psilos3
Member
- Μηνύματα
- 7.996
- Likes
- 64.811
- Επόμενο Ταξίδι
- ;
- Ταξίδι-Όνειρο
- Αναζητείται!
Περιεχόμενα
- Κεφάλαιο 1
- Άλλη μια ιδιαίτερη προετοιμασία
- Θεσσαλονίκη – Κέιπ Τάουν με μια ανάσα
- Οι αποικιακές πόλεις & ο δρόμος του κρασιού
- Οινοποιείων συνέχεια και το Σαββατόβραδο στο κέντρο
- Στις ανεπανάληπτες ομορφιές του Cape Town
- Αναζητώντας την Καλή Ελπίδα
- Ραντεβού με τη σκληρή ιστορία
- Από την προκυμαία μέχρι τα μπαρ
- Επιστροφή στην Addis Ababa
- Ένα ηλιοβασίλεμα στον Ζαμβέζη
- Σαφάρι στο πάρκο Chobe
- Botswana, από νερού και ξηράς
- Επιστροφή στη βάση μας
- Στην πισίνα του Διαβόλου
- Το θαύμα της Ζιμπάμπουε
- Μια βόλτα ακόμη και πίσω στην Ελλάδα
- Ταξιδιωτικός απολογισμός και συμπεράσματα
Ένα ηλιοβασίλεμα στον Ζαμβέζη
Το εγερτήριο ήταν και πάλι βάρβαρο, στις πέντε το πρωί, ξέραμε όμως από την κράτηση ακόμα αυτή της στενών πλαισίων εκδρομής πως είναι ένα «τίμημα» της. Κανένα πρόβλημα.
Ετοιμαστήκαμε κοιτάζοντας από το παράθυρο την πρωινή θέα της Addis Ababa που εκείνη την ώρα ξυπνούσε, ήπιαμε ένα δυνατό καφέ στο χώρο του πρωινού και μαζί με μια παρέα από Κινέζες μπήκαμε στο μικρό λεωφορείο για το αεροδρόμιο, αυτό το εντελώς κουραστικό όπως ξαναέγραψα αεροδρόμιο με τους διπλούς ελέγχους κι ασφυκτικά πολύ κόσμο.
Η διαμονή μας στο σαλόνι της Ethiopian ήταν σύντομη, όπως σύντομη και χαλαρή αποδείχτηκε και η πτήση, παρόλο που η επιβίβαση ήταν καθαρά Αφρικανική, χωρίς προτεραιότητες, με αδικαιολόγητες αναμονές, μη επαρκή αριθμό λεωφορείων εξυπηρέτησης κι άλλα τέτοια ευτράπελα που αποδείκνυαν συνεχώς την ανοργανωσιά του μέρους.
Μικρό το κακό, μεγάλο το συναίσθημα, καθώς στην πρώτη θέα του ποταμού ανάμεσα στις απέραντες άνυδρες εκτάσεις όλα αυτά είχαν ήδη ξεχαστεί:
Για καλή μας τύχη την ώρα που αφιχθήκαμε στο αεροδρόμιο VFA ήμασταν η μόνη πτήση, έτσι οι διαδικασίες κύλησαν ομαλά και αρκετά γρήγορα. Για αρχή πραγματοποιήθηκε ο έλεγχος στα υγειονομικού τύπου διαβατήρια μας σχετικά με τον εμβολιασμό έναντι στον κίτρινο πυρετό. Ακολούθως αυτός του εντύπου που είχαμε ήδη συμπληρώσει μέσα στο αεροπλάνο κι έπειτα ο έλεγχος των διαβατηρίων μας ταυτόχρονα με την έκδοση της KAZA UNIVISA (το τονίζω γιατί έχει σημασία) πληρώνοντας με μετρητά και το σφράγισμα τους, δίπλα στον ειδικά διαμορφωμένο σκηνικό με τους τεχνητούς καταρράκτες:
*Η KAZA UNIVISA αποτελεί την προτιμώμενη εκδοχή τουριστικής Βίζας, καθώς με κόστος 50$ σου επιτρέπει την απεριόριστη διέλευση μεταξύ των χωρών της Ζιμπάμπουε, της Ζάμπιας, της Μποτσουάνα, Ναμίμπια και Αγκόλα κατόπιν διακρατικής συμφωνίας και θα δείτε στη συνέχεια της ιστορίας πόσο χρήσιμη αποδείχτηκε. Πολλοί που δε γνωρίζουν (κάτι Αμερικανάκια συνήθως) την πατάνε, πληρώνοντας τα 30δόλαρα κάθε φορά που περνάνε τα σύνορα. Μη κάνετε το ίδιο λάθος αν το έχετε σκοπό…
Αυτό που σίγουρα δεν περιμέναμε μετά από τόσες και τόσες συνεπείς αντιμετωπίσεις ήταν να μας κρεμάσει ο οδηγός του οχήματος που είχαμε κλείσει μέσω της Booking (33$) που περιμέναμε ξεροσταλιάζοντας υπό τους ήχους της μπάντας καλωσορίσματος των τουριστών (!) στην πόρτα των αφίξεων. Την ώρα που βγάζαμε τοπική κάρτα SIM (13$) μας πλησίασε ο γενικός κουμανταδόρος των ταξί και κατόπιν υπόδειξης ειδοποίησε τον οδηγό τηλεφωνικά, ο οποίος αρνήθηκε να μας παραλάβει παραπέμποντας σε άλλον οδηγό παρόλο που είχαμε πληρώσει.
Η μικρή παρεξήγηση λύθηκε τελικά με τη μεταφορά μας από άλλο όχημα χωρίς κόστος, θα τα βρίσκανε οι δυο τους με κάποιο τρόπο, δε μας ένοιαζε κιόλας. Αυτό που είχε σημασία ήταν πως αρκετά νωρίτερα απ’ όσο υπολογίζαμε βρισκόμασταν στη δροσερή αυλή του Hostel που είχαμε κλείσει πίνοντας την πρώτη παγωμένη της ημέρας:
Η επιτακτική ανάγκη για μερικά πρώτα ψώνια μας οδήγησε εκτός καταλύματος, αφού πρώτα βγάλαμε συνεννόηση σχετικά με τις δραστηριότητες, με σκοπό μια πρώτη αναγνωριστική βόλτα στο μέρος που θα μας φιλοξενούσε:
Οι παραστάσεις είχαν αλλάξει εντελώς αυτή τη φορά, με τις εικόνες της περισσότερο «αντιπροσωπευτικής» Αφρικής αν μπορώ να το θέσω έτσι να μας κατακλύζουν αμέσως, μιας και η μικρή πόλη των 30.000 κατοίκων με το όνομα Victoria Falls, βρίσκεται εξ’ ολοκλήρου εντός Εθνικού πάρκου, με ότι συνεπάγεται κάτι τέτοιο:
Ίσως από την άλλη όλο αυτό να ήταν και κάπως υπερβολικό στο μυαλό μας, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουμε τη μικρή γωνιά του πλανήτη στην οποία πατούσαμε εδώ και λίγη ώρα με το όνομα Ζιμπάμπουε:
Ο χρόνος αρκούσε για να τσιμπήσουμε κάτι και να πιούμε ένα δροσερό στην αυλή μέχρι το ρολόι να δείξει 16:00, όπου θα ξεκινούσε η δραστηριότητα μας, την οποία είχαμε κλείσει μέσω πρότερης συνεννόησης με το κατάλυμα σε κόστος 40$ κατ’ άτομο. Έπρεπε να εκμεταλλευτούμε τις διαθέσιμες ώρες, μιας και ο περιορισμένος χρόνος μας δε δικαιολογούσε αναβολές.
Το μικρό λεωφορείο ήταν στην ώρα του και μαζεύοντας άλλους επίσης τουρίστες από τα τριγύρω καταλύματα, μας ξεφόρτωσε στις όχθες του ποταμού κανένα τέταρτο αργότερα:
Ομολογώ πως ξαφνιαστήκαμε αρχικά με την απεραντοσύνη του ποταμού, όχι όμως με τη φύση της δραστηριότητας που θα κάναμε. Παρατήρηση ζώων, ηλιοβασίλεμα στο μικρό σκάφος και απεριόριστη χρήση του μπαρ συν ελαφρύ φαγητό. Κάποιοι πονηροί θα βιαστούν να πούνε ότι αυτό το τελευταίο αποτέλεσε την αφορμή να κλείσουμε τη συγκεκριμένη εκδρομή, όμως έχουμε αποδείξει πολλάκις πως δεν είμαστε τέτοιοι άνθρωποι.
Το μικρό πλοιάριο ξεκίνησε σχεδόν αμέσως, αφού πρώτα σερβιρίστηκαν άπαντες, μ’ εμάς να ξεκινάμε συνεσταλμένα πίνοντας για πρώτη φορά την τοπική μπύρα με το πιο κατάλληλο νομίζω όνομα για την περίσταση:
Εκτός από εμένα που στεκόμουν όρθιος για να εξασκήσω το χόμπι μου στη φωτογραφία, οι υπόλοιποι περνούσαν την ώρα τους αραχτοί, όταν ξαφνικά το μεγάλο ερπετό έκανε την εμφάνιση του, με το στόμα ανοικτό κι έτοιμο για παν ενδεχόμενο:
Θα έλεγε κανείς ότι σταθήκαμε πολύ τυχεροί, βλέποντας τον κροκόδειλο να κάνει τη βουτιά του και να μας πλησιάζει αρκετά, κοιτώντας μας μάλλον όχι με τις καλύτερες των προθέσεων, μέχρι το σκάφος να εκκινήσει ξανά:
Όπως διαπιστώσαμε το σημείο ήταν πολυσύχναστο, με αρκετά παρεμφερή σκάφη να πραγματοποιούν την ίδια διέλευση στο ποτάμι, δραστηριότητα που προσφέρεται επίσης και από την πλευρά της γειτονικής Ζάμπιας:
Ο ήλιος είχε ξεκινήσει ήδη να παίρνει την κάτω βόλτα πλάι στη μαγευτική φύση εκατέρωθεν του ποταμού, γεγονός που ήταν έτσι κι αλλιώς ζητούμενο, όπως καλή ώρα η δεύτερη μπύρα που τελείωνε κι αυτή:
Είχε έρθει η ώρανα το γυρίσουμε στις βότκες να συνομιλήσουμε για λίγο με τους εργαζόμενους του σκάφους μαθαίνοντας περισσότερες πληροφορίες όπως για παράδειγμα τα ζώα που θα μπορούσαμε να δούμε αλλά και την απόσταση (κοντά 200 μέτρα) μεταξύ των όχθεων, χωρίς να χάσουμε την ευκαιρία για μια αναμνηστική φωτογραφία μαζί τους, ακούγοντας και τη μυθική ατάκα «ρε παιδιά τόσα ποτά έχουμε, γιατί δε τα πίνετε;» Δε φταίμε...
Ηλιοβασίλεμα στον Ζαμβέζη. Το έλεγα και το ξαναέλεγα, με τις αισθήσεις να οξύνονται πολύ περισσότερο με όσα ανεπανάληπτα βλέπαμε μπροστά μας στα ζωογόνα νερά του.
Λίγους μήνες πριν στον Μενκόγκ του Λάος, τώρα εδώ στη Ζιμπάμπουε, διαπιστώνοντας πως η απίστευτη αυτή φυσική ομορφιά δύσκολα χωράει στις εικόνες της φωτογραφικής αλλά πολύ πιο εύκολα στο μυαλό και την καρδιά μας.
Πάλι καλά που μεταξύ του τρίτου, μπορεί και τέταρτου ποτού δεν είμαι σίγουρος, καταφέραμε να προλάβουμε για λίγο τον ιπποπόταμο που ξαφνικά αναδύθηκε ενοχλημένος. Βασικά να λέμε καλά που τον είδαμε, αν και με όσα είχαμε πιει συνολικά οι επιβάτες θα μπορούσαμε να δούμε και μονόκερω, δε το αποκλείω:
Χαιρετήσαμε το πλήρωμα, πήραμε μια μπύρα πακέτο και ανάμεσα σε στιγμές μεγάλης ευφορίας μπήκαμε στο λεωφορείο που μας περίμενε, μ’ έναν Αφρικανό τουρίστα που σε όλη την εκδρομή στόμα είχε και μιλιά δεν είχε (παρά μόνο όρεξη για πιώμα) να δίνει ρεσιτάλ τραγουδιστικής ερμηνείας, με τις φίλες του να μη κάθονται λεπτό χορεύοντας ασταμάτητα. Τρομερά πράγματα.
Κάπως έτσι γιούχου φτάσαμε στο χόστελ, όπου φάγαμε εν συντομία την πολύ νόστιμη πίτσα τους, ήπιαμε νομίζω άλλο ένα και καταλήξαμε για ύπνο αποκαμωμένοι γεμάτοι εικόνες αλλά και οινόπνευμα. Πρώτη μέρα σε ξένη χώρα, να μη το γιορτάσουμε λίγο;
Το εγερτήριο ήταν και πάλι βάρβαρο, στις πέντε το πρωί, ξέραμε όμως από την κράτηση ακόμα αυτή της στενών πλαισίων εκδρομής πως είναι ένα «τίμημα» της. Κανένα πρόβλημα.
Ετοιμαστήκαμε κοιτάζοντας από το παράθυρο την πρωινή θέα της Addis Ababa που εκείνη την ώρα ξυπνούσε, ήπιαμε ένα δυνατό καφέ στο χώρο του πρωινού και μαζί με μια παρέα από Κινέζες μπήκαμε στο μικρό λεωφορείο για το αεροδρόμιο, αυτό το εντελώς κουραστικό όπως ξαναέγραψα αεροδρόμιο με τους διπλούς ελέγχους κι ασφυκτικά πολύ κόσμο.
Η διαμονή μας στο σαλόνι της Ethiopian ήταν σύντομη, όπως σύντομη και χαλαρή αποδείχτηκε και η πτήση, παρόλο που η επιβίβαση ήταν καθαρά Αφρικανική, χωρίς προτεραιότητες, με αδικαιολόγητες αναμονές, μη επαρκή αριθμό λεωφορείων εξυπηρέτησης κι άλλα τέτοια ευτράπελα που αποδείκνυαν συνεχώς την ανοργανωσιά του μέρους.
Μικρό το κακό, μεγάλο το συναίσθημα, καθώς στην πρώτη θέα του ποταμού ανάμεσα στις απέραντες άνυδρες εκτάσεις όλα αυτά είχαν ήδη ξεχαστεί:
Για καλή μας τύχη την ώρα που αφιχθήκαμε στο αεροδρόμιο VFA ήμασταν η μόνη πτήση, έτσι οι διαδικασίες κύλησαν ομαλά και αρκετά γρήγορα. Για αρχή πραγματοποιήθηκε ο έλεγχος στα υγειονομικού τύπου διαβατήρια μας σχετικά με τον εμβολιασμό έναντι στον κίτρινο πυρετό. Ακολούθως αυτός του εντύπου που είχαμε ήδη συμπληρώσει μέσα στο αεροπλάνο κι έπειτα ο έλεγχος των διαβατηρίων μας ταυτόχρονα με την έκδοση της KAZA UNIVISA (το τονίζω γιατί έχει σημασία) πληρώνοντας με μετρητά και το σφράγισμα τους, δίπλα στον ειδικά διαμορφωμένο σκηνικό με τους τεχνητούς καταρράκτες:
*Η KAZA UNIVISA αποτελεί την προτιμώμενη εκδοχή τουριστικής Βίζας, καθώς με κόστος 50$ σου επιτρέπει την απεριόριστη διέλευση μεταξύ των χωρών της Ζιμπάμπουε, της Ζάμπιας, της Μποτσουάνα, Ναμίμπια και Αγκόλα κατόπιν διακρατικής συμφωνίας και θα δείτε στη συνέχεια της ιστορίας πόσο χρήσιμη αποδείχτηκε. Πολλοί που δε γνωρίζουν (κάτι Αμερικανάκια συνήθως) την πατάνε, πληρώνοντας τα 30δόλαρα κάθε φορά που περνάνε τα σύνορα. Μη κάνετε το ίδιο λάθος αν το έχετε σκοπό…
Αυτό που σίγουρα δεν περιμέναμε μετά από τόσες και τόσες συνεπείς αντιμετωπίσεις ήταν να μας κρεμάσει ο οδηγός του οχήματος που είχαμε κλείσει μέσω της Booking (33$) που περιμέναμε ξεροσταλιάζοντας υπό τους ήχους της μπάντας καλωσορίσματος των τουριστών (!) στην πόρτα των αφίξεων. Την ώρα που βγάζαμε τοπική κάρτα SIM (13$) μας πλησίασε ο γενικός κουμανταδόρος των ταξί και κατόπιν υπόδειξης ειδοποίησε τον οδηγό τηλεφωνικά, ο οποίος αρνήθηκε να μας παραλάβει παραπέμποντας σε άλλον οδηγό παρόλο που είχαμε πληρώσει.
Η μικρή παρεξήγηση λύθηκε τελικά με τη μεταφορά μας από άλλο όχημα χωρίς κόστος, θα τα βρίσκανε οι δυο τους με κάποιο τρόπο, δε μας ένοιαζε κιόλας. Αυτό που είχε σημασία ήταν πως αρκετά νωρίτερα απ’ όσο υπολογίζαμε βρισκόμασταν στη δροσερή αυλή του Hostel που είχαμε κλείσει πίνοντας την πρώτη παγωμένη της ημέρας:
Η επιτακτική ανάγκη για μερικά πρώτα ψώνια μας οδήγησε εκτός καταλύματος, αφού πρώτα βγάλαμε συνεννόηση σχετικά με τις δραστηριότητες, με σκοπό μια πρώτη αναγνωριστική βόλτα στο μέρος που θα μας φιλοξενούσε:
Οι παραστάσεις είχαν αλλάξει εντελώς αυτή τη φορά, με τις εικόνες της περισσότερο «αντιπροσωπευτικής» Αφρικής αν μπορώ να το θέσω έτσι να μας κατακλύζουν αμέσως, μιας και η μικρή πόλη των 30.000 κατοίκων με το όνομα Victoria Falls, βρίσκεται εξ’ ολοκλήρου εντός Εθνικού πάρκου, με ότι συνεπάγεται κάτι τέτοιο:
Ίσως από την άλλη όλο αυτό να ήταν και κάπως υπερβολικό στο μυαλό μας, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουμε τη μικρή γωνιά του πλανήτη στην οποία πατούσαμε εδώ και λίγη ώρα με το όνομα Ζιμπάμπουε:
Ο χρόνος αρκούσε για να τσιμπήσουμε κάτι και να πιούμε ένα δροσερό στην αυλή μέχρι το ρολόι να δείξει 16:00, όπου θα ξεκινούσε η δραστηριότητα μας, την οποία είχαμε κλείσει μέσω πρότερης συνεννόησης με το κατάλυμα σε κόστος 40$ κατ’ άτομο. Έπρεπε να εκμεταλλευτούμε τις διαθέσιμες ώρες, μιας και ο περιορισμένος χρόνος μας δε δικαιολογούσε αναβολές.
Το μικρό λεωφορείο ήταν στην ώρα του και μαζεύοντας άλλους επίσης τουρίστες από τα τριγύρω καταλύματα, μας ξεφόρτωσε στις όχθες του ποταμού κανένα τέταρτο αργότερα:
Ομολογώ πως ξαφνιαστήκαμε αρχικά με την απεραντοσύνη του ποταμού, όχι όμως με τη φύση της δραστηριότητας που θα κάναμε. Παρατήρηση ζώων, ηλιοβασίλεμα στο μικρό σκάφος και απεριόριστη χρήση του μπαρ συν ελαφρύ φαγητό. Κάποιοι πονηροί θα βιαστούν να πούνε ότι αυτό το τελευταίο αποτέλεσε την αφορμή να κλείσουμε τη συγκεκριμένη εκδρομή, όμως έχουμε αποδείξει πολλάκις πως δεν είμαστε τέτοιοι άνθρωποι.
Το μικρό πλοιάριο ξεκίνησε σχεδόν αμέσως, αφού πρώτα σερβιρίστηκαν άπαντες, μ’ εμάς να ξεκινάμε συνεσταλμένα πίνοντας για πρώτη φορά την τοπική μπύρα με το πιο κατάλληλο νομίζω όνομα για την περίσταση:
Εκτός από εμένα που στεκόμουν όρθιος για να εξασκήσω το χόμπι μου στη φωτογραφία, οι υπόλοιποι περνούσαν την ώρα τους αραχτοί, όταν ξαφνικά το μεγάλο ερπετό έκανε την εμφάνιση του, με το στόμα ανοικτό κι έτοιμο για παν ενδεχόμενο:
Θα έλεγε κανείς ότι σταθήκαμε πολύ τυχεροί, βλέποντας τον κροκόδειλο να κάνει τη βουτιά του και να μας πλησιάζει αρκετά, κοιτώντας μας μάλλον όχι με τις καλύτερες των προθέσεων, μέχρι το σκάφος να εκκινήσει ξανά:
Όπως διαπιστώσαμε το σημείο ήταν πολυσύχναστο, με αρκετά παρεμφερή σκάφη να πραγματοποιούν την ίδια διέλευση στο ποτάμι, δραστηριότητα που προσφέρεται επίσης και από την πλευρά της γειτονικής Ζάμπιας:
Ο ήλιος είχε ξεκινήσει ήδη να παίρνει την κάτω βόλτα πλάι στη μαγευτική φύση εκατέρωθεν του ποταμού, γεγονός που ήταν έτσι κι αλλιώς ζητούμενο, όπως καλή ώρα η δεύτερη μπύρα που τελείωνε κι αυτή:
Είχε έρθει η ώρα

Ηλιοβασίλεμα στον Ζαμβέζη. Το έλεγα και το ξαναέλεγα, με τις αισθήσεις να οξύνονται πολύ περισσότερο με όσα ανεπανάληπτα βλέπαμε μπροστά μας στα ζωογόνα νερά του.
Λίγους μήνες πριν στον Μενκόγκ του Λάος, τώρα εδώ στη Ζιμπάμπουε, διαπιστώνοντας πως η απίστευτη αυτή φυσική ομορφιά δύσκολα χωράει στις εικόνες της φωτογραφικής αλλά πολύ πιο εύκολα στο μυαλό και την καρδιά μας.
Πάλι καλά που μεταξύ του τρίτου, μπορεί και τέταρτου ποτού δεν είμαι σίγουρος, καταφέραμε να προλάβουμε για λίγο τον ιπποπόταμο που ξαφνικά αναδύθηκε ενοχλημένος. Βασικά να λέμε καλά που τον είδαμε, αν και με όσα είχαμε πιει συνολικά οι επιβάτες θα μπορούσαμε να δούμε και μονόκερω, δε το αποκλείω:
Χαιρετήσαμε το πλήρωμα, πήραμε μια μπύρα πακέτο και ανάμεσα σε στιγμές μεγάλης ευφορίας μπήκαμε στο λεωφορείο που μας περίμενε, μ’ έναν Αφρικανό τουρίστα που σε όλη την εκδρομή στόμα είχε και μιλιά δεν είχε (παρά μόνο όρεξη για πιώμα) να δίνει ρεσιτάλ τραγουδιστικής ερμηνείας, με τις φίλες του να μη κάθονται λεπτό χορεύοντας ασταμάτητα. Τρομερά πράγματα.
Κάπως έτσι γιούχου φτάσαμε στο χόστελ, όπου φάγαμε εν συντομία την πολύ νόστιμη πίτσα τους, ήπιαμε νομίζω άλλο ένα και καταλήξαμε για ύπνο αποκαμωμένοι γεμάτοι εικόνες αλλά και οινόπνευμα. Πρώτη μέρα σε ξένη χώρα, να μη το γιορτάσουμε λίγο;
Last edited by a moderator:

