Klair
Member
- Μηνύματα
- 2.700
- Likes
- 34.565
- Ταξίδι-Όνειρο
- Υπερσιβηρικός
Olimjon Caravanserai
Είναι ένα ιστορικό κτίριο του 19ου αιώνα (1813) που λειτουργούσε ως κέντρο εμπορίου και φιλοξενίας για εμπόρους από διάφορες χώρες (Ινδία, Αφγανιστάν, Ιράν). Οι έμποροι έμεναν εντός των τειχών του, φέρνοντας υφάσματα, μπαχαρικά, κοσμήματα και αντικείμενα τέχνης. Εδώ μπορούσαν, όχι μόνο να χαλαρώσουν, αλλά και να διεξάγουν εμπορικές διαπραγματεύσεις, να ανταλλάξουν αγαθά, νέα και πληροφορίες. Σήμερα, το καραβανσεράι Olimjon έχει διατηρήσει την ιστορική του εμφάνιση μέσω προσεκτικής ανακαίνισης.
Στην εσωτερική αυλή του ήρθα σε επαφή με το έργο “Kutadgu Bilig” (Η Σοφία που οδηγεί στην Ευτυχία) της καλλιτέχνιδας Saule Suleimenova (Kazakhstan) σε συνεργασία με το γυναικείο λαϊκό σύνολο Shiru Shakar (Uzbekistan). Αυτό το έργο διερευνά τη δημιουργική έκφραση των γυναικών στην κοινωνία της Κεντρικής Ασίας, εστιάζοντας τόσο στους ρόλους που τούς επιβάλλονται όσο και στους ρόλους που πραγματικά διαδραματίζουν. Με την πρώτη ματιά υφαντά υφάσματα, που απεικονίζουν μέλη του γυναικείου συνόλου Shiru Shakar, φαίνονται να αιωρούνται στον χώρο, αλλά με μια πιο προσεκτική ματιά, προς μεγάλη μου έκπληξη, κατάλαβα ότι επρόκειτο για περίπλοκα κολάζ φτιαγμένα από πλαστικές σακούλες. Εκ των υστέρων διάβασα ότι οι σακούλες συλλέχθηκαν από τους κατοίκους της Μπουχάρα.
Ένα ζωτικό στοιχείο του έργου είναι οι ζωντανές εμφανίσεις της Shiru Shakar, μιας ομάδας συνταξιούχων μουσικών και ερμηνευτών παραδοσιακών τραγουδιών και χορών της Μπουχάρα. Μέσα από την τέχνη τους, αμφισβητούν την περιθωριοποίηση των ηλικιωμένων γυναικών, ενσαρκώνοντας την ελευθερία, το πνεύμα του χορού και την ομορφιά σε κάθε κίνηση. Ο τίτλος του έργου, που μεταφράζεται ως “Η Σοφία που φέρνει την Ευτυχία”, φέρει πολυεπίπεδες έννοιες, που αντηχούν στην περίπλοκη πολιτιστική ύφανση της ίδιας της Μπουχάρα-ένα μέρος κόμπων, διασταυρώσεων και συνεχειών. Το έργο θα ζωντανεύει μέσα από ζωντανές παραστάσεις καθ' όλη τη διάρκεια της Biennale. Tα λόγια της καλλιτέχνιδας: “Λύνουμε τους αρχαίους κόμπους της Μπουχάρα μέσα από τους εαυτούς μας, μέσα από τον χορό και την πλαστική τέχνη, τη μνήμη και την παράδοση, διαμορφωμένους από την αγάπη, τον πόνο και τη θυσία”.
Το έργο προσφέρει άλλη μια “Συνταγή για Ραγισμένες Καρδιές”: μια ευγενική υπενθύμιση ότι οι πληγές μπορούν να αντιμετωπιστούν με σοφία και ότι η ευτυχία, τελικά, είναι επιλογή. Οι γυναίκες του Shiru Shakar ενσαρκώνουν τον ρυθμό της μνήμης της Μπουχάρα. Το σύνολο, σχηματισμένο από μια ομάδα συνταξιούχων ερμηνευτριών, αντιστέκεται ενεργά στην περιθωριοποίηση που συχνά αντιμετωπίζουν οι ηλικιωμένες γυναίκες. Μέσα από τον παραδοσιακό χορό και το πολυφωνικό τραγούδι, μεταφέρουν τελετουργίες που κληρονομήθηκαν από τις παλαιότερες γενιές, διατηρώντας τες ζωντανές. Οι φωνές τους αφηγούνται ιστορίες για τις στιγμές που συνοδεύουν τις μεγαλύτερες γιορτές της ζωής, την προετοιμασία μιας νύφης για τον γάμο της ή την υποδοχή ενός νεογέννητου παιδιού. Οι παραστάσεις τους χαρακτηρίζονται από την ενέργεια της συλλογικής κίνησης, γυναίκες που στέκονται δίπλα-δίπλα, τραγουδούν και χορεύουν μαζί, όπως κάποτε σε αυλές και σε κοινοτικές συγκεντρώσεις.
Ayozzhon Caravanserai
Ayozzhon Caravanserai
Το Ayozzhon Caravanserai είναι ένα Μνημείο Πολιτιστικής Κληρονομιάς που μέχρι το 1920 χρησιμοποιούνταν για χονδρικό εμπόριο. Σε αυτόν τον χώρο μπήκα για να δω τα επόμενα εκθέματα. Σε μια γωνία υπήρχαν δύο πύργοι με κεραμικά “smartphones”. Το έργο της Κορεάτισσας Yun Choi με τίτλο “Dark Age is Better, Desert is the Future” (Η Σκοτεινή Εποχή είναι Καλύτερη, η Έρημος είναι το Μέλλον) δημιουργήθηκε σε συνεργασία με τους κεραμίστες από το Ουζμπεκιστάν Bunyod Yunusov και Behzod Yunusov. Δύο πύργοι διακοσμημένοι με έξυπνα τηλέφωνα από γυαλισμένη κεραμική, θυμίζουν ένα έργο του Κορεάτη καλλιτέχνη Nam June Park που είχε φιλοτεχνήσει το 1988 για τους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες.
Το έργο του Κορεάτη Nam June Park με τις αναμμένες οθόνες που είχε φιλοτεχνήσει το 1988 για τους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες
Πηγή φωτογραφίας: Pinterest
Πηγή φωτογραφίας: Pinterest
Σε αυτήν τη Biennale υπάρχουν τέσσερις Κορεατικές συμμετοχές που αποτυπώνουν το πνεύμα μιας υγιούς συνεργασίας. Χρησιμοποιώντας συστατικά που κυμαίνονται από ζυμωμένη πάστα σόγιας μέχρι γηγενή πηλό, τα έργα θίγουν βαθιά ερωτήματα ταυτότητας, μνήμης και την κορεατική διασπορά. Το Ουζμπεκιστάν, παρά το γεγονός ότι απέχει σχεδόν 5.000 χιλιόμετρα από την Κορέα, φιλοξενεί τη μεγαλύτερη κορεατική διασπορά της Κεντρικής Ασίας, τους Koryo saram, που κυριολεκτικά σημαίνει “Κορεάτης”. Αποτελούν την έβδομη μεγαλύτερη εθνοτική ομάδα στη χώρα, με τις ρίζες τους να ανάγονται στο 1937, όταν οι Κορεάτες που ζούσαν στη Ρωσική Άπω Ανατολή απελάθηκαν βίαια στην Κεντρική Ασία, κατόπιν εντολής του Ιωσήφ Στάλιν. Αντί του πιο συνηθισμένου όρου “κορεατική διασπορά”, η Biennale χρησιμοποίησε σκόπιμα τον αρχικό αυτοπροσδιοριζόμενο όρο, Koryo saram, για να αναδείξει τη μοναδική ιστορία και δράση αυτής της κοινότητας.
H Yun Choi πέρασε τους τελευταίους μήνες χτίζοντας ένα μνημείο για την αποσύνδεση, χρησιμοποιώντας το ίδιο υλικό που μας στηρίζει, τον πηλό. Τον Ιανουάριο του 2025, η Choi ταξίδεψε στο Ουζμπεκιστάν για ένα ερευνητικό ταξίδι. Όταν επέστρεψε για την έκθεση, εγκαταστάθηκε στο Rishtan, την ιστορική πρωτεύουσα της κεραμικής στην κοιλάδα Fergana. Εκεί, συνεργάστηκε με δεξιοτέχνες κεραμίστες και κεραμίστριες που μεγάλωσαν με αυτήν την τέχνη. Το αποτέλεσμα είναι ένας υψωμένος πύργος συναρμολογημένος από περίπου 900 χειροποίητα κεραμικά “smartphones” με σβηστές οθόνες, ένα έργο που ρωτά τι βλέπουμε όταν μια οθόνη δεν ανάβει πλέον και τι είδους σύνδεση παραμένει, όταν η ψηφιακή εικόνα απουσιάζει.
Η σιωπή των οθονών, μετατοπίζει την προσοχή από τον χείμαρρο των εικόνων σε αυτό που η ίδια αποκαλεί “χρόνο του εδάφους”-την αργή, κυκλική χρονικότητα κάτω από τα πόδια μας. Οι οθόνες είναι ορυκτά πριν γίνουν pixel. Όταν πεθαίνουν, επιστρέφουν στη γη. Ο πηλός, με την κοινή του χημεία (οξείδια, μεταλλεύματα, θερμότητα), γίνεται ένας έντιμος μεσολαβητής μεταξύ των μέσων ενημέρωσης και της γεωλογίας.
Η παραγωγή των “smartphones” διήρκεσε περίπου δύο μήνες. Οι κάτοικοι παρενέβησαν για να βοηθήσουν, μετατρέποντας την κατασκευή σε ένα μικρό αστικό έργο. H Choi είπε: “Το έργο ήταν μια πραγματικά μοναδική εμπειρία από τη δημιουργία έως την εγκατάσταση”. “Οι κάτοικοι σταματούσαν για να βοηθήσουν. Γυναίκες από τη γειτονιά συμμετείχαν και εργάστηκαν μαζί μου. Δεν είναι το είδος της εμπειρίας που βιώνεις συχνά”.
Σε μια γωνιά του καραβανσεράι ήταν στοιβαγμένες κεραμικές σφυρίχτρες σε σχήμα πουλιού που ονομάζονται hushtak. Αυτές τις σφυρίχτρες τις πουλάνε παντού και οι πωλητές για να προσελκύσουν πελάτες σφυρίζουν ακατάπαυστα και πολύ δυνατά γεμίζοντας την ατμόσφαιρα με ιδιαίτερους ήχους. Έτσι και στη Biennale, οι επισκέπτες καλούνταν να σφυρίξουν και οι μελωδίες ηχογραφούνταν σε ένα συλλογικό ηχητικό τοπίο, γεμίζοντας την αυλή με μια πρωτόγνωρη ηχητική χορωδία. Αυτό το ακουστικό δρώμενο-έργο είναι το “Mur-Mur” (Μουρμουρητό) του David Soin Tappeser (India/England) σε συνεργασία με την Ουζμπέκα κεραμίστρια Kubaro Babaeva, τους μαθητές της και τους καλλιτέχνες ήχου Boris Shershenkov και Polina Shershenkova (Russia/Austria) και Bunyod Yunusov (Uzbekistan).
Η διαδραστική αυτή εγκατάσταση χτίζει τη δραματουργία της γύρω από τη μυθική εικόνα της παραδοσιακής σφυρίχτρας hushtak, που συχνά κατασκευάζεται με τη μορφή πουλιού ή φανταστικού πλάσματος. Αυτά τα παιχνίδια ξεκίνησαν να κατασκευάζονται για παιδιά κατά τη διάρκεια της γιορτής Navruz, ώστε να φτιάξουν τη διάθεσή τους και να διώξουν τις κακές δυνάμεις.
Το Navruz γιορτάζεται ευρέως στο Ουζμπεκιστάν. Είναι η ημέρα της εαρινής ισημερίας και σηματοδοτεί την έναρξη της άνοιξης στο Βόρειο Ημισφαίριο. Γιορτάζεται εδώ και τουλάχιστον 2.000 χρόνια. Όταν το Ουζμπεκιστάν ήταν μέρος της Σοβιετικής Ένωσης, οι εορτασμοί του Navruz ήταν γενικά ανεπίσημοι και κατά καιρούς, μάλιστα, απαγορευμένοι. Σήμερα, είναι επίσημη αργία στη χώρα και γιορτάζεται πάντα στις 21 Μαρτίου. Παρόλα αυτά, οι εορτασμοί κατανέμονται σε αρκετές ημέρες.
Εμπνευσμένος από τα πουλιά της Μπουχάρα, για να κρατήσει τα πράγματα ενωμένα όταν ο κόσμος μάς χωρίζει, ο David Soin Tappeser ηχογράφησε μελωδίες hushtak που με την πάροδο του χρόνου δομούνται σαν μουρμουρητό, σαν χορωδία. Ο καλλιτέχνης με τα λόγια του αναζητά “θεραπεία και λύτρωση στη συλλογικότητα”. “Βλέπουμε τη μαγεία της συνεύρεσης όταν ένα πλήθος πουλιών σχηματίζει ένα μουρμουρητό”.
“Το Συνέδριο των Πουλιών”, ένα ποίημα των Σούφι του 12ου αιώνα, ακολουθεί μια ομάδα πουλιών που ξεκινούν ένα ταξίδι για να βρουν τον αρχηγό τους, τον μυθικό Simurgh (γιγαντιαίο φτερωτό πλάσμα σε σχήμα πουλιού). Πολλοί τα παρατάνε, αλλά όσοι αντέχουν ανακαλύπτουν ότι ο Simurgh δεν είναι ξεχωριστό ον, είναι η αντανάκλαση του εαυτού τους, ενοποιημένη: το άθροισμα των μερών. Οι Simurgh και τα Hushtak είναι προϊσλαμικές μορφές που φαντάζονται αστερισμούς συλλογικότητας. Ο ονοματοποιημένος τίτλος του έργου παραπέμπει στις πολλαπλές του έννοιες: τον ήχο του αιθέρα, τον ήχο του νερού, τον ήχο των δέντρων, τον ήχο μιας αδύναμης καρδιάς, τους σιωπηλούς τόνους των επαναστατικών ψιθύρων, την απόλαυση ενός εραστή ή τη συνάθροιση των πουλιών.
Δυναμώστε τον ήχο και ακούστε μια χορωδία hushtak στο παρακάτω video:
Στον ίδιο χώρο, το έργο “Healer of Broken Hearts” (Θεραπευτής Ραγισμένων Καρδιών) του Khadim Ali, σε συνεργασία με τον κεντητή Sanjar Nazarov και τον σιδηρουργό Said Kamolov λειτουργεί ως θεραπευτής των πληγωμένων καρδιών και είναι μια μνημειώδης ταπισερί που αφηγείται την ιστορία του Simurgh, του μυθικού πουλιού που προστατεύει την ανθρωπότητα. O Khadim Ali, γεννημένος στην Quetta (Κουέτα) του Πακιστάν, το 1978, είναι Αυστραλός ζωγράφος αφγανικής καταγωγής, μέλος της εθνοτικής ομάδας Hazara (Χαζάρα).
Το έργο, βασίζεται σε θέματα πολέμου, εκτοπισμού και ανθεκτικότητας, επαναπροσδιορίζοντας το μυθικό πουλί ως σύμβολο συλλογικής θεραπείας. Η συνεργασία με Ουζμπέκους τεχνίτες αναδεικνύει τη διασταύρωση της κληρονομιάς των Χαζάρων του Ali, της περσικής ποίησης και της αρχαίας δεξιοτεχνίας του Ουζμπεκιστάν. Ο Khadim Ali χρησιμοποιεί τον μύθο και ειδικά το πουλί Simurgh ως “δοχείο” για το πένθος και την αναμνησία. Δηλώνει ότι, μετά τον θάνατο της μητέρας του, άρχισε να την βλέπει στο Simurgh ως παρουσία που “ηρεμεί τον πόνο του πόθου” και ως “μητρική επιστροφή σε σιωπή”. Αυτή η προσωπική εμπειρία εντάσσει το έργο στην ευρύτερη θεματική της Biennale για την επούλωση.
Εικονογραφικά, ο δράκος, το δέντρο της ζωής, η φωτιά, τα σύννεφα επανέρχονται ως μυθολογικές εικόνες και ως τα μέσα για να “κρατηθεί” και να μετασχηματιστεί ο πόνος, όχι για να σβήσει, αλλά για να αντιμετωπιστεί και να μετατραπεί σε συλλογική αφήγηση. Η Biennale, συνολικά, επιδιώκει “συνταγές” επούλωσης και αυτό το έργο τοποθετείται σαν μια από αυτές τις “συνταγές”.
Στο ίδιο καραβανσεράι (Ayozzhon Caravanserai) οι εκπλήξεις δεν έχουν τέλος.
Στη Biennale της Μπουχάρα κεντρικό ρόλο έχουν οι τεχνίτες, οι οποίοι μέχρι και σήμερα εξακολουθούν να είναι οι θεματοφύλακες των αρχαίων τεχνικών που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά: από την κεραμική έως την υφαντική, από την ξυλογλυπτική έως τη μικρογραφία. Η χειρωνακτική τους γνώση, ριζωμένη στην ιστορία, συνάντησε το όραμα σύγχρονων καλλιτεχνών, δημιουργώντας όλα αυτά τα έργα που έχω δει μέχρι στιγμής, αλλά και πολλά ακόμα, μερικά εκ των οποίων θα συναντήσω στη συνέχεια αυτής της περιήγησης. Σε αυτόν τον “διάλογο”, η Biennale έδειξε πώς οι “εφαρμοσμένες τέχνες” μπορούν να γίνουν έργα τέχνης με μια παγκόσμια γλώσσα, ικανά να μιλήσουν στο παρόν χωρίς να χάσουν τη σύνδεση με την προέλευσή τους. Ένα τέτοιο έργο ήταν και το επόμενο που βρήκα στον δρόμο μου και το οποίο με εξέπληξε πάρα πολύ ευχάριστα.
Το έργο της Aziza Kadyri, “Cut From The Same Cloth” (Κομμένο Από Το Ίδιο Ύφασμα), σε συνεργασία με τους Yulduz Mukhiddinova και Mathieu Bissonnette ξεδιπλώνεται σε δύο μέρη, αντλώντας έμπνευση από το ταξίδι του παππού της, το 1969, για να μελετήσει μηχανήματα ραφιναρίσματος βαμβακιού στις Νότιες ΗΠΑ, ως Σοβιετικός Ουζμπέκος ερευνητής. Συνδυάζοντας προφορική ιστορία, αρχειακές εικόνες, τα σχέδια ευρεσιτεχνίας του παππού της και μοτίβα που δημιουργούνται από τεχνητή νοημοσύνη και βασίζονται σε υφάσματα της Κεντρικής Ασίας, το έργο εξερευνά τις αλληλένδετες ιστορίες της βιομηχανίας, της οικολογίας και της διασποράς.
Σε συνεργασία με την κεντήτρια Yulduz Mukhiddinova, γεννημένη στη Nurata του Ουζμπεκιστάν, το πρώτο μέρος γεφυρώνει το παραδοσιακό ουζμπεκικό κέντημα Suzani με τις μηχανικές μορφές των εκκοκκιστηρίων βαμβακιού, δημιουργώντας υβρίδια υφάσματος-μετάλλου που απηχούν τόσο την κληρονομιά όσο και τη βιομηχανική αλλαγή.
Το δεύτερο μέρος, που αναπτύχθηκε με τον καλλιτέχνη Mathieu Bissonnette, μετατρέπει την έρευνα γύρω από το αρχείο του παππού της σε μια πολυαισθητηριακή, διαδραστική εμπειρία. Μέσα σε ένα πολύ μικρό κελί-δωμάτιο (hujra) του καραβανσεράι οι θεατές ενός video περιηγούνται σε έναν ονειρικό χώρο που διαμορφώνεται από αφηρημένες μορφές ποταμών, ηχοτοπία και κινούμενα σχέδια που ανταποκρίνονται στην κίνηση και τον ήχο.
Το έργο αποτυπώνει τις εντάσεις μεταξύ της χειροτεχνίας και της μηχανοποίησης, της προσωπικής μνήμης και της συστημικής αλλαγής. Σύμφωνα με τα λόγια της καλλιτέχνιδας: “Το έργο μου ασχολείται με την κριτική μυθοπλασία: επαναπροσδιορίζοντας κατακερματισμένα παρελθόντα, ανακτώντας ξεχασμένες φωνές... προσκαλώντας το κοινό να επανασυνδεθεί με ιστορίες που έχουν διαταραχθεί από τη μετανάστευση και τη βιομηχανία”.
Όταν τελείωσε το video, πρόσεξα και μια ελληνική συμμετοχή στη λίστα με τους δημιουργούς. O Φάνης Σακελλαρίου είναι καλλιτέχνης παραστάσεων, σκηνικός διευθυντής και σχεδιαστής ήχου.
Στιγμιότυπο οθόνης από το video
Login • Instagram
Fanis Sakellariou
Όσο για το τηλέφωνο που ακούγεται να χτυπάει μέσα στο video είναι αυτό:
και όντως χτυπούσε live μέσα στο δωμάτιο.
Last edited:

). Η Biennale ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία και μια μοναδική ευκαιρία να μάθω και στη συνέχεια να μάθουν και οι αναγνώστες (όσοι διάβασαν τη σύντομη παρουσίασή μου) όλες αυτές τις ιστορίες, τους μύθους, τους θρύλους, τα πανάρχαια έθιμα, τις τελετουργίες, τις αρχαίες μνήμες, τις τέχνες, τις παραδόσεις, τις γιορτές, την κουζίνα και τις γυναικείες δράσεις.