GTS
Member
- Μηνύματα
- 7.156
- Likes
- 21.550
Η Αντίγουα δεν είναι μια τυχαία πόλη. Το πλήρες της όνομα είναι Αντίγουα Γουατεμάλα (Παλιά Γουατεμάλα) και ιδρύθηκε το 1543 από τους Ισπανούς κατακτητές διατηρώντας το όνομα Santiago de los Caballeros ως η τρίτη πρωτεύουσα της Γουατεμάλας, ύστερα από δύο αποτυχημένες προσπάθειες. Υπήρξε για 200 χρόνια το διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο των Ισπανικών κτήσεων της Κεντρικής Αμερικής και της επαρχίας Τσιάπας στο νότιο Μεξικό, μιας τεράστιας έκτασης με μεγάλη σημασία για τον Ισπανικό θρόνο. Η πόλη περιβάλλεται από τρία ηφαίστεια, επιβλητικότερο των οποίων είναι το Volcan de Agua, που στέκει απειλητικά πάνω από την πόλη και προκαλεί δέος όταν σηκώνεις το βλέμμα σου προς το νότο, καιρού βοηθούντος, όταν το πανύψηλο ηφαίστειο δεν καλύπτεται από σύννεφα στα 3.766 μέτρα όπου ορθώνεται.
Η πόλη είναι ένα παραμύθι, πασπαλισμένο με ονειρόσκονη. Λιθόστρωτα δρομάκια, καλοφροντισμένα και ανακαινισμένα αποικιακά σπίτια, πολλά εκ των οποίων έχουν μετατραπεί σε εκπληκτικά boutique ξενοδοχεία, με εσωτερικές αυλές και κήπους ολάνθιστους με πολύχρωμα λουλούδια και δέντρα. Διάσπαρτα στη πόλη βρίσκονται δεκάδες μνημεία της ρομαντικής εποχής των Κονκισταδόρων, από εκκλησίες και μοναστήρια, μέχρι τοξοτές αψίδες. Τα σπίτια βαμμένα σε παστέλ χρώματα, παλαιά μαρμάρινα συντριβάνια σε μικρές πλατείες, μπρούτζινα φανάρια στα πεζοδρόμια, μαγαζιά κάθε είδους που σε προκαλούν να τα δεις έστω κι αν δεν θες να ψωνίσεις.
Πολλές εκκλησίες, μαγικές με τον περίτεχνο εξωτερικό διάκοσμό τους, στέκουν ημιερειπωμένες, συνέπεια πολλών καταστροφικών σεισμών, που τελικά οδήγησαν τους Ισπανούς να μεταφέρουν την πρωτεύουσα στη σημερινή της θέση, εκεί που βρίσκεται η θλιβερή Guatemala city, με το όνομα Nueva Guatemala de la Asuncion (Νέα Γουατεμάλα της Αναλήψεως).
Η φωτογραφική μας μηχανή έχει πάρει φωτιά, στεκόμενοι σε κάθε βήμα να φωτογραφίζουμε και να ρουφάμε τις πανέμορφες εικόνες που ξετυλίγονταν μπροστά μας. Η κεντρική πλατεία της πόλης, υπέροχη κι αυτή αλλά ομολογουμένως όχι όπως η μεγαλειώδης κεντρική πλατεία στη Μέριδα, περιβάλλεται από τον καθεδρικό και δύο κυβερνητικά κτίρια, τις πάλαι ποτέ διοικητικές έδρες των Ισπανών κατακτητών, το κυβερνείο και το δημαρχείο. Ο κόσμος στη πλατεία είναι αρκετός, ένα μείγμα ντόπιων πολλοί από τους οποίους είναι ξεκάθαρα απευθείας απόγονοι των Μάγιας, με τις πολύχρωμες φορεσιές τους και τουριστών, κυρίως ώριμης ηλικίας Αμερικάνων. Στο κέντρο της πλατείας, ένα όμορφο συντριβάνι με σκαλιστές γυναικείες μορφές να κρατούν τα στήθη τους ολοκληρώνει την όμορφη εικόνα ανάμεσα σε μεγάλα δέντρα που χαρίζουν απλόχερα τη σκιά τους για τον κουρασμένο επισκέπτη που θέλει να απολαύσει τα αρχιτεκτονικά κομψοτεχνήματα που περιβάλλουν την πλατεία καθήμενος σε ένα παγκάκι.
Πρώτη μας στάση είναι σε ένα καφέ σε έναν από τους πλαϊνούς δρόμους της πλατείας, σε ένα κτίριο με μια πανέμορφη εσωτερική αυλή. Ο καφές είναι πολύ καλός, αρωματικός και δυνατός, ενώ τα πελώρια κέικ που με λαιμαργία λιμπιζόμουν, εντελώς αδιάφορα και σαν αφρός στη γεύση. Συνεχίζουμε δυτικά, επισκεπτόμενοι κι άλλες εκκλησίες στο δρόμο μας, άλλες ερειπωμένες, άλλες ανακαινισμένες, ρίχνοντας συνεχώς ματιές προς το επιβλητικό ηφαίστειο, όντας και τυχεροί που λόγω καιρού το βλέπουμε ξεκάθαρα να στέκεται από πάνω μας, έτσι πελώριο που είναι. Φτάνοντας στο δυτικό άκρο της παλιάς πόλης, μπαίνουμε στην υπαίθρια αγορά που φιλοξενείται εκεί, αγοράζοντας και μερικά φρεσκοκομμένα μάνγκο για τη λιγούρα. Ως λάτρεις κι οι δυο των υπαίθριων λαϊκών αγορών, περιπλανόμαστε για αρκετή ώρα ρουφώντας εικόνες και μυρωδιές, απολαμβάνοντας το κομφούζιο και την πολυκοσμία.
Επιστρέφοντας από άλλη διαδρομή, θαυμάζουμε τα κτίρια, τις πόρτες, τις αυλές τους, όλα βγαλμένα από όνειρο, ένα αποικιακό ισπανο-αμερικανικό μυθιστόρημα. Η πόλη είναι σαν ψεύτικη, αλλά και πολύ αληθινή. Είναι ίσως η ωραιότερη πόλη που έχω επισκεφθεί, η πόλη που με μάγεψε όσο καμία άλλη.
Απογευματάκι και βρισκόμαστε στο δωμάτιο για λίγη ξεκούραση και φρεσκάρισμα και ξανά έξω με το σούρουπο. Η πόλη φαντάζει διαφορετική σε σχέση με τον λαμπρό ήλιο του μεσημεριού, βάφεται σε πορτοκαλί αποχρώσεις, τα φώτα ανάβουν στα περίτεχνα φανάρια και τα ερειπωμένα μοναστήρια και εκκλησίες αποκτούν μια απόκοσμη όψη, απειλητική, μυστηριώδη. Την προσοχή μας τραβάει ένας φωτισμένος μέσα στη νύχτα σταυρός, μπαίνουμε σε μια αυλή που φωτίζεται διακριτικά και σε μία μικρή εκκλησία με πανέμορφο διάκοσμο, σαν παρεκκλήσι στο μέγεθος, όπου ντόπιοι είχαν μαζευτεί και προσεύχονταν. Ήταν μία από εκείνες τις μαγικές στιγμές που ζεις αναπάντεχα σε ένα ταξίδι, μακριά από τους οδηγούς και τα κυρίως αξιοθέατα, μαγεία στην οποία συνετέλεσε οπωσδήποτε η σκοτεινιά της νύχτας, το μισοφέγγαρο στον έναστρο ουρανό και τα υποβλητικά φωτισμένα αποικιακά μνημεία, τόσο ζωντανά όμως που περίμενες καπουτσίνους και καθολικές μοναχές του 17ου αιώνα να σε προϋπαντήσουν. Τα νυχτερινά μαγαζιά στη πόλη είναι καλόγουστα, εστιατόρια, μπαράκια, winebars, όλα είναι ένα κι ένα, πουθενά κάτι κακόγουστο, κάτι παράταιρο με την αποικιακή συμφωνία της πόλης. Αποφασίζουμε να δειπνήσουμε σε ένα εστιατόριο με μια υπέροχη εσωτερική αυλή, με τα μπαλκόνια πάνω μας όπου κάποτε κάθονταν δέσποινες συζητώντας και χαχανίζοντας. Διαλέξαμε να φάμε σπέσιαλ φιλέτα κρέατος, άριστα ψημένα, για τα οποία φημίζεται η Γουατεμάλα και αφού τα συνοδέψαμε με ένα καλό κόκκινο κρασί, γυρίσαμε στο φτωχικό μας κατάλυμα, το οποίο έπρεπε να αποχαιρετίσουμε την επομένη.
Η πόλη είναι ένα παραμύθι, πασπαλισμένο με ονειρόσκονη. Λιθόστρωτα δρομάκια, καλοφροντισμένα και ανακαινισμένα αποικιακά σπίτια, πολλά εκ των οποίων έχουν μετατραπεί σε εκπληκτικά boutique ξενοδοχεία, με εσωτερικές αυλές και κήπους ολάνθιστους με πολύχρωμα λουλούδια και δέντρα. Διάσπαρτα στη πόλη βρίσκονται δεκάδες μνημεία της ρομαντικής εποχής των Κονκισταδόρων, από εκκλησίες και μοναστήρια, μέχρι τοξοτές αψίδες. Τα σπίτια βαμμένα σε παστέλ χρώματα, παλαιά μαρμάρινα συντριβάνια σε μικρές πλατείες, μπρούτζινα φανάρια στα πεζοδρόμια, μαγαζιά κάθε είδους που σε προκαλούν να τα δεις έστω κι αν δεν θες να ψωνίσεις.
Πολλές εκκλησίες, μαγικές με τον περίτεχνο εξωτερικό διάκοσμό τους, στέκουν ημιερειπωμένες, συνέπεια πολλών καταστροφικών σεισμών, που τελικά οδήγησαν τους Ισπανούς να μεταφέρουν την πρωτεύουσα στη σημερινή της θέση, εκεί που βρίσκεται η θλιβερή Guatemala city, με το όνομα Nueva Guatemala de la Asuncion (Νέα Γουατεμάλα της Αναλήψεως).
Η φωτογραφική μας μηχανή έχει πάρει φωτιά, στεκόμενοι σε κάθε βήμα να φωτογραφίζουμε και να ρουφάμε τις πανέμορφες εικόνες που ξετυλίγονταν μπροστά μας. Η κεντρική πλατεία της πόλης, υπέροχη κι αυτή αλλά ομολογουμένως όχι όπως η μεγαλειώδης κεντρική πλατεία στη Μέριδα, περιβάλλεται από τον καθεδρικό και δύο κυβερνητικά κτίρια, τις πάλαι ποτέ διοικητικές έδρες των Ισπανών κατακτητών, το κυβερνείο και το δημαρχείο. Ο κόσμος στη πλατεία είναι αρκετός, ένα μείγμα ντόπιων πολλοί από τους οποίους είναι ξεκάθαρα απευθείας απόγονοι των Μάγιας, με τις πολύχρωμες φορεσιές τους και τουριστών, κυρίως ώριμης ηλικίας Αμερικάνων. Στο κέντρο της πλατείας, ένα όμορφο συντριβάνι με σκαλιστές γυναικείες μορφές να κρατούν τα στήθη τους ολοκληρώνει την όμορφη εικόνα ανάμεσα σε μεγάλα δέντρα που χαρίζουν απλόχερα τη σκιά τους για τον κουρασμένο επισκέπτη που θέλει να απολαύσει τα αρχιτεκτονικά κομψοτεχνήματα που περιβάλλουν την πλατεία καθήμενος σε ένα παγκάκι.
Πρώτη μας στάση είναι σε ένα καφέ σε έναν από τους πλαϊνούς δρόμους της πλατείας, σε ένα κτίριο με μια πανέμορφη εσωτερική αυλή. Ο καφές είναι πολύ καλός, αρωματικός και δυνατός, ενώ τα πελώρια κέικ που με λαιμαργία λιμπιζόμουν, εντελώς αδιάφορα και σαν αφρός στη γεύση. Συνεχίζουμε δυτικά, επισκεπτόμενοι κι άλλες εκκλησίες στο δρόμο μας, άλλες ερειπωμένες, άλλες ανακαινισμένες, ρίχνοντας συνεχώς ματιές προς το επιβλητικό ηφαίστειο, όντας και τυχεροί που λόγω καιρού το βλέπουμε ξεκάθαρα να στέκεται από πάνω μας, έτσι πελώριο που είναι. Φτάνοντας στο δυτικό άκρο της παλιάς πόλης, μπαίνουμε στην υπαίθρια αγορά που φιλοξενείται εκεί, αγοράζοντας και μερικά φρεσκοκομμένα μάνγκο για τη λιγούρα. Ως λάτρεις κι οι δυο των υπαίθριων λαϊκών αγορών, περιπλανόμαστε για αρκετή ώρα ρουφώντας εικόνες και μυρωδιές, απολαμβάνοντας το κομφούζιο και την πολυκοσμία.
Επιστρέφοντας από άλλη διαδρομή, θαυμάζουμε τα κτίρια, τις πόρτες, τις αυλές τους, όλα βγαλμένα από όνειρο, ένα αποικιακό ισπανο-αμερικανικό μυθιστόρημα. Η πόλη είναι σαν ψεύτικη, αλλά και πολύ αληθινή. Είναι ίσως η ωραιότερη πόλη που έχω επισκεφθεί, η πόλη που με μάγεψε όσο καμία άλλη.
Απογευματάκι και βρισκόμαστε στο δωμάτιο για λίγη ξεκούραση και φρεσκάρισμα και ξανά έξω με το σούρουπο. Η πόλη φαντάζει διαφορετική σε σχέση με τον λαμπρό ήλιο του μεσημεριού, βάφεται σε πορτοκαλί αποχρώσεις, τα φώτα ανάβουν στα περίτεχνα φανάρια και τα ερειπωμένα μοναστήρια και εκκλησίες αποκτούν μια απόκοσμη όψη, απειλητική, μυστηριώδη. Την προσοχή μας τραβάει ένας φωτισμένος μέσα στη νύχτα σταυρός, μπαίνουμε σε μια αυλή που φωτίζεται διακριτικά και σε μία μικρή εκκλησία με πανέμορφο διάκοσμο, σαν παρεκκλήσι στο μέγεθος, όπου ντόπιοι είχαν μαζευτεί και προσεύχονταν. Ήταν μία από εκείνες τις μαγικές στιγμές που ζεις αναπάντεχα σε ένα ταξίδι, μακριά από τους οδηγούς και τα κυρίως αξιοθέατα, μαγεία στην οποία συνετέλεσε οπωσδήποτε η σκοτεινιά της νύχτας, το μισοφέγγαρο στον έναστρο ουρανό και τα υποβλητικά φωτισμένα αποικιακά μνημεία, τόσο ζωντανά όμως που περίμενες καπουτσίνους και καθολικές μοναχές του 17ου αιώνα να σε προϋπαντήσουν. Τα νυχτερινά μαγαζιά στη πόλη είναι καλόγουστα, εστιατόρια, μπαράκια, winebars, όλα είναι ένα κι ένα, πουθενά κάτι κακόγουστο, κάτι παράταιρο με την αποικιακή συμφωνία της πόλης. Αποφασίζουμε να δειπνήσουμε σε ένα εστιατόριο με μια υπέροχη εσωτερική αυλή, με τα μπαλκόνια πάνω μας όπου κάποτε κάθονταν δέσποινες συζητώντας και χαχανίζοντας. Διαλέξαμε να φάμε σπέσιαλ φιλέτα κρέατος, άριστα ψημένα, για τα οποία φημίζεται η Γουατεμάλα και αφού τα συνοδέψαμε με ένα καλό κόκκινο κρασί, γυρίσαμε στο φτωχικό μας κατάλυμα, το οποίο έπρεπε να αποχαιρετίσουμε την επομένη.
Last edited by a moderator: