπου δε βρήκαμε και τίποτε το ιδιαίτερο από πλευράς εισιτηρίων για το θέατρο και στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε στην Αστόρια. Πάλι άνοιξαν οι ουρανοί ενώ κι ο αέρας ήταν πολύ δυνατός, θύμιζε προοίμιο τυφώνα. Ευτυχώς βρήκαμε ένα μαγαζάκι όπου αγοράσαμε από μια Ινδή ομπρέλες για 3$ και μπορέσαμε να συνεχίσουμε τη βόλτα μας. Περπατήσαμε πολύ αλλά μάλλον κάποιο επεισόδιο χάσαμε διότι η ελληνική παρουσία στη γειτονιά ήταν υποτονική. Βρήκαμε πάντως ένα κυπριακό εστιατόριο ονόματι «Ζήνων» που ήταν σκέτη αποκάλυψη. Φοβερό! Με το μενού των 18.95$ ανά άτομο σκάσαμε στο φαγητό με εκπληκτικά συκωτάκια, ατέλειωτα πιάτα με σάλτσες, χαλούμια, φοβερή ποικιλία τυριών και μη μιλήσω καν για τα λουκάνικα και τα γλυκά. Έσκασα. Ήταν μακράν το καλύτερο φαγητό που φάγαμε σε ολόκληρο το ταξίδι, σε ωραία ατμόσφαιρα, με καταπληκτικό σέρβις, αλλά κυρίως φαγητό ποιότητας, σπιτικό και καλομαγειρεμένο. Εύγε στην Κύπρο, την οποία δεν έχω ακόμη φιλοτιμηθεί να επισκεφθώ, σε αντίθεση βέβαια με τον Α που είναι Κύπριος και συγκατοικεί και με την Κύπρια της καρδιάς του, οπότε το κατέχει το άθλημα της κυπριακής κουζίνας. Πόντος για την Κύπρο στην καρδιά της Νέας Υόρκης…

Επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο με το μετρό, το οποίο μάλλον λειτουργεί όλο το 24ωρο (!). Η δε Metrocard εβδομάδας που αγοράσαμε αποδείχθηκε φοβερό value for money, για ένα μετρό που είναι αξιόπιστο αν και σου παίρνει λίγο καιρό να το συνηθίσεις.
Την τελευταία μας μέρα στις ΗΠΑ είχαμε μάλλον βεβαρημένο πρόγραμμα, αφού θέλαμε να δούμε πολλά πράγματα, ξεκινώντας από τον ΟΗΕ. Με το που μπήκαμε βρήκαμε αμέσως τουρ, πράγμα το οποίο ήταν ευχάριστη έκπληξη. Δεν μπορώ να πω πως έμαθα και τίποτε καινούριο, αφού λόγω σπουδών το θέμα το ψιλοκατέχω και μάλλον στα μάτια των υπολοίπων επισκεπτών του τουρ πρέπει να ήμουν το εκνευριστικό σπασικλάκι που απαντούσε όλες τις ερωτήσεις της Ουζμπέκας ξεναγού. Πάντως το τουρ ήταν ενδιαφέρον αν και ολίγον σύντομο, παρά το ότι μας έσπασαν τα νεύρα ένα ζευγάρι Βρετανών που μονολογούσαν πως το έργο τέχνης από ελεφαντοστό που δώρισε η Κίνα στον ΟΗΕ «είναι προϊόν εγκλήματος» (δεν ήταν ο βασιλιάς Γεώργιος αυτός που σκότωνε για πλάκα δεκάδες ελέφαντες στην Αφρική; )και πως η Κούβα δε θα πρέπει να είναι μέλος του ΟΗΕ (ενώ η Μεγάλη Βρετανία θα πρέπει να έχει το βέτο ώστε να μπλοκάρει όποιο ψήφισμα δεν της γουστάρει χάρη στη φανταστική της δημοκρατική παράδοση; ). Για άλλη μια φορά άρχισα να σκέφτομαι πώς θα είναι η ζωή μου στην πόλη αυτή αν προσληφθώ από τον ΟΗΕ. Πήρα και μια αίτηση εργασίας αλλά ακόμη δεν την έχω συμπληρώσει. Όταν θα έρθει η ώρα να φύγω από την Αβάνα θα γίνει κι αυτό.

Την ώρα που περάσαμε στην αίθουσα της ολομέλειας, στο βήμα μιλούσε ο υπεύθυνος της Χιλής, απορρίπτοντας το ενδεχόμενο στρατιωτικής παρέμβασης στην Ονδούρα. Στα έδρανα των επισκεπτών/παρατηρητών, οι μισοί παρακολουθούσαν προσεκτικά και οι υπόλοιποι έβλεπαν ταινίες στα λάπτοπ τους ή έστελναν μηνύματα από το κινητό τους.

Ολοκληρώνοντας την αξιόλογη επίσκεψη στον ΟΗΕ, αποφασίσαμε δημοκρατικά να χωρίσουμε ώστε να δει ο καθένας αυτά που ήθελε. Ο Α λοιπόν κατευθύνθηκε προς το αεροπλανοφόρο Intrepid (όπου κι εν τέλει έκατσε δυόμιση ώρες, το βρήκε πολύ ενδιαφέρον), την ώρα που εγώ κατευθύνθηκα και πάλι προς το Χάρλεμ, την πιο ενδιαφέρουσα από τις περιοχές που επισκεφθήκαμε στη Νέα Υόρκη και ήθελα να την «ρουφήξω» όσο περισσότερο γινόταν πριν φύγουμε.

Αρχικά πήγα στο ιστορικό θέατρο Apollo, όπου μου είπαν πως η μόνη περίπτωση να μου επιτραπεί η είσοδος θα ήταν στις 4 το απόγευμα που υπήρχε προγραμματισμένο τουρ. Συνέχισα λοιπόν με τα πόδια για να πάω μέχρι τα διαβόητα γηπεδάκια μπάσκετ της οδού 155, σε ένα κάπως πιο κακόφημο κομμάτι του Χάρλεμ. Είχα διαβάσει πως η περιοχή γίνεται λίγο πιο “rough” μετά την οδό 135, αλλά δεν έδωσα και πολλή σημασία, θεωρώντας πως για είκοσι τετράγωνα διαφορά δε θα άλλαζε δραστικά το πανόραμα μιας γειτονιάς. Εμ, μάλλον έκανα λάθος… Είναι φοβερό αυτό στη Νέα Υόρκη, το πόσο καλά οριοθετημένες είναι οι περιοχές. Διαβάζεις π.χ πως η Chinatown ξεκινά εκεί και όντως 3 τετράγωνα παραπέρα δε βλέπεις ούτε έναν Κινέζο, η δομινικάνικη γειτονιά στο ξεκίνημα του Χάρλεμ είναι τίγκα στους Δομινικανούς, αλλά την προφορά τους δεν την άκουσα πουθενά αλλού στην πόλη.

Αρχίζω λοιπόν τον πολύ μακρύ δρόμο… Μέχρι την 130 όλα ρολόι, μετά οι εικόνες θύμιζαν λίγο Αβάνα… Απεριποίητα σκαλάκια μπροστά από χιλιοβασανισμένα κτίρια με σκουριασμένες σκάλες, με μεγάλες ομάδες μαύρων να κάθονται και να πίνουν μπύρες. Όπως και στην Αβάνα, αναρωτιέσαι πώς γίνεται όλοι αυτοί να μη δουλεύουν σε μια πόλη που όλοι τρέχουν σαν παλαβοί. Χαμηλωμένα παντελόνια, μπράτσα με τατουάζ, μάγκικα βλέμματα και συνειδητοποιώ πως είμαι ο μόνος λευκός όσο πάει το μάτι μου. Ένα πιτσιρίκι γύρω στα 14 μου φωνάζει από απέναντι “Get off my block, sucker!” και συγκεντρώνω περισσότερα βλέμματα από όσα θα ήθελα, αλλά συνεχίζω, περνώντας δίπλα από μια διαφήμιση για κλαμπ με γκέη μποντιμπιλνταράδες (στο Χάρλεμ!) να χαϊδολογιούνται αισθησιακά και το χέρι του ενός να σφίγγει τα απόκρυφα του άλλου. Μάλιστα…

Συνεχίζω, περνάω από ένα πάρκο όπου καμιά 40αριά μαύροι νεαροί τσακώνονται σε έντονο ύφος και λέω να πάω από το απέναντι πεζοδρόμιο, μη μπλέξω και χωρίς λόγο, εγώ μπασκετάκι πάω να δω. Με το που περνάω μπροστά από άλλη μια κουπαστή όπου με κοιτάνε με υφάκι τρεις μαντράχαλοι, ένας σηκώνεται, με πλησιάζει και με ρωτάει “What’ ya doin’ here, white boy?”. Απαντάω “Headin’ to 155 to shoot some hoops” με φυσικότητα, λες και πηγαίνω στα ανοιχτά γηπεδάκια της οδού 23 στη γειτονιά μου στην Αβάνα… “That ain’t a place for no white boyz” λέει αυτός με προφορά αμερικάνικης ταινίας πάλι. Τον ευχαριστώ για τη συμβουλή (εισέπραξα δολοφονικό βλέμμα…) και συνεχίζω, βλέποντας δυο νεαρούς να με πλησιάζουν με βήμα ταχύ. Δεν ξέρω αν έψαχναν εμένα, αλλά μπαίνω σε ένα μαγαζάκι να πάρω ένα χυμό. Φτηνοί οι χυμοί και το μπουκάλι γυάλινο, χρήσιμο αυτό. Ρωτάω τον τυπά στο γκισέ αν είναι “ΟΚ” να πάω μέχρι τα γηπεδάκια της 155 ή θα με κράξουν επειδή είμαι λευκός. “H γειτονιά έχει ηρεμήσει πολύ μωρέ, τα τελευταία χρόνια ούτε πολλούς πυροβολισμούς έχουμε, ούτε φασαρίες, είναι cool, τώρα άμα μπλέξεις με τίποτα homeboys, τι να σου πω, όπως παντού είναι”, λέει. Μας φώτισες. Έχω περπατήσει τόση ώρα, κρίμα είναι να μην πάω ρε γμτ, σε 10 λεπτάκια θα είμαι εκεί. Δε γουστάρω που πάω μόνος μου, αλλά λέω ας πάω και στον επόμενο τσαμπουκά κάνω μεταβολή, μην μπλέξω τελευταία ημέρα στις ΗΠΑ, τόσο καλά μας πήγε το ταξίδι μέχρι στιγμής, πράγμα περίεργο αναλογιζόμενος τη γκαντεμιά που με κυνηγάει στα τελευταία ταξίδια.

Πίνω λίγο από το χυμό μήλου και προχωράω. Στην 152 εμφανίζεται μπροστά μου μπάστακας ο δίμετρος που είχα δει και πριν. “Δε σου είπα ότι δεν είναι γειτονιά για white boys εδώ; You lookin’ for troublez? I don’t think so… you look like a smart kid to me. Do ya’self a fava and get a bus back”. Κώλωσα. Δε κατάλαβα αν είχε πρόβλημα μαζί μου ή αν ειλικρινά ήθελε να με προειδοποιήσει, αλλά μάλλον δεν είναι γραφτό μου να πάω σε αυτά τα γηπεδάκια. Πιο πολύ κώλωσα που με κοιτάνε όλοι οι «παρκαρισμένοι» μπροστά στις εισόδους των σπιτιών.

Με χαμηλωμένο το κεφάλι παίρνω το δρόμο της επιστροφής. Καπνίζω ένα τσιγάρο και τα βάζω με τον εαυτό μου. «Έπρεπε να συνεχίσω», λέω αλλά μάλλον ούτε εγώ δεν το πιστεύω. Δεν είναι μόνο ότι θα μπορούσα να μπλέξω, αλλά το ότι αν έμπλεκα μετά από τόσες προειδοποιήσεις θα ένιωθα διπλά ηλίθιος. Το μωρό μέσα μου θέλει να συνεχίσει, αλλά υπερίσχυσε η λογική. Στο δρόμο προς τα πίσω (πάλι με τα πόδια πήγα) δεν είδα να με στραβοκοιτάει κανένας, αλλά πλέον είναι αργά: δε θα πάω στα γηπεδάκια της 155. Ας το πάρω απόφαση.

Η εναλλακτική είναι τα γηπεδάκια στο κέντρο, τα οποία όμως υποτίθεται πως είναι πολύ τουριστικά. Δεν υποτίθεται από ό,τι διαπίστωσα, αλήθεια είναι. Τουριστικά υπό την έννοια πως το κοινό είναι κατά 75% ξένοι, με φωτογραφικές μηχανές, γκομενίτσες από την Αγγλία κλπ. Το μπάσκετ που παίζεται είναι χαμηλού επιπέδου και υπερβολικά physical. Τα σκριν θυμίζουν προσπάθεια κατεδάφισης του αντιπάλου, η άμυνα εκτός περιμέτρου είναι overplay με τραβήγματα φανέλας, σώβρακου και ό,τι άλλου προεξέχει και ΟΛΕΣ (μα όλες) οι επιθέσεις είναι τρίποντα από το γάμα του Καραγκιόζη. Ούτε ένας συνδυασμός, ένα pick n’ roll, ένα high-low, μια λόμπα, τίποτε. Όλος ο αγώνας είναι να καταφέρεις να πάρεις τη μπάλα (κατόρθωμα με αυτά τα μαρκαρίσματα κατς) και να βαρέσεις ελπίζοντας πως δε θα κάνεις airball. Ακόμη κι η ατομική τεχνική είναι μηδέν εις το πηλίκον, κακό κοντρόλ, λάθη στα κατεβάσματα, δεξιά lay-ups με δεξί χέρι, τίποτε απολύτως.

«Έτσι χάλια παίζουνε πάντα;», ρωτάω ένα μεσήλικα μαύρο ράστα δίπλα μου, που φαίνεται να ξέρει τους παίκτες. «Όχι, έχει και καλούς», λέει. Πιάνουμε κουβέντα κι όταν μαθαίνει πως είμαι από το Greece μου συστήνει έναν πενηντάρη που ρίχνει σουτάκια με τα εγγόνια του στο διπλανό καλάθι. Είναι ο πατέρας του Σμους Πάρκερ, πρώην παικταρά του Άρη και μετέπειτα βασικό πλέη μέηκερ των Lakers, δίπλα στον Κobe Bryant! Πιάσαμε κουβέντα για λίγο, μου έλεγε για τις εμπειρίες του Σμους στην Ελλάδα (“Greek fans? Madhouse man, complete madness!”), για τον Ομπράντοβιτς, τα trades στο ΝΒΑ και ας πούμε πως ξεχαρμάνιασα λίγο.
Με τα πολλά προχώρησε η ώρα και πρέπει να φύγω σφαίρα για το Apollo Theatre. Έφτασα στις 4 ακριβώς, όπου και με ενημέρωσαν πως δεν μπορώ να μπω μέσα. Πάνω που αρχίζω να διαμαρτύρομαι, εμφανίζεται ένας Billy, ο διευθυντής της σκηνής-μύθου, μου σφίγγει το χέρι κι εξηγεί πως αν δεν έχω πρόβλημα μπορώ να ακολουθήσω το τουρ που κάνει ένα τοπικό σχολείο. Τι πρόβλημα να έχω, να’ ναι καλά ο άνθρωπος, που δείχνει κι εξαιρετικές γνώσεις γύρω από το τι είναι Ελλάδα.

Μπαίνω μέσα πριν έρθει το σχολείο… Πανέμορφη αίθουσα, μου θυμίζει μερικά ιστορικά ισπανικά θέατρα στις πόλεις του Αμαζονίου (αλλά μπροστά στο Gran Teatro της Αβάνας δεν πιάνει μία, συγγνώμη αλλά έπρεπε να το σχολιάσω…). Μιλάμε για την πιο ιστορική μουσική σκηνή της μαύρης μουσικής στην Αμερική, με απίθανα ονόματα να έχουν πατήσει το σανίδι της.

Μπαίνουν τα δύο σχολεία, και τα δύο από υποβαθμισμένες περιοχές της Νέας Υόρκης. Ο Billy ανεβαίνει στη σκηνή και με απίστευτη μεταδοτικότητα και απλότητα προσπαθεί να τους δώσει να καταλάβουν τι εστί Apollo. Ο τύπος ήταν κουβαλητής από επτά χρονών στο θέατρο κι αρχίζει να μιλάει για την Έλα Φιτζέραλντ, την Αρίθα, το Στήβι, το Μάικλ Τζάκσον… Εκεί χτύπησε καμπανάκι… «Δηλαδή ο Μάικλ στεκόταν εκεί που είστε εσείς τώρα;;;», ρωτάει έκθαμβος ένας μπόμπιρας που ούτε εννιά δεν πρέπει να ήταν. Ο Billy μιλάει με θέρμη για το φίλο του το James Brown, πώς τον βοήθησε να βγει από τη φτώχεια, ανέκδοτες ιστορίες από τις παραστάσεις των Jackson Five, για τις παραξενιές τους Στήβι… Απόλαυση να τον παρακολουθείς να μιλάει σε δύο σχολεία που είχαν κάνει το θέατρο μπάχαλο πριν ξεκινήσει η ομιλία και τώρα τον παρακολουθούν με το στόμα ανοιχτό.

Η ομιλία του δεν είναι μόνο μουσικού χαρακτήρα κι εκεί φαίνεται το ποιόν του τύπου:
“Δε θέλω να σας ακούσω να χρησιμοποιείτε τη λέξη που ξεκινάει από «ν» (nigga). Γιατί μερικοί σήμερα νομίζουν ότι είναι μαγκιά να χαιρετιούνται στο δρόμο και να λένε «Hey nigga? Whaz’ up, nigga?». Ξέρετε ποιοι χρησιμοποιούσαν αυτή τη λέξη; Αυτοί που σκλάβωναν τους παππούδες σας. Που τους έβαζαν να δουλεύουν 18 ώρες χωρίς νερό. Αυτοί που τους ακρωτηρίαζαν και τους βίαζαν. Τώρα που κάνουν ανασκαφές στο WTC βρέθηκε ένα παλιό νεκροταφείο σκλάβων… 15-20.000 οστά μαύρων βγαίνουν στην επιφάνεια. Βρήκαμε άτομα με σπασμένη μέση… Παιδάκια 7 χρονών που θάφτηκαν χωρίς ούτε μια πλάκα να γράφει το όνομά τους, σκλάβους που τους έθαψαν με αλυσίδες στα πόδια… Αυτοί έχτισαν τη Νέα Υόρκη και κάποιοι τους φώναζαν με τη λέξη που ξεκινάει από “ν” (επιμένει να μην την αναφέρει). Είμαι περήφανος που είμαι μέλος της επιτροπής που υποχρέωσε το Δήμο της Νέας Υόρκης να κάνει ανασκαφές και να κρατήσει το χώρο ιερό αντί να τον μπαζώσει. Πρέπει να φυλάμε την ιστορία μας, little brothers and sisters. That's all we got.


Δε θέλω να είστε anti-white. Θέλω να είστε pro-black. Να μην ξεχνάτε από πού ήρθατε και να βοηθάτε τα αδέρφια σας, αλλά να σέβεστε τους Λατίνους και λευκούς αδερφούς σας. Ξέρετε ότι πια έχουμε μαύρο πρόεδρο. Τέρμα οι δικαιολογίες. Γιατί μερικοί κλαίγονται και λένε ότι εμείς οι μαύροι δεν έχουμε τις ίδιες ευκαιρίες. Τέρμα οι δικαιολογίες, απλά πρέπει να δουλεύουμε περισσότερο, αυτό είναι όλο. Όλα γίνονται, ο Ομπάμα έδειξε το δρόμο.


Αυτό το θέατρο που βλέπετε εδώ είναι ο ναός της μαύρης μουσικής. Έρχεται κόσμος από παντού για να το δει. Προχθές έκανα τουρ σε ένα ζευγάρι από τη Μαδαγασκάρη. Ο λευκός αδερφός που βλέπετε εδώ δίπλα σας ήρθε από την Ελλάδα και μένει στην Κούβα… κι ήρθε εδώ για να δει ένα θέατρο στο Χάρλεμ. Χειροκρότημα για τον Έλληνα αδερφό μας, τιμή μας που ήρθε ο άνθρωπος μέχρι εδώ. Έτσι μπράβο, χειροκρότημα, let’s put it together. Και μιας και που έχουμε έναν άνθρωπο από μια χώρα με τόσο μεγάλη ιστορία, ας μας εξηγήσει και ποιος είναι ο Apollo που έδωσε το όνομά του στο θέατρο. Θα μας βοηθήσεις λίγο να μεταδώσουμε γνώση στα παιδιά, αδερφέ;».
Ε, είπα δυο κουβέντες για το θεό Απόλλωνα και συνέχισε ο Billy:
“Βλέπετε που ο άνθρωπος ξέρει την ιστορία της χώρας του; Κι όχι μόνο την ξέρει, αλλά ήρθε εδώ για να μάθει και τη δική μας. Έτσι κι εσείς, πρώτα πρέπει να μάθετε τη δική σας.”. Αρχίζει να μιλάει για την ιστορία του θεάτρου κι εξηγεί την παράδοση που θέλει όλους τους καλλιτέχνες πριν ξεκινήσουν την παράστασή τους να τρίβουν το «μαγικό» κούτσουρο στη μέση της σκηνής. “Δηλαδή κι ο Μάικλ το άγγιξε;”, ρωτάει μια πιτσιρίκα. “Μα φυσικά!”, απαντάει ο Billy προκαλώντας ένα μακρόσυρτο “wow” από πλευράς παιδιών. Το ότι ο Τζάκσον προκαλεί περισσότερο δέος από το Στήβι και την Έλλα είναι μάλλον αναμενόμενο, άλλωστε ο θάνατός του είχε συντελεστεί μόλις λίγες μέρες πριν, σε όλο το Χάρλεμ υπήρχαν πανό και αφίσες που του εύχονταν να αναπαυθεί εν ειρήνη και οι δίσκοι του είχαν γίνει ανάρπαστοι.

“Εγώ λοιπόν καθόμουν εκεί, πίσω από τη σκηνή κι έβλεπα όλους αυτούς τους μεγάλους καλλιτέχνες να προετοιμάζονται. Ένας μου ζητούσε νερό, άλλος ήθελε μια πετσέτα να σκουπίσει τον ιδρώτα του και μερικοί ήθελαν απόλυτη ησυχία. Ο Στήβι Ουόντερ όμως πάντα ήθελε παρέα. Και μέχρι πρόσφατα ερχόταν τουλάχιστον δυο φορές το χρόνο και κάθε –μα κάθε- φορά που μου έσφιγγε το χέρι, έβρισκα στην παλάμη μου 100 δολάρια. Κι εκείνα τα 100 δολάρια με βοηθούσαν πάρα πολύ όταν ήμουν πιτσιρικάς σαν κι εσάς και η μάνα μου μεγάλωνε εννέα παιδιά. Γι’ αυτό κι εσείς όταν μεγαλώσετε και γίνετε κάποιοι, να μην ξεχνάτε από πού ήρθατε. You gotta give something back to your community. Coz’ without our community, we are nothin’, zero, we’re empty.”

Τα πιτσιρίκια –και οι δάσκαλοί τους- τον κοιτούν με ανοιχτό το στόμα. Ένας εξάχρονος μπόμπιρας σηκώνει το χέρι του και ρωτάει: “Καλέ κύριε… ο Μάικλ δούλευε κι αυτός εδώ;”. Τα μεγαλύτερα παιδιά σκάνε στα γέλια, αλλά ο Billy τους το κόβει απαντώντας. “Όχι, ο Μάικλ ερχόταν εδώ μόνο για να δώσει παράσταση. Αλλά δε βρίσκω το λόγο να γελάτε με την ερώτηση του φίλου μας. Από πού είσαι, little man;”. O μικρός απαντάει κι από την αντίδραση του Billy, που λέει πως πέρασε κάποια χρόνια εκεί, καταλαβαίνω πως πρόκειται για γειτονιά της κακιάς ώρας, άλλωστε μου έκανε εντύπωση που όλα τα παιδάκια είναι μαύρα, χωρίς καμία εξαίρεση. Ή από πολύ υποβαθμισμένη περιοχή θα ήταν ή ήταν απλώς εκδρομή… για μαύρους, πράγμα το οποίο αποκλείεται με δεδομένη την καταφανέστατη πρόοδο των ΗΠΑ στην καταπολέμηση του ρατσισμού.

“Λοιπόν… Ξέρετε πως το Apollo περηφανεύεται πως είναι το θέατρο που ανακαλύπτει πολλά μεγάλα ταλέντα, έτσι δεν είναι; Τις Τετάρτες λοιπόν έχουμε βραδιά ταλέντου. Είναι μια παράδοση τόσο παλιά όσο και το θέατρο”. To είχα διαβάσει αυτό για τις Τετάρτες και πολύ ήθελα να πάω, αλλά ήμασταν στην Ουάσιγκτον. Κρίμα διότι διάβασα πως το κοινό γίνεται άγριο, γιουχάρει και η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη. Τα γιουχαΐσματα του Apollo είναι πασίγνωστα στη Λατινική Αμερική… “Έτσι κι εμείς σήμερα θα κάνουμε μια επίδειξη ταλέντου! Μιας που είστε εδώ, τι καλύτερο από το να δώσετε μια παράσταση στη σκηνή, ζωντανά. Εμείς όμως δε θα γιουχάρουμε, θα χειροκροτήσουμε όλους όσους ανέβουν στη σκηνή γιατί θέλει πολύ θάρρος να σηκωθεί κανείς εδώ, μπροστά σε όλους, χωρίς καμία προετοιμασία, έτσι δεν είναι little people; Λοιπόν, θέλω έξι παραστάσεις, τρεις από κάθε σχολείο. Μπορεί να είστε σόλο, ντούο, ομάδα, να χορέψετε, να ραπάρετε, να τραγουδήσετε a cappella, ό,τι θέλετε. Έχετε είκοσι λεπτά να ετοιμαστείτε, σε συνεργασία με τους δασκάλους σας. Let’s get ready for the show, little people!”, λέει ο Billy και τα πιτσιρίκια ενθουσιάζονται, ενώ οι δασκάλες μαζεύουν συμμετοχές.

Ο χρόνος έχει περάσει και θα πρέπει να φύγω για να είμαι στην ώρα μου στο ραντεβού με τον Α, αλλά θέλω να δω μια-δυο παραστάσεις. Στο ενδιάμεσο εικοσάλεπτο με πλησιάζει ένας δάσκαλος. «Αλήθεια είναι πως ζείτε στην Κούβα;», ρωτάει και γνέφω θετικά. “Ξέρετε πως ο Φιντέλ όταν ήρθε να μιλήσει στον ΟΗΕ έμενε στο Χάρλεμ;”, με κοιτάει όλο προσμονή. “Βεβαίως”, του λέω, “πέρασα κι από το ξενοδοχείο όπου έμεινε, πολύ σεμνό κατάλυμα”. “Η μαμά μου ήταν εδώ, έλεγε ότι είχε γίνει χαμός, τον υποδέχθηκαν σαν ήρωα. Αν τον δείτε ποτέ, να του πείτε πως εδώ τον εκτιμάμε πολύ, δεν είμαστε όλοι σαν τον Μπους. Τώρα με τον Μπαράκ για πρόεδρο θα πάνε όλα καλά, και για μας και για τους Κουβανούς και για όλο τον κόσμο. The era of stupidity is over. Σύντομα θα μας αφήνουν να πηγαίνουμε στην Κούβα, θέλω πολύ να τη δω”. Του έδωσα του μέηλ μου και του είπα αν ποτέ καταφέρει να πάει στην Κούβα να με ειδοποιήσει. Μακάρι μια μέρα να ξαναξεκινήσουν πτήσεις από ΝΥ για Αβάνα, είναι ντροπή αυτό που γίνεται, να ψάχνεις πτήση στις μηχανές αναζήτησης στο Διαδίκτυο και να σου βγαίνει αυτή η αηδία “due to US legislation restrictions we cannot offer the requested fare” και να πρέπει ο κόσμος να πηγαινοέρχεται σαν κλέφτης μέσω τρίτων χωρών, τρέμοντας μην φάει κανένα πρόστιμο από το τρισκατάρατο OFAC (“oh fuck”, το λέω εγώ, γιατί άμα σου έρθει γράμμα από αυτούς είναι σίγουρα πρόστιμο, οπότε αναφωνείς… oh fuck!).

Οι πρώτες παραστάσεις είναι έτοιμες. Η πρώτη αποτελείται από τέσσερις χιπ χόπερς που κάνουν όμως και φοβερό χορευτικό αυτοσχεδιασμό, πολύ κίνηση τα μαυράκια. Ακολουθούν τέσσερις κοπελίτσες που τραγουδούν R&B, αλλά την παράσταση την κλέβει μια λιλιπούτεια κουκλίτσα που είναι τελείως παράφωνη βέβαια, αλλά και μόνο που θυμάται όλους τους στίχους καταχειροκροτείται από το κοινό και από το Billy. Η τρίτη παράσταση είναι ένας έφηβος που χορεύει…κλακέτες! Πολύ καλός ο νέος. Την τέταρτη δεν πρόλαβα να τη δω… Έχει περάσει η ώρα κι αν μετάνιωσα κάτι είναι που δεν είχα το χρόνο να χαιρετήσω το Billy, αφού ήταν στη σκηνή παρουσιάζοντας τα πιτσιρίκια. Του είμαι υπόχρεος του ανθρώπου κι είναι τιμή μου που τον γνώρισα, πολύ χαρισματική φυσιογνωμία. Η όλη επίσκεψη στο Apollo ήταν από τα καλύτερα σημεία της επίσκεψης στην πόλη.

Φεύγω τρέχοντας για το ξενοδοχείο, όπου βρίσκω τον Α. Πεινάμε σα λύκοι και πάμε απέναντι σε ένα Γιαπωνέζικο εστιατόριο που το έχουν κάτι… Ταϊβανέζοι. Ευμενέστατοι οι άνθρωποι και το φαγητό ήταν καλούτσικο, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς και την καλή τιμή. Πάμε για βόλτα στο Central Park, να κάψουμε θερμίδες και να το δούμε με την ησυχία μας, άλλωστε είναι στο δρόμο για το θέατρο όπου θα βλέπαμε το μιούζικαλ για το οποίο αγοράσαμε εισιτήρια την προηγούμενη. Το πάρκο είναι φοβερός πνεύμονας οξυγόνου για την πόλη, εκπληκτικό ότι υπάρχει εκεί στη μέση της ζούγκλας από ατσάλι και τσιμέντο. Βλέπει κανείς κόσμο να κάνει τζόγκιγκ, πικνικ, ηλιοθεραπεία, να διαβάζει κι είναι ένας χώρος καθαρός, ασφαλής (πλέον, διότι κάποτε ήταν… «του φόβου» που έλεγε κι ένας συμφοιτητής μου) όπου μπορεί κανείς να περάσει μερικές ώρες ευχάριστα τρώγοντας το παγωτό του, κάνοντας αθλητισμό ή απολαμβάνοντας μουσικούλα (συνήθως τζαζ). Πέραν τούτου δεν είναι και κανένα άχαστο αξιοθέατο, είναι ένα προσεγμένο πάρκο που έχει θεοποιηθεί από τον αμερικάνικο κινηματογράφο, προσωπικά βρίσκω το γειτονικό Chapultepec στην Πόλη του Μεξικού πολύ εντυπωσιακότερο. (εντάξει, επίτηδες το είπα για να πικάρω τον taver).

Ευχάριστη η βολτίτσα αν μη τι άλλο, πραγματική απόδραση από τη ζούγκλα των γύρω δρόμων, αλλά αργήσαμε για το Broadway και στο τέλος τρέχαμε να προλάβουμε. Φτάσαμε στην ώρα μας, αλλά με την ψυχή στο στόμα. Ο Α είχε επιλέξει να δούμε το West Side Story. Εγώ δεν πολυψηνόμουν για τα 91$ του εισιτηρίου, ειδικά από την ώρα που ούτε last minute offers υπήρχαν, ούτε μπορέσαμε να βρούμε εκ των προτέρων φτηνότερα εισιτήρια, άλλωστε ήμασταν και στη μέση του καλοκαιριού. Τέλος πάντων, αφού το ήθελε τόσο ο Α κι εγώ δεν είχα ξαναδεί μιούζικαλ, είπαμε να πάμε, άλλωστε ο άνθρωπος με ανέχθηκε τρεις εβδομάδες κι ήταν υποδειγματικός συνταξιδιώτης.

Ε, ήταν εκπληκτικά. Κι αξίζει ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Α, διότι χωρίς τη δική του παρότρυνση δε θα είχα πάει. Εδώ που τα λέμε το όλο ταξίδι δε θα είχε γίνει χωρίς το Χ και τον Α διότι εγώ δεν ξέρω να οδηγώ και χωρίς αμάξι τέτοιο ταξίδι σε αυτή τη χώρα δε γίνεται.

Τι λέγαμε; Α, ναι για την παράσταση. Ωραίες φωνές, καλοί ηθοποιοί (πολλοί οι λατινοαμερικάνοι, αλλά ήταν λίγο περίεργο να κάνουν τους Πορτορικάνους άνθρωποι με αργεντίνικη και παναμέζικη προφορά, αλλά τι το ψάχνεις, λεπτομέρεια για σπαστικούς γλωσσολόγους είναι αυτή…), φανταστικά σκηνικά και η αίθουσα από μόνη της ήταν σκέτο μνημείο. Ήταν η πρώτη μου φορά σε μιούζικαλ και μου άρεσε τόσο που λίγες εβδομάδες αργότερα βρεθήκαμε σε άλλο (ακόμη καλύτερο) στο Μπουένος Άιρες με την κοπέλα μου. Εξαιρετική εμπειρία, άξιζε τα 91$ και με το παραπάνω.

Τις τελευταίες μας ώρες στη Νέα Υόρκη τις περάσαμε κάνοντας μια τεράστια βόλτα μέχρι τη γέφυρα Brooklyn. Όμορφα –και ασφαλέστατα- ήταν, αλλά μάλλον περίμενα κάτι καλύτερο. Ίσως έχει να κάνει και με τις προσδοκίες που έχει κανείς από τον προορισμό που επισκέπτεται. Είχα ακούσει τόσα και τόσα για τη Νέα Υόρκη, πως είναι το κέντρο του κόσμου, η υπέρτατη πόλη, THE place to be και άλλα τέτοια και όντως ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα επίσκεψη, αλλά δεν την ερωτεύτηκα. Καλά, για περισσότερη κριτική, πρακτικές πληροφορίες κλπ για το ταξίδι, παρακάτω.

Η αναχώρησή μας από τη Νέα Υόρκη ήταν χωρίς προβλήματα, αν εξαιρέσεις το αιώνιο πρόβλημα του πακεταρίσματος των βαλιτσών του Α… Απερίγραπτος τύπος, δεν έχω δει άλλο άντρα να ψωνίζει σα γυναίκα… Και μόνο το ότι ένα ταξίδι που εμένα μου κόστισε (χωρίς καμία προσπάθεια οικονομίας, με απλή συνετή κατανάλωση) λιγότερα από 2500 ευρώ, του Α του ήρθε 6.000 και βάλε χάρη στα ψώνια! Παιδί για οικονομία…

Με το που γυρίσαμε στην Ελλάδα, εγώ υποδέχθηκα κάτι ξένους φίλους και κάναμε κι ένα ελληνικό τουρ (άλλη ιστορία αυτή…).

Ακολουθούν τα practicalities του ταξιδιού…
Αρχικά μια αξιολόγηση της χώρας και μετά μερικές πρακτικές συμβουλές. Βάζω μέσα στην αξιολόγηση και προηγούμενο ταξίδι στις ΗΠΑ, σε άλλες πολιτείες, όπως η Καλιφόρνια. Χρησιμοποιώ τις ίδιες κατηγορίες που χρησιμοποιώ για όλες τις χώρες, σε κλίμακα με άριστα το 10. Προφανώς και είναι υποκειμενικά τα κριτήρια και η αξιολόγηση με βάση αυτά, αλλά παραθέτω αιτιολόγηση και σύγκριση με τις χώρες που έχουν την υψηλότερη βαθμολογία ανά κατηγορία:

  • Αρχαιολογία: 3. Not bad, δεν είναι και το Περού ή η Ελλάδα αλλά το τριαράκι το αξίζει, το Mesa Verde ήταν καταπληκτικό μνημείο. Για την έκτασή της η χώρα θα μπορούσε να έχει και περισσότερα, αλλά κι έτσι καλά είναι. Πολύ οφσάιντ όσοι θεωρούν πως στις ΗΠΑ δεν υπάρχει αρχαιολογία.
  • Άνθρωποι: 8. Πολύ ευγενικοί κι εξυπηρετικοί, οι Ινδιάνοι καταπληκτικοί, οι Νεοϋορκέζοι πιο αδιάφοροι, αλλά αυτό ήταν κάτι που το ξέραμε και αναμέναμε. Ορισμένοι μας σκλάβωσαν με την ευγένειά τους, ο μόνος λόγος που δεν παίρνει παραπάνω βαθμούς είναι ότι οι χώρες που παίρνουν μεγαλύτερη βαθμολογία χαρακτηρίζονται από υπερανθρώπους όπως οι Γιαπωνέζοι, οι Λάο, οι Αιθίοπες ή οι Ιρανοί (που είναι και οι κατέχοντες το δωδεκάρι) κλπ. Συμπαθέστατοι οι Αμερικάνοι, ειδικά εκτός πόλεων. Επίσης να τονίσω πως, σε αντίθεση με άλλα ταξίδια στις ΗΠΑ, δεν είχαμε σχεδόν κανένα περιστατικό ακραίας ασχετίλας, όπως μου έτυχε πολλές φορές στο παρελθόν με Αμερικάνους που με ρωτούσαν αν φοράμε τηβέννους στην Ελλάδα, αν βρισκόμαστε στην Καραϊβική κλπ. Πολύ καλό επίπεδο από όλες τις απόψεις, εξαιρετικό σέρβις, ευγενικοί και βοηθητικότατοι όπου τους χρειαστείς.
  • Φύση: 10. Ε, τι να λέμε, φοβερή ποικιλία φύσης και τα πάντα σε υπερθετικό βαθμό. Από τα παράλια της Καλιφόρνια, τα θαύματα της Γιούτα, τα βουνά του Κολοράντο, τις ερήμους του Νιού Μέξικο και της Αριζόνα κι ένα σωρό άλλα θαύματα που δεν έχω δει ακόμη (Νιαγάρας, Χαβάη κλπ). Δεν παίρνει 12 διότι αυτό το βαθμό τον παίρνει μόνο μια χώρα ανά κατηγορία και στη συγκεκριμένη πηγαίνει στην Ινδονησία. 10 με τόνο στις ΗΠΑ.
  • Φαγητό: 4. Ψιλοαπογοήτευση. Σε μια χώρα με τόσους μετανάστες θα περίμενε κανείς ειδικά η ξένη κουζίνα να είναι πολύ καλύτερη. Θα πει κανείς πως πήγαμε σε λάθος εστιατόρια ή δεν ψάξαμε αρκετά. Διαφωνώ. Το φαγητό (όπως και τους ανθρώπους κλπ) μιας χώρας δεν τους κρίνεις από επιλεγμένους στόχους, αλλά από το μέσο όρο. Η Ιαπωνία παίρνει 12 διότι ακόμη και στα περίπτερά της το φαγητό δεν παίζεται. Η Ινδία παίρνει 10 διότι επί εβδομάδες έτρωγα από γιαγιούλες που μαγείρευαν στο δρόμο και έφτιαχναν φοβερά πράγματα. Στις ΗΠΑ φάγαμε δυο-τρεις φορές καλά, μόλις μία πάρα πολύ καλά (σε κυπριακό εστιατόριο στη ΝΥ), καμία εξαιρετικά και αρκετές φορές μέτρια ή χάλια. Τουλάχιστον για τόσο ακριβή χώρα το φαγητό είναι σε σχετικά λογικές τιμές, αν και τις φορές που πληρώσαμε για να φάμε γκουρμέ δεν τα άξιζε πλήρως τα λεφτά του. Μακάρι σε επόμενες επισκέψεις να βελτιωθεί ο βαθμός.
  • Μοναδικότητα: 5. Είναι μια χώρα που δεν έχει μια πολύ συγκεκριμένη ταυτότητα, διότι από τη μία αποτελεί χώρα μεταναστών –άρα δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη ταυτότητα- κι απ’ την άλλη δεν έχει την τεράστια ιστορία ή μια μοναδική κατάσταση (κλιματολογική, πολιτική, γεωγραφική, θρησκευτική) που θα την καθιστούσε ένα μοναδικό φαινόμενο. Στα μοναδικά της στοιχεία είναι η τεχνολογία και η τρελή ανάπτυξη που οδηγούν σε φαινόμενα που δε βλέπει κανείς σε τέτοιο βαθμό στον υπόλοιπο αναπτυγμένο κόσμο. Πέραν τούτου, λίγα πράγματα, αλλά υπαρκτά. (χώρα που παίρνει το 12 στην κατηγορία: Βόρειος Κορέα, ενώ δεκάρια παίρνουν χώρες όπως η Αιθιοπία, το Ιράν, η Ινδία κλπ).
  • Ποικιλία: 8. Μπόλικη ποικιλία, δεν μπορώ να πω! Ποικιλία στη φύση, στους ανθρώπους, στην αρχιτεκτονική, αλλά και μια ομοιογένεια μεγαλύτερη του αναμενόμενου για μια χώρα τόσο τεράστια. Από πλευράς αξιοθέατων που μπορεί αν δει κανείς ή δραστηριοτήτων που μπορεί να κάνει επίσης υπάρχει ποικιλία, αλλά δεν υπάρχει αρχαιολογία, ζωντανές ινδιγενείς κοινότητες κλπ, εξ’ ου και δε συγκρίνεται με το δωδεκάρι του Περού, αλλά το οκτώ το αξίζει. Για άλλη μια φορά η έλλειψη ιστορίας την καταδικάζει στο να μην πάρει το άριστα.
  • Αρχιτεκτονική: 4. Σε μεγάλο βαθμό οι ΗΠΑ είναι αρχιτεκτονικά αδιάφορες, αλλά στις πόλεις του νότου βρίσκει κανείς παλιά αξιόλογα κτίρια (π.χ οι πόλεις με τα σαλούν), το Σαν Φρανσίσκο έχει μια ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική άποψη, πόλεις όπως η Βοστώνη κι ας πούμε πως ακόμη και οι ουρανοξύστες δεν είναι τελείως αδιάφοροι. Πέραν τούτου λίγα πράγματα, αδιανόητο να συγκριθεί με χώρες που διαθέτουν πόλεις και χωριά που αποτελούν ανοικτά μουσεία, όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Κούβα, η Γαλλία, το Μεξικό κλπ. Πάντως τελείως αδιάφορη δεν είναι η χώρα, απλά δεν έχει διαμάντια.
  • Ασφάλεια: 8. Πολύς χαμός για το τίποτε, μου φαίνεται. Μια χαρά ασφαλής είναι η χώρα. Γνωρίζω πως σε πολλές μεγάλες πόλεις δε μπορεί κανείς να κινηθεί με απόλυτη ελευθερία το βράδυ, αλλά εμείς δεν αντιμετωπίσαμε συγκεκριμένο πρόβλημα. Όσο για τις νότιες πολιτείες, ουδέν πρόβλημα. Αν δεν υπήρχαν κάτι Όκλαντ, κάτι γειτονιές στο Λος Άντζελες κλπ, θα έπαιρνε και καλύτερο βαθμό, αλλά σε γενικές γραμμές δε μπορώ να διανοηθώ πως θα ακύρωνε κανείς σχέδια επίσκεψης στη χώρα για λόγους ασφαλείας. Στα συν ο πολύ σοβαρός τρόπος με τον οποίο τα ΜΜΕ της χώρας αντιμετώπισαν το θέμα της γρίπης, σε μια εποχή που τα δικά μας τσίριζαν υστερικά. Η Νέα Υόρκη –για την οποία τόσος λόγος γίνεται- προφανώς και δεν είναι η πιο ασφαλής μεγαλούπολη του κόσμου, αλλά έχει κάνει τεράστια –και δύσκολα- βήματα προς την κατεύθυνσης της ασφάλειας και με μερικές εξαιρέσεις είναι όσο ασφαλής όσο οποιαδήποτε δυτική μεγαλούπολη.
  • Αυθεντικότητα: 6. Δύσκολη κατηγορία, υπό την έννοια πως από τη μία δε μπορεί αν πει κανείς πως βλέπεις τρόπους ζωής που χάθηκαν αλλού, παραδόσεις που αντιστέκονται επί αιώνες κλπ και το επιθετικό μάρκετινγκ κάνει την παρουσία της παντού, αλλά από την άλλη η χώρα είναι σχεδόν άδεια από τουρίστες, πράγμα το οποίο ασφαλώς και είναι θετικό. Πήγαμε στην ετήσια λαοσύναξη των Ινδιάνων και δεν είδαμε σχεδόν κανένα τουρίστα, όταν μείναμε το βράδυ στο Tombstone ήμασταν μόνοι μας, στο Χάρλεμ ψάχνεις τους τουρίστες με το τουφέκι, εκπληκτικά τοπία στις νότιες πολιτείες τα απολαμβάνεις σε πλήρη ησυχία… Έχει τα καλά της αυτή η απεραντότητα και σε πολλά πράγματα δε νιώθεις πως δημιουργήθηκαν για να τα δουν οι τουρίστες (σε άλλα ναι, πάντως). Για να καταλάβει κανείς τι εννοώ με την κατηγορία (αυθεντικότητα/αντιτουριστικότητα) το δωδεκάρι πάει στην Αιθιοπία και χώρες όπως η Βολιβία, η Ινδία και το Ιράν παίρνουν 10.
  • Κόστος: 3. Θα μπορούσε να πάρει και καλύτερο βαθμό αν υπήρχε φτηνός τρόπος μετακίνησης, αλλά δυστυχώς χωρίς αμάξι δεν κάνεις δουλειά. Πολύ φτηνά καταλύματα δεν υπάρχουν, το φαγητό είναι σχετικά (αλλά όχι πολύ) ακριβό, τα ψώνια δε με αφορούν και ορισμένες είσοδοι είναι υπερβολικές (20$ για να ανέβεις σε έναν ουρανοξύστη…). Κατά τα λοιπά, η χώρα έχει γίνει πολύ φτηνότερη και προσιτότερη από παλαιότερα λόγω της πτώσης του δολλαρίου, οι εσωτερικές πτήσεις είναι πολύ οικονομικές και για κάποιον που έτσι κι αλλιώς ταξιδεύει σε ξενοδοχεία 3,4 και 5 αστέρων, για την ποιότητα που παίρνεις οι τιμές είναι όντως χαμηλές σε σύγκριση με τη δυτική Ευρώπη, αλλά πολύ φτηνές επιλογές δεν υπάρχουν κι εγώ έτσι κι αλλιώς δεν ταξιδεύω σε καταλύματα «ποιότητας» διότι θεωρώ πως μειώνουν την ποιότητα της επαφής μου με τη χώρα. Η χώρα είναι ακριβή –όπως θα περίμενε κανείς από έναν οικονομικό γίγαντα- αλλά όχι παράλογα και σίγουρα είναι πιο προσιτή από ποτέ για τους έχοντες ευρώ και πιο οικονομική από αρκετούς άλλους προορισμούς.

ΣΥΝΟΛΟ: 59. Καθόλου άσχημα, κατατάσσεται στην 22η θέση των 49 χωρών στις οποίες έχω ταξιδέψει σχετικά εκτεταμένα, αυτές που είναι μαρκαρισμένες στο χάρτη μου (οι άλλες θα σημειωθούν όταν τις ταξιδέψω εκτενέστερα, δε γίνεται με 2-3 επισκέψεις –ή μία!- των πεντε ημερών να βγάζεις και πολλά συμπεράσματα βλέποντας 2-3 πόλεις μόνο). Οι ΗΠΑ βρίσκονται λίγο πάνω από τη μέση, σημειώνοντας χαμηλή βαθμολογία στην αρχαιολογία, το κόστος και το φαγητό, και «σκίζοντας» στη φύση, τους ανθρώπους και την ποικιλία. Θεωρώ πως πρόκειται για υποβαθμισμένο προορισμό: λίγοι πάνε και αυτοί που πάνε συνήθως δεν πάνε για το μεγάλο ατού της χώρας, τη φύση (κι εμένα ακόμη που μένουν πολλά σημεία με τρομερό ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο τομέα, π.χ το Yellowstone), αλλά μένουν στα αστικά κέντρα τύπου Λ.Α, Βέγκας, ΝΥ, Βοστώνη κλπ.

Επίσης θεωρώ πως η αιτιολόγηση του να μην πάει κανείς επειδή είναι «αντι-αμερικάνος» είναι άστοχη, δε βρίσκω τι δουλειά έχουν οι αποφάσεις του Μπους με τα φαράγγια της Αριζόνα, τους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης και τους συμπαθέστατους Μορμόνους της Γιούτα. Ειδικά στην Ελλάδα έχουμε ένα βαθμό αντιαμερικανισμού τελείως αδικαιολόγητο, θα μπορούσαμε να πάρουμε παράδειγμα από τους Κουβανούς που το μόνο τους πρόβλημα είναι η κυβέρνηση των ΗΠΑ κι όχι η χώρα, οι άνθρωποι κλπ. Δε διαφωνώ πως υπάρχουν χίλιοι λόγοι να τα έχει κανείς με
τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία στον κόσμο, αλλά αφενός οι μισοί δεν ξέρουν γιατί την αντιπαθούν (αλήθεια είναι…ακόμη και τα οκτάχρονα είναι αντιαμερικάνοι στην Ελλάδα και δεν ξέρουν τι είναι η Ακτή των Χοίρων ή η απόβαση στη Νορμανδία) κι αφετέρου αν ήταν να κρίνουμε με πολιτικά κριτήρια τους προορισμούς, εγώ με το ζόρι θα πήγαινα σε 5 χώρες κι όχι στις 72 που έχω πατήσει το πόδι μου. Όπως βρίσκω πανηλίθια την απαγόρευση των ΗΠΑ στους πολίτες τους να ταξιδεύουν στην Κούβα, έτσι βρίσκω και στενόμυαλη την άρνηση να ταξιδέψει κανείς κάπου για πολιτικούς λόγους. Το ταξίδι σε κάνει να διευρύνεις ορίζοντες, να μαθαίνεις τα καλά και τα κακά της κάθε χώρας και να αναλογιστείς τι θα μπορούσες να αντιγράψεις και τι να απορρίψεις. Αλίμονο αν όσοι πηγαίνουν στην Κούβα είναι κομουνιστές, όσοι πάνε στο Θιβέτ είναι Βουδιστές κι όσοι πάνε στη Βόρειο Κορέα είναι ψυχοπαθείς (γιατί το εκεί δεν εντάσσεται σε καμία πολιτική κατηγορία…).

Θα ξαναπήγαινα; Αμέ! Ευχαρίστως. Μένουν πάρα πολλά ακόμη να δω στις ΗΠΑ. Από τα μέρη που πήγαμε μάλλον είμαι «γεμάτος», πλην της Νέας Υόρκης όπου μένουν ακόμη γειτονιές που θα ήθελα να δω (π.χ Μπρονξ), δραστηριότητες που θα ήθελα να κάνω (π.χ να πεάξω με ελικόπτερο) και θεάματα που θα ήθελαν να δω (π.χ Wednesday Talent Night στο θέατρο Apollo). Σε όλες τις πολιτείες που πήγαμε μας έμειναν πράγματα να δούμε (ειδικά στο Κολοράντο και τη Γιούτα), σε καμία περίπτωση δε θεωρώ πως τα καλύψαμε όλα. Αλλά αν ξαναπήγαινα θα πήγαινα σε άλλους προορισμούς. Προς το παρόν πάντως δε βιάζομαι να ξαναπάω.

Απογοητεύτηκα; Όχι, καθόλου. Άλλωστε δεν πήγα και με τρελές προσδοκίες. Ίσως η Νέα Υόρκη να ήταν λίγο κατώτερη των προσδοκιών, βρίσκω το όλο hype για το Μεγάλο Μήλο υπερβολικό και μάλλον μεγενθυμένο από τη…μεγάλη οθόνη, αλλά οπωσδήποτε είναι μια πόλη πολύ ενδιαφέρουσα.

Θα ζούσα εκεί; Μμμ, μάλλον όχι, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Δεν είναι στα πιθανά σενάρια προς το παρόν, υπάρχουν άλλα μέρη που βρίσκω πιο επιθυμητά όταν αφήσω την Αβάνα το Σεπτέμβριο, αλλά αν προκύψει κάτι εξαιρετικό…γιατί όχι; Ποτέ μη λες ποτέ, ειδικά όταν υπάρχει διέξοδος (αν δε μου αρέσει, φεύγω). Η χώρα χάνει λίγο σε αυτό που κερδίζει η Κούβα: mysticism. Ίσως επειδή είναι υπερβολικά εκτεθειμένη στα μάτια μας λόγω τηλεόρασης και όλα φαίνονται γνωστά και κοινά.
Πώς θα περιέγραφα τη χώρα με πέντε λέξεις; Μμμμμ, let’s see: προσιτή, πανέμορφη, οικεία (αρνητικά και θετικά), αφιλόξενη (για μη οδηγούς, τι μίσος είναι αυτό με τους μη αυτοκινητιστές; ) και ιστορικά/πολιτιστικά/αρχαιολογικά λίγο άχρωμη.

Χάιλάιτς: Σίγουρα το gospel, το απίστευτο θέαμα στο Τάος με τους Ινδιάνους και φυσικά όλα τα καταπληκτικά τοπία στις ΝΔ πολιτείες, πραγματικά αξέχαστα.

Άντε πάμε και στα πρακτικά, φτάνει το μπλα-μπλα…
Λοιπόν, ακολουθούν τα πρακτικά της όλης υπόθεσης:

  • Βίζες: Οι δύο από τους τρεις είχαμε, ο τρίτος έβγαλε σχετικά γρήγορα και χωρίς προβλήματα, αλλά δε γνωρίζω το κόστος της όλης υπόθεσης. Η δικιά μου είναι η κλασική δεκαετίας και είναι για πολλαπλές εισόδους.
  • Πτήσεις: Οι δύο που ήρθαν από την Ελλάδα πέταξαν με τη British από το Λονδίνο κι αυτό διότι έτσι ήθελαν, παρότι υπήρχαν και φτηνότερες επιλογές. Εγώ πήγα στις ΗΠΑ από την Κούβα μέσω Μεξικού με έναν απίθανο συνδυασμό πτήσεων κι εταιρειών χάρη στους πανηλίθιους νόμους περί εμπάργκο και τα ρέστα, ώστε να μη φαίνεται από πού ήρθα. Η επιστροφή ήταν απευθείας από Νέα Υόρκη προς Αθήνα με την Ολυμπιακή. Πάμφθηνη η εσωτερική πτήση από Φοίνιξ για Νέα Υόρκη.
  • Εσωτερικές μεταφορές: Δυστυχώς χωρίς αυτοκίνητο δε γίνεται να κάνεις και πολλά στις ΗΠΑ. Και λέω δυστυχώς διότι όσο πιο πολύ χρησιμοποιείς δικό σου όχημα, τόσο λιγότερη επαφή έχεις με το ντόπιο πληθυσμό. Η ενοικίαση αυτοκινήτου παραδόξως μας ήρθε πολύ φτηνότερα κλείνοντας με το ελληνικό υποκατάστημα μεγάλης διεθνούς εταιρείας ενοικίασης αυτοκινήτων παρά αν χρησιμοποιούσαμε το αμερικάνικο branch της. Η διαφορά ήταν γύρω στο 40%! Δε θυμάμαι πόσο μας κόστισε ακριβώς η ενοικίαση αυτοκινήτου, αλλά ήταν λιγότερο από 50 ευρώ ημερησίως, παρότι οι μπέμπηδες αποφάσισαν ερήμην μου να κάνουν upgrade, να πάρουν πλήρη ασφάλιση κλπ. Υπήρχαν και πολύ φτηνότερες επιλογές, ειδικά με sites όπου κάνεις πλειστηριασμό. Το ξεσκίσαμε, μιλάμε για απίστευτα χιλιόμετρα κάθε μέρα, οπότε τα έβγαλε τα λεφτά του το αμαξάκι. Από Νέα Υόρκη για DC και τούμπαλιν πήραμε τα πάμφθηνα Chinatown buses
  • Κόστος: Συνολικά μου ήρθε κάτι λιγότερο από 2500 ευρώ, συνυπολογίζοντας όλα τα έξοδα εκεί, το κόστος μετάβασης στις ΗΠΑ, τα ψώνια, ακόμη και τα 55 ευρώ για την πλήρη ταξιδιωτική ασφάλεια την οποία έκανα για να καθησυχάσω τους άλλους για την ανύπαρκτη γρίπη. Με δεδομένο ότι το ευρώ έχει ανέβει κι άλλο από τότε, το κόστος θα ήταν περίπου 15% χαμηλότερο αν κάναμε το ίδιο ταξίδι σήμερα. Να σημειωθεί πως δεν κάναμε ιδιαίτερη οικονομία, μάλλον το αντίθετο: μείναμε σε μέρη που μόνος μου δε θα πλήρωνα ποτέ (π.χ τετράστερα, πεντάστερο στο Βέγκας, ράντσο με 300$ το τρίκλινο), το αμάξι μας δεν ήταν σε καμία περίπτωση η φτηνότερη επιλογή και θα μπορούσαμε να είχαμε μείνει σε αρκετά φτηνότερα καταλύματα (αν και η διαφορά ανάμεσα σε ακριβό και φτηνό ξενοδοχείο στις ΗΠΑ δεν είναι και τρομερή, με ελάχιστα δολάρια παραπάνω μπορείς να μείνεις σε πολύ υψηλότερης κατηγορίας κατάλυμα).
  • Συνάλλαγμα: Από τα ΑΤΜ, όπως σχεδόν πάντα. Φτηνά κι εύκολα.
  • Προγραμματισμός: Αρκετός, για τα δικά μου δεδομένα ασυνήθιστα πολύς. Με δεδομένο πως επρόκειτο για ακριβό προορισμό ήταν απαραίτητη αρκετή μελέτη. Καταρχήν έπρεπε όλο το ταξίδι να προγραμματιστεί ώστε να πέσουμε πάνω στη γιορτή των Ινδιάνων, η οποία ήταν 9 μέρες μετά την άφιξη. Έπειτα σε ορισμένα μέρη συμφέρει κανείς να προγραμματίσει ποια ημέρα της εβδομάδας θα βρίσκεται είτε για να πετύχει ειδικές δραστηριότητες (π.χ κυριακάτικο gospel στο Harlem) είτε για να αποφύγει τα πλήθη, είτε γιατί σε συγκεκριμένες μέρες είναι φτηνότερα (π.χ η διαμονή στο μεγαλύτερο ξενοδοχείο του κόσμου στο Βέγκας είναι 70% φτηνότερη τη Δευτέρα από ό,τι το Σαββατοκύριακο). Ακόμη και κατά τη διάρκεια της ημέρας το timing παίζει μεγάλο ρόλο, π.χ το White Sands κατά τη δύση του ηλίου είναι άλλο πράγμα, το Grand Canyon παρότι πέσαμε στο τριήμερο εθνικής εορτής ήταν τελείως άδειο από την ανατολική πλευρά επειδή πήγαμε αργά το απόγευμα, το στριπτηζάδικο στη Νέα Υόρκη έχει δωρεάν είσοδο τις Κυριακές, τα μνημεία στην Ουάσιγκτον είναι πολύ πιο ελεύθερα από κόσμο τις καθημερινές και πάει λέγοντας. Για τόσο σχεδιασμό που χρειαζόταν, η εκτέλεση πήγε εξωφρενικά καλά. Φυσικά βγήκαμε εκτός σχεδιασμού αρκετές φορές, διότι κάπου θέλαμε να ξεκουραστούμε, κάτι μας άρεσε περισσότερο, κάπου αυτοσχεδιάσαμε, αλλά τελικώς κάναμε όλα όσα θέλαμε κι ακόμη περισσότερα (π.χ. επίσκεψη στο σημείο εκτόξευσης πυρηνικών κεφαλών!). Αλλά ναι, θέλει προγραμματισμό. Για τα καταλύματα, τα κλείναμε τελευταία στιγμή (το προηγούμενο βράδυ) μέσω internet, αφού παρότι είχαμε συγκεκριμένη διαδρομή, δεν την τηρήσαμε επακριβώς και δε θέλαμε να περιοριζόμαστε.
  • Θετικές εκπλήξεις: Παρότι για τη φύση πήγαμε, τολμώ να πω πως ήταν υπεράνω προσδοκιών. Ειδικά το Zion και το Bryce ήταν αναπάντεχα εντυπωσιακά, το καταπληκτικό Monument Valley δεν είχε ψυχή και το απολαύσαμε, οι Ινδιάνοι ήταν αποκάλυψη και το Χάρλεμ παρότι μας προέκυψε στο άσχετο ήταν από τα κλου του ταξιδιού. Για μένα ήταν θετική έκπληξη πως τα παιδιά δε χόρταιναν να οδηγούν, περίμενα πως κάποια στιγμή θα τα έπαιζαν με τόσες χιλιάδες (κυριολεκτικά) χιλιόμετρα αλλά πιο πολύ τσακώνονταν για το ποιος θα οδηγήσει παρά για οτιδήποτε άλλο. Το ότι και το τελευταίο μοτέλ είχε δωρεάν wi-fi κάνει το όλο ταξίδι απίστευτα πιο εύκολο. Για τους Αμερικανούς τα είπαμε και πιο πάνω, οι άνθρβποι είανι από τα ατού της χώρας και μπράβο τους, έχουμε πολλά να μάθουμε από αυτούς σε πολλούς τομείς.
  • Αρνητικές εκπλήξεις: Το φιάσκο με την απάτη του bookinhotels δεν είχε και πολύ πλάκα αρχικά, αλλά τα λεφτά μας τα πήραμε πίσω σχετικά έγκαιρα, οπότε ούτε γάτα ούτε ζημιά. Μάλλον αξίζει ένα ευχαριστώ στους Τούρκους ιδιοκτήτες του σάιτ διότι χάρη σε αυτούς μείναμε στο cult hostel στο απίθανο Harlem. Δε θυμάμαι κάτι που να μη μας άρεσε, που να μας χάλασε τη διάθεση ή να μας απογοήτευσε. Παρότι τα τελευταία τρία χρόνια κάποιος με έχει μουντζώσει και μου συμβαίνουν αρκετά τραγελαφικά σε ταξίδια (ένοπλη ληστεία, σοβαρότατο πρόβλημα υγείας και δολοφόνοι γιατροί, δύο σοβαροί τραυματισμοί με τον έναν να απαιτεί εγχείρηση κλπ) το συγκεκριμένο ταξίδι ήταν πραγματικά άψογο. Είχα πολύ λιγότερη επαφή με τους ντόπιους σε σχέση με το προηγούμενο ταξίδι στην Καλιφόρνια αλλά αυτό έχει να κάνει και με τη διαφορετική φύση του ταξιδιού (εκείνο ήταν ολίγον πιο… εμ… κάπως).
  • Συμβουλές: Λόγω των πολλών χιλιομέτρων είναι απαραίτητο να υπάρχουν τουλάχιστον δύο οδηγοί. Το ότι ήμασταν τρία άτομα εμπλούτισε το ταξίδι, όταν περνάς τόσες ώρες στο αμάξι, όσο απίστευτα κι αν είναι τα τοπία, αν είσαι μόνο με άλλο ένα άτομο α έρθει αναπόφευκτα και η πλήξη. Τρεις ήταν ιδανικός αριθμός και το ότι γνωριζόμαστε εδώ και 20 χρόνια σαφώς και ήταν σημαντικός παράγοντας ώστε το ταξίδι να είναι από τα κορυφαία, με τέτοια παρέα ακόμη και στο Μπαχρέιν θα περνούσα καλά. Επίσης, τα τρίκλινα δωμάτια κοστίζουν όσο τα δίκλινα συν μια επιβάρυνση της τάξης των –μόλις- 10 δολαρίων, οπότε και οικονομικώς ο αριθμός 3 είναι σαφώς προτιμότερος του 2 ή του 4.
  • Τι θα άλλαζα: Μάλλον τίποτε. Ίσως ο Νιαγάρας να είναι πιο εντυπωσιακός από την Ουάσιγκτον, αλλά και γι’ αυτό αμφιβάλλω, έχω δει πολλούς καταρράκτες. Όταν τον δω θα αποφανθώ.
  • Βοηθήματα: Πολύ καλό το LP για τις νοτιοδυτικές πολιτείες, παρότι διαφωνούμε σε πολλά με το συγγραφέα (π.χ. στο ποιες διαδρομές αξίζουν τον κόπο και ποιες όχι), ήταν ενημερωμένο, ωραία κατανεμημένο και κάπως ψαγμένο (ε, πολύ ψαγμένο δε γίνεται, για LP μιλάμε). Για το LP της ΝΥ ισχύουν μάλλον τα ακριβώς αντίθετα, αλλά αυτό έχει να κάνει και με το φόρματ των LP πόλεων, που είναι ελαφρώς χαοτικό.Ένα μεγάλο respect κι ευχαριστώ στο συμφορουμίτη taver που με 2-3 προσωπικά μηνύματα on the spot με βοήθησε να βάλω σε μια τάξη τις πέντε μέρες στο Μεγάλο Μήλο: φοβερά οργανωμένες συμβουλές που με βοήθησαν πολύ περισσότερο από το LP κι αξιοθαύμαστο το πόσο χρόνο αφιέρωσε σε έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζει ούτε καν φατσικά. Σε ευχαριστώ και δημόσια, φίλε.Πήρα και το NY NTF (Not for Tourists) του οποίου οι χάρτες ήταν κατατοπιστικότατοι και το ότι χωράει και στην κωλότσεπη είναι μεγάλο συν… αλλά μέχρι εκεί. Το κείμενο είναι με γράμματα ευδιάκριτα μόνο σε ωρολογοποιούς και το όλο φόρματ και οι πληροφορίες κάνουν για Χρυσό Οδηγό και για τίποτε άλλο. Taver και πάλι taver…

Τέλος, να πω άλλη μια φορά πως εκπλήσσομαι που το όλο thread θα ξεπεράσει τις 6.000 επισκέψεις. Προσωπικά αδυνατώ να διαβάσω ταξιδιωτικές ιστορίες τόσο εκτενείς και κάπου χάνω το ενδιαφέρον, ειλικρινά απορώ που τόσοι άνθρωποι αφιέρωσαν τόσο χρόνο να διαβάσουν τέτοια κατεβατά, με τιμά ιδιαιτέρως και ευχαριστώ τους πάντες.

Καλά ταξίδια σε όλους.

View attachment 3491
Πάντα απολαυστικός ο Γιώργος Αξ. Στις ταξιδιωτικές του περιπέτειες!! Και τα γράφεις πολυ σωστα και με χιούμορ.....
 

Εκπομπές Travelstories

Τελευταίες δημοσιεύσεις

Booking.com

Στατιστικά φόρουμ

Θέματα
34.356
Μηνύματα
945.465
Μέλη
40.005
Νεότερο μέλος
moon_child

Κοινοποιήστε αυτή τη σελίδα

Top Bottom