alma viajer@
Member
- Μηνύματα
- 69
- Likes
- 523
Περιεχόμενα
- Κεφάλαιο 1
- 1Η ΜΕΡΑ- Κέντρο Λισαβόνας (Rοssio- Baixa-Chiado-Bairro Alto-Wonderland Lisboa)
- 2Η ΗΜΕΡΑ ( Miradouros Senhora do Monte and da Graça, Castelo de S. Jorge, Alfama, Πάρκο των Εθνών, Ενυδρείο)
- 3Η ΗΜΕΡΑ (Σίντρα- National Palace of Pena- Quinta da Regaleira- Cabo da Roca-Cascais-Fado house)
- 4η ΗΜΕΡΑ- Έβορα (Evora)
- 5Η ΗΜΕΡΑ- Belem- (Bairro Alto & Alfama ξανά )
- ΕΠΙΛΟΓΟΣ
4η ΗΜΕΡΑ- Έβορα (Evora)
Στο πρόγραμμά μας είχαμε για επίσκεψη την Έβορα. Σηκωθήκαμε το πρωί και πήγαμε να πάρουμε το πρωινό μας από την Rua Augusta. Πήγαμε να δοκιμάσουμε pasteis de nata από την Manteigaria - Cream Pastry Factory και καφέδες, κρουασανάκια από κάποιο άλλο κατάστημα σε αυτόν τον δρόμο. Τα pasteis γενικά μας άρεσαν πάρα πολύ. Είναι αρκετά γλυκά, αλλά μακάρι να είχαμε και εδώ τέτοια. Τα συγκεκριμένα ήταν πάνφρεσκα και ήταν του ονείρου. Ήταν τα καλύτερα που φάγαμε σε όλο το ταξίδι! Ωραία και πως πάμε τώρα Έβορα; Καλώς ή κακώς δεν υπάρχει ένας τρόπος να φτάσεις με τα ΜΜΜ σε αυτή την πόλη. Υπάρχουν πολλοί τρόποι και με διάφορα σημεία αναχώρησης μέσα στην Λισαβόνα. Αν επιλέξεις να πας σε ένα σημείο και αργήσεις, κινδυνεύεις να περιμένεις το επόμενο λεωφορείο ή τρένο πάνω από 2-3 ώρες! Καταστροφή! Επομένως, όποια και να είναι η αφετηρία σου κοίταξε να είσαι αρκετά νωρίς εκεί. Τουλάχιστον αυτό συμπέρανα από το gps και από τις εφαρμογές την ημέρα που ταξίδευα εγώ. Έτσι, όπως μας έβγαινε το πρόγραμμα, μας βόλευε να πάμε στον σταθμό Lisbon (Oriente) που είναι προς το αεροδρόμιο με το μετρό και από εκεί να πάμε στην Evora με λεωφορείο. Συγκεκριμένα έφευγε Flixbus για Evora στις 10.30 πμ και θα έφτανε γύρω στις 12.00 μμ. Φυσικά λεωφορεία έφευγαν και από άλλους σταθμούς, όπως επίσης και η εναλλακτική του τρένου ήταν μια δυνατή επιλογή για αυτή την εξόρμηση. Όταν φτάσαμε στον Oriente αναζητήσαμε εκδοτήρια εισιτηρίων της flixbus. Μπορούσαμε να τα βγάλουμε ηλεκτρονικά, αλλά από χαζομάρα κατευθυνθήκαμε προς τα εκδοτήρια. Γιατί χαζομάρα; Γιατί μας χρέωσε κάποιο τέλος υπηρεσίας, ούτε κατάλαβα τι ακριβώς πληρώσαμε. Έτσι, αντί για 5-6 ευρώ το άτομο πληρώσαμε 13,75 ευρώ. Τέλος πάντων. Μπήκαμε στο λεωφορείο. Αξίζει να αναφέρω ότι με το λεωφορείο περάσαμε τη λευκή γέφυρα Βάσκο Ντε Γκάμα, τη μακρύτερη γέφυρα στην Ευρώπη μήκους 17,2 χλμ και 9η στον κόσμο που ενώνει τους όχθες του Τάγου. Η διαδρομή μέχρι την Έβορα πέρασε γρήγορα κοιτώντας τα πράσινα λιβάδια. Τι ξέρετε όμως για αυτή την πόλη; Σύμφωνα με την Βικιπαίδεια
Η Έβορα είναι πρωτεύουσα του νομού της Έβορα, της περιφέρειας του Αλεντέζου καθώς και της υπο-περιφέρειας του Κεντρικού Αλεντέζου. Ο πληθυσμός της ανέρχεται στους 53.577 κατοίκους (2021). Το καλοδιατηρημένο κέντρο της πόλης, το οποίο περικλείεται ακόμη μερικώς από μεσαιωνικά τείχη, καθώς και ένας μεγάλος αριθμός μνημείων από διάφορες ιστορικές περιόδους, ανάμεσα στα οποία ένας ρωμαϊκός ναός, έχουν χαρίσει στην πόλη μια θέση στα μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO από το 1986, καθώς και το χαρακτηρισμό πόλη-μουσείο. Ανήκει επίσης στο Δίκτυο Αρχαιότερων Ευρωπαϊκών Πόλεων. Σημείο αναφοράς της πόλης είναι ο καθεδρικός ναός της. Ο μεγαλύτερος μεσαιωνικός καθεδρικός ναός της Πορτογαλίας!
Φτάνοντας στον σταθμό των λεωφορείων βάλαμε το gps με κατεύθυνση το κέντρο της πόλης. Περπατούσαμε σε μεγάλη λεωφόρο μέχρι που φτάσαμε έξω από τείχη. Προφανώς από την άλλη πλευρά ήταν το ιστορικό κέντρο. Έπρεπε να περάσουμε από τη διάβαση. Πατώντας το πόδι μας στην διάβαση, κοκάλωσαν τα αυτοκίνητα. Είχα ξεχάσει αυτή την αίσθηση! Γυρίζεις στην Αθήνα και συναντάς πάλι το χάος.
Περάσαμε την πύλη και τα μεσαιωνικά τείχη αφήνοντας πίσω την άσφαλτο και τις λεωφόρους και μεταφερθήκαμε σε ένα άλλο σκηνικό. Πλακόστρωτα δρομάκια και λευκά, ασβεστωμένα σπίτια με πορτοκαλί λεπτομέρειες και κεραμίδια ξεπήδησαν μπροστά στα μάτια μας. Μια εικόνα διαφορετική από την Λισαβόνα που σε πήγαινε πίσω στον χρόνο. Φτάσαμε σε μια πλατεία μπροστά από την εκκλησία Igreja e Mosteiro de São Francisco και το παρεκκλήσι των οστών (Chapel of Bones). Το παρεκκλήσι αυτό ήταν από τους βασικούς λόγους επίσκεψης μας στην πόλη. Το εισιτήριο κόστιζε 6 ευρώ και περιλάμβανε την είσοδο και σε άλλους χώρους με κάποια εκθέματα χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το μέσο επισκέπτη. Προφανώς το κύριο έκθεμα είναι το παρεκκλήσι των οστών και ως έκθεμα είναι πραγματικά μακάβριο για εμάς. Δεν μπορώ να βρω άλλη λέξη για αυτό. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι αντίστοιχο σε κάποιο άλλο μέρος. Δε μπορώ να φανταστώ τι σκεφτόταν αυτός που το έφτιαξε. Στις πινακίδες με τις ελάχιστες πληροφορίες που δίνουν στον κόσμο υπήρχε η εξής φράση που μου έκανε εντύπωση WE BONES THAT ARE HERE, FOR YOURS AWAIT, όπως και το “ θυμήσου άνθρωπε, ότι χώμα είσαι και σε χώμα θα επιστρέψεις” .
Βγάλαμε βίντεο και φωτογραφίες το παρεκκλήσι και συνεχίσαμε την περιήγηση στους χώρους του μουσείου. Δεν εντυπωσιαστήκαμε από κάτι όπως είπα και πριν. Στο τέλος ανεβήκαμε στην ταράτσα που είδαμε μια άποψη της πόλης από ψηλά. Λευκά σπίτια με πορτοκαλί λεπτομέρειες και κεραμίδια. Για να δούμε τι άλλο μας επιφύλασσε η πόλη αυτή.
Συνεχίσαμε την πορεία μας προς το ιστορικό κέντρο της πόλης. Διασχίσαμε πλακόστρωτα δρομάκια και είδαμε γουστόζικα κτίρια και όμορφους ναούς. Σε κάποια σημεία υπήρχαν μάλιστα καμάρες που περπατούσαμε από κάτω. Φτάσαμε στην κεντρική πλατεία Giraldo. Ήταν μια μεγάλη πλατεία μπροστά από την εκκλησία Santo Antão που περικλειόταν από πολύ όμορφα κτίρια. Στη μέση της πλατείας υπήρχε ένα σιντριβάνι και κάποια τραπέζια από κατάστημα εστίασης που εκείνη την ώρα δεν είχε κόσμο. Δεν είχε και καλό καιρό ή μάλλον ηλιόλουστο καιρό. Είχε μουντάδα. Μπήκαμε στα σοκάκια. Εκεί χαζέψαμε στα τουριστικά μαγαζιά της πόλης. Πουλούσαν διάφορα πράγματα, πολλά από αυτά χειροποίητα. Φυσικά και είδαμε μαγαζιά με κονσέρβες με αγάπη στις σαρδέλες. Στην Πορτογαλία είμαστε άλλωστε. Τα κτίρια δε, μου φάνηκαν πιο περιποιημένα. Γενικά ήταν μια όμορφη βόλτα στα στενοσόκακα.
Φτάσαμε έξω από τον καθεδρικό ναό της πόλης και τον μεγαλύτερο της χώρας. Πληρώσαμε το αντίτιμο των 4 ευρώ για κάποιους από τους χώρους του ναού και την ταράτσα. Ωραίος ναός, μεγάλος και με εσωτερική αυλή. Ωστόσο, έχουμε δει και πιο εντυπωσιακούς στα ταξίδια μας. Αυτό όμως που αξίζει αυτή την επίσκεψη είναι η πρόσβαση στο roof του ναού. Είναι μάλλον το ψηλότερο σημείο της πόλης. Έτσι, βλέπεις όλη την πόλη από ψηλά. Τα πάντα στα πόδια σου. Το καλύτερο ήταν ότι ήμασταν μόνοι μας στο roof. Δεν υπήρχε κανείς άλλος και έτσι είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε μόνοι μας τη θέα και να βγάλουμε φωτογραφίες με την ησυχία μας.
Λίγα βήματα παρακάτω ήταν ο Ρωμαϊκός ναός της Έβορα. Είναι από γρανίτη και μάρμαρο και χτίστηκε τον 1ο αιώνα μ.Χ. Ο ναός είναι πανέμορφος, απλά στα δικά μου μάτια έμοιαζε ξεκάρφωτος στο συγκεκριμένο σημείο. Προφανώς και βγάλαμε φωτογραφίες από κάθε πιθανή γωνία! Γύρω από τον ναό υπήρχαν ένα σωρό αξιόλογα κτίρια, βιβλιοθήκες, μουσεία, εκκλησίες. Γενικά η πόλη αυτή έχει αρκετά σημεία ενδιαφέροντος (μουσεία, εκκλησίες, κάστρα, παλάτια) αν θέλει να μάθει κάποιος περισσότερα για την πόλη και την ιστορία της. Ωστόσο, δεν επισκεφτήκαμε κάτι από όλα αυτά. Πήγαμε μέχρι το διπλανό πάρκο, το jardim Diana. Το συγκεκριμένο πάρκο λειτουργούσε και ως miradouro, ως σημείο με θέα. Και έτσι είδαμε από υπερυψωμένο σημείο μια άποψη της πόλης. Καθίσαμε σε κάτι παγκάκια να ξεκουραστούμε και να χαζέψουμε τη θέα. Κάναμε ακόμα μια βόλτα σε κάποια σημεία της πόλης στο κέντρο και πήραμε τον δρόμο του γυρισμού.
Φτάσαμε στο σταθμό των λεωφορείων από όπου ήρθαμε. Δεν προλαβαίναμε να φύγουμε με το Flixbus. Θέλαμε τουαλέτα και δεν είχαμε βγάλει και εισιτήρια. Έτσι, κοιτάξαμε τις εναλλακτικές μας και φύγαμε με άλλη εταιρεία κανά 20λεπτο αργότερα. Η εταιρεία ήταν η Rede expressos και το εισιτήριο για Λισαβόνα κόστισε 12,5 ευρώ στον καθένα. Κάναμε περισσότερη ώρα να φτάσουμε, διότι έκανε και ενδιάμεση στάση σε κάποια άλλη πόλη. Οκ. Δεν έγινε και κάτι. Το λεωφορείο στην Λισαβόνα μας άφησε σε άλλο σημείο από αυτό που το πήραμε το πρωί. Μας πήγε στο Lisbon Sete Rios, δίπλα στον ζωολογικό κήπο της Λισαβόνας. Κάναμε λίγη ώρα να βγούμε από τις εγκαταστάσεις των λεωφορείων και να βρούμε το μετρό που είναι ακριβώς δίπλα. Πήραμε το μετρό και την μπλε γραμμή για το κέντρο της πόλης. Ήταν ήδη 6 το απόγευμα. Ώρα για φαγητό. Οι δρόμοι ήταν βρεγμένοι. Πιτούριζε και λίγο. Ξέραμε που θα πάμε για φαγητό. Μια φίλη και συνάδελφος μας είχε προτείνει ένα θεματικό- μεσαιωνικό εστιατόριο, το Trobadores - Taberna Medieval. Το συγκεκριμένο κατάστημα είναι υπόγειο. Όταν φτάσαμε ήμασταν οι πρώτοι πελάτες, ωστόσο πολύ γρήγορα άρχισε να γεμίζει. Ο χώρος ήταν πολύ ατμοσφαιρικός. Ξύλινα τραπέζια, χαμηλός φωτισμός, πήλινα ποτήρια και τόσα άλλα που σε παρέπεμπαν σε άλλη εποχή. Ακόμα και οι υπάλληλοι ήταν ντυμένοι με ανάλογη ενδυμασία. Εγώ πήρα καπνιστό μπακαλιάρο, ενώ ο συνταξιδιώτης μου κάποιο κρέας. Ως ορεκτικό το εστιατόριο έδινε την δυνατότητα επιλογής κάποιου από αυτά που σου έφερνε μπροστά σου μέσα σε ένα κινητό καρότσι. Πολύ εφετζίδικο αυτό. Όπως και κάτι άλλα πιάτα που παρήγγειλαν δίπλα μας και φλέγονταν για ώρα. Όσα φάγαμε ήταν πάρα πολύ ωραία, όπως και όλο το σκηνικό. Στο τέλος μας ρώτησαν από που είμαστε. Μα κανείς να μην μπορεί να μαντέψει την καταγωγή μας; Ισπανοί; Ιταλοί; Μετά στερεύει η φαντασία. Ήθελαν να τους πούμε πως λέμε στην γλώσσα μας το ευχαριστούμε που ήρθατε! Πλάκα είχε…Οι εντυπώσεις μας από την όλη εμπειρία ήταν πολύ θετικές. Για την ιστορία πληρώσαμε 59 ευρώ και κάτι για 2 κυρίως, ορεκτικά και κρασάκι. Μια χαρά!
Φεύγοντας περάσαμε από την πλατεία εμπορίου. Τόσες ημέρες δεν την είχαμε επισκεφθεί βράδυ. Δεν την είχαμε δει φωτισμένη. Τι ωραία που ήταν η αψίδα. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο δε, υπέροχο! Δε ξέρω γιατί, αλλά μου άρεσε πολύ. Μπροστά του είχαν βάλει κλασικά το LISBOA και γινόταν χαμός από κόσμο που ήθελε να βγάλει φωτογραφίες. Προφανώς βγάλαμε και εμείς φωτογραφίες, δηλαδή εγώ! Χα, χα! Έπειτα χαζεύαμε τους στολισμένους δρόμους μέχρι να γυρίσουμε στο δωμάτιο για σύντομη ξεκούραση. Είχε ήδη αρχίσει να ψιχαλίζει. Για το τελευταίο μας βράδυ οι προγνώσεις έδιναν βροχοπτώσεις.
Το δελτίο καιρού έπεσε μέσα. Έτσι, αφού ξεκουραστήκαμε και ετοιμαστήκαμε, ψάχναμε μπαράκια κοντά στο κατάλυμα. Δεν ασχολήθηκα ιδιαίτερα εγώ με αυτό δηλαδή. Βρήκαμε κάποιο ακριβώς από πάνω μας. Στα όρια της alfama. Βγάλαμε την ομπρέλα μας και πήγαμε σιγά σιγά, ενώ έριχνε νερό. Ανεβήκαμε αρκετά σκαλιά. Τόσες μέρες το γλίτωσα, βρήκαμε ώρα για σκάλες σκέφτηκα. Ανεβαίνοντας τα σκαλιά, από ένα μαγαζί ακουγόταν μουσική. Είχε live έναν πιτσιρικά. Προχωρήσαμε μέχρι το τέλος της σκάλας και βγήκαμε στο δρόμο που ήταν το μπαρ που ψάχναμε και άλλα μαγαζιά. Το μπαράκι που θα πηγαίναμε είχε κουρτίνες στα παράθυρα και δεν μπορούσαμε να δούμε μέσα. Λίγο αυτό, λίγο που προσπεράσαμε μαγαζί με live, προτιμήσαμε το 2ο και γυρίσαμε πίσω. Επέμεινα εγώ λίγο παραπάνω δηλαδή. Μπήκαμε μέσα και κάτσαμε σε ένα από τα λίγα άδεια τραπέζια. Ο πιτσιρικάς έπαιζε με την κιθάρα του. Γρήγορα καταλάβαμε ότι δεν ήταν μαγαζί, αλλά κάτι σαν αυτοδιαχειριζόμενο στέκι. Πήγαινες πλήρωνες το ποτό σου στο ταμείο και σου έφτιαχναν το ποτό που ήθελες (συγκεκριμένη λίστα) σε πλαστικό με 5 ευρώ. Μετά από λίγο κάποιοι από τους θαμώνες βγήκαν έξω, δίπλα στην ανοιχτή πόρτα και κάπνιζαν μπάφο. Ευωδίασε ο τόπος όπως καταλάβατε. Και το live μετά από ένα τέταρτο σταμάτησε. Τι στο καλό; Πότε είχε αρχίσει; Έτσι, η πλειοψηφία των θαμώνων έφυγε. Τρομερή επιλογή έκανα πάλι! Έπρεπε να πάμε στο μπαράκι για τελευταίο βράδυ. Μανουριάσαμε κιόλας με τον συνταξιδιώτη μου. Ευτυχώς μέχρι να φτάσουμε το επόμενο πρωινό στο Μπελέμ το είχαμε ξεχάσει. Ήπιαμε το ποτό μας και γυρίσαμε στο κατάλυμα υπό καταρρακτώδη βροχή για ξεκούραση.
