psilos3
Member
- Μηνύματα
- 8.006
- Likes
- 64.858
- Επόμενο Ταξίδι
- ;
- Ταξίδι-Όνειρο
- Αναζητείται!
Περιεχόμενα
- Κεφάλαιο 1
- Άλλη μια ιδιαίτερη προετοιμασία
- Θεσσαλονίκη – Κέιπ Τάουν με μια ανάσα
- Οι αποικιακές πόλεις & ο δρόμος του κρασιού
- Οινοποιείων συνέχεια και το Σαββατόβραδο στο κέντρο
- Στις ανεπανάληπτες ομορφιές του Cape Town
- Αναζητώντας την Καλή Ελπίδα
- Ραντεβού με τη σκληρή ιστορία
- Από την προκυμαία μέχρι τα μπαρ
- Επιστροφή στην Addis Ababa
- Ένα ηλιοβασίλεμα στον Ζαμβέζη
- Σαφάρι στο πάρκο Chobe
- Botswana, από νερού και ξηράς
- Επιστροφή στη βάση μας
- Στην πισίνα του Διαβόλου
- Το θαύμα της Ζιμπάμπουε
- Μια βόλτα ακόμη και πίσω στην Ελλάδα
- Ταξιδιωτικός απολογισμός και συμπεράσματα
Επιστροφή στη βάση μας
Δέκα λεπτά μετάβασης ως τα σύνορα, ακόμα τόσα και λίγα παραπάνω ελέγχου και διαπιστεύσεων για την έξοδο μας από τη Μποτσουάνα και την είσοδο και πάλι στη Ζιμπάμπουε, συν άλλη μια ώρα οδήγησης ως το Victoria Falls με την Ισπανίδα κόρη να μην αφήνει στιγμή σε ησυχία τον έτσι κι αλλιώς ομιλητικό οδηγό, κάνοντας όμως πολύ εύστοχες ερωτήσεις οφείλω να επισημάνω σχετικά με τη ζωή στη χώρα. Τότε ήταν που μάθαμε για τις 16 τον αριθμό παρακαλώ διαφορετικές διαλέκτους που μιλάνε στη Ζιμπάμπουε, με έντονες μάλιστα διαφορές μεταξύ τους όπως μας έδωσε να καταλάβουμε μέσω παραδείγματος, καθώς επίσης και για τις συνθήκες ζωής, την παιδεία, τον μεγάλο ρόλο που παίζει ο τουρισμός στο εισόδημα τους και πολλά άλλα ενδιαφέροντα.
Έχοντας αφήσει ήδη τους Ισπανούς σε ένα ξενοδοχείο 2-3 χιλιόμετρα εκτός πόλης, φτάσαμε στο hostel σχεδόν στις έξι το απόγευμα, με τον οδηγό να μας χαιρετάει εγκάρδια προτρέποντας μας και πάλι να βγούμε έξω ποδαράτοι γιατί μέναμε στο κέντρο, αλλά παράλληλα να προσέχουμε πολύ για ζώα, λες κι αν ερχόμασταν φάτσα – κάρτα με κανένα λιοντάρι θα μας έσωζε η προσοχή…
Αφού διαπίστωσα πως η τραπεζική κάρτα ήταν ακριβώς εκεί που θυμόμουν μαζί με τα μετρητά άθικτα, γεγονός που έκανε ακόμα πιο περίπλοκη την κατάσταση με το άδειασμα του λογαριασμού και την υποτιθέμενη κλοπή, επικοινώνησα μ’ ένα φίλο που θα βοηθούσε στην Ελλάδα και χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτε άλλο πήρα τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι, βρήκα και το Νίκο καθισμένο στο προαύλιο κι αμέσως αναχωρήσαμε για βόλτα στην πόλη. Την ίδια ιδέα μ’ εμάς είχαν και μερικοί μπαμπουίνοι, που μάλλον να ψάχνανε κι αυτοί να πιούνε καμιά μπύρα, τι να πω:
Αναζητώντας μια παμπ που δείχνανε οι χάρτες -άδεια όμως εκείνη την ώρα- φτάσαμε στο κάτι σαν σταθμό του τρένου της μικρής πόλης, αντικρύζοντας το νέο αλλά και το παλιό σαν παροπλισμένο (μπορεί και όχι) τρένο,
όπου μαζί με το μικρό ανοικτό βαγόνι θα μαθαίναμε την επόμενη μέρα τη χρησιμότητα τους, για τουριστικούς και αυτό όπως φαντάζεστε λόγους:
Κάπου εκεί ήταν που γίναμε κι εμείς στη ζωή μας επιτέλους εκατομμυριούχοι, αγοράζοντας έναντι 5$ (με φάγανε αλλά δεν είχα ψιλά) τα διάσημα τοπικά χαρτονομίσματα που κάποτε επικρατούσαν στη χώρα πριν επισημοποιηθεί το δολάριο, κάτι που κάνουν όλοι για να έχουν ένα ακόμη ενθύμιο από αυτήν. Αν δε βρείτε στα καταστήματα με τα αναμνηστικά μην ανησυχήσετε, είναι παραπάνω από σίγουρο ποιος κάποιος ντόπιος θα σας πλευρίσει για να σας τα πουλήσει:
Ανάμεσα σε άπειρα μικρά και μεγάλα αγαλματίδια και είδη λαϊκής τέχνης κατηφορίσαμε προς το κέντρο του οικισμού, διερωτόμενοι για το ποιος τουρίστας μπορεί να έρθει ν’ αγοράσει ένα δίμετρο σιδερένιο ελέφαντα ή ένα σετ μαρμάρινες μαϊμούδες, αλλά περί ορέξεως…
Δικός μας στόχος ήταν εξάλλου ένα κατάστημα με άλλου είδους λαϊκή τέχνη και βαρύ όνομα, με τίτλο «The Smokehouse Vic Falls» όπου εκτός από τα φαγητά του, ήταν φημισμένο και για την δημιουργία δικής του μπύρας, με τον χώρο παρασκευής και τα καζάνια να φαίνονται πίσω από το ιδιαίτερα φτιαγμένο μπαρ:
Ο ευγενέστατος μπάρμαν μας καλωσόρισε δείχνοντας μας τις μπύρες κι αφού μας πρότεινε μια συγκεκριμένη για την περίσταση μας ρώτησε αν θέλουμε να δοκιμάσουμε.
Όχι, δε θέλουμε να δοκιμάσουμε, να την πιούμε ήρθαμε, φέρνε:
Πολύ ωραία πράγματα συμβαίνουν στη μικρή αυτή γωνιά της Αφρικής όπου εκτός από μπύρες το έχουν γενικώς με την απόσταξη, προφανώς ως κληροδότημα των Ευρωπαίων αποίκων.
Είχε έρθει η ώρα να ρουφήξουμε μερικά από τα φημισμένα πεντανόστιμα τζινάκια που διυλίζονται εδώ, κι όταν λέω εδώ το εννοώ και συγκεκριμένα στον πολύ όμορφο χώρο του «Victoria Falls Distilling Company» λίγα μόλις μέτρα πιο πάνω από το προηγούμενο:
Κολλητά με αυτό βρίσκεται και το πιο γνωστό -στους τουρίστες τουλάχιστον- εστιατόριο/μπαρ με το όνομα «The Three Monkeys Restaurant & Bar» που τιμάται όλες τις ώρες της ημέρας. Είπαμε να μην αλλάξουμε συνήθειες και να κινηθούμε στο ίδιο μοτίβο με τα τζιν που μας είχαν καλαρέσει:
Η επιστροφή στο Hostel για ένα μπανάκι και ίσως για φαγητό αποδείχτηκε σύντομη, καθώς αφού ήπιαμε ένα ποτό στο μπαρ μάθαμε πως το εστιατόριο του είχε κιόλας κατεβάσει ρολά, κάτι που μας ανάγκασε να ξαναβγούμε προς τα έξω προς αναζήτηση τροφής, γεγονός δύσκολο μετά τις 10 το βράδυ έτσι κι αλλιώς. Ευτυχώς το «Pizza Inn» ήταν ακόμα ανοικτό, όμως επειδή ήταν το μόνο τέτοιο τραβούσε όπως είναι λογικό όλο τον κόσμο που πεινούσε και δεν είχε φροντίσει:
Άσε ρε φίλε με τους περίεργους, δύο ώρες περιμένω κι ακόμα δεν έχω φάει, μας είπε ένας Έλληνας που βρήκαμε στην ουρά αναμονής και μας άκουσε να μιλάμε Ελληνικά χωρίς να έχουμε ανταλλάξει πρότερη κουβέντα, σ’ ένα εντελώς σουρεαλιστικό σκηνικό που θα μπορούσε να διαδραματίζεται στη χώρα μας, όχι όμως στην άκρη της Ζιμπάμπουε!
Εμείς από την άλλη δεν είχαμε πρόβλημα με την μεγάλη (άνω των 45 λεπτών) αναμονή που έδειχνε η οθόνη, μιας και είχαμε ήδη ξετρυπώσει το απέναντι «Cotton Club» ,ένα μπαρ αποκλειστικά με Αφρικανούς, όπου ήπιαμε τις μπυρίτσες μας στο πλακόστρωτο (!) μπαράκι με την αχυρένια σκεπή, μπρος απ’ τη φωτογραφία του προέδρου που για χαβαλέ παρομοιάσαμε με τον Dikembe Mutombo, για όσους θυμούνται και νιώθουν μπασκετικά. Ωραία πράγματα:
Τα κουτί με τα δωρεάν προφυλακτικά στις τουαλέτες με επανάφερε στη θλιβερή πραγματικότητα θυμίζοντας που βρισκόμασταν, μιας και ο ιός HIV στην υποσαχάρια Αφρική παραμένει ακόμα και σήμερα πολύ μεγάλο πρόβλημα:
Τουλάχιστον η παραδοσιακή πίτσα άξιζε τον κόπο και την αναμονή, δε νομίζετε;
Κοιμηθήκαμε πάλι περασμένες μία η ώρα, πίνοντας κι ένα τελευταίο χωνευτικό στο hostel σ’ έναν απολογισμό μιας τρομερής ημέρας που είχε κυριολεκτικά τα πάντα.
Εξίσου ωραία πράγματα μας περίμεναν όμως και την επόμενη…
Δέκα λεπτά μετάβασης ως τα σύνορα, ακόμα τόσα και λίγα παραπάνω ελέγχου και διαπιστεύσεων για την έξοδο μας από τη Μποτσουάνα και την είσοδο και πάλι στη Ζιμπάμπουε, συν άλλη μια ώρα οδήγησης ως το Victoria Falls με την Ισπανίδα κόρη να μην αφήνει στιγμή σε ησυχία τον έτσι κι αλλιώς ομιλητικό οδηγό, κάνοντας όμως πολύ εύστοχες ερωτήσεις οφείλω να επισημάνω σχετικά με τη ζωή στη χώρα. Τότε ήταν που μάθαμε για τις 16 τον αριθμό παρακαλώ διαφορετικές διαλέκτους που μιλάνε στη Ζιμπάμπουε, με έντονες μάλιστα διαφορές μεταξύ τους όπως μας έδωσε να καταλάβουμε μέσω παραδείγματος, καθώς επίσης και για τις συνθήκες ζωής, την παιδεία, τον μεγάλο ρόλο που παίζει ο τουρισμός στο εισόδημα τους και πολλά άλλα ενδιαφέροντα.
Έχοντας αφήσει ήδη τους Ισπανούς σε ένα ξενοδοχείο 2-3 χιλιόμετρα εκτός πόλης, φτάσαμε στο hostel σχεδόν στις έξι το απόγευμα, με τον οδηγό να μας χαιρετάει εγκάρδια προτρέποντας μας και πάλι να βγούμε έξω ποδαράτοι γιατί μέναμε στο κέντρο, αλλά παράλληλα να προσέχουμε πολύ για ζώα, λες κι αν ερχόμασταν φάτσα – κάρτα με κανένα λιοντάρι θα μας έσωζε η προσοχή…
Αφού διαπίστωσα πως η τραπεζική κάρτα ήταν ακριβώς εκεί που θυμόμουν μαζί με τα μετρητά άθικτα, γεγονός που έκανε ακόμα πιο περίπλοκη την κατάσταση με το άδειασμα του λογαριασμού και την υποτιθέμενη κλοπή, επικοινώνησα μ’ ένα φίλο που θα βοηθούσε στην Ελλάδα και χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτε άλλο πήρα τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι, βρήκα και το Νίκο καθισμένο στο προαύλιο κι αμέσως αναχωρήσαμε για βόλτα στην πόλη. Την ίδια ιδέα μ’ εμάς είχαν και μερικοί μπαμπουίνοι, που μάλλον να ψάχνανε κι αυτοί να πιούνε καμιά μπύρα, τι να πω:
Αναζητώντας μια παμπ που δείχνανε οι χάρτες -άδεια όμως εκείνη την ώρα- φτάσαμε στο κάτι σαν σταθμό του τρένου της μικρής πόλης, αντικρύζοντας το νέο αλλά και το παλιό σαν παροπλισμένο (μπορεί και όχι) τρένο,
όπου μαζί με το μικρό ανοικτό βαγόνι θα μαθαίναμε την επόμενη μέρα τη χρησιμότητα τους, για τουριστικούς και αυτό όπως φαντάζεστε λόγους:
Κάπου εκεί ήταν που γίναμε κι εμείς στη ζωή μας επιτέλους εκατομμυριούχοι, αγοράζοντας έναντι 5$ (με φάγανε αλλά δεν είχα ψιλά) τα διάσημα τοπικά χαρτονομίσματα που κάποτε επικρατούσαν στη χώρα πριν επισημοποιηθεί το δολάριο, κάτι που κάνουν όλοι για να έχουν ένα ακόμη ενθύμιο από αυτήν. Αν δε βρείτε στα καταστήματα με τα αναμνηστικά μην ανησυχήσετε, είναι παραπάνω από σίγουρο ποιος κάποιος ντόπιος θα σας πλευρίσει για να σας τα πουλήσει:
Ανάμεσα σε άπειρα μικρά και μεγάλα αγαλματίδια και είδη λαϊκής τέχνης κατηφορίσαμε προς το κέντρο του οικισμού, διερωτόμενοι για το ποιος τουρίστας μπορεί να έρθει ν’ αγοράσει ένα δίμετρο σιδερένιο ελέφαντα ή ένα σετ μαρμάρινες μαϊμούδες, αλλά περί ορέξεως…
Δικός μας στόχος ήταν εξάλλου ένα κατάστημα με άλλου είδους λαϊκή τέχνη και βαρύ όνομα, με τίτλο «The Smokehouse Vic Falls» όπου εκτός από τα φαγητά του, ήταν φημισμένο και για την δημιουργία δικής του μπύρας, με τον χώρο παρασκευής και τα καζάνια να φαίνονται πίσω από το ιδιαίτερα φτιαγμένο μπαρ:
Ο ευγενέστατος μπάρμαν μας καλωσόρισε δείχνοντας μας τις μπύρες κι αφού μας πρότεινε μια συγκεκριμένη για την περίσταση μας ρώτησε αν θέλουμε να δοκιμάσουμε.
Όχι, δε θέλουμε να δοκιμάσουμε, να την πιούμε ήρθαμε, φέρνε:
Πολύ ωραία πράγματα συμβαίνουν στη μικρή αυτή γωνιά της Αφρικής όπου εκτός από μπύρες το έχουν γενικώς με την απόσταξη, προφανώς ως κληροδότημα των Ευρωπαίων αποίκων.
Είχε έρθει η ώρα να ρουφήξουμε μερικά από τα φημισμένα πεντανόστιμα τζινάκια που διυλίζονται εδώ, κι όταν λέω εδώ το εννοώ και συγκεκριμένα στον πολύ όμορφο χώρο του «Victoria Falls Distilling Company» λίγα μόλις μέτρα πιο πάνω από το προηγούμενο:
Κολλητά με αυτό βρίσκεται και το πιο γνωστό -στους τουρίστες τουλάχιστον- εστιατόριο/μπαρ με το όνομα «The Three Monkeys Restaurant & Bar» που τιμάται όλες τις ώρες της ημέρας. Είπαμε να μην αλλάξουμε συνήθειες και να κινηθούμε στο ίδιο μοτίβο με τα τζιν που μας είχαν καλαρέσει:
Η επιστροφή στο Hostel για ένα μπανάκι και ίσως για φαγητό αποδείχτηκε σύντομη, καθώς αφού ήπιαμε ένα ποτό στο μπαρ μάθαμε πως το εστιατόριο του είχε κιόλας κατεβάσει ρολά, κάτι που μας ανάγκασε να ξαναβγούμε προς τα έξω προς αναζήτηση τροφής, γεγονός δύσκολο μετά τις 10 το βράδυ έτσι κι αλλιώς. Ευτυχώς το «Pizza Inn» ήταν ακόμα ανοικτό, όμως επειδή ήταν το μόνο τέτοιο τραβούσε όπως είναι λογικό όλο τον κόσμο που πεινούσε και δεν είχε φροντίσει:
Άσε ρε φίλε με τους περίεργους, δύο ώρες περιμένω κι ακόμα δεν έχω φάει, μας είπε ένας Έλληνας που βρήκαμε στην ουρά αναμονής και μας άκουσε να μιλάμε Ελληνικά χωρίς να έχουμε ανταλλάξει πρότερη κουβέντα, σ’ ένα εντελώς σουρεαλιστικό σκηνικό που θα μπορούσε να διαδραματίζεται στη χώρα μας, όχι όμως στην άκρη της Ζιμπάμπουε!
Εμείς από την άλλη δεν είχαμε πρόβλημα με την μεγάλη (άνω των 45 λεπτών) αναμονή που έδειχνε η οθόνη, μιας και είχαμε ήδη ξετρυπώσει το απέναντι «Cotton Club» ,ένα μπαρ αποκλειστικά με Αφρικανούς, όπου ήπιαμε τις μπυρίτσες μας στο πλακόστρωτο (!) μπαράκι με την αχυρένια σκεπή, μπρος απ’ τη φωτογραφία του προέδρου που για χαβαλέ παρομοιάσαμε με τον Dikembe Mutombo, για όσους θυμούνται και νιώθουν μπασκετικά. Ωραία πράγματα:
Τα κουτί με τα δωρεάν προφυλακτικά στις τουαλέτες με επανάφερε στη θλιβερή πραγματικότητα θυμίζοντας που βρισκόμασταν, μιας και ο ιός HIV στην υποσαχάρια Αφρική παραμένει ακόμα και σήμερα πολύ μεγάλο πρόβλημα:
Τουλάχιστον η παραδοσιακή πίτσα άξιζε τον κόπο και την αναμονή, δε νομίζετε;
Κοιμηθήκαμε πάλι περασμένες μία η ώρα, πίνοντας κι ένα τελευταίο χωνευτικό στο hostel σ’ έναν απολογισμό μιας τρομερής ημέρας που είχε κυριολεκτικά τα πάντα.
Εξίσου ωραία πράγματα μας περίμεναν όμως και την επόμενη…
Last edited by a moderator:


