Yorgos
Member
- Μηνύματα
- 10.793
- Likes
- 60.055
- Επόμενο Ταξίδι
- Cape Verde
- Ταξίδι-Όνειρο
- Περού τότε, τώρα, πάντα
Περιεχόμενα
- Κεφάλαιο 1
- Ο γύρος των αφρικανικών αεροδρομίων και το welcome taxi scare
- Αφρικανικές πρωτεύουσες, όχι ο πρωτεύων λόγος για να πας στην Αφρική
- Photos
- Χαράρε: Ο Οβελίξ στη Ρώμη, η Βόρειος Κορέα και το σόι του Μουγκάμπε
- Photos 2
- The great Great Zimbabwe
- Photos 3
- Bulawayo, η έκπληξις και “είναι ασφαλές που περπατάμε εδώ;”
- Photos 4
- Τα “δεύτερα” αρχαία και το μούλιασμα
- Photos 5
- Οι καταρράκτες από πάνω κι από κάτω
- Photos 6
- Λίγη Ζάμπια, μια κόμπρα, ένα κάρι και τ' αγόρι μου
- Photos 7
- Το Chobe, η γιαγιά Ελένη κι ο αριθμός 128
- Photos 8
- Η πανίδα από ψηλά, ένας αντιπρόεδρας που δεν ξέρει να τρώει και η εναέρια εισαγωγή στο Okavango
- Photos 9
- Βρυχηθμοί, υαινοτσακωμοί, τσιμπήματα και καμπανάκια
- Photos 10
- Η μισή κιβωτός του Νώε και... ήρθε μια αράχνη
- Photos 11
- Τελευταίο σαφάρι, επιστροφή στο μαγευτικό Maun
- Photos 12
- Μια περίεργη πρωτεύουσα, προϊόντα για τρίχες και τα νησιά Bisagos με παγωτό Κέφαλου
- Photos 13
- Πολιτιστικό χωριό με Κενυάτες, βραχογραφίες με τρίτα πόδια, μια σκουπισμένη μπριζόλα και μπόλικα conditioner
- Photos 14
- Αποχαιρετισμός στη Μποτσουάνα από ένα ξεχασμένο αεροδρόμιο
- Επίλογος, συμπεράσματα και η αυθαίρετη βαθμολογία μου
- Η βαθμολογία που χρωστάω
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16: Πολιτιστικό χωριό με Κενυάτες, βραχογραφίες με τρίτα πόδια, μια σκουπισμένη μπριζόλα και μπόλικα conditioner
Ξυπνήσαμε νωρίς και περιλάβαμε το δυνατό χιλτονικό πρωινό. Παραγγείλαμε το ταξάκι μας μέσω του indrive για να μας παραλάβει ένα ντροπαλό παλικαράκι και να μας πάει με μόλις 6€ (σε ακριβή χώρα παρακαλώ) μια απόστααση 45 λεπτών μέχρι αυτό το Bahurutse Cultural Village που δεν είχαμε και πολύ καθαρή ιδέα περί τίνος επρόκειτο. Στη διαδρομή περάσαμε από ένα νεκροταφείο Bahai (δεν το περίμενα στη Μποτσουάνα), είδαμε τακτοποιημένα σπίτια αλλά παρατηρήσαμε και ότι οι πλάγιοι δρόμοι είναι χωματόδρομοι. Τα πάντα πάντως φαίνονταν αξιοπρεπή.
Αρχικά προσπεράσαμε την είσοδο του χώρου, που ήταν στη μέση του πουθενά αλλά εν τέλει το βρήκε ο οδηγός, μιλώντας με ντόπιους που...δεν ήξεραν Αγγλικά. Ο χώρος έμοιαζε με κάποιο καμπ, στην είσοδο του οποίου βρίσκονταν κάτι τύποι ντυμένοι (ή γδυμένοι τέλος πάντων) παραδοσιακά, αλλά ταυτόχρονα φορώντας παπούτσια ΝΙΚΕ από κάτω και τελικώς μάθαμε πως η πολιτιστική παράσταση γίνεται μόνο κατόπιν κράτησης. Και πάνω που απογοητεύτηκα μας ρώτησαν αν είμαστε εμείς αυτοί που έκαναν την κράτηση. Όχι λέω... άρα θα έρθουν κάποιοι, μπορούμε να γίνουμε κολαούζο κι εμείς; Ναι, μου απάντησαν, θα έρθουν στις 9.30, το οποίο ήταν μια αφρικανικά σουρεαλιστική απάντηση, δεδομένου ότι ήταν ήδη 10 η ώρα.
Μας έστειλαν σε κάποια κυρία Bonga για να συνεννοηθούμε για την πληρωμή, λίγα μέτρα παραπάνω. Η κυρία Bonga αποδείχθηκε πως ήταν μια larger than life (and larger than most people) μάμα-Αφρικα μορφή που μας εξήγησε πως το κόστος είναι 500 pula, δηλαδή 33€ ανά άτομο (!) επειδή περιλαμβάνει και φαγητό, το οποίο δε μας ενδιέφερε μετά τις γουρουνιές στο Χίλτον, οπότε συμφωνήσαμε να πληρώσουμε τα μισά και να μη φάμε, που ακουγόταν καλό ντιλ. Επομένως έμενε να περιμένουμε τους μυστηριωδεις καλεσμένους για τους οποίους ρώτησα αν είναι ντόπιο, ξένοι, κάποιο σχολείο, τουριστικό γκρουπ, τι είναι ακριβώς; Η απάντηση που πήρα ήταν ενδεικτική του πώς μας βλέπουν: "Α, δεν ξέρω αν είναι ντόπιοι ή ξένοι, τουρίστες ή κάποιος σύλλογος, αλλά είναι elderly όπως εσείς!". Πολλά έχουν δει τα μάτια μου μ' αυτό μου φέρνει τρόμο, να με πουν και elderly, le ronca el mango που λένε και στην Κούβα. "Μήπως εννοείτε adults;" τη ρώτησα, μιας που τα Αγγλικά δεν ήταν και το φόρτε της περιοχής. "Yes, elderly adults" είπε η κυρα-Bonga και με αποτελείωσε!
Ε, περιμέναμε που περιμέναμε, ο Νίκος -κοινωνικότατος ων- έπιασε κουβέντα με μια γιαγιά που έμοιαζε να είναι η αρχηγός της όλης φάσης. Λοιπόν η γιαγιά περικαλώ είχε πάει στην Ελλάδα το... 1976 για 2 εβδομάδες περικαλώ, σε Ρόδο και Κρήτη. Επειδή βαρεθήκαμε στο χώρο εισιτηρίων πήγαμε και κάτσαμε στο χώρο επίδειξης και τελικώς δέησαν να έρθουν και οι πολυχρονεμένοι επισκέπτες με ένα βαν κατά τις... 11.15. Ούτε δυο ώρες καθυστερημένοι δεν έφτασαν οι θεούληδες, που αποδείχθηκε πως ήταν οκτώ... Κενυάτες, ανάμεσα τους και μια τρομερά υπέρβαρη γιαγιά πάνω σε ηλεκτρικό καροτσάκι, χαρά στο κουράγιο της. Oι υπόλοιποι ήταν ηλικίας 45-65, φίλοι και συγγενείς που έχουν ξαναταξιδέψει μαζί απ' ό,τι μου είπαν κι έκαναν ωραίο μπούγιο.
Με το που βγήκαν όλοι από το βανάκι λοιπόν έσκασε μύτη και η επιτροπή υποδοχής, μια ομάδα από μπόλικους ενήλικες και παιδάκια που δεν ξέρω από πού ξεφύτρωσαν, κάποιοι με γαλάζιες στολές, άλλοι ημίγυμνοι με κρόταλα δεμένα στους αστραγάλους τους, πολύ καλλίφωνοι και με τρομερό ρυθμό, που τραγουδούσαν και χόρευαν πάρα πολύ όμορφα. Οι Κενυάτες γούσταραν πολύ, μαζί τους κι εμείς και επανήλθαμε στο χώρο υποδοχής/σόου, όπου η γιαγιά-αρχηγός μας έκανε μια πολύ ωραία ομιλία δίπλα σε ένα τοτέμ μπαμπουίνου, εξηγώντας πως μέχρι πρόσφατα κάθε κοινότητα υιοθετούσε κι ένα ζώο ως προστάτη της κοινότητας και μας μίλησε λίγο για το πρότζεκτ, που σκοπό έχει τη διατήρηση της πολιτιστικής ταυτότητας της περιοχής, με έθιμα που χάνονται σε μια κοινωνία που αλλάζει ταχύτατα.
Ακολούθησαν οι χοροί των εφήβων, με ένα πιτσιρίκι να δίνει ρεσιτάλ και κάτσαμε κάτω από το υπόστεγο δίπλα σε μια άλλη γιαγιά (φαφούτα), όπου η γιαγιά-αρχηγός μας εξηγούσε στα καλά Αγγλικά της πώς η Μποτσουάνα στην οποία μεγάλωσε εξαφανίζεται, τις προσπάθειες διατήρησης των παραδόσεων και την έμπνευση που είχε μετά από ένα ταξίδι στην Αιθιοπία. Ακολούθησαν νέοι χοροί, επιβίβαση σε μια τριαξονική άμαξα για να πάμε να ταϊσουμε καλαμπόκι τα κατσίκια (το πολυτιμότερο αγαθό για τέτοιες κοινότητες κάποτε) κι επιστροφήσ το υπόστεγο όπου παρακολουθήσαμε μια αναπαράσταση προετοιμασίας γαμπρού και νύφης πριν τους παραδοσιακούς γάμους, το πώς οι θείες περνάνε το βράδυ έξω από την καλύβα που έχει παραχωρηθεί στο ζευγάρι για να ακούσουν αν έγινε σεξ (!), το τσεκάρισμα του σεντονιού την επόμενη μέρα για την επιβεβαίωση της παρθενίας της νύφης κι άλλα που έχουν αρκετές ομοιότητες και με την "παλιά" Ελλάδα, δεν είμαστε τόσο διαφορετικοί οι άνθρωποι. Η γιαγιά μας μίλησε για τον τρόπο διαμοιρασμού της σοδειάς ανάμεσα στα μέλη της κάθε κοινωνίας, τις μεθόδους με τις οποίες καθυστερούσαν την ανάπτυξη των κοριτσιών ώστε να μη μεγαλώσουν υπερβολικά γρήγορα ("όχι όπως σήμερα που κάνουν έρωτα από τα 13!") κι είχε ενδιαφέρον και ο διάλογος με τους Κενυάτες για τις ομοιότητες και διαφορές των εθίμων ανάμεσα στις δυο χώρες. Στο τέλος είχαμε και την κλασική επίδειξη (και συμμετοχή) στο λιώσιμο σπόρων με τα μεγάλα αφρικανικά γουδοχέρια κι εμείς αποχωρήσαμε πριν το φαγητό, όπως είχαμε συμφωνήσει. Γενικώς απρόσμενα επιμορφωτική και διασκεδαστική επίσκεψη, πολύ λιγότερο τουριστίκ από ό,τι φοβόμουν.
Ο καημένος ο οδηγός μας περίμενε υπομονετικά και πήγαμε προς τις βραχογραφίες στο Manyana, παρόλο που το googlemaps τις έδειχνε κλειστές. Ο επιμένων νικά, ο γούγλης έκανε λάθος κι αποδείχθηκε πως ήταν ανοιχτότατα οπου η εισιτηριάρχης κυρία Sani φιλοτιμήθηκε να μας τις δείξει κιόλας. Πάλι καλά δηλαδή διότι δεν ήταν ευδιάκριτες, ήταν όμως ενδιαφέρουσες, σε μικρό χώρο και δεν έπαυαν να είναι 2.000 ετών. Σε κάποιες από αυτές εμφανίζονταν και κάποιοι προικισμένοι με τρίτο πόδι, είχε ενδιαφέρον ο παιχνιδιάρικος τρόπος που το προσέγγισε η Sani.
Φεύγοντας από τον αρχαιολογικό χώρο είδαμε ότι παραδίπλα γινόταν κάποια θρησκευτική τελετή σε μια υπαίθρια εκκλησία με τραγούδια και δεύτερες φωνές μάλιστα. Πλησιάσαμε, μας προσκάλεσαν να μπούμε στο χώρο και διαπιστώσαμε ότι γινόταν κάποιου είδους εξορκισμός σε μια κυρία που μου διευκρίνισαν πως είναι άρρωστη κι ως εκ τούτου "της δίνεται ευλογημένο νερό για να γίνει καλά". Της έφεραν λοιπόν ένα βαθύ πιάτο, ο παπάς της άδραξε το κεφάλι κι άρχισε να φωνάζει κάτι ακαταληπτα, μέχρι που απεφάνθη πως την έκανε καλά. Μακάρι να είναι καλά η γυναίκα, ελπίζω να πήγε και σε κάποιο γιατρό.
Επιστρέψαμε στο Gaborone, αφήσαμε ένα καλό φιλοδώρημα στο παλικαράκι που ήταν τόσο υπομονετικός μαζί μας και πήγαμε να φάμε στο The Pond, που φαινόταν και πολύ upmarket εστιατόριο να ούμε. Οι μόνοι πελάτες τέτοια ώρα ήταν πάντως κάτι κοπέλες ανά δυάδες που έπιναν το απερόλ τους (!) και μας κάρφωναν ξεκάθαρα... μάλλον πέσαμε στο ψωνιστάδικο της πρωτεύουσας, ε κάπου πρέπει να ψωνίζουν και οι διπλωμάτες φαντάζομαι. Ο Νίκος ζήτησε μια tomahawk επισταμένως χωρίς σάλτσα, του την έφεραν πνιγμένη στη σάλτσα κι αφού την απέσυραν την επέστρεψαν... σκουπισμένη. Καλούτσικη ήταν απεφάνθη ο ειδικός, εγώ πήρα κάτι συμπαθητικά tacos από κοτόπουλο και μια ΟΚ σούβλα.
Ήρθε η ώρα που φοβόμουν. Έπρεπε να πάω στο σούπερ μάρκετ να ψωνίσω. Δεν έχω χειρότερο, πόσο μάλλον όταν συνοδεύονται τα ψώνια από βιτνεοκλήση, ανάγνωση κάθε ετικέτας, κατανόηση του τι κάνει το κάθε τζελ, σαμπουάν, υγρό κλπ. Για την ιστορία, η μαύρη πριγκήπισσα των Αθηνών παρήγγειλε 8 προϊόντα που κόστισαν όλα μαζί 37 ευρώ, όταν στην Αθήνα κοστίζουν 12-15€/ένα κι είναι πολύ χαμηλότερης ποιότητας (και χωρίς απόδειξη, στην Κυψέλη, πού αλλού; ). Πρώτη φορά γύρισα με δώρο από ταξίδι, που έγινε δεκτό με ενθουσιασμό. Και την πάτησα βέβαια, γιατί ήδη έχω παραγγελίες για Ρουάντα/Ουγκάντα "τώρα που έμαθες και τα προϊόντα αγάπη μου". Μπλέξαμε.
Ο Νίκος κλασικά πήρε γάλα και προϊόντα Kefalos και πήγαμε στο ξενοδοχείο να δούμε μπασκετάκι Ολυμπιακό-Παναθηναϊκό, στο καπάκι Ελλάδα-Δανία 1-3, ξαναπήγα στο γυμναστήριο να κοροϊδέψω τον κόσμο και κυρίως τον εαυτό μου και κανονίσαμε για την επομένη late checkout και το δωρεάν shuttle για το αεροδρόμιο. Ήταν η τελευταία μας νύχτα στη Μποτσουάνα σε αυτό το ταξίδι κι ενδεχομένως γενικώς (γενικώς στη Μποτσουάνα, όχι στη ζωή μας).
Ξυπνήσαμε νωρίς και περιλάβαμε το δυνατό χιλτονικό πρωινό. Παραγγείλαμε το ταξάκι μας μέσω του indrive για να μας παραλάβει ένα ντροπαλό παλικαράκι και να μας πάει με μόλις 6€ (σε ακριβή χώρα παρακαλώ) μια απόστααση 45 λεπτών μέχρι αυτό το Bahurutse Cultural Village που δεν είχαμε και πολύ καθαρή ιδέα περί τίνος επρόκειτο. Στη διαδρομή περάσαμε από ένα νεκροταφείο Bahai (δεν το περίμενα στη Μποτσουάνα), είδαμε τακτοποιημένα σπίτια αλλά παρατηρήσαμε και ότι οι πλάγιοι δρόμοι είναι χωματόδρομοι. Τα πάντα πάντως φαίνονταν αξιοπρεπή.
Αρχικά προσπεράσαμε την είσοδο του χώρου, που ήταν στη μέση του πουθενά αλλά εν τέλει το βρήκε ο οδηγός, μιλώντας με ντόπιους που...δεν ήξεραν Αγγλικά. Ο χώρος έμοιαζε με κάποιο καμπ, στην είσοδο του οποίου βρίσκονταν κάτι τύποι ντυμένοι (ή γδυμένοι τέλος πάντων) παραδοσιακά, αλλά ταυτόχρονα φορώντας παπούτσια ΝΙΚΕ από κάτω και τελικώς μάθαμε πως η πολιτιστική παράσταση γίνεται μόνο κατόπιν κράτησης. Και πάνω που απογοητεύτηκα μας ρώτησαν αν είμαστε εμείς αυτοί που έκαναν την κράτηση. Όχι λέω... άρα θα έρθουν κάποιοι, μπορούμε να γίνουμε κολαούζο κι εμείς; Ναι, μου απάντησαν, θα έρθουν στις 9.30, το οποίο ήταν μια αφρικανικά σουρεαλιστική απάντηση, δεδομένου ότι ήταν ήδη 10 η ώρα.
Μας έστειλαν σε κάποια κυρία Bonga για να συνεννοηθούμε για την πληρωμή, λίγα μέτρα παραπάνω. Η κυρία Bonga αποδείχθηκε πως ήταν μια larger than life (and larger than most people) μάμα-Αφρικα μορφή που μας εξήγησε πως το κόστος είναι 500 pula, δηλαδή 33€ ανά άτομο (!) επειδή περιλαμβάνει και φαγητό, το οποίο δε μας ενδιέφερε μετά τις γουρουνιές στο Χίλτον, οπότε συμφωνήσαμε να πληρώσουμε τα μισά και να μη φάμε, που ακουγόταν καλό ντιλ. Επομένως έμενε να περιμένουμε τους μυστηριωδεις καλεσμένους για τους οποίους ρώτησα αν είναι ντόπιο, ξένοι, κάποιο σχολείο, τουριστικό γκρουπ, τι είναι ακριβώς; Η απάντηση που πήρα ήταν ενδεικτική του πώς μας βλέπουν: "Α, δεν ξέρω αν είναι ντόπιοι ή ξένοι, τουρίστες ή κάποιος σύλλογος, αλλά είναι elderly όπως εσείς!". Πολλά έχουν δει τα μάτια μου μ' αυτό μου φέρνει τρόμο, να με πουν και elderly, le ronca el mango που λένε και στην Κούβα. "Μήπως εννοείτε adults;" τη ρώτησα, μιας που τα Αγγλικά δεν ήταν και το φόρτε της περιοχής. "Yes, elderly adults" είπε η κυρα-Bonga και με αποτελείωσε!
Ε, περιμέναμε που περιμέναμε, ο Νίκος -κοινωνικότατος ων- έπιασε κουβέντα με μια γιαγιά που έμοιαζε να είναι η αρχηγός της όλης φάσης. Λοιπόν η γιαγιά περικαλώ είχε πάει στην Ελλάδα το... 1976 για 2 εβδομάδες περικαλώ, σε Ρόδο και Κρήτη. Επειδή βαρεθήκαμε στο χώρο εισιτηρίων πήγαμε και κάτσαμε στο χώρο επίδειξης και τελικώς δέησαν να έρθουν και οι πολυχρονεμένοι επισκέπτες με ένα βαν κατά τις... 11.15. Ούτε δυο ώρες καθυστερημένοι δεν έφτασαν οι θεούληδες, που αποδείχθηκε πως ήταν οκτώ... Κενυάτες, ανάμεσα τους και μια τρομερά υπέρβαρη γιαγιά πάνω σε ηλεκτρικό καροτσάκι, χαρά στο κουράγιο της. Oι υπόλοιποι ήταν ηλικίας 45-65, φίλοι και συγγενείς που έχουν ξαναταξιδέψει μαζί απ' ό,τι μου είπαν κι έκαναν ωραίο μπούγιο.
Με το που βγήκαν όλοι από το βανάκι λοιπόν έσκασε μύτη και η επιτροπή υποδοχής, μια ομάδα από μπόλικους ενήλικες και παιδάκια που δεν ξέρω από πού ξεφύτρωσαν, κάποιοι με γαλάζιες στολές, άλλοι ημίγυμνοι με κρόταλα δεμένα στους αστραγάλους τους, πολύ καλλίφωνοι και με τρομερό ρυθμό, που τραγουδούσαν και χόρευαν πάρα πολύ όμορφα. Οι Κενυάτες γούσταραν πολύ, μαζί τους κι εμείς και επανήλθαμε στο χώρο υποδοχής/σόου, όπου η γιαγιά-αρχηγός μας έκανε μια πολύ ωραία ομιλία δίπλα σε ένα τοτέμ μπαμπουίνου, εξηγώντας πως μέχρι πρόσφατα κάθε κοινότητα υιοθετούσε κι ένα ζώο ως προστάτη της κοινότητας και μας μίλησε λίγο για το πρότζεκτ, που σκοπό έχει τη διατήρηση της πολιτιστικής ταυτότητας της περιοχής, με έθιμα που χάνονται σε μια κοινωνία που αλλάζει ταχύτατα.
Ακολούθησαν οι χοροί των εφήβων, με ένα πιτσιρίκι να δίνει ρεσιτάλ και κάτσαμε κάτω από το υπόστεγο δίπλα σε μια άλλη γιαγιά (φαφούτα), όπου η γιαγιά-αρχηγός μας εξηγούσε στα καλά Αγγλικά της πώς η Μποτσουάνα στην οποία μεγάλωσε εξαφανίζεται, τις προσπάθειες διατήρησης των παραδόσεων και την έμπνευση που είχε μετά από ένα ταξίδι στην Αιθιοπία. Ακολούθησαν νέοι χοροί, επιβίβαση σε μια τριαξονική άμαξα για να πάμε να ταϊσουμε καλαμπόκι τα κατσίκια (το πολυτιμότερο αγαθό για τέτοιες κοινότητες κάποτε) κι επιστροφήσ το υπόστεγο όπου παρακολουθήσαμε μια αναπαράσταση προετοιμασίας γαμπρού και νύφης πριν τους παραδοσιακούς γάμους, το πώς οι θείες περνάνε το βράδυ έξω από την καλύβα που έχει παραχωρηθεί στο ζευγάρι για να ακούσουν αν έγινε σεξ (!), το τσεκάρισμα του σεντονιού την επόμενη μέρα για την επιβεβαίωση της παρθενίας της νύφης κι άλλα που έχουν αρκετές ομοιότητες και με την "παλιά" Ελλάδα, δεν είμαστε τόσο διαφορετικοί οι άνθρωποι. Η γιαγιά μας μίλησε για τον τρόπο διαμοιρασμού της σοδειάς ανάμεσα στα μέλη της κάθε κοινωνίας, τις μεθόδους με τις οποίες καθυστερούσαν την ανάπτυξη των κοριτσιών ώστε να μη μεγαλώσουν υπερβολικά γρήγορα ("όχι όπως σήμερα που κάνουν έρωτα από τα 13!") κι είχε ενδιαφέρον και ο διάλογος με τους Κενυάτες για τις ομοιότητες και διαφορές των εθίμων ανάμεσα στις δυο χώρες. Στο τέλος είχαμε και την κλασική επίδειξη (και συμμετοχή) στο λιώσιμο σπόρων με τα μεγάλα αφρικανικά γουδοχέρια κι εμείς αποχωρήσαμε πριν το φαγητό, όπως είχαμε συμφωνήσει. Γενικώς απρόσμενα επιμορφωτική και διασκεδαστική επίσκεψη, πολύ λιγότερο τουριστίκ από ό,τι φοβόμουν.
Ο καημένος ο οδηγός μας περίμενε υπομονετικά και πήγαμε προς τις βραχογραφίες στο Manyana, παρόλο που το googlemaps τις έδειχνε κλειστές. Ο επιμένων νικά, ο γούγλης έκανε λάθος κι αποδείχθηκε πως ήταν ανοιχτότατα οπου η εισιτηριάρχης κυρία Sani φιλοτιμήθηκε να μας τις δείξει κιόλας. Πάλι καλά δηλαδή διότι δεν ήταν ευδιάκριτες, ήταν όμως ενδιαφέρουσες, σε μικρό χώρο και δεν έπαυαν να είναι 2.000 ετών. Σε κάποιες από αυτές εμφανίζονταν και κάποιοι προικισμένοι με τρίτο πόδι, είχε ενδιαφέρον ο παιχνιδιάρικος τρόπος που το προσέγγισε η Sani.
Φεύγοντας από τον αρχαιολογικό χώρο είδαμε ότι παραδίπλα γινόταν κάποια θρησκευτική τελετή σε μια υπαίθρια εκκλησία με τραγούδια και δεύτερες φωνές μάλιστα. Πλησιάσαμε, μας προσκάλεσαν να μπούμε στο χώρο και διαπιστώσαμε ότι γινόταν κάποιου είδους εξορκισμός σε μια κυρία που μου διευκρίνισαν πως είναι άρρωστη κι ως εκ τούτου "της δίνεται ευλογημένο νερό για να γίνει καλά". Της έφεραν λοιπόν ένα βαθύ πιάτο, ο παπάς της άδραξε το κεφάλι κι άρχισε να φωνάζει κάτι ακαταληπτα, μέχρι που απεφάνθη πως την έκανε καλά. Μακάρι να είναι καλά η γυναίκα, ελπίζω να πήγε και σε κάποιο γιατρό.
Επιστρέψαμε στο Gaborone, αφήσαμε ένα καλό φιλοδώρημα στο παλικαράκι που ήταν τόσο υπομονετικός μαζί μας και πήγαμε να φάμε στο The Pond, που φαινόταν και πολύ upmarket εστιατόριο να ούμε. Οι μόνοι πελάτες τέτοια ώρα ήταν πάντως κάτι κοπέλες ανά δυάδες που έπιναν το απερόλ τους (!) και μας κάρφωναν ξεκάθαρα... μάλλον πέσαμε στο ψωνιστάδικο της πρωτεύουσας, ε κάπου πρέπει να ψωνίζουν και οι διπλωμάτες φαντάζομαι. Ο Νίκος ζήτησε μια tomahawk επισταμένως χωρίς σάλτσα, του την έφεραν πνιγμένη στη σάλτσα κι αφού την απέσυραν την επέστρεψαν... σκουπισμένη. Καλούτσικη ήταν απεφάνθη ο ειδικός, εγώ πήρα κάτι συμπαθητικά tacos από κοτόπουλο και μια ΟΚ σούβλα.
Ήρθε η ώρα που φοβόμουν. Έπρεπε να πάω στο σούπερ μάρκετ να ψωνίσω. Δεν έχω χειρότερο, πόσο μάλλον όταν συνοδεύονται τα ψώνια από βιτνεοκλήση, ανάγνωση κάθε ετικέτας, κατανόηση του τι κάνει το κάθε τζελ, σαμπουάν, υγρό κλπ. Για την ιστορία, η μαύρη πριγκήπισσα των Αθηνών παρήγγειλε 8 προϊόντα που κόστισαν όλα μαζί 37 ευρώ, όταν στην Αθήνα κοστίζουν 12-15€/ένα κι είναι πολύ χαμηλότερης ποιότητας (και χωρίς απόδειξη, στην Κυψέλη, πού αλλού; ). Πρώτη φορά γύρισα με δώρο από ταξίδι, που έγινε δεκτό με ενθουσιασμό. Και την πάτησα βέβαια, γιατί ήδη έχω παραγγελίες για Ρουάντα/Ουγκάντα "τώρα που έμαθες και τα προϊόντα αγάπη μου". Μπλέξαμε.
Ο Νίκος κλασικά πήρε γάλα και προϊόντα Kefalos και πήγαμε στο ξενοδοχείο να δούμε μπασκετάκι Ολυμπιακό-Παναθηναϊκό, στο καπάκι Ελλάδα-Δανία 1-3, ξαναπήγα στο γυμναστήριο να κοροϊδέψω τον κόσμο και κυρίως τον εαυτό μου και κανονίσαμε για την επομένη late checkout και το δωρεάν shuttle για το αεροδρόμιο. Ήταν η τελευταία μας νύχτα στη Μποτσουάνα σε αυτό το ταξίδι κι ενδεχομένως γενικώς (γενικώς στη Μποτσουάνα, όχι στη ζωή μας).
Last edited by a moderator:

