Yorgos
Member
- Μηνύματα
- 10.735
- Likes
- 59.508
- Επόμενο Ταξίδι
- Cape Verde
- Ταξίδι-Όνειρο
- Περού τότε, τώρα, πάντα
Η αλήθεια είναι πως ξεκινήσαμε ενθουσιασμένοι. Υπήρχε μεν μια ανησυχία ότι το κάστρο δε θα είναι τόσο φοβερό όσο το περιέγραφε ο δύσμοιρος ο συγγραφέας του οδηγού μας (γιατί για να σε στείλουν να γράψεις οδηγό για την Αϊτή δύσμοιρος είσαι, δυσκολεύομαι να πιστέψω πως είναι ο προορισμός για τον οποίο έκοβε τις φλέβες του ο συγγραφέας, ότι απείλησε τους editors του Bradt με αυτοκτονία αν δεν τον έστελναν «τώρα κιόλας» στην Αϊτή), αλλά από την άλλη το Fort Drouet είχε όλα αυτά τα στοιχεία που σε προετοιμάζουν για μια μεγάλη περιπέτεια: βρισκόταν στη μέση του πουθενά, είχε «ξεχαστεί» από τους ανθρώπους για δεκαετίες σε βαθμό που η «ανακάλυψή» του το 2009 προκάλεσε πάταγο, ο «δρόμος» από κοτρώνες που οδηγούσε προς τα κει δεν εμφανιζόταν σε κανένα χάρτη και κανένα googlemaps ή στο GPS του Κώστα και τέλος πάντων ήμασταν σίγουροι ότι
Α) θα ήμασταν μόνοι μας
Β) η διαδρομή για εκεί θα ήταν περιπέτεια από μόνη της
Αυτό το Β) μάλλον το υποτιμήσαμε... Ο δρόμος άρχισε να ανεβαίνει, αλλά πια δεν ήταν δρόμος. Ήταν ένα μονοπάτι από μεγάλες και κάτασπρες κοτρώνες και το τζιπ άρχισε να τρίζει επικίνδυνα. Έτριζε που έτριζε δηλαδή ακόμη και πάνω στην άσφαλτο, έτριζε στους χωματόδρομους, αλλά πάνω στις κοτρώνες ένιωθες να ταρακουνιέσαι συθέμελα και κάθε δυο μέτρα ανησυχούσαμε ότι κάποιος από τους ήχους σήμαινε ότι έσπασε ο άξονας. Ο καιρός βέβαια ήταν συνεργάσιμος, αν και τα σύννεφα και το απρόβλεπτο της Καραϊβικής υπονοούσαν ότι σε περίπτωση βροχής θα μέναμε στη λάσπη. Η θέα των βουνών εήταν όμορφη κι όσο ανεβαίναμε σε υψόμετρο, συνέχεια δηλαδή, είχαμε όλο και καλύτερη θέα της κοιλάδας από κάτω μας. Το πιο ανησυχητικό όμως ήταν πως δεν υπήρχε πουθενά πολιτισμός: δεν υπήρχαν οικισμοί, σπίτια, μποστάνια... κάτι; Για ταμπέλες δεν το συζητώ καν, αλλά με δεδομένο πως μόνο ένα μονοπάτι υπήρχε, δεν μπορούσαμε να πηγαίνουμε και λάθος. Φυσικά δεν είδαμε κανένα όχημα σε όλη τη διαδρομή και οι μόνοι άνθρωποι που αντικρύσαμε ήταν δυο μικρές ομάδες ανθρώπων που κουβαλούσαν ξύλα για μαγείρεμα και κάποιους κουβάδες με νερό, ένας Θεός ξέρει για πόσες ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο. Αναρωτήθηκα πού να μένουν αφού σε ακτίνα χιλιομέτρων δεν υπήρχε το παραμικρό παράπηγμα. Η περπατούσαν για ώρες ή έμεναν σε σπηλιές, με τις δυο επιλογές να φαίνονται εξίσου αξιολύπητες, μεγάλη ταλαιπωρία και προφωνώς καθημερινή...
Το μονοπάτι έγινε ακόμη χειρότερο... Είπα στον Κώστα να κάνουμε αναστροφή, δε βλέπαμε φως στο τούνελ και σε περίπτωση βλάβης θα μέναμε εκεί, στη μέση του πουθενά χωρίς φαγητό, χωρίς νερό, χωρίς σήμα τηλεφώνου και χωρίς άνθρωπο ή πολιτισμό σε ορατή απόσταση, υπολόγισα πως το κοντινότερο/τελευταίο χωριό που είχαμε δει πρέπει να ήταν περίπου δυόμιση ώρες περπάτημα. Ο Κώστας επέμεινε να συνεχίσουμε «ίσως είμαστε κοντά, κρίμα να τα παρατήσουμε τώρα», αλλά μετά από μισή ώρα κι ελάχιστα χιλιόμετρα (σε καμία περίπτωση δεν πηγαίναμε με περισσότερα από 15χλμ/ώρα, το τερέν και η κατάσταση του τζιπ δεν το επέτρεπαν) η θλιβερή απόφαση να κάνουμε αναστροφή πάρθηκε. Το off the beaten track highlight του ταξιδιού μας εγκαταλείφθηκε, προς μέγιστη απογοήτευση. Τουλάχιστον μας έμειναν μερικές φωτογραφίες από τα ελάχιστα όμορφα τοπία της διαδρομής, τα οποία φαντάζομαι ελάχιστοι ταξιδιώτες στον κόσμο έχουν δει.
Τουλάχιστον επειδή ήταν σχετικά νωρίς, ελπίζαμε ότι θα κερδίζαμε χρόνο και θα καταφέρναμε να κατευθυνθούμε προς και να διανυκτερεύσουμε στο Jacmel, μια πόλη με αποικιακή αρχιτεκτονική και έντονη καλλιτεχνική ζωή νοτίως του Port Au Prince, το οποίο και θα προσπερνούσαμε... ή έτσι νομίζαμε...
Για να μη σας τα πολυλογώ, δεν καταφέραμε να βρούμε το δρόμο που περνούσε έξω από την πρωτεύουσα και όταν το διαπιστώσαμε ήταν λίγο αργά. Πήραμε τη λάθος απόφαση να κατευθυνθούμε μέσω Port Au Prince στον προορισμό μου, άλλωστε θα ήταν και μια ευκαιρία να δω και γω την πρωτεύουσα, έστω και μέσα από το τζιπ, αφού ο Κώστας την είχε ήδη «απολάυσει» στις δυο μέρες που πέρασε εκεί πριν έρθει να με παραλάβει στα βόρεια της χώρας. Το τι αντικκρύσαμε νομίζω ήδη το έχει περιγράψει ο Κώστας: μια σκουπιδούπολη με τόνους απορριμάτων στη μέση των δρόμων, ένα τρομερό κυκλοφοριακό χάος, πανβρώμικες οσμές, οχετούς, άσχημα κτίρια και το κέντρο της πόλης να είναι ένα απέραντο τσαντίρι με συνθήκες φτώχειας και –κυρίως- υγιεινής αντίστοιχες με αυτές των φτωχότερων χωρών του πλανήτη. Επειδή έχω πάει μάλιστα σε μερικές από τις στατιστικά φτωχότερες και τη φτωχότερη αυτών (Δημοκρατία του Νίγηρα), ανακηρύσσω την πρωτεύουσα της Αϊτής ως τη χειρότερη που έχω δει παγκοσμίως, αλλά καόμη κι έτσι ήταν μια εμπειρία και ως εκ τούτου δε μετανιώνω που την έζησα και σε κάποιο βαθμό την ανέμενα.
Αυτό που δεν ήταν αναμενόμενο ήταν... η αδυναμία εξόδου από την πόλη. Ο Κώστας επέμενε να χρησιμοποιήσουμε το καταραμένο GPS του, το οποίο θα μας έβγαζε νοτίως από την πόλη. Αυτό το επάρατο μηχάνημα όμως έδειχνε στενά τα οποία δεν υπήρχαν και δεν αργήσαμε να καταλάβουμε το γιατί: τα κτίρια/παραπήγματα που κάποτε δημιουργούσαν αυτή την υποτυπώδη πόλη πλέον δεν υπήρχαν, είχε φροντίσει ο Εγκέλαδος γι’ αυτό. Η όλη εμπειρία ήταν σουρεαλιστική: σε 50 μέτρα στρίψτε αριστερά, έλεγε το GPS, αλλά επί 200 μέτρα αριστερά μας υπήρχαν μόνο τόνοι σκουπιδιών. Προχωρήστε ευθεία για 500 μέτρα... ΟΚ, αλλά στα διακόσια μέτρα βρεθήκαμε να διασχίζουμε ένα ποτάμι βάθους μισού μέτρου με λύματα και σκουπίδια, με τους απορημένους ντόπιους να μας κοιτούν από χαλάσματα σπιτιών ή τις σκηνές τους. Κανένας δρόμος δεν ήταν παράλληλος, τα κτίρια πλέον ήταν χαλάσματα, ουσιαστικά στίβες από πέτρες και τούβλα και ήταν εμφανές πως μπαίναμε όλο και σε χειρότερες περιοχές. Δυο λευκοί μέσα σε ένα τζιπ να διασχίζουν περιοχές ανείπωτης φτώχειας περνώντας μέσα από μια χωματερή η οποία κατά το GPS ήταν λεωφόρος (!), μάλλον δεν αποτελούσαν και ευπρόσδεκτο θέαμα. «Δεν παρατάμε το GPS να ρωτήσουμε κανέναν άνθρωπο ρε Κώστα;» ρώτησα εγώ που δεν τα πολυπιστεύω τα μαραφέτια. «Μα τι λες, GPS είναι, δεν κάνει λάθος!», απάντησε ο γκατζετάκιας οδηγός, ακλόνητα πιστός σε ένα διβολικό μηχάνημα που σε κάθε στροφή μας έβγαζε ακόμη πιο λάθος. Κάναμε zoom out κάθε τόσο για να έχουμε μια πιο γενική άποψη του πού στο διάολο βρισκόμαστε σε σχέση με τη νότια έξοδο της πόλης... αλλά μάταια, κάθε φορά βρισκόμασταν όλο και πιο χαμένοι σε ένα λαβύρινθο από ερείπια, σκουπίδια και αμέτρητους άστεγους.
Ο ήλιος άρχισε να πέφτει και διέξοδος δε διαφαινόταν πουθενά. Ο στόχος πλέον δεν ήταν να φτάσουμε στο Jacmel, ούτε καν να βγούμε από το Port Au Prince, αλλά τουλάχιστον να βρεθούμε σε μια περιοχή με κάποιο κατάλυμα ή ίχνος πολιτισμού γιατί δε νομίζω να τη βγάζαμε τη νύχτα διανυκτερεύοντας μέσα στο τζιπ σε ένα από τα χειρότερα κομμάτια μιας πόλης γνωστής για την εγκληματικότητα και την ανέχειά της. Αποφάσισα δημοκρατικά να «προσλάβω» ένα μηχανάκι για να μας δείξει την έξοδο. Βρήκα έναν τύπο σε μοτοσικλέτα, ακόμη θυμάμαι ότι του πρότεινα στα φοβερά Γαλλικά μου να προπορευτεί δείχνοντάς μας την έξοδο για ένα ποσό σε gourdes και το μικρό χάος μέχρι να συνεννοηούμε για το σε ποιο νόμισμα συζητάμε... Α, αυτό δε σας το είπα... Στην Αϊτή το θέμα χρήματα είναι τουλάχιστον περίπλοκο: Επισήμως το νόμισμα της χώρας είναι η γούρδα (έτσι νομίζω λέγεται στα Ελληνικά, με ), η οποία ιστορικά ήταν δεμένη με το δολλάριο σε αναλογία ένα προς πέντε. Μετά όμως υιοθετήθηκε το Αϊτινό δολάριο (Η$), του οποίου η ισοτιμία με το αμερικάνικο δολλάριο είναι κυμαινόμενη, ενώ ταυτόχρονα ο κόσμος συχνά αναφέρεται στις τιμές σε όρους αμερικάνικων δολλαρίων. Δηλαδή ένα χαρτονόμισμα 100HTG στην πραγματικότητα είναι 20Η$ και άλλη ισοτιμία σε δολάριο, ενώ αν πέσεις σε κάποιον ευσεβούς ηλικίας ενδεχομένως να αναφέρεται καις την παλαιότερη ισοτιμία του δολαρίου... Το μπάχαλο είναι ατέλειωτο, αφού κάποια προϊόντα αναφέρονται σε γούρδες, άλλα σε Αϊτινά δολάρια, άλλα σε παλιές γούρδες κι άλλα σε αμερικάνικα δολάρια. Μπερδευτήκατε; Κι εγώ, ειδικά μετά τη δύση του ηλίου, μιλώντας από το παράθυρο ενός τζιπ (σιγά μην έβγαινα έξω) σε ένα τύπο που φορούσε κράνος (και άρα δεν μπορούσα να διαβάσω τα χείλη του) σε συνθήκες πλήρους χάους. Τέλος πάντων συνεννοηθήκαμε και ο άνθρωπος μετά από ατέλειτα ζιγκ ζαγκ και περίπου 45 λεπτά οδήγησης ανάμεσα σε πρώην δρόμους, μας έβγαλε σε έναν ας τον πούμε δρόμο που είχε άσφαλτο και ήταν σαφές πως οδηγούσε προς τα νότια. Τον ευχαριστήσαμε και ήταν τα χρησιμότερα πέντε δολάρια (αμερικάνικα, όχι από τα άλλα τα μπερδεψουά) που ξόδεψα στο ταξίδι.
Χαρούμενοι ότι επιτέλους βγαίνουμε από την πόλη είδαμε το GPS να μας ανακοινώνει ότι σε τρεις ωρίστες θα ήμασταν στο πολυπόθητο Jacmel, μακριά από το Πορτ-ο-Πρενς... Αμ δε! Ο δρόμος δεν είχε φωτισμό και στη συνέχεια... δεν είχε άσφαλτο, ενώ λίγο πιο κάτω δεν είχε και δρόμο η κατηφόρα... Καταλήξαμε να διασχίζουμε ένα δάσος, να περνάμε μια γέφυρα που –με τος κοτάδι να είναι απόλυτο- παραλίγο να τη χάσουμε αντελώς, η βενζίνη τελείωνε, δεν είχαμε ιδέα αν πηγαίναμε σωστά, εγώ άρχισα να βρίζω όλα τα GPS αυτού του πλανήτη και των υπόλοιπων διαγαλαξιακών συστημάτων και βρεθήκαμε να κάνουμε... πίσω ολοταχώς προς το Port Au Prince ψάχνοντας κατάλυμα στις 11 το βράδυ...
Βρήκαμε ένα εξωτερικά πολυτελές ξενοδοχείο σε μια πολύ καλή γειτονιά, αλλά ο ρεσεψιονίστ μου είπε πως το κρεβάτι κόστιζε... 200 δολάρια. Ναι αμερικάνικα, τρεις φορές τον ρώτησα, μέχρι που με πέρασε για τελείως ηλίθιο και έβγαλε δυο πράσινα κατοστάρικα και μου τα κούνησε λέγοντας «this is American dollar!”. Συνεχίσαμε ψάχνοντας έστω έναν οίκο ανοχής, χρησιμοποιώντας και τον οδηγό, ρωτώντας από εδώ, και λίγο πιο κάτω και κάπου παραπέρα, στους λόφους της πρωτεύουσας όπου έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτες φωτιές, αφού οι άποροι και άστεγοι τις χρειάζονταν για να ζεσταθούν για το βράδυ, καθώς στους λόφους κάνει κρύο. Με τα πολλά βρήκαμε ένα μέρος μέσα στα σκοτάδια σε ένα προάστιο ονόματι Kenscoff. Το κατάλυμα λεγόταν Florville, η καλή κυρία μας έδωσε ένα δωμάτιο στο υπόγειο υπερτιμημένο στα 80$, αλλά ήταν ασφαλές, είχε πάνρκινγκ και... παρότι μεσάνυχτα ΄και η κουζίνα είχε κλείσει η κυρία μας είπε ότι απέμεναν δυο πιάτα κοτόπουλο που θα μπορούσε να ζεστάνει που μας φάνηκαν γκουρμέ με την πείνα που είχαμε όλη μέρα, οι δε δυο ολόκληρες Coca Cola εμοιαζαν νέκταρ. Πέσαμε για ύπνο κατάκοποι, αλλά ευτυχείς: δεν μείναμε στο δρόμο, δεν μας επιτέθηκε κανείς, δεν είχαμε κολλήσει χολέρα ακόμη, και την επομένη ίσως καταφέρναμε να βγούμε από την καταραμενη πρωτεύουσα. Αυτή είναι η Αϊτή, μια χώρα όπου το απλό φαντάζει κατόρθωμα.
Εκεί όπου κόλλησε το αμάξι... (όπου βλέπετε σάπια ποιότητα φωτογραφίας προφανώς είναι δική μου, η προηγούμενη που ήταν καλή ήταν του Κώστα).
Κάνοντας αναστροφή με βαριά καρδιά.
Υπό το βλέμμα των ανέκφραστων ντόπιων που δεν καταλάβαμε πού πήγαιναν.
Α) θα ήμασταν μόνοι μας
Β) η διαδρομή για εκεί θα ήταν περιπέτεια από μόνη της
Αυτό το Β) μάλλον το υποτιμήσαμε... Ο δρόμος άρχισε να ανεβαίνει, αλλά πια δεν ήταν δρόμος. Ήταν ένα μονοπάτι από μεγάλες και κάτασπρες κοτρώνες και το τζιπ άρχισε να τρίζει επικίνδυνα. Έτριζε που έτριζε δηλαδή ακόμη και πάνω στην άσφαλτο, έτριζε στους χωματόδρομους, αλλά πάνω στις κοτρώνες ένιωθες να ταρακουνιέσαι συθέμελα και κάθε δυο μέτρα ανησυχούσαμε ότι κάποιος από τους ήχους σήμαινε ότι έσπασε ο άξονας. Ο καιρός βέβαια ήταν συνεργάσιμος, αν και τα σύννεφα και το απρόβλεπτο της Καραϊβικής υπονοούσαν ότι σε περίπτωση βροχής θα μέναμε στη λάσπη. Η θέα των βουνών εήταν όμορφη κι όσο ανεβαίναμε σε υψόμετρο, συνέχεια δηλαδή, είχαμε όλο και καλύτερη θέα της κοιλάδας από κάτω μας. Το πιο ανησυχητικό όμως ήταν πως δεν υπήρχε πουθενά πολιτισμός: δεν υπήρχαν οικισμοί, σπίτια, μποστάνια... κάτι; Για ταμπέλες δεν το συζητώ καν, αλλά με δεδομένο πως μόνο ένα μονοπάτι υπήρχε, δεν μπορούσαμε να πηγαίνουμε και λάθος. Φυσικά δεν είδαμε κανένα όχημα σε όλη τη διαδρομή και οι μόνοι άνθρωποι που αντικρύσαμε ήταν δυο μικρές ομάδες ανθρώπων που κουβαλούσαν ξύλα για μαγείρεμα και κάποιους κουβάδες με νερό, ένας Θεός ξέρει για πόσες ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο. Αναρωτήθηκα πού να μένουν αφού σε ακτίνα χιλιομέτρων δεν υπήρχε το παραμικρό παράπηγμα. Η περπατούσαν για ώρες ή έμεναν σε σπηλιές, με τις δυο επιλογές να φαίνονται εξίσου αξιολύπητες, μεγάλη ταλαιπωρία και προφωνώς καθημερινή...
Το μονοπάτι έγινε ακόμη χειρότερο... Είπα στον Κώστα να κάνουμε αναστροφή, δε βλέπαμε φως στο τούνελ και σε περίπτωση βλάβης θα μέναμε εκεί, στη μέση του πουθενά χωρίς φαγητό, χωρίς νερό, χωρίς σήμα τηλεφώνου και χωρίς άνθρωπο ή πολιτισμό σε ορατή απόσταση, υπολόγισα πως το κοντινότερο/τελευταίο χωριό που είχαμε δει πρέπει να ήταν περίπου δυόμιση ώρες περπάτημα. Ο Κώστας επέμεινε να συνεχίσουμε «ίσως είμαστε κοντά, κρίμα να τα παρατήσουμε τώρα», αλλά μετά από μισή ώρα κι ελάχιστα χιλιόμετρα (σε καμία περίπτωση δεν πηγαίναμε με περισσότερα από 15χλμ/ώρα, το τερέν και η κατάσταση του τζιπ δεν το επέτρεπαν) η θλιβερή απόφαση να κάνουμε αναστροφή πάρθηκε. Το off the beaten track highlight του ταξιδιού μας εγκαταλείφθηκε, προς μέγιστη απογοήτευση. Τουλάχιστον μας έμειναν μερικές φωτογραφίες από τα ελάχιστα όμορφα τοπία της διαδρομής, τα οποία φαντάζομαι ελάχιστοι ταξιδιώτες στον κόσμο έχουν δει.
Τουλάχιστον επειδή ήταν σχετικά νωρίς, ελπίζαμε ότι θα κερδίζαμε χρόνο και θα καταφέρναμε να κατευθυνθούμε προς και να διανυκτερεύσουμε στο Jacmel, μια πόλη με αποικιακή αρχιτεκτονική και έντονη καλλιτεχνική ζωή νοτίως του Port Au Prince, το οποίο και θα προσπερνούσαμε... ή έτσι νομίζαμε...
Για να μη σας τα πολυλογώ, δεν καταφέραμε να βρούμε το δρόμο που περνούσε έξω από την πρωτεύουσα και όταν το διαπιστώσαμε ήταν λίγο αργά. Πήραμε τη λάθος απόφαση να κατευθυνθούμε μέσω Port Au Prince στον προορισμό μου, άλλωστε θα ήταν και μια ευκαιρία να δω και γω την πρωτεύουσα, έστω και μέσα από το τζιπ, αφού ο Κώστας την είχε ήδη «απολάυσει» στις δυο μέρες που πέρασε εκεί πριν έρθει να με παραλάβει στα βόρεια της χώρας. Το τι αντικκρύσαμε νομίζω ήδη το έχει περιγράψει ο Κώστας: μια σκουπιδούπολη με τόνους απορριμάτων στη μέση των δρόμων, ένα τρομερό κυκλοφοριακό χάος, πανβρώμικες οσμές, οχετούς, άσχημα κτίρια και το κέντρο της πόλης να είναι ένα απέραντο τσαντίρι με συνθήκες φτώχειας και –κυρίως- υγιεινής αντίστοιχες με αυτές των φτωχότερων χωρών του πλανήτη. Επειδή έχω πάει μάλιστα σε μερικές από τις στατιστικά φτωχότερες και τη φτωχότερη αυτών (Δημοκρατία του Νίγηρα), ανακηρύσσω την πρωτεύουσα της Αϊτής ως τη χειρότερη που έχω δει παγκοσμίως, αλλά καόμη κι έτσι ήταν μια εμπειρία και ως εκ τούτου δε μετανιώνω που την έζησα και σε κάποιο βαθμό την ανέμενα.
Αυτό που δεν ήταν αναμενόμενο ήταν... η αδυναμία εξόδου από την πόλη. Ο Κώστας επέμενε να χρησιμοποιήσουμε το καταραμένο GPS του, το οποίο θα μας έβγαζε νοτίως από την πόλη. Αυτό το επάρατο μηχάνημα όμως έδειχνε στενά τα οποία δεν υπήρχαν και δεν αργήσαμε να καταλάβουμε το γιατί: τα κτίρια/παραπήγματα που κάποτε δημιουργούσαν αυτή την υποτυπώδη πόλη πλέον δεν υπήρχαν, είχε φροντίσει ο Εγκέλαδος γι’ αυτό. Η όλη εμπειρία ήταν σουρεαλιστική: σε 50 μέτρα στρίψτε αριστερά, έλεγε το GPS, αλλά επί 200 μέτρα αριστερά μας υπήρχαν μόνο τόνοι σκουπιδιών. Προχωρήστε ευθεία για 500 μέτρα... ΟΚ, αλλά στα διακόσια μέτρα βρεθήκαμε να διασχίζουμε ένα ποτάμι βάθους μισού μέτρου με λύματα και σκουπίδια, με τους απορημένους ντόπιους να μας κοιτούν από χαλάσματα σπιτιών ή τις σκηνές τους. Κανένας δρόμος δεν ήταν παράλληλος, τα κτίρια πλέον ήταν χαλάσματα, ουσιαστικά στίβες από πέτρες και τούβλα και ήταν εμφανές πως μπαίναμε όλο και σε χειρότερες περιοχές. Δυο λευκοί μέσα σε ένα τζιπ να διασχίζουν περιοχές ανείπωτης φτώχειας περνώντας μέσα από μια χωματερή η οποία κατά το GPS ήταν λεωφόρος (!), μάλλον δεν αποτελούσαν και ευπρόσδεκτο θέαμα. «Δεν παρατάμε το GPS να ρωτήσουμε κανέναν άνθρωπο ρε Κώστα;» ρώτησα εγώ που δεν τα πολυπιστεύω τα μαραφέτια. «Μα τι λες, GPS είναι, δεν κάνει λάθος!», απάντησε ο γκατζετάκιας οδηγός, ακλόνητα πιστός σε ένα διβολικό μηχάνημα που σε κάθε στροφή μας έβγαζε ακόμη πιο λάθος. Κάναμε zoom out κάθε τόσο για να έχουμε μια πιο γενική άποψη του πού στο διάολο βρισκόμαστε σε σχέση με τη νότια έξοδο της πόλης... αλλά μάταια, κάθε φορά βρισκόμασταν όλο και πιο χαμένοι σε ένα λαβύρινθο από ερείπια, σκουπίδια και αμέτρητους άστεγους.
Ο ήλιος άρχισε να πέφτει και διέξοδος δε διαφαινόταν πουθενά. Ο στόχος πλέον δεν ήταν να φτάσουμε στο Jacmel, ούτε καν να βγούμε από το Port Au Prince, αλλά τουλάχιστον να βρεθούμε σε μια περιοχή με κάποιο κατάλυμα ή ίχνος πολιτισμού γιατί δε νομίζω να τη βγάζαμε τη νύχτα διανυκτερεύοντας μέσα στο τζιπ σε ένα από τα χειρότερα κομμάτια μιας πόλης γνωστής για την εγκληματικότητα και την ανέχειά της. Αποφάσισα δημοκρατικά να «προσλάβω» ένα μηχανάκι για να μας δείξει την έξοδο. Βρήκα έναν τύπο σε μοτοσικλέτα, ακόμη θυμάμαι ότι του πρότεινα στα φοβερά Γαλλικά μου να προπορευτεί δείχνοντάς μας την έξοδο για ένα ποσό σε gourdes και το μικρό χάος μέχρι να συνεννοηούμε για το σε ποιο νόμισμα συζητάμε... Α, αυτό δε σας το είπα... Στην Αϊτή το θέμα χρήματα είναι τουλάχιστον περίπλοκο: Επισήμως το νόμισμα της χώρας είναι η γούρδα (έτσι νομίζω λέγεται στα Ελληνικά, με ), η οποία ιστορικά ήταν δεμένη με το δολλάριο σε αναλογία ένα προς πέντε. Μετά όμως υιοθετήθηκε το Αϊτινό δολάριο (Η$), του οποίου η ισοτιμία με το αμερικάνικο δολλάριο είναι κυμαινόμενη, ενώ ταυτόχρονα ο κόσμος συχνά αναφέρεται στις τιμές σε όρους αμερικάνικων δολλαρίων. Δηλαδή ένα χαρτονόμισμα 100HTG στην πραγματικότητα είναι 20Η$ και άλλη ισοτιμία σε δολάριο, ενώ αν πέσεις σε κάποιον ευσεβούς ηλικίας ενδεχομένως να αναφέρεται καις την παλαιότερη ισοτιμία του δολαρίου... Το μπάχαλο είναι ατέλειωτο, αφού κάποια προϊόντα αναφέρονται σε γούρδες, άλλα σε Αϊτινά δολάρια, άλλα σε παλιές γούρδες κι άλλα σε αμερικάνικα δολάρια. Μπερδευτήκατε; Κι εγώ, ειδικά μετά τη δύση του ηλίου, μιλώντας από το παράθυρο ενός τζιπ (σιγά μην έβγαινα έξω) σε ένα τύπο που φορούσε κράνος (και άρα δεν μπορούσα να διαβάσω τα χείλη του) σε συνθήκες πλήρους χάους. Τέλος πάντων συνεννοηθήκαμε και ο άνθρωπος μετά από ατέλειτα ζιγκ ζαγκ και περίπου 45 λεπτά οδήγησης ανάμεσα σε πρώην δρόμους, μας έβγαλε σε έναν ας τον πούμε δρόμο που είχε άσφαλτο και ήταν σαφές πως οδηγούσε προς τα νότια. Τον ευχαριστήσαμε και ήταν τα χρησιμότερα πέντε δολάρια (αμερικάνικα, όχι από τα άλλα τα μπερδεψουά) που ξόδεψα στο ταξίδι.
Χαρούμενοι ότι επιτέλους βγαίνουμε από την πόλη είδαμε το GPS να μας ανακοινώνει ότι σε τρεις ωρίστες θα ήμασταν στο πολυπόθητο Jacmel, μακριά από το Πορτ-ο-Πρενς... Αμ δε! Ο δρόμος δεν είχε φωτισμό και στη συνέχεια... δεν είχε άσφαλτο, ενώ λίγο πιο κάτω δεν είχε και δρόμο η κατηφόρα... Καταλήξαμε να διασχίζουμε ένα δάσος, να περνάμε μια γέφυρα που –με τος κοτάδι να είναι απόλυτο- παραλίγο να τη χάσουμε αντελώς, η βενζίνη τελείωνε, δεν είχαμε ιδέα αν πηγαίναμε σωστά, εγώ άρχισα να βρίζω όλα τα GPS αυτού του πλανήτη και των υπόλοιπων διαγαλαξιακών συστημάτων και βρεθήκαμε να κάνουμε... πίσω ολοταχώς προς το Port Au Prince ψάχνοντας κατάλυμα στις 11 το βράδυ...
Βρήκαμε ένα εξωτερικά πολυτελές ξενοδοχείο σε μια πολύ καλή γειτονιά, αλλά ο ρεσεψιονίστ μου είπε πως το κρεβάτι κόστιζε... 200 δολάρια. Ναι αμερικάνικα, τρεις φορές τον ρώτησα, μέχρι που με πέρασε για τελείως ηλίθιο και έβγαλε δυο πράσινα κατοστάρικα και μου τα κούνησε λέγοντας «this is American dollar!”. Συνεχίσαμε ψάχνοντας έστω έναν οίκο ανοχής, χρησιμοποιώντας και τον οδηγό, ρωτώντας από εδώ, και λίγο πιο κάτω και κάπου παραπέρα, στους λόφους της πρωτεύουσας όπου έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτες φωτιές, αφού οι άποροι και άστεγοι τις χρειάζονταν για να ζεσταθούν για το βράδυ, καθώς στους λόφους κάνει κρύο. Με τα πολλά βρήκαμε ένα μέρος μέσα στα σκοτάδια σε ένα προάστιο ονόματι Kenscoff. Το κατάλυμα λεγόταν Florville, η καλή κυρία μας έδωσε ένα δωμάτιο στο υπόγειο υπερτιμημένο στα 80$, αλλά ήταν ασφαλές, είχε πάνρκινγκ και... παρότι μεσάνυχτα ΄και η κουζίνα είχε κλείσει η κυρία μας είπε ότι απέμεναν δυο πιάτα κοτόπουλο που θα μπορούσε να ζεστάνει που μας φάνηκαν γκουρμέ με την πείνα που είχαμε όλη μέρα, οι δε δυο ολόκληρες Coca Cola εμοιαζαν νέκταρ. Πέσαμε για ύπνο κατάκοποι, αλλά ευτυχείς: δεν μείναμε στο δρόμο, δεν μας επιτέθηκε κανείς, δεν είχαμε κολλήσει χολέρα ακόμη, και την επομένη ίσως καταφέρναμε να βγούμε από την καταραμενη πρωτεύουσα. Αυτή είναι η Αϊτή, μια χώρα όπου το απλό φαντάζει κατόρθωμα.
Εκεί όπου κόλλησε το αμάξι... (όπου βλέπετε σάπια ποιότητα φωτογραφίας προφανώς είναι δική μου, η προηγούμενη που ήταν καλή ήταν του Κώστα).
Κάνοντας αναστροφή με βαριά καρδιά.
Υπό το βλέμμα των ανέκφραστων ντόπιων που δεν καταλάβαμε πού πήγαιναν.
