Βιετνάμ Μια κορώνα για την τύχη μου

skoumpi

Member
Μηνύματα
1.206
Likes
1.101
Σημερα ¨βρήκα¨ την ιστορία σου ....
Απίστευτα !!!!! Χαρά στο κουράγιο σου !!! Δεν ξερω τι να πω....
Αρρώστια -Διαβατήριο - Κάρτα
Covid κτλ κτλ...
Εσύ και αν θα εχεις να διηγείσαι ιστορίες στα γεράματα :)
 
Μηνύματα
239
Likes
2.650
Goodbye, Ho Chi Minh

Το βράδυ με υποδέχτηκε στο μπάνιο μια μεγάλη κατσαρίδα που έκανε βόλτες γύρω από το στόμιο της βρύσης. Δεν γνώριζα αν στη βιετναμέζικη κουλτούρα συμβόλιζαν την καλοτυχία, αλλά εγώ απλώς ήλπιζα να μην ξεχάσει κάποιος ανοιχτή την πόρτα του μπάνιου και ξυπνήσω μες στη νύχτα από ένα αδιόρατο γαργαλητό στα βλέφαρα. Δεν ξύπνησα μες στη νύχτα, αλλά δεν ξέρω πόσο ανέγγιχτα έμειναν τα βλέφαρά μου.

Το επόμενο πρωί πήγα στο ανταλλακτήριο να αλλάξω τα τελευταία μου βιετναμέζικα ντονγκ σε μπατ (ταϊλανδέζικο νόμισμα). Έφαγα και το τελευταίο μου μπαν μι κοτόπουλο και κατευθύνθηκα προς τη στάση του λεωφορείου για το αεροδρόμιο.

Εκεί πέρα πέτυχα κι ένα αλλόκοτο συμβάν, όπου μια μαύρη γυναίκα ωρυόταν και προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα ενός χόστελ, την οποία κρατούσε σφιχτά ένας ημίγυμνος λευκός άνδρας από την άλλη πλευρά.
«Δώσε μου το κινητό μου», ούρλιαζε και τραβούσε με όλη της τη δύναμη το πόμολο, μέχρι που κάποια στιγμή όταν περνούσα από δίπλα της, αυτό υποχώρησε κι εκείνη έπεσε με φόρα σε κάτι παρκαρισμένα μηχανάκια. Το σόου δεν σταμάτησε εκεί, αλλά το λεωφορείο μου ήρθε λίγο αφότου έφτασε κι η αστυνομία.

Φτάνω στο αεροδρόμιο κι εκεί με υποδέχεται μια δυσάρεστη έκπληξη. Όλος ο πίνακας των αναχωρήσεων είναι γεμάτος με ακυρώσεις. Λόγω κόβιντ, υποθέτω. Κοιτάζω την πτήση προς Μπανγκόκ, να τη κι αυτή, όλα γύρω μου μαυρίζουν, είναι το σημείο που ο κεντρικός χαρακτήρας κοιτάζει τον ουρανό, φωνάζει ένα «Όοοοχιιιιι» αγγλιστί κι η κάμερα κάνει φόκους στο λαρύγγι του.

Ψυχραιμία, με νουθετώ. Πώς στα κομμάτια δεν έλαβα κάποιο μέιλ για την ακύρωση; Ξανακοιτάζω τον πίνακα και βλέπω ότι οι ακυρωμένες πτήσεις για Μπανγκόκ είναι άλλες ώρες από τη δική μου, η οποία βρισκόταν στο τέλος της λίστας, μιας κι είχα πάει αρκετά νωρίτερα.

Πηγαίνω στα γκισέ, περιμένω να ανοίξουν, τους εξηγώ την κατάστασή μου και με βάζουν σε αναμονή, γιατί δεν ξέρουν αν μπορώ να πετάξω, πρέπει να επικοινωνήσουν με το γραφείο στην Ταϊλάνδη. «Ελάτε ξανά σε μιάμιση ώρα».

Σχετικά αισιόδοξος, σκοτώνω τον χρόνο μου σε μια καρέκλα δέκα μέτρα από το counter ρίχνοντας περιοδικές ματιές προς τους υπαλλήλους με βλέμμα «Είμαι ακόμη εδώ, μην με ξεχάσετε».

Δεν με ξέχασαν.
«Θα πετάξετε κανονικά αλλά θα περάσετε από συνέντευξη στο γραφείο αλλοδαπών στο αεροδρόμιο της Μπανγκόκ». Παραδίδω τη βαλίτσα και μπαίνω στο αεροπλάνο χαλαρός, σίγουρος ότι τελικά όλα θα πάνε καλά. Μωρέ στη χώρα του χαμογέλου δεν θα με αφήσουν να μπω;

Το αεροπλάνο προσγειώνεται στην ώρα του, φτάνω στο passport control, μου δίνουν ένα χαρτί, το συμπληρώνω, το παραδίδω στον έλεγχο, μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα (διαβατήριο και ταϊλανδέζικη βίζα). Ο τύπος δυσκολεύεται, σαν κάτι να τον ενοχλεί στα έγγραφά μου, φωνάζει κάποια συνάδελφό του, η οποία με παίρνει και πηγαίνουμε μαζί σε ένα γραφείο (εννοώ το έπιπλο, όχι κάποιον ξεχωριστό χώρο), όπου εγώ πολύ χαλαρός, εκνευριστικά χαλαρός θα μπορούσε να πει κανείς, της δίνω πάλι όλα τα έγγραφα, εκείνη αρχίζει και ψαχουλεύει στον φάκελό μου και διάφορα άλλα άσχετα που είχα μαζί, όπως φωτογραφίες ή σελίδες Α4 με ταξιδιωτικές συμβουλές και προγράμματα (RIP Καμπότζη κι ίσως και Ταϊλάνδη), και φαίνεται κι εκείνη προβληματισμένη.

«Valid only to return to Greece», διαβάζει φωναχτά το αναθεματισμένο το προσωρινό διαβατήριο.
«Να, εδώ η πτήση μου από Μπανγκόκ για Ελλάδα (18 μέρες μετά), να εδώ κι η βίζα μου που η πρεσβεία σας έκανε δεχτή», της λέω μελιστάλαχτα, παίρνοντας το πιο αθώο μου δεν-θέλω-να-μεταναστεύσω-στην-χώρα-σου-κυράμ βλέμμα μου.

«Valid only to return to Greece», επαναλαμβάνει την κασέτα στους υπόλοιπους συναδέλφους της. Βλέπει την πτήση επιστροφής και τονίζει την πτήση για Σιγκαπούρη.
«Είναι απλώς transit», της εξηγώ. «Τρεις ώρες, δεν θα βγω από το αεροδρόμιο». Που και να ήθελα δηλαδή, δεν θα έβγαιναν οι χρόνοι.

Έπειτα παίρνει κάποιον τηλέφωνο.
Αν και η αισιοδοξία μου είχε λάβει κάποια πλήγματα, το λευκό μου προνόμιο δεν με άφηνε να απογοητευτώ. Όχι, είμαι τόσο κοντά, τι θα κάνουν; Θα με βάλουν να πάρω την πρώτη πτήση για Ελλάδα; Κι αν δεν βρουν απευθείας, που αυτό υποτίθεται είναι το βασικό τους πρόβλημα, που σιγά μην έχει, τι θα συμβεί, θα μείνω σαν τον Τομ Χανκς εγκλωβισμένος στο αεροδρόμιο της Μπανγκόκ εν μέσω της μεγαλύτερης πανδημίας των τελευταίων αιώνων; Δεν υπήρχε λογική σε οποιοδήποτε άλλο σενάριο πέραν του να με άφηναν να συνεχίσω τις διακοπές μου για λίγες βδομάδες ακόμη.

«Valid only to return to Greece» συνέχιζε η μαγνητοταινία στο τηλέφωνο αυτή τη φορά. Valid only… Singapore… και πάλι από την αρχή, με εμένα να υπενθυμίζω διακριτικά ότι μιλάμε για 3 ώρες παραμονή στο αεροδρόμιο.

Η υπάλληλος δεν μου έδωσε σημασία, έκλεισε το τηλέφωνο και μου έριξε ένα θλιμμένο δεν-μπορώ-να-κάνω-κάτι βλέμμα.

Η λογική δεν κερδίζει πάντα.
 

poised

Member
Μηνύματα
874
Likes
6.469
Δεν ήσουν κάπως υπεραισιόδοξος ότι πτήση 18 μέρες θα την έπαιρναν έτσι εύκολα για απευθείας πτήση επιστροφής; Εδώ και 18 ώρες μετά να ήταν, για να μην πω οτιδήποτε εκτός transit θα ήταν δύσκολο πιστεύω...
 
Μηνύματα
239
Likes
2.650
Δεν ήσουν κάπως υπεραισιόδοξος ότι πτήση 18 μέρες θα την έπαιρναν έτσι εύκολα για απευθείας πτήση επιστροφής; Εδώ και 18 ώρες μετά να ήταν, για να μην πω οτιδήποτε εκτός transit θα ήταν δύσκολο πιστεύω...
Μετά τις σφαλιάρες που είχα φάει, εννοείται πως ήμουν υπερβολικά αισιόδοξος, αλλά είχα βασιστεί στο ότι:
1ον. Είχα ήδη visa. Ήξεραν ότι θα έφευγα μετά από 18 μέρες, είχαν δει το διαβατήριό μου και με είχαν δεχτεί. Αν θεωρούσαν πως είμαι επικίνδυνος, γιατί να μην μου απέρριπταν την αίτηση βίζας;
2ον. Μου είχαν πει από την Ταϊλανδέζικη πρεσβεία στην Ελλάδα ότι γενικά στην Ταϊλάνδη τους Έλληνους τους δέχονται εύκολα, οπότε θεωρούσα ότι δεν θα μου έκαναν μανούρα. Αν π.χ. στη θέση της Ταϊλάνδης ήταν η Καμπότζη ή το Βιετνάμ, οι ελπίδες μου θα ήταν λιγότερες.
3ον και σημαντικότερο: ήταν η χώρα του χαμογέλου και πώς σου πάει η καρδιά, ρε άκαρδη αεροσυνοριοφύλακα, να με απευλαύνεις με χαμόγελο;

Το πρόβλημά τους δεν ήταν οι 18 μέρες διαμονής στη χώρα, αλλά ότι θα είχα 3 ώρες στη Σιγκαπούρη που εκεί μπορεί να μου λέγανε οι Σιγκαπουριανοί, "Τι κάνεις εδώ, βρε αγύρτη, δεν σε θέλουμε, γύρνα απ' όπου μας ήρθες [δηλαδή, στην Ταϊλάνδη]", που θεωρούσα ότι δεν θα έβγαζε πολύ νόημα από τη στιγμή που αν με άφηναν να συνεχίσω το ταξίδι μου θα τους άδειαζα τη γωνιά επιστρέφοντας στα πάτρια εδάφη. Η εντύπωση που μου δόθηκε είναι ότι αν η πτήση μου ήταν απευθείας για Ελλάδα (ή και ΕΕ, σκέφτομαι κατόπιν εορτής), δεν θα είχαν κάποιο θέμα.
 

poised

Member
Μηνύματα
874
Likes
6.469
Απ' ότι κατάλαβα στο Ανόι δεν έβγαλες νέο διαβατήριο αλλά laissez-passer δηλαδή προσωρινό ταξιδιωτικό έγγραφο που επιτρέπει μόνο την επιστροφή στο συνήθη χώρο διαμονής (αν δεν είναι η Ελλάδα, ότι δήλωσες και μετά μπορεί να χρειάζεται δεύτερο έγγραφο από την άλλη χώρα).

Μου κάνει ήδη εντύπωση που η Ταϊλάνδη σου έβγαλε βίζα και σου επέτρεψε την είσοδο με αυτό αλλά ακούγεται σαν να πήρες μεγάλο ρίσκο που δύσκολα θα έβγαινε και μάλλον δε το κατάλαβες καν.
 
Last edited:
Μηνύματα
239
Likes
2.650
Απ' ότι κατάλαβα στο Ανόι δεν έβγαλες νέο διαβατήριο αλλά laissez-passer δηλαδή προσωρινό ταξιδιωτικό έγγραφο που επιτρέπει μόνο την επιστροφή στο συνήθη χώρο διαμονής (αν δεν είναι η Ελλάδα, ότι δήλωσες και μετά μπορεί να χρειάζεται δεύτερο έγγραφο από την άλλη χώρα).
Ακριβώς, το έγγραφο είχε τίτλο "Προσωρινό διαβατήριο" και είχε ισχύ ορισμένο χρονικό διάστημα (μετά τη λήξη του ταξιδιού μου) με σκοπό την επιστροφή στην Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά, όπως ανέφερα και στην ιστορία, για ορισμένες χώρες υπάρχει η δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί ως κανονικό διαβατήριο ακόμη και για την είσοδο σε άλλες χώρες (π.χ. διαβατήριο από το Ηνωμένο Βασίλειο). Επίσης κάποιες χώρες ακόμη κι έτσι δεν το δέχονται (π.χ. δεν είναι εξίσου ασφαλές από πλαστογραφία). Εκδίδεται σε περίπτωση απώλειας/κλοπής αλλά αν θυμάμαι καλά αντίστοιχη διαδικασία αντιμετωπίζουν όσοι έχουν φθορές στο διαβατήριό τους (σαν τον Βρετανό) ή τους τελείωσαν οι διαθέσιμες σελίδες ή έληξε το διαβατήριο όσο βρίσκονταν εκτός της χώρας τους (π.χ. όσοι κάνουν πολύμηνα) και τους χορηγείται μέχρι να ετοιμαστεί το καινούριο, οπότε φαντάζομαι πως η περίπτωσή μου δεν ήταν μία στο δισεκατομμύριο.
Μου κάνει ήδη εντύπωση που η Ταϊλάνδη σου έβγαλε βίζα και σου επέτρεψε την είσοδο με αυτό αλλά ακούγεται σαν να πήρες μεγάλο ρίσκο που δύσκολα θα έβγαινε και μάλλον δε το κατάλαβες καν.
Τώρα δικηγόρος της πρεσβείας της Ταϊλάνδης δεν μπορώ να γίνω, αλλά υποθέτω πως θα αξιολόγησαν τον κίνδυνο να ξεμείνω στη χώρα ή να δημιουργήσω προβλήματα σε αντιδιαστολή με τα οφέλη που θα προσέφερα ως λευκός τουρίστας πλουσιότερης χώρας (βλ. εισροή χρήματος), που είχε ήδη κλεισμένη πτήση επιστροφής. Κανονικά η Ταϊλάνδη δεν θέλει καν βίζα (τουλάχιστον για τέτοιο μέγεθος ταξιδιού), εγώ χρειάστηκε να τους δώσω κι έγγραφα όπως υπόλοιπο λογαριασμού τραπέζης, για να δούνε ότι δεν είμαι κάνας μπατίρης που θα ζητιανεύει με καμιά κιθάρα στον δρόμο.

Προφανώς κι υπήρχε ρίσκο, αλλά διαφωνώ ότι ήταν τόσο μεγάλο, ιδίως εκείνη την αποφράδα μέρα της πτήσης. Αν δεν μου είχαν κάνει δεχτή τη βίζα και πήγαινα καμικάζι για visa on arrival, ναι, εκεί θα ήμουν τρελός τζογαδόρος, αλλά αφού είχαν δει τα έγγραφά μου και με δέχτηκαν, οι εναλλακτικές μου ήταν οι εξής:
  1. Να πληρώσω εισιτήριο από το Βιετνάμ τελευταία στιγμή για ταξίδι πίσω στην Ελλάδα. Ακριβό σενάριο, ενδεχομένως να μου κόστιζε πιο ακριβά απ’ ό,τι οι 18 μέρες ταξιδιού στην Ταϊλάνδη (ιδίως αν οι τιμές ήταν παραπλήσιές του Βιετνάμ).
  2. Να πάω γιόλο. Είχα ήδη τη βίζα, ήλπιζα πως θα με δέχονταν και θα επέστρεφα δωρεάν (αφού είχα ήδη πληρώσει το εισιτήριο επιστροφής), plus διακοπάρες δίχως τέλος.
  3. Αν δεν με δέχονταν, έπρεπε να κλείσω εισιτήριο από Μπανγκόκ, ακριβό πάλι, αλλά όχι συνταρακτικά ακριβότερο απ’ ό,τι αν είχα κλείσει λίγες μέρες πριν από Βιετνάμ.
Δεν θεώρησα ότι θα με κλείνανε φυλακή ή θα με βασανίζανε, οπότε το μόνο κόστος θεώρησα πως θα ήταν οικονομικό (αν έχεις ακούσει για περιπτώσεις όπου δεν ήταν απλώς οικονομικό, πες μου, να ξέρω από τι χάρου τα δόντια γλίτωσα) και μία στις 3 (ή στις δύο, αν αφαιρέσουμε την πρώτη περίπτωση, που λόγω αποκτηθείσας visa την απέρριψα) θα κατάφερνα να δω και μια έξτρα χώρα.

Γενικά πάντα υπολογίζω το χειρότερο σενάριο αλλά εκείνη τη μέρα θεωρούσα ότι το ρίσκο που έπαιρνα ήταν μικρότερο από άλλα ρίσκα που είχα πάρει μες στο ταξίδι (π.χ. που άφησα το διαβατήριό μου σε μια άγνωστη για να εξερευνήσω τον Βορρά). Τώρα δεδομένης της τωρινής μου γνώσης, αν θα έκανα κάτι διαφορετικά, αυτό είναι άλλο θέμα, αλλά είναι σπόιλερ :haha:

Για να κάνουμε κάναν δειγματοληπτικό έλεγχο να δω αν είμαι όντως τζογαδόρος και τσάμπα η τράπεζα με χαρακτήρισε risk avoider:
Αν και διαφορετικού τύπου ταξίδι αυτό που έκανες (στην περίπτωσή σου η επιστροφή ήταν στο φλου), αλλά αν σου τύχαινε κάτι αντίστοιχο, @poised , που γενικά έπαιρνες κι εσύ τα ρίσκα σου εδώ κι εκεί, θα έκανες κάτι διαφορετικά;
Ή και οι υπόλοιποι, αναγνώστες και μη, αν θέλετε, για να την κάνουμε πιο διαδραστική την ιστορία :p , τι θα κάνατε;
 

poised

Member
Μηνύματα
874
Likes
6.469
Μην με παρεξηγήσεις, δεν προσπαθώ να "στην πω", απλά έχοντας ακούσει παρόμοιες περιπτώσεις που είχαν υποχρεωθεί να επιστρέψουν πίσω και μάλιστα χωρίς έξοδο από transit το θεώρησα αυτονόητο ότι αυτή θα ήταν η εξέλιξη.

Βέβαια αν μου τύχαινε και εμένα είναι πιθανό αντί να αποδεχόμουν την μοίρα μου να το έψαχνα περισσότερο και να το ρίσκαρα εξίσου ή χειρότερα, παίρνοντας το ρίσκο είτε λόγω investment bias είτε λόγω αφελούς ανάγκης να συνεχιστεί το ταξίδι.

Μία εναλλακτική ήταν να πίεζες την πρεσβεία να σου βγάλει νέο κανονικό διαβατήριο. Μπορούν να το ζητήσουν από την Ελλάδα και να έρθει σε συνήθως 2-4 βδομάδες (ανάλογα το πότε θα πάει και επιστρέψει ο διπλωματικός σάκος). Έχουν εξοπλισμό για βιομετρικά για τις βίζες και το κάνουν για τους μόνιμους κατοίκους.

Βέβαια τότε δεν ήξερες ότι με τον κόβιντ ξαφνικά θα μπλόκαραν όλες οι πτήσεις και θα κλειδώνονταν εντός Βιετνάμ να περιμένουν να περάσει, οπότε αν επέμενες ίσως να ξέμενες και χωρίς διαβατήριο και χωρίς πτήση επιστροφής.
 
Last edited:
Μηνύματα
239
Likes
2.650
Άφιξη στην Bangkok

Δεν ξέρω πόσες φορές άκουσα «Valid only to return to Greece» μέχρι κάποιος άνδρας, που μάλλον κουράστηκε κι αυτός εξίσου με εμένα, να έρθει προς το μέρος μου και να μου πει να τον ακολουθήσω. Πήγαμε στα κουβούκλια ελέγχου κι εκεί μου σφράγισε την πίσω πλευρά του διαβατηρίου με την ημερομηνία εισόδου στη χώρα. Αυτό ήταν.

Welcome to Thailand!

Στη συνέχεια ακολούθησα τις πινακίδες για την παραλαβή της αποσκευής μου. Όλη αυτή η διαδικασία είχε κρατήσει καμιά ώρα και ο ιμάντας ήταν πλέον άδειος. Δεν πανικοβλήθηκα, ψύχραιμα ρώτησα έναν υπάλληλο πού βρίσκονται τα Lost and Found. Μου έδειξαν την κατεύθυνση κι όπως κινήθηκα προς τα εκεί, λίγα μέτρα αργότερα, την πέτυχα πεταμένη στο έδαφος.

Πήγα στη στάση του λεωφορείου. Δεν είχα Ίντερνετ, καθώς δεν είχα αγοράσει κάρτα sim για την Ταϊλάνδη – είχα διαβάσει ότι στα αεροδρόμια και γενικότερα σε τουρίστες πουλάνε ακριβά πακέτα, οπότε σκόπευα να αγοράσω κάρτα από την πόλη. Το λεωφορείο άργησε να ξεκινήσει, στο μεταξύ γνώρισα και μια Γαλλίδα από τη Νίκαια, το οποίο ήταν μια ενδιαφέρουσα συγκυρία, η οποία την επόμενη μέρα θα έπαιρνε πτήση για Καμπότζη. Αχ, Καμπότζη… Υπό άλλες συνθήκες το γδάρσιμο στην καρδιά θα έτσουζε, μα πλέον δεν με ένοιαζε, θα περνούσα καλά με ό,τι είχα διαθέσιμο. Κι η Ταϊλάνδη ήταν η μόνη διαθέσιμη χώρα για μένα. Έφτασα το απόγευμα στο χόστελ που είχα κλείσει, σε ένα τετράκλινο δωμάτιο μόνο για μένα. #ζωάρα.

Έκανα την πρώτη μου διερευνητική βόλτα στην Μπανγκόκ, στη συνοικία των backpackers όπως αποκαλούνταν ο δρόμος Khao San, που δεν βρισκόταν πολύ μακριά από το χόστελ.

Δοκίμασα και το πρώτο μου pad thai, σε ένα τυχαίο μαγαζί που δεν σου γέμιζε το μάτι. Γενικά η κουζίνα του Βιετνάμ μου άρεσε πολύ και θεωρούσα ότι δύσκολα θα την ξεπερνούσε η κουζίνα της Ταϊλάνδης. Δεν ξέρω αν πεινούσα πολύ, αλλά η πρώτη μπουκιά ήταν μια από τις πιο διατροφικά οργασμικές στιγμές που θυμάμαι να έχω βιώσει. Ήξερα ήδη ότι αυτό θα ήταν το αγαπημένο μου πιάτο του ταξιδιού.
1.jpg

Στη δεύτερή μου επίσκεψη στην πόλη θα το έψαχνα να το βρω, καθώς κανένα άλλο pad thai δεν έφτασε τα επίπεδα απόλαυσης της παρθενικής δοκιμής, αλλά χωρίς επιτυχία.

Γενικά στον δρόμο πουλούσαν διάφορα αξιοπερίεργα, π.χ. μεγάλους σκορπιούς με 60 bαht, περίεργα ξύλινα βατραχάκια που μια γυναίκα τους έτριβε την πλάτη κι αυτά κόαζαν, ψημένες κατσαρίδες και σκουλήκια που δεν πλήρωνες μόνο για να τα φας αλλά ακόμη και για να τα φωτογραφήσεις. Μόνο σε μια περίπτωση πρόσεξα να συμπεριλαμβάνεται και η βιντεοσκόπηση στον κατάλογο, για όποιους αρέσκονται στα νομικά παραθυράκια.

Στα 7-eleven πουλούσαν κάρτες με πακέτα τουριστικά (299 μπατ για 8 μέρες με απεριόριστο Ίντερνετ, 599 μπατ για 15 μέρες, πακέτο που δεν ήταν καν οικολογικό, μιας και οικονομικά σε συνέφερε να πάρεις δυο 8ήμερες κάρτες παρά μια δεκαπενθήμερη). Τελικά την επόμενη μέρα θα αγόραζα μια κάρτα sim(50 baht) με πακέτο απεριόριστων δεδομένων 10mbps με 200μπατ για 30 μέρες, από AIS, στο εμπορικό Siem Old Plaza, χάρη στη συμβουλή του χοστελά.

Εκείνο το πρώτο βράδυ όσο άραζα στο χόστελ άκουσα κάτι που θύμιζε ελληνικά, με λίγο παράξενη προφορά. Ισπανικά μήπως; Όχι, αν συγκεντρωνόσουν έπιανες συγκεκριμένες λέξεις στα ελληνικά, μια γλώσσα που είχα ακούσει ελάχιστα στο Βιετνάμ. Ήταν ο Σ., Γερμανός ελληνικής καταγωγής, που επικοινωνούσε με τους γονείς του στα ελληνικά και με τους υπόλοιπους μεταξύ των οποίων και στα αδέλφια τους στα γερμανικά. Το βράδυ βγήκαμε στον δρόμο των backpackers, μαζί με έναν Νορβηγό από το χόστελ που έμενε λίγο έξω από το Όσλο, όπου φάγαμε κι ήπιαμε.

Εκείνο το βράδυ, μόλις επέστρεψα στη θαλπωρή του δωματίου μου, έκανα ένα πρόχειρο σχεδιασμό του υπόλοιπου ταξιδιού μου, μέρη που ήθελα να δω ή που μπορεί να βόλευαν. Αρχικά το πλάνο μου περιλάμβανε 8-10 μέρες στη χώρα με χερσαία άφιξη από Καμπότζη, η οποία έκανε αυτονόητη την ένταξη στο πρόγραμμα των νησιών του Τρατ, Koh Kood που είχα δει να αποθεώνεται στο φόρουμ κι ίσως και Koh Chang, πριν καταλήξω στην Μπανγκόκ. Μα τώρα είχα οχτώ παραπάνω μέρες κι ήταν κρίμα να μην εξερευνήσω λίγη κι από την ενδοχώρα.

Αποφάσισα να κρατήσω τα νησιά του αρχικού προγράμματος, ως λιγότερο τουριστικά. Από τα υπόλοιπα, στον Βορρά το Chiang Mai ήταν σιγουράκι για 3 μέρες, το Chiang Rai δεν με είχε ενθουσιάσει ως επιλογή οπότε είχε φύγει, είχα υπολογίσει και το Pai που μάλλον θα είχε φοβερή φύση για μοτοποδηλατάδα, αλλά από τη μία είχα ήδη ζήσει κάτι αντίστοιχο και πιο δραματικό λίγες μέρες πριν, από την άλλη φοβόμουν ότι θα επρόκειτο για κάποια πόλη κατειλημμένη από backpackers και expats χίπηδες που καπνίζουν φούντα και μοιράζονται τις αμπελοφιλοσοφίες τους. Οπότε είχα άλλες δυο-τρεις μέρες για κάπου αλλού και λογιστικά βρήκα ενδιαφέρον να επισκεπτόμουν το Kanchanaburi, για ένα πιο τοπικό κι αυθεντικό χρώμα, που συνδεόταν και με τον Βορρά.

Την επόμενη μέρα έφαγα το πρωινό μου και έκλεισα στο χόστελ λεωφορείο για το Kanchanaburi, για τις 17:00, πράγμα που θα μου έδινε χρόνο να κάνω και μια πρώτη βόλτα στην πρωτεύουσα. Τα σχόλια ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά για τον ναό του ξαπλωμένου Βούδα, που ήταν κι ο στόχος της μέρας.
2.jpg

Πριν όμως φτάσω εκεί, στον δρόμο σταμάτησα και σε μια τράπεζα να βγάλω χρήματα. Πήγα στην Bank of Bangkok, με το διαβατήριό μου, αλλά, όπως μου εξήγησε ο σεκιουριτάς(?) στην είσοδο, εκεί η προμήθεια θα ήταν 3% με επιπλέον προμήθεια 3% του 3% που με κάποιον τρόπο που μαθηματικά αδυνατώ να συλλάβω θα έβγαζε ως fee 321 baht, δηλαδή πάνω από 8€, για 10k. Τελικά βρήκα ένα ΑΤΜ μέσω maps.me (που ήταν σωτήριο για χρήση χάρτη offline) που ήταν από εκείνα που κρατούσαν τη μικρότερη προμήθεια (ΑΕΟΝ, 150 αντί για 220 μπατ), το οποίο βρισκόταν μέσα σε supermarket και ζητούσε να βάλουμε τα χρήματα σε χιλιάδες, π.χ. Χ,000, οπότε όταν εγώ πατούσα 10, δεν έκανε τίποτα. Τελικά ήθελε 10,0000 να βάλω, το οποίο κι επιχείρησα και που φάνηκε να το δέχεται αλλά χρήματα δεν βγήκαν. Ρώτησα μια ταμία αν γνώριζε γιατί δεν λάμβανα χρήματα, «μόνο κάρτες ΑΕΟΝ» μου αποκρίθηκε. Ακόμη δεν είχα αγοράσει τη SIM, οπότε δεν ήξερα αν με είχε χρεώσει ή όχι, τη ρώτησα αν υπάρχει wifi να δω αν χρεώθηκα και τύπος του καταστήματος κάνει hotspot και δεν βλέπω καμία χρέωση. Η εξυπηρετητικότητά τους εντυπωσιακή. Έτοιμος να φύγω, αποφασίσω να κάνω άλλη μια τελευταία δοκιμή, γιατί η εμπειρία μου σ’ αυτό το ταξίδι μου έχει δείξει ότι πρέπει να τριτώνει το κακό κι αυτή τη φορά η ανάληψη έγινε κανονικά.

Το σύμπλεγμα ναών μεγάλο κι εντυπωσιακό, αλλά προσωπικά δεν ξετρελάθηκα, ίσως οι παγόδες να μην είναι του γούστου μου. Παρ’ όλα αυτά ομολογώ πως ήταν εντυπωσιακότερες από εκείνες του Βιετνάμ.
3.jpg

Το απόγευμα πήρα το λεωφορείο για το Southern Bus Station απ’ όπου θα έφευγε το κτελ για το Kanchanaburi και έφτασα μια ώρα νωρίτερα. Κανένα πρόβλημα, με άφησαν να πάρω το λεωφορείο των 16:00. Έφτασα στην πόλη λίγο πριν νυχτώσει, πήγα στο χόστελ που είχα κλείσει, άφησα τα πράγματά μου κι έκανα μια βόλτα στη βραδινή αγορά που ήταν δίπλα. Εκεί έφαγα πεντανόστιμα και πάμφθηνα, με 3 Ευρώ του σκασμού, δοκίμασα μπουκιές με κρέας και κολοκύθα και καβουρόψιχα, 2 ψάρια, noodles, γλυκό με μπανάνα και γλυκό με καρύδα, γιατί στην Ταϊλάνδη είμεθα και κουβαρντάδες.

Το βράδυ άραξα στο χόστελ και παίξαμε με δυο κοπέλες ράμι, μια παραλλαγή της μπιρίμπας. Η μία ήταν Γερμανίδα, η άλλη Αμερικανίδα στο DC, που ο παππούς της από την πλευρά του πατριού της ήταν Έλληνας. Δεύτερη Αμερικανίδα από το DC με ελληνική καταγωγή, ακόμη κι αν της συγκεκριμένης ήταν γιαλαντζί.

Κερδίσαμε στο παιχνίδι όλοι από 1 φορά. Αυτή η βραδιά δεν είχε χαμένους, μόνο νικητές.
 
Μηνύματα
239
Likes
2.650
Καταρράκτες του Erewan

Το επόμενο πρωινό ξύπνησα λίγο μετά τις 7, έκανα μπάνιο, φόρεσα μαγιό, έφαγα ένα σχετικά φτωχικό πρωινό στο χόστελ (ψωμί με βούτυρο και μαρμελάδα· πού πήγαν τα ατέρμονα αυγά του Βιετνάμ) και κίνησα για τη στάση του λεωφορείου προς το Erewan, το Πολυλίμνιο της Ταϊλάνδης. Η στάση ήταν στο 7-eleven του κεντρικού δρόμου, όπως μου είπαν στο χόστελ, στη μέση του δρόμου, χωρίς κάποια πινακίδα που να σε καθησυχάζει ότι σωστά περιμένεις. Πράγμα που τελικά έκαναν μετά από κάνα πεντάλεπτο δυο Αυστραλές από το Μπρισμπέην που ήρθαν και περιμέναμε παρέα. Το λεωφορείο έφτασε, έχοντας ήδη τουρίστες μέσα, οπότε δεν υπήρχε πολύς χώρος. Μια παρέα Γάλλων έκανε χώρο για να χωρέσω κι οι Αυστραλές κάθισαν σε ένα σακί που ήταν χάμω. Τους προσέφερα τη θέση μου, σε μια κίνηση ιπποτικής παραφροσύνης, αλλά δεν ήθελαν. Μια χαρά ήταν και το σακί.

Η διαδρομή ήταν όμορφη, ειδικά από το σημείο που άρχισε να μας συντροφεύει στα αριστερά μας το ποτάμι, με τα επιπλέοντα σπίτια του να ξεπροβάλλουν εδώ κι εκεί. Φτάσαμε στο πάρκο, οι μπάρες που το προστάτευαν άνοιξαν, το λεωφορείο προχώρησε και σταμάτησε ώστε να μπει μέσα ο πωλητής των εισιτηρίων (300 μπατ).
a1.jpg

Το πρώτο μέρος της πεζοπορίας ήταν αρκετά βατό, για την ακρίβεια δεν το αποκαλούσες καν πεζοπορία παρά περπάτημα σε πλακόστρωτο δρόμο. Από το δεύτερο επίπεδο καταρρακτών κι έπειτα, δεν επιτρεπόταν να εισέλθεις στον χώρο με φαγητό, οπότε έπρεπε να τα παραδώσουμε στους φύλακες, ενώ επιπλέον έδειχνες το μπουκάλι σου με το νερό και στο μάρκαραν, παίρνοντας και 20 μπατ σαν εγγύηση, ώστε όταν θα επέστρεφες να τα έπαιρνες πίσω δείχνοντας το (σεσημασμένο) μπουκάλι σου. Σατανικά οικολόγοι.

Οι πρώτοι καταρράκτες δεν με είχαν ενθουσιάσει κι η σύγκριση με το Πολυλίμνιο δεν ήταν υπέρ του Erewan. Παρ’ όλα αυτά το τοπίο βελτιωνόταν όσο ανεβαίναμε.
a2.jpg

Στον 6ο καταρράκτη ισορρόπησα πάνω σε επιπλέοντα ξύλα, γιατί φοβόμουν μην βραχώ ο ζαχαρένιος, και ζήτησα από έναν Μαλαίσιο να με βγάλει μια φωτογραφία, οπότε πιάσαμε και την κουβέντα. Ο Τ. ζούσε στη Μαλαισία, αλλά η Ταϊλάνδη ήταν η αγαπημένη του χώρα. Στη Μαλαισία οι άνθρωποι δεν ήταν ευγενικοί, κάτι που πάντα έκανε ένα ταξίδι στη γειτονική χώρα μια καλή ιδέα. Είχε έρθει με το αυτοκίνητό του κι έπειτα θα συνέχιζε προς Λάος· το Βιετνάμ σύμφωνα με αυτόν είχε ακριβύνει πολύ την τελευταία δεκαετία. Δηλαδή πριν τι γινόταν, σε πληρώνανε για να φας;
a3.jpg

Τελείως στεγνός έφτασα στον 7ο καταρράκτη. Πήρα ξυπόλυτος τα πράγματά μου ανά χείρας και μπήκα στο νερό μέχρι τους αστραγάλους. Προειδοποιητικές πινακίδες παντού εφιστούσαν την προσοχή μας στο να επιβλέπουμε τα πράγματά μας, καθώς υπήρχαν επιτήδειοι που έψαχναν ευκαιρία. Οπότε τα άφησα κι εγώ σε έναν βράχο και βούτηξα στη λίμνη.
Απόλαυση.

Στην αρχή ένιωσα κάμποσα τσιμπήματα από ψάρια αλλά είτε με βαρέθηκαν είτε τα συνήθισα. Παντού πατούσα, αλλά προτιμούσα να κολυμπώ, να μπαίνω σε κλειστοφοβικές σπηλιές από τη μια πλευρά και να βγαίνω από την άλλη, περνώντας μέσα από μικρούς καταρράκτες που λειτουργούσαν ως φυσικά σπα.
Έπειτα μπορούσες να σκαρφαλώσεις στο πάνω μέρος του καταρράκτη, στα σμιλεμένα από την ορμή του νερού σκαλοπάτια του, και να αφεθείς στα υδάτινα χάδια στα πόδια σου, στην πλάτη σου, στο κεφάλι σου.
Απόλαυση στο τετράγωνο.
a4.jpg

Ξανασυνάντησα τον Μαλαίσιο και συνεχίσαμε την κουβέντα, αποδείχθηκε συνάδελφός μου, αλλά έπρεπε να αποχαιρετιστούμε στην επιστροφή, καθώς εκείνος «το πήγαινε αργά» στην κατάβαση.

Η οποία είχε αντίστοιχο ενδιαφέρον, καθώς άρχισα να κάνω στάσεις ανάποδα. Στον 5ο καταρράκτη κάθισα σε έναν βράχο κι άφησα τα ψάρια να μου κάνουν απολέπιση, ενώ στον 4ο δοκίμασα τη φυσική του τσουλήθρα, όπου σκαρφάλωνες στην κορυφή του καταρράκτη, πήγαινες από το γλιστερό μέρος, άφηνες το βάρος σου να κυλίσει και μπλουμ. Το δοκίμασα μία, δύο, ε έπρεπε να τριτώσει κι εδώ το καλό, αλλά είχαμε κι άλλα πράγματα να κάνουμε στην πόλη κι ήθελα να προλάβω το λεωφορείο των 15:00. Μου επιστράφησαν κάτι φυστίκια που είχα αφήσει με το εικοσόμπατο, που τα εξαφάνισα στη στάση του λεωφορείου, γιατί με είχε πιάσει κι η πείνα (κι ας είχα πάρει και κάτι παστέλια και αμύγδαλα στη ζούλα μαζί, δεν τα είχα αγγίξει, είχα αποφασίσει να είμαι νομοταγής στη χώρα).

Λίγο πριν τις 17:00 ήμουν στο χόστελ. Στο μεταξύ μου είχε σκιστεί το πάνω λουρί της μικρής τσάντας πλάτης, οπότε ρώτησα την ιδιοκτήτρια πού μπορούσα να το επισκευάσω. Οι οδηγίες της δεν ήταν σαφείς και το google maps δεν αναγνώριζε την τοποθεσία που μου είχε πει. Δανείστηκα ένα ποδήλατο και μετά από κάμποσες γύρες στην πόλη κι άλλες τόσες ερωτήσεις, βρήκα τον υπαίθριο μπαλωματή.

20 μπατ, μου λέει. Πάμφθηνα. Ξεκινά να την επιδιορθώνει επί τόπου, τον κοιτούσα, αλλά μάλλον τον κόμπλαρε η παρουσία θεατών και με ενημέρωσε ότι τελικά ίσως να αργήσει κάνα μισάωρο. Πήγα για φαγητό σε κάτι καρότσες που πουλούσαν γευστικό πάμφθηνο street food, κι όταν επέστρεψα δεν χρειάστηκε να περιμένω ούτε μισό λεπτό κι ήταν έτοιμη. Του άφησα λίγο παραπάνω, αστείο ποσό και πάλι, και μου είπε ότι θέλει 20. Γενικά είχα διαβάσει ότι το τιπ μπορεί να τους φανεί προσβλητικό, οπότε δεν πρέπει να επιμένεις, αλλά εγώ επέμεινα:
«Τελικά ήταν πιο δύσκολη δουλειά απ’ ό,τι είχες αρχικά εκτιμήσει».

Με ευχαρίστησε –γαμώτο και λίγα του έδωσα, σκέφτηκα καθώς έφευγα, αλλά πλέον ήταν αργά– και κατευθύνθηκα με τα ποδήλατο προς το ποτάμι, εκεί όπου βρίσκονταν τα επιπλέοντα σπίτια του ποταμού Κβάι, η πιο τουριστική πλευρά της πόλης. Πάρκαρα στην είσοδο της γέφυρας, πέρασα απέναντι ισορροπώντας πάνω στις ράγες του τραίνου που τη διέσχιζε και κάθισα σε ένα παγκάκι στην αντίπερα όχθη, απολαμβάνοντας την ηρεμία του τοπίου. Εκεί μίλησα με συγγενείς και φίλους που είχα αμελήσει τον τελευταίο καιρό, όσο μια βάρκα έπλεε στο ποτάμι λίγα μέτρα μακριά μου, σέρνοντας ένα πλεούμενο μπαρ.

Επέστρεψα στην απέναντι πλευρά, πήρα ένα φρουτοποτό τύπου μπρίζερ με γεύση πράσινο μήλο, κάνοντας μια τελευταία βόλτα πλάι στα επιπλέοντα σπίτια του ποταμού, κι επέστρεψα στη βάση μου. Πάλι street food από τη βραδινή αγορά, που καταναλώθηκε λίγο αργότερα στο χόστελ, παρέα με έναν Τσέχο. Ήταν από το Brno, δάσκαλος ιστορίας και γεωγραφίας, που όμως θα πήγαινε να δουλέψει έναν χρόνο στη Ν. Ζηλανδία – είχε work permit, αν και δεν κατάλαβα από τις εξηγήσεις του αν όντως είχε βρει κάποια δουλειά ή θα έβρισκε μόλις πήγαινε.

Κάθισα λίγο έξω στην αυλή, που η ηλικιωμένη ιδιοκτήτρια του χόστελ άραζε με ενοίκους και μοιραζόταν ιστορίες, τρώγοντας μυρμήγκια, τα οποία όπως μας εξήγησε ήταν το αγαπημένο της έντομο προς βρώση.

Ο Τσέχος εντωμεταξύ κρατούσε ημερολόγιο, όπως έκανα κι εγώ· αν κι όχι κάθε μέρα, στην περίπτωσή μου, κυρίως σε στιγμές αναμονής, σε λεωφορεία, ή κάποιες φορές λίγο πριν κοιμηθώ, κάποιες βιαστικές σημειώσεις για να θυμάμαι τι και πώς (αλλιώς όσες λεπτομέρειες δεν είχαν αποτυπωθεί σε φωτογραφίες ή δεν με είχαν στιγματίσει βαθιά θα είχαν χαθεί στη λήθη).

Θυμάμαι όχι μόνο να σκέφτομαι αλλά και να ξεστομίζω, «Σήμερα δεν θα είχα πολλά να γράψω». Πρώτον, ήδη το μέγεθος του κεφαλαίου με διαψεύδει. Δεύτερον, ήμουν προκλητικός και σπάνια η προκλητικότητά μου έχει περάσει ατιμώρητη.

Κι η τιμωρία δεν άργησε να έρθει, καθώς το επόμενο πρωί ξύπνησα σχετικά χορτάτος από ύπνο. Ήταν νωρίς, οπότε λέω να χαζέψω λίγο στο κινητό πριν ξεκινήσω με το πρόγραμμα της μέρας. Αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά, λες και κάτι ήταν off. Κάτι στο μάτι μου. Το οποίο με ενοχλούσε. Και όχι απλώς αυτό, αλλά δεν ήμουν καν σίγουρος αν ήταν ανοιχτό. Πετάγομαι από το κρεβάτι μου και τρέχω στο μπάνιο. Ο τύπος που με κοιτούσε στον καθρέφτη είχε ένα δεξί μάτι πρησμένο, με δυσκολία έβλεπες ασπράδι πίσω από το φουσκωμένο δέρμα. Προφανώς είχα παίξει ξύλο στον ύπνο μου. Και ακόμη προφανέστερα, είχα χάσει.
 
Μηνύματα
239
Likes
2.650
Επιθεωρώντας το υγειονομικό σύστημα της Ταϊλάνδης

Εκείνη τη μέρα σκέφτηκα πως αν το ταξίδι μου έχει τίτλο, αυτός θα ήταν «Μια κορώνα για την τύχη μου».
Έβγαλα φωτογραφία το μάτι του Κουασιμόδου, γελώντας. Έκανα την ανόητη σκέψη αν έτσι βλέπουν τον κόσμο οι Ασιάτες με τα πεσμένα βλέφαρα κι αν όλο αυτό ήταν κάποιο καρμικό παιχνίδι για μπω στη θέση τους. Πρώτα το διαβατήριο, τώρα η εμφάνισή μου, ήταν λες κι η Ινδοκίνα ήθελε να με κρατήσει κοντά της.

Κατέβηκα για πρωινό φορώντας τα γυαλιά ηλίου, σαν θλιμμένη χήρα σε κηδεία· οι θαμώνες παραξενεύτηκαν. Μεταξύ αυτών κι ένα μικρό κοριτσάκι, μάλλον εγγονή της ιδιοκτήτριας, που οριακά τρόμαξε όταν μου ζήτησε να βγάλω τα γυαλιά, πριν αρχίσει να γελά μαζί μου. Η μάνα της με πήρε τρικάβαλο μαζί με τη σουρλουλού κόρη της και με πήγαν σε μια κλινική της πόλης. Γιατί μπορεί όταν ψηνόμουν στον πυρετό να μην με είχε απασχολήσει η ιδέα ιατρικής επίσκεψης, αλλά με τα μάτια μας δεν παίζουμε.

Σενάρια που είχαν περάσει από το μυαλό μου:
  1. Κουνούπι με τσίμπησε μες στον ύπνο. Μα καλά και πρήστηκε τόσο σύντομα τόσο πολύ χωρίς να το ξύσω.
  2. Έπειτα ήταν κι οι καταρράκτες. Κι αν κάποια μικρόβια που ζουν στα ποτάμια τους με είχαν μολύνει και σιγά σιγά με έτρωγε εσωτερικά, τυφλώνοντάς με σαν κάτι σπάνιες περιπτώσεις που «συνταράσουν την επιστημονική κοινότητα» κάθε τόσο, όπως διαβάζουμε στο διαδίκτυο;
1.jpg

Φτάσαμε κατά τις 10, η γυναίκα πήγε στη γραμματεία και τους εξήγησε το πρόβλημα, λες και δεν ήταν προφανές από ένα βλέμμα στη μούρη μου, τους άφησε το τηλέφωνό της και μου εξήγησε ότι θα την έπαιρναν μόλις ξεμπέρδευα. Μετά από κάμποση αναμονή, με ενημέρωσαν ότι δεν υπήρχε οφθαλμίατρος εκείνη την ώρα κι ότι η γιατρός θα ερχόταν στη μία. Είχαν κάνει απόπειρες να πάρουν το χόστελ αλλά αρχικά δεν το σήκωναν, εξ ου κι η αναμονή, αλλά πλέον είχαν επικοινωνήσει μαζί τους και κάποιος ήδη ερχόταν. Αφού ήρθαν τους ζήτησα να με αφήσουν στο ύψος που ήταν το Railway Museum, που εξηγούσε πώς χτίστηκε ο σιδηρόδρομος την εποχή του Β Παγκοσμίου πολέμου, από αιχμαλώτους πολέμου των Ιαπώνων. Σκληρές συνθήκες δουλείας, τα αποτελέσματα των οποίων μπορεί κανείς να δει στο διπλανό στρατιωτικό νεκροταφείο.
2.jpg

Στην τιμή του εισιτηρίου (150 μπατ), συμπεριλαμβάνεται και καφές ή τσάι. Ενδιαφέρον, αν και μικρό μουσείο, από αυτά που δείχνουν και την άσχημη πλευρά των «επιτευγμάτων της ανθρώπινης διάνοιας».

Επιστροφή στο χόστελ και μετά από αναμονή να φάει κι η οδηγός μου, η οποία δεν μιλούσε αγγλικά αλλά κάτι καταλάβαινε, ξεκινήσαμε για το νοσοκομείο.

Εκεί μου μέτρησαν την πίεση, τους σφυγμούς με το δάχτυλο στον καρπό, με ρώτησαν αν είμαι ψηλός, τους απάντησα όχι, μάλλον το ύψος μου έψαχναν. Έκανα και τεστ οράσεως και με ξαναέστειλαν στην αναμονή για ένα ακόμη μισάωρο, μέχρι που με είδε η γιατρός.

Δεν μιλούσε πολύ καλά αγγλικά, προφανώς, αλλά κάποιες λέξεις τις ήξερε οπότε κουτσοσυνεννοηθήκαμε. Μόλυνση από έντομο, μου είπε. Έπειτα με ξάπλωσε στο κρεβάτι και μου έριξε δάκρυα στο πρησμένο μάτι, πιέζοντας το κάτω βλέφαρο με κάτι αιχμηρό, λες κι ήθελε να σκάσει σπυρί. Σε στιγμές ένιωθα να μου γυρνάνε ανάποδα το βλέφαρο, ψαχουλεύοντας μες στο μάτι μου. Στο τέλος μου έδειξαν σε μια μυτερή μπατονέτα μια κόκκινη σταγόνα με κάτι πιο σκουρόχρωμο στο κέντρο του. Εκείνη την ώρα δε είχα καταλάβει αν π.χ. αυτό ήταν το έντομο ή το κεντρί που είχε αφήσει ή εννοούσαν πως έπρεπε να κάνω μόνος μου την ίδια διαδικασία μέχρι να ξεκολλήσω το μάτι μου. Μυστήριο αναπάντητο θα μείνει τι μου εξηγούσε.

Πλήρωσα (1210 μπατ, περίπου 36 ευρώ εκείνη την εποχή) για την επίσκεψη, τον εξοπλισμό και τα φάρμακα που μου έδωσαν, κολλύρια για το μάτι που έπρεπε να βάζω τις επόμενες μέρες. Κι όλα καλά. Στην επιστροφή πήγα μόνος μου στην πόλη, να περπατήσω λίγο, βρήκα κι ένα κομμωτήριο στη διαδρομή κι είπα να κουρευτώ μιας κι είχα χρόνο για σκότωμα, καθώς ο κίνδυνος να πουν τρίχες στο μάτι μου ήταν ευπρόσδεκτος, απ’ ό,τι φαίνεται. Με 100 μπατ με έκανε πένα.

Το αρχικό πλάνο για τη μέρα ήταν ενοικίαση μοτοποδηλάτου και επίσκεψη στο Wat Tham Suea (Tiger Cave Temple), που φαινόταν εντυπωσιακός ναός, αλλά καμιά φορά (ή και δύο ή και τρεις ή και κάθε δεύτερη μέρα) συμβαίνουν κι ατυχίες που μας βγάζουν εκτός προγράμματος. Κι αυτό μες στο πρόγραμμα είναι (pun intended). Είχα μπόλικους ναούς ακόμη να δω.

Επέστρεψα στο χόστελ, ετοίμασα τα πράγματά μου και κάνα εικοσάλεπτο αργότερα ήρθε μηχανάκι που είχε γίνει αυτοσχέδιο αμάξι-καρότσα, υποθέτω τουκ τουκ, και μας μετέφερε στον σταθμό των λεωφορείων, απ’ όπου κινηθήκαμε για το Chiang Mai, την πρωτεύουσα του Βορρά της Ταϊλάνδης.
 
Μηνύματα
239
Likes
2.650
Chiang Mai, στην πόλη των εκατοντάδων ναών (Ι)

Η διαδρομή δεν είχε κάτι αξιοσημείωτο, πέρα από το γεγονός ότι περιλάμβανε food ticket όπου στην κλασική στάση το έδειχνες κι έπαιρνες ένα πιάτο της επιλογής σου. Παρέα μου έκανε μια Ισραηλίτισσα, από τους πολλούς που είχα γνωρίσει σ΄ αυτό το ταξίδι, από μια πόλη του Βορρά, που είχε λατρέψει την Ινδία. «Κάθε φορά που την επισκέπτομαι, είναι σαν να επιστρέφω σπίτι». Μέχρι το ταξίδι στο Βιετνάμ την Ινδία δεν την είχα τόσο ψηλά, περισσότερο ακαδημαϊκά με ενδιέφερε ως κάτι μοναδικό, τόσο διαφορετικό απ’ ό,τι μου είναι οικείο. Αλλά αν κάτι ένιωθα πως μου έλειπε από το ταξίδι στο Βιετνάμ ήταν η αίσθηση του ανοίκειου, το τόσο έξω από σένα που καταντάει να κάνει την επιβίωση μια ακόμη περιπέτεια. Η Αίγυπτος, παραδέιγματος χάρη, μου είχε φανεί πιο εξωτική, κι ας είναι τόσο κοντά μας κι ενδεχομένως πολιτιστικά οικεία. Αλλά εκεί η κάθε μέρα ήταν μια περιπέτεια, από τη συνεννόηση, μέχρι την αποφυγή κάθε κακοτοπιάς. Η Νοτιοανατολική Ασία παραέμοιαζε εύκολη. Πού δηλαδή να μην είχα χάσει διαβατήριο, να μην είχα αρρωστήσει δυο φορές (με μία μόνο επίσκεψη σε νοσοκομείο), να μην ζούσα την αγωνία του πώς θα εξελιχθεί το ταξίδι μέρα με τη μέρα… Αλλά ναι, η Ινδία ανέβηκε στις προτεραιότητές μου, δεν μπορεί, αν κι αυτή δεν καταφέρει να με συνταράξει, μόνη μου ελπίδα ο Άρης ή το κέντρο της γης.

Και μετά από αυτή την παρένθεση, ας επιστρέψω στην πραγματικότητα στην οποία μάλλον δεν είμαι και τόσο κουλ: όσα ταξίδια με το λεωφορείο κι αν έκανα στην Ινδοκίνα, το άγχος μου ότι το λεωφορείο θα φύγει και θα με παρατήσει στην ερημιά δεν είχε εξαφανιστεί. Ακόμη κι αν ο φόβος μου, μέχρι στιγμής, δεν είχε επαληθευτεί, η έγνοια μου παρέμενε. Οπότε όταν το λεωφορείο πήγε να παρκάρει, εγώ το ακολουθούσα, εκεί, με βλέμμα «Σε βλέπω, φρόντισε να με δεις κι εσύ να ανεβαίνω όταν θα φεύγεις».

Το λεωφορείο έφτασε αξημέρωτα στο Chiang Mai. Οι θερμοκρασίες πολύ χαμηλότερες από εκείνες της κεντρικής Ταϊλάνδης, χρειάστηκε να φορέσω τη φόρμα πάνω από τη βερμούδα. Εκεί υπήρχαν ταξιτζήδες που πουλούσαν ακριβά τη διαδρομή για την παλιά πόλη, οπότε έψαξα τα Songthaews, τα κόκκινα ταξί που έχουν στάνταρ ταρίφα και φεύγουν μόλις γεμίσουν. Με 30 μπατ μας πήγε στους προορισμούς μας κάνοντας στάσεις κοντά στα χόστελ μας.

Το δικό μου χόστελ ήταν άδειο, πάντως, θαρρείς εγκαταλελειμμένο. Κάθισα στον καναπέ περιμένοντας να ξυπνήσουν οι υπάλληλοι, χαζεύοντας τα προσπέκτους με τις εκδρομές που προσφέρονταν: καταφύγια ελεφάντων, zip lining, καγιάκ, tubing, διήμερα ή τριήμερα τρεκ που συμπεριλάμβαναν λίγο απ’ όλα, λίγο φυλές Χμονγκ, λίγο Κάρρεν, λίγη πεζοπορία, λίγο από καταφύγιο ελεφάντων, λίγο bamboo rafting. Εμένα με είχαν ιντριγκάρει οι ελέφαντες, οπότε η επιλογή μιας μονοήμερης επίσκεψης μου είχε τραβήξει το ενδιαφέρον.

Η καθαρίστρια μου είπε πως ο ρεσεψιονίστας θα αργούσε, αλλά μπορούσα να βάλω λίγο καφέ. Επιχείρησα, αλλά δεν κατάφερα να καταλάβω πώς λειτουργούσε (για το ζεστό νερό έπρεπε να πατάς ταυτόχρονα δυο κουμπιά), οπότε άφησα τα πράγματά μου εκεί και έκανα την πρώτη μου βόλτα στην πόλη, με σκοπό να χορτάσω το στομάχι μου που γκρίνιαζε. Μόλις δοκίμασε μια μανιταρόσουπα, παραδοσιακή της περιοχής, ηρέμησε.

Παρ’ όλα αυτά ήμουν κουρασμένος, δεν είχα κοιμηθεί καλά, οπότε επέστρεψα στο χόστελ, έκανα τσεκ ιν και πήγα στο κρεβάτι μου, στο οποίο, μετά από ένα χαλαρωτικό μπάνιο, ξεκούρασα λίγο τα ταλαιπωρημένα μου βλέφαρα που είχαν αρχίσει ήδη να ξεπρήζονται, κι ας μην είχε περάσει ούτε εικοσιτετράωρο από την επίσκεψή μου στο νοσοκομείο. Θαυματουργό το φάρμακο των Ταϊλανδών. Όταν σηκώθηκα, κίνησα πάλι για την παλιά πόλη, που είδα καμιά δεκαριά ναούς μες στο ιστορικό κέντρο, για τους οποίους το Chiang Mai είναι γενικότερα διάσημο, μεταξύ των οποίων ξεχώρισα τους εξής:
  • Wat Chiang Man: ωραίος ναός, με όμορφα ελεφάντινα αγάλματα, που θα με έβαζαν στο κλίμα για την εκδρομή της επόμενης μέρας. Από τους αρχαιότερους ναούς της πόλης.
a1.jpg

  • Wat Phra Singh: ο χρυσός ναός, όπου πέτυχα μοναχούς να ψέλνουν, δίνοντας μια απόκοσμη χροιά σε ένα κατά τα άλλα λαμπερό σκηνικό
a2.jpg

  • Wat Sri Suphan: ο ασημένιος ναός, που ήταν ίσως ο πιο εντυπωσιακός. Κανονικά υποθέτω πως μπαίνεις με εισιτήριο, αλλά ετοιμάζονταν για κάποια γιορτή, οπότε κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί μου.
a3.jpg

  • Wat Chedi Luang: άλλο ένα ενδιαφέρον σύμπλεγμα ναών. Εδώ το ενδιαφέρον μου τράβηξαν creepy κέρινα ομοιώματα Ταϊλανδών μοναχών, που βρίσκονταν πίσω από προθήκες, φέρνοντας στον νου μου μουμιοποιημένους ηγέτες (σχεδόν) γειτονικών χωρών.
a4.jpg

  • Wat Lok Molee: ο ναός που βρισκόταν δίπλα στο χόστελ μου, όπου όταν τον πέτυχα βράδυ φωτισμένο καθώς επέστρεφα, ακούγοντας μουσική στα ακουστικά μου, και συνειδητοποίησα πόσο όμορφη πόλη είναι το Chiang Mai, έστω για τα ασιατικά δεδομένα, πόσο ωραία τα ταξίδια και η ζωή και τι κρίμα θα ήταν να μην είχα συνεχίσει το ταξίδι μου στην Ταϊλάνδη, κάνοντάς μου ένα εικονικό πατ-πατ στον ώμο.
Γενικά ήταν ωραίοι οι περισσότεροι, έπρεπε να το παραδεχθώ, αλλά από κάποια στιγμή και μετά δεν έχει πολύ νόημα, όλοι ψιλομοιάζουν, οπότε το τι θα πετύχεις εκεί είναι που διαφοροποιεί την εμπειρία της επίσκεψης. Π.χ. στον συμπαθητικό Wat Phan On το μόνο που μου έμεινε είναι ένας τύπους που στην είσοδο του ναού προσπαθούσε να μου πουλήσει εκδρομή για ελέφαντες, επιμένοντας πιεστικά να μου δείξει το μαγαζί του. Όχι, ευχαριστώ, δεν θα πάρω.

Στο μεταξύ έκανα μια στάση και σε ένα πάρκο, όπου παιδιά δημοτικού έπαιζαν σε μια θεατρική παράσταση με playback. Πήρα έναν χυμό lychee, φρούτο που είχα πρωτοδοκιμάσει στο Ha Giang loop, κι έμελλε να το δοκιμάζω σε διαφορετική υφή (χυμός, γιαούρτι, παγωτό) σχεδόν καθημερινά στο εξής· εθίστηκα, βλέπετε, στην ρόδινη γεύση του.

Γενικά η πόλη είναι ωραία, το ιστορικό της κέντρο περιβάλλεται από τάφρο με νερό, ενώ το σχήμα της από ψηλά μοιάζει με σχεδόν τέλειο τετράγωνο.
a5.jpg

Έφαγα glass noodles pad thai στη Σαββατιάτικη βραδινή αγορά, όπου γνώρισα έναν Πορτογάλο που ξόδευε όλα του τα λεφτά σε ποτά και κεράσματα. Δοκίμασα για πρώτη φορά durian, το γνωστό «ευωδιαστό» και σίγουρα αμφιλεγόμενο φρούτο, πρώτη και μάλλον τελευταία. Δεν ήταν άσχημο, σε γεύση το βρήκα καλύτερο από το jackfruit, αλλά υπάρχουν και νοστιμότερα φρούτα στην περιοχή.

Επέστρεψα στο χόστελ για να κοιμηθώ, μιας και στο μεταξύ είχα κλείσει την εκδρομή στο καταφύγιο ελεφάντων, που απαιτούσε σχετικά πρωινό ξύπνημα.
 
Μηνύματα
239
Likes
2.650
Σε καταφύγιο βασανισμένων ελεφάντων

Ξύπνησα, ως συνήθως, πριν το ξυπνητήρι, έκανα μπάνιο, φόρεσα μαγιό, φόρμα-βερμούδα και κοντομάνικο και περίμενα από τις 9 στην είσοδο του χόστελ, κλασικά, για το μεταφορικό μέσο, που θα ερχόταν στις 9 με 9μιση, αλλά τελικά ήρθε στις 10 παρά είκοσι. Μετά από 45 λεπτά οδήγησης και μια δεκάλεπτη στάση, φτάσαμε στο καταφύγιο. Εκεί είδαμε τους πρώτους ελέφαντες και τους ταΐσαμε μπανάνες.

Εκεί γνώρισα και την Ζ., μια Μαροκινή που μέχρι πρόσφατα ζούσε στο Λονδίνο αλλά είχε μεταναστεύσει με τον φίλο της στο Παρίσι και θα τον συναντούσε μετά τον Chiang Mai, αλλά και τον Ν. από το Παρίσι (γέννημα θρέμμα) που δούλευε σε κάποιο εστιατόριο ως σεφ, ένας τύπος-meme.

Στη συνέχεια μας έβαλαν να δούμε ένα ενημερωτικό βίντεο με πρωταγωνιστές δυτικούς εθελοντές που έδιναν το μπαγκράουντ και κάποιες βασικές οδηγίες. Μας έδωσαν ρούχα, καρό μπλουζάκια σαν παιδικές στολές και κάτι φαρδιά παντελόνια κάτω από το γόνατο, αλλάξαμε εκεί. Έπειτα γεμίσαμε δυο τσάντες με κομμάτια κολοκύθας, για να συνεχίσουμε το τάισμα.

Ήταν όλες θηλυκές, καθώς τα αρσενικά δεν μένουν με τα θηλυκά, ενώ χρειάζονται και περισσότερο χώρο. Η σταρ του γκρουπ ήταν η Μπουά Ταν, μια ελεφαντίνα που είχε εκπαιδευτεί σε τσίρκο και φαινόταν πιο σπιρτόζα από τις υπόλοιπες. Παρατηρώντας τους ανθρώπους, για παράδειγμα είχε μάθει να ανοίγει μόνη της την αντλία για να παίρνει νερό. Στα πτερύγια των αυτιών της μπορούσες να δεις σημάδια από γδαρσίματα κατά την εκπαίδευσή της. Της έδινες τα κομμάτια από κολοκύθα στην προβοσκίδα και τα έβαζε με επιδέξιες κινήσεις στο στόμα της, ενώ αν ήθελες να την ταΐσεις, μπορούσες να νιώσεις τη γλώσσα της να τα τραβά από τα δάχτυλά σου. Αισθανόμουν κάτι ανάμεσα σε θαυμασμό και οίκτο.
b1.jpg

Η μικρότερη της παρέας, που ήταν νήπιο, έχωνε την προβοσκίδα της στην τσάντα κι έπαιρνε μόνη της τα κομμάτια. Έτσι, δεν είχε ανάγκη να της τα δώσουμε στο στόμα, μόνο να φάει ήθελε. Σε αντίθεση με την Μπουά Ταν που αισθανόταν πως έπρεπε να κερδίσει κάπως το φαί της, μαθημένη από την προϋπηρεσία της στο τσίρκο.

Οι περισσότερες ενοχλούσαν τη μικρότερη της παρέας, εκτός από την Μπουά Ταν, που μάλλον είχε αναλάβει τον ρόλο της μητρικής φιγούρας για τις υπόλοιπες.

Έπειτα πήγαμε σε έναν χώρο με μπανανόδεντρα, όπου τα κόψαμε με ματσέτες με τον παραδοσιακό τρόπο των μαχούτ, των εκπαιδευτών τους. Η κόψη γλιστρούσε εύκολα στον μαλακό κορμό, που μπορούσε χωρίς ιδιαίτερη δύναμη να κοπεί με μια κίνηση, όπως συμβαίνει στα ασιατικά άνιμε συχνά. Τα μαζέψαμε για να ταϊσουμε ξανά τις ελεφαντίνες το απόγευμα, καθώς τέτοια γιγάντια ζώα έχουν κι ανάλογες διατροφικές ανάγκες. Στο κέντρο των λεπτών κορμών βρίσκονται λευκές ίνες οι οποίες τρώγονται κι από τον άνθρωπο· η γεύση τους είναι ουδέτερη, κάπως νερουλή.

Τα βάλαμε στο όχημα που μας είχε φέρει, καθισμένοι πάνω τους, ενώ ο δεύτερος οδηγός μας κρεμιόταν από την πόρτα της καρότσας, χωρίς φόβο μην σωριαστεί στον δρόμο. Κάποια στιγμή, μάλιστα, πήδηξε από το φορτηγάκι για να μαζέψει ένα φρούτο που είδε και μας πρόφτασε· monkey apple το αποκάλεσε, σαν μικρή στρογγυλή πιπεριά, ίσως να ήταν ακόμη άγουρο. Το έφαγε, σε κάθε περίπτωση.

Το μεσημέρι κάναμε ένα διάλειμμα για φαγητό, όπου μαγειρέψαμε στιγμιαία νουντλς και κοινωνικοποιηθήκαμε με τους υπόλοιπους της παρέας. Έπειτα συνεχίσαμε το τάισμα των ελεφάντων με τα μπανανόδεντρα που είχαμε κόψει.
b2.jpg

Οι ελεφαντίνες έπαιξαν λίγο με το νερό μιας γούρνας, όσο μας έδιναν οι οδηγοί πληροφορίες για τους ελέφαντες κι απαντούσαν στις ερωτήσεις μας. Μεταξύ άλλων μας έδειξαν τα περιττώματά τους, τα οποία μύριζαν σαν σανό, χωρίς έντονη γεύση, ίσως λόγω vegan διατροφής.

Το τελευταίο κομμάτι της αλληλεπίδρασής μας με τους ελέφαντες περιλάμβανε κύλισμα στις λάσπες, με σκοπό θεωρητικά να πλύνουμε τα ζώα, μα πρακτικά να παίξουμε ανάμεσα στα λασπωμένα νερά και στα ελεφάντινα περιττώματα. Ο Ν. ήταν ο πρώτος που βούτηξε, σχεδόν όλος, ενώ κράτησε καθαρό μόνο το χέρι που κρατούσε το κινητό και μέρος του κεφαλιού, μεταξύ του οποίου και τη γλώσσα, με την οποία άνοιγε την οθόνη του· εγώ με την Ζ. βουτήξαμε από τους τελευταίους. Ήταν λίγο τρομακτικό, καθώς τα πόδια μας βυθίζονταν στις λάσπες κι απλώς ήλπιζες κάποια στιγμή να βρούνε πάτο πριν βουτήξει το κεφάλι στο νερό. Το λασπόνερο βοηθούσε τους ελέφαντες να ξεφορτωθούν έντομα ή βακτήρια στο δέρμα τους, οπότε φροντίζαμε να τους κάνουμε λασπομασάζ σε όσο μεγαλύτερη επιφάνεια μπορούσαμε. Κι έπειτα ξέπλυμα.
b3.jpg

Στη συνέχεια λουστήκαμε σε κανονικά ντους στο κτίριο του καταφυγίου, κάναμε τις βουτιές μας στην πισίνα που υπήρχε, ντυθήκαμε κι επιστρέψαμε ο καθένας στη βάση του.


Ενδιαφέρουσες Πληροφορίες για τους ελέφαντες και τα καταφύγια
  • Οι ελέφαντες έχουν αδύναμη ακοή, παρά τα μεγάλα πτερύγια, πρέπει να τους φωνάξεις για να σε ακούσουν. Επίσης είναι παχύδερμα, χρειάζονται δυνατά χτυπήματα για να νιώσουν το άγγιγμά σου.
  • Οι ασιατικοί ελέφαντες είναι πιο μικρόσωμοι από τους αφρικάνικους, πιο έξυπνοι (5 κιλά εγκέφαλο έναντι 3, αν έχει κάποια σημασία), ενώ δαμάζονται και ευκολότερα. Σε αντίθεση με τους αφρικάνικους που έχουν όλοι χαυλιόδοντες, οι θηλυκοί δεν έχουν, κάτι που συμβαίνει και σε αρκετούς αρσενικούς. Αναπτύσσουν ομοφυλόφιλα ένστικτα, αλλά τουλάχιστον δεν προκαλούν. Θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι δεν με νοιάζει τι κάνουν στο κρεβάτι τους, αλλά ενημερώθηκα ότι δεν κοιμούνται σε κρεβάτια, οπότε απέμεινα να κοιτάζω με ελαφριά έκπληξη την ελεφαντίνα που χάιδευε με την προβοσκίδα της τα γεννητικά όργανα της διπλανής της. Σύμφωνα με τον οδηγό μας, οι αρσενικοί ελέφαντες χωρίς χαυλιόδοντες συμπεριφέρονται συχνά σαν γκέι, πράγμα που μου προξένησε εντύπωση αλλά δεν κατάφερα να το διασταυρώσω.
  • Έχουν καλή μνήμη, όπως ορίζει η φήμη τους. Τα καλά τα θυμούνται για δέκα χρόνια. Τα άσχημα για είκοσι ή και για όλη τους τη ζωή. Για παράδειγμα μια ελεφαντίνα τρομοκρατήθηκε μόλις είδε έναν από τους μαχούτ, με ένα ξύλο, πιθανόν κάποιο τραύμα της από το παρελθόν. Άραγε τραύμα από τον συγκεκριμένο μαχούτ;
  • Η περίοδος ζευγαρώματος είναι μία ή δύο φορές τον χρόνο, όπου οι θηλυκοί ελέφαντες εκκρίνουν φερεμόνες από οπές μπροστά από τα αυτιά τους, που τις μυρίζουν οι αρσενικοί και ορμούν καταπάνω τους. Η σεξουαλική πράξη διαρκεί ένα λεπτό, πράγμα που είναι λογικό αν αναλογιστεί κανείς για τι βάρος μιλάμε, γιατί πόση αντοχή να έχουν κι αυτές οι ελεφαντίνες, ενώ ολοκληρώνεται με την εκτόξευση ενός λίτρου σπέρματος, πράγμα που είναι πρωτίστως τρομακτικό κι έπειτα εντυπωσιακό.
  • Όταν αιχμαλωτίζουν τους ελέφαντες, τους χωρίζουν από τη μητέρα τους ώστε να μπορούν να τα εκπαιδεύσουν καλύτερα. Τον πατέρα τους ούτως ή άλλως δεν τον γνωρίζουν, καθώς τα δυο φύλα ζούνε κατά βάση σε χωριστές αγέλες.
  • Οι εκπαιδευτές τους, οι μαχούτ, είναι άνθρωποι που πέρασαν τη γνώση της εκπαίδευσης ελεφάντων από γενιά σε γενιά: αρχικά για να πολεμάνε, όπως και τα άλογα, αλλά και για τη μεταφορά και τελικά και για λόγους διασκέδασης.
  • Και πάμε στην γκρίζα ζώνη, που φλερτάρει περισσότερο με το μαύρο παρά με το λευκό: Από την περασμένη μέρα είχα δει όλα τα προσπέκτους να διαφημίζουν στις εκδρομές τους No Riding. Γενικά, κάποτε ήταν σύνηθες τουρίστες να ανεβαίνουν πάνω σε ελέφαντες για βόλτα, πράγμα που και ακόμη γίνεται, αλλά θεωρείται κατακριτέο, καθώς η σπονδυλική στήλη των ελεφάντων δεν είναι εξίσου ανθεκτική σε καβαλικέματα και είναι επίπονη για το ζωντανό.

    Πλέον πολλοί σαμπόταραν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, οπότε τα καταφύγια ελεφάντων διαφήμιζαν με μεγάλα γράμματα ότι δεν επιτρέπουν καβαλίκεμα ελεφάντων, λες κι αυτό αποτελούσε κάποια πιστοποίηση ηθικής. Το μόνο πρόβλημα είναι το καβαλίκεμα κι αυτό σταμάτησε, χάρη «σ΄εσάς, τους Ευρωπαίους τουρίστες», όπως μας είπε ο ξεναγός μας. Η πρακτική του elephant riding που έγινε δημοφιλής χάρη στους τουρίστες-αποικιοκράτες τώρα χάρη στους ίδιους επρόκειτο να εκλείψει. You’re welcome!

    Από την άλλη υπήρχαν και τραγελαφικά προσπέκτους όπου με κόκκινα γράμματα διακήρυσσαν NO RIDING, αλλά στα προγράμματά τους είχαν την επιλογή «with riding» ή «with back riding», το οποίο θα μπορούσε κανείς λιγότερο καχύποπτος από εμένα να πει ότι δεν εννοεί να καβαλάμε εμείς το παχύδερμο, αλλά να μας καβαλά αυτό, σαν κάποιο είδος εξεζητημένου μασάζ, που μπορεί να μας αφήσει με διαλυμένη τη σπονδυλική στήλη. Σαν κανονικό ταϊλανδέζικο μασάζ, δηλαδή, θα μπορούσα να είχα πει αν το είχα ήδη δοκιμάσει στο μεταξύ, πράγμα που στον χρόνο της ιστορίας δεν είχε ακόμη συμβεί.

    Τα χρήματα της εκδρομής (περίπου στα 57 ευρώ) μας είπαν ότι είναι για συντήρηση του χώρου μα και για να μπορέσουν να αγοράσουν (ή να διασώσουν, όπως προτιμούν να λένε) ελέφαντες από τσίρκο ή ζωολογικούς κήπους.

  • Η βασική μου απορία, που τη διατύπωση και στον οδηγό, γιατί δεν επιχειρούν να τους προετοιμάσουν για την επιστροφή τους στη φύση.
    «Δεν θα επιβιώσουν», μου αποκρίθηκε εκείνος, «καθώς δεν είναι άγρια ζώα όπως οι ελέφαντες έξω». Το καταλάβαινα το επιχείρημα.
    «Κι η μικρή;» αναρωτήθηκα.
    «Ούτε κι αυτή θα επιβιώσει», μου απάντησε κοφτά και μάλλον δεν ήθελε να συνεχίσω να ρωτάω σ’ αυτή την κατεύθυνση, ούτε και κανείς άλλος από το γκρουπ.

    Για μένα αυτός θα έπρεπε να είναι ένας σκοπός καταφυγίου ελεφάντων. Και προφανώς καταλαβαίνω ότι για κάποια ζώα είναι πλέον δύσκολο, αλλά ειδικά για τα νεότερα θα έπρεπε να υπάρχει στρατηγική ένταξής τους στο φυσικό τους περιβάλλον. Διαφορετικά είναι άλλη μια μπίζνα εκμετάλλευσης των ζωντανών, μέχρι κι αυτή να θεωρηθεί κατακριτέα (όπως η ανάβαση στους ελέφαντες πλέον) και να βρεθεί ένας άλλος τρόπος εκμετάλλευσης των ελεφάντων.
b4.jpg

Ιδιαίτερη εμπειρία. Από τη μία, ήρθα πιο κοντά με ένα ζώο αξιοθαύμαστο για το οποίο έμαθα πράγματα ενδιαφέροντα, από την άλλη η πρακτική των καταφυγίων ελεφάντων δεν μου φάνηκε όσο αθώα παρουσιάζεται στα προσπέκτους ή στα τουριστικά μπλογκ. Πάντως σίγουρα αξιομνημόνευτη, έστω κι αν μάλλον δύσκολα θα την επαναλάμβανα.
 

Εκπομπές Travelstories

Τελευταίες δημοσιεύσεις

Booking.com

Ενεργά Μέλη

Στατιστικά φόρουμ

Θέματα
33.164
Μηνύματα
882.614
Μέλη
38.879
Νεότερο μέλος
Τonia

Κοινοποιήστε αυτή τη σελίδα

Top Bottom