Βιετνάμ Ταϊλάνδη Μια κορώνα για την τύχη μου

Παρίσακτος

Member
Συγγραφέας
Μηνύματα
280
Likes
3.213
Koh Chang – ο γίγαντας του Τρατ

Το καράβι δεν κουνούσε πολύ, αλλά το αξιοθέατο ήταν ένας ναύτης που σε μια άλλη ζωή θα ήταν πειρατής, με σώμα καλυμμένο από τατουάζ, μακριά μαλλιά και μια ζώνη από ξύλινους φαλλούς, σε διάφορα μεγέθη και σχήματα, τη χρήση των οποίων δεν έμαθα και θα πεθάνω με την απορία.
a1.jpg

Πήρα ταξί και κατέβηκα σε ένα χόστελ που είχα μπανίσει από το booking. Δεν είχα κάνει κράτηση, αλλά είχε διαθεσιμότητα. Ρώτησα πόσο έχει τη βραδιά, 350 μου απαντάνε.
«Μα στο booking το έχει στα 300». Συνήθως το ανάποδο συμβαίνει.
«Ε τότε κλείστε από το booking».
Ε, αυτό έκανα.

Εκείνο το πρώτο απόγευμα συμπεριλάμβανε μια απλή βόλτα στην κοντινότερη παραλία, τη Lonely Beach, που θεωρείται από τις πιο ωραίες παραλίες του νησιού και μάλλον η δημοφιλέστερη.
a2.jpg

Το βράδυ γνώρισα στο χόστελ την Τζ., μια Φινλανδή αεροσυνοδό με δύο διαβατήρια φινλανδικά, τον Ζ. έναν Άγγλο πάρτι άνιμαλ και τη Ρ., μια Ολλανδή δασκάλα. Με την τελευταία πήγαμε σ’ ένα μπαρ στην παραλία, όπου υπήρχε το –καθιερωμένο απ’ ό,τι κατάλαβα- σόου με φωτιές στην παραλία.
a3.jpg

Η βραδιά συνεχίστηκε σε ένα ψυχεδελικό μπαρ, τόσο ως προς τη μουσική όσο κι ως προς τη διακόσμηση, ονόματι Ex Bar. Δεν καθίσαμε πολύ.

Το επόμενο πρωί, μετά από δυο φέτες ψωμί με μαρμελάδα για πρωινό πήγα να νοικιάζω μηχανάκι για να εξερευνήσω το νησί. Δίπλα από το χόστελ υπήρχαν επιλογές, οπότε πήγα στην πρώτη διαθέσιμη.

Μου λέει τιμή για τη μέρα (200 μπατ), τους κανόνες ενοικίασης, ένας εκ των οποίων ότι το μηχανάκι το παραλαμβάνω γεμάτο κι έτσι πρέπει να το παραδώσω (full to full, πράγμα πρωτάκουστο σ’ αυτό το ταξίδι που πάντα το παραλάμβανα άδειο), υπογράφω το έγγραφο, μου ζητάει διαβατήριο, της δίνω το παλιό μου.

Γενικά, τις πρώτες μου μέρες έδινα το προσωρινό διαβατήριο (που είχε και τη βίζα για την Ταϊλάνδη), αλλά κανείς δεν το αναγνώριζε κι όποτε του έδειχνα το ακυρωμένο μου, τους ήταν αρκετό, χωρίς αναστολές το δέχονταν.

Ε η συγκεκριμένη δεν ήταν τυχαία: το πήρε στα χέρια της, άρχισε να το ξεφυλλίζει, να το μελετάει, να ψάχνει τη visa.
“Από Ελλάδα έρχομαι, δεν χρειαζόμαστε βίζα», που τεχνικά δεν είναι ψέμα, αλλά ούτε κι ακριβώς αλήθεια στην περίπτωσή μου.

Κι έπειτα μου δείχνει τη βιετναμέζικη βίζα, που δεν έχει σφραγίδα εξόδου. Έπεσα σε ψυλλιασμένη.
«Διαβατήριο με σφραγίδα, καα…» να μου λέει με την Ταϊλανδέζικη προφορά της.

Της εξηγώ ότι είναι ένα απλό έγγραφο Α4, δεν είναι σαν αυτό, αλλά εκείνη ανένδοτη, θέλει το διαβατήριο με τη visa. Εγώ αρχίζω και φορτώνω στην ιδέα ότι με βάζει να πηγαίνω να το φέρνω τσάμπα, αλλά προφανώς το κάνω, γιατί ήδη είχα υπογράψει και δεν ήθελα να συνεχίζω το ψάξιμο.

Της το φέρνω, όντας σίγουρος ότι δεν θα το δεχτεί, γιατί σιγά μην ξέρει τι είναι προσωρινό διαβατήριο από την ελληνική πρεσβεία.
«Να, ορίστε, διαβατήριο με σφραγίδα», λέω χαμογελαστός.
«No, passport», επιμένει αυτή.
«Ναι, αυτό είναι το διαβατήριο μου», λέω με το ύφος που παίρνουμε όταν μιλάμε σε κάποιον που θεωρούμε ηλίθιο, μιλώντας αργά και καθαρά ενώ η υπομονή σιγά σιγά εξαντλείται, «το άλλο έχει ακυρωθεί, αλλά αυτό και τη visa (για την οποία με πρήξατε)».
«No, passport», επαναλαμβάνει αυτή και μου δείχνει πώς είναι κανονικά τα διαβατήρια, λες κι είμαι χαζός και δεν της είχα δώσει πέντε λεπτά πριν το ίδιο έγγραφο που το είχε απορρίψει. Τέτοιο έλεγχο ούτε στο αεροδρόμιο, που λέει ο λόγος, δεν μου κάνανε.

Της επαναλαμβάνω αργά και καθαρά την κατάσταση.
«Δεν το έχω ξαναδεί», μου λέει χαμογελαστή.
«Ούτε κι εγώ», ομοίως χαμογελαστός.

Τελικά δεν το δέχτηκε.
«Μπορώ να έχω το χαρτί που υπέγραψα;» λέω εκνευρισμένος που είχα χάσει τον χρόνο μου.
Το βγάζει από τον φάκελο και πάει να το σκίσει.
«Όχι», της λέω κοφτά, φανερά θυμωμένος τώρα, και της κάνω νόημα να μου το δώσει.
Μου το δίνει.

Και το σκίζω.
Επιδεικτικά μπροστά της.
Κι αν υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος στην περίπτωση αυτή θα έσκιζε το χαρτί ν φορές, εγώ το κομμάτιασα ν+1 ή ν+2.

Αισθάνθηκα καλά; Ναι, το παραδέχομαι.
Αισθάνομαι περήφανος; Αυτό είναι πιο δύσκολο να απαντηθεί, άλλωστε δεν έκανε κάτι κακό πέρα από το να είναι σχολαστική, από την άλλη, όμως, μην μου το παίζεις και Immigration όταν δεν μπορείς να αναγνωρίσεις καν τη visa ή να διαβάσεις στοιχειώδη αγγλικά.

Πήγα σε γειτονικό moto rental κι εκεί πήρα ένα 125άρι σκουτεράκι (μόνοι οι ντόπιοι οδηγούν ημιαυτόματα), με 20 μπατ λιγότερα. Μου πρότεινε να αγοράσω βενζίνη από κάτι μπουκάλια Bacardi που είχε, μιας κι ήταν άδειο, αλλά αποφάσισα να ψάξω στον δρόμο μου, πράγμα που έκανα και σε καλύτερη τιμή.
a4.jpg

Πρώτη στάση η White Sand Beach, η πιο βαθιά παραλία που συνάντησα στην Ταϊλάνδη, ευχάριστη έκπληξη το ότι δεν χρειαζόταν να περπατήσω διακόσια μέτρα για να ξεφύγω από τα αβαθή νερά. Έπειτα πέρασα από το λιμάνι που οδηγούσε πίσω στην ενδοχώρα, για να ρωτήσω λεπτομέρειες και συνέχισα ανατολικά, προς τον νότο του νησιού και το δάσος από μαγκρόβιες.

Η διαδρομή ήταν πολύ όμορφη στο ανατολικό κομμάτι του νησιού, με τον δρόμο πλάι στην ακτή, στα αριστερά σου απλωνόταν η θάλασσα και στα δεξιά σου τα πράσινα βουνά. Μια στάση σε μια αδιάφορη παραλία απ’ όπου μπορούσες να νοικιάσεις καγιάκ, το οποίο μου έβαλε τον σπόρο να νοικιάζω κανό για να εξερευνήσω το θαλάσσιο δάσος, έπειτα σ’ ένα μνημείο για ένα πλοίο που είχε βυθιστεί στον πόλεμο, μετά στη lonely beach που είχε λίγο κύμα και δεν με ξετρέλανε.

Κι έπειτα έφτασα στο δάσος από μαγκρόβιες, όπου ακολουθώντας μια κόκκινη γέφυρα από τσιμέντο και σανίδες, έβλεπες το δάσος από ψηλά, χαζεύοντας τους κορμούς που ξεφύτρωναν μέσα από τις λάσπες στο νερό ή αιωρούνταν πάνω από την επιφάνεια.
a5.jpg

Στην πλησιέστερη πόλη έφαγα δίπλα στον γνωστότερο ναό του νησιού και ρώτησα για καγιάκ· ακολούθησα τις οδηγίες τους αλλά δυστυχώς το μαγαζί εκείνη τη μέρα ήταν κλειστό, χώρια ότι ήταν ήδη κάπως αργά, σαράντα λεπτά μέχρι τη δύση. Πήρα τον δρόμο της επιστροφής.

Ήθελα να βάλω και λίγη βενζίνη, για να με φτάσει μέχρι τον γυρισμό, ίσα 20 μπατ έλεγε η εμπειρία της τελευταίας βδομάδας. Στο πρώτο βενζινάδικο υπήρχε ελάχιστη κατανάλωση 40 μπατ και δεν ήμουν διατεθειμένος να το αφήσω πιο γεμάτο απ’ ό,τι το είχα βρει. Το δεύτερο που βρήκα ήταν αυτόματο, οπότε δεν υπήρχε περιορισμός. Ήρθε κάποιος, ο ιδιοκτήτης μάλλον, να με βοηθήσει.

«60 θέλει», είπε βλέποντας το ντεπόζιτο.
«20», επέμεινα.
«Δεν θα σου φτάσει μέχρι τη Lonely Beach».
«Δεν πειράζει, θα ξαναβάλω αν χρειαστεί».

Τελικά μου έφτασε και μου περίσσεψε.
Επέστρεψα στο χόστελ, έκλεισα μια εκδρομή snorkeling για την επόμενη μέρα, έφαγα με την Ολλανδή και τον Άγγλο, και λίγο πριν κοιμηθώ άραξα στο χόστελ με τα παιδιά.

Εκεί, πετύχαμε ένα ζευγάρι Σουηδέζων, με τις οποίες σε κάποιο σημείο της κουβέντας μοιράστηκα τις εντυπώσεις μου από το Koh Kut, λέγοντας πως μου άρεσε αλλά πας μόνο για τις παραλίες, οι οποίες ήταν πολύ ρηχές για τα γούστα μου και γενικά από παραλίες έχω δει και καλύτερες στον τόπο μου. Και γελούσαν κι οι δυο τους, λες κι έλεγα κάτι αστείο ή λες και ήταν παράλογο κάποιος να μην θέλει να περπατά εκατό ή διακόσια μέτρα μέχρι να καταφέρει να κολυμπήσει.

Λες και σήμερα έπρεπε σώνει και ντε να με κάνουν έξαλλο, μια η ενοικιάστρια μηχανών, μία η μοίρα μου να μην εξερευνήσω με κανό τις μαγκρόβιες, μία αυτές τώρα:

«Αφού έχετε καλύτερες παραλίες στην Ελλάδα γιατί ταξιδεύεις;» ρώτησε η μία τους.

Αλλά είπα αυτή τη φορά να απαντήσω χωρίς ειρωνείες, να αγκαλιάσω την ανατολίτικη θεώρηση του κόσμου, να κάνω ευαγγέλιό μου τη συγχώρεση.
«Γιατί δεν το ήξερα εκ των προτέρων. Είναι σαν να ταξιδεύεις στη Νέα Ζηλανδία και να καταλήγεις ότι έχετε ωραιότερο χιόνι στη Σουηδία». Δεν τους έπεισε το επιχείρημα, αλλά δεν είχα ξύδι να τους δώσω.

Στο μεταξύ, η Φινλανδή που είχε κάνει κατάδυση το ίδιο πρωί μας έλεγε την περιπέτειά της, όπου σε μια βουτιά της η θάλασσα γύρω της σκοτείνιασε και δεν μπορούσε να καταλάβει πού ήταν το πάνω και το κάτω, καθώς δεν έβλεπε τίποτα πέρα από 5 εκατοστά μπροστά της. Όταν βρήκε την ηρεμία της κατάφερε να αναδυθεί στην επιφάνεια, και το πρόβλημα λύθηκε, αλλά η εικόνα του ότι ένα πηχτό θαλάσσιο σκοτάδι με ρουφούσε κατά τη διάρκεια του snorkeling συνόδευσε τον ύπνο μου εκείνο το βράδυ.
 

annoula

Member
Μηνύματα
929
Likes
3.513
Koh Chang – ο γίγαντας του Τρατ

Το καράβι δεν κουνούσε πολύ, αλλά το αξιοθέατο ήταν ένας ναύτης που σε μια άλλη ζωή θα ήταν πειρατής, με σώμα καλυμμένο από τατουάζ, μακριά μαλλιά και μια ζώνη από ξύλινους φαλλούς, σε διάφορα μεγέθη και σχήματα, τη χρήση των οποίων δεν έμαθα και θα πεθάνω με την απορία.
View attachment 486268
Πήρα ταξί και κατέβηκα σε ένα χόστελ που είχα μπανίσει από το booking. Δεν είχα κάνει κράτηση, αλλά είχε διαθεσιμότητα. Ρώτησα πόσο έχει τη βραδιά, 350 μου απαντάνε.
«Μα στο booking το έχει στα 300». Συνήθως το ανάποδο συμβαίνει.
«Ε τότε κλείστε από το booking».
Ε, αυτό έκανα.

Εκείνο το πρώτο απόγευμα συμπεριλάμβανε μια απλή βόλτα στην κοντινότερη παραλία, τη Lonely Beach, που θεωρείται από τις πιο ωραίες παραλίες του νησιού και μάλλον η δημοφιλέστερη.
View attachment 486269
Το βράδυ γνώρισα στο χόστελ την Τζ., μια Φινλανδή αεροσυνοδό με δύο διαβατήρια φινλανδικά, τον Ζ. έναν Άγγλο πάρτι άνιμαλ και τη Ρ., μια Ολλανδή δασκάλα. Με την τελευταία πήγαμε σ’ ένα μπαρ στην παραλία, όπου υπήρχε το –καθιερωμένο απ’ ό,τι κατάλαβα- σόου με φωτιές στην παραλία.
View attachment 486270
Η βραδιά συνεχίστηκε σε ένα ψυχεδελικό μπαρ, τόσο ως προς τη μουσική όσο κι ως προς τη διακόσμηση, ονόματι Ex Bar. Δεν καθίσαμε πολύ.

Το επόμενο πρωί, μετά από δυο φέτες ψωμί με μαρμελάδα για πρωινό πήγα να νοικιάζω μηχανάκι για να εξερευνήσω το νησί. Δίπλα από το χόστελ υπήρχαν επιλογές, οπότε πήγα στην πρώτη διαθέσιμη.

Μου λέει τιμή για τη μέρα (200 μπατ), τους κανόνες ενοικίασης, ένας εκ των οποίων ότι το μηχανάκι το παραλαμβάνω γεμάτο κι έτσι πρέπει να το παραδώσω (full to full, πράγμα πρωτάκουστο σ’ αυτό το ταξίδι που πάντα το παραλάμβανα άδειο), υπογράφω το έγγραφο, μου ζητάει διαβατήριο, της δίνω το παλιό μου.

Γενικά, τις πρώτες μου μέρες έδινα το προσωρινό διαβατήριο (που είχε και τη βίζα για την Ταϊλάνδη), αλλά κανείς δεν το αναγνώριζε κι όποτε του έδειχνα το ακυρωμένο μου, τους ήταν αρκετό, χωρίς αναστολές το δέχονταν.

Ε η συγκεκριμένη δεν ήταν τυχαία: το πήρε στα χέρια της, άρχισε να το ξεφυλλίζει, να το μελετάει, να ψάχνει τη visa.
“Από Ελλάδα έρχομαι, δεν χρειαζόμαστε βίζα», που τεχνικά δεν είναι ψέμα, αλλά ούτε κι ακριβώς αλήθεια στην περίπτωσή μου.

Κι έπειτα μου δείχνει τη βιετναμέζικη βίζα, που δεν έχει σφραγίδα εξόδου. Έπεσα σε ψυλλιασμένη.
«Διαβατήριο με σφραγίδα, καα…» να μου λέει με την Ταϊλανδέζικη προφορά της.

Της εξηγώ ότι είναι ένα απλό έγγραφο Α4, δεν είναι σαν αυτό, αλλά εκείνη ανένδοτη, θέλει το διαβατήριο με τη visa. Εγώ αρχίζω και φορτώνω στην ιδέα ότι με βάζει να πηγαίνω να το φέρνω τσάμπα, αλλά προφανώς το κάνω, γιατί ήδη είχα υπογράψει και δεν ήθελα να συνεχίζω το ψάξιμο.

Της το φέρνω, όντας σίγουρος ότι δεν θα το δεχτεί, γιατί σιγά μην ξέρει τι είναι προσωρινό διαβατήριο από την ελληνική πρεσβεία.
«Να, ορίστε, διαβατήριο με σφραγίδα», λέω χαμογελαστός.
«No, passport», επιμένει αυτή.
«Ναι, αυτό είναι το διαβατήριο μου», λέω με το ύφος που παίρνουμε όταν μιλάμε σε κάποιον που θεωρούμε ηλίθιο, μιλώντας αργά και καθαρά ενώ η υπομονή σιγά σιγά εξαντλείται, «το άλλο έχει ακυρωθεί, αλλά αυτό και τη visa (για την οποία με πρήξατε)».
«No, passport», επαναλαμβάνει αυτή και μου δείχνει πώς είναι κανονικά τα διαβατήρια, λες κι είμαι χαζός και δεν της είχα δώσει πέντε λεπτά πριν το ίδιο έγγραφο που το είχε απορρίψει. Τέτοιο έλεγχο ούτε στο αεροδρόμιο, που λέει ο λόγος, δεν μου κάνανε.

Της επαναλαμβάνω αργά και καθαρά την κατάσταση.
«Δεν το έχω ξαναδεί», μου λέει χαμογελαστή.
«Ούτε κι εγώ», ομοίως χαμογελαστός.

Τελικά δεν το δέχτηκε.
«Μπορώ να έχω το χαρτί που υπέγραψα;» λέω εκνευρισμένος που είχα χάσει τον χρόνο μου.
Το βγάζει από τον φάκελο και πάει να το σκίσει.
«Όχι», της λέω κοφτά, φανερά θυμωμένος τώρα, και της κάνω νόημα να μου το δώσει.
Μου το δίνει.

Και το σκίζω.
Επιδεικτικά μπροστά της.
Κι αν υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος στην περίπτωση αυτή θα έσκιζε το χαρτί ν φορές, εγώ το κομμάτιασα ν+1 ή ν+2.

Αισθάνθηκα καλά; Ναι, το παραδέχομαι.
Αισθάνομαι περήφανος; Αυτό είναι πιο δύσκολο να απαντηθεί, άλλωστε δεν έκανε κάτι κακό πέρα από το να είναι σχολαστική, από την άλλη, όμως, μην μου το παίζεις και Immigration όταν δεν μπορείς να αναγνωρίσεις καν τη visa ή να διαβάσεις στοιχειώδη αγγλικά.

Πήγα σε γειτονικό moto rental κι εκεί πήρα ένα 125άρι σκουτεράκι (μόνοι οι ντόπιοι οδηγούν ημιαυτόματα), με 20 μπατ λιγότερα. Μου πρότεινε να αγοράσω βενζίνη από κάτι μπουκάλια Bacardi που είχε, μιας κι ήταν άδειο, αλλά αποφάσισα να ψάξω στον δρόμο μου, πράγμα που έκανα και σε καλύτερη τιμή.
View attachment 486271
Πρώτη στάση η White Sand Beach, η πιο βαθιά παραλία που συνάντησα στην Ταϊλάνδη, ευχάριστη έκπληξη το ότι δεν χρειαζόταν να περπατήσω διακόσια μέτρα για να ξεφύγω από τα αβαθή νερά. Έπειτα πέρασα από το λιμάνι που οδηγούσε πίσω στην ενδοχώρα, για να ρωτήσω λεπτομέρειες και συνέχισα ανατολικά, προς τον νότο του νησιού και το δάσος από μαγκρόβιες.

Η διαδρομή ήταν πολύ όμορφη στο ανατολικό κομμάτι του νησιού, με τον δρόμο πλάι στην ακτή, στα αριστερά σου απλωνόταν η θάλασσα και στα δεξιά σου τα πράσινα βουνά. Μια στάση σε μια αδιάφορη παραλία απ’ όπου μπορούσες να νοικιάσεις καγιάκ, το οποίο μου έβαλε τον σπόρο να νοικιάζω κανό για να εξερευνήσω το θαλάσσιο δάσος, έπειτα σ’ ένα μνημείο για ένα πλοίο που είχε βυθιστεί στον πόλεμο, μετά στη lonely beach που είχε λίγο κύμα και δεν με ξετρέλανε.

Κι έπειτα έφτασα στο δάσος από μαγκρόβιες, όπου ακολουθώντας μια κόκκινη γέφυρα από τσιμέντο και σανίδες, έβλεπες το δάσος από ψηλά, χαζεύοντας τους κορμούς που ξεφύτρωναν μέσα από τις λάσπες στο νερό ή αιωρούνταν πάνω από την επιφάνεια.
View attachment 486272
Στην πλησιέστερη πόλη έφαγα δίπλα στον γνωστότερο ναό του νησιού και ρώτησα για καγιάκ· ακολούθησα τις οδηγίες τους αλλά δυστυχώς το μαγαζί εκείνη τη μέρα ήταν κλειστό, χώρια ότι ήταν ήδη κάπως αργά, σαράντα λεπτά μέχρι τη δύση. Πήρα τον δρόμο της επιστροφής.

Ήθελα να βάλω και λίγη βενζίνη, για να με φτάσει μέχρι τον γυρισμό, ίσα 20 μπατ έλεγε η εμπειρία της τελευταίας βδομάδας. Στο πρώτο βενζινάδικο υπήρχε ελάχιστη κατανάλωση 40 μπατ και δεν ήμουν διατεθειμένος να το αφήσω πιο γεμάτο απ’ ό,τι το είχα βρει. Το δεύτερο που βρήκα ήταν αυτόματο, οπότε δεν υπήρχε περιορισμός. Ήρθε κάποιος, ο ιδιοκτήτης μάλλον, να με βοηθήσει.

«60 θέλει», είπε βλέποντας το ντεπόζιτο.
«20», επέμεινα.
«Δεν θα σου φτάσει μέχρι τη Lonely Beach».
«Δεν πειράζει, θα ξαναβάλω αν χρειαστεί».

Τελικά μου έφτασε και μου περίσσεψε.
Επέστρεψα στο χόστελ, έκλεισα μια εκδρομή snorkeling για την επόμενη μέρα, έφαγα με την Ολλανδή και τον Άγγλο, και λίγο πριν κοιμηθώ άραξα στο χόστελ με τα παιδιά.

Εκεί, πετύχαμε ένα ζευγάρι Σουηδέζων, με τις οποίες σε κάποιο σημείο της κουβέντας μοιράστηκα τις εντυπώσεις μου από το Koh Kut, λέγοντας πως μου άρεσε αλλά πας μόνο για τις παραλίες, οι οποίες ήταν πολύ ρηχές για τα γούστα μου και γενικά από παραλίες έχω δει και καλύτερες στον τόπο μου. Και γελούσαν κι οι δυο τους, λες κι έλεγα κάτι αστείο ή λες και ήταν παράλογο κάποιος να μην θέλει να περπατά εκατό ή διακόσια μέτρα μέχρι να καταφέρει να κολυμπήσει.

Λες και σήμερα έπρεπε σώνει και ντε να με κάνουν έξαλλο, μια η ενοικιάστρια μηχανών, μία η μοίρα μου να μην εξερευνήσω με κανό τις μαγκρόβιες, μία αυτές τώρα:

«Αφού έχετε καλύτερες παραλίες στην Ελλάδα γιατί ταξιδεύεις;» ρώτησε η μία τους.

Αλλά είπα αυτή τη φορά να απαντήσω χωρίς ειρωνείες, να αγκαλιάσω την ανατολίτικη θεώρηση του κόσμου, να κάνω ευαγγέλιό μου τη συγχώρεση.
«Γιατί δεν το ήξερα εκ των προτέρων. Είναι σαν να ταξιδεύεις στη Νέα Ζηλανδία και να καταλήγεις ότι έχετε ωραιότερο χιόνι στη Σουηδία». Δεν τους έπεισε το επιχείρημα, αλλά δεν είχα ξύδι να τους δώσω.

Στο μεταξύ, η Φινλανδή που είχε κάνει κατάδυση το ίδιο πρωί μας έλεγε την περιπέτειά της, όπου σε μια βουτιά της η θάλασσα γύρω της σκοτείνιασε και δεν μπορούσε να καταλάβει πού ήταν το πάνω και το κάτω, καθώς δεν έβλεπε τίποτα πέρα από 5 εκατοστά μπροστά της. Όταν βρήκε την ηρεμία της κατάφερε να αναδυθεί στην επιφάνεια, και το πρόβλημα λύθηκε, αλλά η εικόνα του ότι ένα πηχτό θαλάσσιο σκοτάδι με ρουφούσε κατά τη διάρκεια του snorkeling συνόδευσε τον ύπνο μου εκείνο το βράδυ.
Πράγματι τα νερά δεν φαίνονται ελκυστικά.
 

Jo.Ba

Member
Μηνύματα
22
Likes
15
Σε καταφύγιο βασανισμένων ελεφάντων

Ξύπνησα, ως συνήθως, πριν το ξυπνητήρι, έκανα μπάνιο, φόρεσα μαγιό, φόρμα-βερμούδα και κοντομάνικο και περίμενα από τις 9 στην είσοδο του χόστελ, κλασικά, για το μεταφορικό μέσο, που θα ερχόταν στις 9 με 9μιση, αλλά τελικά ήρθε στις 10 παρά είκοσι. Μετά από 45 λεπτά οδήγησης και μια δεκάλεπτη στάση, φτάσαμε στο καταφύγιο. Εκεί είδαμε τους πρώτους ελέφαντες και τους ταΐσαμε μπανάνες.

Εκεί γνώρισα και την Ζ., μια Μαροκινή που μέχρι πρόσφατα ζούσε στο Λονδίνο αλλά είχε μεταναστεύσει με τον φίλο της στο Παρίσι και θα τον συναντούσε μετά τον Chiang Mai, αλλά και τον Ν. από το Παρίσι (γέννημα θρέμμα) που δούλευε σε κάποιο εστιατόριο ως σεφ, ένας τύπος-meme.

Στη συνέχεια μας έβαλαν να δούμε ένα ενημερωτικό βίντεο με πρωταγωνιστές δυτικούς εθελοντές που έδιναν το μπαγκράουντ και κάποιες βασικές οδηγίες. Μας έδωσαν ρούχα, καρό μπλουζάκια σαν παιδικές στολές και κάτι φαρδιά παντελόνια κάτω από το γόνατο, αλλάξαμε εκεί. Έπειτα γεμίσαμε δυο τσάντες με κομμάτια κολοκύθας, για να συνεχίσουμε το τάισμα.

Ήταν όλες θηλυκές, καθώς τα αρσενικά δεν μένουν με τα θηλυκά, ενώ χρειάζονται και περισσότερο χώρο. Η σταρ του γκρουπ ήταν η Μπουά Ταν, μια ελεφαντίνα που είχε εκπαιδευτεί σε τσίρκο και φαινόταν πιο σπιρτόζα από τις υπόλοιπες. Παρατηρώντας τους ανθρώπους, για παράδειγμα είχε μάθει να ανοίγει μόνη της την αντλία για να παίρνει νερό. Στα πτερύγια των αυτιών της μπορούσες να δεις σημάδια από γδαρσίματα κατά την εκπαίδευσή της. Της έδινες τα κομμάτια από κολοκύθα στην προβοσκίδα και τα έβαζε με επιδέξιες κινήσεις στο στόμα της, ενώ αν ήθελες να την ταΐσεις, μπορούσες να νιώσεις τη γλώσσα της να τα τραβά από τα δάχτυλά σου. Αισθανόμουν κάτι ανάμεσα σε θαυμασμό και οίκτο.
View attachment 448278
Η μικρότερη της παρέας, που ήταν νήπιο, έχωνε την προβοσκίδα της στην τσάντα κι έπαιρνε μόνη της τα κομμάτια. Έτσι, δεν είχε ανάγκη να της τα δώσουμε στο στόμα, μόνο να φάει ήθελε. Σε αντίθεση με την Μπουά Ταν που αισθανόταν πως έπρεπε να κερδίσει κάπως το φαί της, μαθημένη από την προϋπηρεσία της στο τσίρκο.

Οι περισσότερες ενοχλούσαν τη μικρότερη της παρέας, εκτός από την Μπουά Ταν, που μάλλον είχε αναλάβει τον ρόλο της μητρικής φιγούρας για τις υπόλοιπες.

Έπειτα πήγαμε σε έναν χώρο με μπανανόδεντρα, όπου τα κόψαμε με ματσέτες με τον παραδοσιακό τρόπο των μαχούτ, των εκπαιδευτών τους. Η κόψη γλιστρούσε εύκολα στον μαλακό κορμό, που μπορούσε χωρίς ιδιαίτερη δύναμη να κοπεί με μια κίνηση, όπως συμβαίνει στα ασιατικά άνιμε συχνά. Τα μαζέψαμε για να ταϊσουμε ξανά τις ελεφαντίνες το απόγευμα, καθώς τέτοια γιγάντια ζώα έχουν κι ανάλογες διατροφικές ανάγκες. Στο κέντρο των λεπτών κορμών βρίσκονται λευκές ίνες οι οποίες τρώγονται κι από τον άνθρωπο· η γεύση τους είναι ουδέτερη, κάπως νερουλή.

Τα βάλαμε στο όχημα που μας είχε φέρει, καθισμένοι πάνω τους, ενώ ο δεύτερος οδηγός μας κρεμιόταν από την πόρτα της καρότσας, χωρίς φόβο μην σωριαστεί στον δρόμο. Κάποια στιγμή, μάλιστα, πήδηξε από το φορτηγάκι για να μαζέψει ένα φρούτο που είδε και μας πρόφτασε· monkey apple το αποκάλεσε, σαν μικρή στρογγυλή πιπεριά, ίσως να ήταν ακόμη άγουρο. Το έφαγε, σε κάθε περίπτωση.

Το μεσημέρι κάναμε ένα διάλειμμα για φαγητό, όπου μαγειρέψαμε στιγμιαία νουντλς και κοινωνικοποιηθήκαμε με τους υπόλοιπους της παρέας. Έπειτα συνεχίσαμε το τάισμα των ελεφάντων με τα μπανανόδεντρα που είχαμε κόψει.
View attachment 448279
Οι ελεφαντίνες έπαιξαν λίγο με το νερό μιας γούρνας, όσο μας έδιναν οι οδηγοί πληροφορίες για τους ελέφαντες κι απαντούσαν στις ερωτήσεις μας. Μεταξύ άλλων μας έδειξαν τα περιττώματά τους, τα οποία μύριζαν σαν σανό, χωρίς έντονη γεύση, ίσως λόγω vegan διατροφής.

Το τελευταίο κομμάτι της αλληλεπίδρασής μας με τους ελέφαντες περιλάμβανε κύλισμα στις λάσπες, με σκοπό θεωρητικά να πλύνουμε τα ζώα, μα πρακτικά να παίξουμε ανάμεσα στα λασπωμένα νερά και στα ελεφάντινα περιττώματα. Ο Ν. ήταν ο πρώτος που βούτηξε, σχεδόν όλος, ενώ κράτησε καθαρό μόνο το χέρι που κρατούσε το κινητό και μέρος του κεφαλιού, μεταξύ του οποίου και τη γλώσσα, με την οποία άνοιγε την οθόνη του· εγώ με την Ζ. βουτήξαμε από τους τελευταίους. Ήταν λίγο τρομακτικό, καθώς τα πόδια μας βυθίζονταν στις λάσπες κι απλώς ήλπιζες κάποια στιγμή να βρούνε πάτο πριν βουτήξει το κεφάλι στο νερό. Το λασπόνερο βοηθούσε τους ελέφαντες να ξεφορτωθούν έντομα ή βακτήρια στο δέρμα τους, οπότε φροντίζαμε να τους κάνουμε λασπομασάζ σε όσο μεγαλύτερη επιφάνεια μπορούσαμε. Κι έπειτα ξέπλυμα.
View attachment 448280
Στη συνέχεια λουστήκαμε σε κανονικά ντους στο κτίριο του καταφυγίου, κάναμε τις βουτιές μας στην πισίνα που υπήρχε, ντυθήκαμε κι επιστρέψαμε ο καθένας στη βάση του.


Ενδιαφέρουσες Πληροφορίες για τους ελέφαντες και τα καταφύγια​
  • Οι ελέφαντες έχουν αδύναμη ακοή, παρά τα μεγάλα πτερύγια, πρέπει να τους φωνάξεις για να σε ακούσουν. Επίσης είναι παχύδερμα, χρειάζονται δυνατά χτυπήματα για να νιώσουν το άγγιγμά σου.
  • Οι ασιατικοί ελέφαντες είναι πιο μικρόσωμοι από τους αφρικάνικους, πιο έξυπνοι (5 κιλά εγκέφαλο έναντι 3, αν έχει κάποια σημασία), ενώ δαμάζονται και ευκολότερα. Σε αντίθεση με τους αφρικάνικους που έχουν όλοι χαυλιόδοντες, οι θηλυκοί δεν έχουν, κάτι που συμβαίνει και σε αρκετούς αρσενικούς. Αναπτύσσουν ομοφυλόφιλα ένστικτα, αλλά τουλάχιστον δεν προκαλούν. Θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι δεν με νοιάζει τι κάνουν στο κρεβάτι τους, αλλά ενημερώθηκα ότι δεν κοιμούνται σε κρεβάτια, οπότε απέμεινα να κοιτάζω με ελαφριά έκπληξη την ελεφαντίνα που χάιδευε με την προβοσκίδα της τα γεννητικά όργανα της διπλανής της. Σύμφωνα με τον οδηγό μας, οι αρσενικοί ελέφαντες χωρίς χαυλιόδοντες συμπεριφέρονται συχνά σαν γκέι, πράγμα που μου προξένησε εντύπωση αλλά δεν κατάφερα να το διασταυρώσω.
  • Έχουν καλή μνήμη, όπως ορίζει η φήμη τους. Τα καλά τα θυμούνται για δέκα χρόνια. Τα άσχημα για είκοσι ή και για όλη τους τη ζωή. Για παράδειγμα μια ελεφαντίνα τρομοκρατήθηκε μόλις είδε έναν από τους μαχούτ, με ένα ξύλο, πιθανόν κάποιο τραύμα της από το παρελθόν. Άραγε τραύμα από τον συγκεκριμένο μαχούτ;
  • Η περίοδος ζευγαρώματος είναι μία ή δύο φορές τον χρόνο, όπου οι θηλυκοί ελέφαντες εκκρίνουν φερεμόνες από οπές μπροστά από τα αυτιά τους, που τις μυρίζουν οι αρσενικοί και ορμούν καταπάνω τους. Η σεξουαλική πράξη διαρκεί ένα λεπτό, πράγμα που είναι λογικό αν αναλογιστεί κανείς για τι βάρος μιλάμε, γιατί πόση αντοχή να έχουν κι αυτές οι ελεφαντίνες, ενώ ολοκληρώνεται με την εκτόξευση ενός λίτρου σπέρματος, πράγμα που είναι πρωτίστως τρομακτικό κι έπειτα εντυπωσιακό.
  • Όταν αιχμαλωτίζουν τους ελέφαντες, τους χωρίζουν από τη μητέρα τους ώστε να μπορούν να τα εκπαιδεύσουν καλύτερα. Τον πατέρα τους ούτως ή άλλως δεν τον γνωρίζουν, καθώς τα δυο φύλα ζούνε κατά βάση σε χωριστές αγέλες.
  • Οι εκπαιδευτές τους, οι μαχούτ, είναι άνθρωποι που πέρασαν τη γνώση της εκπαίδευσης ελεφάντων από γενιά σε γενιά: αρχικά για να πολεμάνε, όπως και τα άλογα, αλλά και για τη μεταφορά και τελικά και για λόγους διασκέδασης.
  • Και πάμε στην γκρίζα ζώνη, που φλερτάρει περισσότερο με το μαύρο παρά με το λευκό: Από την περασμένη μέρα είχα δει όλα τα προσπέκτους να διαφημίζουν στις εκδρομές τους No Riding. Γενικά, κάποτε ήταν σύνηθες τουρίστες να ανεβαίνουν πάνω σε ελέφαντες για βόλτα, πράγμα που και ακόμη γίνεται, αλλά θεωρείται κατακριτέο, καθώς η σπονδυλική στήλη των ελεφάντων δεν είναι εξίσου ανθεκτική σε καβαλικέματα και είναι επίπονη για το ζωντανό.

    Πλέον πολλοί σαμπόταραν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, οπότε τα καταφύγια ελεφάντων διαφήμιζαν με μεγάλα γράμματα ότι δεν επιτρέπουν καβαλίκεμα ελεφάντων, λες κι αυτό αποτελούσε κάποια πιστοποίηση ηθικής. Το μόνο πρόβλημα είναι το καβαλίκεμα κι αυτό σταμάτησε, χάρη «σ΄εσάς, τους Ευρωπαίους τουρίστες», όπως μας είπε ο ξεναγός μας. Η πρακτική του elephant riding που έγινε δημοφιλής χάρη στους τουρίστες-αποικιοκράτες τώρα χάρη στους ίδιους επρόκειτο να εκλείψει. You’re welcome!

    Από την άλλη υπήρχαν και τραγελαφικά προσπέκτους όπου με κόκκινα γράμματα διακήρυσσαν NO RIDING, αλλά στα προγράμματά τους είχαν την επιλογή «with riding» ή «with back riding», το οποίο θα μπορούσε κανείς λιγότερο καχύποπτος από εμένα να πει ότι δεν εννοεί να καβαλάμε εμείς το παχύδερμο, αλλά να μας καβαλά αυτό, σαν κάποιο είδος εξεζητημένου μασάζ, που μπορεί να μας αφήσει με διαλυμένη τη σπονδυλική στήλη. Σαν κανονικό ταϊλανδέζικο μασάζ, δηλαδή, θα μπορούσα να είχα πει αν το είχα ήδη δοκιμάσει στο μεταξύ, πράγμα που στον χρόνο της ιστορίας δεν είχε ακόμη συμβεί.

    Τα χρήματα της εκδρομής (περίπου στα 57 ευρώ) μας είπαν ότι είναι για συντήρηση του χώρου μα και για να μπορέσουν να αγοράσουν (ή να διασώσουν, όπως προτιμούν να λένε) ελέφαντες από τσίρκο ή ζωολογικούς κήπους.

  • Η βασική μου απορία, που τη διατύπωση και στον οδηγό, γιατί δεν επιχειρούν να τους προετοιμάσουν για την επιστροφή τους στη φύση.
    «Δεν θα επιβιώσουν», μου αποκρίθηκε εκείνος, «καθώς δεν είναι άγρια ζώα όπως οι ελέφαντες έξω». Το καταλάβαινα το επιχείρημα.
    «Κι η μικρή;» αναρωτήθηκα.
    «Ούτε κι αυτή θα επιβιώσει», μου απάντησε κοφτά και μάλλον δεν ήθελε να συνεχίσω να ρωτάω σ’ αυτή την κατεύθυνση, ούτε και κανείς άλλος από το γκρουπ.

    Για μένα αυτός θα έπρεπε να είναι ένας σκοπός καταφυγίου ελεφάντων. Και προφανώς καταλαβαίνω ότι για κάποια ζώα είναι πλέον δύσκολο, αλλά ειδικά για τα νεότερα θα έπρεπε να υπάρχει στρατηγική ένταξής τους στο φυσικό τους περιβάλλον. Διαφορετικά είναι άλλη μια μπίζνα εκμετάλλευσης των ζωντανών, μέχρι κι αυτή να θεωρηθεί κατακριτέα (όπως η ανάβαση στους ελέφαντες πλέον) και να βρεθεί ένας άλλος τρόπος εκμετάλλευσης των ελεφάντων.
View attachment 448281
Ιδιαίτερη εμπειρία. Από τη μία, ήρθα πιο κοντά με ένα ζώο αξιοθαύμαστο για το οποίο έμαθα πράγματα ενδιαφέροντα, από την άλλη η πρακτική των καταφυγίων ελεφάντων δεν μου φάνηκε όσο αθώα παρουσιάζεται στα προσπέκτους ή στα τουριστικά μπλογκ. Πάντως σίγουρα αξιομνημόνευτη, έστω κι αν μάλλον δύσκολα θα την επαναλάμβανα.
Τελεια η ιστορια σου κ πολυ χρησιμες πληροφοριες! Μπορεις να πεις σε ποιο καταφυγιο ελεφαντων πηγες γιατι ψαχνω κ εγω να παω τον Δεκεμβριο
 

Παρίσακτος

Member
Συγγραφέας
Μηνύματα
280
Likes
3.213
Πάνω από 6 χρόνια μετά (από το ταξίδι μα κι από την έναρξη της αφήγησής του), νομίζω πως ήρθε η ώρα να το κλείσω, δεν έμεινε και πολύ.
(Το παρόν ποστ έχει αποκλειστικό στόχο εσωτερικής πίεσης, αλλά επειδή δεν μου έχω και πολλή εμπιστοσύνη, θα καλοδεχτούμε και κάμποση εξωτερική...)
 

Παρίσακτος

Member
Συγγραφέας
Μηνύματα
280
Likes
3.213
Ανακαλύπτοντας κοράλλια στον κόλπο της Ταϊλάνδης

Η ατμόσφαιρα ήταν κάπως θολή, σαν να υπήρχε υγρασία· ήλπιζα η ορατότητα κάτω από την επιφάνεια να ήταν καλύτερη.

Το καράβι ξεκίνησε στις 9μιση για το Εθνικό Πάρκο πέριξ του Ko Rang, νησί που είχε γύρω του πλούσιο βυθό με κοράλλια. Η πρώτη βουτιά ήταν σε έναν σκόπελο· μας έδωσαν μάσκα και βουτήξαμε στο νερό. Δυσκολεύτηκα με τη μάσκα, δεν κούμπωνε καλά στο πρόσωπό μου, με αποτέλεσμα να μπαίνει νερό μέσα της 3 στις 4 βουτιές. Δεκάδες πολύχρωμα ψαράκια περνούσαν από κάτω μου, μικρά κυρίως αλλά και κάποια μεγαλύτερα, σε κοπάδια ή μεμονωμένα. Ορισμένα κρύβονταν μέσα στα κοράλλια και ξετρύπωναν διακριτικά. Εξάντλησα το σαρανταπεντάλεπτο και ανέβηκα τελευταίος στο πλοίο.

Εκεί φάγαμε το γεύμα, στις 11 το πρωί, έσκασα στο φαγητό, οπότε στη συνέχεια έπρεπε να είμαι πιο προσεκτικός.

Δεύτερη στάση στην παραλία του Koh Rang, που ο βυθός δεν ήταν τόσο εντυπωσιακός αλλά το ακατοίκητο νησάκι είχε ενδιαφέρον. Κολύμπησα μέχρι την παραλία κι εκεί, στη ζούγκλα που ξεκινούσε λίγα μέτρα από το νερό άκουσα κλαδιά να κουνιούνται. Πλησίασα σε κάτι θάμνους και μια ουρά λικνίστηκε στον αέρα. Πισωπάτησα προσεκτικά.

Δεν ήταν φίδι, αλλά μεγάλη σαύρα, ενάμισι μέτρο μήκος. Και δεν ήταν μία, αλλά δύο. Σαν μικροί δράκοι Κομόντο, έβγαζαν τις γλώσσες τους και μετακινούνταν αργά. Varan, μου εξήγησε η Ολλανδή το απόγευμα όταν της το διηγήθηκα. Άμα είναι να βαράν κιόλας, την κάτσαμε.

Όσο χάζευα τα ζώα, άκουσα ήχους από το αγκυροβολημένο πλοίο μου και βούτηξα στο νερό· πάλι τελευταίος έφτασα (αλλά πάντα στην ώρα μου, δεν φταίω εγώ που οι άλλοι κάθονταν δέκα λεπτά κι επέστρεφαν στο κατάστρωμα). Ο ναύτης μου έκανε πλάκα ότι τελείωσε, όσοι ανέβηκαν, ανέβηκαν, κι ότι θα με παρατούσε εκεί, προσποιήθηκα ότι το βρήκα αστείο και μετά από ένα σόου μισού λεπτού ανέβηκα στο πλοίο.
1.jpg

Ακόμη δεν είχα χωνέψει καλά, αλλά δεν μπορούσα να μην βουτήξω στην τρίτη στάση, που ήταν πάλι σε σκόπελο, αλλά αυτή τη φορά περισσότερο εντυπωσιακός. Τα κοράλλια είχαν πιο έντονους χρωματισμούς, σχεδόν νέον φάνταζαν όπως έπεφτε το φως πάνω τους. Κάποια στιγμή βλέπω έναν μπλε ελεκτρίκ βράχο, πλησιάζω περιμένοντας πως ήταν σακούλα, μα όχι, ήταν κοράλλι που περικύκλωνε μια ανεμώνη, που ξεπηδούσε από ένα στόμιο στο κέντρο του κοραλλιού.

Κι έπειτα στρέφω το βλέμμα από την άλλη πλευρά κι ένα κοπάδι από κίτρινες Ντόρι περνούν μπροστά από τα μάτια μου, χωρίς φόβο, σαν να είμαι απλά ένας ακίνδυνος βράχος. Σαν να είχα μπει σε ντοκιμαντέρ του National geographic. Τι κρίμα να μην έχω action camera μαζί μου (δεύτερη φορά που το σκέφτηκα, μετά το Ha Giang Loop).

Ρηχά περάσματα ανάμεσα στα βράχια, που έπλεα σε μικρή απόσταση από κοφτερά κοράλλια και βράχους. Το ρεύμα με παρέσυρε κι ήμουν μισό μέτρο απόσταση από κάτι αχινούς, που με κοιτούσαν με τα γαλαζωπά τους μάτια.

Προφανώς και έφτασα τελευταίος πάλι στο πλοίο, αυτή τη φορά είχαν αφαιρέσει και τη σκάλα, οπότε σκαρφάλωσα σε κάτι ελαστικά αυτοκινήτου που κρέμονταν στα πλαϊνά του πλοίου. Με λίγη βοήθεια από τον ναύτη στο τέλος. Αυτή τη φορά είχα όντως αργήσει κάνα δίλεπτο, αλλά προς υπεράσπισή μου, υπήρχε άνθρωπος που είχε βουτήξει δίπλα μου πηγαίνοντας προς τον βυθό και θεωρούσα ότι ούτως ή άλλως θα τον περιμέναμε. Είχα ψάξει να τον βρω με τη μάσκα, αλλά δεν κατάφερα να τον εντοπίσω. Κι ούτε και μετά τον βρήκα, αν ήταν μαζί μας κι ανέβηκα, αν τον παρατήσαμε στη μέση του πελάγου, αν ήταν αποκύημα της φαντασίας μου, ποτέ δεν θα μάθω.

Στο μεταξύ, κάθε φορά που ανέβαινα το καράβι βρεχόμουν με καθαρό νερό, καθώς αισθανόμουν φαγούρα και δεν ήξερα αν ευθυνόταν το φυτοπλαγκτόν, το οποίο αν και αόρατο εγώ το απέδιδα σε μια κιτρινωπή σκόνη που ήταν διάχυτη στο νερό όταν το φως έπεφτε υπό συγκεκριμένη γωνία (υπέθετα), ή σε κάτι σκουρόχρωμες κηλίδες στην επιφάνεια της θάλασσας, που θα μπορούσε να είναι πετρέλαιο από τις βάρκες. Στην τελευταία περίπτωση το πάρκο δεν ήταν και πολύ προστατευόμενο.

Η τελευταία βουτιά ήταν στο Ko Wai, που από 60άλεπτη θα διαρκούσε 45 λεπτά (πράγμα που συνέβη σε όλες στάσεις, βάσει του ρολογιού μου, η πραγματική διάρκεια ήταν μικρότερη της διαφημισμένης, λες κι υπολόγιζαν τη διάρκεια που το καράβι θα έμενε σε εκείνο το σημείο κι όχι την πραγματική διάρκεια της στάσης για έναν κολυμβητή).

Εκεί υπήρχε ένα επιπλέον κτίριο, σαν παρατηρητήριο, όπου σκαρφάλωσα. Ήταν τριώροφο και στον τελευταίο υπήρχε ένα σχοινί πλαγιαστά αφημένο, δεν κατάλαβα αν απαγόρευε την είσοδο κι αφού δεν το έλεγε ρητά, το αγνόησα. Κάναμε και το urbex μας, τι άλλο θέλουμε πια;

Από εκεί βουτιά στο νερό (με τα πόδια, γιατί δεν είχαμε χωνέψει ακόμη) κι εξερεύνησα τον βυθό. Το καλύτερο σημείο ήταν κάτω από το «παρατηρητήριο» που ήταν σκοτεινά και μόλις μπήκα ένα κοπάδι από λιλιπούτια ψαράκια με περικύκλωσε. Κάθε φορά που κουνιόμουν τιναζόταν κι αυτό στον ίδιο ρυθμό, λες και κάναμε συγχρονισμένη κολύμβηση, μία από εδώ, μία από την άλλη. Ένιωσα τσιμπήματα στα πέλματα και βγήκα. Όταν ξαναβούτηξα, το κοπάδι έφυγε και πλέον μπορούσα να δω μεγαλύτερα ψάρια να κολυμπούν δίπλα μου. Γύρω από τις κολώνες που στήριζαν το οικοδόμημα καραδοκούσαν τα ψάρια που τσιμπούσαν το δέρμα σαν κολιμπρί. Στη μέση της πλατφόρμας υπήρχε τρύπα, οπότε εκεί το φως έμπαινε χρυσαφί κι έκανε το νερό να λαμπυρίζει.

Αυτή τη φορά είπα να μην φτάσω τελευταίος στο καράβι, οπότε ανέβηκα προτελευταίος. Ένας ναύτης το σχολίασε: «Σου άρεσε πραγματικά το snorkeling;»

Στην επιστροφή είχα νέα από τη ζωή μου πίσω στην Ευρώπη, που δεν ήταν και πολύ ενθαρρυντικά, να ‘ναι καλά ο κορωνοϊός. Αποφάσισα λοιπόν να το ρίξω στο φαί και στο ποτό για το βράδυ, να πνίξω τον πόνο μου.

Πήγαμε στο υπαίθριο Cancun Bar στη θάλασσα, όπου έφαγα τηγανητό παγωτό, το οποίο απλώς είχε περιμετρικά κρούστα, σαν βάφλα, κι η Φινλανδή μιμούνταν άψογα την Ταϊλανδέζικη προφορά στα αγγλικά των γυναικών που είχε γνωρίσει, προσθέτοντας ένα «καα» στο τέλος κάθε φράσης (ήταν κατάληξη που υποδείκνυε θηλυκό γένος). Συνεχίσαμε στο ψυχεδελικό Ex Bar όπου ήπια (τοπικό) ρούμι κόλα, με γεύση πετρέλαιο, το ήπια άσπρο πάτο. Έπειτα καθίσαμε στο Secret Garden, ένα γουστόζικο εξωτερικό μπαράκι που είχε κρεμασμένα φαναράκια στα κλαδιά μεγάλων δέντρων. Εκεί δοκίμασα μπύρα leo, ίσα για να καταρρίψω το κλισέ που θα με ήθελε να πίνω μπύρα Chang στο νησί Chang. Γενικά η συζήτηση πήρε απροσδόκητη ροή, αλλά παραδόξως όλα έδεσαν στο τέλος.

Τελευταία στάση ένα κλαμπ, όπου γίνονταν Σόδομα και Γόμορρα, τύποι με γλειφιτζούρια που χαμογελούσαν σαν βλαμμένοι (έκσταση, μου εξήγησε η Ολλανδή), τουρίστες να χορεύουν ερωτικά με νεαρές (ή υπερβολικά νεαρές) ντόπιες, ενώ κάποιος απροσδιόριστου φύλου θαμώνας μας ενθάρρυνε δυναμικά να χορέψουμε λες και πληρωνόταν από την κινητική μας ενέργεια.
Δεν αργήσαμε να φύγουμε και καταλήξαμε όλοι μαζί στο χόστελ.

* * *​

Το επόμενο πρωινό πήρα το κλασικό λεωφορειάκι-ταξί από την πλησιέστερη στάση με προορισμό το λιμάνι. Εκεί συνάντησα και τους πρώτους κανονικούς Έλληνες του ταξιδιού, δυο φίλους που ήταν χρόνια θαμώνες της χώρας - ο ένας μάλιστα είχε παντρευτεί και Ταϊλανδή. Θα πήγαιναν Πατάγια, για την οποία δεν είχα ακούσει και τα καλύτερα. Κι ούτε κι αυτοί προσπάθησαν να μου αλλάξουν τη γνώμη: «βρωμόπολη είναι, αλλά μπορείς να βρεις τα πάντα».

Στο φέρι, μόλις φτάσαμε στο λιμάνι, προσπάθησα να βγω πρώτος γιατί ήθελα οριακά να προλάβω το λεωφορείο για Μπανκόκ στη μία, οπότε έπρεπε να ελιχθώ ανάμεσα σε αυτοκίνητα κολλητά παρκαρισμένα μεταξύ τους. Εκεί με είδε μια Ταϊλανδή και μόνη της, χωρίς κάποια αφορμή, μου είπε «Σε ακολουθώ», το οποίο κι έκανε. Δεν κατάλαβα αν ζητούσε συναίνεση ή αν απλώς με ενημέρωνε, σε κάθε περίπτωση είναι ωραίο να μην νιώθεις μόνος σε τούτον τον μάταιο κόσμο, πόσο μάλλον στην άλλη άκρη της Γης.

Τελικά δεν πρόλαβα το λεωφορείο που ήθελα, πήρα εκείνο των 14:20. Για να φτάσω στη στάση του λεωφορείου, πήρα ταξί μαζί με ντόπιους που θεωρητικά θα έκανε δέκα λεπτά, αλλά πάνω στο εικοσάλεπτο άρχισα να αναρωτιέμαι αν ο στόχος ήταν να φτάσουμε στη Μπανγκόκ μ’ αυτό. Ρώτησα τους ντόπιους συνοιπόρους μου πού πάμε, προσπάθησαν να μου εξηγήσουν σε σπαστά αγγλικά, αλλά μέχρι να ολοκληρώσουν την προσπάθειά τους, το ταξί έχει σταματήσει, έχοντας φτάσει στη στάση. Έφαγα, ήπια κι ένα lychee smoothie για να κορέσω τον νέο μου εθισμό.

Εκεί ξανασυνάντησα την Ταϊλανδή, που δούλευε σ’ ένα ξενοδοχείο στη Μπανγκόκ, και πιάσαμε κουβέντα. Το λεωφορείο της έφτασε πριν το δικό μου και μου έδωσε το facebook της λίγο πριν μπει μέσα ζητώντας μου να της στείλω ένα μήνυμα. Την αναζήτησα όσο βρισκόμουν στο δικό μου λεωφορείο· πολλές κοπέλες με το ίδιο όνομα εμφανίστηκαν διαθέσιμες κι δεν ξέρω αν ήταν ποια ήταν χειρότερη, η μνήμη μου ή η ικανότητά μου να διακρίνω τις διαφορές ανάμεσά τους, αλλά προσέθεσα την κοπέλα που είχε φωτογραφία εξωφύλλου ένα υπνοδωμάτιο (ξενοδοχείου άραγε; ), ως σωστός επίδοξος Πουαρό.

Αν δεν ξεκινούν έτσι όλοι οι μεγάλοι έρωτες, άραγε πώς;

Φτάνω στο χόστελ που είχα κλείσει, αυτή τη φορά στο πιο μοντέρνο κομμάτι της πόλης, όπου ο ρεσεψιονίστ με ρωτά πολύ επίσημα κι αυστηρά:
«Από πού ήρθατε, κύριε; Από ποια χώρα;»
Του εξήγησα ότι ήρθα από το νησί Τσανγκ, όντας ήδη δυο βδομάδες στη χώρα, πιο πριν Βιετνάμ και προηγουμένως Ελλάδα. Από τη στιγμή που δεν άκουσε τη λέξη Κίνα, φάνηκε να ηρεμεί.

Φαγητό σε ένα εστιατόριο που ντόπιοι τραγουδούσαν καραόκε (γιατί όχι; ), μπανάκι και νάνι.
 

Παρίσακτος

Member
Συγγραφέας
Μηνύματα
280
Likes
3.213
Ayutthaya: ο μοναχός, το ποδήλατο και του Βούδα τα μάγια

Άλλη μια φορά που ξύπνησα νωρίς. Είχα βάλει ξυπνητήρι στις 6 αλλά κάποιος άλλος είχε βάλει το δικό του δέκα λεπτά νωρίτερα, όμως κοιμόταν σαν βόδι, με αποτέλεσμα εκείνο να μην σταματά μέχρι να σηκώσει το μισό δωμάτιο στο πόδι.

Η μέρα είχε στο πλάνο της επίσκεψη στην Αγιουτάγια, την αρχαία πόλη που λογίζεται κι ως η αρχαία πρωτεύουσα της Ταϊλάνδης. Πρωτεύουσα του ομώνυμου βασιλείου από τα μέσα του 14ου αιώνα, μεσουράνησε για πάνω από 400 χρόνια, κοντράροντας ή και ξεπερνώντας σε χλιδή αντίστοιχες ευρωπαϊκές μητροπόλεις, μέχρι τον 18ο αιώνα που κατακτήθηκε και κάηκε από τους Βιρμανούς, κάτι που εξανάγκασε τους κατοίκους της να εγκαταλείψουν τα πάτρια εδάφη τους και να κατέβουν νοτιότερα. Και κάπως έτσι κατέληξε η πρωτεύουσα της Ταϊλάνδης να γίνει η Μπανγκόκ.

Πριν πάρω το τρένο για την πόλη, έφαγα στα 7-eleven ένα σάντουιτς και παραξενεύτηκα που είχε τυρί, έστω και πλαστικό· μου είχε λείψει το άτιμο, ταξιδεύοντας ενάμιση μήνα σε χώρες που σπανίζει. Η διαδρομή του τρένου ευχάριστη, κάνα μιαμισάωρο περίπου και τραγικά φθηνή, κάτι παραπάνω από 1€ μετ’ επιστροφής.

Ο αρχαιολογικός χώρος, που στην ουσία είναι κυρίως τα ερείπια ναών που επέζησαν από την επίθεση των Βιρμανών, παραμένει ως έχει, χωρίς ανακατασκευές κι είναι μνημείο της Ουνέσκο. Κυκλώνεται από ποτάμι, το οποίο μάλιστα διασχίζει και την Μπανγκόκ για να εκβάλει στον Κόλπο της Ταϊλάνδης, ενώ είναι επίσης εφικτό να την προσεγγίσει κανείς από την πρωτεύουσα με πλοιάριο.
1.jpg

Αφού διέσχισα το ποτάμι με βάρκα, σταμάτησα στον πρώτο ποδηλατάδικο και νοίκιασα όχημα για τη μέρα, ελάχιστα ακριβότερο από το εισιτήριο του τρένου, ξεκινώντας την εξερεύνησή μου.

Οι πιο ενδιαφέροντες ναοί ήταν οι εξής:
  • Wat Mahathat
Μπήκα από πόρτα που βρήκα ανοιχτή· δυο άνθρωποι υπήρχαν εκεί που έμοιαζαν με φύλακες ή εργάτες αλλά κανείς τους δεν προσπάθησε να με εμποδίσει, περπάτησα στα ερείπια αλλά κάτι δεν μου κόλλαγε.

«Από πού προμηθευτήκατε τα εισιτήρια;» ρώτησα ένα ζευγάρι τουριστών μετά από κάνα πεντάλεπτο εξερεύνησης.
«Από την είσοδο», απάντησαν αυθόρμητα μα λίγο αργότερα έδειξαν προβληματισμένοι. «Πώς μπήκες;»
Τους εξήγησα μου και μου είπαν ότι ίσως να μην χρειαζόταν να βγάλω εισιτήριο.
2.jpg

Αφού ήμουν ήδη μέσα, αποφάσισα να εξερευνήσω λιγάκι, μιας κι ήταν από τους ναούς που ούτως ή άλλως θα έβλεπα και θα συμπεριλαμβανόταν στο εισιτήριό μου. Τόσες φορές έχω γλιτώσει της φυλακής τα σίδερα σ’ αυτό το ταξίδι, η Αγιουτάγια θα με λύγιζε;

Αυτός ο ναός είναι από τους γνωστούς, μιας και ο βούδας ξεπροβάλλει μέσα από τους κορμούς των δέντρων, σε ένα από τα πιο εμβληματικά αξιοθέατα του χώρου. Εκεί έβγαλα με τη βοήθεια ενός Γάλλου και φωτογραφία, με τον φύλακα που επόπτευε να μου φωνάζει να σκύψω. Αφού ο άνθρωπος είχε επιμονή, πιθανώς καλλιτεχνικό μάτι κι εμπειρία με τόσο κόσμο που περνά, τον εμπιστεύτηκα κι έσκυψα, θεωρώντας πως θα έβγαινε καλύτερη η πόζα. Τελικά, όμως όπως αποδείχτηκε αργότερα, κανένα ενδιαφέρον δεν είχε για το πως θα βγω: ήταν ασέβεια να έχεις το κεφάλι σου πάνω από εκείνο του Βούδα.
3.jpg

Κατευθύνθηκα προς την έξοδο από την οποία είχα εισέλθει κι όπου είχα παρκάρει το ποδήλατο, αλλά τώρα η πόρτα ήταν κλειδωμένη.

Ε αυτό πάει πολύ, μπάτε σκύλοι αλέστε αλλά για να δραπετεύσουμε πρέπει να κινηθούμε σαν κοινοί κλέφτες. Αφού έτσι μας καταντήσανε, τι να κάνω, πήδηξα τον φράχτη.

Στο Wat Phra Ram από λαθρεπισκέπτης έγινα κανονικός επισκέπτης, και με τη βούλα του νόμου. Σαν ναός ήταν ωραίος, αλλά η εμπειρία θα ανέβαινε αν μπορούσαμε να ανέβουμε τα σκαλοπάτια κι έτσι συνέχισα την επίσκεψη στα πιο ενδιαφέροντα.

  • Wat Chaiwatthanaram
Ήταν μεγάλος, έδινε vibes Anghor Wat, που θα μου έμενε απωθημένο, όπου έκανα ένα διάλειμμα κι έφαγα στη σκιά ενός δέντρου. Είχε τον περισσότερο κόσμο, αλλά άξιζε.
4.jpg

Στη συνέχεια σταμάτησα σε ένα παραποτάμιο guest house café, που πήρα ένα σμούθι λίτσι, τη συνήθεια που έγινε λατρεία.
  • Wat Maheyong
Ενώ δεν είναι από τους πιο εντυπωσιακούς, ήταν άδειος (πράγμα που βέβαια ήταν μάλλον ο κανόνας κι όχι η εξαίρεση), με τα ελεφάντινα αγάλματα στη βάση του να ξεχωρίζουν, παρά τις σπασμένες τους προβοσκίδες.
5.jpg

Ανεβαίνοντας σε έναν ναό, βιαστικά συρσίματα στην κορυφή με ξάφνιασαν, ποντίκια η περιστέρια, δεν κατάλαβα. Κατεβαίνοντας, από την άλλη, με ξάφνιασε μια γυναικεία παρέα Ταϊλανδών, οι οποίες μου φώναζαν και με χειρονομίες με καλούσαν προς το μέρος τους.

«Κάνε μια ευχή», μου είπαν μόλις πλησίασα, δείχνοντάς μου τα στικάκια που αφήνουν τη χαρακτηριστική μυρωδιά σανταλόξυλου όταν καίγονται.
Ζήτησα διευκρινήσεις.
«Εύχεσαι κάτι κι έπειτα γίνεται, ορίστε, δοκίμασέ το».
Τι παράξενο μάρκετινγκ είναι αυτό, τα χαρίζουνε ή τα πουλάνε;
«Κι η ευχή γίνεται πιστεύω-δεν πιστεύω;»
«Πρέπει να πιστεύεις», μου απάντησαν. «Αλλά αν το ανάψεις, η ευχή θα γίνει».
Άντε βγάλε συμπέρασμα.

Μου είπαν πως ήταν από το Lopburi και η αμηχανία τους, τα χαμόγελα και τα αθώα σπρωξίματά τους, μου έφεραν στον νου παντρειές κι επειδή μπορεί να μην πιστεύω στα μάγια, στις ευχές και στις κατάρες, αλλά δεν είναι να παίζεις και με τέτοια πράγματα, ιδίως αν είσαι ξένος χωρίς χαρτιά σε ξένη χώρα, τους ευχήθηκα καλή συνέχεια κι απομακρύνθηκα.

Στη συνέχεια προχώρησα στον νέο ναό, που ήταν απέναντι. Εκεί, στο αίθριο πολλοί διαλογίζονταν μπροστά από ένα βουδικό άγαλμα. Όπως έφευγα, ένας μοναχός με σταμάτησε και μου έπιασε την κουβέντα. Ίσως ο αρχαιολογικός χώρος να κάνει τους ανθρώπους πιο κοινωνικούς, τι να πω;

Με ρώτησε γιατί βρισκόμουν εκεί, αν είχα κάποιο ενδιαφέρον στον βουδισμό. Είχε σπουδάσει στη Σουηδία, αλλά δεν ήταν καλός στα αγγλικά, οπότε όταν πήρε αυτό που ζήτησε, βλ. ερωτήσεις που είχα συλλέξει από όλο μου το ταξίδι, με προώθησε μετά χαράς σε έναν συνάδελφό του που είχε κάνει μεταπτυχιακό στην Αμερική.

Ο δεύτερος μοναχός φαινόταν πρεσβύτερος, ήταν πολύ πιο ομιλητικός κι έφερνε στο στερεότυπο που έχουμε για τους βουδιστές μοναχούς, ως προς την πραότητα ή τον τρόπο ομιλίας.

Μου μίλησε για τις 2 βασικές σχολές του βουδισμού, εκείνη που συναντάται στο Θιβέτ, την Ιαπωνία και την Κίνα, όπου ο σκοπός του πιστού είναι να φτάσει στη θέωση, και σ’ εκείνη στην Ινδοκίνα, όπου ο στόχος του πιστού είναι να γίνει άγιος, να αντιμετωπίσει τα πάθη του, να ελευθερωθεί από τα συναισθήματά του, από την άποψη του να μην είναι δέσμιός τους, εθισμένος σ’ αυτά. Δηλαδή να έχει έναν εσωτερικό ψυχολόγο. Ισχυρίστηκε ότι σε μοναστήρια στα βουνά έχει δει μοναχούς που έχουν φτάσει στη νιρβάνα και μπορούν να κάνουν θαύματα, π.χ. σαν τον Βούδα που μπορούσε να πετάει.

«Πώς μπορεί κανείς να απαλλαγεί από την οργή και τον φόβο, χωρίς να ξεφορτωθεί και θετικά συναισθήματα στην πορεία;»
Του άρεσε η ερώτηση.
«Τα αισθάνεται, απλώς αποστασιοποιημένα, ο στόχος είναι να μην παλινδρομεί ανάμεσα στα αρνητικά και στα θετικά, αλλά να βρίσκεται σε μια σχετικά διαρκή ισορροπία».

«Υπάρχουν θεοί;» συνέχισα, ενθυμούμενος το περιστατικό με τις κοπέλες προηγουμένως. «Γιατί πολύς κόσμος προσεύχεται στους θεούς και προσφέρει ανταλλάγματα για να τους κάνουν οι θεοί χάρες».
«Υπάρχουν πνεύματα, αλλά όλοι αυτοί δεν έχουν καταλάβει την ουσία του βουδισμού, ότι πρέπει να βρεις έναν τρόπο να εξαφανίσεις το ψυχικό βάσανο. Για τον σωματικό πόνο υπάρχουν οι γιατροί, μα για τον ψυχικό…;»
Οι ψυχολόγοι, σκέφτηκα.

«Γιατί τα ρωτάς όλα αυτά; Γιατί σε ενδιαφέρει;»
«Εγώ είμαι άθεος, αλλά προτού έρθω στην περιοχή είχα μια διαφορετική εικόνα για τον βουδισμό, ότι επρόκειτο περισσότερο για φιλοσοφία και λιγότερο για θρησκεία», είπα αλήθεια, πριν πω κι ένα ψέμα: «Κι ότι αν ένιωθα στο μέλλον την ανάγκη για κάποια θρησκεία, ο βουδισμός θα είχε μάλλον περισσότερες ελπίδες». Δεν ήθελα να τον κάνω να νιώσει ότι σπατάλησε τον χρόνο του. «Αλλά στην πράξη δεν βλέπω μεγάλες διαφορές με άλλες θρησκείες».

Στη συνέχεια της κουβέντας, αποκάλυψε ότι δεν πίστευε πως ο Βούδας είναι υπαρκτή οντότητα, αλλά ενέργεια που μετουσιώθηκε σε άνθρωπο. Οι στούπες που επισκεπτόμουν ήταν μέρη που σώζονταν τα λείψανα «αγίων», ανθρώπων, δηλαδή, που έφτασαν στην πολυπόθητη νιρβάνα, πιθανόν γι’ αυτό συχνά μυρίζουν και σαν πνεύμα εφήβου (κακό, το ξέρω, αλλά δεν μπορούσα να αντισταθώ...). Κι όσοι δεν καταφέρνουμε να την φτάσουμε, αναγεννιόμαστε βάσει κάρμα μέχρι να τη φτάσουμε. Εε με το ζόρι δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, θα πω εγώ.

Στο τέλος μου πρότεινε να βγούμε φωτογραφία, με έβαλε να σκύψω μπροστά του και να βάλω τα χέρια στο στήθος σαν να προσεύχομαι, για να δείξω σεβασμό, μου έδωσε 3 αντίτυπα ενός βιβλίου για τον βουδισμό για μένα και τους φίλους μου (στα αγγλικά, πράγμα που μου θύμισε τις ισλαμικές μεθόδους προσηλυτισμού με το κοράνι), το email του για να του στείλω τις φωτογραφίες και να διατυπώσω τις υπόλοιπες απορίες μου, ενώ πρόσθεσε πως μπορώ να μείνω δωρεάν σε ένα μοναστήρι, όπως και όλοι δηλαδή οι άνθρωποι (πριν καν το White Lotus το κάνει trendy). Αποχαιρετηθήκαμε.

  • Wat Ratchaburana
Ο αγαπημένος μου ναός, πιο καλοδιατηρημένος και με όμορφες λεπτομέρειες. Εδώ μπορούσες να ανέβεις τα σκαλιά και να δεις τη θέα από ψηλά, ενώ έμπαινες και στο εσωτερικό των ναών, μες στο σκοτάδι. Νυχτερίδες φτερούγιζαν πάνω από το κεφάλι σου, όσο με τον φακό του κινητού προσπαθούσες να διαβάσεις τις επεξηγηματικές ταμπέλες στην κρύπτη. Δυστυχώς η σκάλα που οδηγούσε στα έγκατα του ναού ήταν περιφραγμένη, οπότε δεν θα ζούσα την Ιντιάνα Τζόουνς στιγμή μου.
6.jpg


  • Wat Phra Si Sanphet
Ένα φωτογενές σύμπλεγμα στουπών, όπου απόλαυσα το ηλιοβασίλεμα.

7.jpg

Πήγα για φαγητό στην πόλη και κίνησα προς το ποδηλατάδικο, υπολογίζοντας να έχω αρκετό χρόνο μπροστά μου για το προτελευταίο δρομολόγιο, κι ίσως για το ακριβώς προηγούμενο, αλλά όταν έφτασα στον δρόμο του μαγαζιού, εκείνος ήταν άδειος κι η γυναίκα που μου είχε δώσει το ποδήλατο ήταν πάνω στη μηχανή.
«Ήμουν έτοιμη να σε βρω», μου είπε. «Χάθηκες;»
Έγνεψα καταφατικά· η ώρα ήταν 7 παρά πέντε και είχα την εντύπωση ότι το μαγαζί ήταν ανοιχτό μέχρι τις 7μιση, αλλά δεν μπήκα σε συζήτηση. Πάλι τελευταίος, ούτε επίτηδες να το έκανα.

Το τρένο ήρθε από το Chiang Mai με καθυστέρηση, έκανα ένα σύντομο μπάνιο στο χόστελ και βγήκα για βόλτα στην China Town: έφαγα σούπα με πτερύγιο καρχαρία και μαύρα μανιτάρια, ενώ παγωτό lychee για επιδρόρπιο. Αν είχα ανακαλύψει νωρίτερα στο ταξίδι αυτό το θείο (ή άγιο, μάλλον, σε τούτα τα μέρη της οικουμένης) φρούτο, μάλλον θα είχα επιστρέφει στην Ελλάδα τρία κιλά παχύτερος.

Έτσι έχουν τα πράγματα πάντα, κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις.
 

Παρίσακτος

Member
Συγγραφέας
Μηνύματα
280
Likes
3.213
Μπουμπουνητά στη χώρα των Χαμόγελων

Προτελευταία μέρα στην Μπανγκόκ και ξεκίνησα για τον στοιχειωμένο πύργο. Δεν πρόκειται για κάποιο πραγματικά στοιχειωμένο μέρος, όπου φαντάσματα περιδιαβαίνουν τους διαδρόμους του, μήτε για συνηθισμένο πύργο, όπως μας έρχονται στον μυαλό εικόνες της Δυτικής Ευρώπης, παρά για ουρανοξύστη που δεν κατάφερε να ολοκληρωθεί. Το Sathorn Unique, γέννημα μιας οικονομικής ακμής, που αναμενόταν να στεγάσει πολυτελή διαμερίσματα στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, εγκαταλείφθηκε όταν οι οικονομικές συνθήκες έκοψαν την όρεξη των μετόχων στο πρότζεκτ. Οι μόνοι επισκέπτες του κτιρίου, πέρα από τρωκτικά, ήταν δυτικοί θιασώτες του urbex, που έβρισκαν γοητεία στους εγκαταλειμμένους του ορόφους.

Δυσκολεύτηκα να το βρω, μπήκα σε κυβερνητικά κτίρια που φύλακες με κατεύθυναν «από την άλλη», αλλά δεν μπορούσα να βρω είσοδο, όλα φυλαγμένα με αλυσίδες και συρματόπλεγμα. Μια γυναίκα βγήκε από έναν χώρο εκεί δίπλα, τη ρώτησα και μου είπε «No!». Εντέλει βρήκα τοιχοκολλημένη μια αφίσα που εξηγούσε.
0.jpg

Μας φάγανε οι ινφλουένσερς.

Έπειτα κατευθύνθηκα προς Silom, στον περίφημο α λα τέτρις ουρανοξύστη, μη εγκαταλελειμμένο αυτή τη φορά, με εύκολη πρόσβαση, που όμως δεν επιχείρησα να εισέλθω, καθώς φαίνεται μόνο σύγχρονα ερείπια με τραβάνε εμένα, και το πανάκριβο για τα επίπεδα της χώρας skywalk δεν προσμέτρησε θετικά.
1.jpg

Η συνέχεια της βόλτας μου με βρήκε στο πάρκο Lumpini, ο καιρός όμως άλλαξε, με γκρίζα σύννεφα, μπουμπουνητά και ψιχάλες. Αρκετοί Ταϊλανδοί ήταν προετοιμασμένοι με ομπρέλες, γνωρίζοντας καλύτερα από μένα το κλίμα της πόλης. Η βροχή δυνάμωσε και βρήκα καταφύγιο σε ένα 7-11.
2.jpg

Έφαγα, αλλά η μπόρα δεν υποχωρούσε, οπότε τελικά πήρα λεωφορείο για δυο στάσεις, με στόχο έναν ινδουιστικό ναό. Ο ναός μας βγήκε μικρούτσικος αλλά θαυματουργός, τίγκα στα χρώματα και τα αγάλματα, αισθανόμουν ότι βρισκόμουν σε ναό αρχαίας θρησκείας, με τα ζωόμορφα είδωλα και τα πολύχρωμα αγάλματα να πνίγουν τον χώρο.

Η βροχή σταμάτησε και σειρά είχε τώρα το thai massage. Γενικά δεν θα με έλεγες φαν του μασάζ, αλλά έπρεπε να το δοκιμάσω, δεν θα άντεχα την ντροπή να μην μπορώ να απαντήσω σε πιθανές ερωτήσεις για το πώς μου φάνηκε. Σταμάτησα σε ένα μαγαζί κοντά στο χόστελ που είχα σταμπάρει από την προηγούμενη μέρα, ζήτησα ένα ταϊλανδέζικο μασάζ, αλλά όχι πολύ δυνατό.
«Το ταϊλανδέζικο μασάζ δεν μπορεί να μην είναι δυνατό», μου είπε η μεσήλικη γυναίκα. «Θέλετε κάτι άλλο καλύτερα;»
Thai massage στην Ταϊλάνδη, επέμεινα, ας πάει το παλιάμπελο.
Ε πήγε· σκαρφάλωνε πάνω μου με όλο της το βάρος, προσπάθησε τρεις φορά να μου σπάσει τα κόκαλα των ποδιών μου, ευτυχώς ανεπιτυχώς, τράβηγμα από εδώ, σπρώξιμο από εκεί, γενικώς δεν μπορώ να πω πως το ευχαριστήθηκα, αλλά αν δεν πάθεις, πώς θα μάθεις;

Σαν καινούριος επέστρεψα στο χόστελ για ένα μπάνιο. Στο μεταξύ η Ταϊλανδή από το Κο Τσανγκ είχε επικοινωνήσει μαζί μου και μου είχε πει πως θα βρισκόταν σε κάποιο μπαρ στον τουριστικό δρόμο Καοσάν, αν ήθελα να περάσω. Ομολογουμένως η πρότασή της δεν μου φάνηκε δελεαστική, η επικοινωνία με το λοκάλι έχει το ατού του να πηγαίνεις εκεί που πηγαίνουν οι ντόπιοι, όχι εκεί που μαζεύονται όλοι οι Αυστραλοί τουρίστες. Δεν αρνήθηκα εξαρχής, αλλά το άφησα στο φλου.

Επομένως για το τελευταίο μου βράδυ στην πόλη πήγα για κοκτέιλ σε ένα οικονομικό για τα δεδομένα του skybar, με εξαιρετική θέα στον ορίζοντα της Μπανγκόκ. Ακόμη πιο εξαιρετική ήταν η θέα από τα ουρητήρια που, οι άρρενες τουλάχιστον, μπορούσαν να κατουρήσουν το skyline της πόλης.
3.jpg

Η συνέχεια της βραδιάς είχε Neon night market που δοκίμασα μεταξοσκώληκες (δεν μου άρεσαν), ακρίδες, γρύλους και σπιτικούς γρύλους (μικρότερους, ίσως επειδή δεν τους ταΐζανε καλά), έτσι να φεύγουν έστω και τελευταία μέρα πράγματα από την check list μου. Συνοδευτικό ένας φυσικός χυμός από καρπούζι, για να κατεβαίνουν τα κριτσανιστά ζωύφια πιο εύκολα.

Στον γυρισμό πέρασα από την κακόφημη (ή και όχι) Patpong Market, όπου στην γκέι γειτονιά κράχτες με άρπαζαν να με βάλουν στο μαγαζί τους, αλλά όχι, στάθηκα βράχος, ενώ λίγο πιο πέρα άλλοι τύποι διαφήμιζαν τα ping pong shows, όπου πάλι εδώ ένας τύπος με τράβηξε στο μαγαζί του· εκεί δεν στάθηκα βράχος. Προς υπεράσπισή μου ο τύπος ήταν οριακά βίαιος στο τράβηγμά του, πράγμα που θα έπρεπε να με ψυλλιάσει, και με έσυρε στον πρώτο όροφο πριν προλάβω να το πολυσκεφτώ. Αλλά εντάξει το πινγκ πονγκ μου αρέσει, καθησύχασα τον εαυτό μου όσο ανεβαίναμε τα σκαλιά, δίπλα στην Κίνα είναι, αν οι Ταϊλανδοί έχουν το μισό ταλέντο θα είναι όμορφο θέαμα.

Ας πούμε ότι το μάρκετινγκ ήταν παραπλανητικό ή, τουλάχιστον, πως το σπορ δεν περιλαμβάνει ρακέτες. Έμεινα λιγότερο από πέντε δευτερόλεπτα εκεί μέσα, που ήταν αρκετά για να μου εντυπωθεί η εικόνα καλά στον αμφιβληστροειδή, απελευθέρωσα το χέρι μου από τον κράχτη-νταβατζή κι αποχώρησα, όσο το φιλοθεάμον κοινό κοιτούσε αδιάφορα το σόου.

Στον δρόμο με σταμάτησε μια ξεδοντιάρα πόρνη, προσφέροντάς μου ένα εκρηκτικό πακέτο («Μπουμ μπουμ» με την αντίστοιχη παντομίμα), που αρνήθηκα ευγενικά. Έριξε την τιμή της, αναβάθμισε και το πακέτο της, αλλά «no, thank you» λίγο πιο κοφτά αυτή τη φορά κι απομακρύνθηκα.

Είναι πολύ στενόχωρο που μια ολόκληρη χώρα με τόσα όμορφα μέρη έχει εδραιωθεί διεθνώς ως η μέκκα του σεξοτουρισμού. Ομολογώ ότι δεν ήρθα σε μεγάλη επαφή μ’ αυτή την όψη της χώρας, ενώ είχα ακούσει πολλές ιστορίες, ακόμη και όταν μιλούσα για το ταξίδι μου πριν την αναχώρηση, με ρωτούσε κόσμος, ευτυχώς όχι πολύς: «Εντάξει το Βιετνάμ και η Καμπότζη, αλλά στην Ταϊλάνδη τι πας να κάνεις, εκεί μόνο για σεξοτουρισμό πάνε».

Προσωπικά, πλην εκείνης της τελευταίας βραδιάς και του κλαμπ στο Κο Τσανγκ, όπου ορισμένα διαφυλετικά ζευγάρια είχαν ύποπτα μεγάλη διαφορά ηλικίας, δεν συνάντησα κάτι που να με παραπέμπει στη συγκεκριμένη βιομηχανία, σίγουρα όχι περισσότερο απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού στον πλανήτη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Ο σεξοτουρισμός είναι ακόμη ενεργός, η Πατάγια που θα επισκέπτονταν οι Έλληνες του Κο Τσανγκ χαρακτηρίζεται ως η πρωτεύουσα του σπορ, να ’ναι καλά ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός που διαμόρφωσε το τουριστικό και, κατ’ επέκταση, το κοινωνικό της προφίλ.

Έστειλα μήνυμα στην Ταϊλανδή ότι δεν θα πήγαινα, καθώς η κούραση με είχε κερδίσει (ευχαριστούμε, τάι μασάζ). Φαγητό πάλι από την κινέζικη συνοικία κι επιστροφή στο δωμάτιο, όπου ξεράθηκα χωρίς να κάνω καν μπάνιο.
4.jpg

Την επόμενη μέρα, την τελευταία του ταξιδιού, αφού ετοίμασα τα πράγματά μου, ξεκίνησα χαλαρά για μια τελευταία βόλτα στην πόλη. Πρώτος σταθμός το Wat Arun, ο εντυπωσιακότερος ναός που είδα στο ταξίδι, σαν την Αγιουτάγια στο σήμερα, που τον προσέγγισα με φέρι.

Στη συνέχεια κατευθύνθηκα προς το ταβερνείο της Raan Jay Fai, το μοναδικό μισελενάτο στριτφουντάδικο της πόλης (τη στιγμή της επίσκεψης), που έκανε την ιδιοκτήτριά του φίρμα. Πράγμα όχι και πάντα καλό, καθώς είχε στήσει τοίχο για να εμποδίζει τους τουρίστες να τη βιντεοσκοπούν. Είχε δυο σελίδες αναμονή για την ίδια μέρα, ενώ κόσμος δεν σταματούσε να έρχεται.
5.jpg

Εγώ κάθισα σε γειτονικό μαγαζί, όπου έφαγα ομελέτα με μύδια.

Συνέχισα προς Khaosan Road, αναζητώντας ανεπιτυχώς το πρώτο pad thai που είχα δοκιμάσει στη χώρα (έπρεπε να επιβεβαιώσω αν ήταν όντως τόσο καλό ή έφταιγε που ήμουν άμαθος και γευστικά παρθένος), αλλά το μαγαζί είχε εξαφανιστεί, ίσως ήταν από αυτά τα μέρη που σου αποκαλύπτονταν μόνο αν πραγματικά το είχες ανάγκη· αρκέστηκα σε ένα lychee smoothie, γιατί έπρεπε και κάπου να είμαι συνεπής.

Επιστροφή στο χόστελ και τελευταία μου διαδρομή στη χώρα με προορισμό το αεροδρόμιο. Αυτή τη φορά δεν περίμενα καμία δυσκολία στο γκισέ κι όντως, κανένας δεν ενδιαφέρθηκε για το προσωρινό μου διαβατήριο, ούτε στη Μπανγκόκ ούτε στην ανταπόκριση στη Σιγκαπούρη, από τη στιγμή που με ξεφορτώνονταν, όλοι χαρούμενοι.

Κι εγώ πρώτος απ' όλους: γεμάτος από εικόνες, χαμογελαστός, ίσως γι’ αυτό οι τουριστικοί πράκτορες την αποκαλούν χώρα των χαμόγελων, όχι γιατί οι κάτοικοί της μειδιούν, αλλά γιατί οι επισκέπτες της φεύγουν μ’ ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά.

Επιστροφή στα πάτρια εδάφη λίγο πριν τα αεροδρόμια αρχίζουν να κλείνουν ένα-ένα, ερχόμενος σε μια νέα κανονικότητα (του κόβιντ), που σήμερα μοιάζει ταυτόχρονα τόσο κοντινή όσο και μακρινή.

Το ταξίδι μου, όμως, στις εσχατιές της ηπειρωτικής Ασίας είχε φτάσει στο τέλος του. Ένα ταξίδι που θα μου έμενε για καιρό ως τόσο το καλύτερο όσο και το χειρότερο ταξίδι που είχα βιώσει. Σήμερα κι αυτό φαντάζει με τη σειρά του μακρινό· μα και κοντινό συνάμα, όταν το διηγούμαι.
 

Παρίσακτος

Member
Συγγραφέας
Μηνύματα
280
Likes
3.213
Αρνούμαι να πιστέψω πως έχει τελειώσει αυτή η ιστορία μετά από 6μισι χρόνια... ;)
Ούτε κι εγώ, αλλά ελπίζω πως απλώς είναι το πρώτο στάδιο του πένθους (ή της λύτρωσης). :p

Λογικά θα ακολουθήσουν και κάποιες τελικές εντυπώσεις, ίσως και μια σύγκριση των δυο χωρών (ή μήπως καλύτερα αυτό να γίνει war, ας μιλήσουν οι ειδικοί), αλλά δεν υπόσχομαι τίποτα. :D
 

Παρίσακτος

Member
Συγγραφέας
Μηνύματα
280
Likes
3.213
H αναμέτρηση που κανείς δεν ζήτησε: Βιετνάμ vs Ταϊλάνδη

Αν και η σύγκριση μεταξύ των δύο χωρών φαίνεται κάπως αυθαίρετη (καθώς συχνά συγκεντρώνουν διαφορετικό κοινό, π.χ. μπορεί να ήταν πιο ταιριαστή μια σύγκριση Βιετνάμ vs Λάος/Καμπότζη ή Ταϊλάνδη vs Φιλιππίνες/Ινδονησία), δεδομένου ότι αυτές μόνο επισκέφτηκα -θέλοντας και μη, με έμφαση στο μη- αλλά κι ότι αποτελούν τις τουριστικότερες χώρες της Ινδοκίνας και κατ’ επέκταση εύκολο οικονομικό στόχο πρώτου ταξιδιού στην περιοχή, ορίστε μια μονομαχία, τουλάχιστον με βάση τα όσα είδα σ’ αυτό το ταξίδι, όπως τα αξιολογώ μετά από έξι χρόνια:


Επίτευξη προσδοκιών

Υψηλές προσδοκίες για το Βιετνάμ, θεωρούσα ότι θα συναντούσα μια μικρογραφία της Κίνας (που είναι ταξιδιωτικό όνειρο από τα παιδικάτα μου) σε tourist friendly πακέτο, αλλά συνάμα εξωτική και αδάμαστη, με τις δεκάδες φυλές και τα κρυφά της μνημεία. Χαρακτηρισμοί πως το Χόι Αν κοντράρει γαλλικές κι ιταλικές πόλεις σε ομορφιά δεν βοήθησαν να τις δαμάσω. Ο τουρισμός θα την αλλοίωνε σύντομα, οπότε έπρεπε να βιαστώ να το προλάβω πριν οι ορδές του σιναφιού μου το αλλάξουν για πάντα.

Για την Ταϊλάνδη, οι προσδοκίες σχετικά χαμηλές. Θεωρούσα ότι η Μπανγκόκ θα ήταν ένα ευχάριστο κλείσιμο του ταξιδιού, πιο φουτουριστική από υπόλοιπα τα μέρη κι ότι θα απολάμβανα μπάνιο. Τουριστικό πανηγύρι όλη η χώρα, αλλά οι επιλογές μου ίσως να το μετρίαζαν αυτό.

Το Βιετνάμ μάλλον στάθηκε ελαφρώς κατώτερο των προσδοκιών μου, μ’ εξαίρεση τη φύση του. Το βρήκα πολύ πιο τουριστικό από την Ταϊλάνδη, βέβαια στη δεύτερη πήγα Φλεβάρη όταν ο τουρισμός είχε ήδη αρχίσει να πλήττεται από τον κορονοϊό. Από την άλλη, την Ταϊλάνδη την βρήκα αξιολογότατη, προσφέροντάς μου περισσότερα απ’ όσα ανέμενα, σε καλές τιμές. Επίσης, δεν τη βρήκα ευκολότερη από το Βιετνάμ από την άποψη του όλα να προσφέρονται πανεύκολα στο πιάτο· από άποψη τουριστικών υπηρεσιών νομίζω κυμαίνονταν στο ίδιο επίπεδο.

Πόντος στην Ταϊλάνδη, γιατί οι προσδοκίες, ως γνωστόν, είναι άγκυρες κι εδώ ήταν και άκυρες, όπως κι η ελαφριά περιφρόνησή μου πριν την επισκεφτώ(0-1).
expectations.jpg


Αξιοθέατα

Οι μεγαλύτερες σπηλιές στον κόσμο, μνημεία της φύσης που συγκαταλέγονται σε παγκόσμια highlights, παλάτια και αποικιοκρατική αρχιτεκτονική, μουσεία που συναισθηματικά σε φορτίζουν, εντυπωσιακά τοπία στον βορρά και μια σύγχρονη ιστορία, στα μάτια μου πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Αγιουτάγια σαφώς ανώτερη του My Son· επίσης βρήκα καλύτερες απ’ όλες τις απόψεις τις παγόδες της Ταϊλάνδης, χωρίς να σημαίνει ότι δεν αξίζουν και του Βιετνάμ.

Συνολικά, αν κανείς επισκεφτεί με βασικό γνώμονα αξιοθέατα/μνημεία/αρχαιολογικούς χώρους, δηλαδή σημεία με τουριστικό ενδιαφέρον, το Βιετνάμ προσφέρει περισσότερα(1-1).
sights.jpg


Πρωτεύουσες

Το Ανόι ήταν σίγουρα γοητευτική πόλη, αν και την έχω συνδυάσει με τις όχι-και-ιδιαίτερα-ευχάριστες αναμνήσεις των πρεσβειών και του Immigration, αλλά έχει χαρακτήρα, έχει καλό φαγητό, πράγματα να κάνεις και μες στην πόλη και πέριξ.

Η Μπανγκόκ, από την άλλη, είναι από τις πιο γοητευτικές μεγαλουπόλεις που έχω επισκεφτεί, πιο σύγχρονη, το μοντέρνο με το παραδοσιακό μπλέκουν πιο καθαρά, δεν διαχέονται μεταξύ τους όπως στο Ανόι, το φαγητό είναι κι εδώ κορυφαίο.

Αν έπρεπε να επιλέξω πού να πάω για city break, θα πήγαινα Μπανγκόκ(1-2).
city.jpg


Οικισμοί

Επισκέφτηκα περισσότερες πόλεις στο Βιετνάμ και συνολικά πιο ενδιαφέρουσες. Παρότι η Chiang Mai ήταν ευχάριστη στο περπάτημα και το Kanchanaburi δεν ήταν κακό, στο Βιετνάμ βρήκα μεγαλύτερη ποικιλία με την καρτποσταλική Χόι Αν, την χίπστερ Χο Τσι Μιν, την αυτοκρατορική Χιουέ, γλυκά χωριουδάκια παρατημένα στον χρόνο. Ακόμη και με τις πρωτεύουσες μέσα, αν κάποιος επισκέπτεται μια χώρα με προτεραιότητα οικισμούς (πόλεις ή χωριά), νομίζω θα ευχαριστηθεί περισσότερο τη διαμονή του στο Βιετνάμ(2-2).
towns.jpg


Φύση

Στην Ταϊλάνδη τα highlights περιλάμβαναν παραλίες, που δεν είδα αντίστοιχές τους στο Βιετνάμ, επειδή δεν ήταν και στους στόχους του ταξιδιού, και γενικότερα το υγρό στοιχείο (βλ. καταρράκτες). Για "καλοκαιρινές" διακοπές τον χειμώνα αναμφίβολα είναι ανώτερη επιλογή, χάρη στην ποικιλία σε νησιά που προσφέρει. Ομοίως, τα βουνά και τα χερσαία φυσικά κάλλη υπερείχαν στο Βιετνάμ, μιας και δεν τα αναζήτησα στην (σχεδόν) γείτονα χώρα. Επειδή τα τοπία στον Βορρά και το τρεκ στη ζούγκλα ήταν πραγματικά ξεχωριστά και θεωρώ πως δεν υπάρχουν αντίστοιχά τους στην Ταϊλάνδη, ενώ ωραία νερά για κολύμπι θαρρώ βρίσκεις και σε νησάκια στον Νότο του Βιετνάμ, ψήφος σ’ αυτό(2-3).
nature.jpg


Φαγητό

Ισοπαλία θα έπρεπε να είναι αυτό. Πρακτικά είναι δυο εξαιρετικές κουζίνες, ισοδύναμες στα μάτια μου, δύσκολα πιστεύω θα τις βαριόμουν. Όταν έφτασα στην Ταϊλάνδη, θεωρούσα ότι δεν μπορούσε να ξεπεράσει την κουζίνα του Βιετνάμ· μέχρι που δοκίμασα την πρώτη μου μπουκιά pad thai. Πιθανότατα η κουζίνα του Βιετνάμ να είναι πιο πλήρης, σε γλυκά, σε καφέδες (δεν είμαι τρελός φαν του καφέ, αλλά εδώ προσκυνώ), σε πιάτα, σε ποικιλία γεύσεων, αλλά αν το κριτήριο ήταν αποκλειστικά οι γεύσεις και μου έβαζες ένα πιστόλι στον κρόταφο: «Πού πας, ρε, για να φας;» μάλλον θα πήγαινα στην Μπανγκόκ(3-3).
food.jpg


Κόστος

Μιλάμε για πολύ φθηνές χώρες, σε σύγκριση με τη δική μας, πιθανότατα από τις φθηνότερες στον κόσμο. Με την εξαίρεση της διαμονής, που στην Ταϊλάνδη ήταν σχεδόν διπλή (και πάλι κάτω από 8€ το βράδυ κατά μέσο όρο, αν και η διαμονή στα νησιά ανεβάζει αυτονόητα το μπάτζετ), στα υπόλοιπα μου φάνηκαν παραπλήσιες οι τιμές. Φαγητό φθηνό και στις δύο, με εξαιρετικές επιλογές street food, οικονομικές μεταφορές (λίγο πιο φθηνές στο Βιετνάμ, ίσως, αν και δεν ξεχνάω το 1€ και κάτι ψιλά aller-retour στην Αγιουτάγια, που το βρήκα εξωφρενικά φθηνό) κι ορισμένες value for money εκδρομές (π.χ. Halong Bay). Με μικρή διαφορά Βιετνάμ(4-3).
cost.jpg


Επανεπισκεψιμότητα

Δεδομένου ότι είδα μεγαλύτερο μέρος του Βιετνάμ (κεντρικό και βόρειο κυρίως, με HCMC από νότο) και λιγότερα από την Ταϊλάνδη (κυρίως στο βόρειο και κεντρικό/ανατολικό κομμάτι κι εδώ), άφησα περισσότερες εκκρεμότητες στην Ταϊλάνδη, τροπικά νησάκια είτε προς Κράμπι και θάλασσα Ανταμάν είτε στον κόλπο της Ταϊλάνδης είτε (κυρίως) στην ίδια της την πρωτεύουσα που εύκολα θα επιδίωκα ένα πέρασμα, αν π.χ. επιχειρούσα να ξαναεπισκεφτώ την περιοχή (π.χ. για Καμπότζη ή Λάος), οπότε παίρνει και την τελευταία μου ψήφο(4-4).
revisit.jpg


Σκορ

Παρότι το Βιετνάμ φαίνεται να κερδίζει στις πιο δυνατές κατηγορίες (αξιοθέατα, οικισμοί, φύση), αν και όχι με τρομερή διαφορά, στα μάτια μου οι χώρες είναι αρκετά ισόπαλες κι αυτό είναι το δικαιότερο σκορ για τέτοιο ματς.
 

Εκπομπές Travelstories

Τελευταίες δημοσιεύσεις

Στατιστικά φόρουμ

Θέματα
35.370
Μηνύματα
969.700
Μέλη
40.321
Νεότερο μέλος
miltos204
Top Bottom