alma viajer@
Member
- Μηνύματα
- 69
- Likes
- 523
Περιεχόμενα
- Κεφάλαιο 1
- 1Η ΜΕΡΑ- Κέντρο Λισαβόνας (Rοssio- Baixa-Chiado-Bairro Alto-Wonderland Lisboa)
- 2Η ΗΜΕΡΑ ( Miradouros Senhora do Monte and da Graça, Castelo de S. Jorge, Alfama, Πάρκο των Εθνών, Ενυδρείο)
- 3Η ΗΜΕΡΑ (Σίντρα- National Palace of Pena- Quinta da Regaleira- Cabo da Roca-Cascais-Fado house)
- 4η ΗΜΕΡΑ- Έβορα (Evora)
- 5Η ΗΜΕΡΑ- Belem- (Bairro Alto & Alfama ξανά )
- ΕΠΙΛΟΓΟΣ
2Η ΗΜΕΡΑ ( Miradouros Senhora do Monte and da Graça, Castelo de S. Jorge, Alfama, Πάρκο των Εθνών, Ενυδρείο)
Σηκωθήκαμε λίγο αργότερα από το αναμενόμενο και πήγαμε αμέσως για πρωινό σε κάποιο μαγαζί στην Rua Augusta. Εγώ ήθελα οπωσδήποτε pastel de nata, ενώ ο συνταξιδιώτης μου καφέ. Προφανώς πήραμε και άλλα καλούδια, οπότε δεν προτιμήσαμε pasteleries που είχαν μόνο το γνωστό πορτογαλικό γλυκό. Και αφού φάγαμε και πήραμε τα πάνω μας, κατευθυνθήκαμε προς την πλατεία Martim Moniz για να πάρουμε το τραμ 28Ε με προορισμό το miradouro da Senhora do Monte.
Η πλατεία Martim Moniz ήταν μεγάλη και ευρύχωρη, αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν την πρόσεξα για να πω αν αξίζει να περάσετε μια βόλτα, καθώς κοιτούσα τον χάρτη στο gps . Αυτό που πρόσεξα ήταν ότι μπαίνοντας στην πλατεία υπήρχε μεγάλο super market. Και τι έγινε θα μου πείτε. Για κάποιον που θέλει να ψωνίσει κάποια πράγματα είναι σημαντικό να τα προμηθευτεί από μεγάλα supermarket αν θέλει να εξοικονομήσει χρήματα. Γιατί; Διότι οι τιμές στα μικρά παντοπωλεία που διατηρούν κυρίως ξένοι τραβούν την ανηφόρα. Το διαπιστώσαμε την πρώτη ημέρα αγοράζοντας 2-3 πράγματα. Το νερό 0,5 L σε αυτά τα μικρά mini markets κόστιζε 1 ευρώ. Κλείνει η παρένθεση.
Το τραμ που περιμέναμε δεν άργησε να έρθει. Σχηματίστηκε ουρά από τους τουρίστες που έβγαζαν εκείνη την ώρα εισιτήριο από τον οδηγό. Εμείς πριν πάρουμε το δρόμο για την πλατεία, μπήκαμε στο μετρό και βγάλαμε το ημερήσιο εισιτήριο των 7 ευρώ. Τις προηγούμενες φορές είχαμε βγάλει εισιτήριο που το φορτίζαμε με την αξία μονής διαδρομής. Αν αγοράσει κάποιος εισιτήριο από τον εκάστοτε οδηγό στα ΜΜΜ είναι λίγο πιο ακριβό. Μπήκαμε στο τραμ και θυμηθήκαμε τι ωραία που είναι τα μέσα στην Αθήνα. Σαρδελίτσες. Στις επόμενες στάσεις μπήκαν ντόπιοι που πήγαιναν μάλλον στις δουλειές τους. Ωραία η διαδρομή και το τραμ, αλλά είχε πολύ κόσμο. Κατεβήκαμε στην R. Graça και ακολουθήσαμε τις οδηγίες του gps για να φτάσουμε στο miradouro. Ακολουθήσαμε μια ελαφρώς ανηφορική διαδρομή για κανά 5λεπτο. Τίποτα το δύσκολο. Είδαμε όμορφα κτίρια σε παστέλ χρωματισμούς, άλλα με πλακάκια και άλλα χωρίς. Οι δρόμοι πλακόστρωτοι. Τι όμορφα που ήταν. Ώσπου φτάσαμε στο τέλος του δρόμου σε ένα μεγάλο μπαλκόνι με πιάτο την Λισαβόνα. Αυτό ήταν το miradouro. Μείναμε άναυδοι! Τι όμορφη θέα ήταν αυτή! Είχε συννεφιά εκείνη την ώρα και οι φωτογραφίες έβγαιναν λίγο μουντές, αλλά η θέα ήταν ασυναγώνιστη. Τα κινητά πήραν φωτιά για φωτογραφίες και βίντεο. Ένας Κινέζος μας τράβηξε φωτογραφίες και εμείς αντίστοιχα αυτόν. Πόσοι Ασιάτες τουρίστες στην Λισαβόνα; Πραγματικά ήταν παντού. Μας πλησίασε και μια ηλικιωμένη πλανόδια για να πουλήσει την πραμάτια της. Προσπαθούσε να μαντέψει την εθνικότητα μας. Ούτε Ιταλοί, ούτε Ισπανοί. Μα τι στο καλό είστε; Ευγενέστατη πάντως. Μα αυτά και με αυτά βγήκε και ο ήλιος και η πόλη απέκτησε άλλη χάρη και ομορφιά. Αυτές οι κεραμοσκεπές τι όμορφες που ήταν! Τι όμορφα που ήταν όλα από ψηλά! Και από το σημείο εκείνο φαίνονταν τα πάντα…το κάστρο, ο Τάγος, ακόμα και η γέφυρα και το άγαλμα του Ιησού απέναντι!
Αφού γεμίσαμε εικόνες κινήσαμε για το miradouro da Graça που ήταν δέκα λεπτά μακριά. Σύντομη και ωραία βόλτα μέχρι εκεί χωρίς υψομετρικές διαφορές. Περάσαμε και έξω από ωραίους φούρνους. Τι ωραίες βιτρίνες που έχουν. Και φαγωμένος τις λιμπίζεσαι. Στο συγκεκριμένο miradouro υπήρχε μια εκκλησία την οποία επισκεφθήκαμε χωρίς να είναι κάποιας εξαιρετικής ομορφιάς και σημασίας. Απέξω έπαιζε κιθάρα κάποιος μουσικός, ενώ υπήρχε κόσμος που χάζευε την θέα. Στο προηγούμενο miradouro ήμαστε σχεδόν μόνοι μας. Ποια η διαφορά των 2; Στο δεύτερο το κάστρο του Αγ.Γεωργίου ήταν ακριβώς δίπλα μας, πιο κοντά μας, ενώ ο Τάγος δεν κυριαρχούσε στο βάθος. Βλέπαμε ένα ελάχιστο τμήμα του. Στην ουσία ήταν η ίδια θέα, αλλά από διαφορετική οπτική γωνία. Επίσης, πολύ όμορφη! Μας πλησίασε ένας ξεναγός για να μας κάνει τουρ, όπως και όλο τον κόσμο εκεί. Τον ευχαριστήσαμε και συνεχίσαμε τον δρόμο μας.
Επόμενος στόχος η επίσκεψη στο κάστρο του Αγίου Γεωργίου. Ωστόσο, μέχρι να φτάσουμε κάναμε αρκετές στάσεις σε σημεία με θέα που βλέπαμε στο δρόμο μας. Ήμαστε στην γειτονιά της Alfama και πραγματικά η περιήγηση στα σοκάκια και στα miradouros που ξεπρόβαλλαν ήταν απολαυστική. Ο καιρός επίσης εξαιρετικός! Δεν είμαι σίγουρη ποια ακριβώς ήταν τα miradouros-σημεία που σταθήκαμε, διότι ήταν αρκετά και το ένα δίπλα στο άλλο. Πρέπει να ήταν το Miradouro de São Vicente, το Miradouro das Portas do Sol και το Miradouro do Recolhimento. Είχαν ωραία θέα τη συνοικία της Alfama, τα καταστήματα εστίασης και φυσικά τον Τάγο. Τα miradouros αυτά δεν ήταν αποκομμένα από την υπόλοιπη συνοικία. Αντιθέτως, ήταν στην καρδιά της, δίπλα στον δρόμο, για αυτό και ήταν γεμάτα κόσμο που ρέμβαζε και έβγαζε φωτογραφίες.
Το gps μας έβγαζε ότι έπρεπε να ανέβουμε κάποιες σκάλες για να φτάσουμε στο κάστρο. Μπήκαμε σε στενά πλακόστρωτα σοκάκια. Πολύ όμορφα και γραφικά. Στο μπαλκόνι μιας οικίας ένας κύριος τραγουδούσε με μικρόφωνο στους περαστικούς που κοντοστέκονταν απορημένοι, αλλά με θετική διάθεση απέναντι του. Ε, δεν βλέπεις κάθε μέρα τέτοια θεάματα. Με αυτά και με αυτά φτάσαμε έξω από το κάστρο του Αγ. Γεωργίου. Απ έξω είχε μικρά χαριτωμένα καταστήματα με τουριστικά είδη,αλλά και εστίασης. Περπατούσαμε χαζεύοντας τα στα στενοσόκακα. Ωστόσο, αποφασίσαμε να μην απομακρυνθούμε και να μπούμε μέσα στο κάστρο. Αναρωτιόμαστε αν αξίζει να πληρώσουμε το αντίτιμο των 15 ευρώ από την στιγμή που το μεγάλο πλεονέκτημά του είναι η θέα. Αν μη τι άλλο ωραία θέα έχουν πολλά σημεία της Λισαβόνας.
Παρόλ αυτά, μπήκαμε στο κάστρο του Αγίου Γεωργίου. Είδαμε ένα άπλωμα σαν miradouro με μπόλικα δέντρα. Είχε αρκετό κόσμο χωρίς να γίνεται όμως πανικός. Καθίσαμε σε κάποιο παγκάκι να μελετήσουμε το χάρτη που μας έδωσαν για τις τοποθεσίες του κάστρου και να ξεκουραστούμε. Πραγματικά η θέα ήταν υπέροχη από αυτό το σημείο! Η πόλη απλωνόταν κάτω από τα πόδια μας. Ο Τάγος, το άγαλμα του Χριστού και η κόκκινη γέφυρα της 25ης Απριλίου επίσης. Είμαστε πάνω στο κάστρο. Για αυτό και πια δεν το βλέπαμε στον ορίζοντα. Αυτό που βλέπαμε ήταν το μπλε του ουρανού και του Τάγου, καθώς και το κεραμιδί από τις σκεπές των σπιτιών. Περπατώντας περιμετρικά το χώρο είδαμε κάποια κανόνια και το κυρίως κάστρο. Γύρω του υπήρχε τάφρος. Στον αύλειο χώρο του οι επισκέπτες χάζευαν τα παγώνια που υπήρχαν στο χώρο. Περάσαμε την τάφρο και μπήκαμε στον εσωτερικό αύλειο χώρο του κάστρου. Μάλιστα ανεβήκαμε σε κάποια σημεία τις σκάλες για να φτάσουμε στις πολεμίστρες. Ωραία ήταν. Δεν μπορώ να πω. Κάναμε βόλτες γύρω από τις πολεμίστρες σαν παιδάκια. Εν τω μεταξύ ο ουρανός είχε αρχίσει να μαζεύει σύννεφα. Μέχρι να βγούμε από το χώρο του κάστρου είχε αρχίσει να ψιχαλίζει. Ανοίξαμε τις ομπρέλες έτοιμοι να εξερευνήσουμε την συνοικία της Alfama ελπίζοντας αυτή η βροχούλα να τελειώσει σύντομα.
Πράγματι, λίγα λεπτά αργότερα η βροχή σταμάτησε. Εμείς περιδιαβαίναμε τα όμορφα σοκάκια μέχρι που βγήκαμε πάλι στα πρότερα miradouros. Αυτή τη φορά είδαμε και το miradouro της Santa Lucia. Είχα διαβάσει τόσα για το συγκεκριμένο. Ομολογώ ότι αν και έχει ιδιαιτερότητες σε σχέση με τα υπόλοιπα, δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Η θέα από άλλα Miradouros της πόλης είναι πολύ καλύτερη. Άσε που και με λιγοστό κόσμο γεμίζει γρήγορα και δεν μπορείς να σταθείς για πολλή ώρα. Από αυτό το σημείο βλέπεις την Alfama, το Πάνθεον και τον Τάγο. Τέλος πάντων.
Βγάλαμε τις φωτογραφίες μας και συνεχίσαμε την βόλτα μας στα σοκάκια. Ποια σοκάκια; Αυτά τα πλακόστρωτα σοκάκια που περνούν τα κίτρινα τραμ και βλέπουμε στις γνωστές καρτ ποστάλ και στα βίντεο που διαφημίζουν την Λισαβόνα. Από τέτοια ωραία και γραφικά σημεία περάσαμε και δε χόρταινα να κοιτάω και να φωτογραφίζω. Και ευτυχώς δεν είχε ιδιαίτερες υψομετρικές διαφορές η βόλτα αυτή. Μάλιστα πέρασε ένα τραμ από δίπλα μας και οι επιβάτες μας χαιρετούσαν. Ε, γίνεται να μην ανταποδώσεις τον χαιρετισμό; Σαν παιδάκι ένιωσα εκείνη τη στιγμή. Δεν θυμάμαι τι είχαμε βάλει ως επόμενη στάση. Ωστόσο, βλέποντας προηγουμένως από τα miradouros την εκκλησία St. Vincent de Fora (χωρίς να ξέρουμε το όνομα της), εντυπωσιαστήκαμε και έτσι όταν έπειτα από περιπλάνηση είδαμε ότι είμαστε κοντά της πήγαμε να τη δούμε από κοντά. Από μακριά μου φαινόταν πιο εντυπωσιακή. Δεν έπαυε όμως να είναι επιβλητική. Δεν μπήκαμε μέσα. Συνεχίσαμε την βόλτα μας ακριβώς δίπλα στην υπαίθρια αγορά Feira da Ladra που ήθελε να επισκεφτεί ο συνταξιδιώτης μου. Ένα μικρό Μοναστηράκι. Πάγκοι με ένα σωρό πράγματα κάθε είδους. Η χαρά των παλαιοπωλών και των ρετρό τύπων. Δεν ξέρω αν θα βρει κάποιος κάτι πραγματικά καλό. Για να χαζέψουμε όμως ήταν οκ. Βέβαια όταν φτάσαμε έξω από το Πάνθεον μας χτύπησε εκ νέου η κακοκαιρία. Έπιασε ξαφνική δυνατή μπόρα. Πολύ δυνατή! Ευτυχώς σταθήκαμε κάτω από τις τέντες ενός πάγκου και δεν γίναμε παπιά κάτω από την ομπρέλα. Όλος ο κόσμος το ίδιο έκανε. Η μπόρα δεν κράτησε ούτε 10 λεπτά. Αυτό ήταν. Και σαν να μην έγινε τίποτα συνέχισαν όλοι τις ασχολίες τους. ‘Ετσι και εμείς, αφού είδαμε απέξω το Πάνθεον συνεχίσαμε την βόλτα μας στην μαγευτική και γραφική Alfama. Περάσαμε σοκάκια, σκάλες, σημεία με θέα, αλλά και βασικούς δρόμους με καταστήματα εστίασης. Τι ωραία που ήταν! Η γειτονιά αυτή μπορεί να παρομοιαστεί με την δική μας Πλάκα. Είναι η παλιά, η αυθεντική συνοικία της πόλης. Ο συνταξιδιώτης μου είχε πεινάσει. Ήταν νωρίς το μεσημέρι. Νωρίς για να πεινάσει, αλλά τι να γίνει. Φτάσαμε στο μουσείο Φάδο. Είχε στηθεί μια mini Xριστουγεννιάτικη αγορά με 3-4 πάγκους, αλλά χωρίς κάτι φαγώσιμο που να μας συγκινήσει. Δεν θέλαμε να κάτσουμε σε κανονική ταβέρνα εκείνη την ώρα. Δεν πεινούσα και εγώ ιδιαίτερα. Δεν είχε κάποιο κατάστημα εστίασης με πολύ καλές κριτικές εκεί κοντά. Όσα μας άρεσαν ήταν κλειστά. Έτσι, κάτσαμε στην κυριολεξία όπου βρήκαμε. Κάτσαμε στο Τaberna Ti Camila απέναντι από το Fado museum. Πήραμε να δοκιμάσουμε το πορτογαλικό street food bifana. Χοιρινό κρέας ανάμεσα σε ψωμί. Σαν σε burger θα λέγαμε. Και επειδή δεν ξέραμε πόσο μεγάλο θα ήταν πήραμε και μια σαλάτα, ελληνική παρακαλώ. Προφανώς δεν είχε φέτα, αλλά οκ. Καλή προσπάθεια σε σχέση με άλλες σαλάτες που έχουμε γευτεί στο εξωτερικό. Όσο για την bifana, δεν ξετρελάθηκα με αυτό που γεύτηκα. Ωστόσο, γεμίσαμε τα στομάχια μας, ξεκουραστήκαμε και ετοιμαστήκαμε για τη συνέχεια. Όμορφα σοκάκια, σπίτια με πλακάκια, folklore στολισμοί και fado houses συμπληρώνουν το σκηνικό στην Alfama. Η βόλτα σε αυτήν ολοκληρώθηκε όταν φτάσαμε έξω από τον καθεδρικό ναό της Λισαβόνας. Τον ψάξαμε στο google και δεν είδαμε στις φωτογραφίες κάτι που δεν είχαμε ξαναδεί. Έτσι, δεν μπήκαμε μέσα. Κατευθυνθήκαμε προς το ποτάμι. Τι να κάνουμε τώρα; Που να πάμε; Eίχαμε πάνω από μια ώρα μέχρι να νυχτώσει.
Αποφασίσαμε να πάμε στο Parque das Nações (Πάρκο των Εθνών). Αν θυμάμαι καλά πήραμε το λεωφορείο 728. Είχαμε το ημερήσιο εισιτήριο για εκεί, οπότε δεν υπήρχε πρόβλημα. Η περιοχή αυτή δεν έχει κάποια σχέση με το ιστορικό κέντρο της πόλης. Είναι εντελώς σύγχρονη με μεγάλες λεωφόρους και κτίρια. Εκεί υπάρχουν εμπορικά κέντρα, στάδια, η διεθνής έκθεση της πόλης, καζίνο, τελεφερίκ, ο πύργος Βάσκο Ντε Γκάμα και το ενυδρείο της Λισαβόνας. Πάρκο των εθνών φαντάζομαι λέγεται γιατί έχει μια έκταση που υπάρχουν οι σημαίες όλων των χωρών. Εντοπίσαμε και εμείς την ελληνική. Αν με ρωτάτε, αν δεν έχετε κάποιο ιδιαίτερο λόγο επίσκεψης στην συγκεκριμένη περιοχή δεν χρειάζεται να πάτε. Είναι μια περιοχή για τους ντόπιους. Ως τουρίστας με λίγες ημέρες στην Λισαβόνα δεν ενδιαφέρομαι να δω π.χ. το εμπορικό κέντρο Vasco da Gama αν δεν έχω σκοπό να ψωνίσω, να μπω στην Αρένα τους, στο καζίνο τους, να κάνω ποδήλατο στους ποδηλατόδρομους ή να πάω εκεί για καφέ και φαγητό. Κάναμε ένα σύντομο πέρασμα από το αναφερθέν εμπορικό κέντρο και αφού δεν είχαμε κάτι άλλο να κάνουμε αποφασίσαμε να μπούμε στο Oceanário de Lisboa.
Η βόλτα αυτή στην συγκεκριμένη περιοχή δεν θα μου πρόσφερε πολλά αν δεν έμπαινα στο Ενυδρείο (Oceanário de Lisboa). Δεν είχαμε στο πρόγραμμα την επίσκεψη αυτή, αλλά μιας και φτάσαμε ως εκεί, μπήκαμε. Προφανώς και ήθελε και ο συνταξιδιώτης μου, ειδάλλως από μόνη μου δεν θα πήγαινα, εφόσον στο παρελθόν είχαμε επισκεφθεί το ενυδρείο της Βαρκελώνης και εγώ επιπλέον εκείνο στην Κρήτη. Ωστόσο, δεν χαλάμε χατίρια!Είναι λάτρης του βυθού! Έτσι, πήγαμε να βγάλουμε εισιτήρια. Εντύπωση μας προκάλεσε το γεγονός ότι πληρώσαμε φθηνότερα τα εισιτήρια, καθώς ήταν περασμένη ώρα. Το αντίτιμο του εισιτηρίου δεν ήταν σταθερό, αλλά σε άμεση εξάρτηση από την ώρα προσέλευσης. Πςςς….τι είπες τώρα. Μας εξυπηρέτησε αυτό βέβαια, γιατί τα αρχικά 25 ευρώ δεν τα λες και λίγα. Πως μου φάνηκε το ενυδρείο της Λισαβόνας; Προφανώς, δεν υπήρχε αυτός ο ενθουσιασμός της πρώτης φοράς. Δεν ήταν εντυπωσιακότερο από αυτό της Βαρκελώνης, αλλά ήταν διαφορετικό! Μου άρεσε! Σε καμία περίπτωση δεν μετάνιωσα την επίσκεψη και η ώρα πέρασε ευχάριστα. Σε αυτό το ενυδρείο υπάρχει μια μεγάλη κεντρική δεξαμενή, την οποία έχεις στο οπτικό σου πεδίο σε όλη την διάρκεια της επίσκεψης. Βλέπεις αυτή την δεξαμενή από διάφορες οπτικές και γωνίες. Εκεί έχει καρχαρίες, σαλάχια και όλα τα εντυπωσιακά ψάρια και πλάσματα του βυθού που φιλοξενεί το ενυδρείο. Ακόμη, έρχεσαι σε άμεση επαφή με πιγκουινάκια! Δεν υπάρχει ολικό προστατευτικό τζάμι και μπαίνοντας στην αίθουσα που τα φιλοξενεί νιώθεις μια ψύχρα. Μεγάλη πλάκα έχουν και οι ενυδρίδες! Πολύ γέλιο! Γίνεσαι και εσύ παιδάκι σε τέτοια μέρη.
Βγαίνοντας από το ενυδρείο είχε πια βραδιάσει. Ψιχάλιζε και φυσούσε. Είχε ψύχρα. Επιστρέψαμε στο κέντρο με μετρό από το σταθμό Cabo Ruivo. Είχε αρκετό περπάτημα (15-20 λεπτά) από το Ενυδρείο και η περιοχή εκείνη την ώρα δεν είχε ιδιαίτερο κόσμο. Επιστρέψαμε πίσω στο Rossio. Αφού περάσαμε τις χριστουγεννιάτικες αγορές στο κέντρο, μιας και πεινούσε το αγόρι μετά από αυτή την περιήγηση, πήγαμε στο δωμάτιο για να πάρουμε μια ανάσα μέχρι να ξαναβγούμε για ποτάκι.
Πήγαμε ξανά στο Α Τasca do Chico για fado. Ασφυχτικά γεμάτο με ουρά απ έξω. Φύγαμε. Πήγαμε στο Duque da Rua που είχα σημειώσει επίσης για fado. Μικρό μαγαζάκι και αυτό. Γεμάτο. Χωρίς μουσική. Τι στο καλό…είχα δει στα σόσιαλ ότι είχε live εκείνη τη βραδιά. Φύγαμε για να βρούμε άλλο μαγαζί. Περνώντας ξανά από μπροστά του αργότερα διαπιστώσαμε ότι όντως είχε live. Προφανώς είχαμε πετύχει το διάλειμμα. Που να πάμε που η πλειοψηφία των μαγαζιών ήταν άδεια; Καθημερινή και ήταν έτοιμο να βρέξει πάλι. Μόνο επιλεγμένα μαγαζιά είχαν κόσμο. Επόμενο μαγαζί στη λίστα μου ήταν ένα μπαρ εμπειρία. Δεν είχε σχέση με fado και ήταν το Pavilhão Chinês στο Bairro Alto. Ήταν λίγο μακριά από το σημείο που βρισκόμαστε, οπότε πήραμε λεωφορείο για λίγες στάσεις, μιας και είχε αρχίσει να βρέχει πάλι. Για να μπεις στο μπαρ χτυπάς κουδούνι. Περιμένεις μέχρι να σου ανοίξει την πόρτα καλοντυμένος ο σερβιτόρος και να σε πάει μέχρι το τραπέζι σου. Ο χώρος είναι πολύ μεγάλος, χωρισμένος σε πολλά δωμάτια. Κάθε δωμάτιο έχει διαφορετική διακόσμηση. Άλλο ντεκόρ. Βασικά, κάθε δωμάτιο έχει χιλιάδες διακοσμητικά στους τοίχους και στις προθήκες. Άλλο έχει στρατιωτάκια, άλλο κούκλες, μινιατούρες, καπέλα, τρένα. Χιλιάδες διαφορετικά αντικείμενα. Θα μπορούσε να είναι άνετα μουσειακός χώρος. Ο κατάλογος είναι μεγάλος. Είναι τσιμπημένο στις τιμές του το μαγαζί, αλλά έτσι είναι αν θες να δεις κάτι διαφορετικό. Ήπιαμε το ποτό μας και χαλαρώσαμε! Η επιστροφή στο δωμάτιο έγινε με τα πόδια. Άδειοι και ήσυχοι δρόμοι. Σταματήσαμε στο miradouro São Pedro de Alcântara. Τι όμορφα που ήταν και το βράδυ εκεί. Φωτισμένη η Λισαβόνα είχε άλλη χάρη. Και με αυτές τις εικόνες πήγαμε για ύπνο γιατί η επόμενη μέρα είχε πρωινό ξύπνημα και θα ήταν πολύ κουραστική! Αχ Σίντρα!
