Yorgos
Member
- Μηνύματα
- 10.793
- Likes
- 60.055
- Επόμενο Ταξίδι
- Cape Verde
- Ταξίδι-Όνειρο
- Περού τότε, τώρα, πάντα
Περιεχόμενα
- Κεφάλαιο 1
- Ο γύρος των αφρικανικών αεροδρομίων και το welcome taxi scare
- Αφρικανικές πρωτεύουσες, όχι ο πρωτεύων λόγος για να πας στην Αφρική
- Photos
- Χαράρε: Ο Οβελίξ στη Ρώμη, η Βόρειος Κορέα και το σόι του Μουγκάμπε
- Photos 2
- The great Great Zimbabwe
- Photos 3
- Bulawayo, η έκπληξις και “είναι ασφαλές που περπατάμε εδώ;”
- Photos 4
- Τα “δεύτερα” αρχαία και το μούλιασμα
- Photos 5
- Οι καταρράκτες από πάνω κι από κάτω
- Photos 6
- Λίγη Ζάμπια, μια κόμπρα, ένα κάρι και τ' αγόρι μου
- Photos 7
- Το Chobe, η γιαγιά Ελένη κι ο αριθμός 128
- Photos 8
- Η πανίδα από ψηλά, ένας αντιπρόεδρας που δεν ξέρει να τρώει και η εναέρια εισαγωγή στο Okavango
- Photos 9
- Βρυχηθμοί, υαινοτσακωμοί, τσιμπήματα και καμπανάκια
- Photos 10
- Η μισή κιβωτός του Νώε και... ήρθε μια αράχνη
- Photos 11
- Τελευταίο σαφάρι, επιστροφή στο μαγευτικό Maun
- Photos 12
- Μια περίεργη πρωτεύουσα, προϊόντα για τρίχες και τα νησιά Bisagos με παγωτό Κέφαλου
- Photos 13
- Πολιτιστικό χωριό με Κενυάτες, βραχογραφίες με τρίτα πόδια, μια σκουπισμένη μπριζόλα και μπόλικα conditioner
- Photos 14
- Αποχαιρετισμός στη Μποτσουάνα από ένα ξεχασμένο αεροδρόμιο
- Επίλογος, συμπεράσματα και η αυθαίρετη βαθμολογία μου
- Η βαθμολογία που χρωστάω
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11
Η πανίδα από ψηλά, ένας αντιπρόεδρας που δεν ξέρει να τρώει και η εναέρια εισαγωγή στο Okavango
Μετά την πολύ όμορφη (και οικονομική!) εμπειρία στο Chobe, το πλάνο έλεγε ότι θα πηγαίναμε στο... αριστοκρατικό Maun (γνωστό και ως Βιέννη της Αφρικής) απ΄όπου θα κάναμε σαφάρι από αέρος, πριν π;aμε την επόμενη στο Δέλτα του Okavango, που θα ήταν και το κυρίως σαφάρι του ταξιδιού. Δηλαδή είχα κλείσει να πετάξουμε με ελικόπτερο πάνω από το Δέλτα με σκοπό την παρατήρηση χλωρίδας και πανίδας. Μέσα μου είχα την απορία του κατά πόσο θα είχε νόημα ένα τέτοιο σαφάρι, με δεδομένο ότι και στο Okavango με μονοκινητήριο αεροπλανάκι θα πηγαίναμε, αλλά η (εντελώς σύντομη) ερευνά μου έλεγε ότι το σαφάρι με ελικόπτερο πετάει πιο χαμηλά και η εμπειρία δε συγκρίνεται με τα Τσέσνα που απλά σε μεταφέρουν στα lodges χωρίς να εστιάζουν στην πανίδα. Οπότε είχα προτείνει στο Νίκο να το πάρουμε και στην τελική ας έβγαινε και μάπα. Είπαμε, στα ταξίδια μετανιώνεις πιο πολύ αυτά που δεν έκανες παρά αυτά που έκανες (και στη ζωή γενικότερα) κι ο Νίκος σε κάτι τέτοια είναι πολύ άνετος, οπότε συμφώνησε με χαρά.
Και στο Maun αεροπορικώς θα πηγαίναμε, δηλαδή στο μισό ταξίδι ήμασταν ιπτάμενοι, αν μετρήσω και τις πτήσεις προς/από Αφρική και τα ελικόπτερα πρέπει να έκανα γύρω στις 16 πτήσεις σε 17 ημέρες. Πήγαμε λοιπόν στο αεροδρόμιο του Kasane (εντάξει, μέχρι εκεί πήγαμε οδικώς) το οποίο μας άφησε άφωνους. Ωρέ, τι αεροδρομιάρα είναι αυτή για πόλη εννιά χιλιάδων ψυχών; Εννιά χιλιάδων ανθρώπινων ψυχών δηλαδή γιατί υπάρχουν και μερικές χιλιάδες άλλων ψυχών: μέχρι να φτάσουμε στο αεροδρόμιο η κυκλοφορία διεκόπη δύο φορές λόγω παρέλασης από μαγκούστες και μπαμπουίνους, που σουλατσάρουν στην πόλη κατά βούληση σε ομάδες δεκάδων. Μάλιστα δυο μέρες αργότερα μια άλλη τουρίστας μας έδειξε ένα βίντεο όπου έδειχνε την αδερφή της να είναι κλειδωμένη σε ένα τζιπ επειδή δεν ήθελε να ακολουθήσει στο σαφάρι, και επτά μπαμπουίνους να το έχουν περικυκλώσει, να έχουν σκαρφαλώσει πάνω και να προσπαθούν να μπουν μέσα στο τζιπ σπάζοντας τα τζάμια. Παιδιά δεν είναι μέρη για να ζεις αυτά, εμένα η κοπέλα μου τσιρίζει αν δει κατσαρίδα, αν της κάνουν ντου δεκαπέντε μπαμπουίνοι στο σπίτι θα πεθάνει από ανακοπή.
Η πτήση μας ήταν με την Air Botswana για την οποία έχω να πω ότι είναι εταιρειάρα: για μια πτήση λίγων λεπτών που είχε καθυστέρηση, με ειδοποίησαν μέσω whatsapp, στην πτήση προσέφεραν αξιοπρεπέστατο σνακ και το όλο σέρβις ήταν παραπάνω από τίμιο, για αφρικανική εταιρεία το έλεγες και αρχοντικό. Ε, άλλωστε πηγαίναμε και στο αριστοκρατικό Maun, όχι όπου να' ναι. Το οποίο Maun των 75.000 κατοίκων από ψηλά φαινόταν ένα... μεγαλύτερο Kasane, δηλαδή ξανά διάσπαρτα σπίτια και μια εκτεταμένη ξεραϊλα, αλλά και πάλι εμφανώς ανωτέρου επιπέδου απ' ό,τι είχαμε δει σε Ζάμπια και Ζιμπάμπουε.
Θα μέναμε σε κάποιο Maun Lodge, θεωρητικά από τις τοπ επιλογές της πόλης, αλλά τίποτε το λουσάτο: μια μικρή -και φυσικά αργή- ρεσεψιόν, μπόλικα δωμάτια που τα είχαν τα χρονάκια τους και μάλλον θύμιζαν τριάστερο, αλλά το δικό μας δεν ήταν έτοιμο, οπότε μας πρότειναν... να πάμε στην πισίνα. Τόση πισίνα δεν έχω ξαναρίξει στη ζωή μου αλλά με την αφόρητη ζέστη που έκανε και με δεδομένο ότι είχαμε κάποιες ώρες μέχρι να έρθουν να πάρουν για την πτήση (είχα επιλέξει το τελευταίο ωράριο για να απολαύσουμε τη δύση του ηλίου από το ελικόπτερο), δε μας χάλασε. Βάλαμε λοιπόν τα αισθησιακά μας μαγιό και πήγαμε να αράξουμε στην πισίνα, που είχε μάξιμουμ βάθος ενάμησι μέτρο αλλά και σωσίβια (σε περίπτωση δηλαδή που κάποιος είναι 1.30 και πνιγεί, λογικό), δροσερό προς κρύο νερό, αλλά ήμασταν και μόνοι μας εντός της πισίνας, οπότε πλατσουρίσαμε μονάχοι. Λέω ότι ήμασταν μόνοι εντός πισίνας διότι εκτός επικρατούσε ένας μικρός χαμούλης με πολλά οχήματα, επισήμους, ασφαλίτες και αστυνομία, που τελικώς μάθαμε ότι ήταν επειδή είχε έρθει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης για να φάει στο μπουφέ του εστιατορίου. Τι διάολο όλοι οι πρόεδροι κι αντιπρόεδροι εμάς κυνηγάνε σε αυτό το ταξίδι;
Ο μπουφές είχε βαθμολογία 4,2 στο γούγλη, από τις υψηλότερες μιας πόλης, στην οποία οι επιλογές φαίνονταν στην καλύτερη μέτριες. Υποθέσαμε λοιπόν ότι θα είναι αξιόλογο το εστιατόριο και πήγαμε να φάμε στο α λα καρτ κομμάτι κιόλας (ο μπουφές έκλεισε όταν έφυγε ο αντιπρόεδρας αλλά όσο τον είδα μέτριος φαινόταν) που εξαρχής μου θύμισε τα κρατικά εστιατόρια της Κούβας που τόσο γρήγορα εξαφανίζονται πλέον: βαριεστημένοι υπάλληλοι, σέρβις χελωνίσιο, άσχετα ξυλόγλυπτα κοσμούσαν τον άδειο μπουφέ, μέχρι και τα τραπεζομάντιλα ήταν τα ίδια μα ολόιδια που έχουν τα κρατικά εστιατόρια της Κούβας. Τελικώς το φαγητό αποδείχθηκε... αντάξιο. Τα κλάσικ συκωτάκια κοτόπουλου είχαν μέσα μπέικον και ψωμάρες, τα σπανακοτυροπιτάκια με φέτα ήταν γαριασμένα κι αν αυτή είναι φέτα εγώ είμαι ο Κριστόφ Βαζέχα και το πράσινο κάρι είναι εύκολα το χειρότερο που έχω φάει στη ζωή μου, το δε ρύζι ήταν σακουλάκι μπαρμπα-Μπεν από εκείνο με τα μπιζέλια μέσα που μας άφηνε η μάνα μας όταν γυρίζαμε από το σχολείο επειδή δεν ήξερε να μαγειρέψει. Ο Νίκος πήρε -δε θέλω να σας ξαφνιάσω- μια μέτρια αλλά όχι δράμα μπριζόλα, αλλά μάλλον καλύτερη από τη δική μου τραγωδία σε πιάτο, βρήκα κι εγώ εστιατόριο να κεράσω, μάλλον το χειρότερο γεύμα του ταξιδιού. Καλά κι ο άλλος κοτζάμ αντιπρόεδρας εδώ ήρθε να φάει;
Τουλάχιστον το δωμάτιο ετοιμάστηκε κι ήταν αξιοπρεπές, το ίντερνετ ταχύτατο και το νερό ζεστό, όπως παντού, σε αυτό ειδικά άψογα τα καταλύματα και στις τρεις χώρες, ευχαριστήθηκα ντουσάκια, δεν μπορώ να πω. Άψογοι και στην ώρα τους ήταν και οι άνθρωποι που ήρθαν να μας πάρουν για την πτήση με το ελικόπτερο, για το οποίο είχαμε πληρώσει 295$/άτομο για πτήση 45 λεπτών πάνω από το δέλτα του Okavango. Τα γραφεία τους ήταν μικρά αλλά ωραία, το προσωπικό χαμογελαστό κι έπαιρνε κι από χαβαλέ, κι εκεί που μας άφησαν να περιμένουμε είχαν ένα λευκωμα με φανταστικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Μας έκαναν και μια μικρή εισαγωγή, όπου μας διευκρίνισαν ότι η πτήση μας θα ήταν πριβέ (πολύ value for money σε σχέση με την ακριβότερη, συνωστισμένη και μισής διάρκειας πάνω από τους καταρράκτες) και σε ελικόπτερο χωρίς πόρτες. Αυτό το τελευταίο δεν το κατάλαβα και πολύ καλά, μέχρι που αντικρύσαμε το εν λόγω ελικόπτερο: ναι, δεν είχε πόρτες, ούτε κάποιο τζάμι να σε χωρίζει από... τη γη από κάτω σου, αν έβγαζες τη ζώνη σου και πηδούσες θα συναντούσες τον Άγιο Πέτρο. Κι αν σου έπεφτε το κινητό ενώ φωτογράφιζες, έχετε γεια βρυσούλες. Αλλά φαινόταν σούπερ για φωτογραφικές ευκαιρίες, ειδικά για κάποιον με σοβαρή φωτογραφική μηχανή, πράγμα το οποίο απέκλειε και τους δυο μας, αλλά εμένα μάλλον περισσότερο γιατι το κινητό του Νίκου είναι ποιοτικότερο, οπότε είπα να τον αφήσω να κάτσει αυτός με το (Νεοζηλανδό! Κι όχι πολύ ομιλητικό, τελευταία πτήση της ημέρας ήταν, μάλλον ήταν κουρασμένος ή έμαθε ότι μπούκαραν τίποτε μαγκούστες στο σπίτι του) πιλότο.
Το πρώτο που είδαμε ήταν φυσικά το... μαγευτικό Kasane από ψηλά. Όπου η πόλη ήταν “πιο αδιάφορη πεθαίνεις” μεν αλλά οι εικόνες που αποκομίσαμε πετώντας πάνω από αυλές σπιτιών βλέποντας οικογενειακές στιγμές του στιλ τα παιδάκια να παίζουν μακριά γαϊδούρα και η μαμά να μαγειρεύει στον κήπο ήταν χάιλάιτ δε, μου θύμισε το τελεφερίκ στη Λα Παζ που “πετάς” πάνω από τις φαβέλες σε απόσταση αναπνοής από τους κατοίκους. Τα περισσότερα σπίτια φαίνονταν ευρύχωρα και είχαν σκεπές από ελενίτ, ενώ το τοπίο ήταν πάρα πολύ ξερό και πάλι (μόνο στο Chobe είχαμε δει πράσινο) με μια πυρκαγιά να έχει ξεσπάσει στο βάθος, απ' ό,τι μάθαμε από ατύχημα.
Μόλις πάντως πλησιάσαμε το ποτάμι, το τοπίο πρασίνισε, ο πιλότος άρχισε να πετάει πιο χαμηλά και η πρώτη εικόνα ήταν πανέμορφη: ένα μικρό κοπάδι από ελέφαντες που διέσχιζε ένα κομμάτι γης για να φτάσει στο ποτάμι. “Πετάει πολύ πιο χαμηλά από το άλλο ελικόπτερο στους καταρράκτες”, μου φώναξε ο Νίκος κι είχε δίκιο. Η δε έλλειψη πόρτας σου έδινε μια αίσθηση αμεσότητας. Το ότι το ζουμ του κινητού μου για να αιχμαλωτίσει κάποιο ζώο χρειαζόταν να υποβαθμίσει τραγικά την ανάλυση με έκανε στα πρώτα λίγα λεπτά να αποφασίσω να απολαύσω την πτήση και το θέαμα και να ασχοληθώ ελάχιστα με φωτογραφίες που έτσι κι αλλιώς άθλιες θα έβγαιναν. Και ήταν πολύ ωραία ρε παιδιά. Μαγεία το τοπίο, μια στρουθοκάμηλος έτρεχε σε φουλ ταχύτητα, ο πιλότος μας υπέδειξε 2 λιοντάρια που είχαν περιλάβει και ξεκοίλιαζαν το κουφάρι ενός νεροβούβαλου, οικογένειες από καμηλοπαρδάλεις προχωρούσαν αμέριμνες, ζέβρες έτρεχαν, τεράστιες τερμιτοφωλιές ξεπρόβαλλαν κάθε λίγα μέτρα, αντιλόπες έπιναν νερό ανά κοπάδια κι ένας ατέρμονος ορίζοντας με τον ήλιο να αρχίσει να δύει και τον πιλότο να πετάει κι από τις δυο πλευρές ώστε να το απολαύσουμε και οι δύο. Το ότι δεν υπήρχε πόρτα σου έδινε μια αμεσότητα και μια αίσθηση ότι ο αέρας θα σου πάρει το κινητό από τα χέρια, οπότε το έβαλα κάτω από το μηρό μου και το ξαναέβγαλα μόνο για να απαθανατίσω την ωραιότερη σκηνή, που δεν περιλάμβανε καν πανίδα: το ελικόπτερο του Γερμανού ημιανάπηρου τουρίστα που είχαμε δει στο αεροδρόμιο πέταξε ακριβώς δίπλα μας, με τον ήλιο να δύει πίσω του. Με το που κατεβήκαμε είδα το πλατύ χαμόγελο του Νίκου: “άξιζε με τα χίλια!” μου είπε κατενθουσιασμένος και συμφώνησα 100%. Εμπειριάρα.
Στην προσγείωση είδαμε από ψηλά τον εντυπωσιακό στόλο από Cesna στο αεροδρόμιο και μάθαμε πως μόνο για το Κwhai που θα πετούσαμε κι εμείς την επομένη, έχει 50 πτήσεις ημερησίως! Μωρέ μπράβο το Δέλτα, δίνει ψωμάκι σε πολύ κόσμο και φέρνει και νεοζηλανδούς πιλότους από τα πέρατα του κόσμου απ' ό,τι φαίνεται.
Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο μας κι είχε σκοτεινιάσει βέβαια, αλλά φυσούσε ένας αέρας πολυ δυνατός και μετέφερε και στάχτη από την πυρκαγιά, έτσουζαν τα μάτια μου. Έλπιζα να μην έκανε τεράστια ζημιά στο οικοσύστημα η φωτιά αλλά και να μην επηρέαζε το σαφάρι μας την επόμενη, γιατί είχε στοιχίσει και μια περιουσία. Πήγα στο τίμιο γυμανστήριο του ξενοδοχείου και προσποιήθηκα πως δεν είχα ένα μήνα να πατήσω σε γυμναστήριο. Έπιασα και κουβεντούλα με το γυμναστή, πόσο χαλαροί και χαμογελαστοί τύποι είναι οι Μποτσουανέζοι (έτσι λέγονται; ). Αύριο θα γνωρίζαμε περισσότερους, αλλά και περισσότερα ζώα, έτσι έλπιζα τουλάχιστον.
Last edited by a moderator:

