psilos3
Member
- Μηνύματα
- 8.000
- Likes
- 64.845
- Επόμενο Ταξίδι
- ;
- Ταξίδι-Όνειρο
- Αναζητείται!
Περιεχόμενα
- Κεφάλαιο 1
- Άλλη μια ιδιαίτερη προετοιμασία
- Θεσσαλονίκη – Κέιπ Τάουν με μια ανάσα
- Οι αποικιακές πόλεις & ο δρόμος του κρασιού
- Οινοποιείων συνέχεια και το Σαββατόβραδο στο κέντρο
- Στις ανεπανάληπτες ομορφιές του Cape Town
- Αναζητώντας την Καλή Ελπίδα
- Ραντεβού με τη σκληρή ιστορία
- Από την προκυμαία μέχρι τα μπαρ
- Επιστροφή στην Addis Ababa
- Ένα ηλιοβασίλεμα στον Ζαμβέζη
- Σαφάρι στο πάρκο Chobe
- Botswana, από νερού και ξηράς
- Επιστροφή στη βάση μας
- Στην πισίνα του Διαβόλου
- Το θαύμα της Ζιμπάμπουε
- Μια βόλτα ακόμη και πίσω στην Ελλάδα
- Ταξιδιωτικός απολογισμός και συμπεράσματα
Στην πισίνα του Διαβόλου
Ακόμα ένα πρωινό ξύπνημα κοντά στην ώρα που χάραζε. Ακόμα μια μέρα που ξεκινούσε πολύ νωρίς με το κλασσικό δρομολόγιο ως τα σύνορα και την απαραίτητη υπομονή μέχρι να ολοκληρωθούν οι έλεγχοι και να μπει η σφραγίδα της Ζάμπια τη φορά αυτή. Όχι δεν παραπονιέμαι, άλλες δέκα φορές να ξαναπήγαινα το ίδιο θα έκανα, πόσο μάλλον τη μέρα που θα οδηγούσε στο αποκορύφωμα ίσως της εκδρομής!
Ο οδηγός από την άλλη πλευρά των συνόρων μας ξεφόρτωσε στις έξι και μισή στον προκαθορισμένο χώρο, όπου αφού μας έδωσαν από μια πετσέτα, μας φόρεσαν και σωσίβιο για τη διαδρομή με τη βάρκα. Διαβάστε την πινακίδα και υπογράψτε πριν ξεκινήσουμε μας είπε με αυστηρό ύφος ο υπεύθυνος, φορώντας παράλληλα αυτά τα άθλια αλλά υπερβολικά χρήσιμα όπως αποδείχτηκε λαστιχένια παπούτσια:
Αφού συμπληρώσαμε τη μικρή ομάδα των επτά ατόμων, συγκεντρωθήκαμε και κατόπιν υπόδειξης κατεβήκαμε προς τη βάρκα. Δύο εμείς, δύο Αμερικανίδες, άλλοι δύο τύποι σαν παλαίμαχοι πεζοναύτες και μια κοπέλα ακόμα που δε της φαινότανε αλλά το έλεγε η καρδούλα της:
Ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει ν’ ανεβαίνει, κάτι που σήμαινε πως το κρύο ήταν ιδιαιτέρως τσουχτερό ακόμη, με τον οδηγό του ταχύπλοου να έχει όρεξη για τσαχπινιές κάνοντας ελιγμούς ανάμεσα στα βράχια ανεβάζοντας λίγο προκαταβολικά την όρεξη μας:
Χαλάρωσε μόνο όταν η ροή του ποταμού έγινε εντονότερη, με το νέφος από τα νερά και τον εκκωφαντικό θόρυβο των καταρρακτών να διακρίνεται, γεγονός που σηματοδότησε την άφιξη μας στο μεγάλο ζητούμενο. Livingstone Island:
Σύντομα βρεθήκαμε στο χώρο που θα τοποθετούσαμε τα ρούχα μας και όλα τα προσωπικά μας αντικείμενα κλειδώνοντας τα. Το μόνο που θα παίρναμε μαζί μας ήταν η πετσέτα, αλλά κι ένα κινητό τηλέφωνο ανά παρέα για τις απαραίτητες φωτογραφίες. Κατόπιν αυτού η μικρή ομάδα ήταν έτοιμη για να ξεκινήσει:
Η πρώτη στάση ήταν καθαρά φωτογραφική, με φόντο τους επιβλητικούς καταρράκτες ανάμεσα στις δύο χώρες και το κρύο να εξακολουθεί να τσιμπάει ιδιαίτερα:
Μπορεί να φαίνεται παράξενο αλλά δεν είχαμε επιλέξει τυχαία την ώρα αυτής της δραστηριότητας για δύο πολύ συγκεκριμένους λόγους. Αρχικά θέλαμε να χωρέσουμε κάτι ακόμα στη διάρκεια της ημέρας. Αφ’ ετέρου διότι γνωρίζαμε πάρα πολύ καλά πως τις πολύ πρωινές ώρες τα χρώματα ήταν ωραιότερα και οι πιθανότητες εμφάνισης του ουράνιου τόξου πολύ περισσότερες. Δε συμφωνείτε;
*Για να δεσμευτούν θέσεις την επιθυμητή ημέρα και ώρα είχε προηγηθεί επικοινωνία από την πρώτη στιγμή με το κατάλυμα μέσω του οποίου έγινε και η κράτηση σε κόστος 120€ + 25$ φόρος Ζάμπια (μη ξεχνιόμαστε), με τις θέσεις να είναι αρκετά περιορισμένες γενικώς, οπότε όσοι το έχετε σκοπό φροντίστε να μεριμνήσετε εγκαίρως!
Ένα μεγάλο δέντρο καθόριζε τα όρια του ποταμού, την ώρα που οι συμμετέχοντες είχαν γίνει περισσότεροι καθώς μαζί μας κατέφτασε μια ακόμη οκταμελής ομάδα. Από δω και στο εξής η πορεία μας θα συνεχίζονταν μέσω του νερού, οπότε οφείλαμε ν’ αφήσουμε τις πετσέτες στα κλαδιά του δέντρου και να παραδώσουμε τα κινητά μας για να μπούνε στην ειδική αδιάβροχη θήκη:
(όπως είναι λογικό και καταλαβαίνετε για το επόμενο διάστημα η αφήγηση δε θα περιλαμβάνει φωτογραφίες)
Ήταν η στιγμή που οι -τέσσερις τον αριθμό- οδηγοί που μας συνόδευαν μας διαχώρισαν σε όσους ξέρουν κι όσους όχι να κολυμπούν, κάτι που με ξένισε λίγο μιας και δε μπορούσα να διανοηθώ πως ξεκινάει κάποιος για ένα τέτοιο εγχείρημα χωρίς να ξέρει κολύμπι…
Περνώντας πιασμένοι χέρι-χέρι τις γλιστερές πέτρες της αρχής που βλέπετε στην προηγούμενη φωτογραφία κι έχοντας μπροστά μας τον έναν οδηγό που προηγούνταν ελέγχοντας το ποτάμι για ζώα (!) άλλα παράλληλα κι εμάς, ξεκινήσαμε το κολύμπι για λίγα μέτρα με προσοχή πάντα στην κατεύθυνση καθώς η ροή του ποταμού μπορούσε να σε παρασύρει αν έκανες κάτι περιττό. Οι υπόλοιποι συνέχιζαν με ανάλογη διαδικασία από άλλο σημείο, κρατώντας ένα μεγάλο σχοινί που περνούσε πέρα ως πέρα από τα βράχια.
Το παράδοξο ήταν πως η θερμοκρασία του νερού που αρχικά με προβλημάτιζε ήταν εξαιρετική, με αποτέλεσμα να προτιμώ αυτό παρά την αναγκαστική αναμονή στο βράχο που είχαμε συγκεντρωθεί ξανά όλοι, πάνω από το σημείο όπου θα βουτούσαμε. Δε συζητώ για τυχόν φόβο για κροκόδειλους (που βλέπαμε στον ποταμό δυο μέρες τώρα) ή άλλα ζώα, εκείνη την ώρα όμως δε σκέφτεσαι τίποτα παρά μόνο αυτό που ετοιμάζεσαι να κάνεις!
Ο έμπειρος φωτογράφος-οδηγός έπιασε το κινητό μου στα χέρια του, οπότε κατάλαβα πως είχε έρθει η σειρά μου για να βουτήξω, κατεβαίνοντας χαλαρά από τα βράχια κι όχι με βουτιά-μπόμπα όπως οι Αμερικανοί που είχα δει προηγουμένως, ίσως από φόβο, ίσως από σύνεση. Οι άλλοι δύο που βρίσκονταν ήδη μέσα, μου έδωσαν οδηγίες για το πώς πρέπει να κινούμαι, πως να ζητήσω άμα χρειαστώ το σχοινί, αλλά και για να μη φοβηθώ τα ψάρια που τσιμπούσαν συνεχώς, λες κι αυτό ήταν το πρόβλημα.
Γεγονός ήταν πως δίχως ακόμη να το πιστεύω βρισκόμουν μέσα στη λεγόμενη «Devils Pool» όπως την ονομάζουν οι ντόπιοι, τη φυσική πισίνα που σχηματίζεται στο χείλος του γκρεμού των 108 μέτρων που χύνεται με μεγαλειώδη τρόπο ο ποταμός Ζαμβέζης, δημιουργώντας ένα μοναδικό, εξωπραγματικό κι ανεπανάληπτο σκηνικό.
Το φυσικό τοιχίο που σχηματίζει η πισίνα σε προστατεύει εφόσον επιπλέεις σε όρθια θέση βάζοντας κόντρα στη μικρή ροή, που λόγω της εποχής της ξηρασίας που διανύαμε έκανε τα πράγματα κάπως ευκολότερα, όχι πως νομίζω ότι είναι επισκέψιμη βέβαια στην εποχή της υπερχείλισης. Για τις ανάγκες όμως της φωτογράφησης κι εφόσον ήθελες, μπορούσες να ξαπλώσεις πάνω στο βράχο, κοιτάζοντας την άβυσσο κάτω σου με τους δύο οδηγούς να έχουν κυριολεκτικά τη ζωή σου στα χέρια τους κρατώντας σε από τα πόδια, ειδάλλως αντίο, σε παρέσυρε το ρέμα που λέει και το άσμα:
Μπορεί ο θόρυβος των καταρρακτών να είναι σχεδόν εκκωφαντικός, όμως εκείνη την ώρα που η αδρεναλίνη ανεβαίνει κατακόρυφα οι αισθήσεις μοιάζουν όλες σε όξυνση, αν όχι σε υπερδιέγερση όπως είναι λογικό. Μετά από λίγα λεπτά ακολούθησε βουτώντας κι ο Νίκος, προκειμένου να βγούμε τις πολυπόθητες φωτογραφίες από μια στιγμή που θα μείνει στη μνήμη μας ανεξίτηλα θέλω να πιστεύω, προτού συνεχίσει κι αυτός μόνος του.
Νομίζω μπορείτε να καταλάβετε τώρα γιατί επιλέξαμε αυτή την ώρα κι όχι κάποια μεταγενέστερη το μεσημέρι:
Βγήκα έξω περιμένοντας με πολύ περίεργα συναισθήματα που δεν ήμουν σε θέση να διαχειριστώ την ώρα εκείνη. Δε ξέρω αν ήταν το μεγαλείο της φύσης ή το δέος της στιγμής όταν ξαφνικά βρίσκεσαι να βουτάς στην άκρη του πουθενά, αυτό που μπορώ να πω όμως σίγουρα ήταν πως δεν υπήρξε φόβος την παραμικρή στιγμή για κάτι που εν τέλει άξιζε με το παραπάνω!
Μόλις βγήκε κι ο Νίκος και πήραμε το κινητό στα χέρια μας, προχωρήσαμε πάνω στα βράχια σε ένα άλλο σημείο αναμονής παρακαλώντας τρέμοντας τον ήλιο να σηκωθεί κι άλλο για να στεγνώσουμε, καθώς είχαμε ακόμα αρκετά λεπτά μέχρι να ολοκληρώσουν όλοι τη βουτιά τους για να γυρίσουμε στις πετσέτες μας. Αυτό ήταν -ευτυχώς για λίγο- το πιο δύσκολο σημείο, με τον καιρό τελικά να ζεσταίνει, ή απλά εμάς να συνηθίζουμε:
*Για να καταλάβετε ακριβώς που βρίσκεται, το βελάκι δείχει το σημείο της πισίνας, ακριβώς πάνω από το βράχο που περιμένουν όλοι για να βουτήξουν.
Με την ομάδα να συγκεντρώνεται και τα κινητά να μπαίνουν πάλι στην αδιαβροχοποίηση ξεκινήσαμε βουτώντας στο σημείο που βλέπετε τέρμα δεξιά, κολυμπώντας για λίγα μέτρα την ανάποδη διαδρομή και βγαίνοντας κατόπιν πιασμένοι από τα χέρια λες και χορεύαμε τσάμικο, αναζητώντας τη θαλπωρή της μπουρνουζοπετσέτας. Η περιπέτεια είχε λάβει τέλος:
Ήταν ώρα για να πιούμε μερικές γουλιές ζεστού καφέ στον ιδικά διαμορφωμένο χώρο όπου θα μας σέρβιραν και το πολύ ωραίο πρωινό όπως προβλέπονταν από το πρόγραμμα, έχοντας ήδη αλλάξει και φορέσει τα στεγνά μας ρουχαλάκια. Εντός αυτής της ολιγόλεπτης αναμονής βρήκα κι εγώ την ευκαιρία να πάρω στα χέρια μου τη φωτογραφική και να φτάσω ως το σημείο που ήμασταν πριν και την αρχή του ποταμού, βλέποντας ένα εκπληκτικό ουράνιο τόξο:
Γύρισα όμως και προς τα πίσω, μέχρι το σημείο του καταρράκτη που βγήκαμε φωτογραφία νωρίτερα το πρωί, δίπλα από το μνημείο του David Livingstone, του πρώτου Ευρωπαίου εξερευνητή που τους αντίκρισε και τους έκανε γνωστούς στον υπόλοιπο κόσμο κατά το 1855:
Με συνοπτικές διαδικασίες, ανάλαφροι, κι ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στις φάτσες μας μπήκαμε στο μικρό ταχύπλοο για να γυρίσουμε στο σημείο εκκίνησης του ξενοδοχείου Royal Livingstone, όπου έπρεπε και να επιστρέψουμε σωσίβια, πετσέτες και λαστιχένια παπούτσια.
Ο οδηγός μας περίμενε ήδη, οπότε δίχως καθυστερήσεις αναχωρήσαμε προς τα σύνορα όπου έπρεπε για άαααααλλη μια φορά να περάσουμε την κουραστική διαδικασία παίρνοντας άαααααλλη μια σφραγίδα στο διαβατήριο μας, με την πολυκοσμία που επικρατούσε να αυξάνει την αναμονή.
Άφησε μας εδώ, θα το πάμε ποδαράτο του είπα σκεπτόμενος πως θα ήμασταν τουλάχιστον απαράδεκτοι αν δε περνούσαμε με τον τρόπο αυτό τη σπουδαίας ιστορικής σημασίας «Γέφυρα των Καταρρακτών» που κατασκευάστηκε το 1905 για να ενώσει οδικώς και σιδηροδρομικώς Ζιμπάμπουε & Ζάμπια, σε ύψος 128 μέτρων πάνω από τον Ζαμβέζη:
Περιττό να σας πω για τις σημαντικής ομορφιάς εικόνες εκατέρωθεν της επιβλητικής αυτής μεταλλικής κατασκευής, καθώς οι εικόνες είναι πάντα ο καλύτερος τρόπος. Από τη μία οι καταρράκτες:
Από την άλλη το φαράγγι και το ποτάμι που ουκ ολίγες δραστηριότητες λαμβάνουν χώρα όπως ράφτινγκ και κανό/καγιάκ, αλλά φυσικά και bungee jumping για τους πιο τολμηρούς:
Περάσαμε σχετικά γρήγορα την 200 μέτρων διαδρομή μέχρι το κουβούκλιο των συνόρων της Ζιμπάμπουε, συναντώντας τον από εκεί οδηγό μας που μας βοήθησε και να ξεμπλέξουμε κάπως πιο εύκολα από τον έλεγχο, παίρνοντας άλλη μια σφραγίδα. Εκεί συναντήσαμε πάλι τις Αμερικανίδες που φτιάχνανε τις βίζες τους πληρώνοντας τα τριανταδόλαρα στον υπάλληλο, εκτιμώντας την Kaza Visa που είχαμε εκδώσει κι έβγαζε τα λεφτά της, σώζοντας μας από τέτοια έξοδα δυο μέρες τώρα:
Πίσω λοιπόν στη βάση μας ξανά για τη συνέχεια,
μετά από μια εκπληκτική εμπειρία!
Ακόμα ένα πρωινό ξύπνημα κοντά στην ώρα που χάραζε. Ακόμα μια μέρα που ξεκινούσε πολύ νωρίς με το κλασσικό δρομολόγιο ως τα σύνορα και την απαραίτητη υπομονή μέχρι να ολοκληρωθούν οι έλεγχοι και να μπει η σφραγίδα της Ζάμπια τη φορά αυτή. Όχι δεν παραπονιέμαι, άλλες δέκα φορές να ξαναπήγαινα το ίδιο θα έκανα, πόσο μάλλον τη μέρα που θα οδηγούσε στο αποκορύφωμα ίσως της εκδρομής!
Ο οδηγός από την άλλη πλευρά των συνόρων μας ξεφόρτωσε στις έξι και μισή στον προκαθορισμένο χώρο, όπου αφού μας έδωσαν από μια πετσέτα, μας φόρεσαν και σωσίβιο για τη διαδρομή με τη βάρκα. Διαβάστε την πινακίδα και υπογράψτε πριν ξεκινήσουμε μας είπε με αυστηρό ύφος ο υπεύθυνος, φορώντας παράλληλα αυτά τα άθλια αλλά υπερβολικά χρήσιμα όπως αποδείχτηκε λαστιχένια παπούτσια:
Αφού συμπληρώσαμε τη μικρή ομάδα των επτά ατόμων, συγκεντρωθήκαμε και κατόπιν υπόδειξης κατεβήκαμε προς τη βάρκα. Δύο εμείς, δύο Αμερικανίδες, άλλοι δύο τύποι σαν παλαίμαχοι πεζοναύτες και μια κοπέλα ακόμα που δε της φαινότανε αλλά το έλεγε η καρδούλα της:
Ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει ν’ ανεβαίνει, κάτι που σήμαινε πως το κρύο ήταν ιδιαιτέρως τσουχτερό ακόμη, με τον οδηγό του ταχύπλοου να έχει όρεξη για τσαχπινιές κάνοντας ελιγμούς ανάμεσα στα βράχια ανεβάζοντας λίγο προκαταβολικά την όρεξη μας:
Χαλάρωσε μόνο όταν η ροή του ποταμού έγινε εντονότερη, με το νέφος από τα νερά και τον εκκωφαντικό θόρυβο των καταρρακτών να διακρίνεται, γεγονός που σηματοδότησε την άφιξη μας στο μεγάλο ζητούμενο. Livingstone Island:
Σύντομα βρεθήκαμε στο χώρο που θα τοποθετούσαμε τα ρούχα μας και όλα τα προσωπικά μας αντικείμενα κλειδώνοντας τα. Το μόνο που θα παίρναμε μαζί μας ήταν η πετσέτα, αλλά κι ένα κινητό τηλέφωνο ανά παρέα για τις απαραίτητες φωτογραφίες. Κατόπιν αυτού η μικρή ομάδα ήταν έτοιμη για να ξεκινήσει:
Η πρώτη στάση ήταν καθαρά φωτογραφική, με φόντο τους επιβλητικούς καταρράκτες ανάμεσα στις δύο χώρες και το κρύο να εξακολουθεί να τσιμπάει ιδιαίτερα:
Μπορεί να φαίνεται παράξενο αλλά δεν είχαμε επιλέξει τυχαία την ώρα αυτής της δραστηριότητας για δύο πολύ συγκεκριμένους λόγους. Αρχικά θέλαμε να χωρέσουμε κάτι ακόμα στη διάρκεια της ημέρας. Αφ’ ετέρου διότι γνωρίζαμε πάρα πολύ καλά πως τις πολύ πρωινές ώρες τα χρώματα ήταν ωραιότερα και οι πιθανότητες εμφάνισης του ουράνιου τόξου πολύ περισσότερες. Δε συμφωνείτε;
*Για να δεσμευτούν θέσεις την επιθυμητή ημέρα και ώρα είχε προηγηθεί επικοινωνία από την πρώτη στιγμή με το κατάλυμα μέσω του οποίου έγινε και η κράτηση σε κόστος 120€ + 25$ φόρος Ζάμπια (μη ξεχνιόμαστε), με τις θέσεις να είναι αρκετά περιορισμένες γενικώς, οπότε όσοι το έχετε σκοπό φροντίστε να μεριμνήσετε εγκαίρως!
Ένα μεγάλο δέντρο καθόριζε τα όρια του ποταμού, την ώρα που οι συμμετέχοντες είχαν γίνει περισσότεροι καθώς μαζί μας κατέφτασε μια ακόμη οκταμελής ομάδα. Από δω και στο εξής η πορεία μας θα συνεχίζονταν μέσω του νερού, οπότε οφείλαμε ν’ αφήσουμε τις πετσέτες στα κλαδιά του δέντρου και να παραδώσουμε τα κινητά μας για να μπούνε στην ειδική αδιάβροχη θήκη:
(όπως είναι λογικό και καταλαβαίνετε για το επόμενο διάστημα η αφήγηση δε θα περιλαμβάνει φωτογραφίες)
Ήταν η στιγμή που οι -τέσσερις τον αριθμό- οδηγοί που μας συνόδευαν μας διαχώρισαν σε όσους ξέρουν κι όσους όχι να κολυμπούν, κάτι που με ξένισε λίγο μιας και δε μπορούσα να διανοηθώ πως ξεκινάει κάποιος για ένα τέτοιο εγχείρημα χωρίς να ξέρει κολύμπι…
Περνώντας πιασμένοι χέρι-χέρι τις γλιστερές πέτρες της αρχής που βλέπετε στην προηγούμενη φωτογραφία κι έχοντας μπροστά μας τον έναν οδηγό που προηγούνταν ελέγχοντας το ποτάμι για ζώα (!) άλλα παράλληλα κι εμάς, ξεκινήσαμε το κολύμπι για λίγα μέτρα με προσοχή πάντα στην κατεύθυνση καθώς η ροή του ποταμού μπορούσε να σε παρασύρει αν έκανες κάτι περιττό. Οι υπόλοιποι συνέχιζαν με ανάλογη διαδικασία από άλλο σημείο, κρατώντας ένα μεγάλο σχοινί που περνούσε πέρα ως πέρα από τα βράχια.
Το παράδοξο ήταν πως η θερμοκρασία του νερού που αρχικά με προβλημάτιζε ήταν εξαιρετική, με αποτέλεσμα να προτιμώ αυτό παρά την αναγκαστική αναμονή στο βράχο που είχαμε συγκεντρωθεί ξανά όλοι, πάνω από το σημείο όπου θα βουτούσαμε. Δε συζητώ για τυχόν φόβο για κροκόδειλους (που βλέπαμε στον ποταμό δυο μέρες τώρα) ή άλλα ζώα, εκείνη την ώρα όμως δε σκέφτεσαι τίποτα παρά μόνο αυτό που ετοιμάζεσαι να κάνεις!
Ο έμπειρος φωτογράφος-οδηγός έπιασε το κινητό μου στα χέρια του, οπότε κατάλαβα πως είχε έρθει η σειρά μου για να βουτήξω, κατεβαίνοντας χαλαρά από τα βράχια κι όχι με βουτιά-μπόμπα όπως οι Αμερικανοί που είχα δει προηγουμένως, ίσως από φόβο, ίσως από σύνεση. Οι άλλοι δύο που βρίσκονταν ήδη μέσα, μου έδωσαν οδηγίες για το πώς πρέπει να κινούμαι, πως να ζητήσω άμα χρειαστώ το σχοινί, αλλά και για να μη φοβηθώ τα ψάρια που τσιμπούσαν συνεχώς, λες κι αυτό ήταν το πρόβλημα.
Γεγονός ήταν πως δίχως ακόμη να το πιστεύω βρισκόμουν μέσα στη λεγόμενη «Devils Pool» όπως την ονομάζουν οι ντόπιοι, τη φυσική πισίνα που σχηματίζεται στο χείλος του γκρεμού των 108 μέτρων που χύνεται με μεγαλειώδη τρόπο ο ποταμός Ζαμβέζης, δημιουργώντας ένα μοναδικό, εξωπραγματικό κι ανεπανάληπτο σκηνικό.
Το φυσικό τοιχίο που σχηματίζει η πισίνα σε προστατεύει εφόσον επιπλέεις σε όρθια θέση βάζοντας κόντρα στη μικρή ροή, που λόγω της εποχής της ξηρασίας που διανύαμε έκανε τα πράγματα κάπως ευκολότερα, όχι πως νομίζω ότι είναι επισκέψιμη βέβαια στην εποχή της υπερχείλισης. Για τις ανάγκες όμως της φωτογράφησης κι εφόσον ήθελες, μπορούσες να ξαπλώσεις πάνω στο βράχο, κοιτάζοντας την άβυσσο κάτω σου με τους δύο οδηγούς να έχουν κυριολεκτικά τη ζωή σου στα χέρια τους κρατώντας σε από τα πόδια, ειδάλλως αντίο, σε παρέσυρε το ρέμα που λέει και το άσμα:
Μπορεί ο θόρυβος των καταρρακτών να είναι σχεδόν εκκωφαντικός, όμως εκείνη την ώρα που η αδρεναλίνη ανεβαίνει κατακόρυφα οι αισθήσεις μοιάζουν όλες σε όξυνση, αν όχι σε υπερδιέγερση όπως είναι λογικό. Μετά από λίγα λεπτά ακολούθησε βουτώντας κι ο Νίκος, προκειμένου να βγούμε τις πολυπόθητες φωτογραφίες από μια στιγμή που θα μείνει στη μνήμη μας ανεξίτηλα θέλω να πιστεύω, προτού συνεχίσει κι αυτός μόνος του.
Νομίζω μπορείτε να καταλάβετε τώρα γιατί επιλέξαμε αυτή την ώρα κι όχι κάποια μεταγενέστερη το μεσημέρι:
Βγήκα έξω περιμένοντας με πολύ περίεργα συναισθήματα που δεν ήμουν σε θέση να διαχειριστώ την ώρα εκείνη. Δε ξέρω αν ήταν το μεγαλείο της φύσης ή το δέος της στιγμής όταν ξαφνικά βρίσκεσαι να βουτάς στην άκρη του πουθενά, αυτό που μπορώ να πω όμως σίγουρα ήταν πως δεν υπήρξε φόβος την παραμικρή στιγμή για κάτι που εν τέλει άξιζε με το παραπάνω!
Μόλις βγήκε κι ο Νίκος και πήραμε το κινητό στα χέρια μας, προχωρήσαμε πάνω στα βράχια σε ένα άλλο σημείο αναμονής παρακαλώντας τρέμοντας τον ήλιο να σηκωθεί κι άλλο για να στεγνώσουμε, καθώς είχαμε ακόμα αρκετά λεπτά μέχρι να ολοκληρώσουν όλοι τη βουτιά τους για να γυρίσουμε στις πετσέτες μας. Αυτό ήταν -ευτυχώς για λίγο- το πιο δύσκολο σημείο, με τον καιρό τελικά να ζεσταίνει, ή απλά εμάς να συνηθίζουμε:
*Για να καταλάβετε ακριβώς που βρίσκεται, το βελάκι δείχει το σημείο της πισίνας, ακριβώς πάνω από το βράχο που περιμένουν όλοι για να βουτήξουν.
Με την ομάδα να συγκεντρώνεται και τα κινητά να μπαίνουν πάλι στην αδιαβροχοποίηση ξεκινήσαμε βουτώντας στο σημείο που βλέπετε τέρμα δεξιά, κολυμπώντας για λίγα μέτρα την ανάποδη διαδρομή και βγαίνοντας κατόπιν πιασμένοι από τα χέρια λες και χορεύαμε τσάμικο, αναζητώντας τη θαλπωρή της μπουρνουζοπετσέτας. Η περιπέτεια είχε λάβει τέλος:
Ήταν ώρα για να πιούμε μερικές γουλιές ζεστού καφέ στον ιδικά διαμορφωμένο χώρο όπου θα μας σέρβιραν και το πολύ ωραίο πρωινό όπως προβλέπονταν από το πρόγραμμα, έχοντας ήδη αλλάξει και φορέσει τα στεγνά μας ρουχαλάκια. Εντός αυτής της ολιγόλεπτης αναμονής βρήκα κι εγώ την ευκαιρία να πάρω στα χέρια μου τη φωτογραφική και να φτάσω ως το σημείο που ήμασταν πριν και την αρχή του ποταμού, βλέποντας ένα εκπληκτικό ουράνιο τόξο:
Γύρισα όμως και προς τα πίσω, μέχρι το σημείο του καταρράκτη που βγήκαμε φωτογραφία νωρίτερα το πρωί, δίπλα από το μνημείο του David Livingstone, του πρώτου Ευρωπαίου εξερευνητή που τους αντίκρισε και τους έκανε γνωστούς στον υπόλοιπο κόσμο κατά το 1855:
Με συνοπτικές διαδικασίες, ανάλαφροι, κι ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στις φάτσες μας μπήκαμε στο μικρό ταχύπλοο για να γυρίσουμε στο σημείο εκκίνησης του ξενοδοχείου Royal Livingstone, όπου έπρεπε και να επιστρέψουμε σωσίβια, πετσέτες και λαστιχένια παπούτσια.
Ο οδηγός μας περίμενε ήδη, οπότε δίχως καθυστερήσεις αναχωρήσαμε προς τα σύνορα όπου έπρεπε για άαααααλλη μια φορά να περάσουμε την κουραστική διαδικασία παίρνοντας άαααααλλη μια σφραγίδα στο διαβατήριο μας, με την πολυκοσμία που επικρατούσε να αυξάνει την αναμονή.
Άφησε μας εδώ, θα το πάμε ποδαράτο του είπα σκεπτόμενος πως θα ήμασταν τουλάχιστον απαράδεκτοι αν δε περνούσαμε με τον τρόπο αυτό τη σπουδαίας ιστορικής σημασίας «Γέφυρα των Καταρρακτών» που κατασκευάστηκε το 1905 για να ενώσει οδικώς και σιδηροδρομικώς Ζιμπάμπουε & Ζάμπια, σε ύψος 128 μέτρων πάνω από τον Ζαμβέζη:
Περιττό να σας πω για τις σημαντικής ομορφιάς εικόνες εκατέρωθεν της επιβλητικής αυτής μεταλλικής κατασκευής, καθώς οι εικόνες είναι πάντα ο καλύτερος τρόπος. Από τη μία οι καταρράκτες:
Από την άλλη το φαράγγι και το ποτάμι που ουκ ολίγες δραστηριότητες λαμβάνουν χώρα όπως ράφτινγκ και κανό/καγιάκ, αλλά φυσικά και bungee jumping για τους πιο τολμηρούς:
Περάσαμε σχετικά γρήγορα την 200 μέτρων διαδρομή μέχρι το κουβούκλιο των συνόρων της Ζιμπάμπουε, συναντώντας τον από εκεί οδηγό μας που μας βοήθησε και να ξεμπλέξουμε κάπως πιο εύκολα από τον έλεγχο, παίρνοντας άλλη μια σφραγίδα. Εκεί συναντήσαμε πάλι τις Αμερικανίδες που φτιάχνανε τις βίζες τους πληρώνοντας τα τριανταδόλαρα στον υπάλληλο, εκτιμώντας την Kaza Visa που είχαμε εκδώσει κι έβγαζε τα λεφτά της, σώζοντας μας από τέτοια έξοδα δυο μέρες τώρα:
Πίσω λοιπόν στη βάση μας ξανά για τη συνέχεια,
μετά από μια εκπληκτική εμπειρία!
Last edited by a moderator:


