Klair
Member
- Μηνύματα
- 2.700
- Likes
- 34.565
- Ταξίδι-Όνειρο
- Υπερσιβηρικός
Rashid Madrasah
Η μεντρέσα Rashid βρίσκεται σε μια γραφική περιοχή της Παλιάς Πόλης της Μπουχάρα, κοντά στο κανάλι Shahrud. Πολλοί τεχνίτες ζουν στα κοντινά σοκάκια και η περιοχή αυτή ήταν κάποτε γνωστή ως γειτονιά των κεντητριών.
Χτισμένη τον 18ο-19ο αιώνα από τον εύπορο Αφγανό έμπορο τσαγιού Abdurashid (Rashid), η μεντρέσα διέθετε αίθουσες διδασκαλίας, αίθουσα προσευχής και χώρους διαβίωσης για τους μαθητές. Τον 20o αιώνα έκλεισε και στη συνέχεια επαναχρησιμοποιήθηκε ως κατοικία και αργότερα ως συνεργείο επισκευής φωτογραφικών μηχανών και οικιακών συσκευών. Η επούλωση είναι μια διαδικασία επισκευής που απαιτεί εργασία. Πρέπει να εξετάσουμε σε βάθος τα προβλήματα για να τα επιλύσουμε και να προχωρήσουμε στο επόμενο στάδιο. Ο πόνος στην καρδιά δεν θεραπεύεται με ένα μόνο φάρμακο. Απαιτεί μια ολόκληρη εργαλειοθήκη.
Η Rashid Madrasah παρουσιάζει έργα τέχνης που μάς προσφέρουν τα εργαλεία που χρειαζόμαστε: μέσα από αυτά τα εργαλεία βρίσκουμε τρόπους για να επαναπροσδιορίσουμε τις εμπειρίες, να θρηνήσουμε, να θυμηθούμε και, τελικά, να ξεπεράσουμε τη θλίψη. Κάποια εργαλεία είναι εκφραστικά, όπως το χιούμορ που μάς επιτρέπει να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας, ενώ το γέλιο δημιουργεί χώρο για να αναπνεύσουμε. Άλλα είναι κοινωνικά, συνδέοντάς μας ξανά με τον εαυτό μας και τους γύρω μας. Άλλα πάλι είναι συμβολικά, για παράδειγμα, οι τελετουργίες πένθους δίνουν μορφή στο άμορφο, κάνοντας το ακατανόητο ξαφνικά κατανοητό.
Η τέχνη της Gulnur Mukazhanova από το Kazakhstan σε συνεργασία με το Margilan Crafts Development Centre της χώρας έχει μια εκπληκτική ικανότητα να μάς μεταφέρει σε νέους κόσμους, και μια συναρπαστική ιστορία αποκαλύπτει πόσο μεταμορφωτική μπορεί να είναι. Με το έργο “The Healing of Present” (Η Θεραπεία του Παρόντος) μετουσιώνει έναν από τους μύθους που περιβάλλουν την προέλευση του ikat, μιας παραδοσιακής μορφής υφαντικής τέχνης στο Ουζμπεκιστάν.
Αφηγείται, λοιπόν, την ιστορία ενός τεχνίτη που αντιμετώπισε μια αφόρητη επιλογή. Αναγκάστηκε να παντρέψει τη μικρότερη κόρη του με έναν βασιλιά ενάντια και στη δική του θέληση, αλλά και στης κόρης του. Απελπισμένος, παρακάλεσε τον βασιλιά να την αφήσει να φύγει. Ο βασιλιάς, συγκινημένος από την αγάπη του τεχνίτη για την κόρη του, συμφώνησε να την απελευθερώσει, αλλά έθεσε έναν πολύ αποθαρρυντικό όρο. Ο τεχνίτης έπρεπε να δημιουργήσει κάτι τόσο εκπληκτικό που θα επισκίαζε την ομορφιά της κόρης του, αναγκάζοντας έτσι τον βασιλιά να εγκαταλείψει την απαίτησή του.
Σε μια στιγμή απέραντης θλίψης, ο τεχνίτης κάθισε δίπλα στην κοντινή “Λίμνη” κλαίγοντας. Τα δάκρυά του αναστάτωσαν την επιφάνεια του νερού, δημιουργώντας κυματισμούς. Καθώς το φως έπεφτε πάνω στα κύματα, ένα ουράνιο τόξο εμφανίστηκε, εμπνέοντας τη δημιουργία του πρώτου σχεδίου ikat. Σε μια σύγχρονη αναβίωση αυτού του πνεύματος, η καλλιτέχνιδα Gulnur, αξιοποιώντας τον συμβολισμό των υφασμάτων ikat του Ουζμπεκιστάν, δημιούργησε μια μαγευτική υφασμάτινη εγκατάσταση καλύπτοντας ολόκληρη την πρόσοψη της Rashid Madrasah, μετατρέποντάς την σε μια μυστικιστική πύλη προς έναν άλλο κόσμο.
Σε συνεργασία με υφάντριες ikat από το Κέντρο Ανάπτυξης Χειροτεχνίας Margilan, η Mukazhanova δημιουργεί νέα προσαρμοσμένα σχέδια για να συμπληρώσει ένα τεράστιο αρχείο vintage υφασμάτων. Με τα λόγια της καλλιτέχνιδας: “Δημιουργώ έναν χώρο στον οποίο μπορεί να λάβει χώρα μια συνειδητή διαδικασία θεραπείας”, αναφέρεται στον μετασχηματισμό της σύγχρονης κοινωνίας, εγείροντας ερωτήματα σχετικά με την ταυτότητα, τον πολιτισμό και την κοινωνική συμπεριφορά. Η τέχνη παίζει ζωτικό ρόλο στον αναστοχασμό πάνω στο συλλογικό τραύμα και στην ενεργοποίηση αλλαγών στην κοινωνική συνείδηση.
Το πρώτο έργο που αντίκρισα μπαίνοντας στην περίκλειστη αυλή της μεντρέσας ήταν το “Standing by the Ruins” (Στεκόμενος δίπλα στα Ερείπια) της καλλιτέχνιδας Dana Awartani, παλαιστινιακής καταγωγής, σε συνεργασία με τον Ουζμπέκο καλλιτέχνη Nemat Ismatullayev. Αναφέρει το έργο της ως “μια χειρονομία μνήμης και μια τελετουργία πένθους”. Είναι, λέει, “ένας τρόπος να τιμήσουμε και να διατηρήσουμε την παλαιστινιακή πολιτιστική κληρονομιά που έχει διαρκέσει και εξελιχθεί μέσα στους αιώνες”.
Μέσα από την αναδιαμόρφωση των παραδοσιακών ισλαμικών μορφών τέχνης εντός ενός σύγχρονου πλαισίου, η Awartani αναλογίζεται την απώλεια, την ανθεκτικότητα και την αντοχή της παλαιστινιακής πολιτιστικής κληρονομιάς. Η πρακτική της, βασισμένη σε αργές, στοχαστικές διαδικασίες όπως το κέντημα, η ύφανση και η κατασκευή πλακιδίων, γίνεται μια μορφή θεραπείας. Μια πράξη ανάκτησης της προγονικής γνώσης και μετασχηματισμού της μνήμης σε ανανέωση.
Στο έργο “Standing by the Ruins”, η Dara Awartani μάς προσκαλεί να περπατήσουμε ανάμεσα σε μεγάλα κεραμικά πλακίδια κατασκευασμένα με χώμα από την Παλαιστίνη, γνωρίζοντάς μας τα πλακάκια του μπάνιου του Hamam al-Sammara του 14ου αιώνα στη Γάζα, ενός από τα παλαιότερα λουτρά της περιοχής, το οποίο καταστράφηκε από τον ισραηλινό βομβαρδισμό το 2023.
Σε τρία δωμάτια της Rashid Madrasah ξεδιπλώνεται το έργο της Τουρκάλας-αρμενικής καταγωγής-καλλιτέχνιδας Hera Büyüktasciyan και του Ουζμπέκου καλλιτέχνη Isiom Khudoyberdiev, “Under the Mulberry Tree, the Wind Sang Our Names” (Κάτω από τη Μουριά, ο Άνεμος Τραγούδησε τα Ονόματά μας). Το έργο χρησιμοποιεί μουσικά όργανα σκαλισμένα σε ξύλο μουριάς και μαύρα υφάσματα διακοσμημένα με μικρά κομματάκια ξύλου, επίσης μουριάς, για να εξερευνήσει θέματα μνήμης, καταγωγής και σύνδεσης.
Είναι ένα “ηχητικό σύνολο” που διερευνά τη συμβολική και υλική σημασία της μουριάς, η οποία συνδέεται με την οικογενειακή ιστορία της καλλιτέχνιδας. Οι ήχοι από τα όργανα έχουν σκοπό να προκαλέσουν την “ακουστική ουσία ενός χτύπου της καρδιάς”. Σύμφωνα με τα λόγια της καλλιτέχνιδας: “Tο να έρθω σε αυτή τη γη των μουριών, αντηχούσε με κύκλους θυσίας, αλλαγής δέρματος και συνύπαρξης. Αναπολώντας την προγιαγιά μου, μια καλλιεργήτρια μεταξοσκώληκων από το Bardizag (Αρμενική πόλη νότια της Νικομήδειας που καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της Γενοκτονίας των Αρμενίων), ήθελα να δω τη μουριά ως ένα δοχείο μέσα από μουσικά όργανα σκαλισμένα στο σώμα της. Σαν ξύλινες καρδιές που αντηχούν την ανθρώπινη πινελιά, την προγονική γνώση και τα νήματα παραγωγής. Φωνάζοντας μακρινούς χτύπους της καρδιάς μιας αγελάδας, ενός ψαριού και ενός μεταξοσκώληκα-αρχαίες θλίψεις”.
Η καλλιτέχνιδα χρησιμοποιεί το αυτόχθονο αρμενικό όνομα για την πόλη Bardizag η οποία τώρα μετονομάστηκε σε Bahçecik από την τουρκική κυβέρνηση. Ως Τουρκάλα πολίτης, εργάζεται για τη Γενοκτονία των Αρμενίων.
Το έργο “Home of Hope” (Σπίτι της Ελπίδας), της Ουζμπέκας Jenia Kim σε συνεργασία με Ουζμπέκους σιδηρουργούς, αναβιώνει τα αποδημητικά πουλιά-κάποτε σύμβολο της Μπουχάρα-τα οποία, όμως, χάθηκαν κατά τη διάρκεια μιας κρίσης νερού. Μέσω αυτής της συνεργασίας ανοίγεται ένας διάλογος για τον πολιτισμό από την οπτική γωνία της κορεατικής διασποράς. Εμπνευσμένη από την πλούσια κορεατική κληρονομιά της και τις εμπειρίες της ως σχεδιάστρια μόδας, η εγκατάσταση της Jenia Kim χρησιμεύει ως μια καθηλωτική πρόσκληση για τους επισκέπτες να συνδεθούν με τις ιστορίες ατόμων από το Ουζμπεκιστάν.
Υπάρχουν 4 καλλιτέχνες στη Biennale της Μπουχάρα με το επώνυμο Kim, κάτι που αντικατοπτρίζει την αρκετά μεγάλη κορεατική διασπορά στο Ουζμπεκιστάν. Ο Στάλιν τούς μετέφερε βίαια από τη Ρωσία στο Ουζμπεκιστάν και σε άλλα μέρη της Κεντρικής Ασίας, το 1937. Υπάρχει μια ουζμπεκική παροιμία που λέει ότι κάθε Ουζμπέκος που σέβεται τον εαυτό του “πρέπει να έχει τουλάχιστον έναν Κορεάτη φίλο”.
Μπήκα σε αυτήν την εξαιρετική εγκατάσταση της σχεδιάστριας μόδας Jenia Kim, που έχει έδρα την Τασκένδη, περπατώντας ανάμεσα σε vintage ουζμπέκικα ρούχα σαν να βρίσκεσαι σε κατάστημα.
Είδα χώρους με φανταστικές υφασμάτινες ταπετσαρίες που κατοικούνται από τα πιο ιδιότροπα μεταλλικά πουλιά που μετατρέπονται σε ψαλίδια. Εξαφανίστηκαν από τον ουρανό της Μπουχάρα όταν το νερό στέρεψε και επέστρεψαν εδώ ως περίεργοι μάρτυρες και παρατηρητές.
Σε ένα μικρό δωμάτιο υπάρχει ένας καταπράσινος κήπος και στην οροφή του ένα σμήνος πουλιών επιστρέφει ως σύμβολο ελπίδας. Η καλλιτέχνιδα έχει εμμονή με αυτούς τους πελαργούς που φτιάχνονται από ντόπιους μεταλλουργούς. Σε πάμπολλα καταστήματα πωλούνται ψαλίδια-πουλιά. Ο πελαργός για τις γυναίκες και κάποιο άλλο πουλί, που δεν θυμάμαι την ονομασία του, για τους άνδρες. Αγόρασα και εγώ ένα σετ ψαλίδια για τον γιο μου και την κοπέλα του. Χάραξα επάνω τους και τα ονόματά τους. Σύμφωνα με την Ουζμπεκική παράδοση, τα ψαλίδια κόβουν τη γλωσσοφαγιά και τις κακόβουλες σκέψεις του περίγυρου απέναντι στο ζευγάρι, χαρίζοντας ευτυχία και παιδιά στους μελλόνυμφους.
Βγήκα από τη Rashid Madrasah προς αναζήτηση κι άλλων έργων. Μπροστά μου είχα τον Μιναρέ του Τζαμιού Khoja Kalon και δεξιά μου το κανάλι Shahrud. Το κανάλι ήταν ζωτικής σημασίας για το σύστημα ύδρευσης της Μπουχάρα μεταφέροντας νερό από τον ποταμό Zarafshan για να τροφοδοτήσει τα αρχαία Hauz (Λίμνες).
Πάνω από το κανάλι, που διασχίζει ολόκληρη την περιοχή της Biennale, είναι τοποθετημένη μια από τις πιο σημαντικές και συνάμα στενάχωρες εγκαταστάσεις. Το “Longing” (Λαχτάρα), δημιουργήθηκε από τους Himali Singh Soin και David Soin Tappeser σε συνεργασία με τις υφάντριες του Margilan Crafts Development Centre. Κάθε αλλαγή στο σχέδιο και το χρώμα του ikat βασίζεται σε δορυφορικές εικόνες που δείχνουν την υποβάθμιση μιας ζωτικής πηγής ζωής στο πέρασμα των χρόνων. Σκεφτείτε τον αρχαίο αργαλειό να υλοποιεί μια δορυφορική απεικόνιση ως μια αντανάκλαση της χειρότερης οικολογικής καταστροφής της Κεντρικής Ασίας. Είναι μια ταπισερί ikat μήκους 2.300 μέτρων.
Το έργο τέχνης, το οποίο κρέμεται πάνω από τα κανάλια της Μπουχάρα, συμβολίζει μια “λαχτάρα για νερό” και εξερευνά θέματα απώλειας, περιβαλλοντικής ιστορίας και τη σύνδεση μεταξύ ενός ξερού τοπίου και μιας ξερής πόλης. Τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα της ταπισερί, αντιπροσωπεύουν τις περιβαλλοντικές αλλαγές στη Λιμνοθάλασσα Αράλη, η οποία είναι πλέον μια “στεγνή ηχώ” του παλιού εαυτού της.
Δίπλα στο κανάλι συνάντησα άλλο ένα έργο με θέμα το φαγητό. Το “Navat Uy” (Πρωτοχρονιά) της Αιγύπτιας καλλιτέχνιδας Laila Gohar σε συνεργασία με τους Ilkhom Shoyimkulov (Uzbekistan) και GOLEM (France). Το θέμα του φαγητού και της γεύσης, που συνδέεται με τη μνήμη, την παράδοση και τον πολιτισμό αντικατοπτρίζεται πασιφανέστατα σε ένα κιόσκι κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου από την παραδοσιακή ουζμπεκική κρυσταλλική ζάχαρη, γνωστή ως navat (ναβάτ). Ολόκληρη η κατασκευή αποτελείται από “κλωστές” παραδοσιακής ουζμπεκικής ζάχαρης φτιαγμένης μέσω αργής καραμελοποίησης σιροπιού σταφυλιών και σαφράν, εκτοπισμένης ολοένα και περισσότερο από τη βιομηχανική ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο.
Περισσότερο από μια γλυκιά λιχουδιά, η navat φέρει μια μακρά κληρονομιά ως σύμβολο φιλοξενίας και συλλογικής μνήμης στην Κεντρική Ασία, που προηγείται της βιομηχανικής ζάχαρης. Θεωρείται λαϊκό φάρμακο για τον βήχα και τον πονόλαιμο. Ενώ η navat είναι κοινή σε όλο το Ουζμπεκιστάν, η επίπονη διαδικασία αργής κρυστάλλωσης με σιρόπι σταφυλιού σε κλωστές απαιτεί χρόνο, φροντίδα και μια μετάδοση τεχνογνωσίας που γίνεται ολοένα και πιο σπάνια. Η άφιξη της βιομηχανικής ζάχαρης από ζαχαροκάλαμο αντικατέστησε τη χειροποίητη φύση της navat και οι νεότερες γενιές σπάνια γνωρίζουν τη διαφορά. Το έργο είναι γλυκό και εφήμερο, μια υπενθύμιση πως οι παραδόσεις χάνονται όταν αντικαθίστανται από βιομηχανικές συντομεύσεις.
Η Laila Gohar εργάζεται με το φαγητό και την κουλτούρα του φαγητού για να καλλιεργήσει ένα αίσθημα θαυμασμού, φέρνοντας τους ανθρώπους πιο κοντά στο παιδί που κρύβουν μέσα τους. Ξυπνά παιδικές αναμνήσεις και το θαύμα της μάθησης που βασίζεται στη γεύση. Τα μωρά αρχίζουν να εξερευνούν τον κόσμο με το στόμα τους. Η γεύση μάς συνδέει με τη μνήμη, το συναίσθημα και τον πολιτισμό καθώς προχωράμε από τη βρεφική στην παιδική ηλικία. Εμπλουτίζει το λεξιλόγιο, οξύνει την περιέργεια και μάς διδάσκει την ασφάλεια, την ταυτότητα και τους κοινωνικούς δεσμούς καθώς ανακαλύπτουμε τι μας αρέσει.
Οι ανθρώπινες σχέσεις συχνά περιγράφονται με τη γλώσσα της γεύσης: τα πράγματα μπορούν να γίνουν ξινά, να γίνουν αλμυρά με πικρία ή να γίνουν γλυκά με αγάπη. Στη Μπουχάρα, η Gohar προσκαλεί τους ανθρώπους στην πολυαισθητηριακή χαρά της ζάχαρης. Η γεύση αποκαλύπτει περισσότερα από αυτά που βλέπουμε. Οι επισκέπτες καλούνται να βιώσουν τη δύναμη της γεύσης για να αποκαλύψουν νέες αναγνώσεις αυτού που βλέπουν. Τα λόγια της καλλιτέχνιδας: “Ένα σπίτι, ένα σπίτι. Καταφύγιο. Άλλοτε γλυκό, άλλοτε αλμυρό. Περιπλανήσου. Αναρωτήσου. Παίξε”.
Last edited:

). Η Biennale ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία και μια μοναδική ευκαιρία να μάθω και στη συνέχεια να μάθουν και οι αναγνώστες (όσοι διάβασαν τη σύντομη παρουσίασή μου) όλες αυτές τις ιστορίες, τους μύθους, τους θρύλους, τα πανάρχαια έθιμα, τις τελετουργίες, τις αρχαίες μνήμες, τις τέχνες, τις παραδόσεις, τις γιορτές, την κουζίνα και τις γυναικείες δράσεις.