travelbreak
Member
- Μηνύματα
- 2.089
- Likes
- 18.807
- Επόμενο Ταξίδι
- ???
- Ταξίδι-Όνειρο
- Υπερσιβηρικός
Περιεχόμενα
- Κεφάλαιο 1
- Οι δυσκολίες για την έκδοση βίζας
- Καλημέρα από Βαγδάτη. Πρώτες εντυπώσεις
- Τα μέρη που επισκεφτήκαμε στη Βαγδάτη
- Η πρώτη επαφή με τους αρχαιότερους πολιτισμούς
- Βαβυλώνα
- Στις ιερές πόλεις των σιιτών, σήμερα στην Καρμπάλα
- Videos
- Πρωινή Καρμπάλα και μετά η άλλη ιερή πόλη, Νατζάφ
- Στην αρχαία πόλη Ουρούκ
- Στην αρχαία Ουρ
- Στα έλη Chibaysh Marshes - Βασόρα
- Videos (II)
- Η Βασόρα
- Al Moosawi Grand Mosque
- Από τη Βασόρα στη Βαγδάτη κ βόλτες
- Βαγδάτη: σε κοντινούς προορισμούς
- Πηγαίνοντας στη Μοσούλη. Samara και Ashur
- Videos (III)
- Πηγαίνοντας στη Μοσούλη - Hatra
- Μοσούλη: Νινευή και παλιά πόλη
- Μοσούλη: αρχαιότητες Calah και βραδινή βόλτα
- Μοναστήρι Chaldean και σε χώρο λατρείας των Γιαζίντι
- Βόλτα στην μικρή πόλη Αμέντι και στο Ντόχουκ
- Πάρκο Azadi και Akre
- Ερμπίλ
- Κιρκούκ
- Σουλεϊμανίγια
- Κι όμως το Ιράκ έχει φαράγγια και καταρράκτες!
- Επιστροφή, συμπεράσματα και έξοδα
- Videos (IV)
Στα έλη Chibaysh Marshes. Βασόρα.
Μετά μπήκαμε ξανά στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε για να πάμε στα έλη με το όνομα Chibaysh Marshes. Δεν θα περίμενες ποτέ να δεις έλη τόσο μέσα στο εσωτερικό του Ιράκ. Όμως υπήρχαν γιατί πριν μερικές χιλιάδες χρόνια η θάλασσα έφτανε μέχρι τη Βασόρα και ακόμα πιο μέσα στη χώρα. Έτσι με τις προσχώσεις, όπως υποθέτω εγώ δηλαδή, η θάλασσα έγινε μία πεδιάδα με έλη σε μεγάλο μέρος της. Πολύ πριν φτάσουμε στο σημείο που κάναμε τη βαρκάδα βλέπαμε αυτά τα έλη και στις δύο πλευρές του δρόμου. Γενικά καταλάβαμε ότι η περιοχή είχε πολλά υπόγεια νερά. Επίσης πουθενά στη χώρα δεν είδαμε να κάνουν οικονομία νερού.
Στην αρχή της ημέρας ο Αχμέτ μας είχε προετοιμάσει ότι έπρεπε να αποφασίσουμε από νωρίς για το αν θα κάνουμε την βαρκάδα και αν θα τρώγαμε ψάρια ψημένα στα κάρβουνα. Μάλλον δεν ήταν ψημένα στα κάρβουνα. Αυτός είπε ότι ανάβουν μία φωτιά και τα κάνουν σαν τα οφτά ή αντικρυστά που είχαμε στην Ελλάδα. Τα είχαμε δει και στην Βαγδάτη. Γενικά δεν ήταν πολύ ακριβό το κόστος για όλα αυτά αφού ήθελε περίπου 120.000 (80 ευρώ) δηνάρια από όλους και για τη βαρκάδα και για το φαγητό. Αν δεν τρώγαμε θα έπρεπε να δώσουμε μόνο 90.000 δηνάρια. Εμείς αποφασίσαμε και είπαμε ότι θα τα δώσουμε όλα γιατί θέλαμε να δοκιμάσουμε και το ψάρι. Η Ντίνα φυσικά δεν θα το ακουμπούσε αλλά θα μας έβλεπε από δίπλα.
Έτσι φτάσαμε σε ένα σημείο που έβλεπες ότι ήτανε ελώδες και είχε ένα μεγάλο, ας το πούμε, κανάλι και από κει ξεκινούσαν οι βάρκες. Μπήκαμε σε κάθε βάρκα 2 άτομα και κάναμε μία βόλτα που κράτησε μία ώρα. Είχε ενδιαφέρον αλλά δεν ήταν και κάτι τρομερό. Αλλά για 20 δολάρια το άτομο δεν θα έπρεπε να το χάσουμε. Η βάρκα πήγαινε γρήγορα με μηχανή και εμείς βλέπαμε δεξιά και αριστερά τα σπίτια των ντόπιων που ήταν φτιαγμένα με τα λεγόμενα reeds (λεπτά καλάμια). Αυτά ήταν κάτι σαν εύκαμπτα καλάμια που οι δικοί μας στην Ελλάδα παλιότερα έφτιαχναν καρέκλες. Ήταν πολύ όμορφα με τις παραδοσιακές καλύβες σχεδόν μέσα στο νερό. Όταν φτάσαμε, πριν ξεκινήσουμε τη βαρκάδα, είδαμε το χώρο που θα τρώγαμε τα ψάρια.
Το θέμα ήταν ότι μία ώρα μετά, έχοντας γυρίσει από τη βαρκάδα, είχε έρθει ένα group με διάφορους Αμερικάνους και άλλα τέτοια άτομα, οι οποίοι ετοιμάζονταν να μπουν μέσα στο χώρο που εμείς θα τρώγαμε. Πράγματι μετά από λίγο αυτοί μπήκαν και εμείς καθίσαμε να τους περιμένουμε να φύγουν για να μπούμε μέσα. Φυσικά προτίμησαν οι οικοδεσπότες να εξυπηρετήσουν είκοσι άτομα αντί για τέσσερις όπως εμείς. Αποφασίσαμε να παραπονεθούμε στον Αχμέτ και να του πούμε εάν δεν βρει ένα χώρο να κάτσουμε να φάμε εκείνη την ώρα θα έπρεπε να φύγουμε αντί να περιμένουμε. Έτσι τελικά μας υπέδειξαν και καθίσαμε σε ένα από αυτά τα σπιτάκια και μας έφεραν ένα πλούσιο φαγητό αλλά άντε να το φας και με φόβο ότι οι μύγες θα έκαναν βόλτες εκεί που το είχαν. Βέβαια το ψάρι ήταν καυτό που σημαίνει ότι μάλλον δεν θα τολμούσαν οι μύγες να το ακουμπήσουν. Τελικά δοκιμάσαμε απ’ όλα που υπήρχαν στους δίσκους μας.
Η Ντίνα δε μπήκε καθόλου μέσα σε αυτό το χώρο αλλά καθόταν απ’ έξω και μας κοίταζε. Εγώ έπεσα με τα μούτρα στο καρπούζι το οποίο ήταν καταπληκτικό. Μετά έφαγα περίπου το μισό ψάρι και το υπόλοιπο το άφησα. Όμως το καρπούζι που ήταν για μένα και για τη Ντίνα το έφαγα όλο. Μετά σηκώθηκα και φώναξε κάτι παιδάκια που ήταν εκεί και τους είπα αν θέλουν να φάνε οτιδήποτε από αυτά που έμειναν. Δεν ξέρω αν ήταν πεινασμένα αλλά έφαγαν σχεδόν ό,τι υπήρχε εκεί. Το πρόβλημα με το ψάρι για μένα ήταν ότι δεν ήταν καλά ψημένο αλλά ήταν πολύ νόστιμο, διότι φυσικά ήταν γεμάτο αλάτι.
Επόμενος προορισμός ήταν να δούμε τη συμβολή του Τίγρη και του Ευφράτη που γίνονται ένα ποτάμι στην πόλη al-Qurna. Το ποτάμι αυτό από κει και κάτω ονομάζεται Shatt al-Arab. Να πούμε όμως ότι εκεί οι γέφυρες για τα οχήματα ήταν πολύ χαμηλές, που σημαίνει ότι μόνο πολύ μικρές βάρκες μπορούν να περάσουν από κάτω. Το μέρος είχε αρκετό ενδιαφέρον.
Εκεί κοντά ήταν και ένα πάρκο στο οποίο βρίσκεται το λεγόμενο δέντρο του Αδάμ. Ήταν ένα ξερό δέντρο που είχε μόνο τα ξερά του κλαδιά επάνω. Τριγύρω όμως είχε αλλά ζωντανά δέντρα. Εκεί υπήρχαν κάμποσοι άνθρωποι οι οποίοι ζητούσαν να μας βγάλουν φωτογραφίες και να βγουν και εκείνοι μαζί μας.
Όταν τελειώσαμε και αυτή τη βόλτα είχαμε πλησιάσει στο τέλος της ημέρας του ταξιδιού μας. Γι’ αυτό φύγαμε με κατεύθυνση το ξενοδοχείο μας που ήταν στη Βασόρα. Δυστυχώς καθυστερήσαμε πάνω από μισή ώρα γιατί περάσαμε όλο το κέντρο της πόλης, αλλά φτάσαμε σε ένα πολύ όμορφο ξενοδοχείο. Ήταν πολύ κοντά στον ποταμό Τας-αλ Αράμπ, που αυτοί εδώ το λένε κοντά στην παραλία. Μάλλον από τη Βασόρα και κάτω τελειώνουν οι χαμηλές γέφυρες γιατί τα πλοία που μπορούν να φτάσουν μέχρι την πόλη είδαμε ότι ήταν σχετικά μεγάλα.
Αφήσαμε τα πράγματα μας στα δωμάτια ενώ ο οδηγός και ο ξεναγός μας έφυγαν, δεν ξέρουμε για πού. Εμείς στις 7 βγήκαμε να κάνουμε μία βόλτα στην πόλη. Βέβαια η πόλη ήταν τεράστια και η βόλτα που μπορείς να κάνεις ήταν ελάχιστη. Αύριο θα την εξερευνήσουμε με τους δύο μάγκες που μας συνοδεύουν. Για σήμερα περπατήσαμε μόνο μία ώρα περίπου κοντά στην παραλία-ποτάμι.
Η διαδρομή μας σήμερα φαίνεται στον επόμενο χάρτη. Αυτά που φαίνονται σαν λίμνες ήταν στην ουσία τα έλη. Ο Αχμέτ μας είπε ότι κάποτε τα είχε αποξηράνει ο Σαντάμ για να μην κρύβονται εκεί οι αντίπαλοί του. Μετά όμως άφησαν τα νερά των ποταμών να ξαναέρθουν στα μέρη αυτά.
Μετά μπήκαμε ξανά στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε για να πάμε στα έλη με το όνομα Chibaysh Marshes. Δεν θα περίμενες ποτέ να δεις έλη τόσο μέσα στο εσωτερικό του Ιράκ. Όμως υπήρχαν γιατί πριν μερικές χιλιάδες χρόνια η θάλασσα έφτανε μέχρι τη Βασόρα και ακόμα πιο μέσα στη χώρα. Έτσι με τις προσχώσεις, όπως υποθέτω εγώ δηλαδή, η θάλασσα έγινε μία πεδιάδα με έλη σε μεγάλο μέρος της. Πολύ πριν φτάσουμε στο σημείο που κάναμε τη βαρκάδα βλέπαμε αυτά τα έλη και στις δύο πλευρές του δρόμου. Γενικά καταλάβαμε ότι η περιοχή είχε πολλά υπόγεια νερά. Επίσης πουθενά στη χώρα δεν είδαμε να κάνουν οικονομία νερού.
Στην αρχή της ημέρας ο Αχμέτ μας είχε προετοιμάσει ότι έπρεπε να αποφασίσουμε από νωρίς για το αν θα κάνουμε την βαρκάδα και αν θα τρώγαμε ψάρια ψημένα στα κάρβουνα. Μάλλον δεν ήταν ψημένα στα κάρβουνα. Αυτός είπε ότι ανάβουν μία φωτιά και τα κάνουν σαν τα οφτά ή αντικρυστά που είχαμε στην Ελλάδα. Τα είχαμε δει και στην Βαγδάτη. Γενικά δεν ήταν πολύ ακριβό το κόστος για όλα αυτά αφού ήθελε περίπου 120.000 (80 ευρώ) δηνάρια από όλους και για τη βαρκάδα και για το φαγητό. Αν δεν τρώγαμε θα έπρεπε να δώσουμε μόνο 90.000 δηνάρια. Εμείς αποφασίσαμε και είπαμε ότι θα τα δώσουμε όλα γιατί θέλαμε να δοκιμάσουμε και το ψάρι. Η Ντίνα φυσικά δεν θα το ακουμπούσε αλλά θα μας έβλεπε από δίπλα.
Έτσι φτάσαμε σε ένα σημείο που έβλεπες ότι ήτανε ελώδες και είχε ένα μεγάλο, ας το πούμε, κανάλι και από κει ξεκινούσαν οι βάρκες. Μπήκαμε σε κάθε βάρκα 2 άτομα και κάναμε μία βόλτα που κράτησε μία ώρα. Είχε ενδιαφέρον αλλά δεν ήταν και κάτι τρομερό. Αλλά για 20 δολάρια το άτομο δεν θα έπρεπε να το χάσουμε. Η βάρκα πήγαινε γρήγορα με μηχανή και εμείς βλέπαμε δεξιά και αριστερά τα σπίτια των ντόπιων που ήταν φτιαγμένα με τα λεγόμενα reeds (λεπτά καλάμια). Αυτά ήταν κάτι σαν εύκαμπτα καλάμια που οι δικοί μας στην Ελλάδα παλιότερα έφτιαχναν καρέκλες. Ήταν πολύ όμορφα με τις παραδοσιακές καλύβες σχεδόν μέσα στο νερό. Όταν φτάσαμε, πριν ξεκινήσουμε τη βαρκάδα, είδαμε το χώρο που θα τρώγαμε τα ψάρια.
Το θέμα ήταν ότι μία ώρα μετά, έχοντας γυρίσει από τη βαρκάδα, είχε έρθει ένα group με διάφορους Αμερικάνους και άλλα τέτοια άτομα, οι οποίοι ετοιμάζονταν να μπουν μέσα στο χώρο που εμείς θα τρώγαμε. Πράγματι μετά από λίγο αυτοί μπήκαν και εμείς καθίσαμε να τους περιμένουμε να φύγουν για να μπούμε μέσα. Φυσικά προτίμησαν οι οικοδεσπότες να εξυπηρετήσουν είκοσι άτομα αντί για τέσσερις όπως εμείς. Αποφασίσαμε να παραπονεθούμε στον Αχμέτ και να του πούμε εάν δεν βρει ένα χώρο να κάτσουμε να φάμε εκείνη την ώρα θα έπρεπε να φύγουμε αντί να περιμένουμε. Έτσι τελικά μας υπέδειξαν και καθίσαμε σε ένα από αυτά τα σπιτάκια και μας έφεραν ένα πλούσιο φαγητό αλλά άντε να το φας και με φόβο ότι οι μύγες θα έκαναν βόλτες εκεί που το είχαν. Βέβαια το ψάρι ήταν καυτό που σημαίνει ότι μάλλον δεν θα τολμούσαν οι μύγες να το ακουμπήσουν. Τελικά δοκιμάσαμε απ’ όλα που υπήρχαν στους δίσκους μας.
Η Ντίνα δε μπήκε καθόλου μέσα σε αυτό το χώρο αλλά καθόταν απ’ έξω και μας κοίταζε. Εγώ έπεσα με τα μούτρα στο καρπούζι το οποίο ήταν καταπληκτικό. Μετά έφαγα περίπου το μισό ψάρι και το υπόλοιπο το άφησα. Όμως το καρπούζι που ήταν για μένα και για τη Ντίνα το έφαγα όλο. Μετά σηκώθηκα και φώναξε κάτι παιδάκια που ήταν εκεί και τους είπα αν θέλουν να φάνε οτιδήποτε από αυτά που έμειναν. Δεν ξέρω αν ήταν πεινασμένα αλλά έφαγαν σχεδόν ό,τι υπήρχε εκεί. Το πρόβλημα με το ψάρι για μένα ήταν ότι δεν ήταν καλά ψημένο αλλά ήταν πολύ νόστιμο, διότι φυσικά ήταν γεμάτο αλάτι.
Επόμενος προορισμός ήταν να δούμε τη συμβολή του Τίγρη και του Ευφράτη που γίνονται ένα ποτάμι στην πόλη al-Qurna. Το ποτάμι αυτό από κει και κάτω ονομάζεται Shatt al-Arab. Να πούμε όμως ότι εκεί οι γέφυρες για τα οχήματα ήταν πολύ χαμηλές, που σημαίνει ότι μόνο πολύ μικρές βάρκες μπορούν να περάσουν από κάτω. Το μέρος είχε αρκετό ενδιαφέρον.
Εκεί κοντά ήταν και ένα πάρκο στο οποίο βρίσκεται το λεγόμενο δέντρο του Αδάμ. Ήταν ένα ξερό δέντρο που είχε μόνο τα ξερά του κλαδιά επάνω. Τριγύρω όμως είχε αλλά ζωντανά δέντρα. Εκεί υπήρχαν κάμποσοι άνθρωποι οι οποίοι ζητούσαν να μας βγάλουν φωτογραφίες και να βγουν και εκείνοι μαζί μας.
Όταν τελειώσαμε και αυτή τη βόλτα είχαμε πλησιάσει στο τέλος της ημέρας του ταξιδιού μας. Γι’ αυτό φύγαμε με κατεύθυνση το ξενοδοχείο μας που ήταν στη Βασόρα. Δυστυχώς καθυστερήσαμε πάνω από μισή ώρα γιατί περάσαμε όλο το κέντρο της πόλης, αλλά φτάσαμε σε ένα πολύ όμορφο ξενοδοχείο. Ήταν πολύ κοντά στον ποταμό Τας-αλ Αράμπ, που αυτοί εδώ το λένε κοντά στην παραλία. Μάλλον από τη Βασόρα και κάτω τελειώνουν οι χαμηλές γέφυρες γιατί τα πλοία που μπορούν να φτάσουν μέχρι την πόλη είδαμε ότι ήταν σχετικά μεγάλα.
Αφήσαμε τα πράγματα μας στα δωμάτια ενώ ο οδηγός και ο ξεναγός μας έφυγαν, δεν ξέρουμε για πού. Εμείς στις 7 βγήκαμε να κάνουμε μία βόλτα στην πόλη. Βέβαια η πόλη ήταν τεράστια και η βόλτα που μπορείς να κάνεις ήταν ελάχιστη. Αύριο θα την εξερευνήσουμε με τους δύο μάγκες που μας συνοδεύουν. Για σήμερα περπατήσαμε μόνο μία ώρα περίπου κοντά στην παραλία-ποτάμι.
Η διαδρομή μας σήμερα φαίνεται στον επόμενο χάρτη. Αυτά που φαίνονται σαν λίμνες ήταν στην ουσία τα έλη. Ο Αχμέτ μας είπε ότι κάποτε τα είχε αποξηράνει ο Σαντάμ για να μην κρύβονται εκεί οι αντίπαλοί του. Μετά όμως άφησαν τα νερά των ποταμών να ξαναέρθουν στα μέρη αυτά.
Last edited by a moderator:
