psilos3
Member
- Μηνύματα
- 8.006
- Likes
- 64.858
- Επόμενο Ταξίδι
- ;
- Ταξίδι-Όνειρο
- Αναζητείται!
Περιεχόμενα
- Κεφάλαιο 1
- Άλλη μια ιδιαίτερη προετοιμασία
- Θεσσαλονίκη – Κέιπ Τάουν με μια ανάσα
- Οι αποικιακές πόλεις & ο δρόμος του κρασιού
- Οινοποιείων συνέχεια και το Σαββατόβραδο στο κέντρο
- Στις ανεπανάληπτες ομορφιές του Cape Town
- Αναζητώντας την Καλή Ελπίδα
- Ραντεβού με τη σκληρή ιστορία
- Από την προκυμαία μέχρι τα μπαρ
- Επιστροφή στην Addis Ababa
- Ένα ηλιοβασίλεμα στον Ζαμβέζη
- Σαφάρι στο πάρκο Chobe
- Botswana, από νερού και ξηράς
- Επιστροφή στη βάση μας
- Στην πισίνα του Διαβόλου
- Το θαύμα της Ζιμπάμπουε
- Μια βόλτα ακόμη και πίσω στην Ελλάδα
- Ταξιδιωτικός απολογισμός και συμπεράσματα
Μια βόλτα ακόμη και πίσω στην Ελλάδα
Μετρημένα πράγματα. Μόλις είχαμε ολοκληρώσει όλες τις «υποχρεώσεις» της εκδρομής, με τις ώρες που απέμεναν σ’ αυτή να είναι δυστυχώς λίγες, κάτι που εκ των προτέρων γνωρίζαμε και δε μπορούσαμε να αλλάξουμε.
Ο Νίκος ψώνισε μερικά αναμνηστικά από το παζάρι απέναντι στην είσοδο των καταρρακτών, κάτι που σκέφτηκα να κάνω κι εγώ αλλά το απέφυγα μιας και δεν είχα την απαιτούμενη έμπνευση:
Πάμε στο διυλιστήριο να πιούμε κανένα τζινάκι, σκάσαμε με τόση ζέστη συμφωνήσαμε και οι δύο μ’ ένα στόμα – μια φωνή, επιστρέφοντας έτσι προς το κέντρο της μικρής πόλης. Όχι μόνοι, καθώς μια παρέα αγριόχοιρων κατέβηκε σχεδόν μαζί μας για τη βόλτα της κι ευτυχώς να λέμε που δεν ανηφόρισε προς το μπαρ:
Στο ίδιο μοτίβο των τζιν αλλά με φαγητό στο διπλανό εστιατόριο συνεχίστηκε εκείνο το απόγευμα, με τη μερίδα που βλέπετε να είναι αρκετά καλή και να κοστίζει 15$ αν θυμάμαι σωστά.
Φάγαμε και ήπιαμε δίπλα στις γραμμές του τρένου όπου βρίσκεται αυτό το όμορφο μαγαζί όπου μέχρι και το μπαρ του είναι βαγόνι, όταν ακούσαμε αρχικά και είδαμε στη συνέχεια το αρκετά παλιό διερχόμενο μέσο που έγινε αμέσως στόχος επιδρομής των μαϊμούδων της περιοχής:
Ανεβήκαμε από τον κεντρικό προς το hostel τη στιγμή που όλη η πόλη βρισκόταν σε αυξημένη ροή κίνησης, μιας και όλοι τέτοια περίπου ώρα επιστρέφουν από τις δραστηριότητες και ξεκινάνε τις βόλτες τους. Εξοικειωμένοι πλέον με τα όσα εδώ και μέρες βλέπαμε, δε μας έκαναν εντύπωση οι μπαμπουίνοι που μασουλούσαν τη λεία τους λίγα μέτρα παραδίπλα:
Με το χρόνο να πιέζει ασφυκτικά δεν αργήσαμε καθόλου να ετοιμαστούμε και να ξαναβγούμε, αρχής γενομένης από το ίδιο μας το κατάλυμα όπου κάθε Παρασκευή & Σάββατο είχε παρτάκι, προς ώρας όμως ήταν πολύ χαλαρά, έτσι αφού αρκεστήκαμε στη μια μπύρα κατηφορίσαμε άμεσα στο πολύ γεμάτο «The Smokehouse Vic Falls» για να συνεχίσουμε τα τζινάκια μιας και την είχαμε καταβρεί αυτές τις μέρες με το συγκεκριμένο απόσταγμα της περιοχής:
Αφού χορτάσαμε προσωρινά είπαμε να κάνουμε και λίγο Clubbing στη Ζιμπάμπουε, έχοντας βάλει στο μάτι ένα ανοικτό μαγαζί πλάι από τις ράγες του τρένου σ’ ένα χωματόδρομο που θα βρείτε στους χάρτες ως «Comfort Pub» ,αν κι όπως καταλάβαμε η εφαρμογή δεν είναι να βασίζεσαι τουλάχιστον εντός Victoria Falls. Ωραία φάση, δυνατή μουσική, μπύρα τίμια του λίτρου και παρατήρηση των πάντων καθώς ήμασταν συντριπτική μειοψηφία ως μη ντόπιοι και λευκοί. Το κάναμε και αυτό:
Άντε μία ακόμα στο «Cotton Club» για να ξεφορτωθούμε τα δολάρια, είπαμε και σχεδόν το πιστέψαμε, ευτυχώς όμως που είχαν μείνει παραπάνω απ’ όσα θα θέλαμε και τα τελευταία ανταλλάχτηκαν με δύο ακόμη μπύρες συν μερικές τεκίλες πάνω στο πλακάκι όπως έπρεπε. Τίμια συνδιαλλαγή:
Έτσι, με αρκετή θα έλεγα σύνεση (παράξενο για 'μας) και το μάτι να βαραίνει κατευθυνθήκαμε προς τα πίσω καθώς είχαμε κατά νου να προετοιμαστούμε και για τη μεγάλη πτήση της επομένης, οπότε θα ήταν λογικό να γυρίσουμε νωρίς, γύρω στις δώδεκα.
Έλα όμως που με κάτι τέτοια η μοίρα μας γελάει μιας και το πεπρωμένο γράφει πως είμαστε φτιαγμένοι για μπλεξίματα, όχι ότι δε μας αρέσουν βέβαια, τουναντίον.
Το πάρτυ στο hostel είχε μαζέψει αρκετό κόσμο και κατά κύριο λόγο τους εναπομείναντες τουρίστες τις βραδιάς, οι μουσικές έπαιζαν δυνατά και οι μπύρες ήταν αρκετά παγωμένες, με τις γνωριμίες να μην αργήσουν να ξεκινήσουν και να εξελιχθούν.
Για πότε πιάσαμε τρεις η ώρα μπεκροπίνοντας παρέα μ’ ένα Νοτιοαφρικάνο αλλά κι ένα ντόπιο που είχαν την απορία πως είναι η παραδοσιακή μουσική της χώρας μας, με το Νίκο να προσπαθεί να διδάξει νησιώτικα χορευτικά και στους δύο (δε ξέρω γιατί, μη με ρωτήσετε) ούτε εγώ δε κατάλαβα! Συμβαίνουν αυτά στις εκδρομές και πάλι καλά να λέμε που ήρθαν οι φύλακες να μας διώξουν...
Όπως και να ‘χει ο Justice με το ταξί του ήταν στην ώρα του, ακριβώς στις δέκα το πρωί του Σαββάτου, κάτι που είχαμε συμφωνήσει έναντι 20$ από την προηγούμενη μέρα που πήγαμε μαζί του στη Ζάμπια. Με συνοπτικές διαδικασίες φορτωθήκαμε κι αναχωρήσαμε για το αεροδρόμιο, παίρνοντας μαζί μας της τελευταίες εικόνες της πανέμορφης αυτής περιοχής της Ζιμπάμπουε και της Αφρικανικής ηπείρου:
Η μπάντα που καλωσόριζε τους επισκέπτες ήταν και πάλι στη θέση της έξω από το αεροδρόμιο Victoria Falls, παίζοντας και κάτι ενόψει των αναμενόμενων αφίξεων, όση ώρα εμείς παλεύαμε για τα διαδικαστικά με τις θέσεις στην Ethiopian. Το συγκεκριμένο αεροδρόμιο έχει και σαλόνι υποδοχής, που περισσότερο βέβαια θυμίζει ένα διευρυμένο σαλόνι σπιτιού. Λίγα τα φαγώσιμα αλλά ευτυχώς πολύ το γάργαρο ντόπιο τζιν:
Επιβιβαστήκαμε αμέσως με την πρώτη πτήση να κυλάει σχετικά καλά, παρόλο που είχε στάση κάπου στη Μποτσουάνα για μια ώρα και ήταν γεμάτη, οδηγώντας μας βράδυ στο αεροδρόμιο της Addis Ababa, τον κεντρικό αυτόν κόμβο που ούτε θέλω να θυμάμαι:
Πάλι καλά που ήπιαμε δυο ποτάκια στο μπαρ του lounge που είχε ανοίξει και ετοιμαστήκαμε κάπως για την επόμενη μεγάλη πτήση. Παρόλο που είχαμε πληρώσει θέσεις στην έξοδο κινδύνου (35$) αποδείχτηκε ατυχέστατη επιλογή, καθώς αφορούσε την τριάδα μεσαίων καθισμάτων πριν ακριβώς τις τουαλέτες, με όλους τους επιβάτες να το θεωρούν ως διάδρομο ενοχλώντας μας αδιάκριτα σε όλη τη διάρκεια της πτήσης. Μερικοί είχαν το θράσος να με ξυπνήσουν κιόλας για να περάσουν, μη τυχόν και κάνουν το γύρο και κουραστούν, οπότε καταλαβαίνετε, δεν έχω παράπονο μιας και κέρασα ατόφιο, αβίαστο Ελληνικό πατροπαράδοτο μπινελίκι, έτσι για το πρωινό ξύπνημα να έχουν να με θυμούνται…
Εξίσου ταλαιπωρία ήταν και αυτό το προβληματικό αεροδρόμιο του Παρισίου που ακούει στο όνομα Charles de Gaulle, ένα αεροδρόμιο φτιαγμένο από ηλίθιους για ηλίθιους, το οποίο εύχομαι να μη χρειαστεί να ξαναχρησιμοποιήσω αν και όλο και κάποια μακρινή πτήση θα με βγάλει πάλι σ’ αυτό. Πολύ δύσλειτουργικό και περίεργο, με το λεωφορείο να μας γυρνάει άσκοπα κανένα 20λεπτο προκειμένου να μας πάει απλά στο διπλανό terminal που πήγαινες εύκολα και με τα πόδια άλλα δε μπορούσες έτσι πως το είχαν σχεδιάσει οι Γάλλοι φωστήρες, περνώντας μας μάλιστα έλεγχο δύο φορές, με τον εκνευρισμό μου να χτυπάει κόκκινο ακόμα και για το -πολύ καλό κατά τα άλλα- lounge που έπρεπε να μαντέψουμε που βρίσκεται καθώς ή μία και μοναδική μικρή ταμπέλα για χαζούς δεν ήταν ποτέ αρκετή για να το βρεις κι έπρεπε να μυρίσεις τα νύχια σου.
Σιγά το πράμα ρε ψηλέ θα μου πείτε, είναι προβλήματα αυτά μετά από τόσο πετυχημένα, ωραία και γεμάτα εικόνες ταξίδια;
Όχι δεν είναι απάντησα ευθαρσώς ενώ κοιτούσα την Ελλάδα από το παράθυρο του αεροπλάνου μεταξύ ύπνου και ξύπνιου.
Όλα είναι μέσα στο παιχνίδι, πάντα τέτοια να έχουμε.

(Μη φύγετε από τώρα, ανεχτείτε με για λίγο ακόμη καθώς ακολουθεί το γνωστό και μη εξαιρετέο κεφάλαιο του απολογισμού με επιπλέον λεπτομέρειες και συμπεράσματα γύρω απ' το ταξίδι
)
Μετρημένα πράγματα. Μόλις είχαμε ολοκληρώσει όλες τις «υποχρεώσεις» της εκδρομής, με τις ώρες που απέμεναν σ’ αυτή να είναι δυστυχώς λίγες, κάτι που εκ των προτέρων γνωρίζαμε και δε μπορούσαμε να αλλάξουμε.
Ο Νίκος ψώνισε μερικά αναμνηστικά από το παζάρι απέναντι στην είσοδο των καταρρακτών, κάτι που σκέφτηκα να κάνω κι εγώ αλλά το απέφυγα μιας και δεν είχα την απαιτούμενη έμπνευση:
Πάμε στο διυλιστήριο να πιούμε κανένα τζινάκι, σκάσαμε με τόση ζέστη συμφωνήσαμε και οι δύο μ’ ένα στόμα – μια φωνή, επιστρέφοντας έτσι προς το κέντρο της μικρής πόλης. Όχι μόνοι, καθώς μια παρέα αγριόχοιρων κατέβηκε σχεδόν μαζί μας για τη βόλτα της κι ευτυχώς να λέμε που δεν ανηφόρισε προς το μπαρ:
Στο ίδιο μοτίβο των τζιν αλλά με φαγητό στο διπλανό εστιατόριο συνεχίστηκε εκείνο το απόγευμα, με τη μερίδα που βλέπετε να είναι αρκετά καλή και να κοστίζει 15$ αν θυμάμαι σωστά.
Φάγαμε και ήπιαμε δίπλα στις γραμμές του τρένου όπου βρίσκεται αυτό το όμορφο μαγαζί όπου μέχρι και το μπαρ του είναι βαγόνι, όταν ακούσαμε αρχικά και είδαμε στη συνέχεια το αρκετά παλιό διερχόμενο μέσο που έγινε αμέσως στόχος επιδρομής των μαϊμούδων της περιοχής:
Ανεβήκαμε από τον κεντρικό προς το hostel τη στιγμή που όλη η πόλη βρισκόταν σε αυξημένη ροή κίνησης, μιας και όλοι τέτοια περίπου ώρα επιστρέφουν από τις δραστηριότητες και ξεκινάνε τις βόλτες τους. Εξοικειωμένοι πλέον με τα όσα εδώ και μέρες βλέπαμε, δε μας έκαναν εντύπωση οι μπαμπουίνοι που μασουλούσαν τη λεία τους λίγα μέτρα παραδίπλα:
Με το χρόνο να πιέζει ασφυκτικά δεν αργήσαμε καθόλου να ετοιμαστούμε και να ξαναβγούμε, αρχής γενομένης από το ίδιο μας το κατάλυμα όπου κάθε Παρασκευή & Σάββατο είχε παρτάκι, προς ώρας όμως ήταν πολύ χαλαρά, έτσι αφού αρκεστήκαμε στη μια μπύρα κατηφορίσαμε άμεσα στο πολύ γεμάτο «The Smokehouse Vic Falls» για να συνεχίσουμε τα τζινάκια μιας και την είχαμε καταβρεί αυτές τις μέρες με το συγκεκριμένο απόσταγμα της περιοχής:
Αφού χορτάσαμε προσωρινά είπαμε να κάνουμε και λίγο Clubbing στη Ζιμπάμπουε, έχοντας βάλει στο μάτι ένα ανοικτό μαγαζί πλάι από τις ράγες του τρένου σ’ ένα χωματόδρομο που θα βρείτε στους χάρτες ως «Comfort Pub» ,αν κι όπως καταλάβαμε η εφαρμογή δεν είναι να βασίζεσαι τουλάχιστον εντός Victoria Falls. Ωραία φάση, δυνατή μουσική, μπύρα τίμια του λίτρου και παρατήρηση των πάντων καθώς ήμασταν συντριπτική μειοψηφία ως μη ντόπιοι και λευκοί. Το κάναμε και αυτό:
Άντε μία ακόμα στο «Cotton Club» για να ξεφορτωθούμε τα δολάρια, είπαμε και σχεδόν το πιστέψαμε, ευτυχώς όμως που είχαν μείνει παραπάνω απ’ όσα θα θέλαμε και τα τελευταία ανταλλάχτηκαν με δύο ακόμη μπύρες συν μερικές τεκίλες πάνω στο πλακάκι όπως έπρεπε. Τίμια συνδιαλλαγή:
Έτσι, με αρκετή θα έλεγα σύνεση (παράξενο για 'μας) και το μάτι να βαραίνει κατευθυνθήκαμε προς τα πίσω καθώς είχαμε κατά νου να προετοιμαστούμε και για τη μεγάλη πτήση της επομένης, οπότε θα ήταν λογικό να γυρίσουμε νωρίς, γύρω στις δώδεκα.
Έλα όμως που με κάτι τέτοια η μοίρα μας γελάει μιας και το πεπρωμένο γράφει πως είμαστε φτιαγμένοι για μπλεξίματα, όχι ότι δε μας αρέσουν βέβαια, τουναντίον.
Το πάρτυ στο hostel είχε μαζέψει αρκετό κόσμο και κατά κύριο λόγο τους εναπομείναντες τουρίστες τις βραδιάς, οι μουσικές έπαιζαν δυνατά και οι μπύρες ήταν αρκετά παγωμένες, με τις γνωριμίες να μην αργήσουν να ξεκινήσουν και να εξελιχθούν.
Για πότε πιάσαμε τρεις η ώρα μπεκροπίνοντας παρέα μ’ ένα Νοτιοαφρικάνο αλλά κι ένα ντόπιο που είχαν την απορία πως είναι η παραδοσιακή μουσική της χώρας μας, με το Νίκο να προσπαθεί να διδάξει νησιώτικα χορευτικά και στους δύο (δε ξέρω γιατί, μη με ρωτήσετε) ούτε εγώ δε κατάλαβα! Συμβαίνουν αυτά στις εκδρομές και πάλι καλά να λέμε που ήρθαν οι φύλακες να μας διώξουν...
Όπως και να ‘χει ο Justice με το ταξί του ήταν στην ώρα του, ακριβώς στις δέκα το πρωί του Σαββάτου, κάτι που είχαμε συμφωνήσει έναντι 20$ από την προηγούμενη μέρα που πήγαμε μαζί του στη Ζάμπια. Με συνοπτικές διαδικασίες φορτωθήκαμε κι αναχωρήσαμε για το αεροδρόμιο, παίρνοντας μαζί μας της τελευταίες εικόνες της πανέμορφης αυτής περιοχής της Ζιμπάμπουε και της Αφρικανικής ηπείρου:
Η μπάντα που καλωσόριζε τους επισκέπτες ήταν και πάλι στη θέση της έξω από το αεροδρόμιο Victoria Falls, παίζοντας και κάτι ενόψει των αναμενόμενων αφίξεων, όση ώρα εμείς παλεύαμε για τα διαδικαστικά με τις θέσεις στην Ethiopian. Το συγκεκριμένο αεροδρόμιο έχει και σαλόνι υποδοχής, που περισσότερο βέβαια θυμίζει ένα διευρυμένο σαλόνι σπιτιού. Λίγα τα φαγώσιμα αλλά ευτυχώς πολύ το γάργαρο ντόπιο τζιν:
Επιβιβαστήκαμε αμέσως με την πρώτη πτήση να κυλάει σχετικά καλά, παρόλο που είχε στάση κάπου στη Μποτσουάνα για μια ώρα και ήταν γεμάτη, οδηγώντας μας βράδυ στο αεροδρόμιο της Addis Ababa, τον κεντρικό αυτόν κόμβο που ούτε θέλω να θυμάμαι:
Πάλι καλά που ήπιαμε δυο ποτάκια στο μπαρ του lounge που είχε ανοίξει και ετοιμαστήκαμε κάπως για την επόμενη μεγάλη πτήση. Παρόλο που είχαμε πληρώσει θέσεις στην έξοδο κινδύνου (35$) αποδείχτηκε ατυχέστατη επιλογή, καθώς αφορούσε την τριάδα μεσαίων καθισμάτων πριν ακριβώς τις τουαλέτες, με όλους τους επιβάτες να το θεωρούν ως διάδρομο ενοχλώντας μας αδιάκριτα σε όλη τη διάρκεια της πτήσης. Μερικοί είχαν το θράσος να με ξυπνήσουν κιόλας για να περάσουν, μη τυχόν και κάνουν το γύρο και κουραστούν, οπότε καταλαβαίνετε, δεν έχω παράπονο μιας και κέρασα ατόφιο, αβίαστο Ελληνικό πατροπαράδοτο μπινελίκι, έτσι για το πρωινό ξύπνημα να έχουν να με θυμούνται…
Εξίσου ταλαιπωρία ήταν και αυτό το προβληματικό αεροδρόμιο του Παρισίου που ακούει στο όνομα Charles de Gaulle, ένα αεροδρόμιο φτιαγμένο από ηλίθιους για ηλίθιους, το οποίο εύχομαι να μη χρειαστεί να ξαναχρησιμοποιήσω αν και όλο και κάποια μακρινή πτήση θα με βγάλει πάλι σ’ αυτό. Πολύ δύσλειτουργικό και περίεργο, με το λεωφορείο να μας γυρνάει άσκοπα κανένα 20λεπτο προκειμένου να μας πάει απλά στο διπλανό terminal που πήγαινες εύκολα και με τα πόδια άλλα δε μπορούσες έτσι πως το είχαν σχεδιάσει οι Γάλλοι φωστήρες, περνώντας μας μάλιστα έλεγχο δύο φορές, με τον εκνευρισμό μου να χτυπάει κόκκινο ακόμα και για το -πολύ καλό κατά τα άλλα- lounge που έπρεπε να μαντέψουμε που βρίσκεται καθώς ή μία και μοναδική μικρή ταμπέλα για χαζούς δεν ήταν ποτέ αρκετή για να το βρεις κι έπρεπε να μυρίσεις τα νύχια σου.
Σιγά το πράμα ρε ψηλέ θα μου πείτε, είναι προβλήματα αυτά μετά από τόσο πετυχημένα, ωραία και γεμάτα εικόνες ταξίδια;
Όχι δεν είναι απάντησα ευθαρσώς ενώ κοιτούσα την Ελλάδα από το παράθυρο του αεροπλάνου μεταξύ ύπνου και ξύπνιου.
Όλα είναι μέσα στο παιχνίδι, πάντα τέτοια να έχουμε.
(Μη φύγετε από τώρα, ανεχτείτε με για λίγο ακόμη καθώς ακολουθεί το γνωστό και μη εξαιρετέο κεφάλαιο του απολογισμού με επιπλέον λεπτομέρειες και συμπεράσματα γύρω απ' το ταξίδι
Last edited by a moderator:


