Yorgos
Member
- Μηνύματα
- 10.793
- Likes
- 60.055
- Επόμενο Ταξίδι
- Cape Verde
- Ταξίδι-Όνειρο
- Περού τότε, τώρα, πάντα
Περιεχόμενα
- Κεφάλαιο 1
- Ο γύρος των αφρικανικών αεροδρομίων και το welcome taxi scare
- Αφρικανικές πρωτεύουσες, όχι ο πρωτεύων λόγος για να πας στην Αφρική
- Photos
- Χαράρε: Ο Οβελίξ στη Ρώμη, η Βόρειος Κορέα και το σόι του Μουγκάμπε
- Photos 2
- The great Great Zimbabwe
- Photos 3
- Bulawayo, η έκπληξις και “είναι ασφαλές που περπατάμε εδώ;”
- Photos 4
- Τα “δεύτερα” αρχαία και το μούλιασμα
- Photos 5
- Οι καταρράκτες από πάνω κι από κάτω
- Photos 6
- Λίγη Ζάμπια, μια κόμπρα, ένα κάρι και τ' αγόρι μου
- Photos 7
- Το Chobe, η γιαγιά Ελένη κι ο αριθμός 128
- Photos 8
- Η πανίδα από ψηλά, ένας αντιπρόεδρας που δεν ξέρει να τρώει και η εναέρια εισαγωγή στο Okavango
- Photos 9
- Βρυχηθμοί, υαινοτσακωμοί, τσιμπήματα και καμπανάκια
- Photos 10
- Η μισή κιβωτός του Νώε και... ήρθε μια αράχνη
- Photos 11
- Τελευταίο σαφάρι, επιστροφή στο μαγευτικό Maun
- Photos 12
- Μια περίεργη πρωτεύουσα, προϊόντα για τρίχες και τα νησιά Bisagos με παγωτό Κέφαλου
- Photos 13
- Πολιτιστικό χωριό με Κενυάτες, βραχογραφίες με τρίτα πόδια, μια σκουπισμένη μπριζόλα και μπόλικα conditioner
- Photos 14
- Αποχαιρετισμός στη Μποτσουάνα από ένα ξεχασμένο αεροδρόμιο
- Επίλογος, συμπεράσματα και η αυθαίρετη βαθμολογία μου
- Η βαθμολογία που χρωστάω
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
Bulawayo, η έκπληξις και “είναι ασφαλές που περπατάμε εδώ;”
Λοιπόν το πρωινό του διαμερίσματος ήταν παραδόξως τιμιότατο, παρότι η καλή κυρία που το ετοίμαζε είχε ρυθμούς Χατζηνικολάου σε αργό ριπλέι. Ο Ντόνγκο ήταν στην ώρα του, έβαλε και πάλι ωραία τοπική μουσικούλα και ο δρόμος ήταν και πάλι σε καλή κατάσταση, οπότε προχωρήσαμε για το τετράωρο ταξίδι προς το Bulawayo.
Ξαφνικά, εκεί στη μέση της εθνικής σκάνε μύτη περίπου 20 τζιπ, εμφανίστηκε αστυνομία που μας απαγόρευσε την κίνηση και πέρασε ένα κονβόι με αρκετά αυτοκίνητα και τέσσερα οχήματα με ενόπλους. “Ο πρόεδρος”, μονολόγησε ο Ντόνγκο. Ορίστε, τον πετύχαμε κι αυτόν. Κατά τα λοιπά η διαδρομή ήταν uneventful, το τοπίο τουλάχιστον ξερό και κάπως έτσι φτάσαμε στο Bulawayo, στα προάστια του οποίου είδαμε αρκετά σκουπίδια, που μας παραξένεψαν σε μια χώρα αρκετά καθαρή. Είπα να τσιγκλήσω λίγο τα φυλετικά πάθη: “Ντόνγκο... βλέπω σκουπίδια... είναι πιο βρώμικοι οι Ndembele από τους Shona, ε;”. Χαμογέλασε με νόημα και μου είπε “εμφανές δεν είναι;”.
Με το που μπήκαμε στην πόλη πάντως τρίβαμε τα μάτια μας. Ρε τι τάκη, τι αλφαδιά είναι αυτή; Πανέμορφοι κήποι, ωραία σπίτια, αποικιακά κτίρια, κόσμος σαφώς πιο καλοντυμένος, ορισμένες μαγαζάρες και γενικά μια πόλη τακτοποιημένη και ταυτόχρονα ζωντανή. Καμία σχέση με τη Xαραρε που δεν έχει καν αποικιακά κτίρια να θυμίζουν την εποχή που λεγόταν Salisbury.
Το ξενοδοχείο που διάλεξε ο Νίκος ήταν το The Bulawayo Club και μπαίνοντας το πρώτο που σκέφτηκα ήταν “ρε πού μένουμε ρε!”. Το όλο μέρος απέπνεε μια αριστοκρατική βρετανίλα, ανά πάσα στιγμή περίμενα να εμφανιστεί κανένας μπάτλερ με γάντια, μαύρο σμόκιν και προφορά Sussex να με ρωτήσει “και τι ώρα θα πιει το τσάι του ο κύριος;”. Φοβερό φουαγιέ, ρεσεψιόν από τα παλιά, απίστευτη δουλειά με ξύλο στο αρχοντικό σαλόνι με τζάκι και μια σκάλα που θύμιζε εκείνη του Τιτανικού. Το έλεγες και bargain για 84€/δίκλινο με πρωινό, ακόμη κι αν τα δωμάτια δεν ήταν εξίσου λαμπερά.
Τέλος πάντων, αφήσαμε τα πράγματα στο δωμάτιο και πήγαμε... με τον Ντόνγκο, καλά το καταλάβατε να επισκεφθούμε το Matobo, αφού τα βρήκαμε μαζί του για μια ακόμη φορά και οι τιμές που μας χρέωνε ήταν συμφέρουσες. Ο δρόμος για το εθνικό αυτό πάρκο ήταν πιο κακοτράχαλος, μπροστά μας προπορευόταν ένα απίθανο chicken bus και αριστερά και δεξιά βλέπαμε όλο και περισσότερα balancing rocks, καθοδόν για άλλο ένα σημείο UNESCO, τόσο για το ότι θεωρείται ένα από τα καλύτερα μέρη στον κόσμο για να δει κανείς ρινόκερους, όσο και για την προϊστορική τέχνη, η αναφορά στην οποία έπεισε το Νίκο να το προσθέσουμε κυριολεκτικά εκείνη τη στιγμή στο πρόγραμμά μας.
Το θέμα είναι ότι όσο προχωρούσαμε προς το εθνικό πάρκο τόσο πιο ξεκάθαρο ήταν ότι το αυτοκίνητο του Dongo... αποσυντίθετο. Ήδη έχασε ένα κομμάτι που ψιλοκρεμμόταν από το σασί και σε κάθε πέτρα συνταρασσόταν συθέμελα. Κι όλα αυτά πριν καν μπούμε στο εθνικό πάρκο αν και έλπιζα ότι ο χαρακτηρισμός ως σημείο UNESCO θα σήμαινε και πόρους που θα είχαν μεταφραστεί σε κάποιον υποτυπώδη χωματόδρομο.
Φτάσαμε στο πάρκο, έτσι νομίζαμε δηλαδή, αφού πια σήμα δεν υπήρχε, οπότε περιπλανηθήκαμε λίγο με το αμάξι (ο Θεός να το κάνει) και τελικώς ξεπρόβαλλε ένα γραφείο με μια χαμογελαστή κυρία που μας έδωσε ένα χάρτινο χάρτη για να κινηθούμε πως τα μέρη που είχα σημειώσει, δηλαδή τις βραχογραφίας και το World's View όπου είχε ταφεί ο Cecil Rhodes (περισσότερα γι αυτόν αργότερα), όπου υποτίθεται ότι η πανοραμική θέα δικαίωνε το όνομα του τόπου.
Η κυριούλα μας έδωσε την ευχή της, είπε και πέντε πράγματα στον Ντόνγκο που δεν καταλάβαμε και ξεκινήσαμε για να διαπιστώσουμε ότι ο δρόμος θα έπρεπε να επιτρέπεται μόνο για 4x4 και σίγουρα όχι για μπακατέλες. “Θα δούμε και κανένα ρινόκερο;” τη ρώτησα όλο προσμονή. “Ε αν δείτε κανένα ranger και το χαρτζηλικώσετε θα σας δείξει κάποιον πιθανότατα”, απάντησε και ο διεστραμμένος μου νους έκανε εικόνα τον έναν ranger να μας δείχνει το ρινοκέρο και τον άλλον να... ντύνεται ρινόκερος. Oι ρινόκεροι πάντως θα ήταν το μικρότερο από τα προβλήματά μας. Η σήμανση ήταν εμμ... επιλεκτική ας πούμε, οι πέτρες, λακούβες και η άμμος μας έκαναν να βγαίνουμε κάθε τρεις και λίγο για να μπορέσει να ξεκολλήσει ο κακομοίρης ο Ντόνγκο και η απορίας μας μεγάλωνε για το πώς διάολο τους ήρθε να μας επιτρέψουν να μπούμε στο πάρκο με ένα Honda Fit... εντελώς unfit όμως. Ε κάπου 1,5 χιλιόμετρο πριν το Nswatigu Cave αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε το αυτοκίνητο γιατί δε θα την έβγαζε καθαρή. “Και είναι ασφαλές να περπατήσουμε εδώ μόνοι μας;”, με ρώτησε ο Νίκος. “Ναι βρε, σιγά τη δυσκολία, 15 λεπτά να πάμε μέχρι τις βραχογραφίες και 15 να γυρίσουμε”, απάντησα όλο σιγουριά ο αφελής. “Mα καλά δεν έχει ρινόκερους;”, ξαναρώτησε. “Μπα, τετοια ώρα μέσα στο καταμεσήμερο θα κοιμούνται, στην τελική πόσοι άνθρωποι σε αυτόν τον πλανήτη να έχουν σκοτωθεί από ρινόκερο;” ξαναπάντησα προσθέτοντας ότι “καλό θα μας κάνει λίγο περπάτημα, όλη μέρα στο αυτοκίνητο – ο Θεός να το κάνει- είμαστε , ας πιάσουμε κι εκείνα τα 12.000 βήματα που έχω βάλει στόχο ημερησίως.
Τρομερή η ξηρασία. Τα χείλη μου έσκασαν αμέσως και με ταλαιπώρησαν και για αρκετές ημέρες ακόμη. Νερό δεν είχαμε, οπότε έλπιζα ότι θα βρίσκαμε το τιμημένο σπήλαιο, αλλά τα άγρια ζώα δε με ανησυχούσαν, άλλωστε δεν είχαμε δει κανένα, και τράβηξα εγώ μπροστά, με το Ντόνγκο και το Νίκο να ακολουθούν καμιά κατοστή μέτρα πιο πίσω. Για την ιστορία, το πάρκο τυγχάνει να έχει το μεγαλύτερο αριθμό λεοπαρδάλων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο στον πλανήτη και ναι, οι ρινόκεροι μπορούν να γίνουν πολύ επικίνδυνοι γι αυτό και τα σαφάρι πεζών στο πάρκο γίνονται μόνο συνοδεία ενόπλων rangers. Αλλά όλα αυτά τα μάθαμε το βράδυ που γκουγκλάραμε. Για να γράφω την ιστορία μάλλον επιζήσαμε και δεν είχαμε κανένα συναπάντημα.
Εκτός του κατορθώματος αυτού, καταφέραμε να βρούμε και τη σπηλιά, αφού οι ταμπέλες με τις σχετικές ιστορικές πληροφορίες ήταν μεγάλες κι εμφανείς, σε αντίθεση με εκείνη που έδειχνε το δρόμο για τη σπηλιά, που την είχαν φάει τα χορτάρια. Μετά από ολίγη ανάβαση λοιπόν, βουαλά φτάσαμε και στο -ας το πούμε- σπήλαιο (πιο πολύ με μίνι χαράδρα έμοιαζε) με τις βραχογραφίες ακολουθώντας κάτι βελάκια πάνω στα βράχια που με έκαναν να νομίζω πως είμαστε σε κυνήγι κρυφού θησαυρού. Έφτασα πρώτος και φώναξα “Νίκοοοο, το βρήκα, έλα 2 λεπτά ανάβαση ακόμη... Κι είναι πολύ ωραίο ρε συ. ΠΟΛΥ ωραίο όμως”. Και ήταν. Σίγουρα από τα χάιλάιτ του ταξιδιού και μάλιστα αναπάντεχο (ξαναλέω, είχα διαβάσει γι αυτό στο δρόμο νωρίτερα την ίδια μέρα). Ο τοίχος όπου βρίσκονταν οι ζωγραφιές ήταν σχετικά μικρός και η έκτασή τους μάλλον πιο περιορισμένη από το αναμενόμενο. Αλλά ο βαθμός λεπτομέρειας και κίνησης των ζώων (ειδικά μιας καμηλοπάρδαλης) ήταν εξαιρετικός για κάτι που ζωγραφίστηκε από έναν πρόγονό μας... πριν από 13.000 χρόνια. Ανατρίχιασα. Ο δε Νίκος, που δεν είναι κανένας σπασίκλας της αρχαιολογίας, επίσης ενθουσιάστηκε και του ξέφυγε ένα μακρόσυρτο ΓΟΥΑΟΥ. Βγάλαμε τις φωτογραφίες μας, φυσικά με τον Ντόνγκο παρέα, και πήραμε το δρόμο της επιστροφής σε αυτό το τόσο απομακρυσμένο, εντελώς άνυδρο και μάλλον όχι πολύ συχνά επισκέψιμο μέρος. Ένιωθα δικαιωμένος που πήγαμε.
Δεν είχαμε τελειώσει, έπρεπε να πάμε και στο World's View με το πιασάρικο όνομα, με μια αγωνία για το αν θα άντεχε το αμάξι γιατί ήμασταν περίπου 7 χιλιόμετρα από την πύλη και σιγά-σιγά άρχισε να χαμηλώνει και ο ήλιος. Τελικώς το σαράβαλο τα κατάφερε να βγει από το δύσκολο μονοπάτι και σιγά αλλά σταθερά φτάσαμε σε ένα μεγαλύτερο που μας οδήγησε στο μνημείο, όπου βρίσκονταν και μερικοί ντόπιοι τουρίστες και κάμποσοι μπαμπουίνοι. Χμ, η θέα ήταν απλώς χαριτωμένοι πάνω από κάμποσα βράχια και κάπου εκεί βρίσκονταν και μερικοί τάφοι, από τους οποίος δέσποζε αυτούς του Cecil Rhodes, ενός φιλόδοξου (έως άπληστου) αποικιοκράτη που έδωσε το όνομά του στη Ροδεσία, ίδρυσε μια ολόκληρη αποικία, οραματίστηκε το δρόμο από το Κάιρο μέχρι το Κέηπ Τάουν και φρόντισε να υποφέρουν και μερικές χιλιάδες Αφρικανοί, πριν ζητήσει να τον θάψουν σε αυτό το σημείο, που τέλος πάντων έχουμε δει και καλύτερα. Για μένα το σόου το έκλεψαν κάτι πολύχρωμες σαύρες που έχουν εποικήσει τα τριγύρω βράχια και που δεν έλεγαν να σταθούν να τις βγάλω έστω μια φωτογραφία της προκοπής.
Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο με τη δύση του ηλίο και αντί να αποχαιρετίσουμε τον Ντόνγκο... τον κλείσαμε και για την επόμενη, που σκοπεύαμε να πάμε στα αρχαία Khami, το μικρότερο και λιγότερο διάσημο αδερφάκι του Great Zimbabwe, που είχα βάλει στο μάτι. Παρότι θα θέλαμε να τον είχαμε κι άλλο μαζί μας, δε θα γινόταν γιατί αργότερα την επομένη θα παίρναμε πτήση για το Victoria Falls, προσπερνώντας επιδεικτικά την ευκαιρία να κάνουμε ένα σαφάρι πεζοί στο Hwange, που θεωρείται από τα καλύτερα μέρη στον κόσμο για κάτι τέτοιο, αλλά αυτό επιλέξαμε.
Πεινούσαμε σα λύκοι. Αποφασίσαμε να φάμε μέσα στο ξενοδοχείο και για πρώτη (και σίγουρα όχι τελευταία) φορά δοκίμασα ως ορεκτικό συκώτι κοτόπουλου, που μάλλον είναι πολύ κοινό πιάτο στην ευρύτερη περιοχή, και για κυρίως κοτοπουλάκι peri-peri με χαλούμι. Απρόσμενα καλό ήταν το φαγητό, όσο κι αν το σέρβις ήταν μια διασταύρωση Γκούφι με Ραν Ταν Πλαν, συγχωρούνται αυτά στην Αφρική, ειδικά όταν την ίδια μέρα έχεις δει φανταστικές βραχογραφίες, την ομορφότερη πόλη της χώρας και την επόμενη πετάς για Victoria Falls. Είπαμε... ανεβαίνει το ταξίδι.
Bulawayo, η έκπληξις και “είναι ασφαλές που περπατάμε εδώ;”
Λοιπόν το πρωινό του διαμερίσματος ήταν παραδόξως τιμιότατο, παρότι η καλή κυρία που το ετοίμαζε είχε ρυθμούς Χατζηνικολάου σε αργό ριπλέι. Ο Ντόνγκο ήταν στην ώρα του, έβαλε και πάλι ωραία τοπική μουσικούλα και ο δρόμος ήταν και πάλι σε καλή κατάσταση, οπότε προχωρήσαμε για το τετράωρο ταξίδι προς το Bulawayo.
Ξαφνικά, εκεί στη μέση της εθνικής σκάνε μύτη περίπου 20 τζιπ, εμφανίστηκε αστυνομία που μας απαγόρευσε την κίνηση και πέρασε ένα κονβόι με αρκετά αυτοκίνητα και τέσσερα οχήματα με ενόπλους. “Ο πρόεδρος”, μονολόγησε ο Ντόνγκο. Ορίστε, τον πετύχαμε κι αυτόν. Κατά τα λοιπά η διαδρομή ήταν uneventful, το τοπίο τουλάχιστον ξερό και κάπως έτσι φτάσαμε στο Bulawayo, στα προάστια του οποίου είδαμε αρκετά σκουπίδια, που μας παραξένεψαν σε μια χώρα αρκετά καθαρή. Είπα να τσιγκλήσω λίγο τα φυλετικά πάθη: “Ντόνγκο... βλέπω σκουπίδια... είναι πιο βρώμικοι οι Ndembele από τους Shona, ε;”. Χαμογέλασε με νόημα και μου είπε “εμφανές δεν είναι;”.
Με το που μπήκαμε στην πόλη πάντως τρίβαμε τα μάτια μας. Ρε τι τάκη, τι αλφαδιά είναι αυτή; Πανέμορφοι κήποι, ωραία σπίτια, αποικιακά κτίρια, κόσμος σαφώς πιο καλοντυμένος, ορισμένες μαγαζάρες και γενικά μια πόλη τακτοποιημένη και ταυτόχρονα ζωντανή. Καμία σχέση με τη Xαραρε που δεν έχει καν αποικιακά κτίρια να θυμίζουν την εποχή που λεγόταν Salisbury.
Το ξενοδοχείο που διάλεξε ο Νίκος ήταν το The Bulawayo Club και μπαίνοντας το πρώτο που σκέφτηκα ήταν “ρε πού μένουμε ρε!”. Το όλο μέρος απέπνεε μια αριστοκρατική βρετανίλα, ανά πάσα στιγμή περίμενα να εμφανιστεί κανένας μπάτλερ με γάντια, μαύρο σμόκιν και προφορά Sussex να με ρωτήσει “και τι ώρα θα πιει το τσάι του ο κύριος;”. Φοβερό φουαγιέ, ρεσεψιόν από τα παλιά, απίστευτη δουλειά με ξύλο στο αρχοντικό σαλόνι με τζάκι και μια σκάλα που θύμιζε εκείνη του Τιτανικού. Το έλεγες και bargain για 84€/δίκλινο με πρωινό, ακόμη κι αν τα δωμάτια δεν ήταν εξίσου λαμπερά.
Τέλος πάντων, αφήσαμε τα πράγματα στο δωμάτιο και πήγαμε... με τον Ντόνγκο, καλά το καταλάβατε να επισκεφθούμε το Matobo, αφού τα βρήκαμε μαζί του για μια ακόμη φορά και οι τιμές που μας χρέωνε ήταν συμφέρουσες. Ο δρόμος για το εθνικό αυτό πάρκο ήταν πιο κακοτράχαλος, μπροστά μας προπορευόταν ένα απίθανο chicken bus και αριστερά και δεξιά βλέπαμε όλο και περισσότερα balancing rocks, καθοδόν για άλλο ένα σημείο UNESCO, τόσο για το ότι θεωρείται ένα από τα καλύτερα μέρη στον κόσμο για να δει κανείς ρινόκερους, όσο και για την προϊστορική τέχνη, η αναφορά στην οποία έπεισε το Νίκο να το προσθέσουμε κυριολεκτικά εκείνη τη στιγμή στο πρόγραμμά μας.
Το θέμα είναι ότι όσο προχωρούσαμε προς το εθνικό πάρκο τόσο πιο ξεκάθαρο ήταν ότι το αυτοκίνητο του Dongo... αποσυντίθετο. Ήδη έχασε ένα κομμάτι που ψιλοκρεμμόταν από το σασί και σε κάθε πέτρα συνταρασσόταν συθέμελα. Κι όλα αυτά πριν καν μπούμε στο εθνικό πάρκο αν και έλπιζα ότι ο χαρακτηρισμός ως σημείο UNESCO θα σήμαινε και πόρους που θα είχαν μεταφραστεί σε κάποιον υποτυπώδη χωματόδρομο.
Φτάσαμε στο πάρκο, έτσι νομίζαμε δηλαδή, αφού πια σήμα δεν υπήρχε, οπότε περιπλανηθήκαμε λίγο με το αμάξι (ο Θεός να το κάνει) και τελικώς ξεπρόβαλλε ένα γραφείο με μια χαμογελαστή κυρία που μας έδωσε ένα χάρτινο χάρτη για να κινηθούμε πως τα μέρη που είχα σημειώσει, δηλαδή τις βραχογραφίας και το World's View όπου είχε ταφεί ο Cecil Rhodes (περισσότερα γι αυτόν αργότερα), όπου υποτίθεται ότι η πανοραμική θέα δικαίωνε το όνομα του τόπου.
Η κυριούλα μας έδωσε την ευχή της, είπε και πέντε πράγματα στον Ντόνγκο που δεν καταλάβαμε και ξεκινήσαμε για να διαπιστώσουμε ότι ο δρόμος θα έπρεπε να επιτρέπεται μόνο για 4x4 και σίγουρα όχι για μπακατέλες. “Θα δούμε και κανένα ρινόκερο;” τη ρώτησα όλο προσμονή. “Ε αν δείτε κανένα ranger και το χαρτζηλικώσετε θα σας δείξει κάποιον πιθανότατα”, απάντησε και ο διεστραμμένος μου νους έκανε εικόνα τον έναν ranger να μας δείχνει το ρινοκέρο και τον άλλον να... ντύνεται ρινόκερος. Oι ρινόκεροι πάντως θα ήταν το μικρότερο από τα προβλήματά μας. Η σήμανση ήταν εμμ... επιλεκτική ας πούμε, οι πέτρες, λακούβες και η άμμος μας έκαναν να βγαίνουμε κάθε τρεις και λίγο για να μπορέσει να ξεκολλήσει ο κακομοίρης ο Ντόνγκο και η απορίας μας μεγάλωνε για το πώς διάολο τους ήρθε να μας επιτρέψουν να μπούμε στο πάρκο με ένα Honda Fit... εντελώς unfit όμως. Ε κάπου 1,5 χιλιόμετρο πριν το Nswatigu Cave αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε το αυτοκίνητο γιατί δε θα την έβγαζε καθαρή. “Και είναι ασφαλές να περπατήσουμε εδώ μόνοι μας;”, με ρώτησε ο Νίκος. “Ναι βρε, σιγά τη δυσκολία, 15 λεπτά να πάμε μέχρι τις βραχογραφίες και 15 να γυρίσουμε”, απάντησα όλο σιγουριά ο αφελής. “Mα καλά δεν έχει ρινόκερους;”, ξαναρώτησε. “Μπα, τετοια ώρα μέσα στο καταμεσήμερο θα κοιμούνται, στην τελική πόσοι άνθρωποι σε αυτόν τον πλανήτη να έχουν σκοτωθεί από ρινόκερο;” ξαναπάντησα προσθέτοντας ότι “καλό θα μας κάνει λίγο περπάτημα, όλη μέρα στο αυτοκίνητο – ο Θεός να το κάνει- είμαστε , ας πιάσουμε κι εκείνα τα 12.000 βήματα που έχω βάλει στόχο ημερησίως.
Τρομερή η ξηρασία. Τα χείλη μου έσκασαν αμέσως και με ταλαιπώρησαν και για αρκετές ημέρες ακόμη. Νερό δεν είχαμε, οπότε έλπιζα ότι θα βρίσκαμε το τιμημένο σπήλαιο, αλλά τα άγρια ζώα δε με ανησυχούσαν, άλλωστε δεν είχαμε δει κανένα, και τράβηξα εγώ μπροστά, με το Ντόνγκο και το Νίκο να ακολουθούν καμιά κατοστή μέτρα πιο πίσω. Για την ιστορία, το πάρκο τυγχάνει να έχει το μεγαλύτερο αριθμό λεοπαρδάλων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο στον πλανήτη και ναι, οι ρινόκεροι μπορούν να γίνουν πολύ επικίνδυνοι γι αυτό και τα σαφάρι πεζών στο πάρκο γίνονται μόνο συνοδεία ενόπλων rangers. Αλλά όλα αυτά τα μάθαμε το βράδυ που γκουγκλάραμε. Για να γράφω την ιστορία μάλλον επιζήσαμε και δεν είχαμε κανένα συναπάντημα.
Εκτός του κατορθώματος αυτού, καταφέραμε να βρούμε και τη σπηλιά, αφού οι ταμπέλες με τις σχετικές ιστορικές πληροφορίες ήταν μεγάλες κι εμφανείς, σε αντίθεση με εκείνη που έδειχνε το δρόμο για τη σπηλιά, που την είχαν φάει τα χορτάρια. Μετά από ολίγη ανάβαση λοιπόν, βουαλά φτάσαμε και στο -ας το πούμε- σπήλαιο (πιο πολύ με μίνι χαράδρα έμοιαζε) με τις βραχογραφίες ακολουθώντας κάτι βελάκια πάνω στα βράχια που με έκαναν να νομίζω πως είμαστε σε κυνήγι κρυφού θησαυρού. Έφτασα πρώτος και φώναξα “Νίκοοοο, το βρήκα, έλα 2 λεπτά ανάβαση ακόμη... Κι είναι πολύ ωραίο ρε συ. ΠΟΛΥ ωραίο όμως”. Και ήταν. Σίγουρα από τα χάιλάιτ του ταξιδιού και μάλιστα αναπάντεχο (ξαναλέω, είχα διαβάσει γι αυτό στο δρόμο νωρίτερα την ίδια μέρα). Ο τοίχος όπου βρίσκονταν οι ζωγραφιές ήταν σχετικά μικρός και η έκτασή τους μάλλον πιο περιορισμένη από το αναμενόμενο. Αλλά ο βαθμός λεπτομέρειας και κίνησης των ζώων (ειδικά μιας καμηλοπάρδαλης) ήταν εξαιρετικός για κάτι που ζωγραφίστηκε από έναν πρόγονό μας... πριν από 13.000 χρόνια. Ανατρίχιασα. Ο δε Νίκος, που δεν είναι κανένας σπασίκλας της αρχαιολογίας, επίσης ενθουσιάστηκε και του ξέφυγε ένα μακρόσυρτο ΓΟΥΑΟΥ. Βγάλαμε τις φωτογραφίες μας, φυσικά με τον Ντόνγκο παρέα, και πήραμε το δρόμο της επιστροφής σε αυτό το τόσο απομακρυσμένο, εντελώς άνυδρο και μάλλον όχι πολύ συχνά επισκέψιμο μέρος. Ένιωθα δικαιωμένος που πήγαμε.
Δεν είχαμε τελειώσει, έπρεπε να πάμε και στο World's View με το πιασάρικο όνομα, με μια αγωνία για το αν θα άντεχε το αμάξι γιατί ήμασταν περίπου 7 χιλιόμετρα από την πύλη και σιγά-σιγά άρχισε να χαμηλώνει και ο ήλιος. Τελικώς το σαράβαλο τα κατάφερε να βγει από το δύσκολο μονοπάτι και σιγά αλλά σταθερά φτάσαμε σε ένα μεγαλύτερο που μας οδήγησε στο μνημείο, όπου βρίσκονταν και μερικοί ντόπιοι τουρίστες και κάμποσοι μπαμπουίνοι. Χμ, η θέα ήταν απλώς χαριτωμένοι πάνω από κάμποσα βράχια και κάπου εκεί βρίσκονταν και μερικοί τάφοι, από τους οποίος δέσποζε αυτούς του Cecil Rhodes, ενός φιλόδοξου (έως άπληστου) αποικιοκράτη που έδωσε το όνομά του στη Ροδεσία, ίδρυσε μια ολόκληρη αποικία, οραματίστηκε το δρόμο από το Κάιρο μέχρι το Κέηπ Τάουν και φρόντισε να υποφέρουν και μερικές χιλιάδες Αφρικανοί, πριν ζητήσει να τον θάψουν σε αυτό το σημείο, που τέλος πάντων έχουμε δει και καλύτερα. Για μένα το σόου το έκλεψαν κάτι πολύχρωμες σαύρες που έχουν εποικήσει τα τριγύρω βράχια και που δεν έλεγαν να σταθούν να τις βγάλω έστω μια φωτογραφία της προκοπής.
Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο με τη δύση του ηλίο και αντί να αποχαιρετίσουμε τον Ντόνγκο... τον κλείσαμε και για την επόμενη, που σκοπεύαμε να πάμε στα αρχαία Khami, το μικρότερο και λιγότερο διάσημο αδερφάκι του Great Zimbabwe, που είχα βάλει στο μάτι. Παρότι θα θέλαμε να τον είχαμε κι άλλο μαζί μας, δε θα γινόταν γιατί αργότερα την επομένη θα παίρναμε πτήση για το Victoria Falls, προσπερνώντας επιδεικτικά την ευκαιρία να κάνουμε ένα σαφάρι πεζοί στο Hwange, που θεωρείται από τα καλύτερα μέρη στον κόσμο για κάτι τέτοιο, αλλά αυτό επιλέξαμε.
Πεινούσαμε σα λύκοι. Αποφασίσαμε να φάμε μέσα στο ξενοδοχείο και για πρώτη (και σίγουρα όχι τελευταία) φορά δοκίμασα ως ορεκτικό συκώτι κοτόπουλου, που μάλλον είναι πολύ κοινό πιάτο στην ευρύτερη περιοχή, και για κυρίως κοτοπουλάκι peri-peri με χαλούμι. Απρόσμενα καλό ήταν το φαγητό, όσο κι αν το σέρβις ήταν μια διασταύρωση Γκούφι με Ραν Ταν Πλαν, συγχωρούνται αυτά στην Αφρική, ειδικά όταν την ίδια μέρα έχεις δει φανταστικές βραχογραφίες, την ομορφότερη πόλη της χώρας και την επόμενη πετάς για Victoria Falls. Είπαμε... ανεβαίνει το ταξίδι.
Last edited by a moderator:

