Yorgos
Member
- Μηνύματα
- 10.793
- Likes
- 60.055
- Επόμενο Ταξίδι
- Cape Verde
- Ταξίδι-Όνειρο
- Περού τότε, τώρα, πάντα
Περιεχόμενα
- Κεφάλαιο 1
- Ο γύρος των αφρικανικών αεροδρομίων και το welcome taxi scare
- Αφρικανικές πρωτεύουσες, όχι ο πρωτεύων λόγος για να πας στην Αφρική
- Photos
- Χαράρε: Ο Οβελίξ στη Ρώμη, η Βόρειος Κορέα και το σόι του Μουγκάμπε
- Photos 2
- The great Great Zimbabwe
- Photos 3
- Bulawayo, η έκπληξις και “είναι ασφαλές που περπατάμε εδώ;”
- Photos 4
- Τα “δεύτερα” αρχαία και το μούλιασμα
- Photos 5
- Οι καταρράκτες από πάνω κι από κάτω
- Photos 6
- Λίγη Ζάμπια, μια κόμπρα, ένα κάρι και τ' αγόρι μου
- Photos 7
- Το Chobe, η γιαγιά Ελένη κι ο αριθμός 128
- Photos 8
- Η πανίδα από ψηλά, ένας αντιπρόεδρας που δεν ξέρει να τρώει και η εναέρια εισαγωγή στο Okavango
- Photos 9
- Βρυχηθμοί, υαινοτσακωμοί, τσιμπήματα και καμπανάκια
- Photos 10
- Η μισή κιβωτός του Νώε και... ήρθε μια αράχνη
- Photos 11
- Τελευταίο σαφάρι, επιστροφή στο μαγευτικό Maun
- Photos 12
- Μια περίεργη πρωτεύουσα, προϊόντα για τρίχες και τα νησιά Bisagos με παγωτό Κέφαλου
- Photos 13
- Πολιτιστικό χωριό με Κενυάτες, βραχογραφίες με τρίτα πόδια, μια σκουπισμένη μπριζόλα και μπόλικα conditioner
- Photos 14
- Αποχαιρετισμός στη Μποτσουάνα από ένα ξεχασμένο αεροδρόμιο
- Επίλογος, συμπεράσματα και η αυθαίρετη βαθμολογία μου
- Η βαθμολογία που χρωστάω
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10: Το Chobe, η γιαγιά Ελένη κι ο αριθμός 128
Για να μπούμε στη Μποτσουάνα το σχέδιο έλεγε ότι θα ερχόταν να μας πάρει ένας κυριούλης, να μας πάει μέχρι τα σύνορα, από κει άλλο τράνσφερ θα μας πήγαινε μέχρι το μποτσουανικό Kasane, όπου θα κάναμε τσεκ-ιν σε ένα ταπεινό guesthouse και το απόγευμα είχαμε κλείσει ένα all time highlight της χώρας, δηλαδή το σαφάρι στον υδροβιότοπο του Chobe.
Tα πράγματα κύλησαν ομαλά. Ο τρασνφεράς ήταν επαγγελματίας, ήρθε και 15 λεπτά νωρίτερα και γρήγορα και αβάδιστα φτάσαμε στα σύνορα με τη Μποτσουάνα, με το δρόμο να διασχίζει έναν εθνικό δρυμό οπότε του λέγαμε κάθε τρεις και πέντε να σταματήσει για να πάρουμε φωτογραφία τους ελέφαντες, τις καμηλοπαρδάλεις και τους μπαμπουίνους σε αυτό το free for all safari, το λες και σαφάρι του τσαμπίκουλα. Ευγενέστατος ο κύριος, δε μας χάλασε το χατίρι, δε δυσανασχέτησε καθόλου. Στα σύνορα μάλιστα έκαναν παρέλαση οι μαγκούστες, που πολύ τις συμπαθώ, μάλλον γιατί δε μπαίνουν στο δικό μου σπίτι: όπως μας ενημέρωσε αργότερα η συμπαθής συνοδός Tunie, ο λόγος που ο κόσμος έχει σφραγιστά τα παράθυρά του είναι ότι οι μπαμπουίνοι και οι μαγκούστες μπαίνουν και κάνουν επιδρομές.
Τα σύνορα από πλευράς της Ζιμπάμπουε ήταν απλά, αποτελεσματικά και διεκπεραιωτικά, με μια ευγενικά βαριεστημένη υπάλληλο να κινείται σε ρυθμούς εκφώνησης Χατζηνικολάου. Στη Μποτσουάνα η υποδομή ήταν πιο σοβαρή, η τυπολατρία εμφανής (έπρεπε να βγάλουμε μέχρι και τις σαγιονάρες από τις αποσκευές μας και να τις βάλουμε σε ένα υγρό, όπως φυσικά και με τα παπούτσια που φορούσαμε) και οι υπάλληλοι κάπως πιο επαγγελματίες. Ο Νίκος γνώριζε πως η Μποτσουάνα είναι ένα κράτος σαφώς πιο πλούσιο, εγώ είχα διαβάσει πως έχει μικρότερη διαφθορά και είναι πιο οργανωμένο, περίπου η εικόνα που έχω για τη Ναμίμπια, που θα έρθει κι αυτής η ώρα να φιλοξενήσει την αφεντιά μου, αλλά δεν είχα εικόνα, εν κινήσει άρχισα να βλέπω δείκτες, ως στατιστικό geek.
Είπαμε, το 57% των χωρών με εκπροσώπηση στον ΟΗΕ που μου απομένουν είναι αφρικανικές, οπότε θα γυροφέρνω την Αφρική με αρκετή συχνότητα πλέον. Βλέποντας τη σφραγίδα στο διαβατήριό μου έκανα δύο παρατηρήσεις: Πρώτον ότι χρονικά ήμασταν ήδη στα μέσα του ταξιδιού και δεύτερον ότι μόλις έμπαινα στην 128η χώρα μου (κι ο Νίκος κάπου εκεί είναι), σιγά-σιγά εκπλήρωνα την προφητεία της γιαγιάς μου, που όταν πρωτογύρισα μετά από μήνες περιπλάνησης στη Νότιο Αμερική μου είπε “Παιδάκι μου εγώ πια δε θα είμαι για πολύ καιρό εδώ. Ό,τι μπόρεσα έκανα, όσο πιο πολλά είδα. Η δικιά σου η γενιά μπορεί να ταξιδέψει, να πάει παντού, σε όλες τις χώρες. Εσύ θα πας σε όλες. Να παντρευτείς και μια μαυρούλα να κάνετε παιδάκια χρώματος καφέ. Στο μέλλον όλοι οι άνθρωποι καφέ θα είναι, εσύ να είσαι μπροστά από την εποχή σου”. Χρόνια είχα να τη θυμηθώ την (καθόλου κλασική ελληνίδα: δούλευε μέχρι τα 90, δεν ήξερε να μαγειρεύει τίποτε, αντιπαθούσε την εκκλησία, είχε πτυχίο πανεπιστημίου) γιαγιάκα μου, που πέρασε τόσα και τόσα, από στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Βουλγαρία μέχρι κατάσχεση όλης της περιουσίας της από την εφορία χάρη στα χρέη που άφησε ο παππούς σε όλους χωρίς να μας πει τίποτε αλλά στα τελευταία της χρόνια ταξίδεψε με ό,τι είχε και δεν είχε (αθάνατη ΠΑΣΟΚάρα με τις διπλές συντάξεις). Τόσο που με μια υπέργηρη φίλη της πήγαν στην Καλιφόρνια στα βαθιά γεράματα να δουν μια μακρινή συγγενή, έκατσαν κανά μήνα κι όταν επέστρεψε μας κούφανε: “Να πάτε στην πραγματική Disneyland, της Καλιφόρνια, σε εκείνη που έφτιαξαν τώρα στο Παρίσι δεν είναι τόσο γρήγορα τα τραινάκια, απάτη είναι!”. Για καφέ παιδάκια δεν ξέρω, αλλά το project 193 πάει καλά γιαγιά μου, κοντεύουμε. Μη σου πω ότι είμαι on track και για το project 1031. Υπόσχομαι να σε θυμάμαι πιο συχνά και πριν (αν ποτέ) κάνω καφέ παιδάκια.
Μπαίνοντας στη Μποτσουάνα το οδόστρωμα έγινε ακόμη καλύτερο. Λέω “ακόμη” γιατί στις εθνικές οδούς και στις δυο προηγούμενες χώρες μια χαρά ήταν οι δρόμοι, ειδικά για κάποιον που έχει φάει στη μάπα εκατοντάδες (κυριολεκτικά) ώρες καρόδρομων της Δυτικής Αφρικής, το δίκτυο ήταν απρόσμενα αξιοπρεπές. Μπαίνοντας στο Kasane μας έκανε εντύπωση η αραιή δόμηση, σε βαθμό που με ρώτησε ο Νίκος “καλά ρε συ, δεν είναι στο κέντρο το κατάλυμά μας;”. Εεεεεεε, αυτό ήταν το κέντρο: ένα κτίσμα εδώ, μετά μπόλικο χώμα, ένα σπίτι παρακάτω, μετά από 200 μέτρα άλλο ένα, μετά μια ακακία, στο υπερπέραν το απόλυτο τίποτε. Θυμήθηκα την περιγραφή της Νουακτσότ, πρωτεύουσας της Μαυριτανίας, σε έναν ισπανικό τουριστικό οδηγό πριν από χρόνια: “Μην περιμένετε μια πόλη με ρυμοτομία, πλατείες, παράλληλους δρόμους. Βασικά είναι σα να υπήρχε ένα καμπ από σκηνές βεδουίνων που τις είχαν τοποθετήσει όπου λάχει και ξαφνικά βρήκαν λεφτά και οι σκηνές έγιναν κτίσματα από τη μια μέρα στην άλλη.”. Ε κάτι τέτοιο ήταν και το... μαγευτικό Kasane, το οποίο βάφτισα “Βουδαπέστη της Αφρικής” αφού προηγουμένως, κάνοντας πλάκα για το πόσο αδιάφορες είναι οι πόλεις της περιοχής, είχαμε βαφτίσει τη Λουσάκα “Πράγα της Μαύρης Ηπείρου” και τη Χαράρε “ Παρίσι της Ροδεσίας”. Για το Bulawayo λίγα τα αστεία, γιατί πλάκα-πλάκα ήταν όμορφο.
Περάσαμε πάντως από ένα μεγαλούτσικο και σύγχρονο εμπορικό κέντρο που έμοιαζε out of place αλλά μάλλον ήταν the place to be για τους ντόπιους και φτάσαμε στο Top Stay Inn. H ρεσεψιονίστ ήταν ευγενής (μήπως δεν ήταν σχεδόν όλοι σε αυτό το ταξίδι; ) αλλά είχε το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδας όταν μας εξήγησε πως τα δωμάτιά μας δεν ήταν έτοιμα. Δηλαδή του Νίκου ήταν, αλλά στο δικό μου καθάριζε μια καμαριέρα με ρυθμούς που ωχριούσαν μπροστά ακόμη και στην ηρωική Κούβα, έναν ωκεανό πιο πέρα. Δεν πειράζει, το τουρ για το Chobe ήταν sunset τουρ και -παρότι μικροσκοπικό, πρέπει να είχε 5 δωμάτια- το κατάλυμα διέθετε μια μικροσκοπική αλλά πεντακάθαρη και δροσερά προς μπρρρ πισίνα. Ε βάλαμε τα μαγιό μας (τα τιμήσαμε πολύ σε αυτό το ταξίδι, στην Κούβα ζήτημα να κάνω ένα μπάνιο το χρόνο, ο Νίκος είναι άλλη κατηγορία, έχει κάνει diving από το Palau μέχρι τη Γαλλική Πολυνησία, μιλάμε για θαλασσόλυκο) και πήγαμε να δροσιστούμε κάτω από τον καυτό ήλιο και περικυκλωμένοι από συρματοπλέγματα, υποθέσαμε λόγω μπαμπουίνων, αν και ο συμπαθής ιδιοκτήτης που έσκασε μύτη μας είπε πως καλό είναι να υπάρχει και καμιά προστασία για τους κλέφτες.
Καλά όλα αυτά, αλλά δεν είχαμε pula. Το οποίον είναι το νόμισμα της χώρας, ενώ έμαθα από το Νίκο πως στα ρουμάνικα είναι το πέος, το οποίο έπρεπε άμεσα να πάρουμε. Πήγαμε λοιπόνσ την πόλη με ένα... (πάλι το μαντέψατε ρε τσακάλια; ) Honda Fit, που ήρθε με χρονοκαθυστέρηση ακόμη κι αν συνυπολογίσουμε πως και η ρεσεψιονίστ με έξτρα χρονοκαθυστέρηση το ζήτησε. Δε φάνηκε να βιάζεται κανείς σε αυτή την πόλη, το ίδιο ίσχυε και για την ABS Bank όπου για εξυπηρέτηση των δύο πελατών μπροστά μου έκαναν 40 αφρικανικά λεπτά, για να διαπιστώσω πως τελικώς η ισοτιμία είναι για τον pula, οπότε σήκωσε χρήματα ο Νίκος με τη revolut.
Γυρίσαμε στο guesthouse, επιτέλους ήταν (οριακά) έτοιμο και το δωμάτιό μου (βλέπετε πως με έχει σα βασιλιά ο Νίκος ε; Δικό μου δωμάτιο σήμερα, γύρω στα 50€ είχε) και περιμέναμε να έρθουν να μας πάρουν για το τουρ. Ήρθαν με μια τζιπάρα και σύντομα βρεθήκαμε στην προβλήτα του ποταμού, κάτω από έναν απίστευτα δυνατό ήλιο, να περιμένουμε τελικώς έξι μεξικανούς και δυο Γερμανούς μέσα σε μια βαρκούλα με εξωλέμβια μηχανή. Χαμηλές οι προσδοκίες, καυτός ο ήλιος, εγώ που δε φοράω ποτέ καπέλο, καλά να πάθω.
Το πρώτο μισάωρο της βαρκάδας ήταν μάλλον αδιάφορο. Ναι μεν το τοπίο ήταν καταπράσινο, αλλά αρχικά είδαμε μόνο κάποια αραιά βουβάλια, από κοντά πάντως και λίγα πράγματα παραπάνω. Όσο περνούσε η ώρα όμως καταλάβαμε γιατί είχε τόσα πλεούμενα (κάποια μάλιστα ήταν μεγάλες βάρκες, με 30+ άτομα) : τεράστιοι κροκόδειλοι λιάζονταν ή και βουτούσαν στο νερό, άλλοι αναδύονταν ξαφνικά, κορμοράνοι είχαν ανοιχτά τα φτερά τους για να στεγνώσουν, κοπάδια από αντιλόπες έπιναν νερό αγέρωχα, κάτι φοβερά waterbucks (τι ζωάρες είναι αυτές!) μας κοιτούσαν με τα μάτια καρφωμένα, impalas πεπρατούσαν στις όχθες, πολυάριθμα κοπάδια από ελέφαντες δημιουργούσαν τεράστιες σιλουέτες κόντρα στον ήλιο, εντυπωσιακή συγκέντρωση ζώων και πτηνών, με μπόλικους αετούς μάλιστα. Αλλά κακά τα ψέμματα, το σόου το έκλεψαν πάλι οι ιπποπόταμοι που φαινόταν να είναι παντού. Ζουν ανάμεσά μας, που έλεγε κι ο Λιακόπουλος. Λίγοι έξω από το νερό όπου έβοσκαν με τα μικρά τους και δεκάδες ανά κοπάδια σε διάφορα σημεία, να “χασμουριούνται” (απ' ό,τι διάβασα δεν κάνουν ακριβώς αυτό, βασικά για εκφοβισμό είναι όταν δείχνουν τα δόντια τους) , να πλατσουρίζουν, να εξαφανίζονται σαν υποβρύχια και να βγαίνουν σα βουνά από το νερό ξεφνικά. Μαγικό θέαμα. Καρα-άξιζε το Chobe, αποφανθήκαμε, κι όλα αυτά πριν δούμε το monitor lizzard, τα τιτανοτεράστια kudu, τους μπαμπουίνους που κάθονταν ζευγαράκι σε παγκάκι (!) ή κι έναν που καθόταν σαν άνθρωπος που έκανε το τσιγάρο του. Στην επιστροφή περάσαμε και κοντά από έναν ιπποπόταμο με το μικρό του, μάλλον θηλυκός πρέπει να ήταν, πόσο περίεργο ζώο με τεράστιο κρανίο, κοντά πόδια, χοντρό κορμό. Μας έκανε κι ένα φοβερό ηλιοβασίλεμα, βγήκε ένα άψογο φεγγάρι, γυρίσαμε ενθουσιασμένοι. Αν είχαμε και καμιά φωτογραφική μηχανή της προκοπής θα είχαμε κάνει θαύματα αλλά δεν μπορείς να τα έχεις όλα, δηλαδή και να ταξιδεύεις ελαφριά και να έχεις εργαλείο για σοβαρό φωτογραφικό σαφάρι.
Τι μπορούσε να κάνει μια τέτοια μέρα ακόμη καλύτερη; Ένα παγωτό Στάμου παρφέ κρέμα θα μου πείτε και θα έχετε δίκιο, αλλά και το ινδικό που πήγαμε δε με χάλασε. Ο Νίκος έκανε πειθαρχημένη δίαιτα, εγώ υπέκυψα σε paneer με πράσινο κάρι, πάρα πάρα πολύ καλό. Από τις ωραιότερες μέρες στο ταξίδι για μένα, έληξε γλυκά με ΝΒΑ. Την επομένη θα είχαμε πτήση για το.. αρχοντικό Maun, που δεν είχα αποφασίσει αν θα το αποκαλούσαμε Αγία Πετρούπολη της Αφρικής, ή υποσαχάρια Φλωρεντία, αλλά δεν πηγαίναμε για να δούμε αγάλματα, καμπαναριά και καθεδρικούς. Ερχόταν η ώρα για το σοβαρό σαφάρι, επιγείως κι εναερίως, αμ πώς.
Για να μπούμε στη Μποτσουάνα το σχέδιο έλεγε ότι θα ερχόταν να μας πάρει ένας κυριούλης, να μας πάει μέχρι τα σύνορα, από κει άλλο τράνσφερ θα μας πήγαινε μέχρι το μποτσουανικό Kasane, όπου θα κάναμε τσεκ-ιν σε ένα ταπεινό guesthouse και το απόγευμα είχαμε κλείσει ένα all time highlight της χώρας, δηλαδή το σαφάρι στον υδροβιότοπο του Chobe.
Tα πράγματα κύλησαν ομαλά. Ο τρασνφεράς ήταν επαγγελματίας, ήρθε και 15 λεπτά νωρίτερα και γρήγορα και αβάδιστα φτάσαμε στα σύνορα με τη Μποτσουάνα, με το δρόμο να διασχίζει έναν εθνικό δρυμό οπότε του λέγαμε κάθε τρεις και πέντε να σταματήσει για να πάρουμε φωτογραφία τους ελέφαντες, τις καμηλοπαρδάλεις και τους μπαμπουίνους σε αυτό το free for all safari, το λες και σαφάρι του τσαμπίκουλα. Ευγενέστατος ο κύριος, δε μας χάλασε το χατίρι, δε δυσανασχέτησε καθόλου. Στα σύνορα μάλιστα έκαναν παρέλαση οι μαγκούστες, που πολύ τις συμπαθώ, μάλλον γιατί δε μπαίνουν στο δικό μου σπίτι: όπως μας ενημέρωσε αργότερα η συμπαθής συνοδός Tunie, ο λόγος που ο κόσμος έχει σφραγιστά τα παράθυρά του είναι ότι οι μπαμπουίνοι και οι μαγκούστες μπαίνουν και κάνουν επιδρομές.
Τα σύνορα από πλευράς της Ζιμπάμπουε ήταν απλά, αποτελεσματικά και διεκπεραιωτικά, με μια ευγενικά βαριεστημένη υπάλληλο να κινείται σε ρυθμούς εκφώνησης Χατζηνικολάου. Στη Μποτσουάνα η υποδομή ήταν πιο σοβαρή, η τυπολατρία εμφανής (έπρεπε να βγάλουμε μέχρι και τις σαγιονάρες από τις αποσκευές μας και να τις βάλουμε σε ένα υγρό, όπως φυσικά και με τα παπούτσια που φορούσαμε) και οι υπάλληλοι κάπως πιο επαγγελματίες. Ο Νίκος γνώριζε πως η Μποτσουάνα είναι ένα κράτος σαφώς πιο πλούσιο, εγώ είχα διαβάσει πως έχει μικρότερη διαφθορά και είναι πιο οργανωμένο, περίπου η εικόνα που έχω για τη Ναμίμπια, που θα έρθει κι αυτής η ώρα να φιλοξενήσει την αφεντιά μου, αλλά δεν είχα εικόνα, εν κινήσει άρχισα να βλέπω δείκτες, ως στατιστικό geek.
Είπαμε, το 57% των χωρών με εκπροσώπηση στον ΟΗΕ που μου απομένουν είναι αφρικανικές, οπότε θα γυροφέρνω την Αφρική με αρκετή συχνότητα πλέον. Βλέποντας τη σφραγίδα στο διαβατήριό μου έκανα δύο παρατηρήσεις: Πρώτον ότι χρονικά ήμασταν ήδη στα μέσα του ταξιδιού και δεύτερον ότι μόλις έμπαινα στην 128η χώρα μου (κι ο Νίκος κάπου εκεί είναι), σιγά-σιγά εκπλήρωνα την προφητεία της γιαγιάς μου, που όταν πρωτογύρισα μετά από μήνες περιπλάνησης στη Νότιο Αμερική μου είπε “Παιδάκι μου εγώ πια δε θα είμαι για πολύ καιρό εδώ. Ό,τι μπόρεσα έκανα, όσο πιο πολλά είδα. Η δικιά σου η γενιά μπορεί να ταξιδέψει, να πάει παντού, σε όλες τις χώρες. Εσύ θα πας σε όλες. Να παντρευτείς και μια μαυρούλα να κάνετε παιδάκια χρώματος καφέ. Στο μέλλον όλοι οι άνθρωποι καφέ θα είναι, εσύ να είσαι μπροστά από την εποχή σου”. Χρόνια είχα να τη θυμηθώ την (καθόλου κλασική ελληνίδα: δούλευε μέχρι τα 90, δεν ήξερε να μαγειρεύει τίποτε, αντιπαθούσε την εκκλησία, είχε πτυχίο πανεπιστημίου) γιαγιάκα μου, που πέρασε τόσα και τόσα, από στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Βουλγαρία μέχρι κατάσχεση όλης της περιουσίας της από την εφορία χάρη στα χρέη που άφησε ο παππούς σε όλους χωρίς να μας πει τίποτε αλλά στα τελευταία της χρόνια ταξίδεψε με ό,τι είχε και δεν είχε (αθάνατη ΠΑΣΟΚάρα με τις διπλές συντάξεις). Τόσο που με μια υπέργηρη φίλη της πήγαν στην Καλιφόρνια στα βαθιά γεράματα να δουν μια μακρινή συγγενή, έκατσαν κανά μήνα κι όταν επέστρεψε μας κούφανε: “Να πάτε στην πραγματική Disneyland, της Καλιφόρνια, σε εκείνη που έφτιαξαν τώρα στο Παρίσι δεν είναι τόσο γρήγορα τα τραινάκια, απάτη είναι!”. Για καφέ παιδάκια δεν ξέρω, αλλά το project 193 πάει καλά γιαγιά μου, κοντεύουμε. Μη σου πω ότι είμαι on track και για το project 1031. Υπόσχομαι να σε θυμάμαι πιο συχνά και πριν (αν ποτέ) κάνω καφέ παιδάκια.
Μπαίνοντας στη Μποτσουάνα το οδόστρωμα έγινε ακόμη καλύτερο. Λέω “ακόμη” γιατί στις εθνικές οδούς και στις δυο προηγούμενες χώρες μια χαρά ήταν οι δρόμοι, ειδικά για κάποιον που έχει φάει στη μάπα εκατοντάδες (κυριολεκτικά) ώρες καρόδρομων της Δυτικής Αφρικής, το δίκτυο ήταν απρόσμενα αξιοπρεπές. Μπαίνοντας στο Kasane μας έκανε εντύπωση η αραιή δόμηση, σε βαθμό που με ρώτησε ο Νίκος “καλά ρε συ, δεν είναι στο κέντρο το κατάλυμά μας;”. Εεεεεεε, αυτό ήταν το κέντρο: ένα κτίσμα εδώ, μετά μπόλικο χώμα, ένα σπίτι παρακάτω, μετά από 200 μέτρα άλλο ένα, μετά μια ακακία, στο υπερπέραν το απόλυτο τίποτε. Θυμήθηκα την περιγραφή της Νουακτσότ, πρωτεύουσας της Μαυριτανίας, σε έναν ισπανικό τουριστικό οδηγό πριν από χρόνια: “Μην περιμένετε μια πόλη με ρυμοτομία, πλατείες, παράλληλους δρόμους. Βασικά είναι σα να υπήρχε ένα καμπ από σκηνές βεδουίνων που τις είχαν τοποθετήσει όπου λάχει και ξαφνικά βρήκαν λεφτά και οι σκηνές έγιναν κτίσματα από τη μια μέρα στην άλλη.”. Ε κάτι τέτοιο ήταν και το... μαγευτικό Kasane, το οποίο βάφτισα “Βουδαπέστη της Αφρικής” αφού προηγουμένως, κάνοντας πλάκα για το πόσο αδιάφορες είναι οι πόλεις της περιοχής, είχαμε βαφτίσει τη Λουσάκα “Πράγα της Μαύρης Ηπείρου” και τη Χαράρε “ Παρίσι της Ροδεσίας”. Για το Bulawayo λίγα τα αστεία, γιατί πλάκα-πλάκα ήταν όμορφο.
Περάσαμε πάντως από ένα μεγαλούτσικο και σύγχρονο εμπορικό κέντρο που έμοιαζε out of place αλλά μάλλον ήταν the place to be για τους ντόπιους και φτάσαμε στο Top Stay Inn. H ρεσεψιονίστ ήταν ευγενής (μήπως δεν ήταν σχεδόν όλοι σε αυτό το ταξίδι; ) αλλά είχε το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδας όταν μας εξήγησε πως τα δωμάτιά μας δεν ήταν έτοιμα. Δηλαδή του Νίκου ήταν, αλλά στο δικό μου καθάριζε μια καμαριέρα με ρυθμούς που ωχριούσαν μπροστά ακόμη και στην ηρωική Κούβα, έναν ωκεανό πιο πέρα. Δεν πειράζει, το τουρ για το Chobe ήταν sunset τουρ και -παρότι μικροσκοπικό, πρέπει να είχε 5 δωμάτια- το κατάλυμα διέθετε μια μικροσκοπική αλλά πεντακάθαρη και δροσερά προς μπρρρ πισίνα. Ε βάλαμε τα μαγιό μας (τα τιμήσαμε πολύ σε αυτό το ταξίδι, στην Κούβα ζήτημα να κάνω ένα μπάνιο το χρόνο, ο Νίκος είναι άλλη κατηγορία, έχει κάνει diving από το Palau μέχρι τη Γαλλική Πολυνησία, μιλάμε για θαλασσόλυκο) και πήγαμε να δροσιστούμε κάτω από τον καυτό ήλιο και περικυκλωμένοι από συρματοπλέγματα, υποθέσαμε λόγω μπαμπουίνων, αν και ο συμπαθής ιδιοκτήτης που έσκασε μύτη μας είπε πως καλό είναι να υπάρχει και καμιά προστασία για τους κλέφτες.
Καλά όλα αυτά, αλλά δεν είχαμε pula. Το οποίον είναι το νόμισμα της χώρας, ενώ έμαθα από το Νίκο πως στα ρουμάνικα είναι το πέος, το οποίο έπρεπε άμεσα να πάρουμε. Πήγαμε λοιπόνσ την πόλη με ένα... (πάλι το μαντέψατε ρε τσακάλια; ) Honda Fit, που ήρθε με χρονοκαθυστέρηση ακόμη κι αν συνυπολογίσουμε πως και η ρεσεψιονίστ με έξτρα χρονοκαθυστέρηση το ζήτησε. Δε φάνηκε να βιάζεται κανείς σε αυτή την πόλη, το ίδιο ίσχυε και για την ABS Bank όπου για εξυπηρέτηση των δύο πελατών μπροστά μου έκαναν 40 αφρικανικά λεπτά, για να διαπιστώσω πως τελικώς η ισοτιμία είναι για τον pula, οπότε σήκωσε χρήματα ο Νίκος με τη revolut.
Γυρίσαμε στο guesthouse, επιτέλους ήταν (οριακά) έτοιμο και το δωμάτιό μου (βλέπετε πως με έχει σα βασιλιά ο Νίκος ε; Δικό μου δωμάτιο σήμερα, γύρω στα 50€ είχε) και περιμέναμε να έρθουν να μας πάρουν για το τουρ. Ήρθαν με μια τζιπάρα και σύντομα βρεθήκαμε στην προβλήτα του ποταμού, κάτω από έναν απίστευτα δυνατό ήλιο, να περιμένουμε τελικώς έξι μεξικανούς και δυο Γερμανούς μέσα σε μια βαρκούλα με εξωλέμβια μηχανή. Χαμηλές οι προσδοκίες, καυτός ο ήλιος, εγώ που δε φοράω ποτέ καπέλο, καλά να πάθω.
Το πρώτο μισάωρο της βαρκάδας ήταν μάλλον αδιάφορο. Ναι μεν το τοπίο ήταν καταπράσινο, αλλά αρχικά είδαμε μόνο κάποια αραιά βουβάλια, από κοντά πάντως και λίγα πράγματα παραπάνω. Όσο περνούσε η ώρα όμως καταλάβαμε γιατί είχε τόσα πλεούμενα (κάποια μάλιστα ήταν μεγάλες βάρκες, με 30+ άτομα) : τεράστιοι κροκόδειλοι λιάζονταν ή και βουτούσαν στο νερό, άλλοι αναδύονταν ξαφνικά, κορμοράνοι είχαν ανοιχτά τα φτερά τους για να στεγνώσουν, κοπάδια από αντιλόπες έπιναν νερό αγέρωχα, κάτι φοβερά waterbucks (τι ζωάρες είναι αυτές!) μας κοιτούσαν με τα μάτια καρφωμένα, impalas πεπρατούσαν στις όχθες, πολυάριθμα κοπάδια από ελέφαντες δημιουργούσαν τεράστιες σιλουέτες κόντρα στον ήλιο, εντυπωσιακή συγκέντρωση ζώων και πτηνών, με μπόλικους αετούς μάλιστα. Αλλά κακά τα ψέμματα, το σόου το έκλεψαν πάλι οι ιπποπόταμοι που φαινόταν να είναι παντού. Ζουν ανάμεσά μας, που έλεγε κι ο Λιακόπουλος. Λίγοι έξω από το νερό όπου έβοσκαν με τα μικρά τους και δεκάδες ανά κοπάδια σε διάφορα σημεία, να “χασμουριούνται” (απ' ό,τι διάβασα δεν κάνουν ακριβώς αυτό, βασικά για εκφοβισμό είναι όταν δείχνουν τα δόντια τους) , να πλατσουρίζουν, να εξαφανίζονται σαν υποβρύχια και να βγαίνουν σα βουνά από το νερό ξεφνικά. Μαγικό θέαμα. Καρα-άξιζε το Chobe, αποφανθήκαμε, κι όλα αυτά πριν δούμε το monitor lizzard, τα τιτανοτεράστια kudu, τους μπαμπουίνους που κάθονταν ζευγαράκι σε παγκάκι (!) ή κι έναν που καθόταν σαν άνθρωπος που έκανε το τσιγάρο του. Στην επιστροφή περάσαμε και κοντά από έναν ιπποπόταμο με το μικρό του, μάλλον θηλυκός πρέπει να ήταν, πόσο περίεργο ζώο με τεράστιο κρανίο, κοντά πόδια, χοντρό κορμό. Μας έκανε κι ένα φοβερό ηλιοβασίλεμα, βγήκε ένα άψογο φεγγάρι, γυρίσαμε ενθουσιασμένοι. Αν είχαμε και καμιά φωτογραφική μηχανή της προκοπής θα είχαμε κάνει θαύματα αλλά δεν μπορείς να τα έχεις όλα, δηλαδή και να ταξιδεύεις ελαφριά και να έχεις εργαλείο για σοβαρό φωτογραφικό σαφάρι.
Τι μπορούσε να κάνει μια τέτοια μέρα ακόμη καλύτερη; Ένα παγωτό Στάμου παρφέ κρέμα θα μου πείτε και θα έχετε δίκιο, αλλά και το ινδικό που πήγαμε δε με χάλασε. Ο Νίκος έκανε πειθαρχημένη δίαιτα, εγώ υπέκυψα σε paneer με πράσινο κάρι, πάρα πάρα πολύ καλό. Από τις ωραιότερες μέρες στο ταξίδι για μένα, έληξε γλυκά με ΝΒΑ. Την επομένη θα είχαμε πτήση για το.. αρχοντικό Maun, που δεν είχα αποφασίσει αν θα το αποκαλούσαμε Αγία Πετρούπολη της Αφρικής, ή υποσαχάρια Φλωρεντία, αλλά δεν πηγαίναμε για να δούμε αγάλματα, καμπαναριά και καθεδρικούς. Ερχόταν η ώρα για το σοβαρό σαφάρι, επιγείως κι εναερίως, αμ πώς.
Last edited by a moderator:

