Yorgos
Member
- Μηνύματα
- 10.793
- Likes
- 60.055
- Επόμενο Ταξίδι
- Cape Verde
- Ταξίδι-Όνειρο
- Περού τότε, τώρα, πάντα
Περιεχόμενα
- Κεφάλαιο 1
- Ο γύρος των αφρικανικών αεροδρομίων και το welcome taxi scare
- Αφρικανικές πρωτεύουσες, όχι ο πρωτεύων λόγος για να πας στην Αφρική
- Photos
- Χαράρε: Ο Οβελίξ στη Ρώμη, η Βόρειος Κορέα και το σόι του Μουγκάμπε
- Photos 2
- The great Great Zimbabwe
- Photos 3
- Bulawayo, η έκπληξις και “είναι ασφαλές που περπατάμε εδώ;”
- Photos 4
- Τα “δεύτερα” αρχαία και το μούλιασμα
- Photos 5
- Οι καταρράκτες από πάνω κι από κάτω
- Photos 6
- Λίγη Ζάμπια, μια κόμπρα, ένα κάρι και τ' αγόρι μου
- Photos 7
- Το Chobe, η γιαγιά Ελένη κι ο αριθμός 128
- Photos 8
- Η πανίδα από ψηλά, ένας αντιπρόεδρας που δεν ξέρει να τρώει και η εναέρια εισαγωγή στο Okavango
- Photos 9
- Βρυχηθμοί, υαινοτσακωμοί, τσιμπήματα και καμπανάκια
- Photos 10
- Η μισή κιβωτός του Νώε και... ήρθε μια αράχνη
- Photos 11
- Τελευταίο σαφάρι, επιστροφή στο μαγευτικό Maun
- Photos 12
- Μια περίεργη πρωτεύουσα, προϊόντα για τρίχες και τα νησιά Bisagos με παγωτό Κέφαλου
- Photos 13
- Πολιτιστικό χωριό με Κενυάτες, βραχογραφίες με τρίτα πόδια, μια σκουπισμένη μπριζόλα και μπόλικα conditioner
- Photos 14
- Αποχαιρετισμός στη Μποτσουάνα από ένα ξεχασμένο αεροδρόμιο
- Επίλογος, συμπεράσματα και η αυθαίρετη βαθμολογία μου
- Η βαθμολογία που χρωστάω
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5: The great Great Zimbabwe
Έφτασε η μέρα! Σήμερα θα πηγαίναμε στα αρχαία του Great Zimbabwe. Ήμουν ενθουσιασμένος, αλλά και ολίγον ανήσυχος για το αν θα αρέσουν στο Νίκο γιατί δεν είναι τόσο αρχαιολάτρης όσο εγώ.
Αφήσαμε τις υπερβολές με τα πρωινά στα πεντάστερα, φάγαμε ό,τι είχαμε πάρει στο σούπερ μάρκετ την προηγούμενη και βάλαμε το indrive να δούμε αν όντως θα βρεθεί ταξιτζής με 100$. Αμέ, αμέσως βρέθηκε και φυσικά ήρθε με Honda Fit, άλλωστε σχεδόν όλα τα ταξί που πήραμε στη χώρα πανομοιότυπα ήταν. Το όνομά του, έτσι για αλλαγή, αντί για Innocent ήταν Dongo και στην αρχή τον είδαμε με μια καχυποψία (ε άμα δε σε λένε Innocent λογικό δεν είναι; ), αλλά σύντομα έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της εμπειρίας στη Ζιμπάμπουε.
Όσο λοιπόν βγαίναμε από τη Χαράρε, μέσω φαρδιών λεωφόρων και με πολύ καλό οδόστρωμα ακόμη και στην επαρχία να σημειώσω, μας είπε πως είχε τρία παιδιά, δυο διαζύγια και μια γκόμενα, πλούσιος βίος λοιπόν. Η μουσικούλα που άκουγε ήταν πολύ ωραία, γενικώς και στις τρεις χώρες οι τοπικοί ήχοι δεν είχαν το επιθετικό στιλάκι άλλων χωρών της Αφρικής, και τον ρώτησε ο Νίκος να μας πει λίγα πράγματα για το στίχο. Προέκυψε πως ήταν σύγχρονα επαναστατικά τραγούδια με στίχο όπως “οι πλούσιοι έχουν τη γη κι εμείς τίποτε” ενώ αργότερα έβαλε και κάτι χριστιανικά. Λαλίστατος ήταν ο Ντόνγκο, οπότε πήραμε θάρρος και τον ρωτήσαμε και για την κυβέρνηση: “κλέφτες είναι, έφυγε ο Μουγκάμπε κι άφησε το βοηθό του, οι εκλογές είναι μια φάρσα, αλλά τα όπλα τα έχει η κυβέρνηση, όχι ο λαός, οπότε τους υπομένουμε, τι να κάνουμε;”.
Σε κάποια φάση είδαμε δίπλα στην εθνική κάποιους να κάθονται κάτω από ένα δέντρο και να προσεύχονται, που απ' ό,τι φαίνεται είναι πολύ κοινή πρακτική στη χώρα. Τα σπίτια ήταν σχετικά φτωχικά, αλλά λιγότερο απ' ό,τι περίμενα, στην πλειοψηφία τους από ανθεκτικά υλικά κι αρκετά ευρύχωρα, το δε τοπίο απίστευτα ξερό, άλλωστε είχαμε έρθει στην πιο άνυδρη περίοδο, όμως ο μουντός ουρανός εγγυόταν πως τουλάχιστον δε θα μας έκαιγε ο ήλιος. Ευτυχώς, γιατί ανέμενα να κάνουμε πολύ περπάτημα στα αρχαία, που για μένα ήταν ο βασικός λόγος επιλογής της χώρας, ποιοι καταρράκτες και ποια σαφάρι τώρα.
Όσο πλησιάζαμε στο Masvingo, την κοντινότερη πόλη στον αρχαιολογικό χώρο, το τοπίο άλλαζε με μεγάλες πέτρες να σχηματίζουν λοφίσκους, κάποιες από αυτές ήταν να απορείς πώς ισορροπούσαν η μια πάνω στην άλλη. Πληρώσαμε και δυο φορές διόδια, από 4$ κάθε φορά παρακαλώ και φτάσαμε στο κατάλυμά μας, ένα κάποιο Mineheart Hotel έξω από την πόλη, άλλωστε οι επιλογές δεν ήταν και πολλές. Ευγενέστατες οι κοπέλες στη ρεσεψιόν, μας έδειξαν το διαμέρισμά μας, που ήταν ένα ανεξάρτητο κτίσμα με δυο μεγάλα υπνοδωμάτια, σαλονάρα, κουζινάρα και ντουσάρα, 95€ τη βραδιά κόστιζε, που τα άξιζε. Είπαμε στο Ντόνγκο να μη φύγει, βάλαμε κάτω το indrive, βρήκαμε πόσο θα έπρεπε να τον πληρώσουμε για το Great Zimbabwe, τα συμφωνήσαμε μέσες-άκρες και για την επομένη να μας πάει μέχρι το Bulawayo κι έτσι θα τον είχαμε αγκαζέ. Χάρηκε κι ο ίδιος γιατί πέρα από το έξτρα μεροκάματο, θα επισκεπτόταν και το Great Zimbabwe που δεν είχε πάει ποτέ.
Μόλις μισή ώρα οδήγησης μας χώριζε από το ποθητό σημείο, άρχισε να ψιχαλίζει όμως και στράβωσα. Τώρα βρήκε να βρέξει; Φτάνοντας όμως μας λυπήθηκαν οι θεοί και το ψιλόβροχο σταμάτησε. Η είσοδος φαινόταν ψιλοεγκαταλελειμμένη αλλά τελικώς διαπιστώσαμε πως εκτός από μας στο χώρο θα έκαναν επίσκεψη και δυο σχολεία, με παιδάκια περιποιημένα και πειθαρχημένα με τις στολές τους, όχι σαν κάτι άλλες χώρες (ονόματα δε λέμε) που αν πέσεις σε σχολική εκδρομή είναι για να κοπανάς το κεφάλι σου στον τοίχο που σε καταράστηκε η τύχη.
Πληρώσαμε την είσοδο, μας εξήγησε ο χαμογελαστός κυριούλης (τι ευγενείς άνθρωποι που είναι οι Ζιμπαμπουάνοι) τι διαδρομή θα έπρεπε να κάνουμε και είπαμε να ξεκινήσουμε από το μουσείο, που παρότι δεν είχε ρεύμα μπορέσαμε να το επισκεφθούμε με το φως των κινητών και η -πάλι ευγενέστατη- υπάλληλος δέχθηκε να μας κάνει και μια μίνι ξενάγηση. Ευτυχώς είχε γνώσεις για να εμπλουτίσει τα όχι εκθαμβωτικά αλλά ούτε και αδιάφορα εκθέματα της μοναδικής αίθουσας.
Επειδή οι περισσότεροι δε θα είναι αρχαιοχτυπημένοι σαν κι εμένα, θα τα γράψω συνοπτικά: πρόκειται για το σημαντικότερο αρχαιολογικό χώρο νοτίως της Σαχάρας, μια πόλη που ήκμασε κάπου ανάμεσα στον 11ο και 15ο αιώνα μ.Χ. υπό τους Shona (η πολυπληθέστερη εθνοτική ομάδα σήμερα στη χώρα, και ο Ντόνγκο Shona είναι), που έλεγχαν το εμπόριο χρυσού στην περιοχή και βασικά η πόλη ήταν εμπορικό κέντρο. Αυτό που την κάνει να ξεχωρίζει είναι οι μεγάλες πέτρινες κατασκευές (κυρίως το τείχος που στο μεγαλύτερο κομμάτι του ξεπερνάει τα 10 μέτρα σε ύψος, αλλά και σπίτια, δύο πύργοι), χωρίς τη χρήση κονιάματος. Το όνομα Zimbabwe σημαίνει “Πέτρινα Σπίτια” κι εν τέλει ο αρχαιολογικός χώρος έδωσε και το όνομά του στη χώρα μετά την αποικιακή περίοδο, άλλωστε μέχρι τότε ονομαζόταν Ροδεσία. Εννοείται πως αποτελεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO και υποτίθεται πως είναι το εθνικό σύμβολο της χώρας, άλλο αν πολλοί -όπως ο συμπαθής Ντόνγκο- δεν το έχουν επικεφθεί ποτέ.
Η κοπελίτσα λοιπόν μας εξήγησε την ιστορία του τόπου, μας ανέφερε πως ο βασιλιάς είχε πάνω από 200 παλλακίδες κι έμενε στην Άνω Πόλη που θα μπορούσαμε να επισκεφθούμε πέραν του Μεγάλου Περίβολου, που είναι το κυρίως αξιοθέατο λόγω του εξαιρετικά σωζόμενου τείχους. Η βασίλισσα -όπως και σε άλλους πολιτισμούς- είχε το καθήκον να εκπαιδεύει τις παλλακίδες, μάλιστα μέσα στα εκθέματα ήταν και κάποιοι πέτρινοι δονητές, ενώ εκτίθενται κι ευρήματα από το μάλλον άδικο εμπόριο με τους Άραβες (ρε παιδιά, δίνατε χρυσάφι για να πάρετε κεχριμπάρι; ). “Ε ήταν λίγο αθώοι οι Shona”, μας είπε η ξεναγός, που προχώρησε για να μας δείξει μια όμορφη μακέτα όπου φαινόταν ξεκάθαρα και πού βρισκόταν το παλάτι του βασιλιά, καθώς και κάποια τοτέμ από πουλιά που αν κατάλαβα καλά συμβόλιζαν τον κάθε βασιλιά. Της ζητήσαμε να μας συνοδεύσει και στον αρχαιολογικό χώρο, αλλά δεν μπορούσε να αφήσει το -χωρίς ηλεκτρισμό- μουσείο, στο οποίο πάλι απαγορεύονταν οι φωτογραφίες, αν και ο Νίκος κατάφερε να ξεκλέψει κάποιες όσο εγώ την απασχολούσα με ερωτήσεις. Εντύπωση μου προκάλεσε η προσπάθεια των αποικιοκρατών να καλλιεργήσουν μια θεωρία σύμφωνα με την οποία τα συγκεκριμένα αρχαία ανήκαν σε κάποιο ευρωπαϊκό πολιτισμό, προφανώς θεωρώντας τους ντόπιους ανίκανους για τέτοια κατορθώματα. Η επιστημονική τεκμηρίωση της αφρικανικής προέλευσης του Great Zimbabwe από τους αρχαιολόγους εορτάστηκε ως εθνική νίκη στη χώρα.
Συνεχίσαμε λοιπόν το μονοπάτι, ανάμεσα σε μπαμπουίνους που κυκλοφορούν ελεύθεροι, ενίοτε σε ζευγάρια κι άλλες φορές σε κοπάδια, για να φτάσουμε στο Great Enclosure. Ήδη η πρώτη θέα ήταν ΓΟΥΑΟΥ από μακριά, με το τείχος να είναι φοβερό, πολύ παχύ χωρίς ίχνος κονιάματος... με αρκετές αγελάδες όμως τριγύρω, που του έδιναν μια βουκολική εσάνς. Δεν υπήρχαν κι άλλοι επισκέπτες εκείνη την ώρα και το θέαμα ήταν μαγικό, οπότε αρχίσαμε να σκαρφαλώνουμε και να τραβάμε φωτογραφίες, συμπεριλαμβανομένου του Ντόνγκο που ενθουσιάστηκε και τις έστελνε και σε φίλους και συγγενείς (και πιθανολογώ και κάποιες γκόμενες). Ο χώρος είχε και καλοδιατηρημένες ταμπέλες με τεχνικές επεξηγήσεις και σε κάποιο βαθμό θύμιζε Μυκήνες. Σώζονται και οι πέτρινες βάσεις από καλύβες από καλάμια, που προφανώς δεν άντεξαν στη φθορά του χρόνου, ενώ κάποιοι μυστηριώδεις διάδρομοι ανάμεσα στα τείχη σε οδηγούν και στον πύργο, του οποίου η χρήση δεν είναι ξεκάθαρη, πιθανόν να πρόκειται για αποθήκη τροφίμων.
Ξετρελάθηκα με το χώρο, μάλλον επειδή ήμασταν και μόνοι μας, αλλά είχε και συνέχεια: όπως συνέχιζε το μονοπάτι κατέληγε σε ένα ανοιχτό χώρο με καλύβες που αναπαριστούσαν τις πάλαι ποτέ κατοικίες της πόλης, όπου ήταν ξεκάθαρο πως η δεύτερη σύζυγος είχε μεγαλύτερη καλύβα από την τρίτη, της οποίας η καλύβα ήταν μεγαλύτερη της τέταρτης κ.ο.κ. Είχε και κάτι ψιλοσουβενίρ, με τα οποία δεν ασχολήθηκα όπως πάντα, τίμησα όμως μια κυριούλα που πουλούσε βραστά αβγά, μάλιστα είχε και καρυκεύμυτα για να βάλεις στο αβγό σου. Αντίθετα, κάτι κυριούλες που έκαναν ένα χορευτικό δεν τιςς τιμήσαμε γιατί ήθελα να πάμε στο λόφο με το παλάτι του βασιλιά πριν πιάσει καμιά βροχή.
Απαιτούταν μια σχετική ανάβαση και μάλιστα ο επισκέπτης μπορεί να διαλέξει ανάμεσα στο “αρχαίο μονοπάτι” και το σύγχρονο και καταλάβατε ποιο επιλέξαμε, παρότι ο Νίκος έχει θέμα με το γόνατό του. Χάρηκα πολύ πάντως που τον απολάμβανε το χώρο κι έκανε κι αναμετάδοση στη γυναίκα και τα παιδιά του. Το ανέβασμα δεν ήταν πολύ απαιτητικό, αλλά ούτε και κανένα αγγούρι και το άξιζε σίγουρα. Ο χώρος -σχώρα με Θεέ μου- θύμιζε ΚΑΤΙ από Μάτσου Πίτσου, υπό την έννοια πως υπήρχε μια συνέργεια ανάμεσα στη φύση και τις ανθρώπινες κατασκευές, αφού οι Shona εκμεταλλεύονταν κάθε μεγάλο βράχο ή προεξοχή που τους προσέφερε το περιβάλλον. Η αρχιτεκτονική ήταν προφανώς υποδεέστερη των Ίνκας, αλλά η θέα του Μεγάλου Τείχους από ψηλά μας δικαίωσε, όπως και το ιερό όπου βρέθηκαν τα τοτέμ με τα πουλιά που είχαμε δει στο μουσείο.
Παρούσα ήταν και μια οικογένεια από hyrax, η μαμά των οποίων με κοιτούσε επίμονα, φοβούμενη μάλλον ότι θα επιτεθώ στα μικρά της. A δεν ξέρετε τι είναι ένα hyrax; Ούτε κι εγώ, το γκουγκλάρισε η γυναίκα του Νίκου και μας το έστειλε, είναι ένα τρωκτικό των βράχων που στα ελληνικά ονομάζεται “δασίσκιος” και ο κοντινότερος συγγενής του είναι... ο ελέφαντας και το dugong (η άχρηστη πληροφορία της ημέρας, αλλά το μάθαμε κι αυτό). Κατεβήκαμε από το “κανονικό” μονοπάτι που ήταν σαφώς πιο επιεικές με το γόνατο του Νίκου και πέσαμε στο σχολείο που ανέβαινε.
Καταπληκτική ήταν η επίσκεψη... αλλά πεινάσαμε. Μπήκαμε στο φίλο μας του γούγλη και ψάξαμε για κάποια από τις περιορισμένες επιλογές του Masvingo των 100.000 κατοίκων και βρήκαμε κάποιο KRUTCHY που δεν ήταν και πολλά υποσχόμενο, αλλά συγκριτικά με τις άλλες επιλογές μάλλον φαινόταν αξιοπρεπές εστιατοριάκι με χαριτωμένη διακόσμηση. Καλέσαμε και το Ντόνγκο που έκανε καμάκι στη σερβιτόρα με τα ενισχυμένα οπίσθια, η οποία φαινόταν πολύ δεκτική. Το σέρβις ήταν καλό, το κοτόπουλο τεριγιάκι μου μια χαρά, το παγωτό ήταν αφρός (το περνούσες εύκολα για αφρό ξυρίσματος) και κάτσαμε να συζητήσουμε με το Ντόνγκο για την αυριανή μέρα και το γούστο του στις γυναίκες. Τελικώς τα βρήκαμε εύκολα (για το τι θα μας χρέωνε την επόμενη, όχι για τις τροφαντούλες) και μας ευχαρίστησε και για το κέρασμα. Μου φάνηκε γλυκό εκ μέρους του που πήρε ό,τι φτηνότερο βρήκε στο μενού, παρότι του είπαμε πως μπορούσε να διαλέξει ό,τι θέλει.
Γυρίσαμε στο κατάλυμα και ο υπομονετικός Νίκος κατέβαλλε σοβαρές προσπάθειες να συνδέσει την τηλεόραση με το ίντερνετ για να δούμε την πρεμιέρα της Ευρωλίγκας, αλλά δεν τα κατάφερε. Μικρό το κακό, την είδα στο λάπτοπ. Τουλάχιστον γελάσαμε και με τις φιλότιμες προσπάθειες της ρεσεψιονίστ να μας βρει αντάπτορα, αφού το φισάκι της τηλεόρασης και η ίδια η πρίζα του ξενοδοχείου ήταν διαφορετικές (πόσο Γκούφι πια).
Τολμώ να πω ότι το Great Zimbabwe με άφησε πιο ικανοποιημένο κι από την πρεμιέρα της Ευρωλίγκας, που την περίμενα τόσους μήνες. Ανεβαίνει το ταξίδι!
Έφτασε η μέρα! Σήμερα θα πηγαίναμε στα αρχαία του Great Zimbabwe. Ήμουν ενθουσιασμένος, αλλά και ολίγον ανήσυχος για το αν θα αρέσουν στο Νίκο γιατί δεν είναι τόσο αρχαιολάτρης όσο εγώ.
Αφήσαμε τις υπερβολές με τα πρωινά στα πεντάστερα, φάγαμε ό,τι είχαμε πάρει στο σούπερ μάρκετ την προηγούμενη και βάλαμε το indrive να δούμε αν όντως θα βρεθεί ταξιτζής με 100$. Αμέ, αμέσως βρέθηκε και φυσικά ήρθε με Honda Fit, άλλωστε σχεδόν όλα τα ταξί που πήραμε στη χώρα πανομοιότυπα ήταν. Το όνομά του, έτσι για αλλαγή, αντί για Innocent ήταν Dongo και στην αρχή τον είδαμε με μια καχυποψία (ε άμα δε σε λένε Innocent λογικό δεν είναι; ), αλλά σύντομα έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της εμπειρίας στη Ζιμπάμπουε.
Όσο λοιπόν βγαίναμε από τη Χαράρε, μέσω φαρδιών λεωφόρων και με πολύ καλό οδόστρωμα ακόμη και στην επαρχία να σημειώσω, μας είπε πως είχε τρία παιδιά, δυο διαζύγια και μια γκόμενα, πλούσιος βίος λοιπόν. Η μουσικούλα που άκουγε ήταν πολύ ωραία, γενικώς και στις τρεις χώρες οι τοπικοί ήχοι δεν είχαν το επιθετικό στιλάκι άλλων χωρών της Αφρικής, και τον ρώτησε ο Νίκος να μας πει λίγα πράγματα για το στίχο. Προέκυψε πως ήταν σύγχρονα επαναστατικά τραγούδια με στίχο όπως “οι πλούσιοι έχουν τη γη κι εμείς τίποτε” ενώ αργότερα έβαλε και κάτι χριστιανικά. Λαλίστατος ήταν ο Ντόνγκο, οπότε πήραμε θάρρος και τον ρωτήσαμε και για την κυβέρνηση: “κλέφτες είναι, έφυγε ο Μουγκάμπε κι άφησε το βοηθό του, οι εκλογές είναι μια φάρσα, αλλά τα όπλα τα έχει η κυβέρνηση, όχι ο λαός, οπότε τους υπομένουμε, τι να κάνουμε;”.
Σε κάποια φάση είδαμε δίπλα στην εθνική κάποιους να κάθονται κάτω από ένα δέντρο και να προσεύχονται, που απ' ό,τι φαίνεται είναι πολύ κοινή πρακτική στη χώρα. Τα σπίτια ήταν σχετικά φτωχικά, αλλά λιγότερο απ' ό,τι περίμενα, στην πλειοψηφία τους από ανθεκτικά υλικά κι αρκετά ευρύχωρα, το δε τοπίο απίστευτα ξερό, άλλωστε είχαμε έρθει στην πιο άνυδρη περίοδο, όμως ο μουντός ουρανός εγγυόταν πως τουλάχιστον δε θα μας έκαιγε ο ήλιος. Ευτυχώς, γιατί ανέμενα να κάνουμε πολύ περπάτημα στα αρχαία, που για μένα ήταν ο βασικός λόγος επιλογής της χώρας, ποιοι καταρράκτες και ποια σαφάρι τώρα.
Όσο πλησιάζαμε στο Masvingo, την κοντινότερη πόλη στον αρχαιολογικό χώρο, το τοπίο άλλαζε με μεγάλες πέτρες να σχηματίζουν λοφίσκους, κάποιες από αυτές ήταν να απορείς πώς ισορροπούσαν η μια πάνω στην άλλη. Πληρώσαμε και δυο φορές διόδια, από 4$ κάθε φορά παρακαλώ και φτάσαμε στο κατάλυμά μας, ένα κάποιο Mineheart Hotel έξω από την πόλη, άλλωστε οι επιλογές δεν ήταν και πολλές. Ευγενέστατες οι κοπέλες στη ρεσεψιόν, μας έδειξαν το διαμέρισμά μας, που ήταν ένα ανεξάρτητο κτίσμα με δυο μεγάλα υπνοδωμάτια, σαλονάρα, κουζινάρα και ντουσάρα, 95€ τη βραδιά κόστιζε, που τα άξιζε. Είπαμε στο Ντόνγκο να μη φύγει, βάλαμε κάτω το indrive, βρήκαμε πόσο θα έπρεπε να τον πληρώσουμε για το Great Zimbabwe, τα συμφωνήσαμε μέσες-άκρες και για την επομένη να μας πάει μέχρι το Bulawayo κι έτσι θα τον είχαμε αγκαζέ. Χάρηκε κι ο ίδιος γιατί πέρα από το έξτρα μεροκάματο, θα επισκεπτόταν και το Great Zimbabwe που δεν είχε πάει ποτέ.
Μόλις μισή ώρα οδήγησης μας χώριζε από το ποθητό σημείο, άρχισε να ψιχαλίζει όμως και στράβωσα. Τώρα βρήκε να βρέξει; Φτάνοντας όμως μας λυπήθηκαν οι θεοί και το ψιλόβροχο σταμάτησε. Η είσοδος φαινόταν ψιλοεγκαταλελειμμένη αλλά τελικώς διαπιστώσαμε πως εκτός από μας στο χώρο θα έκαναν επίσκεψη και δυο σχολεία, με παιδάκια περιποιημένα και πειθαρχημένα με τις στολές τους, όχι σαν κάτι άλλες χώρες (ονόματα δε λέμε) που αν πέσεις σε σχολική εκδρομή είναι για να κοπανάς το κεφάλι σου στον τοίχο που σε καταράστηκε η τύχη.
Πληρώσαμε την είσοδο, μας εξήγησε ο χαμογελαστός κυριούλης (τι ευγενείς άνθρωποι που είναι οι Ζιμπαμπουάνοι) τι διαδρομή θα έπρεπε να κάνουμε και είπαμε να ξεκινήσουμε από το μουσείο, που παρότι δεν είχε ρεύμα μπορέσαμε να το επισκεφθούμε με το φως των κινητών και η -πάλι ευγενέστατη- υπάλληλος δέχθηκε να μας κάνει και μια μίνι ξενάγηση. Ευτυχώς είχε γνώσεις για να εμπλουτίσει τα όχι εκθαμβωτικά αλλά ούτε και αδιάφορα εκθέματα της μοναδικής αίθουσας.
Επειδή οι περισσότεροι δε θα είναι αρχαιοχτυπημένοι σαν κι εμένα, θα τα γράψω συνοπτικά: πρόκειται για το σημαντικότερο αρχαιολογικό χώρο νοτίως της Σαχάρας, μια πόλη που ήκμασε κάπου ανάμεσα στον 11ο και 15ο αιώνα μ.Χ. υπό τους Shona (η πολυπληθέστερη εθνοτική ομάδα σήμερα στη χώρα, και ο Ντόνγκο Shona είναι), που έλεγχαν το εμπόριο χρυσού στην περιοχή και βασικά η πόλη ήταν εμπορικό κέντρο. Αυτό που την κάνει να ξεχωρίζει είναι οι μεγάλες πέτρινες κατασκευές (κυρίως το τείχος που στο μεγαλύτερο κομμάτι του ξεπερνάει τα 10 μέτρα σε ύψος, αλλά και σπίτια, δύο πύργοι), χωρίς τη χρήση κονιάματος. Το όνομα Zimbabwe σημαίνει “Πέτρινα Σπίτια” κι εν τέλει ο αρχαιολογικός χώρος έδωσε και το όνομά του στη χώρα μετά την αποικιακή περίοδο, άλλωστε μέχρι τότε ονομαζόταν Ροδεσία. Εννοείται πως αποτελεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO και υποτίθεται πως είναι το εθνικό σύμβολο της χώρας, άλλο αν πολλοί -όπως ο συμπαθής Ντόνγκο- δεν το έχουν επικεφθεί ποτέ.
Η κοπελίτσα λοιπόν μας εξήγησε την ιστορία του τόπου, μας ανέφερε πως ο βασιλιάς είχε πάνω από 200 παλλακίδες κι έμενε στην Άνω Πόλη που θα μπορούσαμε να επισκεφθούμε πέραν του Μεγάλου Περίβολου, που είναι το κυρίως αξιοθέατο λόγω του εξαιρετικά σωζόμενου τείχους. Η βασίλισσα -όπως και σε άλλους πολιτισμούς- είχε το καθήκον να εκπαιδεύει τις παλλακίδες, μάλιστα μέσα στα εκθέματα ήταν και κάποιοι πέτρινοι δονητές, ενώ εκτίθενται κι ευρήματα από το μάλλον άδικο εμπόριο με τους Άραβες (ρε παιδιά, δίνατε χρυσάφι για να πάρετε κεχριμπάρι; ). “Ε ήταν λίγο αθώοι οι Shona”, μας είπε η ξεναγός, που προχώρησε για να μας δείξει μια όμορφη μακέτα όπου φαινόταν ξεκάθαρα και πού βρισκόταν το παλάτι του βασιλιά, καθώς και κάποια τοτέμ από πουλιά που αν κατάλαβα καλά συμβόλιζαν τον κάθε βασιλιά. Της ζητήσαμε να μας συνοδεύσει και στον αρχαιολογικό χώρο, αλλά δεν μπορούσε να αφήσει το -χωρίς ηλεκτρισμό- μουσείο, στο οποίο πάλι απαγορεύονταν οι φωτογραφίες, αν και ο Νίκος κατάφερε να ξεκλέψει κάποιες όσο εγώ την απασχολούσα με ερωτήσεις. Εντύπωση μου προκάλεσε η προσπάθεια των αποικιοκρατών να καλλιεργήσουν μια θεωρία σύμφωνα με την οποία τα συγκεκριμένα αρχαία ανήκαν σε κάποιο ευρωπαϊκό πολιτισμό, προφανώς θεωρώντας τους ντόπιους ανίκανους για τέτοια κατορθώματα. Η επιστημονική τεκμηρίωση της αφρικανικής προέλευσης του Great Zimbabwe από τους αρχαιολόγους εορτάστηκε ως εθνική νίκη στη χώρα.
Συνεχίσαμε λοιπόν το μονοπάτι, ανάμεσα σε μπαμπουίνους που κυκλοφορούν ελεύθεροι, ενίοτε σε ζευγάρια κι άλλες φορές σε κοπάδια, για να φτάσουμε στο Great Enclosure. Ήδη η πρώτη θέα ήταν ΓΟΥΑΟΥ από μακριά, με το τείχος να είναι φοβερό, πολύ παχύ χωρίς ίχνος κονιάματος... με αρκετές αγελάδες όμως τριγύρω, που του έδιναν μια βουκολική εσάνς. Δεν υπήρχαν κι άλλοι επισκέπτες εκείνη την ώρα και το θέαμα ήταν μαγικό, οπότε αρχίσαμε να σκαρφαλώνουμε και να τραβάμε φωτογραφίες, συμπεριλαμβανομένου του Ντόνγκο που ενθουσιάστηκε και τις έστελνε και σε φίλους και συγγενείς (και πιθανολογώ και κάποιες γκόμενες). Ο χώρος είχε και καλοδιατηρημένες ταμπέλες με τεχνικές επεξηγήσεις και σε κάποιο βαθμό θύμιζε Μυκήνες. Σώζονται και οι πέτρινες βάσεις από καλύβες από καλάμια, που προφανώς δεν άντεξαν στη φθορά του χρόνου, ενώ κάποιοι μυστηριώδεις διάδρομοι ανάμεσα στα τείχη σε οδηγούν και στον πύργο, του οποίου η χρήση δεν είναι ξεκάθαρη, πιθανόν να πρόκειται για αποθήκη τροφίμων.
Ξετρελάθηκα με το χώρο, μάλλον επειδή ήμασταν και μόνοι μας, αλλά είχε και συνέχεια: όπως συνέχιζε το μονοπάτι κατέληγε σε ένα ανοιχτό χώρο με καλύβες που αναπαριστούσαν τις πάλαι ποτέ κατοικίες της πόλης, όπου ήταν ξεκάθαρο πως η δεύτερη σύζυγος είχε μεγαλύτερη καλύβα από την τρίτη, της οποίας η καλύβα ήταν μεγαλύτερη της τέταρτης κ.ο.κ. Είχε και κάτι ψιλοσουβενίρ, με τα οποία δεν ασχολήθηκα όπως πάντα, τίμησα όμως μια κυριούλα που πουλούσε βραστά αβγά, μάλιστα είχε και καρυκεύμυτα για να βάλεις στο αβγό σου. Αντίθετα, κάτι κυριούλες που έκαναν ένα χορευτικό δεν τιςς τιμήσαμε γιατί ήθελα να πάμε στο λόφο με το παλάτι του βασιλιά πριν πιάσει καμιά βροχή.
Απαιτούταν μια σχετική ανάβαση και μάλιστα ο επισκέπτης μπορεί να διαλέξει ανάμεσα στο “αρχαίο μονοπάτι” και το σύγχρονο και καταλάβατε ποιο επιλέξαμε, παρότι ο Νίκος έχει θέμα με το γόνατό του. Χάρηκα πολύ πάντως που τον απολάμβανε το χώρο κι έκανε κι αναμετάδοση στη γυναίκα και τα παιδιά του. Το ανέβασμα δεν ήταν πολύ απαιτητικό, αλλά ούτε και κανένα αγγούρι και το άξιζε σίγουρα. Ο χώρος -σχώρα με Θεέ μου- θύμιζε ΚΑΤΙ από Μάτσου Πίτσου, υπό την έννοια πως υπήρχε μια συνέργεια ανάμεσα στη φύση και τις ανθρώπινες κατασκευές, αφού οι Shona εκμεταλλεύονταν κάθε μεγάλο βράχο ή προεξοχή που τους προσέφερε το περιβάλλον. Η αρχιτεκτονική ήταν προφανώς υποδεέστερη των Ίνκας, αλλά η θέα του Μεγάλου Τείχους από ψηλά μας δικαίωσε, όπως και το ιερό όπου βρέθηκαν τα τοτέμ με τα πουλιά που είχαμε δει στο μουσείο.
Παρούσα ήταν και μια οικογένεια από hyrax, η μαμά των οποίων με κοιτούσε επίμονα, φοβούμενη μάλλον ότι θα επιτεθώ στα μικρά της. A δεν ξέρετε τι είναι ένα hyrax; Ούτε κι εγώ, το γκουγκλάρισε η γυναίκα του Νίκου και μας το έστειλε, είναι ένα τρωκτικό των βράχων που στα ελληνικά ονομάζεται “δασίσκιος” και ο κοντινότερος συγγενής του είναι... ο ελέφαντας και το dugong (η άχρηστη πληροφορία της ημέρας, αλλά το μάθαμε κι αυτό). Κατεβήκαμε από το “κανονικό” μονοπάτι που ήταν σαφώς πιο επιεικές με το γόνατο του Νίκου και πέσαμε στο σχολείο που ανέβαινε.
Καταπληκτική ήταν η επίσκεψη... αλλά πεινάσαμε. Μπήκαμε στο φίλο μας του γούγλη και ψάξαμε για κάποια από τις περιορισμένες επιλογές του Masvingo των 100.000 κατοίκων και βρήκαμε κάποιο KRUTCHY που δεν ήταν και πολλά υποσχόμενο, αλλά συγκριτικά με τις άλλες επιλογές μάλλον φαινόταν αξιοπρεπές εστιατοριάκι με χαριτωμένη διακόσμηση. Καλέσαμε και το Ντόνγκο που έκανε καμάκι στη σερβιτόρα με τα ενισχυμένα οπίσθια, η οποία φαινόταν πολύ δεκτική. Το σέρβις ήταν καλό, το κοτόπουλο τεριγιάκι μου μια χαρά, το παγωτό ήταν αφρός (το περνούσες εύκολα για αφρό ξυρίσματος) και κάτσαμε να συζητήσουμε με το Ντόνγκο για την αυριανή μέρα και το γούστο του στις γυναίκες. Τελικώς τα βρήκαμε εύκολα (για το τι θα μας χρέωνε την επόμενη, όχι για τις τροφαντούλες) και μας ευχαρίστησε και για το κέρασμα. Μου φάνηκε γλυκό εκ μέρους του που πήρε ό,τι φτηνότερο βρήκε στο μενού, παρότι του είπαμε πως μπορούσε να διαλέξει ό,τι θέλει.
Γυρίσαμε στο κατάλυμα και ο υπομονετικός Νίκος κατέβαλλε σοβαρές προσπάθειες να συνδέσει την τηλεόραση με το ίντερνετ για να δούμε την πρεμιέρα της Ευρωλίγκας, αλλά δεν τα κατάφερε. Μικρό το κακό, την είδα στο λάπτοπ. Τουλάχιστον γελάσαμε και με τις φιλότιμες προσπάθειες της ρεσεψιονίστ να μας βρει αντάπτορα, αφού το φισάκι της τηλεόρασης και η ίδια η πρίζα του ξενοδοχείου ήταν διαφορετικές (πόσο Γκούφι πια).
Τολμώ να πω ότι το Great Zimbabwe με άφησε πιο ικανοποιημένο κι από την πρεμιέρα της Ευρωλίγκας, που την περίμενα τόσους μήνες. Ανεβαίνει το ταξίδι!
Last edited by a moderator:

