Παρίσακτος
Member
- Μηνύματα
- 267
- Likes
- 2.975
Περιεχόμενα
- Κεφάλαιο 1
- Σχεδιασμός Ταξιδιού
- Welcome! Where are you from?
- Άνθρωποι κ Ποντίκια
- Παζάρι, Καρνάκ κ αποχαιρετισμός στα όπλα
- 'Εγκλημα στο Νείλο
- 'Στα Κρεμαστά κ τη Δήλο της Αιγύπτου
- Ο καλός άνθρωπος του Ασουάν
- Εκεί στο Νότο
- Υπάρχουν κροκόδειλοι στον Νείλο;
- Πυραμίδες
- Νεκροπόλεις για ζωντανούς
- Μούμιες
- Στην Αγορά του Αλ-Χαλίλι
- Για σαλάμ θα πει Αλεξάνδρεια
- Απολογισμός - Αρχαιολογικοί Χώροι
- Απολογισμός - Οικισμοί
- Τελικός Απολογισμός
Για σαλάμ θα πει Αλεξάνδρεια
Η Αλεξάνδρεια με υποδέχτηκε με νεροποντή, ούτε δέκα βήματα δεν χρειάστηκε να κάνω από την πόρτα του λεωφορείου μέχρι ένα υπόστεγο κι είχα γίνει μούσκεμα από τα μαλλιά μέχρι τις κάλτσες που μούλιαζαν στα πλημμυρισμένα παπούτσια. Το ούμπερ με άφησε στο χόστελ, όπου διαβάζοντας ένα τοιχοκολλημένο έντυπο που προειδοποιούσε να μην χρησιμοποιείται το ασανσέρ, ανέβηκα με τα πράγματα πέντε ορόφους με τα πόδια.
Φτάνω, δεν χρειάζεται να δώσω όνομα, με περιμένουν καθώς είναι σχετικά αργά. Μέχρι να τακτοποιηθώ παρατηρώ κόσμο να μπαίνει και να βγαίνει κανονικά απ' το ασανσέρ, οπότε μάλλον τσάμπα η ταλαιπωρία· δεν με θέλει η Αλεξάνδρεια, σκέφτομαι. Τη σκέψη αυτή επιβεβαιώνει και το δωμάτιο, που μου φαίνεται κάπως καταθλιπτικό με τα δυο άδεια κρεβάτια, με τον νιπτήρα μες στο δωμάτιο που αναδίδει μια ελαφριά μυρωδιά, χωρίς τουαλέτα (την κοινή του χόστελ έπρεπε να χρησιμοποιήσω). Πεινούσα οπότε βγήκα έξω αφότου είδα από το μπαλκονάκι που έβλεπε και θάλασσα, παρακαλώ, ότι η βροχή είχε κοπάσει, κι έφαγα εκεί γύρω το πιο νόστιμο κοσάρι του ταξιδιού (κόστος μισό ευρώ), ίσως επειδή με θέριζε η πείνα.
Δεν έκανα κάτι άλλο, επέστρεψα στο δωμάτιο, είδα τις επιλογές μου για την επόμενη μέρα, έφτιαξα ένα σχέδιο προγράμματος, και κοιμήθηκα σαν τρυφερό μοσχαράκι.
Την επόμενη μέρα, ετοίμασα τη βαλίτσα, την άφησα στη ρεσεψιόν να μου τη φυλάνε μέχρι το βράδυ που θα έφευγα, και πήγα για πρωινό. Για δυο πιάτα, φαλάφελ –τα νοστιμότερα του ταξιδιού, οκέι, υπάρχει ένα pattern όπως βλέπει κανείς, ό,τι έφαγα στην Αλεξάνδρεια μου φάνηκε το νοστιμότερο του ταξιδιού και σε απίστευτες τιμές– και ρεβύθια ισκαντέρ έδωσα κάτι παραπάνω από ευρώ. Βέβαια την πάτησαν με το τιπ, καθώς τους είχα πει να κρατήσουν ένα άλφα ποσό (τύπου αντί για 25 λίρες 40) και μου έδωσαν άλλα αντ’ άλλων ρέστα, πράγμα που κατάλαβα μισό λεπτό αφότου είχα φύγει, οπότε επέστρεψα για να το επισημάνω. Μου τα δώσανε τα χρήματα σωστά τότε χωρίς κάποια διαφωνία, αλλά πέρα από το μικρό ξενέρωμα ότι μπορεί και να έγινε επίτηδες, εκείνη την ώρα ξεχάστηκα και δεν έχω ιδέα αν τελικά τους άφησα κάτι για τον κόπο τους. Πάντως καλό είναι να είναι προσεκτικός κανείς με τα νομίσματα, καθώς π.χ. το μισόλιρο μοιάζει κάπως με τις πενήντα λίρες, που μοιάζουν και με το πεντόλιρο, γενικά είναι και γνωστό scum αυτό.
Επόμενος σταθμός, και βασικός λόγος για μένα επίσκεψης της Αλεξάνδρειας ήταν το σπίτι του Καβάφη. Ως fanboy ήταν πρώτο στις προτεραιότητές μου, μαζί με τη Βιβλιοθήκη, κι είπα να ξεκινήσω από αυτό τη μέρα.
Εκεί γνώρισα τον Μοχάμεντ, φύλακα του χώρου, κλασική Αραβόφατσα, μουστακαλής και μελαμψός, που άρχισε να μου μιλά σε σχετικά αξιοπρεπή ελληνικά μόλις κατάλαβε την καταγωγή μου. Έκανα μια βόλτα από τα δωμάτια, φωτογράφησα κάθε χώρο του σπιτιού, καθότι απαγορευόταν να βγάλουμε φωτογραφίες, και στο τέλος πιάσουμε μια κουβέντα δίχως τέλος.
Εντάξει, ήταν μάλλον ο αγαπημένος μου Αιγύπτιος, παρόλο που αρκετοί ήταν συμπαθέστατοι. Αυτό που μου έχει μείνει είναι ο τρόπος που χρησιμοποιούσε τα ρήματα (μονίμως στο πρώτο ενικό), με πολλές αθέλητα αστείες στιγμές τύπου «Όταν πέθανα… [ο Καβάφης]». Στο τέλος με ρώτησε από πού είμαι πραγματικά, γιατί «μιλούσα σπαστά» και «μάλλον δεν είμαι από την Ελλάδα». Παρατηρησούλα για τα ελληνικά μου ο Μοχάμεντ, που είχε πεθάνει έξι φορές από την αρχή της κουβέντας μας. Προφανώς μιλούσα αργά, σε σημεία συλλαβιστά, καθώς όποτε ξεχνιόμουν δεν καταλάβαινε Χριστό. Βέβαια, τα μάθαινε από ενδιαφέρον στον ελεύθερό του χρόνου, χωρίς να έχει καταγωγή ή υποχρέωση λόγω θέσης. Όχι, μπράβο του, ο Καβάφης είναι καλό κίνητρο, θαρρώ!
Έπειτα συνέχισα τη βόλτα μου και πήγα στις κατακόμβες. Περιηγήθηκα στον αρχαιολογικό χώρο και, μετά από νουθεσία φύλακα να βγάλω την τελευταία μου φωτογραφία από ψηλά, πριν καταδυθώ στις κατακόμβες (απαγορευτόταν εκεί κάτω γαρ), κατέβηκα τη στριφογυριστή σκάλα στα έγκατα της γης. Αυτός ο φύλακας ήταν Αιγύπτιος από την Αλεξάνδρεια (υποθέτω, δεν πιάσαμε κουβέντα). Αιγύπτιος, γιατί όλο και πλησίαζε εμένα ή άλλους ανύποπτους τουρίστες, επιχειρώντας να τους ξεναγήσει με κάποια ενδεχόμενη απολαβή, και Αλεξανδρινός, γιατί δεν έκανε κάποια άμεση νύξη σε μπαξίς, περίμενε απλώς να φιλοτιμηθείς από μόνος σου. Βέβαια στον παλιμπαιδισμό που με έπιασε εκεί κάτω/μέσα να τρέχω στα σκοτάδια με τον φακό σαν να ανακαλύπτω χαμένος κρύπτες έπαιζε ξεκάθαρα τον ρόλο του μπαμπούλα· μην με πιάσει με την κάμερα. Σερνόμουν σε λαγούμια που κατέληγαν σε μικρά ξέφωτα με αγάλματα να τα πω πτολεμαϊκά (παιδί αρχαιοελληνικού και αιγυπτιακού πολιτισμού αισθητικά – και όχι μόνο), εξερευνούσα οστεοφυλάκια με τον φακό του κινητού αναμμένο για να μην γκρεμιστώ σε καμιά τρύπα. Γενικά το διασκέδασα κι αν είστε κάτω των 12 ετών θα περάσετε κι εσείς αντίστοιχα καλά.
Επιστροφή στην κανονικότητα, αναμονή για ούμπερ συνοδεία του στρατού, το οποίο ούμπερ μου έκανε και μια βόλτα την παραλιακή μέχρι να καταλήξουμε στο Κάιτ Μπέη, στην θέση όπου κάποτε βρισκόταν ο φάρος της Αλεξάνδρειας. Κάτι ήταν κι αυτό. Κάθισα μπροστά στο κάστρο, ακούγοντας πότε Κότσιρα πότε το κύμα που έσκαγε με φόρα στα πλευρά του οχυρώματος, τρώγοντας κιουνεφέ και συζητώντας με έναν πλανόδιο που ήθελε να μου πουλήσει μαγνητάκια. Του είπα εξευτελιστική τιμή, γιατί δεν μου φάνηκαν ιδιαίτερα καλόγουστα, δεν χρειάστηκε πολύ, δέχτηκε, και μετά εγώ δεν μπορούσα να του αρνηθώ. Ας είναι, να προσέχετε λοιπόν, την αρχική σας τιμή.
Αφού γύρισα το κάστρο και πέρασα από τα ημιπλυμμηρισμένα υπόγεια, όπου καθαρίστριες άρχισαν να μου λένε κοινότοπες πληροφορίες τύπου «Αυτό εδώ είναι το πάτωμα του κάστρου… το μπλε έξω από το παράθυρο είναι θάλασσα» περιμένοντας ανταμοιβή για τη στα επίπεδα lonely planet ξενάγησή τους (αυτές μάλλον ήταν Αιγύπτιες αλλά όχι Αλεξανδρινές), πήρα την παραλιακή.
Εδώ να πω ότι η Αλεξάνδρεια από την αρχή του ταξιδιού μού έφερνε στο νου τη Σμύρνη (της Τουρκίας). Πόλεις με σχετικά παρεμφερή πληθυσμό (δεύτερη μεγαλύτερη η μία της Αιγύπτου, τρίτη εκείνη της Τουρκίας), χτισμένη γύρω από έναν κόλπο (σαφώς μεγαλύτερος της Σμύρνης, αλλά η αίσθηση είναι παρόμοια), Μεσόγειος, Ισλάμ, συσχέτιση με κάποιο θαύμα της αρχαιότητας (παρατραβηγμένο, αλλά δική μου η απαρίθμηση, βάζω ό,τι θέλω), παρελθόν με έντονο ελληνικό στοιχείο και κυρίως, έβγαζαν κι οι δυο πόλεις της αίσθηση του ξεπεσμού, μιας πόλης που είχε ζήσει «περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις» και τώρα είχαν παρέλθει οι στιγμές της δόξας τους.
Αν έπρεπε να τη συγκρίνω (δεν πρέπει, αλλά αυτό δεν με εμποδίζει να το κάνω), θα έδινα προβάδισμα στην Αλεξάνδρεια. Κάπως πιο προσεγμένη η παραλιακή της, λίγο περισσότερα τα αξιοθέατα εντός πόλης, συμπαθέστατοι για δεδομένα Αιγύπτου οι άνθρωποί της (όχι συμπαθέστεροι, όμως, από τους Τούρκους).
Κάθισα σε μια ψαροταβέρνα το μεσημέρι, όπου έδειχνες το ψάρι που ήθελες και στο ψήνανε. Πέραν του ψαρικού, πήρα καλαμαράκια, ψωμί και μπαμπαγκανούς, δεν τα κατάφερα όλα, δυστυχώς, κι αυτά που καταβρόχθισα με το κόπο και πείσμα καλά ήταν, και κόστισαν 150 λίρες (ούτε 8 ευρώ). Για το πάφθηνο και νόστιμο φαγητό μίλησα;
Συνέχισα φαγωμένος τη βόλτα μου μέχρι τη βιβλιοθήκη, το άλλο highlight που δεν ήθελα να χάσω. Μοντέρνο κτίριο, φτιαγμένο σε επίπεδα με κεκλιμένες οροφές, ώστε όλοι οι αναγνώστες να μπορούν να διαβάσουν με φυσικό φως. Για τους βιβλιοσκώληκες είναι ονείρωξη η επίσκεψη, για τους υπόλοιπους φαντάζομαι πως θα είναι μια απλή βιβλιοθήκη. Φιλοξενούσε εκθέσεις μοντέρνας τέχνης σε άλλους ορόφους, είχε κάποια σύγχρονα γλυπτά ανά επίπεδο.
Στο πήγαινε αγόρασα εισιτήριο, πήγα να μπω στη βιβλιοθήκη, σεκιουριτάς με στέλνει πίσω γιατί δεν επιτρεπόταν να μπω με τσάντα, αφήνω τσάντα (δωρεάν) σε χώρο φύλαξης, παίρνω μαζί με το νουμεράκι μου ένα τετράδιο κι ένα βιβλίο, ο ίδιος ο σεκιουριτάς μου λέει ότι δεν μπορώ να μπω μέσα με το βιβλίο, το οποίο ήταν στα ελληνικά, του λέω πού να τρέχω τώρα, μου βάζει σφραγιδούλα, ας είναι, σκέφτομαι με μισή καρδιά. Βέβαια μου έμεινε η σφραγίδα, τώρα που το σκέφτομαι ίσως άξιζε να έπαιρνα περισσότερα βιβλία μαζί μου για περισσότερο ενθύμια (το «Ήμουν κι εγώ στην Αλεξάνδρεια» σε στάμπα που θα μόστραραν τα βιβλία αν είχαν ψυχή).
Κάθισα μέχρι να κλείσει και ξεκίνησα να αποτυπώνω κάποιες στιγμές του ταξιδιού, πιο αφαιρετικά ομολογουμένως.
Αποφάσισα να χαλάσω το υπόλοιπο συνάλλαγμά μου σε δωράκια και σε γλυκά· στα γλυκά έφαγα και μια ήττα, γιατί όταν ρώτησα τις τιμές άλλο κατάλαβα από αυτό που ήταν και στο ταμείο αναγκάστηκα να τους πω «Δεν έχω τόσα πάνω μου, δέχεστε με κάρτα;» Δεν δέχονταν. «Ωραία, βγάλτε από το ένα κουτί τόσα ώστε στο σύνολο να βγαίνουν όσα έχω. Άργησαν λίγο, αλλά το κατάλαβαν (δεν μιλούσαν καλά αγγλικά, το οποίο είναι γενικά σημάδι ότι δεν είναι μπαξισομανείς, έτσι να δίνω πού και πού σποραδικά καμιά χρήσιμη συμβουλή). Αυτό ήταν το ανέκδοτο του πώς έμεινα ταπί σε μια φθηνή χώρα. Μετά πήγα κι έβγαλα φάση δύο ευρώ από ΑΤΜ ίσα να έχω (η πιο αστεία ανάληψη που έχω κάνει ποτέ μου), τα οποία και περίσσεψαν πρακτικά (πήρα ένα νερό πριν την πτήση που πρακτικά δεν ήπια).
Μια τελευταία βόλτα στην παραλιακή βράδυ, να σκάει το κύμα και να διαβάζω από το κινητό Καβάφη, μπας και την ακούσω περισσότερο (την ποίηση) στον τόπο που γράφτηκε ή απ’ όπου εμπνεύστηκε ο καλλιτέχνης.
Πήρα τα πραγματάκια μου από το χόστελ, πήρα κι ένα ούμπερ για το αεροδρόμιο κι έτοιμος προς αναχώρηση.
Ε τέτοιο επεισοδιακό ταξίδι δεν γινόταν να μην τελειώσει κι επεισοδιακά. Στο τσεκ ιν παρατηρώ γιαγιούλα σε καροτσάκι αναπηρικό, που συζητούσε με έναν νεότερο άνδρα (μάλλον γιος της), ο οποίος συζητούσε με τον υπάλληλο για κάποιο πρόβλημα μάλλον με τις βαλίτσες. Κάποια στιγμή σε ανύποπτο χρόνο η γιαγιά σηκώνεται από το καροτσάκι (το αναπηρικό), ξαπλώνει κάτω τη μια βαλίτσα, την ανοίγει, ανοίγει και μια σακούλα αεροστεγή κι αρχίζει να μεταφέρει ξεπαγιασμένα κρέατα από τη βαλίτσα στη σακούλα και τούμπαλιν. Έπειτα, το αεροπλάνο άργησε να δεχτεί επιβάτες – ήμουν με την ανησυχία μήπως είμαι σε λάθος σημείο κι ακούσω από τα μεγάφωνα ότι η πτήση μου αναχώρησε χωρίς την αφεντιά μου. Ένας ηλικιωμένος που είχα γνωρίσει πριν το τσεκ ιν είχε ξεχάσει το διαβατήριό του σε μαγαζί του αεροδρομίου και το κατάλαβε μόλις μπήκε στο λεωφορειάκι του αεροδρομίου, οπότε είχε τρεχάματα.
Κι όταν, τελικά, πάω να βρω τη θέση μου στο σκάφος, βλέπω άλλον επιβάτη, ο οποίος κάθεται δίπλα σε βαλίτσες. Μου δίνει τη θέση του (μου, για την ακρίβεια), η αεροσυνοδός βλέπει έξαλλη σε κάποιο της πέρασμα τις βαλίτσες που στοιβάζονταν στο πλάι μου (γιατί δεν χωρούσαν πάνω), «Αυτό δεν υπάρχει περίπτωση να μείνει εκεί», λέει έξαλλη και τρέχει φουριόζα στο μπροστινό μέρος του αεροσκάφους. Ε μια χαρά περίπτωση αποδείχτηκε ότι υπήρχε κι ούτε μια νύξη δεν ξανάγινε από τότε. Ξεκινά η απογείωση, κάποιοι αποφασίζουν να πάρουν τηλέφωνο μέχρι που τρώνε παρατήρηση απαυδισμένης αεροσυνοδού. Δεν περίμενα πιο ταιριαστό κλείσιμο.
Όπως ήμουν στον αέρα, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, διάβασα άλλη μία το Απολείπειν ο θεός Αντώνιον, το βρήκα ταιριαστό αποχαιρετισμό:
Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος,
σὰν ποῦ ταιριάζει σε ποῦ ἀξιώθηκες μιὰ τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερὰ πρὸς τὸ παράθυρο,
κι ἄκουσε μὲ συγκίνησιν, ἀλλ’ ὄχι
μὲ τῶν δειλῶν τὰ παρακάλια καὶ παράπονα,
ὡς τελευταία ἀπόλαυσι τοὺς ἤχους,
τὰ ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου,
κι ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποῦ χάνεις.
Η Αλεξάνδρεια με υποδέχτηκε με νεροποντή, ούτε δέκα βήματα δεν χρειάστηκε να κάνω από την πόρτα του λεωφορείου μέχρι ένα υπόστεγο κι είχα γίνει μούσκεμα από τα μαλλιά μέχρι τις κάλτσες που μούλιαζαν στα πλημμυρισμένα παπούτσια. Το ούμπερ με άφησε στο χόστελ, όπου διαβάζοντας ένα τοιχοκολλημένο έντυπο που προειδοποιούσε να μην χρησιμοποιείται το ασανσέρ, ανέβηκα με τα πράγματα πέντε ορόφους με τα πόδια.
Φτάνω, δεν χρειάζεται να δώσω όνομα, με περιμένουν καθώς είναι σχετικά αργά. Μέχρι να τακτοποιηθώ παρατηρώ κόσμο να μπαίνει και να βγαίνει κανονικά απ' το ασανσέρ, οπότε μάλλον τσάμπα η ταλαιπωρία· δεν με θέλει η Αλεξάνδρεια, σκέφτομαι. Τη σκέψη αυτή επιβεβαιώνει και το δωμάτιο, που μου φαίνεται κάπως καταθλιπτικό με τα δυο άδεια κρεβάτια, με τον νιπτήρα μες στο δωμάτιο που αναδίδει μια ελαφριά μυρωδιά, χωρίς τουαλέτα (την κοινή του χόστελ έπρεπε να χρησιμοποιήσω). Πεινούσα οπότε βγήκα έξω αφότου είδα από το μπαλκονάκι που έβλεπε και θάλασσα, παρακαλώ, ότι η βροχή είχε κοπάσει, κι έφαγα εκεί γύρω το πιο νόστιμο κοσάρι του ταξιδιού (κόστος μισό ευρώ), ίσως επειδή με θέριζε η πείνα.
Δεν έκανα κάτι άλλο, επέστρεψα στο δωμάτιο, είδα τις επιλογές μου για την επόμενη μέρα, έφτιαξα ένα σχέδιο προγράμματος, και κοιμήθηκα σαν τρυφερό μοσχαράκι.
Την επόμενη μέρα, ετοίμασα τη βαλίτσα, την άφησα στη ρεσεψιόν να μου τη φυλάνε μέχρι το βράδυ που θα έφευγα, και πήγα για πρωινό. Για δυο πιάτα, φαλάφελ –τα νοστιμότερα του ταξιδιού, οκέι, υπάρχει ένα pattern όπως βλέπει κανείς, ό,τι έφαγα στην Αλεξάνδρεια μου φάνηκε το νοστιμότερο του ταξιδιού και σε απίστευτες τιμές– και ρεβύθια ισκαντέρ έδωσα κάτι παραπάνω από ευρώ. Βέβαια την πάτησαν με το τιπ, καθώς τους είχα πει να κρατήσουν ένα άλφα ποσό (τύπου αντί για 25 λίρες 40) και μου έδωσαν άλλα αντ’ άλλων ρέστα, πράγμα που κατάλαβα μισό λεπτό αφότου είχα φύγει, οπότε επέστρεψα για να το επισημάνω. Μου τα δώσανε τα χρήματα σωστά τότε χωρίς κάποια διαφωνία, αλλά πέρα από το μικρό ξενέρωμα ότι μπορεί και να έγινε επίτηδες, εκείνη την ώρα ξεχάστηκα και δεν έχω ιδέα αν τελικά τους άφησα κάτι για τον κόπο τους. Πάντως καλό είναι να είναι προσεκτικός κανείς με τα νομίσματα, καθώς π.χ. το μισόλιρο μοιάζει κάπως με τις πενήντα λίρες, που μοιάζουν και με το πεντόλιρο, γενικά είναι και γνωστό scum αυτό.
Επόμενος σταθμός, και βασικός λόγος για μένα επίσκεψης της Αλεξάνδρειας ήταν το σπίτι του Καβάφη. Ως fanboy ήταν πρώτο στις προτεραιότητές μου, μαζί με τη Βιβλιοθήκη, κι είπα να ξεκινήσω από αυτό τη μέρα.
Εκεί γνώρισα τον Μοχάμεντ, φύλακα του χώρου, κλασική Αραβόφατσα, μουστακαλής και μελαμψός, που άρχισε να μου μιλά σε σχετικά αξιοπρεπή ελληνικά μόλις κατάλαβε την καταγωγή μου. Έκανα μια βόλτα από τα δωμάτια, φωτογράφησα κάθε χώρο του σπιτιού, καθότι απαγορευόταν να βγάλουμε φωτογραφίες, και στο τέλος πιάσουμε μια κουβέντα δίχως τέλος.
Εντάξει, ήταν μάλλον ο αγαπημένος μου Αιγύπτιος, παρόλο που αρκετοί ήταν συμπαθέστατοι. Αυτό που μου έχει μείνει είναι ο τρόπος που χρησιμοποιούσε τα ρήματα (μονίμως στο πρώτο ενικό), με πολλές αθέλητα αστείες στιγμές τύπου «Όταν πέθανα… [ο Καβάφης]». Στο τέλος με ρώτησε από πού είμαι πραγματικά, γιατί «μιλούσα σπαστά» και «μάλλον δεν είμαι από την Ελλάδα». Παρατηρησούλα για τα ελληνικά μου ο Μοχάμεντ, που είχε πεθάνει έξι φορές από την αρχή της κουβέντας μας. Προφανώς μιλούσα αργά, σε σημεία συλλαβιστά, καθώς όποτε ξεχνιόμουν δεν καταλάβαινε Χριστό. Βέβαια, τα μάθαινε από ενδιαφέρον στον ελεύθερό του χρόνου, χωρίς να έχει καταγωγή ή υποχρέωση λόγω θέσης. Όχι, μπράβο του, ο Καβάφης είναι καλό κίνητρο, θαρρώ!
Έπειτα συνέχισα τη βόλτα μου και πήγα στις κατακόμβες. Περιηγήθηκα στον αρχαιολογικό χώρο και, μετά από νουθεσία φύλακα να βγάλω την τελευταία μου φωτογραφία από ψηλά, πριν καταδυθώ στις κατακόμβες (απαγορευτόταν εκεί κάτω γαρ), κατέβηκα τη στριφογυριστή σκάλα στα έγκατα της γης. Αυτός ο φύλακας ήταν Αιγύπτιος από την Αλεξάνδρεια (υποθέτω, δεν πιάσαμε κουβέντα). Αιγύπτιος, γιατί όλο και πλησίαζε εμένα ή άλλους ανύποπτους τουρίστες, επιχειρώντας να τους ξεναγήσει με κάποια ενδεχόμενη απολαβή, και Αλεξανδρινός, γιατί δεν έκανε κάποια άμεση νύξη σε μπαξίς, περίμενε απλώς να φιλοτιμηθείς από μόνος σου. Βέβαια στον παλιμπαιδισμό που με έπιασε εκεί κάτω/μέσα να τρέχω στα σκοτάδια με τον φακό σαν να ανακαλύπτω χαμένος κρύπτες έπαιζε ξεκάθαρα τον ρόλο του μπαμπούλα· μην με πιάσει με την κάμερα. Σερνόμουν σε λαγούμια που κατέληγαν σε μικρά ξέφωτα με αγάλματα να τα πω πτολεμαϊκά (παιδί αρχαιοελληνικού και αιγυπτιακού πολιτισμού αισθητικά – και όχι μόνο), εξερευνούσα οστεοφυλάκια με τον φακό του κινητού αναμμένο για να μην γκρεμιστώ σε καμιά τρύπα. Γενικά το διασκέδασα κι αν είστε κάτω των 12 ετών θα περάσετε κι εσείς αντίστοιχα καλά.
Επιστροφή στην κανονικότητα, αναμονή για ούμπερ συνοδεία του στρατού, το οποίο ούμπερ μου έκανε και μια βόλτα την παραλιακή μέχρι να καταλήξουμε στο Κάιτ Μπέη, στην θέση όπου κάποτε βρισκόταν ο φάρος της Αλεξάνδρειας. Κάτι ήταν κι αυτό. Κάθισα μπροστά στο κάστρο, ακούγοντας πότε Κότσιρα πότε το κύμα που έσκαγε με φόρα στα πλευρά του οχυρώματος, τρώγοντας κιουνεφέ και συζητώντας με έναν πλανόδιο που ήθελε να μου πουλήσει μαγνητάκια. Του είπα εξευτελιστική τιμή, γιατί δεν μου φάνηκαν ιδιαίτερα καλόγουστα, δεν χρειάστηκε πολύ, δέχτηκε, και μετά εγώ δεν μπορούσα να του αρνηθώ. Ας είναι, να προσέχετε λοιπόν, την αρχική σας τιμή.
Αφού γύρισα το κάστρο και πέρασα από τα ημιπλυμμηρισμένα υπόγεια, όπου καθαρίστριες άρχισαν να μου λένε κοινότοπες πληροφορίες τύπου «Αυτό εδώ είναι το πάτωμα του κάστρου… το μπλε έξω από το παράθυρο είναι θάλασσα» περιμένοντας ανταμοιβή για τη στα επίπεδα lonely planet ξενάγησή τους (αυτές μάλλον ήταν Αιγύπτιες αλλά όχι Αλεξανδρινές), πήρα την παραλιακή.
Εδώ να πω ότι η Αλεξάνδρεια από την αρχή του ταξιδιού μού έφερνε στο νου τη Σμύρνη (της Τουρκίας). Πόλεις με σχετικά παρεμφερή πληθυσμό (δεύτερη μεγαλύτερη η μία της Αιγύπτου, τρίτη εκείνη της Τουρκίας), χτισμένη γύρω από έναν κόλπο (σαφώς μεγαλύτερος της Σμύρνης, αλλά η αίσθηση είναι παρόμοια), Μεσόγειος, Ισλάμ, συσχέτιση με κάποιο θαύμα της αρχαιότητας (παρατραβηγμένο, αλλά δική μου η απαρίθμηση, βάζω ό,τι θέλω), παρελθόν με έντονο ελληνικό στοιχείο και κυρίως, έβγαζαν κι οι δυο πόλεις της αίσθηση του ξεπεσμού, μιας πόλης που είχε ζήσει «περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις» και τώρα είχαν παρέλθει οι στιγμές της δόξας τους.
Αν έπρεπε να τη συγκρίνω (δεν πρέπει, αλλά αυτό δεν με εμποδίζει να το κάνω), θα έδινα προβάδισμα στην Αλεξάνδρεια. Κάπως πιο προσεγμένη η παραλιακή της, λίγο περισσότερα τα αξιοθέατα εντός πόλης, συμπαθέστατοι για δεδομένα Αιγύπτου οι άνθρωποί της (όχι συμπαθέστεροι, όμως, από τους Τούρκους).
Κάθισα σε μια ψαροταβέρνα το μεσημέρι, όπου έδειχνες το ψάρι που ήθελες και στο ψήνανε. Πέραν του ψαρικού, πήρα καλαμαράκια, ψωμί και μπαμπαγκανούς, δεν τα κατάφερα όλα, δυστυχώς, κι αυτά που καταβρόχθισα με το κόπο και πείσμα καλά ήταν, και κόστισαν 150 λίρες (ούτε 8 ευρώ). Για το πάφθηνο και νόστιμο φαγητό μίλησα;
Συνέχισα φαγωμένος τη βόλτα μου μέχρι τη βιβλιοθήκη, το άλλο highlight που δεν ήθελα να χάσω. Μοντέρνο κτίριο, φτιαγμένο σε επίπεδα με κεκλιμένες οροφές, ώστε όλοι οι αναγνώστες να μπορούν να διαβάσουν με φυσικό φως. Για τους βιβλιοσκώληκες είναι ονείρωξη η επίσκεψη, για τους υπόλοιπους φαντάζομαι πως θα είναι μια απλή βιβλιοθήκη. Φιλοξενούσε εκθέσεις μοντέρνας τέχνης σε άλλους ορόφους, είχε κάποια σύγχρονα γλυπτά ανά επίπεδο.
Στο πήγαινε αγόρασα εισιτήριο, πήγα να μπω στη βιβλιοθήκη, σεκιουριτάς με στέλνει πίσω γιατί δεν επιτρεπόταν να μπω με τσάντα, αφήνω τσάντα (δωρεάν) σε χώρο φύλαξης, παίρνω μαζί με το νουμεράκι μου ένα τετράδιο κι ένα βιβλίο, ο ίδιος ο σεκιουριτάς μου λέει ότι δεν μπορώ να μπω μέσα με το βιβλίο, το οποίο ήταν στα ελληνικά, του λέω πού να τρέχω τώρα, μου βάζει σφραγιδούλα, ας είναι, σκέφτομαι με μισή καρδιά. Βέβαια μου έμεινε η σφραγίδα, τώρα που το σκέφτομαι ίσως άξιζε να έπαιρνα περισσότερα βιβλία μαζί μου για περισσότερο ενθύμια (το «Ήμουν κι εγώ στην Αλεξάνδρεια» σε στάμπα που θα μόστραραν τα βιβλία αν είχαν ψυχή).
Κάθισα μέχρι να κλείσει και ξεκίνησα να αποτυπώνω κάποιες στιγμές του ταξιδιού, πιο αφαιρετικά ομολογουμένως.
Αποφάσισα να χαλάσω το υπόλοιπο συνάλλαγμά μου σε δωράκια και σε γλυκά· στα γλυκά έφαγα και μια ήττα, γιατί όταν ρώτησα τις τιμές άλλο κατάλαβα από αυτό που ήταν και στο ταμείο αναγκάστηκα να τους πω «Δεν έχω τόσα πάνω μου, δέχεστε με κάρτα;» Δεν δέχονταν. «Ωραία, βγάλτε από το ένα κουτί τόσα ώστε στο σύνολο να βγαίνουν όσα έχω. Άργησαν λίγο, αλλά το κατάλαβαν (δεν μιλούσαν καλά αγγλικά, το οποίο είναι γενικά σημάδι ότι δεν είναι μπαξισομανείς, έτσι να δίνω πού και πού σποραδικά καμιά χρήσιμη συμβουλή). Αυτό ήταν το ανέκδοτο του πώς έμεινα ταπί σε μια φθηνή χώρα. Μετά πήγα κι έβγαλα φάση δύο ευρώ από ΑΤΜ ίσα να έχω (η πιο αστεία ανάληψη που έχω κάνει ποτέ μου), τα οποία και περίσσεψαν πρακτικά (πήρα ένα νερό πριν την πτήση που πρακτικά δεν ήπια).
Μια τελευταία βόλτα στην παραλιακή βράδυ, να σκάει το κύμα και να διαβάζω από το κινητό Καβάφη, μπας και την ακούσω περισσότερο (την ποίηση) στον τόπο που γράφτηκε ή απ’ όπου εμπνεύστηκε ο καλλιτέχνης.
Πήρα τα πραγματάκια μου από το χόστελ, πήρα κι ένα ούμπερ για το αεροδρόμιο κι έτοιμος προς αναχώρηση.
Ε τέτοιο επεισοδιακό ταξίδι δεν γινόταν να μην τελειώσει κι επεισοδιακά. Στο τσεκ ιν παρατηρώ γιαγιούλα σε καροτσάκι αναπηρικό, που συζητούσε με έναν νεότερο άνδρα (μάλλον γιος της), ο οποίος συζητούσε με τον υπάλληλο για κάποιο πρόβλημα μάλλον με τις βαλίτσες. Κάποια στιγμή σε ανύποπτο χρόνο η γιαγιά σηκώνεται από το καροτσάκι (το αναπηρικό), ξαπλώνει κάτω τη μια βαλίτσα, την ανοίγει, ανοίγει και μια σακούλα αεροστεγή κι αρχίζει να μεταφέρει ξεπαγιασμένα κρέατα από τη βαλίτσα στη σακούλα και τούμπαλιν. Έπειτα, το αεροπλάνο άργησε να δεχτεί επιβάτες – ήμουν με την ανησυχία μήπως είμαι σε λάθος σημείο κι ακούσω από τα μεγάφωνα ότι η πτήση μου αναχώρησε χωρίς την αφεντιά μου. Ένας ηλικιωμένος που είχα γνωρίσει πριν το τσεκ ιν είχε ξεχάσει το διαβατήριό του σε μαγαζί του αεροδρομίου και το κατάλαβε μόλις μπήκε στο λεωφορειάκι του αεροδρομίου, οπότε είχε τρεχάματα.
Κι όταν, τελικά, πάω να βρω τη θέση μου στο σκάφος, βλέπω άλλον επιβάτη, ο οποίος κάθεται δίπλα σε βαλίτσες. Μου δίνει τη θέση του (μου, για την ακρίβεια), η αεροσυνοδός βλέπει έξαλλη σε κάποιο της πέρασμα τις βαλίτσες που στοιβάζονταν στο πλάι μου (γιατί δεν χωρούσαν πάνω), «Αυτό δεν υπάρχει περίπτωση να μείνει εκεί», λέει έξαλλη και τρέχει φουριόζα στο μπροστινό μέρος του αεροσκάφους. Ε μια χαρά περίπτωση αποδείχτηκε ότι υπήρχε κι ούτε μια νύξη δεν ξανάγινε από τότε. Ξεκινά η απογείωση, κάποιοι αποφασίζουν να πάρουν τηλέφωνο μέχρι που τρώνε παρατήρηση απαυδισμένης αεροσυνοδού. Δεν περίμενα πιο ταιριαστό κλείσιμο.
Όπως ήμουν στον αέρα, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, διάβασα άλλη μία το Απολείπειν ο θεός Αντώνιον, το βρήκα ταιριαστό αποχαιρετισμό:
Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος,
σὰν ποῦ ταιριάζει σε ποῦ ἀξιώθηκες μιὰ τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερὰ πρὸς τὸ παράθυρο,
κι ἄκουσε μὲ συγκίνησιν, ἀλλ’ ὄχι
μὲ τῶν δειλῶν τὰ παρακάλια καὶ παράπονα,
ὡς τελευταία ἀπόλαυσι τοὺς ἤχους,
τὰ ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου,
κι ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποῦ χάνεις.
Attachments
-
242,4 KB Προβολές: 0
).
Θα το σκεφτώ πάντως για εκτός Καΐρου περιοχή!
