alma viajer@
Member
- Μηνύματα
- 69
- Likes
- 523
Περιεχόμενα
- Κεφάλαιο 1
- 1Η ΜΕΡΑ- Κέντρο Λισαβόνας (Rοssio- Baixa-Chiado-Bairro Alto-Wonderland Lisboa)
- 2Η ΗΜΕΡΑ ( Miradouros Senhora do Monte and da Graça, Castelo de S. Jorge, Alfama, Πάρκο των Εθνών, Ενυδρείο)
- 3Η ΗΜΕΡΑ (Σίντρα- National Palace of Pena- Quinta da Regaleira- Cabo da Roca-Cascais-Fado house)
- 4η ΗΜΕΡΑ- Έβορα (Evora)
- 5Η ΗΜΕΡΑ- Belem- (Bairro Alto & Alfama ξανά )
- ΕΠΙΛΟΓΟΣ
3Η ΗΜΕΡΑ (Σίντρα- National Palace of Pena- Quinta da Regaleira- Cabo da Roca-Cascais-Fado house)
Ξυπνήσαμε πολύ νωρίς. Λίγο μετά τις 6 το πρωί. Θέλαμε να είμαστε αν ήταν δυνατόν έξω από το παλάτι Πένα στην Σίντρα την ώρα που άνοιγε, δηλαδή στις 09.30. Αυτό σήμαινε ότι γύρω στις 08.00 θα έπρεπε να έχουμε επιβιβαστεί στο τρένο για Σίντρα. Τα περισσότερα μαγαζιά για καφέ και πρωινό δεν άνοιγαν πριν τις 8 το πρωί. Έτσι, είχαμε προνοήσει να ψάξουμε που θα πηγαίναμε κοντά στο κατάλυμα να φάμε κατιτίς. Πήγαμε στο Copenhagen Coffee Lab - Baixa που άνοιγε στις 07.30 το πρωί. Μια χαρά.
Με γεμάτα στομάχια κατευθυνθήκαμε στο σταθμό τρένων Lisboa Rossio που είναι απέναντι από το Εθνικό Θέατρο Ντόνα Μαρία Β. Το κτίριο απέξω δεν φαίνεται ότι είναι σταθμός τρένων. Τις προηγούμενες ημέρες αναρωτιόμασταν τι στο καλό είναι αυτό το ωραίο και επιβλητικό κτίριο με τις ωραίες εισόδους. Μπήκαμε και βγάλαμε εισιτήρια στους αυτόματους πωλητές. Αν δεν κάνω λάθος πληρώσαμε 5,9 ευρώ ή κάτι τέτοιο και οι δυο μαζί. Πολύ εύκολα βρήκαμε την αποβάθρα και πήραμε το τρένο για Σίντρα. Η διαδρομή είναι σύντομη. Γύρω στα 45 λεπτά. Πλησιάζοντας στην Σίντρα καταλαβαίνεις ότι η περιοχή είναι καταπράσινη, ενώ πάνω στους λόφους φαίνονται το Moorish Castle και το Pena Palace.
Όλο το τρένο κατέβηκε στον τερματικό σταθμό της Σίντρα. Τι κάνουμε τώρα; Πως ανεβαίνουμε στο Pena Palace; Πρώτος τρόπος να πάρουμε το λεωφορείο της γραμμής, το 1253, έξω ακριβώς από το σιδηροδρομικό σταθμό. Είχα διαβάσει εδώ στο travelstories, αλλά και αλλού ότι υπάρχει εισιτήριο μονής διαδρομής γύρω στα 5,5 ευρώ, το οποίο δεν στο δίνουν και προωθούν το ημερήσιο εισιτήριο των 13,5 ευρώ? αν θυμάμαι καλά. Με το εισιτήριο αυτό μπορείς να μπαίνεις απεριόριστα εκείνη την ημέρα στα λεωφορεία που πηγαινοέρχονται στα παλάτια. Μέχρι εδώ ακούγονται όλα καλά, αν αναλογιστεί κανείς ότι αν κάποιος θέλει να πάει σε περισσότερα από ένα παλάτια, τον συμφέρει το ημερήσιο εισιτήριο. Τι γίνεται όμως όταν μπορείς να πας πιο φθηνά και με μεγαλύτερη άνεση; Το uber είναι μια πολύ καλή, πρακτική, άνετη και οικονομική λύση. Είχα διαβάσει ότι σε ώρες αιχμής και ειδικά την high season τα λεωφορεία της γραμμής δεν είναι αξιόπιστα. Υπάρχει μεγάλη κίνηση, ο κόσμος δεν χωράει να μπει στο λεωφορείο, υπάρχει μεγάλη αναμονή στα δρομολόγια, άνω της μισής ώρας, οπότε και να έχει βγάλει κάποιος ημερήσιο εισιτήριο, θα ταλαιπωρηθεί και δεν θα μπορέσει να βγάλει το πρόγραμμα που είχε σχεδιάσει. Εδώ και αυτοκίνητο να είχε θα τον ταλαιπωρούσε η κίνηση και το θέμα parking στους στενούς δρόμους της περιοχής. Έχοντας αυτά στον νου μας φτάσαμε στην Σίντρα. Το λεωφορείο δεν είχε πολύ κόσμο και ήταν έτοιμο να αναχωρήσει σε 5-6 λεπτά. Έτσι ρωτήσαμε για εισιτήριο μονής διαδρομής τον οδηγό, για να πάρουμε την απάντηση ότι έχει μόνο ημερήσιο. Έτσι, δεν το σκεφτήκαμε και πολύ. Είχα ήδη κατεβάσει την εφαρμογή του uber στο κινητό και είχα βάλει την κάρτα μου. Προφανώς και θα προτιμούσα να πληρώσω με μετρητά, αλλά δεν γινόταν. Ήταν αναγκαστικό σε αυτές τις διαδρομές. Σταθήκαμε λίγο πιο κάτω και το καλέσαμε. Υπήρχε αρκετός κόσμος με το που βγήκαμε από τον σταθμό του τρένου που εξ αρχής είχε προνοήσει για uber και στεκόταν ανά κάποια μέτρα μετά τον σταθμό περιμένοντας να έρθει. Την ώρα λοιπόν που καλούσαμε το uber, ήρθε ένας τύπος να μας πει πως μπορεί να μας πάει με το αυτοκίνητο του στο Pena Palace με 15 ευρώ. Είχε δει ότι δεν μπήκαμε στο λεωφορείο όταν μας ζήτησαν για το ημερήσιο 13 ευρώ στον καθένα. Επομένως 15 ευρώ και για τους 2 μαζί ήταν καλά. Είπε πως το uber θα αργούσε να έρθει. Ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν άνθρωποι που περίμεναν 20-30 λεπτά. Ωστόσο, εμείς είχαμε ήδη καλέσει uber με μόλις 5,50 ευρώ που θα ερχόταν σε 15 λεπτά. Ωστόσο, μετά από λίγα δεύτερα μας ήρθε ειδοποίηση αν θέλουμε να αποδεχτούμε οδηγό που θα ήταν εκεί σε 2 λεπτά με κόστος 6,75 ευρώ. Το αποδεχτήκαμε και έτσι μπήκαμε στο αμάξι που μόλις ήρθε. Πληρώσαμε δηλαδή και οι 2 μαζί λιγότερα από όσα θα δίναμε ο καθένας στον προηγούμενο οδηγό.
Η διαδρομή ήταν κάτι παραπάνω από 3 χλμ και κάναμε να φτάσουμε περίπου 12 λεπτά. Όλος ο δρόμος ήταν ανηφορικός και στενός. Δεν μπορούσες να κάνεις προσπεράσεις και άμα μπροστά σου ήταν λεωφορείο ή κάποιος που πήγαινε με μικρή ταχύτητα σίγουρα θα δημιουργούσε κομβόι. Βρήκαμε και εμείς λεωφορείο στην διαδρομή λίγο πριν φτάσουμε. Ε, η ταχύτητα μας μειώθηκε αισθητά ειδικά στις ανηφορικές στροφές που έκανε ώρα να πάρει το λεωφορείο. Επομένως, δεν θέλω να ξέρω τι μπορεί να γίνεται σε περιόδους αιχμής π.χ.πόση ώρα κάνεις να φτάσεις στο παλάτι από την κίνηση, που βρίσκεις πάρκινγκ ή πόση ώρα περιμένεις το Uber ή το λεωφορείο να έρθει για μια απόσταση 3 χλμ. Ωστόσο, να πούμε ότι η διαδρομή είναι καταπράσινη και σε αποζημιώνει. Δεν είναι απλά καταπράσινη. Ζούγκλα θα το έλεγα χαριτολογώντας. Η φύση οργιάζει. Τα δέντρα είναι τόσο πυκνά που ενώ είχε ήλιο εκείνο το πρωινό, δεν περνούσε μέσα από τα δέντρα. Δεν τον βλέπαμε όση ώρα ήμαστε στο αυτοκίνητο. Με αυτά και με αυτά φτάσαμε. Και επειδή uber δεν είχαμε χρησιμοποιήσει ξανά, ρωτήσαμε τον οδηγό αν του χρωστάμε κάτι. Δεν του χρωστούσαμε τίποτα. Είχαμε ήδη πληρώσει τα 6,75 ευρώ. Αυτά είναι. Είτε έχει κίνηση, είτε όχι, πληρώνεις το ποσό της διαδρομής που σου εμφανίζεται στην οθόνη όταν καλείς τον συγκεκριμένο οδηγό. Τέλεια!
Φτάσαμε στην είσοδο και πήγαμε να βγάλουμε εισιτήρια. Βγάλαμε εκείνο των 20 ευρώ για το πάρκο και το παλάτι στις 10.00 πμ. Αν με ρωτάτε τώρα θα έβγαζα μόνο για το πάρκο. Δεν γνώριζα ότι μπορείς να περιηγηθείς στους εξωτερικούς χώρους του παλατιού με το εισιτήριο του πάρκου μόνο. Όχι ότι μετάνιωσα που είδα το εσωτερικό. Ωραίο ήταν και μέσα σε 15 λεπτά το έχεις δει. Τέλος πάντων. Βγάλαμε τα εισιτήρια και μας ρώτησαν αν θέλαμε να μας ανεβάσουν στο παλάτι με αυτοκινητάκι με ένα αντίτιμο των 3-4 ευρώ? Δεν θυμάμαι ακριβώς. Δεν το δεχτήκαμε και πήγαμε με τα πόδια. Έχει ανηφορίτσα η αλήθεια είναι. Αλλά άμα δεν έχεις κινητικά προβλήματα η διαδρομή (περίπου 10 λεπτά) είναι ευχάριστη και μέσα στο πράσινο. Προφανώς, σου βγαίνει λίγο η γλωσσίτσα, αλλά οκ. Δεν είναι κάτι. Μόλις όμως ξεπροβάλλει το παλάτι το ξεχνάς. Βγάζεις το κινητό και δεν σταματάς να βγάζεις φωτογραφίες. Τουλάχιστον έτσι έκανα εγώ. Και ακόμα δεν είχα φτάσει.
Η πύλη ήταν πραγματικά επιβλητική. Και το εσωτερικό προφανώς. Δύσκολο να βρεις τέτοιο παλάτι. Είναι ρομαντικού ρυθμού και τμήματά του είναι βαμμένα σε κόκκινο και κίτρινο χρώμα, ενώ παρουσιάζει αφθονία αρχιτεκτονικών στυλ όπως το Νεο-Γοτθικό, το Νεο-Μανουελίνο, το Νεο-Ισλαμικό και το Νεο-Αναγεννησιακό. Είχαμε φτάσει κανά τέταρτο πριν τις 10 στην είσοδο για το εσωτερικό του παλατιού, οπότε είχαμε λίγο χρόνο να περιηγηθούμε στους εξωτερικούς χώρους και να βγάλουμε τις απαραίτητες φωτογραφίες. Ευτυχώς ήταν πρωί ακόμα και δεν είχε πολύ κόσμο. Μπορούσαμε να βγάλουμε άνετα τις φωτογραφίες μας και να χαζέψουμε τον χώρο. Από τη μία πλευρά βλέπαμε την μπροστινή όψη του παλατιού ηλιόλουστη και από την πίσω σκιερή όψη την απέραντη καταπράσινη Σίντρα. Προφανώς και δεν είχαμε τελειώσει με τις φωτογραφίες. Έπρεπε να πάμε για την ξενάγηση στο εσωτερικό του παλατιού. Εκεί είδαμε σαλόνια, τραπεζαρίες, κρεβατοκάμαρες, εσωτερικές αυλές γενικά όλα τα δωμάτια ενός παλατιού εκείνης της εποχής. Οκ. Δεν είδα κάτι που δεν είχα ξαναδεί, αλλά δε με χάλασε κιόλας. Σε 15-20 λεπτά έχεις γυρίσει το εσωτερικό χωρίς να σταθείς ιδιαίτερα σε κάποιο δωμάτιο. Βγήκαμε έξω στην ηλιόλουστη βεράντα. Τι ωραία οπτική είχαμε από εκείνο το σημείο! Τι ωραίο που φαινόταν το παλάτι. Να έβγαιναν καλά και οι φωτογραφίες. Δεν μπορούσες να σταθείς με αντηλιά! Βγάλαμε τις φωτογραφίες που θέλαμε από κάθε σημείο του παλατιού, όχι πολύ επιτυχημένα και πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Είχαν αρχίσει να συρρέουν τα πλήθη. Και δεν είχε και αυτό που λέμε χαμό. Δεν θα ήθελα να είμαι εκεί καλοκαίρι και λόγω κόσμου και λόγω ζέστης. Ποιος είπε ότι η Πορτογαλία είναι καλοκαιρινός προορισμός;
Όταν φτάσαμε στα εκδοτήρια καλέσαμε πάλι uber. Σε λίγα λεπτά ο οδηγός μας ήρθε να μας πάρει. Προσοχή! Να κοιτάτε την μάρκα και την πινακίδα του αυτοκινήτου που καλείτε, γιατί εκείνη την ώρα μπορεί να έρθουν πολλά uber ταυτόχρονα. Πρέπει να ξέρετε ποιο αυτοκίνητο έχετε καλέσει για να μην ψάχνεστε. Επόμενος προορισμός μας το Quinta da Regaleira. Η διαδρομή αυτή ήταν περίπου 3 χλμ και μας κόστισε 5,93 ευρώ. Κάναμε να φτάσουμε κανά τεταρτάκι. Το κτίριο απέξω ήταν επιβλητικότατο! Η είσοδος και τα εκδοτήρια δεν ήταν μπροστά όπου μας άφησε το ταξί. Ήταν λίγο πιο μακριά στο πλάι. Το εισιτήριο κόστιζε 15 ευρώ και ευτυχώς μόλις άρχιζε το επόμενο χρονικό slot στις 11.30 πμ. Δεν ξέρω πόσο ακριβείς και αυστηροί είναι με τους χρονικούς περιορισμούς. Και στο Πένα και εδώ είχαν χωρισμένες περιόδους που μπορούσες να εισέλθεις στο χώρο. Την ώρα που φτάσαμε εμείς δεν θα έλεγα ότι είχε πάρα πολύ κόσμο. Ήταν μια χαρά! Η έκταση που εκτείνεται το Quinta da Regaleira είναι πολύ μεγάλη, καθώς περιλαμβάνει πολλά πράγματα που μπορεί να δει κανείς μέσα στους κήπους. Νομίζω ότι δεν περπατήσαμε όλη την έκταση, αλλά είδαμε βασικά σημεία του. Είδαμε για παράδειγμα κάτι μικροσκοπικούς πυργίσκους με μπαλκόνια που μπορούσες να ανέβεις επάνω και να χαζέψεις από ψηλά. Να γίνεις λίγο ιππότης; Δε ξέρω…Νομίζω για λίγο γινόσουν παιδί εκεί πέρα. Υπήρχε κόσμος που έστεκε αρκετή ώρα εκεί, όχι γιατί είχε κάτι να δει, αλλά για να βγάλει φωτογραφίες πάνω στον πύργο. Αν θες να ανέβεις από την σκάλα καλό θα ήταν να μην είσαι κλειστοφοβικός. Δεν έχεις ιδιαίτερη άνεση ανεβαίνοντας. Ευτυχώς είναι μόνο λίγα σκαλιά. Το καλό είναι ότι όταν ανέβεις πάνω δεν χρειάζεται να κατέβεις από το ίδιο σημείο, την ίδια σκάλα. Υπάρχει δρόμος ακριβώς δίπλα και έτσι φεύγεις κύριος. Υπάρχουν υψομετρικές διαφορές στην έκταση αυτή βλέπετε. Αντίστοιχα πυργάκια υπάρχουν αρκετά σε όλη την έκταση του πάρκου. Αφού ανεβήκαμε και εμείς συνεχίσαμε τον δρόμο μας.
Περπατώντας φτάσαμε στο Initiation Well, δηλαδή στο πηγάδι της μύησης. Νομίζω είναι από τα βασικά αξιοθέατα και ήθελα πολύ να το δω. Οι φωτογραφίες που είχα δει ήταν πολύ εντυπωσιακές. Να πω ότι αν δεν υπήρχε ταμπέλα ότι εκεί βρίσκεται το συγκεκριμένο αξιοθέατο δεν υπήρχε περίπτωση να το δει άνθρωπος. Το πέρασμα για να μπεις θα έλεγα ότι είναι κρυφό. Μπαίνεις από ένα βράχο. Πετύχαμε μπροστά μας ένα γκρουπ. Μάλλον τύπου get your guide γιατί ακούσαμε να μιλούν διάφορες γλώσσες και μεταξύ αυτών και ελληνικά. Έτσι περιμέναμε κανά λεπτό για να μπούμε. Δυστυχώς για λίγο δεν φτάσαμε νωρίτερα. Γιατί το λέω αυτό όμως; Με το που το αντικρίζεις το πηγάδι μπαίνοντας μέσα από τον βράχο, μένεις έκπληκτος. Λες ώπα…ουαου…τι γίνεται εδώ. Βγάζεις και διάφορες φωτογραφίες. Στο γρήγορο, γιατί δεν μπορείς να στέκεις ακίνητος για πολλή ώρα. Δεν είσαι μόνος. Ο κόσμος περιμένει να προχωρήσεις για να μπει. Και έπειτα αρχίζεις να κατεβαίνεις σκάλες. Δεν θα έλεγα ότι μπορείς να προσπεράσεις κάποιον. Είναι στενά. Βγάζεις με τον ρυθμό σου φωτογραφίες κατεβαίνοντας. Το φυσικό φως μειώνεται κατεβαίνοντας και πρέπει να προσέχεις, γιατί οι σκάλες έχουν νερό σε πολλά σημεία. Το πηγάδι λοιπόν είναι φοβερό με το που το βλέπεις. Μέχρι όμως να κατέβεις κάτω βλέπεις το ίδιο πράγμα να επαναλαμβάνεται. Και τι έγινε; Οκ, χάνει στη συνέχεια, επειδή στην ουσία κατεβαίνεις μια σκάλα. Δεν θα γινόταν κάτι, αν δεν πηγαίναμε σημειωτόν στις σκάλες. Μπροστά μας ήταν μια ηλικιωμένη κυρία υποβασταζόμενη από κάποιον κύριο. Και όχι μόνο μία. Αρκετοί άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας ήταν εκεί που πήγαιναν πιο αργά. Ομολογώ τους χαίρομαι τέτοιους ανθρώπους που κάνουν ταξίδια σε τέτοια ηλικία. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι ένιωσα μια δυσφορία. Κάναμε αρκετή ώρα να κατέβουμε την σκάλα. Σίγουρα μπορεί να την κατέβεις πολύ πιο γρήγορα. Τι να γίνει όμως. Δεν γίνεται όλος ο κόσμος να πηγαίνει με τους ρυθμούς μας. Η κυρία αυτή τα κατάφερε και την κατέβηκε τη σκάλα. Δεν ξέρω βέβαια πόσο την ταλαιπώρησε σωματικά αυτό και αν ήξερε που έμπαινε και τι σκάλι θα έπρεπε να κατέβει, όμως τα κατάφερε και ας δυσφόρησα εγώ προς στιγμήν και φαντάζομαι και άλλοι που περιμέναμε υπομονετικά να φτάσουμε στο τέλος της σκάλας. Όπως καταλαβαίνετε σε περιόδους αιχμής οπλιστείτε με υπομονή γιατί κάτι τέτοια θα είναι ο κανόνας. Και τι; αυτό ήταν; Mήπως να μην μπω καν; Όχι, να μπείτε και να κατεβείτε εκεί κάτω, διότι τα καλύτερα ακολουθούν. Υπάρχουν υπόγεια φωτισμένα περάσματα-τούνελ, διάδρομοι που οδηγούν σε ένα πολύ μικρό καταρράκτη και μια φυσική λιμνούλα σε ένα καταπράσινο τοπίο. Γενικά, μένεις άφωνος με αυτά που βλέπεις. Πως και γιατί δημιούργησαν όλα αυτά τα μυστικά περάσματα; Ήταν εντυπωσιακό, παράξενο, μυστικιστικό και ιδιαίτερο το όλο σκηνικό στα δικά μου μάτια. Δεν νομίζω ότι μπορεί να αποτυπωθεί το τοπίο και η αίσθηση σε καμία φωτογραφία. Το καλύτερο ήταν ότι έβγαινες από διαφορετικές εξόδους και δεν χρειαζόταν να ανέβεις πάλι την σκάλα. Ευτυχώς. Δεν ενδείκνυται και για κλειστοφοβικούς θα έλεγα.
Στη συνέχεια είδαμε και άλλους πυργίσκους, μια μεγάλη κρήνη σωστό έργο τέχνης, άλλες μικρότερες και ένα άλλο εντυπωσιακό οίκημα. Κινούμασταν πια προς το ίδιο το κάστρο Quinta da Regaleira. Πολύ επιβλητικό και πανέμορφο! Αναμφισβήτητα! Και το εσωτερικό του το ίδιο. Είδαμε πάλι όλα τα έπιπλα σε όλα τα δωμάτια του κάστρου. Νομίζω μου άρεσε περισσότερο το εσωτερικό του από αυτό στο Pena. O συνταξιδιώτης μου είχε την αντίθετη άποψη. Βγαίνοντας από το κάστρο και λίγο πριν την έξοδο του πάρκου ο επισκέπτης μπορεί να δει πλήθος αγαλμάτων κατά μήκος του δρόμου. Πολύ όμορφα. Γενικά, η επίσκεψη σε αυτό το καταπράσινο μέρος ήταν άκρως αναζωογονητική. Το μόνο που ίσως δεν είδαμε εξ ολοκλήρου ήταν οι καταρράκτες. Τους είδαμε μέσα από το υπόγειο πέρασμα και όχι απέξω. Ήταν λίγο διαφορετική η εικόνα που είδα σε φωτογραφίες από το διαδίκτυο. Μια χαρά ομως. Περάσαμε υπέροχα!
Φύγαμε για το ιστορικό κέντρο της Σίντρα! Πως πήγαμε; Με τα πόδια. Απέχει περίπου 10-12 λεπτά. Είναι κοντά. Περπατούσαμε στον κεντρικό δρόμο μέχρι που φτάσαμε στα πρώτα σπίτια και αρχίσαμε να κατηφορίζουμε τις σκάλες μέχρι το κέντρο. Εκεί είδαμε το National Palace of Sintra σε μια μεγάλη πλατεία στην οποία είχε στηθεί μια μικρή χριστουγεννιάτικη αγορά και περιδιάβαινε ντυμένος κάποιος ως Άγιος Βασίλης. Σε σχέση με τα παλάτια που είδαμε εκείνη την ημέρα αυτό δεν ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακό στο εξωτερικό του. Δεν μπήκαμε μέσα. Κάναμε μια βόλτα στο ιστορικό κέντρο της Σίντρα. Ήταν γραφική, αλλά ξεκάθαρα τουριστική. Υπήρχαν αρκετά μαγαζιά με τουριστικά είδη στα διάφορα πλακόστρωτα σοκάκια. Με ευχαρίστηση κάναμε την βόλτα μας στο κέντρο. Θα μπορούσαμε να κάτσουμε για φαγητό μιας και είχε μεσημεριάσει. Ωστόσο, θέλαμε να πάμε στο Cabo da Roca πριν πέσει ο ήλιος και να γυρίσουμε από το Κασκάις. Οπότε κάτι τέτοιο ήταν μάλλον δύσκολο. Έτσι, πήραμε να φάμε κάτι πρόχειρο. Φάγαμε κάτι σαντουιτς. Εγώ δοκίμασα και το τοπικό τους λικέρ, το gijinja. Λικέρ κεράσι είναι στην ουσία. Πολύ ωραίο! Και αφού φάγαμε, πήραμε τα ποδαράκια μας για να πάμε στο σιδηροδρομικό σταθμό από όπου ήρθαμε. Δεν θέλαμε το τρένο. Από εκεί έφευγε λεωφορείο για Cabo da Roca. Η διαδρομή μέχρι να φτάσουμε ήταν πολύ ωραία. Λες και είχα πάει εκδρομή στο χωριό μου ένιωθα. Είδαμε και ένα πολύ ωραίο κτίριο στο δρόμο. Το δημαρχείο ήταν.
Όταν φτάσαμε στο σιδηροδρομικό, πήραμε από κάποιο παντοπωλείο προμήθειες σε περίπτωση που πεινάσουμε. Βγαίνοντας, ψάχναμε την στάση του λεωφορείου 1253 για να πάμε στο Cabo da Roca. Θέλαμε να ρωτήσουμε πότε ήταν το επόμενο δρομολόγιο και την τιμή του εισιτηρίου. Αν δεν μας ικανοποιούσε η απάντηση θα ψάχναμε μήπως πηγαίναμε εκεί με uber. Μας πλησίασε ένας ευγενέστατος άνδρας για να μας πουλήσει υπηρεσίες μεταφοράς. Είπε ότι θα μας έκανε φουλ ξενάγηση πηγαίνοντας μας στο Pena Palace, στο Μονσεράτ, στο Κάμπο ντα Ρόκα και στο Κασκάις. Μπορεί να είπε και άλλα. Ουσιαστικά ολοκληρωμένο πακέτο μεταφοράς σε συνδυασμό με πληροφορίες-ξενάγηση. Μόλις του είπαμε ότι είχαμε πάει ήδη σε κάποια από τα παλάτια, άλλαξε το πρόγραμμα της εκδρομής του. Είχε βασικά διάφορα πακέτα εκδρομών ανάλογα με τα γούστα των επισκεπτών. Μας τα έδειχνε και σε χάρτη και με φωτογραφίες μπροστά του. Μόλις κατάλαβε ότι δεν θα τον ακολουθούσαμε γιατί είχαμε δικό μας πρόγραμμα, δεν δυσανασχέτησε όπως περιμέναμε, αλλά αντίθετα μας έδωσε τιπς και συμβουλές και την άποψη του για την περιοχή. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν πως θεωρούσε το πιο όμορφο και ενδιαφέρον παλάτι στην Σίντρα το Μονσεράτ και ας μην έχει τραβήξει τα βλέμματα των τουριστών και δεν είναι τόσο δημοφιλές. Οκ. Τον χαιρετήσαμε και πήγαμε προς την στάση του 1253. Ήταν λίγα μόνο μέτρα μακριά από τον σιδηροδρομικό. Στην ίδια ευθεία. Ο οδηγός ήταν μέσα στο λεωφορείο. Μας είπε ότι θα έφευγε σε 5 λεπτά και ότι το εισιτήριο μπορούσαμε να το αγοράσουμε από αυτόν ή από εφαρμογή. Το αγοράσαμε επί τόπου και κόστιζε 2,60 ευρώ. Μια χαρά!
Η διαδρομή μέχρι το Cabo da Roca διήρκησε περίπου 45 λεπτά και ήταν φανταστική. Η φύση οργίαζε. Τρομερή βλάστηση. Τα πάντα καταπράσινα. Το λεωφορείο είχε γεμίσει. Μάλιστα 2 κοπέλες μπήκαν κατα λάθος στο συγκεκριμένο λεωφορείο. Πήγαιναν σε άλλο προορισμό, αλλά πείστηκαν από κάτι νεαρούς ότι εκεί που πάμε θα είναι ωραία και τελικά δεν κατέβηκαν από το λεωφορείο για να γυρίσουν πίσω. Ο ουρανός ήταν πια μουντός. Ο ήλιος είχε κρυφτεί. Όσο πλησιάζαμε στο Cabo da Roca τόσο πιο πυκνά γκρίζα σύννεφα είχε στον ουρανό. Φτάσαμε γύρω στις 15.00. Το πρώτο πράγμα που αντικρίσαμε ήταν ο χαρακτηριστικός φάρος στην άκρη του ακρωτηρίου από την μία μεριά και ένα μνημείο από την άλλη. Όλος ο κόσμος πήγε προς την άκρη με το μνημείο, εκεί που τελείωνε η στεριά και άρχιζε η θάλασσα. Εγώ ήθελα να δω αν υπήρχε πρόσβαση στον φάρο ή στην έκταση γύρω από αυτόν. Μάταιος κόπος. Τουλάχιστον εκείνη την στιγμή δεν υπήρχε. Έτσι, ακολουθήσαμε το πλήθος στο δυτικότερο άκρο της ηπειρωτικής Ευρώπης. Στο άκρο που τελείωνε η στεριά και άρχιζε ο ωκεανός. Ο Ατλαντικός! Το μονοπάτι μέχρι το τέλος του δρόμου είχε μια υποτυπώδη, ας την πούμε περίφραξη, για να μην πηγαίνει ο κόσμος στην άκρη για να θαυμάσει την ομορφιά και την ορμή του ωκεανού. Η ταμπέλα έλεγε ότι υπήρχε κίνδυνος κατολισθήσεων-υποχώρησης εδάφους. Ωστόσο, όπως καταλαβαίνετε η πλειοψηφία περπατούσε κανονικά στο συγκεκριμένο κομμάτι γης. Φτάσαμε στο μνημείο όπου υπήρχε πλάκα που έγραφε τις συντεταγμένες του σημείου και το γεγονός ότι αυτό ήταν το δυτικότερο άκρο της ηπειρωτικής ευρώπης! Βγάλαμε τις απαραίτητες φωτογραφίες υπό τους ήχους μιας κιθάρας. Υπήρχε ένας μουσικός που τραγουδούσε στο σημείο και έκανε το σκηνικό να φαντάζει παραμυθένιο. Εμείς είχαμε κάτσει στο πεζούλι ακούγοντας από τη μία την μουσική και από την άλλη ατενίζοντας το απέραντο γαλάζιο. Τα κύματα έπεφταν με ορθή στους βράχους! Τα κύματα, ο αφρός, οι βράχοι, ο δυνατός αέρας και ο φάρος στην κορυφή συνέθεταν ένα φοβερό σκηνικό…Δυστυχώς, καμία φωτογραφία δεν μπορεί να αποδώσει την αίσθηση που έχεις όταν το αντικρίζεις αυτό. Χαζέψαμε για αρκετή ώρα τον ωκεανό μέχρι να αποφασίσουμε να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής.
Πήγαμε μέχρι την στάση του λεωφορείου να το περιμένουμε. Θέλαμε το 1624 για να πάμε στο Κασκάις. Θα ερχόταν σε 10-12 λεπτά. Εν τω μεταξύ είχε μαζευτεί και κάποιος κόσμος. Το λεωφορείο άργησε. Έκανε σχεδόν το διπλό χρόνο. Και όταν ήρθε δεν ήταν το 1624, αλλά εκείνο που μας είχε φέρει από Σίντρα. Επομένως, δεν πήγαινε Κασκάις, αλλά Σίντρα. Και πότε θα έρθει για Κασκάις ρωτάμε τον οδηγό; Το επόμενο λεωφορείο που θα έρθει σε κανά 10λεπτο. Κάποιοι μπήκαν στο λεωφορείο και κάποιοι παρέμειναν να περιμένουν. Περάσανε τα 10λεπτά, πέρασαν 20 λεπτά. Η υπομονή μας είχε πια εξαντληθεί. Εν τω μεταξύ ερχόταν και κόσμος έφευγε με αυτοκίνητα. Λέγαμε θα μείνουμε μόνοι μας στο τέλος, καθώς δεν έμενε πολλή ώρα μέχρι να σκοτεινιάσει. Καταλάβαμε ότι πολλά από τα αυτοκίνητα ήταν Uber. Όλα καινούρια και πολυτελή αυτοκίνητα. Πολλά από αυτά Tesla,όπως ακριβώς και στο κέντρο της Λισαβόνας. Ε, λέω στον συνταξιδιώτη μου να καλέσουμε uber; Τι στο καλό περιμένουμε τόση ώρα τσάμπα; 10,5 ευρώ μου βγάζει την διαδρομή. Δίπλα μας περίμεναν και ένα νέο ζευγάρι Κινέζων. Περίμεναν με μεγάλη ανυπομονησία το λεωφορείο μας. Του είπα να καλέσω Uber και να τους πω να έρθουν παρέα. Δε μου φάνηκε να γνώριζαν για την εναλλακτική του uber. Όχι, αφού περιμέναμε ήδη τόση ώρα να περιμένουμε λίγο ακόμα να έρθει. Περιμέναμε, περιμέναμε…Κάποια στιγμή ήρθε…Όχι το λεωφορείο που περιμέναμε, αλλά το άλλο για Σίντρα. Una fatsa una ratsa και οι Πορτογάλοι με εμάς όσον αφορά τα ΜΜΜ. Οι Κινέζοι απογοητεύτηκαν και μπήκαν αμέσως στο λεωφορείο. Εγώ αρκετά τσαντισμένη που περίμενα τσάμπα τόση ώρα, μπήκα να καλέσω αμέσως Uber. Aυτή την φορά η προτεινόμενη κούρσα για Κασκάις κόστιζε 12,96 ευρώ για περίπου 17 χλμ. Μια χαρά και πάλι. Προς μεγάλη μας έκπληξη ο οδηγός ήταν ήδη εκεί παρκαρισμένος στο σημείο και ψάχναμε να βρούμε που ακριβώς ήταν. Το βρήκαμε. Μας περίμενε ένα MG λευκό. Πάμε να μπούμε στο αμάξι. Ψάχνω το χερούλι. Πουθενά χερούλι! The button έλεγε ο οδηγός από μέσα και μου έδειχνε να πατήσω ένα κουμπί πάνω στην πόρτα. Ο πιτσιρικάς οδηγός πρέπει να έριξε γέλιο με εμένα. Το κοιτούσα σαν εξωγήινη. Όπως κοιτούν οι ηλικιωμένοι τους νεότερους όταν μιλάνε για smartphones και social media. Κάπως έτσι ένιωσα. Πόσο πίσω είμαι; To αμάξι πεντακάθαρο, καινούριο, με νέες τεχνολογίες, τεράστια οθόνη για τους χάρτες. Στο σημείο αυτό να πω ότι μου έκανε εντύπωση ότι τα περισσότερα uber ήταν ηλεκτρικά αυτοκίνητα και κατά κύριο λόγο Tesla. Δεν μιλάω μόνο για τα uber που πήραμε στην περιοχή της Σίντρα. Μιλάω για τα Uber και στην Λισαβόνα. Από την στιγμή που πατήσαμε στην Λισαβόνα βλέπαμε παντού να κυκλοφορούν Τesla. Αν όχι Τesla, ακριβά γενικά αμάξια και σε μεγάλο βαθμό ηλεκτρικά. Αφού αναρωτιόμασταν τι στο καλό συμβαίνει. Τόσα Tesla δεν είχαμε δει ούτε στο Μιλάνο λίγους μήνες πριν. Εμείς γνωρίζαμε ότι η Πορτογαλία είναι μια χώρα με παρόμοια δυναμική με την δική μας. Δεν έχει πολύ καλύτερη οικονομία. Πως γίνεται να κυκλοφορούν όλοι με Τesla; Μετά καταλάβαμε ότι αυτά τα αμάξια κατά κύριο λόγο είναι uber. Τώρα τι συμφωνία έχει κάνει η κυβέρνηση τους με την uber και τον Μασκ δεν ξέρω. Τέλος παρένθεσης.
Η ώρα πέρασε και εμείς φτάσαμε στο Cascais γύρω στις 17.00 το απόγευμα μετά από μία μισάωρη ωραία διαδρομή. Δεν μας άφησε κάπου κεντρικά, κοντά στην παραλία ή τον σιδηροδρομικό σταθμό. Προφανώς και δεν έφταιγε ο άνθρωπος. Εγώ πάτησα στο gps Κασκάις. Δεν διευκρίνισα. Μας άφησε όπου πήγε η πινέζα. Ευτυχώς δεν ήταν πολύ μακριά από το κέντρο. Περπατήσαμε κανά δεκάλεπτο. Ανοίξαμε και την ομπρέλα μας, γιατί άρχισε ένα ψιλόβροχο το οποίο μέχρι να φτάσουμε σταμάτησε. Σε μια πλατεία εκεί στο κέντρο είχε στηθεί μια χριστουγεννιάτικη αγορά. Τα φωτάκια άρχισαν να ανάβουν, αν και ακόμα δεν είχε νυχτώσει και το όλο σκηνικό άρχισε να γίνεται εορταστικό. Προσωπικά νόμιζα ότι το Κασκάις το χειμώνα θα ήταν άδειο. Νόμιζα ότι επειδή είναι καλοκαιρινό θέρετρο δεν θα έχει ψυχή τέτοια εποχή. Κι όμως έκανα λάθος. Την ώρα που περπατούσαμε εμείς είχε κίνηση στους δρόμους, στα εμπορικά και στα καταστήματα εστίασης. Μόνο στην παραλία είχε μειωμένη κίνηση. Είχε στημένα και εκεί χριστουγεννιάτικα σπιτάκια. Τα περισσότερα όμως εκείνη την ώρα ήταν κλειστά. Δίπλα στην θάλασσα δεν περπατούσε κόσμος. Παρόλα αυτά κάποιοι πιτσιρικάδες έπαιζαν ποδοβόλεϋ στην άμμο. Περίεργο μου φάνηκε τέτοια εποχή. Ήταν ωραίο όμως. Ακριβώς απέναντι ήταν στημένο με λαμπάκια το όνομα της πόλης Cascais. Πλήθος κόσμου πήγαινε να βγάλει φωτογραφίες εκεί και στα φωτάκια δίπλα. Η αίσθηση μου από την σύντομη επίσκεψη μας εκεί ήταν θετική. Θα καθόμουν λίγο παραπάνω να βολτάρω ή να κάτσω για φαγητό. Θέλαμε όμως να επιστρέψουμε νωρίς στο κατάλυμα για ξεκούραση ή να φάμε κάτι για να πάμε για fado. Ήταν το προτελευταίο βράδυ μας στην πόλη και θέλαμε επιτέλους να καταφέρουμε να ακούσουμε αυτό το είδος μουσικής.
Έτσι, πήγαμε στον σιδηροδρομικό σταθμό και βγάλαμε εισιτήρια για Λισαβόνα. Πληρώσαμε 2,55 ευρώ και κατευθυνθήκαμε στους συρμούς. Κατά λάθος βάλαμε ότι προορισμός μας ήταν το Lisboa Rossio που δεν πήγαινε η συγκεκριμένη γραμμή. Μοναδικός τερματικός ήταν το Cais do Sodre. Δεν ξέρω γιατί μας άφησε το μηχάνημα να βγάλουμε παρόλ αυτά εισιτήρια. Ο συνταξιδιώτης μου αγχώθηκε, αλλά πραγματικά δεν νομίζω ότι είχε μεγάλη σημασία. Στην Λισαβόνα πηγαίναμε έτσι και αλλιώς και είχαμε εισιτήριο. Η απόσταση μεταξύ αυτών των σταθμών ήταν 1 χλμ. Φτάσαμε χωρίς να το καταλάβουμε έπειτα από 40 λεπτά και μπήκαμε απευθείας στο μετρό για Rossio. Το εισιτήριο του μετρό κόστιζε 1,85 ευρώ. Δεν αντέχαμε να περπατήσουμε άλλο εκείνη την στιγμή. Ο συνταξιδιώτης μου πήρε από την χριστουγεννιάτικη αγορά μια πορτογαλική λιχουδιά που είχε τιμήσει και άλλη μέρα, μπέργκερ με γαρίδες; ή κάτι τέτοιο και πήγαμε στο δωμάτιο. Εγώ ήθελα απλά να απλώσω για λίγο τα ποδαράκια μου. Δεν καθίσαμε πολύ στο δωμάτιο, αλλά ήταν άκρως αναζωογονητικό. Θέλαμε να πάμε νωρίς στο Daque da rua, αν ήταν δυνατόν με το που άνοιγε, για να βρούμε τραπέζι. Ξέραμε ότι είχε live εκείνη την ημέρα από τα social.
Έτσι, ετοιμαστήκαμε και πριν τις 20.00 είμαστε στο μαγαζί. Μάλιστα ήμαστε οι πρώτοι που μπήκαμε. Καθίσαμε σε ένα τραπεζάκι και αμέσως μας έφεραν κατάλογο. Επισημαίνω ότι το συγκεκριμένο κατάστημα το επιλέξαμε γιατί θέλαμε να δούμε ένα live χωρίς να πρέπει να δώσουμε ένα νεφρό ή να φάμε οπωσδήποτε ολοκληρωμένο γεύμα την ώρα του live. Επίσης, το πρόγραμμα που παρακολουθήσαμε θα έλεγα ότι μάλλον δεν είναι αυθεντικό αυθεντικό fado. Μάλλον το έφεραν πιο κοντά στους τουρίστες για να μην πέσει βαρύ. Οπότε για κάποιον που θέλει να πάρει μια γεύση χωρίς να σκάσει 40,50 και 60 ευρώ το άτομο για fado είναι μια καλή λύση. Στο συγκεκριμένο μαγαζί μπορεί να πας και να πιεις μόνο το ποτό σου. Έχει και επιλογές για φαγητό. Τσιμπολόγημα δηλαδή, τύπου πλατό με τυριά, τοστ, τάπας κλπ. Είναι αρκετά τσιμπημένα για την ποσότητα και την ποιότητα που προσφέρουν, αλλά είναι οκ για βράδυ. Κάπως πρέπει να βγουν και αυτοί. Εμείς πήγαμε για φθηνά, αλλά επειδή πήραμε αρκετά μιας και εγώ δεν είχα φάει, κάναμε καλό λογαριασμό για 2 άτομα (56 ευρώ) σε αυτό το μαγαζί. Και πάλι όμως συνέφερε σε σύγκριση με άλλα fado houses. Στο μεταξύ ήρθε και άλλος κόσμος. Κυρίως ασιάτες, κάποιος αφρικανός και μια παρέα Αμερικάνων. Εμείς απολαμβάναμε το κρασί μας και τα όσα είχαμε παραγγείλει μέχρι να αρχίσει το πρόγραμμα.
Άρχισαν να κάθονται σε καρέκλες οι μουσικοί με τα όργανά τους, μια κλασική κιθάρα και μια πορτογαλική κιθάρα ιδανική για φάδο. Ο άνθρωπος που μας καλωσόρισε και στάθηκε όρθιος ανάμεσα στα τραπέζια για να τραγουδήσει ήταν αυτός που μας είχε σερβίρει προηγουμένως. Όταν άρχισε να τραγουδάει πραγματικά έμεινα έκπληκτη. Πόσο δυνατή και στεντόρεια φωνή είχε. Πραγματικά τα κάλυπτε όλα. Και όλα αυτά χωρίς μικρόφωνα. Είπε 2-3 τραγούδια και έπειτα έδωσε την σκυτάλη σε μια γυναίκα. Πολύ καλή και αυτή. Δεν μπορώ να καταλάβω από που έβγαινε αυτή η φωνή. Συνολικά τραγούδησαν 5 διαφορετικά άτομα. Όλα του μαγαζιού. Ο μεγαλύτερος από αυτούς μάλιστα προωθούσε στο τέλος και τα CD του 10 ευρώ το ένα. Πως κινήθηκε το πρόγραμμα; Έλεγε 2-3 τραγούδια ο καθένας και περίπου ανά μισάωρο έκαναν και ένα 5λεπτο διάλειμμα. Μιας και αυτό που ακούγαμε μας άρεσε, ήταν κάτι πρωτόγνωρο για εμάς, αποφασίσαμε να κάτσουμε μέχρι το τέλος του προγράμματος και ας ήμασταν κουρασμένοι. Έτσι παραγγείλαμε και δεύτερο ποτήρι κρασί. Μάλιστα ρωτήσαμε και για μια σημαία που κρυβόταν πίσω από κάτι αντικείμενα στο μπαρ. Νομίζαμε ότι είναι ελληνική μιας και βλέπαμε τα χρώματά μας. Ο υπεύθυνος του μαγαζιού απόρησε και ήρθε με τη σημαία να μας ρωτήσει από που είμαστε. Η σημαία ήταν από κάποιο δουκάτο στην κεντρική ευρώπη. Ούτε θυμόταν από που. Μας είπε ότι την προηγούμενη ημέρα είχε πάει στο μαγαζί μια παρέα Ελλήνων να γιορτάσουν τα γενέθλια και τον κάλεσαν να πάει στην Ικαρία. Εκείνος είχε επισκεφτεί την Φολέγανδρο και μας ρωτούσε τι έχει η Ικαρία. Δεν την γνώριζε…Του είπαμε ότι ψάχναμε τραπέζι και τις προηγούμενες ημέρες, αλλά ήταν γεμάτα. Απορούσε μάλιστα, γιατί δεν ήταν φουλαριστός και εκείνη την στιγμή. Έβρεχε καλέ, για αυτό ήθελα να του πω. Ένιωσα έναν απολογητικό τόνο όταν μας είπε πως το κοινό ήταν αρκετά ήσυχο εκείνη την ημέρα. Τις προηγούμενες ημέρες ήταν πιο συμμετοχικό. Η αλήθεια είναι ότι γύρω γύρω μόνο που δεν κοιμόντουσαν. Πολύ ησυχία. Δεν ταίριαζαν τα φάδο με τα μουσικά τους γούστα, δεν ήταν εκδηλωτικοί ώς λαοί; Δε ξέρω…Και έπειτα από αυτή τη σύντομη συνομιλία, μας είπε και δύο τραγουδάκια, ενώ αργότερα μας κέρασε και τρίτο ποτήρι κρασί. Είχε φύγει και κάποιος κόσμος και ήθελε να μας κρατήσει. Πως μου φάνηκε η όλη εμπειρία; Mου άρεσε! Μου άρεσαν οι φωνές που άκουσα! Ήταν τόσο δυνατές, παθιασμένες και φορτισμένες συναισθηματικά. Μου άρεσε η μελωδία που άκουσα. Δεν είμαι γνώστης αυτής της μουσικής, αλλά νομίζω ότι όντως ήταν πιο εκμοντερνισμενη εκδοχή των φάδο αυτά που ακούσαμε. Δεν με χάλασε καθόλου. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν πιο χαρούμενα απαραίτητα, απλά ήταν τέτοια η επιλογή των τραγουδιών, έτσι ώστε να μπουν σε ένα πρόγραμμα μαγαζιού που δέχεται μη Πορτογάλους και μη γνώστες αυτού του είδους της νοσταλγικής και μελαγχολικής μουσικής. Περάσαμε ένα πολύ όμορφο βράδυ. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο!
Ξυπνήσαμε πολύ νωρίς. Λίγο μετά τις 6 το πρωί. Θέλαμε να είμαστε αν ήταν δυνατόν έξω από το παλάτι Πένα στην Σίντρα την ώρα που άνοιγε, δηλαδή στις 09.30. Αυτό σήμαινε ότι γύρω στις 08.00 θα έπρεπε να έχουμε επιβιβαστεί στο τρένο για Σίντρα. Τα περισσότερα μαγαζιά για καφέ και πρωινό δεν άνοιγαν πριν τις 8 το πρωί. Έτσι, είχαμε προνοήσει να ψάξουμε που θα πηγαίναμε κοντά στο κατάλυμα να φάμε κατιτίς. Πήγαμε στο Copenhagen Coffee Lab - Baixa που άνοιγε στις 07.30 το πρωί. Μια χαρά.
Με γεμάτα στομάχια κατευθυνθήκαμε στο σταθμό τρένων Lisboa Rossio που είναι απέναντι από το Εθνικό Θέατρο Ντόνα Μαρία Β. Το κτίριο απέξω δεν φαίνεται ότι είναι σταθμός τρένων. Τις προηγούμενες ημέρες αναρωτιόμασταν τι στο καλό είναι αυτό το ωραίο και επιβλητικό κτίριο με τις ωραίες εισόδους. Μπήκαμε και βγάλαμε εισιτήρια στους αυτόματους πωλητές. Αν δεν κάνω λάθος πληρώσαμε 5,9 ευρώ ή κάτι τέτοιο και οι δυο μαζί. Πολύ εύκολα βρήκαμε την αποβάθρα και πήραμε το τρένο για Σίντρα. Η διαδρομή είναι σύντομη. Γύρω στα 45 λεπτά. Πλησιάζοντας στην Σίντρα καταλαβαίνεις ότι η περιοχή είναι καταπράσινη, ενώ πάνω στους λόφους φαίνονται το Moorish Castle και το Pena Palace.
Όλο το τρένο κατέβηκε στον τερματικό σταθμό της Σίντρα. Τι κάνουμε τώρα; Πως ανεβαίνουμε στο Pena Palace; Πρώτος τρόπος να πάρουμε το λεωφορείο της γραμμής, το 1253, έξω ακριβώς από το σιδηροδρομικό σταθμό. Είχα διαβάσει εδώ στο travelstories, αλλά και αλλού ότι υπάρχει εισιτήριο μονής διαδρομής γύρω στα 5,5 ευρώ, το οποίο δεν στο δίνουν και προωθούν το ημερήσιο εισιτήριο των 13,5 ευρώ? αν θυμάμαι καλά. Με το εισιτήριο αυτό μπορείς να μπαίνεις απεριόριστα εκείνη την ημέρα στα λεωφορεία που πηγαινοέρχονται στα παλάτια. Μέχρι εδώ ακούγονται όλα καλά, αν αναλογιστεί κανείς ότι αν κάποιος θέλει να πάει σε περισσότερα από ένα παλάτια, τον συμφέρει το ημερήσιο εισιτήριο. Τι γίνεται όμως όταν μπορείς να πας πιο φθηνά και με μεγαλύτερη άνεση; Το uber είναι μια πολύ καλή, πρακτική, άνετη και οικονομική λύση. Είχα διαβάσει ότι σε ώρες αιχμής και ειδικά την high season τα λεωφορεία της γραμμής δεν είναι αξιόπιστα. Υπάρχει μεγάλη κίνηση, ο κόσμος δεν χωράει να μπει στο λεωφορείο, υπάρχει μεγάλη αναμονή στα δρομολόγια, άνω της μισής ώρας, οπότε και να έχει βγάλει κάποιος ημερήσιο εισιτήριο, θα ταλαιπωρηθεί και δεν θα μπορέσει να βγάλει το πρόγραμμα που είχε σχεδιάσει. Εδώ και αυτοκίνητο να είχε θα τον ταλαιπωρούσε η κίνηση και το θέμα parking στους στενούς δρόμους της περιοχής. Έχοντας αυτά στον νου μας φτάσαμε στην Σίντρα. Το λεωφορείο δεν είχε πολύ κόσμο και ήταν έτοιμο να αναχωρήσει σε 5-6 λεπτά. Έτσι ρωτήσαμε για εισιτήριο μονής διαδρομής τον οδηγό, για να πάρουμε την απάντηση ότι έχει μόνο ημερήσιο. Έτσι, δεν το σκεφτήκαμε και πολύ. Είχα ήδη κατεβάσει την εφαρμογή του uber στο κινητό και είχα βάλει την κάρτα μου. Προφανώς και θα προτιμούσα να πληρώσω με μετρητά, αλλά δεν γινόταν. Ήταν αναγκαστικό σε αυτές τις διαδρομές. Σταθήκαμε λίγο πιο κάτω και το καλέσαμε. Υπήρχε αρκετός κόσμος με το που βγήκαμε από τον σταθμό του τρένου που εξ αρχής είχε προνοήσει για uber και στεκόταν ανά κάποια μέτρα μετά τον σταθμό περιμένοντας να έρθει. Την ώρα λοιπόν που καλούσαμε το uber, ήρθε ένας τύπος να μας πει πως μπορεί να μας πάει με το αυτοκίνητο του στο Pena Palace με 15 ευρώ. Είχε δει ότι δεν μπήκαμε στο λεωφορείο όταν μας ζήτησαν για το ημερήσιο 13 ευρώ στον καθένα. Επομένως 15 ευρώ και για τους 2 μαζί ήταν καλά. Είπε πως το uber θα αργούσε να έρθει. Ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν άνθρωποι που περίμεναν 20-30 λεπτά. Ωστόσο, εμείς είχαμε ήδη καλέσει uber με μόλις 5,50 ευρώ που θα ερχόταν σε 15 λεπτά. Ωστόσο, μετά από λίγα δεύτερα μας ήρθε ειδοποίηση αν θέλουμε να αποδεχτούμε οδηγό που θα ήταν εκεί σε 2 λεπτά με κόστος 6,75 ευρώ. Το αποδεχτήκαμε και έτσι μπήκαμε στο αμάξι που μόλις ήρθε. Πληρώσαμε δηλαδή και οι 2 μαζί λιγότερα από όσα θα δίναμε ο καθένας στον προηγούμενο οδηγό.
Η διαδρομή ήταν κάτι παραπάνω από 3 χλμ και κάναμε να φτάσουμε περίπου 12 λεπτά. Όλος ο δρόμος ήταν ανηφορικός και στενός. Δεν μπορούσες να κάνεις προσπεράσεις και άμα μπροστά σου ήταν λεωφορείο ή κάποιος που πήγαινε με μικρή ταχύτητα σίγουρα θα δημιουργούσε κομβόι. Βρήκαμε και εμείς λεωφορείο στην διαδρομή λίγο πριν φτάσουμε. Ε, η ταχύτητα μας μειώθηκε αισθητά ειδικά στις ανηφορικές στροφές που έκανε ώρα να πάρει το λεωφορείο. Επομένως, δεν θέλω να ξέρω τι μπορεί να γίνεται σε περιόδους αιχμής π.χ.πόση ώρα κάνεις να φτάσεις στο παλάτι από την κίνηση, που βρίσκεις πάρκινγκ ή πόση ώρα περιμένεις το Uber ή το λεωφορείο να έρθει για μια απόσταση 3 χλμ. Ωστόσο, να πούμε ότι η διαδρομή είναι καταπράσινη και σε αποζημιώνει. Δεν είναι απλά καταπράσινη. Ζούγκλα θα το έλεγα χαριτολογώντας. Η φύση οργιάζει. Τα δέντρα είναι τόσο πυκνά που ενώ είχε ήλιο εκείνο το πρωινό, δεν περνούσε μέσα από τα δέντρα. Δεν τον βλέπαμε όση ώρα ήμαστε στο αυτοκίνητο. Με αυτά και με αυτά φτάσαμε. Και επειδή uber δεν είχαμε χρησιμοποιήσει ξανά, ρωτήσαμε τον οδηγό αν του χρωστάμε κάτι. Δεν του χρωστούσαμε τίποτα. Είχαμε ήδη πληρώσει τα 6,75 ευρώ. Αυτά είναι. Είτε έχει κίνηση, είτε όχι, πληρώνεις το ποσό της διαδρομής που σου εμφανίζεται στην οθόνη όταν καλείς τον συγκεκριμένο οδηγό. Τέλεια!
Φτάσαμε στην είσοδο και πήγαμε να βγάλουμε εισιτήρια. Βγάλαμε εκείνο των 20 ευρώ για το πάρκο και το παλάτι στις 10.00 πμ. Αν με ρωτάτε τώρα θα έβγαζα μόνο για το πάρκο. Δεν γνώριζα ότι μπορείς να περιηγηθείς στους εξωτερικούς χώρους του παλατιού με το εισιτήριο του πάρκου μόνο. Όχι ότι μετάνιωσα που είδα το εσωτερικό. Ωραίο ήταν και μέσα σε 15 λεπτά το έχεις δει. Τέλος πάντων. Βγάλαμε τα εισιτήρια και μας ρώτησαν αν θέλαμε να μας ανεβάσουν στο παλάτι με αυτοκινητάκι με ένα αντίτιμο των 3-4 ευρώ? Δεν θυμάμαι ακριβώς. Δεν το δεχτήκαμε και πήγαμε με τα πόδια. Έχει ανηφορίτσα η αλήθεια είναι. Αλλά άμα δεν έχεις κινητικά προβλήματα η διαδρομή (περίπου 10 λεπτά) είναι ευχάριστη και μέσα στο πράσινο. Προφανώς, σου βγαίνει λίγο η γλωσσίτσα, αλλά οκ. Δεν είναι κάτι. Μόλις όμως ξεπροβάλλει το παλάτι το ξεχνάς. Βγάζεις το κινητό και δεν σταματάς να βγάζεις φωτογραφίες. Τουλάχιστον έτσι έκανα εγώ. Και ακόμα δεν είχα φτάσει.
Η πύλη ήταν πραγματικά επιβλητική. Και το εσωτερικό προφανώς. Δύσκολο να βρεις τέτοιο παλάτι. Είναι ρομαντικού ρυθμού και τμήματά του είναι βαμμένα σε κόκκινο και κίτρινο χρώμα, ενώ παρουσιάζει αφθονία αρχιτεκτονικών στυλ όπως το Νεο-Γοτθικό, το Νεο-Μανουελίνο, το Νεο-Ισλαμικό και το Νεο-Αναγεννησιακό. Είχαμε φτάσει κανά τέταρτο πριν τις 10 στην είσοδο για το εσωτερικό του παλατιού, οπότε είχαμε λίγο χρόνο να περιηγηθούμε στους εξωτερικούς χώρους και να βγάλουμε τις απαραίτητες φωτογραφίες. Ευτυχώς ήταν πρωί ακόμα και δεν είχε πολύ κόσμο. Μπορούσαμε να βγάλουμε άνετα τις φωτογραφίες μας και να χαζέψουμε τον χώρο. Από τη μία πλευρά βλέπαμε την μπροστινή όψη του παλατιού ηλιόλουστη και από την πίσω σκιερή όψη την απέραντη καταπράσινη Σίντρα. Προφανώς και δεν είχαμε τελειώσει με τις φωτογραφίες. Έπρεπε να πάμε για την ξενάγηση στο εσωτερικό του παλατιού. Εκεί είδαμε σαλόνια, τραπεζαρίες, κρεβατοκάμαρες, εσωτερικές αυλές γενικά όλα τα δωμάτια ενός παλατιού εκείνης της εποχής. Οκ. Δεν είδα κάτι που δεν είχα ξαναδεί, αλλά δε με χάλασε κιόλας. Σε 15-20 λεπτά έχεις γυρίσει το εσωτερικό χωρίς να σταθείς ιδιαίτερα σε κάποιο δωμάτιο. Βγήκαμε έξω στην ηλιόλουστη βεράντα. Τι ωραία οπτική είχαμε από εκείνο το σημείο! Τι ωραίο που φαινόταν το παλάτι. Να έβγαιναν καλά και οι φωτογραφίες. Δεν μπορούσες να σταθείς με αντηλιά! Βγάλαμε τις φωτογραφίες που θέλαμε από κάθε σημείο του παλατιού, όχι πολύ επιτυχημένα και πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Είχαν αρχίσει να συρρέουν τα πλήθη. Και δεν είχε και αυτό που λέμε χαμό. Δεν θα ήθελα να είμαι εκεί καλοκαίρι και λόγω κόσμου και λόγω ζέστης. Ποιος είπε ότι η Πορτογαλία είναι καλοκαιρινός προορισμός;
Όταν φτάσαμε στα εκδοτήρια καλέσαμε πάλι uber. Σε λίγα λεπτά ο οδηγός μας ήρθε να μας πάρει. Προσοχή! Να κοιτάτε την μάρκα και την πινακίδα του αυτοκινήτου που καλείτε, γιατί εκείνη την ώρα μπορεί να έρθουν πολλά uber ταυτόχρονα. Πρέπει να ξέρετε ποιο αυτοκίνητο έχετε καλέσει για να μην ψάχνεστε. Επόμενος προορισμός μας το Quinta da Regaleira. Η διαδρομή αυτή ήταν περίπου 3 χλμ και μας κόστισε 5,93 ευρώ. Κάναμε να φτάσουμε κανά τεταρτάκι. Το κτίριο απέξω ήταν επιβλητικότατο! Η είσοδος και τα εκδοτήρια δεν ήταν μπροστά όπου μας άφησε το ταξί. Ήταν λίγο πιο μακριά στο πλάι. Το εισιτήριο κόστιζε 15 ευρώ και ευτυχώς μόλις άρχιζε το επόμενο χρονικό slot στις 11.30 πμ. Δεν ξέρω πόσο ακριβείς και αυστηροί είναι με τους χρονικούς περιορισμούς. Και στο Πένα και εδώ είχαν χωρισμένες περιόδους που μπορούσες να εισέλθεις στο χώρο. Την ώρα που φτάσαμε εμείς δεν θα έλεγα ότι είχε πάρα πολύ κόσμο. Ήταν μια χαρά! Η έκταση που εκτείνεται το Quinta da Regaleira είναι πολύ μεγάλη, καθώς περιλαμβάνει πολλά πράγματα που μπορεί να δει κανείς μέσα στους κήπους. Νομίζω ότι δεν περπατήσαμε όλη την έκταση, αλλά είδαμε βασικά σημεία του. Είδαμε για παράδειγμα κάτι μικροσκοπικούς πυργίσκους με μπαλκόνια που μπορούσες να ανέβεις επάνω και να χαζέψεις από ψηλά. Να γίνεις λίγο ιππότης; Δε ξέρω…Νομίζω για λίγο γινόσουν παιδί εκεί πέρα. Υπήρχε κόσμος που έστεκε αρκετή ώρα εκεί, όχι γιατί είχε κάτι να δει, αλλά για να βγάλει φωτογραφίες πάνω στον πύργο. Αν θες να ανέβεις από την σκάλα καλό θα ήταν να μην είσαι κλειστοφοβικός. Δεν έχεις ιδιαίτερη άνεση ανεβαίνοντας. Ευτυχώς είναι μόνο λίγα σκαλιά. Το καλό είναι ότι όταν ανέβεις πάνω δεν χρειάζεται να κατέβεις από το ίδιο σημείο, την ίδια σκάλα. Υπάρχει δρόμος ακριβώς δίπλα και έτσι φεύγεις κύριος. Υπάρχουν υψομετρικές διαφορές στην έκταση αυτή βλέπετε. Αντίστοιχα πυργάκια υπάρχουν αρκετά σε όλη την έκταση του πάρκου. Αφού ανεβήκαμε και εμείς συνεχίσαμε τον δρόμο μας.
Περπατώντας φτάσαμε στο Initiation Well, δηλαδή στο πηγάδι της μύησης. Νομίζω είναι από τα βασικά αξιοθέατα και ήθελα πολύ να το δω. Οι φωτογραφίες που είχα δει ήταν πολύ εντυπωσιακές. Να πω ότι αν δεν υπήρχε ταμπέλα ότι εκεί βρίσκεται το συγκεκριμένο αξιοθέατο δεν υπήρχε περίπτωση να το δει άνθρωπος. Το πέρασμα για να μπεις θα έλεγα ότι είναι κρυφό. Μπαίνεις από ένα βράχο. Πετύχαμε μπροστά μας ένα γκρουπ. Μάλλον τύπου get your guide γιατί ακούσαμε να μιλούν διάφορες γλώσσες και μεταξύ αυτών και ελληνικά. Έτσι περιμέναμε κανά λεπτό για να μπούμε. Δυστυχώς για λίγο δεν φτάσαμε νωρίτερα. Γιατί το λέω αυτό όμως; Με το που το αντικρίζεις το πηγάδι μπαίνοντας μέσα από τον βράχο, μένεις έκπληκτος. Λες ώπα…ουαου…τι γίνεται εδώ. Βγάζεις και διάφορες φωτογραφίες. Στο γρήγορο, γιατί δεν μπορείς να στέκεις ακίνητος για πολλή ώρα. Δεν είσαι μόνος. Ο κόσμος περιμένει να προχωρήσεις για να μπει. Και έπειτα αρχίζεις να κατεβαίνεις σκάλες. Δεν θα έλεγα ότι μπορείς να προσπεράσεις κάποιον. Είναι στενά. Βγάζεις με τον ρυθμό σου φωτογραφίες κατεβαίνοντας. Το φυσικό φως μειώνεται κατεβαίνοντας και πρέπει να προσέχεις, γιατί οι σκάλες έχουν νερό σε πολλά σημεία. Το πηγάδι λοιπόν είναι φοβερό με το που το βλέπεις. Μέχρι όμως να κατέβεις κάτω βλέπεις το ίδιο πράγμα να επαναλαμβάνεται. Και τι έγινε; Οκ, χάνει στη συνέχεια, επειδή στην ουσία κατεβαίνεις μια σκάλα. Δεν θα γινόταν κάτι, αν δεν πηγαίναμε σημειωτόν στις σκάλες. Μπροστά μας ήταν μια ηλικιωμένη κυρία υποβασταζόμενη από κάποιον κύριο. Και όχι μόνο μία. Αρκετοί άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας ήταν εκεί που πήγαιναν πιο αργά. Ομολογώ τους χαίρομαι τέτοιους ανθρώπους που κάνουν ταξίδια σε τέτοια ηλικία. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι ένιωσα μια δυσφορία. Κάναμε αρκετή ώρα να κατέβουμε την σκάλα. Σίγουρα μπορεί να την κατέβεις πολύ πιο γρήγορα. Τι να γίνει όμως. Δεν γίνεται όλος ο κόσμος να πηγαίνει με τους ρυθμούς μας. Η κυρία αυτή τα κατάφερε και την κατέβηκε τη σκάλα. Δεν ξέρω βέβαια πόσο την ταλαιπώρησε σωματικά αυτό και αν ήξερε που έμπαινε και τι σκάλι θα έπρεπε να κατέβει, όμως τα κατάφερε και ας δυσφόρησα εγώ προς στιγμήν και φαντάζομαι και άλλοι που περιμέναμε υπομονετικά να φτάσουμε στο τέλος της σκάλας. Όπως καταλαβαίνετε σε περιόδους αιχμής οπλιστείτε με υπομονή γιατί κάτι τέτοια θα είναι ο κανόνας. Και τι; αυτό ήταν; Mήπως να μην μπω καν; Όχι, να μπείτε και να κατεβείτε εκεί κάτω, διότι τα καλύτερα ακολουθούν. Υπάρχουν υπόγεια φωτισμένα περάσματα-τούνελ, διάδρομοι που οδηγούν σε ένα πολύ μικρό καταρράκτη και μια φυσική λιμνούλα σε ένα καταπράσινο τοπίο. Γενικά, μένεις άφωνος με αυτά που βλέπεις. Πως και γιατί δημιούργησαν όλα αυτά τα μυστικά περάσματα; Ήταν εντυπωσιακό, παράξενο, μυστικιστικό και ιδιαίτερο το όλο σκηνικό στα δικά μου μάτια. Δεν νομίζω ότι μπορεί να αποτυπωθεί το τοπίο και η αίσθηση σε καμία φωτογραφία. Το καλύτερο ήταν ότι έβγαινες από διαφορετικές εξόδους και δεν χρειαζόταν να ανέβεις πάλι την σκάλα. Ευτυχώς. Δεν ενδείκνυται και για κλειστοφοβικούς θα έλεγα.
Στη συνέχεια είδαμε και άλλους πυργίσκους, μια μεγάλη κρήνη σωστό έργο τέχνης, άλλες μικρότερες και ένα άλλο εντυπωσιακό οίκημα. Κινούμασταν πια προς το ίδιο το κάστρο Quinta da Regaleira. Πολύ επιβλητικό και πανέμορφο! Αναμφισβήτητα! Και το εσωτερικό του το ίδιο. Είδαμε πάλι όλα τα έπιπλα σε όλα τα δωμάτια του κάστρου. Νομίζω μου άρεσε περισσότερο το εσωτερικό του από αυτό στο Pena. O συνταξιδιώτης μου είχε την αντίθετη άποψη. Βγαίνοντας από το κάστρο και λίγο πριν την έξοδο του πάρκου ο επισκέπτης μπορεί να δει πλήθος αγαλμάτων κατά μήκος του δρόμου. Πολύ όμορφα. Γενικά, η επίσκεψη σε αυτό το καταπράσινο μέρος ήταν άκρως αναζωογονητική. Το μόνο που ίσως δεν είδαμε εξ ολοκλήρου ήταν οι καταρράκτες. Τους είδαμε μέσα από το υπόγειο πέρασμα και όχι απέξω. Ήταν λίγο διαφορετική η εικόνα που είδα σε φωτογραφίες από το διαδίκτυο. Μια χαρά ομως. Περάσαμε υπέροχα!
Φύγαμε για το ιστορικό κέντρο της Σίντρα! Πως πήγαμε; Με τα πόδια. Απέχει περίπου 10-12 λεπτά. Είναι κοντά. Περπατούσαμε στον κεντρικό δρόμο μέχρι που φτάσαμε στα πρώτα σπίτια και αρχίσαμε να κατηφορίζουμε τις σκάλες μέχρι το κέντρο. Εκεί είδαμε το National Palace of Sintra σε μια μεγάλη πλατεία στην οποία είχε στηθεί μια μικρή χριστουγεννιάτικη αγορά και περιδιάβαινε ντυμένος κάποιος ως Άγιος Βασίλης. Σε σχέση με τα παλάτια που είδαμε εκείνη την ημέρα αυτό δεν ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακό στο εξωτερικό του. Δεν μπήκαμε μέσα. Κάναμε μια βόλτα στο ιστορικό κέντρο της Σίντρα. Ήταν γραφική, αλλά ξεκάθαρα τουριστική. Υπήρχαν αρκετά μαγαζιά με τουριστικά είδη στα διάφορα πλακόστρωτα σοκάκια. Με ευχαρίστηση κάναμε την βόλτα μας στο κέντρο. Θα μπορούσαμε να κάτσουμε για φαγητό μιας και είχε μεσημεριάσει. Ωστόσο, θέλαμε να πάμε στο Cabo da Roca πριν πέσει ο ήλιος και να γυρίσουμε από το Κασκάις. Οπότε κάτι τέτοιο ήταν μάλλον δύσκολο. Έτσι, πήραμε να φάμε κάτι πρόχειρο. Φάγαμε κάτι σαντουιτς. Εγώ δοκίμασα και το τοπικό τους λικέρ, το gijinja. Λικέρ κεράσι είναι στην ουσία. Πολύ ωραίο! Και αφού φάγαμε, πήραμε τα ποδαράκια μας για να πάμε στο σιδηροδρομικό σταθμό από όπου ήρθαμε. Δεν θέλαμε το τρένο. Από εκεί έφευγε λεωφορείο για Cabo da Roca. Η διαδρομή μέχρι να φτάσουμε ήταν πολύ ωραία. Λες και είχα πάει εκδρομή στο χωριό μου ένιωθα. Είδαμε και ένα πολύ ωραίο κτίριο στο δρόμο. Το δημαρχείο ήταν.
Όταν φτάσαμε στο σιδηροδρομικό, πήραμε από κάποιο παντοπωλείο προμήθειες σε περίπτωση που πεινάσουμε. Βγαίνοντας, ψάχναμε την στάση του λεωφορείου 1253 για να πάμε στο Cabo da Roca. Θέλαμε να ρωτήσουμε πότε ήταν το επόμενο δρομολόγιο και την τιμή του εισιτηρίου. Αν δεν μας ικανοποιούσε η απάντηση θα ψάχναμε μήπως πηγαίναμε εκεί με uber. Μας πλησίασε ένας ευγενέστατος άνδρας για να μας πουλήσει υπηρεσίες μεταφοράς. Είπε ότι θα μας έκανε φουλ ξενάγηση πηγαίνοντας μας στο Pena Palace, στο Μονσεράτ, στο Κάμπο ντα Ρόκα και στο Κασκάις. Μπορεί να είπε και άλλα. Ουσιαστικά ολοκληρωμένο πακέτο μεταφοράς σε συνδυασμό με πληροφορίες-ξενάγηση. Μόλις του είπαμε ότι είχαμε πάει ήδη σε κάποια από τα παλάτια, άλλαξε το πρόγραμμα της εκδρομής του. Είχε βασικά διάφορα πακέτα εκδρομών ανάλογα με τα γούστα των επισκεπτών. Μας τα έδειχνε και σε χάρτη και με φωτογραφίες μπροστά του. Μόλις κατάλαβε ότι δεν θα τον ακολουθούσαμε γιατί είχαμε δικό μας πρόγραμμα, δεν δυσανασχέτησε όπως περιμέναμε, αλλά αντίθετα μας έδωσε τιπς και συμβουλές και την άποψη του για την περιοχή. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν πως θεωρούσε το πιο όμορφο και ενδιαφέρον παλάτι στην Σίντρα το Μονσεράτ και ας μην έχει τραβήξει τα βλέμματα των τουριστών και δεν είναι τόσο δημοφιλές. Οκ. Τον χαιρετήσαμε και πήγαμε προς την στάση του 1253. Ήταν λίγα μόνο μέτρα μακριά από τον σιδηροδρομικό. Στην ίδια ευθεία. Ο οδηγός ήταν μέσα στο λεωφορείο. Μας είπε ότι θα έφευγε σε 5 λεπτά και ότι το εισιτήριο μπορούσαμε να το αγοράσουμε από αυτόν ή από εφαρμογή. Το αγοράσαμε επί τόπου και κόστιζε 2,60 ευρώ. Μια χαρά!
Η διαδρομή μέχρι το Cabo da Roca διήρκησε περίπου 45 λεπτά και ήταν φανταστική. Η φύση οργίαζε. Τρομερή βλάστηση. Τα πάντα καταπράσινα. Το λεωφορείο είχε γεμίσει. Μάλιστα 2 κοπέλες μπήκαν κατα λάθος στο συγκεκριμένο λεωφορείο. Πήγαιναν σε άλλο προορισμό, αλλά πείστηκαν από κάτι νεαρούς ότι εκεί που πάμε θα είναι ωραία και τελικά δεν κατέβηκαν από το λεωφορείο για να γυρίσουν πίσω. Ο ουρανός ήταν πια μουντός. Ο ήλιος είχε κρυφτεί. Όσο πλησιάζαμε στο Cabo da Roca τόσο πιο πυκνά γκρίζα σύννεφα είχε στον ουρανό. Φτάσαμε γύρω στις 15.00. Το πρώτο πράγμα που αντικρίσαμε ήταν ο χαρακτηριστικός φάρος στην άκρη του ακρωτηρίου από την μία μεριά και ένα μνημείο από την άλλη. Όλος ο κόσμος πήγε προς την άκρη με το μνημείο, εκεί που τελείωνε η στεριά και άρχιζε η θάλασσα. Εγώ ήθελα να δω αν υπήρχε πρόσβαση στον φάρο ή στην έκταση γύρω από αυτόν. Μάταιος κόπος. Τουλάχιστον εκείνη την στιγμή δεν υπήρχε. Έτσι, ακολουθήσαμε το πλήθος στο δυτικότερο άκρο της ηπειρωτικής Ευρώπης. Στο άκρο που τελείωνε η στεριά και άρχιζε ο ωκεανός. Ο Ατλαντικός! Το μονοπάτι μέχρι το τέλος του δρόμου είχε μια υποτυπώδη, ας την πούμε περίφραξη, για να μην πηγαίνει ο κόσμος στην άκρη για να θαυμάσει την ομορφιά και την ορμή του ωκεανού. Η ταμπέλα έλεγε ότι υπήρχε κίνδυνος κατολισθήσεων-υποχώρησης εδάφους. Ωστόσο, όπως καταλαβαίνετε η πλειοψηφία περπατούσε κανονικά στο συγκεκριμένο κομμάτι γης. Φτάσαμε στο μνημείο όπου υπήρχε πλάκα που έγραφε τις συντεταγμένες του σημείου και το γεγονός ότι αυτό ήταν το δυτικότερο άκρο της ηπειρωτικής ευρώπης! Βγάλαμε τις απαραίτητες φωτογραφίες υπό τους ήχους μιας κιθάρας. Υπήρχε ένας μουσικός που τραγουδούσε στο σημείο και έκανε το σκηνικό να φαντάζει παραμυθένιο. Εμείς είχαμε κάτσει στο πεζούλι ακούγοντας από τη μία την μουσική και από την άλλη ατενίζοντας το απέραντο γαλάζιο. Τα κύματα έπεφταν με ορθή στους βράχους! Τα κύματα, ο αφρός, οι βράχοι, ο δυνατός αέρας και ο φάρος στην κορυφή συνέθεταν ένα φοβερό σκηνικό…Δυστυχώς, καμία φωτογραφία δεν μπορεί να αποδώσει την αίσθηση που έχεις όταν το αντικρίζεις αυτό. Χαζέψαμε για αρκετή ώρα τον ωκεανό μέχρι να αποφασίσουμε να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής.
Πήγαμε μέχρι την στάση του λεωφορείου να το περιμένουμε. Θέλαμε το 1624 για να πάμε στο Κασκάις. Θα ερχόταν σε 10-12 λεπτά. Εν τω μεταξύ είχε μαζευτεί και κάποιος κόσμος. Το λεωφορείο άργησε. Έκανε σχεδόν το διπλό χρόνο. Και όταν ήρθε δεν ήταν το 1624, αλλά εκείνο που μας είχε φέρει από Σίντρα. Επομένως, δεν πήγαινε Κασκάις, αλλά Σίντρα. Και πότε θα έρθει για Κασκάις ρωτάμε τον οδηγό; Το επόμενο λεωφορείο που θα έρθει σε κανά 10λεπτο. Κάποιοι μπήκαν στο λεωφορείο και κάποιοι παρέμειναν να περιμένουν. Περάσανε τα 10λεπτά, πέρασαν 20 λεπτά. Η υπομονή μας είχε πια εξαντληθεί. Εν τω μεταξύ ερχόταν και κόσμος έφευγε με αυτοκίνητα. Λέγαμε θα μείνουμε μόνοι μας στο τέλος, καθώς δεν έμενε πολλή ώρα μέχρι να σκοτεινιάσει. Καταλάβαμε ότι πολλά από τα αυτοκίνητα ήταν Uber. Όλα καινούρια και πολυτελή αυτοκίνητα. Πολλά από αυτά Tesla,όπως ακριβώς και στο κέντρο της Λισαβόνας. Ε, λέω στον συνταξιδιώτη μου να καλέσουμε uber; Τι στο καλό περιμένουμε τόση ώρα τσάμπα; 10,5 ευρώ μου βγάζει την διαδρομή. Δίπλα μας περίμεναν και ένα νέο ζευγάρι Κινέζων. Περίμεναν με μεγάλη ανυπομονησία το λεωφορείο μας. Του είπα να καλέσω Uber και να τους πω να έρθουν παρέα. Δε μου φάνηκε να γνώριζαν για την εναλλακτική του uber. Όχι, αφού περιμέναμε ήδη τόση ώρα να περιμένουμε λίγο ακόμα να έρθει. Περιμέναμε, περιμέναμε…Κάποια στιγμή ήρθε…Όχι το λεωφορείο που περιμέναμε, αλλά το άλλο για Σίντρα. Una fatsa una ratsa και οι Πορτογάλοι με εμάς όσον αφορά τα ΜΜΜ. Οι Κινέζοι απογοητεύτηκαν και μπήκαν αμέσως στο λεωφορείο. Εγώ αρκετά τσαντισμένη που περίμενα τσάμπα τόση ώρα, μπήκα να καλέσω αμέσως Uber. Aυτή την φορά η προτεινόμενη κούρσα για Κασκάις κόστιζε 12,96 ευρώ για περίπου 17 χλμ. Μια χαρά και πάλι. Προς μεγάλη μας έκπληξη ο οδηγός ήταν ήδη εκεί παρκαρισμένος στο σημείο και ψάχναμε να βρούμε που ακριβώς ήταν. Το βρήκαμε. Μας περίμενε ένα MG λευκό. Πάμε να μπούμε στο αμάξι. Ψάχνω το χερούλι. Πουθενά χερούλι! The button έλεγε ο οδηγός από μέσα και μου έδειχνε να πατήσω ένα κουμπί πάνω στην πόρτα. Ο πιτσιρικάς οδηγός πρέπει να έριξε γέλιο με εμένα. Το κοιτούσα σαν εξωγήινη. Όπως κοιτούν οι ηλικιωμένοι τους νεότερους όταν μιλάνε για smartphones και social media. Κάπως έτσι ένιωσα. Πόσο πίσω είμαι; To αμάξι πεντακάθαρο, καινούριο, με νέες τεχνολογίες, τεράστια οθόνη για τους χάρτες. Στο σημείο αυτό να πω ότι μου έκανε εντύπωση ότι τα περισσότερα uber ήταν ηλεκτρικά αυτοκίνητα και κατά κύριο λόγο Tesla. Δεν μιλάω μόνο για τα uber που πήραμε στην περιοχή της Σίντρα. Μιλάω για τα Uber και στην Λισαβόνα. Από την στιγμή που πατήσαμε στην Λισαβόνα βλέπαμε παντού να κυκλοφορούν Τesla. Αν όχι Τesla, ακριβά γενικά αμάξια και σε μεγάλο βαθμό ηλεκτρικά. Αφού αναρωτιόμασταν τι στο καλό συμβαίνει. Τόσα Tesla δεν είχαμε δει ούτε στο Μιλάνο λίγους μήνες πριν. Εμείς γνωρίζαμε ότι η Πορτογαλία είναι μια χώρα με παρόμοια δυναμική με την δική μας. Δεν έχει πολύ καλύτερη οικονομία. Πως γίνεται να κυκλοφορούν όλοι με Τesla; Μετά καταλάβαμε ότι αυτά τα αμάξια κατά κύριο λόγο είναι uber. Τώρα τι συμφωνία έχει κάνει η κυβέρνηση τους με την uber και τον Μασκ δεν ξέρω. Τέλος παρένθεσης.
Η ώρα πέρασε και εμείς φτάσαμε στο Cascais γύρω στις 17.00 το απόγευμα μετά από μία μισάωρη ωραία διαδρομή. Δεν μας άφησε κάπου κεντρικά, κοντά στην παραλία ή τον σιδηροδρομικό σταθμό. Προφανώς και δεν έφταιγε ο άνθρωπος. Εγώ πάτησα στο gps Κασκάις. Δεν διευκρίνισα. Μας άφησε όπου πήγε η πινέζα. Ευτυχώς δεν ήταν πολύ μακριά από το κέντρο. Περπατήσαμε κανά δεκάλεπτο. Ανοίξαμε και την ομπρέλα μας, γιατί άρχισε ένα ψιλόβροχο το οποίο μέχρι να φτάσουμε σταμάτησε. Σε μια πλατεία εκεί στο κέντρο είχε στηθεί μια χριστουγεννιάτικη αγορά. Τα φωτάκια άρχισαν να ανάβουν, αν και ακόμα δεν είχε νυχτώσει και το όλο σκηνικό άρχισε να γίνεται εορταστικό. Προσωπικά νόμιζα ότι το Κασκάις το χειμώνα θα ήταν άδειο. Νόμιζα ότι επειδή είναι καλοκαιρινό θέρετρο δεν θα έχει ψυχή τέτοια εποχή. Κι όμως έκανα λάθος. Την ώρα που περπατούσαμε εμείς είχε κίνηση στους δρόμους, στα εμπορικά και στα καταστήματα εστίασης. Μόνο στην παραλία είχε μειωμένη κίνηση. Είχε στημένα και εκεί χριστουγεννιάτικα σπιτάκια. Τα περισσότερα όμως εκείνη την ώρα ήταν κλειστά. Δίπλα στην θάλασσα δεν περπατούσε κόσμος. Παρόλα αυτά κάποιοι πιτσιρικάδες έπαιζαν ποδοβόλεϋ στην άμμο. Περίεργο μου φάνηκε τέτοια εποχή. Ήταν ωραίο όμως. Ακριβώς απέναντι ήταν στημένο με λαμπάκια το όνομα της πόλης Cascais. Πλήθος κόσμου πήγαινε να βγάλει φωτογραφίες εκεί και στα φωτάκια δίπλα. Η αίσθηση μου από την σύντομη επίσκεψη μας εκεί ήταν θετική. Θα καθόμουν λίγο παραπάνω να βολτάρω ή να κάτσω για φαγητό. Θέλαμε όμως να επιστρέψουμε νωρίς στο κατάλυμα για ξεκούραση ή να φάμε κάτι για να πάμε για fado. Ήταν το προτελευταίο βράδυ μας στην πόλη και θέλαμε επιτέλους να καταφέρουμε να ακούσουμε αυτό το είδος μουσικής.
Έτσι, πήγαμε στον σιδηροδρομικό σταθμό και βγάλαμε εισιτήρια για Λισαβόνα. Πληρώσαμε 2,55 ευρώ και κατευθυνθήκαμε στους συρμούς. Κατά λάθος βάλαμε ότι προορισμός μας ήταν το Lisboa Rossio που δεν πήγαινε η συγκεκριμένη γραμμή. Μοναδικός τερματικός ήταν το Cais do Sodre. Δεν ξέρω γιατί μας άφησε το μηχάνημα να βγάλουμε παρόλ αυτά εισιτήρια. Ο συνταξιδιώτης μου αγχώθηκε, αλλά πραγματικά δεν νομίζω ότι είχε μεγάλη σημασία. Στην Λισαβόνα πηγαίναμε έτσι και αλλιώς και είχαμε εισιτήριο. Η απόσταση μεταξύ αυτών των σταθμών ήταν 1 χλμ. Φτάσαμε χωρίς να το καταλάβουμε έπειτα από 40 λεπτά και μπήκαμε απευθείας στο μετρό για Rossio. Το εισιτήριο του μετρό κόστιζε 1,85 ευρώ. Δεν αντέχαμε να περπατήσουμε άλλο εκείνη την στιγμή. Ο συνταξιδιώτης μου πήρε από την χριστουγεννιάτικη αγορά μια πορτογαλική λιχουδιά που είχε τιμήσει και άλλη μέρα, μπέργκερ με γαρίδες; ή κάτι τέτοιο και πήγαμε στο δωμάτιο. Εγώ ήθελα απλά να απλώσω για λίγο τα ποδαράκια μου. Δεν καθίσαμε πολύ στο δωμάτιο, αλλά ήταν άκρως αναζωογονητικό. Θέλαμε να πάμε νωρίς στο Daque da rua, αν ήταν δυνατόν με το που άνοιγε, για να βρούμε τραπέζι. Ξέραμε ότι είχε live εκείνη την ημέρα από τα social.
Έτσι, ετοιμαστήκαμε και πριν τις 20.00 είμαστε στο μαγαζί. Μάλιστα ήμαστε οι πρώτοι που μπήκαμε. Καθίσαμε σε ένα τραπεζάκι και αμέσως μας έφεραν κατάλογο. Επισημαίνω ότι το συγκεκριμένο κατάστημα το επιλέξαμε γιατί θέλαμε να δούμε ένα live χωρίς να πρέπει να δώσουμε ένα νεφρό ή να φάμε οπωσδήποτε ολοκληρωμένο γεύμα την ώρα του live. Επίσης, το πρόγραμμα που παρακολουθήσαμε θα έλεγα ότι μάλλον δεν είναι αυθεντικό αυθεντικό fado. Μάλλον το έφεραν πιο κοντά στους τουρίστες για να μην πέσει βαρύ. Οπότε για κάποιον που θέλει να πάρει μια γεύση χωρίς να σκάσει 40,50 και 60 ευρώ το άτομο για fado είναι μια καλή λύση. Στο συγκεκριμένο μαγαζί μπορεί να πας και να πιεις μόνο το ποτό σου. Έχει και επιλογές για φαγητό. Τσιμπολόγημα δηλαδή, τύπου πλατό με τυριά, τοστ, τάπας κλπ. Είναι αρκετά τσιμπημένα για την ποσότητα και την ποιότητα που προσφέρουν, αλλά είναι οκ για βράδυ. Κάπως πρέπει να βγουν και αυτοί. Εμείς πήγαμε για φθηνά, αλλά επειδή πήραμε αρκετά μιας και εγώ δεν είχα φάει, κάναμε καλό λογαριασμό για 2 άτομα (56 ευρώ) σε αυτό το μαγαζί. Και πάλι όμως συνέφερε σε σύγκριση με άλλα fado houses. Στο μεταξύ ήρθε και άλλος κόσμος. Κυρίως ασιάτες, κάποιος αφρικανός και μια παρέα Αμερικάνων. Εμείς απολαμβάναμε το κρασί μας και τα όσα είχαμε παραγγείλει μέχρι να αρχίσει το πρόγραμμα.
Άρχισαν να κάθονται σε καρέκλες οι μουσικοί με τα όργανά τους, μια κλασική κιθάρα και μια πορτογαλική κιθάρα ιδανική για φάδο. Ο άνθρωπος που μας καλωσόρισε και στάθηκε όρθιος ανάμεσα στα τραπέζια για να τραγουδήσει ήταν αυτός που μας είχε σερβίρει προηγουμένως. Όταν άρχισε να τραγουδάει πραγματικά έμεινα έκπληκτη. Πόσο δυνατή και στεντόρεια φωνή είχε. Πραγματικά τα κάλυπτε όλα. Και όλα αυτά χωρίς μικρόφωνα. Είπε 2-3 τραγούδια και έπειτα έδωσε την σκυτάλη σε μια γυναίκα. Πολύ καλή και αυτή. Δεν μπορώ να καταλάβω από που έβγαινε αυτή η φωνή. Συνολικά τραγούδησαν 5 διαφορετικά άτομα. Όλα του μαγαζιού. Ο μεγαλύτερος από αυτούς μάλιστα προωθούσε στο τέλος και τα CD του 10 ευρώ το ένα. Πως κινήθηκε το πρόγραμμα; Έλεγε 2-3 τραγούδια ο καθένας και περίπου ανά μισάωρο έκαναν και ένα 5λεπτο διάλειμμα. Μιας και αυτό που ακούγαμε μας άρεσε, ήταν κάτι πρωτόγνωρο για εμάς, αποφασίσαμε να κάτσουμε μέχρι το τέλος του προγράμματος και ας ήμασταν κουρασμένοι. Έτσι παραγγείλαμε και δεύτερο ποτήρι κρασί. Μάλιστα ρωτήσαμε και για μια σημαία που κρυβόταν πίσω από κάτι αντικείμενα στο μπαρ. Νομίζαμε ότι είναι ελληνική μιας και βλέπαμε τα χρώματά μας. Ο υπεύθυνος του μαγαζιού απόρησε και ήρθε με τη σημαία να μας ρωτήσει από που είμαστε. Η σημαία ήταν από κάποιο δουκάτο στην κεντρική ευρώπη. Ούτε θυμόταν από που. Μας είπε ότι την προηγούμενη ημέρα είχε πάει στο μαγαζί μια παρέα Ελλήνων να γιορτάσουν τα γενέθλια και τον κάλεσαν να πάει στην Ικαρία. Εκείνος είχε επισκεφτεί την Φολέγανδρο και μας ρωτούσε τι έχει η Ικαρία. Δεν την γνώριζε…Του είπαμε ότι ψάχναμε τραπέζι και τις προηγούμενες ημέρες, αλλά ήταν γεμάτα. Απορούσε μάλιστα, γιατί δεν ήταν φουλαριστός και εκείνη την στιγμή. Έβρεχε καλέ, για αυτό ήθελα να του πω. Ένιωσα έναν απολογητικό τόνο όταν μας είπε πως το κοινό ήταν αρκετά ήσυχο εκείνη την ημέρα. Τις προηγούμενες ημέρες ήταν πιο συμμετοχικό. Η αλήθεια είναι ότι γύρω γύρω μόνο που δεν κοιμόντουσαν. Πολύ ησυχία. Δεν ταίριαζαν τα φάδο με τα μουσικά τους γούστα, δεν ήταν εκδηλωτικοί ώς λαοί; Δε ξέρω…Και έπειτα από αυτή τη σύντομη συνομιλία, μας είπε και δύο τραγουδάκια, ενώ αργότερα μας κέρασε και τρίτο ποτήρι κρασί. Είχε φύγει και κάποιος κόσμος και ήθελε να μας κρατήσει. Πως μου φάνηκε η όλη εμπειρία; Mου άρεσε! Μου άρεσαν οι φωνές που άκουσα! Ήταν τόσο δυνατές, παθιασμένες και φορτισμένες συναισθηματικά. Μου άρεσε η μελωδία που άκουσα. Δεν είμαι γνώστης αυτής της μουσικής, αλλά νομίζω ότι όντως ήταν πιο εκμοντερνισμενη εκδοχή των φάδο αυτά που ακούσαμε. Δεν με χάλασε καθόλου. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν πιο χαρούμενα απαραίτητα, απλά ήταν τέτοια η επιλογή των τραγουδιών, έτσι ώστε να μπουν σε ένα πρόγραμμα μαγαζιού που δέχεται μη Πορτογάλους και μη γνώστες αυτού του είδους της νοσταλγικής και μελαγχολικής μουσικής. Περάσαμε ένα πολύ όμορφο βράδυ. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο!
