St.Adamantidou
Member
- Μηνύματα
- 245
- Likes
- 898
Περιεχόμενα
- Κεφάλαιο 1
- Ιστορική Αναδρομή
- Καναδάς
- Στην Χώρα της Γοητευτικής Ερημιάς
- Tελευταία Σύνορα
- Quebec
- Οttawa
- Toronto - Η πόλη των διάσημων Καταρρακτών
- Ο Νιαγάρας κι'εγώ
- Βανκούβερ - Η ομορφιά του Ειρηνικού κι ενός λιμανιού
- Victoria Island - Ο θρίαμβος της Κυρίας Μπουσάρ!
- Το γραφικό Juneau
- Skagway - Όπως στην επική εποχή της χρυσοθηρίας
- Skagway προς Whitehorse
- Προς Beaver Creek
- Beaver Creek προς Fairbanks
- Fairbanks - Το θαύμα του Pipeline
- Ο Αρκτικός Κύκλος και ο Chena River
- Προς το Denali
- Το πρώτο χιόνι της Αλάσκας!
- Ancorage
- Minneapolis - Μια παράξενη Πολιτεία
- Επίλογος
ΤΟ ΓΡΑΦΙΚΟ JUNEAU – Στην πάλαι ποτέ, ρώσικη Alyeska, και σημερινή Αλάσκα
Κουκλίτσα! Κομψοτέχνημα! Μια πόλη μπιζού, σκαρφαλωμένη στην απότομη πλαγιά των καταπράσινων λόφων και βουνών Juneau και Roberts. Βρίσκεται πάνω στο μεγάλο κανάλι Gastineau, απέναντι απ’ το νησί Dougles, με το οποίο συνδέεται με γέφυρα. Σε τούτο το νησί υπήρχε και το παλιό χρυσωρυχείο που, το 1917 πλημμύρησε και κατέρρευσε.
Είναι πόλη «κυβερνητική», αφού το ήμισυ των, μόλις 29.000, κατοίκων απασχολείται σε δημόσιες, δημοτικές και ομοσπονδιακές υπηρεσίες. Το Juneau, βλέπετε, παρά τον πολύ μικρό του πληθυσμό –έναντι, τουλάχιστον, του ταχύτατα αναπτυσσόμενου Ancorage των 250.000 κατοίκων!- είναι, ακόμα, η πρωτεύουσα της 49ης Πολιτείας των ΗΠΑ. Τρελό ε; 29.000 άνθρωποι, πρωτευουσιάνοι, μιας τεράστιας Πολιτείας: της Αλάσκας! Ενώ το Ancorage, με μια, πραγματικά τεράστια, οικονομική ανάπτυξη –λόγω του θρυλικού πετρελαιαγωγού, και του μεγάλου λιμανιού –είναι, απλώς, μια ακόμα πλούσια, αμερικάνικη πόλη! Κάτι τρέχει στα γύφτικα, συνελόντι ειπείν!
Πολλές φορές έγινε λόγος για τη μεταφορά της πρωτεύουσας, αλλά το δημοψήφισμα ουδέποτε πέτυχε. Έτσι, η μικρή, αλλά ιστορική πόλη, αν και κούτσικη, κρατά την τιμή της, μαζί με την παράδοση και τη γραφικότητά της…
Φτάνουμε νωρίς το απόγευμα. Το κρύο, εδώ, είναι τσουχτερό. Το υγρό μπουγάζι, που έρχεται από τη γκρίζα θάλασσα, ανταμώνει με τον παγωμένο αέρα των βουνών, και μας προκύπτει μαύρος ψόφος!
Εμάς όμως δεν μας πτοεί τίποτα. Βροντάμε κάτω τα βαλιτσόνια μας, και ξεχυνόμαστε στο δρόμο, μ’ ένα χάρτη στο χέρι. Είπα: «δρόμος». Και, πράγματι, είναι ένας, πλάι σχεδόν στον ωκεανό. Και, πάνω σ’ αυτόν βρίσκονται τα μαγαζιά, τα ρεστοράν, τα σαλούνς….
- «Μην παραλείψετε να πάρετε ένα ποτό στο Red Dog Saloon» μας συμβουλεύουν στη Ρεσεψιόν.
Δεν έχουμε αντίρρηση. Άλλωστε, ο κρύος καιρός –παρά τον χλωμό ήλιο!- το «ζητάει»!
- «Όταν, με το καλό, τελειώσουμε με το Sigetsering μας όσο έχει ακόμα φώς, θαρρώ πως μπορούμε να το ….ρίξουμε έξω, με ένα ποτήρι κρασί», λέω επιφυλακτικά. Ανιχνεύω αντιδράσεις. Λές να τους πιάσουν τα…..ενάρετά τους;
- «Άκου, λέει! Μετά χαράς μεγάλης!!!...» κραυγάζουν όλοι ενθουσιασμένοι!....
Στα αξιοθέατα της πόλης, ο οδηγός μου αναφέρει, ένα Ρώσικο ορθόδοξο ναό, του αγίου Νικολάου. Στο χάρτη, όμως, τον βλέπουμε σκαρφαλωμένο στη κορφή του Juneau. Στην κορφή, δηλ. ενός από τους λόφους! Μετράω, στο χάρτη, τα οικοδομικά τετράγωνα, που πρέπει να περπατήσουμε! Είναι επτά! Και μεγάλα! Κοιτώ τη συντροφιά μου:
- «Γιατί, κάτι, δεν μ’ αρέσει στο εγχείρημα;» γκρινιάζω δυστυχής! Οι φιλενάδες μου σηκώνουν, μοιρολατρικά, τους ώμους:
- «Θυσία στον τουρισμό! Σκάσε, λοιπόν κι ανέβαινε!» με….παρηγορούν.
- «Ούφ! Ευτυχώς που κάνει κρύο! Διότι προβλέπω πολύ ‘δρωτάρι’ κυρίες μου!...» απαντώ, και χύνομαι στον ανήφορο.
Στο 3ο τετράγωνο, βγάζω το αμπέχωνό μου. Στο 5ο, παίρνω στα χέρια και το πουλόβερ!
- «Καλέ, κοίτα μη μείνεις με το κομπινεζόν! Τζάμπα θα πάει το στριπ-τήζ! Ψυχή δεν υπάρχει πουθενά! Που είναι χαντακωμένοι οι….Τζουνονοί;» χαμογελούν οι άσπονδες μου φίλες!
- «Μωρ’ δε με παρατάτε, λέω ‘γώ! Δείτε τον ιδρώτα να τρέχει μέσα στα μάτια μου! Μουσκίδι είμαι! Ώρα είναι ν’ αρπάξω κανένα κρυολόγημα! Τι σου λείπει κασιδιάρη…» μουρμουρίζω σχεδόν θυμωμένη. Γιατί άραγε;
Τελικά, αποδείχτηκε σοφή η απόφασή μας να πάρουμε τούτον τον ανυπόφορο ανήφορο. Μπήκαμε, έτσι, στο αμφιθεατρικό εσωτερικό της πόλης και χαρήκαμε τα παλιά σπίτια των χρυσωρύχων. Διατηρούνται σ άριστη κατάσταση, μέχρι σήμερα. Είναι μικρά, ξύλινα και πολύχρωμα. Κυρίως γαλάζια, κίτρινα και άσπρα. Με κάτι εισόδους μια σταλιά, πάνω από κάτι κουκλίστικα σκαλάκια. Θαρρείς πως δεν τα κατοικούν κανονικοί άνθρωποι, αλλά οι νάνοι του αγαπημένου παραμυθιού!...
Ψυχή δεν κυκλοφορεί στους δρόμους. Η πόλη μοιάζει έρημη, παρ’ ότι έξω έχει μια σπάνια ηλιοφάνεια. Κάποια στιγμή που ξεχνιέμαι, νομίζω πως οι τυχοδιώκτες χρυσωρύχοι, απελπισμένοι από την εξάντληση του πολύτιμου μετάλλου, πήραν τα λιγοστά τους υπάρχοντα, κλείδωσαν τα σπιτόπουλά τους, και πήραν ξανά τους μεγάλους, περιπετειώδεις δρόμους, αναζητώντας αλλού πλούτο και συγκινήσεις….
Έρημος είναι και ο Άη-Νικόλας. Είναι μια μικρούλα εκκλησιά, με κάποιες, αμφιβόλου αξίας, εικόνες. Οι πόρτες του είναι ορθάνοιχτες. Σαν να μας περίμενε, και μας καλοδεχόταν! Σίγουρα κάποιοι Ρώσοι – απόγονοι των παλιών, πρίν η Αλάσκα πουληθεί στις ΗΠΑ- ζούν ακόμα εδώ. Και, προφανώς, λειτουργούνται σε τούτο το εκκλησιδάκι….Συγκινούμαστε! Η Ορθοδοξία παρούσα, σε τούτο το τόσο μακρινό γεωγραφικό…μήκος το λένε; Θαρρώ! Μοιάζει εξωπραγματικό! Ανάβουμε τα κεριά μας, και ξαναβγαίνουμε στο κρύο…
- «Ο κόσμος φορά του ρουχαλάκι του στον κατήφορο», με συμβουλεύει σοβαρά η Φρόσω, βλέποντάς με ακόμα με το πουκάμισο! Δίκιο έχει. Υπακούω!...
Η επιστροφή μας είναι χαλαρή. Καθώς ο ήλιος γέρνει, και το κρύο γίνεται….δηκτικό, η προοπτική ενός ποτού, μέσα σ’ ένα ζεστό Saloon, είναι περισσότερο από καλόδεχτη.
- «Και τι λέτε να φάμε στο δείπνο μας;» αναρωτιέται φωναχτά η Φρόσω.
- «Άκου ερώτηση! Τον….εθνικό μας ποιητή, φυσικά! Τι άλλο;» ξεφωνίζουμε η Ελεάνα κι εγώ, ομάδι!
- «Α! Πάλι σολομό; Τον βαρέθηκα! Τι θα λέγατε για μια ζουμερή μπριζολίτσα;»
- «Για δές σνομπάρισμα, προς την αριστοκρατία των ιχθύων…» αγανακτώ.
- «Μα, από την ώρα που βρεθήκαμε στο Καναδά, όλο σολομό με ταΐζετε! Άσε πια που, μαζί μ’ αυτόν, μαγαρίζετε και τον Διονύσιο! Ντροπή σας, λέω εγώ…»
- «Φάε, τώρα, χριστιανή μου, τούτη τη ντελικατέσα, αφού τη βρίσκεις σε αφθονία και φθηνά διότι, φρέσκο σολομό στην Αθήνα, μονάχα σε δεξίωση του Λάτση μπορείς να φάς! Σε προσκαλεί, μήπως;»
- «Α, δεν έχω σχέση…»
- «Γι’ αυτό, λοιπόν, σταμάτα τη γκρίνια! Σκάσε και τρώγε –με το συμπάθειο, κιόλας, Φροσάκι μου!...»
Όταν πλέον κατεβαίνουμε στη πόλη, η ώρα είναι περασμένη. Κι εμείς πεινάμε πολύ. Ο λάγαρος αέρας μας άνοιξε τη όρεξη. Αποφασίσαμε να φάμε πρώτα, και μετά να χωθούμε στο παραδοσιακό Saloon, για κείνο το έρμο το ποτό…
Το εστιατόριο που διαλέγουμε είναι άκρως ενδιαφέρον, και παλιό. Έχει τα χρόνια της ζωής του Juneau. Μέχρι…..κρεμάλα υπάρχει μέσα, πάνω από μια σειρά μεγάλων βαρελιών! ….Και μια γουστόζικη επιγραφή πάνω από την είσοδο, μας προειδοποιεί: «Η Μαγειρική δεν σκότωσε ποτέ κανέναν! Αλλά οι χρυσωρύχοι κρέμασαν περισσότερους από έναν, μαγείρους!!!» (Cooking has never killed anyone! But the miners have killed more than one cook!)
Τα τραπέζια είναι από γυαλισμένες τάβλες. Και τα ψάρια του –κυρίως σολομοί και χάλιμπατ- είναι νοστιμότατα και σε θηριώδεις μερίδες. Το ψωμί είναι ατομικό καρβελάκι, ζεστό, χωρισμένο στα δύο, αλειμμένο με σκορδοβούτυρο, και σερβιρισμένο πάνω σ’ ένα βαρύ, στρογγυλό ξύλο!....Πίνουμε ροζέ κρασί σε ψηλό νεροπότηρο, και μπαίνουμε αμέσως στην ιδιαίτερη αλασκανή ατμόσφαιρα.
- «Φρόσω, έχω την αίσθηση ότι βρίσκομαι σ’ άλλον πλανήτη! Ποτέ μου δεν φανταζόμουν κάτι τόσο παραστατικBooseό. Εδώ νιώθω ξεχασμένη από το κόσμο. Αλλά, συγχρόνως, νομίζω πως δεν υπάρχει άλλος κόσμος, εκτός από τούτον εδώ! Τόσο αποκομμένη αισθάνομαι! Εσύ;»
- «Εγώ είμαι απλώς ευτυχισμένη! Διότι, ολόκληρο το ταξίδι ήταν μια πραγματική μαγεία! Σ’ αυτό, πάντως, που συμφωνώ μαζί σου είναι, ότι δεν φανταζόμουν ποτέ κάτι τέτοιο, όταν ξεκινούσα! Αλήθεια, εσύ πως το ήξερες; Διότι είμαι σίγουρη πως το ήξερες! Γι’ αυτό άλλωστε ξεκίνησες….»
Τι να της πώ; Πως είχα πολλούς ενδοιασμούς; Ας είναι καλά το ένστικτό μου, που πάντα με οδηγεί σωστά! Ευτυχώς!...
Ο σολομός, το κρασί, η σαλάτα, και το σκορδόψωμο, στοίχησαν, μόλις, 18 δολάρια! Κοιτάμε το λογαριασμό, και δεν πιστεύουμε στα μάτια μας!
- «Ούτε το σκοινί της κρεμάλας δεν πληρώνουμε μ’ αυτά τα λεφτά!» λέω γελώντας. «Καιρός, πια, για κείνο το δόλιο το ποτό, στον ‘Κόκκινο Σκύλο’! Τι λέτε; Πάμε;»
Μπροστά στη διπλή, ξύλινη πόρτα του παραδοσιακού Saloon αιφνιδιαζόμαστε, από τις γραπτές οδηγίες προς τους εισερχομένους. Δεξιά γράφει: «Ladies welcome»! Κυρίες, καλώς ορίσατε! Και, αριστερά: «Genis, check your guns!» Κύριοι, ελέξτε τα πιστόλια σας!...Και, φυσικά, πάνω-πάνω, καλλιγραφικά, για λόγους προφανείς, η λέξη: Boose! Πιοτί!...
Δίνουμε μιαν…αεράτη σπρωξιά στα δύο χαμηλά φύλλα της ξώθυρας, και βρισκόμαστε στην αίθουσα των θαυμάτων!
Κάτω ροκανίδι παχύ. Τραπεζάκια μικρά, και στενές καρέκλες. Ένας πάγκος-μπαρ μακρύτατος, όπου συνωστίζεται κόσμος και ντουνιάς! Αυτός ο «ντουνιάς» φωνάζει, χειρονομεί, τσουγκρίζει ποτήρια, ανταλλάσει πειράγματα, γελάει και πίνει….Προ πάντων πίνει! Κοιτάμε ένα γύρο. Δεν υπάρχει εκατοστό τοίχου, γυμνό. Μεγαλόσωμες, τρομακτικές αρκούδες, βαλσαμωμένες, κρέμονται πάνω από τις παραζαλισμένες κεφαλές μας! Μοιάζουν αρτσωμένες, έτοιμες να μας χυμήξουν! Ψάθινα πέδιλα χιονιού. Σκι. Πουλιά. Πίνακες σε στυλ «ναΐφ», που μου θυμίζουν Γενοβέφα και Γοδεφρίδο! Παλιές φωτογραφίες χρυσοθήρων. Κιτρινισμένα αποκόμματα εφημερίδων μιας άλλης εποχής! Τομάρια ατόφια. Πανωφόρια από τομάρια. Κουλούρες σκοινιών. Κανώ. Κουπιά…..Ότι βάλει ο νούς σου. Εκεί, μέσα, τα χρόνια έχουν στοιβάξει έναν σωρό συναισθηματικής… «σαβούρας» που πάντα συγκινεί, διότι σε μεταφέρει πίσω, στο παρελθόν! Στην ανάμνηση! Σε εποχές ηρωικές και επικίνδυνες. Σε γεγονότα που έχουν γίνει, πια θρύλος! Παραμύθι!....
Πριν προλάβουμε να πιούμε την πρώτη γουλιά του ποτού μας, ένας νεαρός με μια κιθάρα , κάθεται μπροστά σ’ ένα μικρόφωνο σε μια γωνιά, κι αρχίζει να παίζει. Οι σκοποί είναι άλλοτε χαρούμενοι, άλλοτε νοσταλγικοί και, πιο συχνά, αστείοι! Σιγά-σιγά, οι κουβέντες και τα γέλια σταματούν, οι θαμώνες πλησιάζουν τον τραγουδιστή. Και, σε λίγο, τον ακολουθούν γελώντας, και χτυπώντας παλαμάκια. Η ατμόσφαιρα ζεσταίνεται. Οι παρέες προσεγγίζονται και γίνονται ένα. Κι όλοι μαζί διασκεδάζουν, στο τέλος αυτής της μακριάς καλοκαιρινής μέρας. Είναι βλέπετε, ακόμα, τέλος Αυγούστου, Οι νύχτες μόλις έχουν αρχίσει να κυνηγούν γρήγορα τις μέρες, οι οποίες, σιγά-σιγά συρρικνώνονται, κι ολοένα μικραίνουν! Πάντως, αυτήν την ημερομηνία, αντιστέκονται ακόμα σθεναρά, αλλά όχι για πολύ. Το Βορεινό φθινόπωρο φτάνει καλπάζοντας, κουβαλώντας τις πρώτες θύελλες, το χιόνι και το εξοντωτικό κρύο. Κι ο ήλιος θα κάνει τη μεγαλοπρεπή έξοδό του από τον Απώτατο Βορρά, κατεβαίνοντας προς την Ανταρκτική. Για να φέρει, εκεί πλέον, το πανέμορφο, χλιαρό καλοκαίρι του Νότου. Κι εδώ ψηλά, θα μείνει, σαν μόνη παρηγοριά στους γενναίους κατοίκους, το Βόρειο Σέλας. Ίσως είναι το μοναδικό φυσικό φαινόμενο που μπορεί να τους συμφιλιώσει με το ανταγιάντιστο σκοτάδι, και το απάνθρωπο κρύο…..
- «Τι σόι κόσμος ζεί εδώ πάνω;» συλλογιέμαι, καθώς βλέπω όλους τους ντόπιους με τα ποτήρια στα χέρι, τη νοσταλγία στα μάτια, και τα πειράγματα στο στόμα. – «Πως συνηθίζουν σε μια τέτοια ζωή; Ή μήπως δεν συνηθίζουν ποτέ, αλλά απλώς την αποδέχονται, αφού εδώ γεννήθηκαν;»
Την απάντηση, τελικά, θα την πάρουμε από τον Γιάννη, τον Βολιώτη, στην πόλη Whitehorse. Το βράδυ, που τρώμε στο εστιατόριο του, μας εξομολογείται:
- «Το χειμώνα, μόλις τελειώσει ο Σεπτέμβρης, δυναμώνουμε τα καλοριφέρ, κλειδώνουμε το σπίτι και το μαγαζί, και κατεβαίνουμε να ξεχειμωνιάσουμε στο Βανκούβερ. Δεν τραβιέται το κρύο εδώ, παιδιά. 40 και 50 βαθμοί ύπο το μηδέν, για 8-9 μήνες, είναι βασανιστήριο, για μάς τους Μεσόγειους. Βέβαια, οι ντόπιοι δεν φεύγουν. Μένουν εδώ να νοιάζονται για τα δικά μας σπίτια, αλλά και για να εξακολουθεί να λειτουργεί η πόλη. Όμως, όλοι αυτοί, κάνουν ειδικές προετοιμασίες γι’ αυτό το δύσκολο διάστημα. Κατ΄αρχήν, τα αυτοκίνητά τους μέσα στα γκαράζ, είναι συνεχώς στη πρίζα, για να είναι έτοιμα να χρησιμοποιηθούν. Αν ένα βράδυ ξεχάσουν αυτή τη διαδικασία, το αυτοκίνητο……συνέρχεται με το καλό, το καλοκαίρι!…Φυσικά έχουν πολλά καύσιμα, προμήθειες τροφίμων, και οργανώνονται σε συντροφιές, για να έχουν κάποιον αντιπερισπασμό, στην ανία των μακριών κι ατέλειωτων σκοτεινών 24ωρων. Αλλιώτικα θα τους έστριβε. Ωστόσο, δεν είναι πολλοί αυτοί οι «Γενναίοι του Βορρά». Κι ούτε μένουν εδώ από hobdy. Μάλλον από ανάγκη θα έλεγα….». Εγώ, πάντως, δεν είμαι τόσο σίγουρη. Νομίζω πως οι περισσότεροι μένουν γιατί το κάνουν κέφι! Γιατί το διασκεδάζουν! Γιατί βρίσκουν χίλιους τρόπους, όχι μονάχα να περνούν καλά, αλλά και να χαίρονται τα φυσικά φαινόμενα, όσο δυσάρεστα κι αν φαίνονται σε μας, τους… «λογικούς»!
Τα ίδια ακριβώς μας είπε και ο Νίκος που, μαζί με τ’ αδέρφια του, έχει και αυτός εστιατόριο στο Skagway – άλλη μια αυθεντική και άκρως εντυπωσιακή πόλη χρυσωρύχων πάνω στο ΚΑΝΑΛΙ LYNN. Τούτο το κανάλι ξεκινά από τον Ειρηνικό και σχηματίζει ένα τεράστιο Fjord στο εσωτερικό της Αλάσκας. Στο Skagway θα μεταφερθούμε με πλοίο, αμέσως μετά την επίσκεψη μας στο Juneau.
Την άλλη μέρα κάνουμε ένα γρήγορο γύρο με το αυτοκίνητο. Μικρή πόλις ούσα –έστω και πρωτεύουσα μεγάλης Πολιτείας – δεν έχει και πολλά να μας δείξει, εκτός από το τοπίο και τη γραφικότητά της. Τη βρίσκω συγκλονιστική, με κείνην την απόκοσμη ατμόσφαιρα της αποκοτιάς, του κινδύνου και της ανθρώπινης απληστίας. Έτσι, εκτός από δύο μικρά Μουσεία ( Λαϊκής και Σύγχρονης Τέχνης ), μια βιβλιοθήκη και το σπίτι του Κυβερνήτη, τα άλλα αξιοθέατα είναι τα παλιά ιστορικά σπίτια, και ότι αφορά τον πυρετό του χρυσού. Σε παλιά πόλη χρυσωρύχων, άλλωστε, βρισκόμαστε.
Κι ελάτε να θυμηθούμε εδώ, την ιστορία της κουκλίστικης αυτής αμερικάνικης πρωτεύουσας. Διότι, καμιά πόλη δεν σου αποκαλύπτει την πραγματική της γοητεία, αν δεν γνωρίζεις το παρελθόν της.
Τον Οκτώβρη του 1880, δύο χρυσοθήρες, ο Joe Juneau και ο Richard Harris, έφτασαν σ’ έναν τόπο, που αργότερα ονομάστηκε Gold Creek – το ποταμάκι ή ο κολπίσκος του χρυσού, προφανώς λόγω του καναλιού Gastineau. Στις όχθες του υπήρχε ένα ψαροχώρι της ινδιάνικης φυλής Auke. Ο αρχηγός των Ινδιάνων, Kowee, έδειξε στους δύο άντρες ψήγματα χρυσού, που είχε βρεί μέσα στο νερό. Και, σε λίγο, ο Jenaue και ο Harris ανακάλυψαν τα μεγαλύτερα αποθέματα χρυσού, που βρέθηκαν ποτέ στο κόσμο. Περιέφραξαν γρήγορα 160 εκτάρια –κάπου 1.600.000 τ.μ. – τόπου, γύρω από τη χρυσοφόρα περιοχή. Και τα πρώτα φορτώματα χρυσού, έφυγαν τον αμέσως επόμενο μήνα!...Τέτοιο χρυσαφένιο μπερεκέτι, πια! Μα, τι διάβολο; Ο Χρυσορρόας Πακτωλός ήταν το κανάλι Gastineau; Μνήσθητί μου! Να, που οι δύο τυχεροί χρυσοθήρες, ζωντάνεψαν τον μύθο του γενάρχη του βασιλικού οίκου των Φρυγών, Μίδα. Βέβαια, τα πράγματα εδώ έγιναν κομματάκι ανάποδα, πρέπει αν ομολογήσω. Διότι ο ποταμός Πακτωλός απέκτησε τα ψήγματα χρυσού, όταν μέσα στα νερά του λούστηκε, αλλόφρων, ο άπληστος βασιλιάς! Κατάλαβε, βλέπετε, ότι έπρεπε να απαλλαγεί από τη χάρη που ο ίδιος ζήτησε απο τον Διόνυσο: «ότι πιάνει, να γίνεται χρυσός»! Έλα, όμως, που και το φαΐ του γινόταν χρυσάφι! Αυτό, πως νταγιαντιέται, άραγε; Κόντευε να τα τινάξει από την ασιτία, ο πλουσιότερος και «τυχερότερος» άνθρωπος του κόσμου!!....
Εδώ, οι δύο χρυσοθήρες, βρήκαν τα πράγματα έτοιμα. Και δεν είχαν, παρά να σκύψουν τη μεσούλα τους και να «τρυγήσουν» το πολύτιμο μέταλλο, που με τη σέσουλα κουβαλούσε το θαυμαστό ποτάμι, το Gold Creek!
Όπως ήταν φυσικό, το Jeneau, εν μια νυκτί, έγινε τόπος…προσκυνήματος όλων εκείνων που, επί χρόνια τριγυρνούσαν τον κόσμο, μ’ έναν κασμά, ένα φτυάρι κι ένα «κόσκινο» χρυσού, μέσα στον βρώμικο τορβά τους. Κι αμέσως δημιουργήθηκε μια μικρή πόλη, που πήρε το βαφτιστικό της, από το όνομα ενός των δυό σκαπανέων χρυσοθήρων.
Τα τρία γιγαντιαία χρυσωρυχεία, που φτιάχτηκαν, κυριολεκτικά από «βράχο χρυσού», απέδωσαν τελικά 7.000.000 ουγγιές χρυσού, αξίας άνω των τριών δισεκατομμυρίων δολαρίων, εκείνης της εποχής!...Το συλλαμβάνετε; Συγκρίνοντας, λοιπόν, τα 7.200.000 δολάρια, που πλήρωσαν οι ΗΠΑ στη Ρωσία, για την αγορά της Αλάσκας – 13 μόλις χρόνια πρίν! – με τα 3.000.000.000 καταλαβαίνει κανείς ότι, εδώ στο Juneau, οι Αμερικάνοι «χτύπησαν» φλέβα χρυσού, στην κυριολεξία…Και οι Ρώσοι ακόμα κλαίν τη χαζομάρα και τη βιάση τους, να ξεφορτωθούν αυτό το ευλογημένο μέρος της υδρογείου….
Για πάνω από 50 χρόνια, το Juneau ήταν η μεγαλύτερη χρυσοφόρα πηγή των ΗΠΑ. Σκεφτείτε ότι, μέσα στο ορυχείο, υπήρχαν τούνελ μήκους 100 μιλίων – κάπου 160 χιλιομέτρων, αν κάνω καλά τους υπολογισμούς….
Δύο χιλιάδες εργάτες δούλευαν σ’ αυτήν τη θηριώδη επιχείρηση, και αμείβονταν με 100 δολάρια το μήνα. Ήταν το ψηλότερο μεροκάματο στον κόσμο, εκείνην την εποχή… Και οι ανέσεις που απελάμβαναν οι τότε χρυσωρύχοι, είναι σχεδόν απίστευτες, ακόμα και σήμερα. Μέχρι σάουνες και πισίνες θερμαινόμενες διέθεταν! Γυμναστήρια, λέσχες, γήπεδα τένις, γκόλφ και μπόουλινγκ, καθώς και βιβλιοθήκη, με 15.000 βιβλία!....
Όλα, όμως, άλλαξαν, στις 21 Απριλίου – τι γρουσούζικο μερομήνι, τέλος πάντων, αυτό!- του 1917. Τα ορυχεία κατέρρευσαν ξαφνικά, καταπλακώνοντας όλα τα παραπάνω καλούδια. Το ευτύχημα, ωστόσο ήταν, ότι δεν υπήρξαν, περιέργως, ανθρώπινα θύματα.
Αυτό ήταν και το οριστικό τέλος των χρυσωρυχείων του Juneau, αφού είχαν σχεδόν εξαντληθεί. Τα τελευταία χρόνια, πρίν από τη κατάρρευση, κατάφερναν να βγάλουν μια ουγγιά χρυσού, μέσα από 28 τόνους σαβούρας! Είχαν αρχίσει, πλέον, να γίνονται ασύμφορα. Επομένως, καλώς έκαναν και….αυτοκτόνησαν!!....
Ο χρυσός, λοιπόν, ήταν ο λόγος που το Juneau έγινε η πρωτεύουσα της Αλάσκας στα 1906, και παραμένει έκτοτε, παρά τις «επιθέσεις» του πολυπληθούς και πάμπλουτου Ancorage.
Σωστά, κατά τη γνώμη μου. Η πόλη αυτή έχει την επική της ιστορία! Έδωσε πολλά σ’ ολόκληρη την επικράτεια των ΗΠΑ. Άρα, της οφείλεται σεβασμός! Πλούτισε τη Βόρεια Αμερική, και κράτησε πεισματικά την ατμόσφαιρά της. Για να μπορούν οι σημερινοί άνθρωποι, να φαντάζονται τα έργα και τις ημέρες μιας πλειάδας τολμηρών τυχοδιωκτών που, με το δικό τους τρόπο, συνέβαλαν στη διαμόρφωση του Νέου Κόσμου….
Σήμερα, βέβαια, όλα μοιάζουν με γοητευτικό παραμύθι! Τότε, όμως, δεν ήταν καθόλου έτσι. Τότε, ήταν μονάχα ο κίνδυνος, που ελλόχευε παντού. Ήταν η κακουχία, που τους ταλάνιζε ολοχρονίς! Ήταν ο μπαμπέσικος θάνατος, που καραδοκούσε παντού! Ήταν η άγνωστη έκβαση της μεγάλης περιπέτειας που, μαζί με το πολικό κρύο, τους παρέλυε ψυχή και νού!....
Ωστόσο, μ’ όλα αυτά μαζί, ήταν και η τρελή λαχτάρα για το κυνήγι του Αγνώστου. Για το όνειρο, που έσερναν πίσω από τα κουρασμένα τους πατήματα. Ήταν η αχαλίνωτη επιθυμία τους για Περιπέτεια! Για Ρίσκο…..Για τη χαρά, αυτού του ίδιου, του θανάσιμου Παιχνιδιού! Όπου παιζόταν η ζωή τους! Την έχαναν, την κέρδιζαν, δεν είχε σημασία! Το μόνο που μετρούσε, ήταν το ίδιο το Παιχνίδι!....
Ούφ! Ξαναχάθηκα στις φαντασιώσεις μου και στα παραμύθια, που ζωντανεύουν στα ταξίδια μου! Καιρός να προσγειωθώ….
Η μέρα είναι μουντή. Ρίχνει από νωρίς ένα ψιλό χιονόνερο. Το κρύο είναι διαπεραστικό. Προορισμός μας, ο μεγάλος παγετώνας Mendenhall.
- «Θα είναι, άραγε, σαν τον Perito Moreno;» ρωτά η Φρόσω. (Θεούλη μου! Μέχρι πότε θα μας κυνηγά η Παταγονία, με τα θαύματα της
- «Μην το περιμένεις» απαντώ. «Εκείνος είναι ο μεγαλύτερος παγετώνας στον κόσμο. Ο μόνος που μεγαλώνει κάθε χρόνο, αντί να φθίνει όπως, δυστυχώς, συμβαίνει με όλους τους παγετώνες του πλανήτη. Άλλο πράμα νομίζω ότι θα δούμε! Σίγουρα, όμως, δεν θα είναι εντυπωσιακότερος εκείνου, του μοναδικού!.....»
Δίκιο έχω. Ο Mendenhall είναι το ομώνυμο, παγωμένο ποτάμι, που κατεβαίνει από το….ομωνυμότατο βουνό! Κάποτε – όταν η ατμόσφαιρα δεν ήταν μολυσμένη, και οι τρύπες του όζοντος δεν απειλούσαν τις ζωές μας – τούτο το θαύμα μεγάλωνε ολοένα. Τα τελευταία όμως χρόνια, άρχισε η βαθμιαία φθορά του. Σήμερα, το μήκος του είναι 19 χιλιόμετρα και το πλάτος του 2,5 χιλιόμετρα, όλα κι όλα! Υπολογίζουν ότι χάνει, κάθε χρόνο, 33 μέτρα από τον όγκο του, από το 1750! Τρομακτική απώλεια.
Είναι, πράγματι, παγωμένο ποτάμι. Και το γκρέμισμά του, από το ύψος του βουνού, είναι εντυπωσιακό. Μπροστά του, στα πόδια του, μια ρηχή λίμνη. Έχει σχηματιστεί απ’ τα νερά που μαζεύονται εκεί, από τον ενιαύσιο, μερικό «θάνατό» του! Γύρω της, και σε μεγάλη ακτίνα, χιόνι! Πρώιμο, φέτος! Είμαστε ακόμα στον Αύγουστο. Ωστόσο είμαστε στην Αλάσκα. Όλα τα…. «κρυερά» είναι πιθανά, και μέσα στο πρόγραμμα!
- «Τρομάζω, παιδιά, όταν βλέπω αυτό το φαινόμενο», εξομολογούμαι προβληματισμένη στις φιλενάδες μου. «Αν αυτό το βιολί συνεχιστεί, και λιώνουν όλοι οι παγετώνες του κόσμου, θα πλημμυρίσει, εν ριπή οφθαλμού το Φαληρικό Δέλτα, και μαζί του θα μπατικώσει και η Βασιλείου Δίπλα 12! Αυτοκίνητο δεν απέκτησα ποτέ μου! Μπάς και πρέπει να αγοράσω, καλού κακού, ένα φουσκωτό; Φοβάμαι πως, όλοι οι πεδινοί πληθυσμοί, πρέπει να μεριμνήσουμε, σαν τον Νώε, για πιθανό κατακλυσμό!....Αντί κιβωτού, λοιπόν, καλό είναι και το φουσκωτό….»
- «Γιατί, καλή μου; Πόσα χρόνια έχεις σκοπό να ζήσεις;» Η Ελεάνα με επαναφέρει, βάρβαρα, στην τάξη. Ευτυχώς έχει δίκιο.
- «Μακάρι να μην ζήσω να δώ την αυτοχειρία του πλανήτη! Δεν θα νταγιάντιζα μια τέτοια συμφορά όταν, μάλιστα, είναι και βλακώδης! Ξέρετε τι θα πεί: Να βάζεις τα χέρια σου και να βγάζεις τα μάτια σου; Ανήκουστο!...»
Βέβαια, ο οδηγός μου με πληροφορεί, ότι οι επιστήμονες πιστεύουν πως, σε λίγο θ’ αρχίσει να ανακτά λίγο-λίγο, τον παλιό του όγκο. Το «πως», δεν μας το λένε επακριβώς! Απλώς ελπίζουν, ότι το κλίμα του πλανήτη θα μπεί σε ψυχρή περίοδο! Ευσεβείς πόθοι, λέω εγώ……
Η γύρω περιοχή, με τα λοφάκια της, τα μικρά φαράγγια, τα πανέμορφα λουλούδια, τα ψηλόλιγνα δέντρα, τα γραφικά μονοπάτια, και τις λιμνούλες με φόντο τον μεγαλόπρεπο παγετώνα, είναι μαγευτική. Η ατμόσφαιρα μοσχομυρίζει καθαρότητα, μουσκεμένα φύλλα, νοτισμένο χώμα και πατημένο χόρτο. Περιδιαβάζουμε και απολαμβάνουμε.
- «Καλά, εσείς δεν θα ‘ρθείτε πάνω, στο Τουριστικό Περίπτερο;» μας φωνάζει κάποιος. «Έχει Video!»
Είναι πολύ ενδιαφέρον. Μας ενημερώνει για τη ζωή, τα έργα και τις ημέρες του παγετώνα. Κι ένας ζεστός καφές, με θέα το θαυμαστό τοπίο, συμπληρώνει τη γνώση και την ευτυχία μας.
- «Εγώ νομίζω, πως οι παγετώνες της Παταγονίας υπερέχουν», συμπεραίνει η Φρόσω. Συμφωνώ μαζί της. Ίσως, διότι ήταν οι πρώτοι που είδαμε. Ίσως, πάλι, εκείνο το είδος παγετώνων, μέσα σε βαθιές, τεράστιες λίμνες –κι όχι πάνω στα βουνά και τις πλαγιές τους- είναι πολύ πιο εντυπωσιακό. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, μας γοητεύει ο παγετώνας Poriage, έξω από το Ancorage, στο τέλος του ταξιδιού μας. Καταλήγει μέσα στην ομώνυμη λίμνη, και είναι συναρπαστικός. Κι έτσι νομιμοποιείται το συμπέρασμά μου, ότι τα παγωμένα γεννήματα των λιμνών είναι εντυπωσιακότερα εκείνων, των ορέων….
Φεύγουμε από τον Mendenhall και, με το αυτοκίνητο, κάνουμε μία παραλιακή διαδρομή –περνώντας από τον κόλπο Eagle- προς το σημείο της επιβίβασής μας στο πλοίο. Κατευθυνόμαστε στον επόμενο σταθμό του ταξιδιού μας, το Skagway. Είναι η κατ’ εξοχήν χρυσοθηρική πόλη, όπου το χρυσάφι δεν βρέθηκε τόσο εύκολα και γρήγορα.
Οι πέντε και μισή ώρες, που κράτησε το θαλασσινό ταξίδι, μέσα στο μεγάλο Lynn Canal, ήταν αποκαλυπτικό για μας. Ο καπετάνιος έκανε περισσότερο τουριστικό και λιγότερο ταξίδι γραμμής! Σταματούσε σε διάφορα σημεία, για να χαζέψουμε τους θαλάσσιους λέοντες, τις φώκιες, έναν πανύψηλο παγωμένο καταρράκτη και – θα το πιστέψετε; - μια φάλαινα!!!....Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου, που είδα ζωντανά, αυτό το καταπληκτικό θηλαστικό!! Από το Documentaires ήξερα πως είναι το μεγαλύτερο της θάλασσας. Βέβαια, στο θαλάσσιο πάρκο του San Diego, είχα δεί τη δολοφόνο Orka, να παίζει χαριτωμένα, σαν σκυλάκι, με τους νεαρούς εκπαιδευτές της. Ωστόσο, μέσα στο φυσικό της περιβάλλον, δεν είχα την τύχη να τη δώ ποτέ. Διότι δεν σου κάνει συχνά τη χάρη να εμφανίζεται μπροστά σου. Κι έμελλε να τη δώ τώρα, στη διαδρομή προς το Skagway. Φυσικά, όταν ενοχλήθηκε από τη παρουσία μας, έδωσε μια από τις μεγαλόπρεπες βουτιές της, τις τόσο θεαματικές και, με την τρομερή ουρά της να σημαδεύει τον ουρανό, χάθηκε στα βάθη….
Νωρίς το απογευματάκι, και αφού γευματίσαμε πάνω στο πλοίο, φτάσαμε σ’ αυτήν την παράξενη πόλη, για την οποία ο οδηγός μου γράφει κατεβατά!
Λογικό, λοιπόν, ήταν, μόλις τακτοποιηθήκαμε στο ξύλινο West Mark Inn, να βγούμε για μια πρώτη ματιά, στην καταπαγωμένη «πόλη-συνοικισμό»…..
Κουκλίτσα! Κομψοτέχνημα! Μια πόλη μπιζού, σκαρφαλωμένη στην απότομη πλαγιά των καταπράσινων λόφων και βουνών Juneau και Roberts. Βρίσκεται πάνω στο μεγάλο κανάλι Gastineau, απέναντι απ’ το νησί Dougles, με το οποίο συνδέεται με γέφυρα. Σε τούτο το νησί υπήρχε και το παλιό χρυσωρυχείο που, το 1917 πλημμύρησε και κατέρρευσε.
Είναι πόλη «κυβερνητική», αφού το ήμισυ των, μόλις 29.000, κατοίκων απασχολείται σε δημόσιες, δημοτικές και ομοσπονδιακές υπηρεσίες. Το Juneau, βλέπετε, παρά τον πολύ μικρό του πληθυσμό –έναντι, τουλάχιστον, του ταχύτατα αναπτυσσόμενου Ancorage των 250.000 κατοίκων!- είναι, ακόμα, η πρωτεύουσα της 49ης Πολιτείας των ΗΠΑ. Τρελό ε; 29.000 άνθρωποι, πρωτευουσιάνοι, μιας τεράστιας Πολιτείας: της Αλάσκας! Ενώ το Ancorage, με μια, πραγματικά τεράστια, οικονομική ανάπτυξη –λόγω του θρυλικού πετρελαιαγωγού, και του μεγάλου λιμανιού –είναι, απλώς, μια ακόμα πλούσια, αμερικάνικη πόλη! Κάτι τρέχει στα γύφτικα, συνελόντι ειπείν!
Πολλές φορές έγινε λόγος για τη μεταφορά της πρωτεύουσας, αλλά το δημοψήφισμα ουδέποτε πέτυχε. Έτσι, η μικρή, αλλά ιστορική πόλη, αν και κούτσικη, κρατά την τιμή της, μαζί με την παράδοση και τη γραφικότητά της…
Φτάνουμε νωρίς το απόγευμα. Το κρύο, εδώ, είναι τσουχτερό. Το υγρό μπουγάζι, που έρχεται από τη γκρίζα θάλασσα, ανταμώνει με τον παγωμένο αέρα των βουνών, και μας προκύπτει μαύρος ψόφος!
Εμάς όμως δεν μας πτοεί τίποτα. Βροντάμε κάτω τα βαλιτσόνια μας, και ξεχυνόμαστε στο δρόμο, μ’ ένα χάρτη στο χέρι. Είπα: «δρόμος». Και, πράγματι, είναι ένας, πλάι σχεδόν στον ωκεανό. Και, πάνω σ’ αυτόν βρίσκονται τα μαγαζιά, τα ρεστοράν, τα σαλούνς….
- «Μην παραλείψετε να πάρετε ένα ποτό στο Red Dog Saloon» μας συμβουλεύουν στη Ρεσεψιόν.
Δεν έχουμε αντίρρηση. Άλλωστε, ο κρύος καιρός –παρά τον χλωμό ήλιο!- το «ζητάει»!
- «Όταν, με το καλό, τελειώσουμε με το Sigetsering μας όσο έχει ακόμα φώς, θαρρώ πως μπορούμε να το ….ρίξουμε έξω, με ένα ποτήρι κρασί», λέω επιφυλακτικά. Ανιχνεύω αντιδράσεις. Λές να τους πιάσουν τα…..ενάρετά τους;
- «Άκου, λέει! Μετά χαράς μεγάλης!!!...» κραυγάζουν όλοι ενθουσιασμένοι!....
Στα αξιοθέατα της πόλης, ο οδηγός μου αναφέρει, ένα Ρώσικο ορθόδοξο ναό, του αγίου Νικολάου. Στο χάρτη, όμως, τον βλέπουμε σκαρφαλωμένο στη κορφή του Juneau. Στην κορφή, δηλ. ενός από τους λόφους! Μετράω, στο χάρτη, τα οικοδομικά τετράγωνα, που πρέπει να περπατήσουμε! Είναι επτά! Και μεγάλα! Κοιτώ τη συντροφιά μου:
- «Γιατί, κάτι, δεν μ’ αρέσει στο εγχείρημα;» γκρινιάζω δυστυχής! Οι φιλενάδες μου σηκώνουν, μοιρολατρικά, τους ώμους:
- «Θυσία στον τουρισμό! Σκάσε, λοιπόν κι ανέβαινε!» με….παρηγορούν.
- «Ούφ! Ευτυχώς που κάνει κρύο! Διότι προβλέπω πολύ ‘δρωτάρι’ κυρίες μου!...» απαντώ, και χύνομαι στον ανήφορο.
Στο 3ο τετράγωνο, βγάζω το αμπέχωνό μου. Στο 5ο, παίρνω στα χέρια και το πουλόβερ!
- «Καλέ, κοίτα μη μείνεις με το κομπινεζόν! Τζάμπα θα πάει το στριπ-τήζ! Ψυχή δεν υπάρχει πουθενά! Που είναι χαντακωμένοι οι….Τζουνονοί;» χαμογελούν οι άσπονδες μου φίλες!
- «Μωρ’ δε με παρατάτε, λέω ‘γώ! Δείτε τον ιδρώτα να τρέχει μέσα στα μάτια μου! Μουσκίδι είμαι! Ώρα είναι ν’ αρπάξω κανένα κρυολόγημα! Τι σου λείπει κασιδιάρη…» μουρμουρίζω σχεδόν θυμωμένη. Γιατί άραγε;
Τελικά, αποδείχτηκε σοφή η απόφασή μας να πάρουμε τούτον τον ανυπόφορο ανήφορο. Μπήκαμε, έτσι, στο αμφιθεατρικό εσωτερικό της πόλης και χαρήκαμε τα παλιά σπίτια των χρυσωρύχων. Διατηρούνται σ άριστη κατάσταση, μέχρι σήμερα. Είναι μικρά, ξύλινα και πολύχρωμα. Κυρίως γαλάζια, κίτρινα και άσπρα. Με κάτι εισόδους μια σταλιά, πάνω από κάτι κουκλίστικα σκαλάκια. Θαρρείς πως δεν τα κατοικούν κανονικοί άνθρωποι, αλλά οι νάνοι του αγαπημένου παραμυθιού!...
Ψυχή δεν κυκλοφορεί στους δρόμους. Η πόλη μοιάζει έρημη, παρ’ ότι έξω έχει μια σπάνια ηλιοφάνεια. Κάποια στιγμή που ξεχνιέμαι, νομίζω πως οι τυχοδιώκτες χρυσωρύχοι, απελπισμένοι από την εξάντληση του πολύτιμου μετάλλου, πήραν τα λιγοστά τους υπάρχοντα, κλείδωσαν τα σπιτόπουλά τους, και πήραν ξανά τους μεγάλους, περιπετειώδεις δρόμους, αναζητώντας αλλού πλούτο και συγκινήσεις….
Έρημος είναι και ο Άη-Νικόλας. Είναι μια μικρούλα εκκλησιά, με κάποιες, αμφιβόλου αξίας, εικόνες. Οι πόρτες του είναι ορθάνοιχτες. Σαν να μας περίμενε, και μας καλοδεχόταν! Σίγουρα κάποιοι Ρώσοι – απόγονοι των παλιών, πρίν η Αλάσκα πουληθεί στις ΗΠΑ- ζούν ακόμα εδώ. Και, προφανώς, λειτουργούνται σε τούτο το εκκλησιδάκι….Συγκινούμαστε! Η Ορθοδοξία παρούσα, σε τούτο το τόσο μακρινό γεωγραφικό…μήκος το λένε; Θαρρώ! Μοιάζει εξωπραγματικό! Ανάβουμε τα κεριά μας, και ξαναβγαίνουμε στο κρύο…
- «Ο κόσμος φορά του ρουχαλάκι του στον κατήφορο», με συμβουλεύει σοβαρά η Φρόσω, βλέποντάς με ακόμα με το πουκάμισο! Δίκιο έχει. Υπακούω!...
Η επιστροφή μας είναι χαλαρή. Καθώς ο ήλιος γέρνει, και το κρύο γίνεται….δηκτικό, η προοπτική ενός ποτού, μέσα σ’ ένα ζεστό Saloon, είναι περισσότερο από καλόδεχτη.
- «Και τι λέτε να φάμε στο δείπνο μας;» αναρωτιέται φωναχτά η Φρόσω.
- «Άκου ερώτηση! Τον….εθνικό μας ποιητή, φυσικά! Τι άλλο;» ξεφωνίζουμε η Ελεάνα κι εγώ, ομάδι!
- «Α! Πάλι σολομό; Τον βαρέθηκα! Τι θα λέγατε για μια ζουμερή μπριζολίτσα;»
- «Για δές σνομπάρισμα, προς την αριστοκρατία των ιχθύων…» αγανακτώ.
- «Μα, από την ώρα που βρεθήκαμε στο Καναδά, όλο σολομό με ταΐζετε! Άσε πια που, μαζί μ’ αυτόν, μαγαρίζετε και τον Διονύσιο! Ντροπή σας, λέω εγώ…»
- «Φάε, τώρα, χριστιανή μου, τούτη τη ντελικατέσα, αφού τη βρίσκεις σε αφθονία και φθηνά διότι, φρέσκο σολομό στην Αθήνα, μονάχα σε δεξίωση του Λάτση μπορείς να φάς! Σε προσκαλεί, μήπως;»
- «Α, δεν έχω σχέση…»
- «Γι’ αυτό, λοιπόν, σταμάτα τη γκρίνια! Σκάσε και τρώγε –με το συμπάθειο, κιόλας, Φροσάκι μου!...»
Όταν πλέον κατεβαίνουμε στη πόλη, η ώρα είναι περασμένη. Κι εμείς πεινάμε πολύ. Ο λάγαρος αέρας μας άνοιξε τη όρεξη. Αποφασίσαμε να φάμε πρώτα, και μετά να χωθούμε στο παραδοσιακό Saloon, για κείνο το έρμο το ποτό…
Το εστιατόριο που διαλέγουμε είναι άκρως ενδιαφέρον, και παλιό. Έχει τα χρόνια της ζωής του Juneau. Μέχρι…..κρεμάλα υπάρχει μέσα, πάνω από μια σειρά μεγάλων βαρελιών! ….Και μια γουστόζικη επιγραφή πάνω από την είσοδο, μας προειδοποιεί: «Η Μαγειρική δεν σκότωσε ποτέ κανέναν! Αλλά οι χρυσωρύχοι κρέμασαν περισσότερους από έναν, μαγείρους!!!» (Cooking has never killed anyone! But the miners have killed more than one cook!)
Τα τραπέζια είναι από γυαλισμένες τάβλες. Και τα ψάρια του –κυρίως σολομοί και χάλιμπατ- είναι νοστιμότατα και σε θηριώδεις μερίδες. Το ψωμί είναι ατομικό καρβελάκι, ζεστό, χωρισμένο στα δύο, αλειμμένο με σκορδοβούτυρο, και σερβιρισμένο πάνω σ’ ένα βαρύ, στρογγυλό ξύλο!....Πίνουμε ροζέ κρασί σε ψηλό νεροπότηρο, και μπαίνουμε αμέσως στην ιδιαίτερη αλασκανή ατμόσφαιρα.
- «Φρόσω, έχω την αίσθηση ότι βρίσκομαι σ’ άλλον πλανήτη! Ποτέ μου δεν φανταζόμουν κάτι τόσο παραστατικBooseό. Εδώ νιώθω ξεχασμένη από το κόσμο. Αλλά, συγχρόνως, νομίζω πως δεν υπάρχει άλλος κόσμος, εκτός από τούτον εδώ! Τόσο αποκομμένη αισθάνομαι! Εσύ;»
- «Εγώ είμαι απλώς ευτυχισμένη! Διότι, ολόκληρο το ταξίδι ήταν μια πραγματική μαγεία! Σ’ αυτό, πάντως, που συμφωνώ μαζί σου είναι, ότι δεν φανταζόμουν ποτέ κάτι τέτοιο, όταν ξεκινούσα! Αλήθεια, εσύ πως το ήξερες; Διότι είμαι σίγουρη πως το ήξερες! Γι’ αυτό άλλωστε ξεκίνησες….»
Τι να της πώ; Πως είχα πολλούς ενδοιασμούς; Ας είναι καλά το ένστικτό μου, που πάντα με οδηγεί σωστά! Ευτυχώς!...
Ο σολομός, το κρασί, η σαλάτα, και το σκορδόψωμο, στοίχησαν, μόλις, 18 δολάρια! Κοιτάμε το λογαριασμό, και δεν πιστεύουμε στα μάτια μας!
- «Ούτε το σκοινί της κρεμάλας δεν πληρώνουμε μ’ αυτά τα λεφτά!» λέω γελώντας. «Καιρός, πια, για κείνο το δόλιο το ποτό, στον ‘Κόκκινο Σκύλο’! Τι λέτε; Πάμε;»
Μπροστά στη διπλή, ξύλινη πόρτα του παραδοσιακού Saloon αιφνιδιαζόμαστε, από τις γραπτές οδηγίες προς τους εισερχομένους. Δεξιά γράφει: «Ladies welcome»! Κυρίες, καλώς ορίσατε! Και, αριστερά: «Genis, check your guns!» Κύριοι, ελέξτε τα πιστόλια σας!...Και, φυσικά, πάνω-πάνω, καλλιγραφικά, για λόγους προφανείς, η λέξη: Boose! Πιοτί!...
Δίνουμε μιαν…αεράτη σπρωξιά στα δύο χαμηλά φύλλα της ξώθυρας, και βρισκόμαστε στην αίθουσα των θαυμάτων!
Κάτω ροκανίδι παχύ. Τραπεζάκια μικρά, και στενές καρέκλες. Ένας πάγκος-μπαρ μακρύτατος, όπου συνωστίζεται κόσμος και ντουνιάς! Αυτός ο «ντουνιάς» φωνάζει, χειρονομεί, τσουγκρίζει ποτήρια, ανταλλάσει πειράγματα, γελάει και πίνει….Προ πάντων πίνει! Κοιτάμε ένα γύρο. Δεν υπάρχει εκατοστό τοίχου, γυμνό. Μεγαλόσωμες, τρομακτικές αρκούδες, βαλσαμωμένες, κρέμονται πάνω από τις παραζαλισμένες κεφαλές μας! Μοιάζουν αρτσωμένες, έτοιμες να μας χυμήξουν! Ψάθινα πέδιλα χιονιού. Σκι. Πουλιά. Πίνακες σε στυλ «ναΐφ», που μου θυμίζουν Γενοβέφα και Γοδεφρίδο! Παλιές φωτογραφίες χρυσοθήρων. Κιτρινισμένα αποκόμματα εφημερίδων μιας άλλης εποχής! Τομάρια ατόφια. Πανωφόρια από τομάρια. Κουλούρες σκοινιών. Κανώ. Κουπιά…..Ότι βάλει ο νούς σου. Εκεί, μέσα, τα χρόνια έχουν στοιβάξει έναν σωρό συναισθηματικής… «σαβούρας» που πάντα συγκινεί, διότι σε μεταφέρει πίσω, στο παρελθόν! Στην ανάμνηση! Σε εποχές ηρωικές και επικίνδυνες. Σε γεγονότα που έχουν γίνει, πια θρύλος! Παραμύθι!....
Πριν προλάβουμε να πιούμε την πρώτη γουλιά του ποτού μας, ένας νεαρός με μια κιθάρα , κάθεται μπροστά σ’ ένα μικρόφωνο σε μια γωνιά, κι αρχίζει να παίζει. Οι σκοποί είναι άλλοτε χαρούμενοι, άλλοτε νοσταλγικοί και, πιο συχνά, αστείοι! Σιγά-σιγά, οι κουβέντες και τα γέλια σταματούν, οι θαμώνες πλησιάζουν τον τραγουδιστή. Και, σε λίγο, τον ακολουθούν γελώντας, και χτυπώντας παλαμάκια. Η ατμόσφαιρα ζεσταίνεται. Οι παρέες προσεγγίζονται και γίνονται ένα. Κι όλοι μαζί διασκεδάζουν, στο τέλος αυτής της μακριάς καλοκαιρινής μέρας. Είναι βλέπετε, ακόμα, τέλος Αυγούστου, Οι νύχτες μόλις έχουν αρχίσει να κυνηγούν γρήγορα τις μέρες, οι οποίες, σιγά-σιγά συρρικνώνονται, κι ολοένα μικραίνουν! Πάντως, αυτήν την ημερομηνία, αντιστέκονται ακόμα σθεναρά, αλλά όχι για πολύ. Το Βορεινό φθινόπωρο φτάνει καλπάζοντας, κουβαλώντας τις πρώτες θύελλες, το χιόνι και το εξοντωτικό κρύο. Κι ο ήλιος θα κάνει τη μεγαλοπρεπή έξοδό του από τον Απώτατο Βορρά, κατεβαίνοντας προς την Ανταρκτική. Για να φέρει, εκεί πλέον, το πανέμορφο, χλιαρό καλοκαίρι του Νότου. Κι εδώ ψηλά, θα μείνει, σαν μόνη παρηγοριά στους γενναίους κατοίκους, το Βόρειο Σέλας. Ίσως είναι το μοναδικό φυσικό φαινόμενο που μπορεί να τους συμφιλιώσει με το ανταγιάντιστο σκοτάδι, και το απάνθρωπο κρύο…..
- «Τι σόι κόσμος ζεί εδώ πάνω;» συλλογιέμαι, καθώς βλέπω όλους τους ντόπιους με τα ποτήρια στα χέρι, τη νοσταλγία στα μάτια, και τα πειράγματα στο στόμα. – «Πως συνηθίζουν σε μια τέτοια ζωή; Ή μήπως δεν συνηθίζουν ποτέ, αλλά απλώς την αποδέχονται, αφού εδώ γεννήθηκαν;»
Την απάντηση, τελικά, θα την πάρουμε από τον Γιάννη, τον Βολιώτη, στην πόλη Whitehorse. Το βράδυ, που τρώμε στο εστιατόριο του, μας εξομολογείται:
- «Το χειμώνα, μόλις τελειώσει ο Σεπτέμβρης, δυναμώνουμε τα καλοριφέρ, κλειδώνουμε το σπίτι και το μαγαζί, και κατεβαίνουμε να ξεχειμωνιάσουμε στο Βανκούβερ. Δεν τραβιέται το κρύο εδώ, παιδιά. 40 και 50 βαθμοί ύπο το μηδέν, για 8-9 μήνες, είναι βασανιστήριο, για μάς τους Μεσόγειους. Βέβαια, οι ντόπιοι δεν φεύγουν. Μένουν εδώ να νοιάζονται για τα δικά μας σπίτια, αλλά και για να εξακολουθεί να λειτουργεί η πόλη. Όμως, όλοι αυτοί, κάνουν ειδικές προετοιμασίες γι’ αυτό το δύσκολο διάστημα. Κατ΄αρχήν, τα αυτοκίνητά τους μέσα στα γκαράζ, είναι συνεχώς στη πρίζα, για να είναι έτοιμα να χρησιμοποιηθούν. Αν ένα βράδυ ξεχάσουν αυτή τη διαδικασία, το αυτοκίνητο……συνέρχεται με το καλό, το καλοκαίρι!…Φυσικά έχουν πολλά καύσιμα, προμήθειες τροφίμων, και οργανώνονται σε συντροφιές, για να έχουν κάποιον αντιπερισπασμό, στην ανία των μακριών κι ατέλειωτων σκοτεινών 24ωρων. Αλλιώτικα θα τους έστριβε. Ωστόσο, δεν είναι πολλοί αυτοί οι «Γενναίοι του Βορρά». Κι ούτε μένουν εδώ από hobdy. Μάλλον από ανάγκη θα έλεγα….». Εγώ, πάντως, δεν είμαι τόσο σίγουρη. Νομίζω πως οι περισσότεροι μένουν γιατί το κάνουν κέφι! Γιατί το διασκεδάζουν! Γιατί βρίσκουν χίλιους τρόπους, όχι μονάχα να περνούν καλά, αλλά και να χαίρονται τα φυσικά φαινόμενα, όσο δυσάρεστα κι αν φαίνονται σε μας, τους… «λογικούς»!
Τα ίδια ακριβώς μας είπε και ο Νίκος που, μαζί με τ’ αδέρφια του, έχει και αυτός εστιατόριο στο Skagway – άλλη μια αυθεντική και άκρως εντυπωσιακή πόλη χρυσωρύχων πάνω στο ΚΑΝΑΛΙ LYNN. Τούτο το κανάλι ξεκινά από τον Ειρηνικό και σχηματίζει ένα τεράστιο Fjord στο εσωτερικό της Αλάσκας. Στο Skagway θα μεταφερθούμε με πλοίο, αμέσως μετά την επίσκεψη μας στο Juneau.
Την άλλη μέρα κάνουμε ένα γρήγορο γύρο με το αυτοκίνητο. Μικρή πόλις ούσα –έστω και πρωτεύουσα μεγάλης Πολιτείας – δεν έχει και πολλά να μας δείξει, εκτός από το τοπίο και τη γραφικότητά της. Τη βρίσκω συγκλονιστική, με κείνην την απόκοσμη ατμόσφαιρα της αποκοτιάς, του κινδύνου και της ανθρώπινης απληστίας. Έτσι, εκτός από δύο μικρά Μουσεία ( Λαϊκής και Σύγχρονης Τέχνης ), μια βιβλιοθήκη και το σπίτι του Κυβερνήτη, τα άλλα αξιοθέατα είναι τα παλιά ιστορικά σπίτια, και ότι αφορά τον πυρετό του χρυσού. Σε παλιά πόλη χρυσωρύχων, άλλωστε, βρισκόμαστε.
Κι ελάτε να θυμηθούμε εδώ, την ιστορία της κουκλίστικης αυτής αμερικάνικης πρωτεύουσας. Διότι, καμιά πόλη δεν σου αποκαλύπτει την πραγματική της γοητεία, αν δεν γνωρίζεις το παρελθόν της.
Τον Οκτώβρη του 1880, δύο χρυσοθήρες, ο Joe Juneau και ο Richard Harris, έφτασαν σ’ έναν τόπο, που αργότερα ονομάστηκε Gold Creek – το ποταμάκι ή ο κολπίσκος του χρυσού, προφανώς λόγω του καναλιού Gastineau. Στις όχθες του υπήρχε ένα ψαροχώρι της ινδιάνικης φυλής Auke. Ο αρχηγός των Ινδιάνων, Kowee, έδειξε στους δύο άντρες ψήγματα χρυσού, που είχε βρεί μέσα στο νερό. Και, σε λίγο, ο Jenaue και ο Harris ανακάλυψαν τα μεγαλύτερα αποθέματα χρυσού, που βρέθηκαν ποτέ στο κόσμο. Περιέφραξαν γρήγορα 160 εκτάρια –κάπου 1.600.000 τ.μ. – τόπου, γύρω από τη χρυσοφόρα περιοχή. Και τα πρώτα φορτώματα χρυσού, έφυγαν τον αμέσως επόμενο μήνα!...Τέτοιο χρυσαφένιο μπερεκέτι, πια! Μα, τι διάβολο; Ο Χρυσορρόας Πακτωλός ήταν το κανάλι Gastineau; Μνήσθητί μου! Να, που οι δύο τυχεροί χρυσοθήρες, ζωντάνεψαν τον μύθο του γενάρχη του βασιλικού οίκου των Φρυγών, Μίδα. Βέβαια, τα πράγματα εδώ έγιναν κομματάκι ανάποδα, πρέπει αν ομολογήσω. Διότι ο ποταμός Πακτωλός απέκτησε τα ψήγματα χρυσού, όταν μέσα στα νερά του λούστηκε, αλλόφρων, ο άπληστος βασιλιάς! Κατάλαβε, βλέπετε, ότι έπρεπε να απαλλαγεί από τη χάρη που ο ίδιος ζήτησε απο τον Διόνυσο: «ότι πιάνει, να γίνεται χρυσός»! Έλα, όμως, που και το φαΐ του γινόταν χρυσάφι! Αυτό, πως νταγιαντιέται, άραγε; Κόντευε να τα τινάξει από την ασιτία, ο πλουσιότερος και «τυχερότερος» άνθρωπος του κόσμου!!....
Εδώ, οι δύο χρυσοθήρες, βρήκαν τα πράγματα έτοιμα. Και δεν είχαν, παρά να σκύψουν τη μεσούλα τους και να «τρυγήσουν» το πολύτιμο μέταλλο, που με τη σέσουλα κουβαλούσε το θαυμαστό ποτάμι, το Gold Creek!
Όπως ήταν φυσικό, το Jeneau, εν μια νυκτί, έγινε τόπος…προσκυνήματος όλων εκείνων που, επί χρόνια τριγυρνούσαν τον κόσμο, μ’ έναν κασμά, ένα φτυάρι κι ένα «κόσκινο» χρυσού, μέσα στον βρώμικο τορβά τους. Κι αμέσως δημιουργήθηκε μια μικρή πόλη, που πήρε το βαφτιστικό της, από το όνομα ενός των δυό σκαπανέων χρυσοθήρων.
Τα τρία γιγαντιαία χρυσωρυχεία, που φτιάχτηκαν, κυριολεκτικά από «βράχο χρυσού», απέδωσαν τελικά 7.000.000 ουγγιές χρυσού, αξίας άνω των τριών δισεκατομμυρίων δολαρίων, εκείνης της εποχής!...Το συλλαμβάνετε; Συγκρίνοντας, λοιπόν, τα 7.200.000 δολάρια, που πλήρωσαν οι ΗΠΑ στη Ρωσία, για την αγορά της Αλάσκας – 13 μόλις χρόνια πρίν! – με τα 3.000.000.000 καταλαβαίνει κανείς ότι, εδώ στο Juneau, οι Αμερικάνοι «χτύπησαν» φλέβα χρυσού, στην κυριολεξία…Και οι Ρώσοι ακόμα κλαίν τη χαζομάρα και τη βιάση τους, να ξεφορτωθούν αυτό το ευλογημένο μέρος της υδρογείου….
Για πάνω από 50 χρόνια, το Juneau ήταν η μεγαλύτερη χρυσοφόρα πηγή των ΗΠΑ. Σκεφτείτε ότι, μέσα στο ορυχείο, υπήρχαν τούνελ μήκους 100 μιλίων – κάπου 160 χιλιομέτρων, αν κάνω καλά τους υπολογισμούς….
Δύο χιλιάδες εργάτες δούλευαν σ’ αυτήν τη θηριώδη επιχείρηση, και αμείβονταν με 100 δολάρια το μήνα. Ήταν το ψηλότερο μεροκάματο στον κόσμο, εκείνην την εποχή… Και οι ανέσεις που απελάμβαναν οι τότε χρυσωρύχοι, είναι σχεδόν απίστευτες, ακόμα και σήμερα. Μέχρι σάουνες και πισίνες θερμαινόμενες διέθεταν! Γυμναστήρια, λέσχες, γήπεδα τένις, γκόλφ και μπόουλινγκ, καθώς και βιβλιοθήκη, με 15.000 βιβλία!....
Όλα, όμως, άλλαξαν, στις 21 Απριλίου – τι γρουσούζικο μερομήνι, τέλος πάντων, αυτό!- του 1917. Τα ορυχεία κατέρρευσαν ξαφνικά, καταπλακώνοντας όλα τα παραπάνω καλούδια. Το ευτύχημα, ωστόσο ήταν, ότι δεν υπήρξαν, περιέργως, ανθρώπινα θύματα.
Αυτό ήταν και το οριστικό τέλος των χρυσωρυχείων του Juneau, αφού είχαν σχεδόν εξαντληθεί. Τα τελευταία χρόνια, πρίν από τη κατάρρευση, κατάφερναν να βγάλουν μια ουγγιά χρυσού, μέσα από 28 τόνους σαβούρας! Είχαν αρχίσει, πλέον, να γίνονται ασύμφορα. Επομένως, καλώς έκαναν και….αυτοκτόνησαν!!....
Ο χρυσός, λοιπόν, ήταν ο λόγος που το Juneau έγινε η πρωτεύουσα της Αλάσκας στα 1906, και παραμένει έκτοτε, παρά τις «επιθέσεις» του πολυπληθούς και πάμπλουτου Ancorage.
Σωστά, κατά τη γνώμη μου. Η πόλη αυτή έχει την επική της ιστορία! Έδωσε πολλά σ’ ολόκληρη την επικράτεια των ΗΠΑ. Άρα, της οφείλεται σεβασμός! Πλούτισε τη Βόρεια Αμερική, και κράτησε πεισματικά την ατμόσφαιρά της. Για να μπορούν οι σημερινοί άνθρωποι, να φαντάζονται τα έργα και τις ημέρες μιας πλειάδας τολμηρών τυχοδιωκτών που, με το δικό τους τρόπο, συνέβαλαν στη διαμόρφωση του Νέου Κόσμου….
Σήμερα, βέβαια, όλα μοιάζουν με γοητευτικό παραμύθι! Τότε, όμως, δεν ήταν καθόλου έτσι. Τότε, ήταν μονάχα ο κίνδυνος, που ελλόχευε παντού. Ήταν η κακουχία, που τους ταλάνιζε ολοχρονίς! Ήταν ο μπαμπέσικος θάνατος, που καραδοκούσε παντού! Ήταν η άγνωστη έκβαση της μεγάλης περιπέτειας που, μαζί με το πολικό κρύο, τους παρέλυε ψυχή και νού!....
Ωστόσο, μ’ όλα αυτά μαζί, ήταν και η τρελή λαχτάρα για το κυνήγι του Αγνώστου. Για το όνειρο, που έσερναν πίσω από τα κουρασμένα τους πατήματα. Ήταν η αχαλίνωτη επιθυμία τους για Περιπέτεια! Για Ρίσκο…..Για τη χαρά, αυτού του ίδιου, του θανάσιμου Παιχνιδιού! Όπου παιζόταν η ζωή τους! Την έχαναν, την κέρδιζαν, δεν είχε σημασία! Το μόνο που μετρούσε, ήταν το ίδιο το Παιχνίδι!....
Ούφ! Ξαναχάθηκα στις φαντασιώσεις μου και στα παραμύθια, που ζωντανεύουν στα ταξίδια μου! Καιρός να προσγειωθώ….
Η μέρα είναι μουντή. Ρίχνει από νωρίς ένα ψιλό χιονόνερο. Το κρύο είναι διαπεραστικό. Προορισμός μας, ο μεγάλος παγετώνας Mendenhall.
- «Θα είναι, άραγε, σαν τον Perito Moreno;» ρωτά η Φρόσω. (Θεούλη μου! Μέχρι πότε θα μας κυνηγά η Παταγονία, με τα θαύματα της
- «Μην το περιμένεις» απαντώ. «Εκείνος είναι ο μεγαλύτερος παγετώνας στον κόσμο. Ο μόνος που μεγαλώνει κάθε χρόνο, αντί να φθίνει όπως, δυστυχώς, συμβαίνει με όλους τους παγετώνες του πλανήτη. Άλλο πράμα νομίζω ότι θα δούμε! Σίγουρα, όμως, δεν θα είναι εντυπωσιακότερος εκείνου, του μοναδικού!.....»
Δίκιο έχω. Ο Mendenhall είναι το ομώνυμο, παγωμένο ποτάμι, που κατεβαίνει από το….ομωνυμότατο βουνό! Κάποτε – όταν η ατμόσφαιρα δεν ήταν μολυσμένη, και οι τρύπες του όζοντος δεν απειλούσαν τις ζωές μας – τούτο το θαύμα μεγάλωνε ολοένα. Τα τελευταία όμως χρόνια, άρχισε η βαθμιαία φθορά του. Σήμερα, το μήκος του είναι 19 χιλιόμετρα και το πλάτος του 2,5 χιλιόμετρα, όλα κι όλα! Υπολογίζουν ότι χάνει, κάθε χρόνο, 33 μέτρα από τον όγκο του, από το 1750! Τρομακτική απώλεια.
Είναι, πράγματι, παγωμένο ποτάμι. Και το γκρέμισμά του, από το ύψος του βουνού, είναι εντυπωσιακό. Μπροστά του, στα πόδια του, μια ρηχή λίμνη. Έχει σχηματιστεί απ’ τα νερά που μαζεύονται εκεί, από τον ενιαύσιο, μερικό «θάνατό» του! Γύρω της, και σε μεγάλη ακτίνα, χιόνι! Πρώιμο, φέτος! Είμαστε ακόμα στον Αύγουστο. Ωστόσο είμαστε στην Αλάσκα. Όλα τα…. «κρυερά» είναι πιθανά, και μέσα στο πρόγραμμα!
- «Τρομάζω, παιδιά, όταν βλέπω αυτό το φαινόμενο», εξομολογούμαι προβληματισμένη στις φιλενάδες μου. «Αν αυτό το βιολί συνεχιστεί, και λιώνουν όλοι οι παγετώνες του κόσμου, θα πλημμυρίσει, εν ριπή οφθαλμού το Φαληρικό Δέλτα, και μαζί του θα μπατικώσει και η Βασιλείου Δίπλα 12! Αυτοκίνητο δεν απέκτησα ποτέ μου! Μπάς και πρέπει να αγοράσω, καλού κακού, ένα φουσκωτό; Φοβάμαι πως, όλοι οι πεδινοί πληθυσμοί, πρέπει να μεριμνήσουμε, σαν τον Νώε, για πιθανό κατακλυσμό!....Αντί κιβωτού, λοιπόν, καλό είναι και το φουσκωτό….»
- «Γιατί, καλή μου; Πόσα χρόνια έχεις σκοπό να ζήσεις;» Η Ελεάνα με επαναφέρει, βάρβαρα, στην τάξη. Ευτυχώς έχει δίκιο.
- «Μακάρι να μην ζήσω να δώ την αυτοχειρία του πλανήτη! Δεν θα νταγιάντιζα μια τέτοια συμφορά όταν, μάλιστα, είναι και βλακώδης! Ξέρετε τι θα πεί: Να βάζεις τα χέρια σου και να βγάζεις τα μάτια σου; Ανήκουστο!...»
Βέβαια, ο οδηγός μου με πληροφορεί, ότι οι επιστήμονες πιστεύουν πως, σε λίγο θ’ αρχίσει να ανακτά λίγο-λίγο, τον παλιό του όγκο. Το «πως», δεν μας το λένε επακριβώς! Απλώς ελπίζουν, ότι το κλίμα του πλανήτη θα μπεί σε ψυχρή περίοδο! Ευσεβείς πόθοι, λέω εγώ……
Η γύρω περιοχή, με τα λοφάκια της, τα μικρά φαράγγια, τα πανέμορφα λουλούδια, τα ψηλόλιγνα δέντρα, τα γραφικά μονοπάτια, και τις λιμνούλες με φόντο τον μεγαλόπρεπο παγετώνα, είναι μαγευτική. Η ατμόσφαιρα μοσχομυρίζει καθαρότητα, μουσκεμένα φύλλα, νοτισμένο χώμα και πατημένο χόρτο. Περιδιαβάζουμε και απολαμβάνουμε.
- «Καλά, εσείς δεν θα ‘ρθείτε πάνω, στο Τουριστικό Περίπτερο;» μας φωνάζει κάποιος. «Έχει Video!»
Είναι πολύ ενδιαφέρον. Μας ενημερώνει για τη ζωή, τα έργα και τις ημέρες του παγετώνα. Κι ένας ζεστός καφές, με θέα το θαυμαστό τοπίο, συμπληρώνει τη γνώση και την ευτυχία μας.
- «Εγώ νομίζω, πως οι παγετώνες της Παταγονίας υπερέχουν», συμπεραίνει η Φρόσω. Συμφωνώ μαζί της. Ίσως, διότι ήταν οι πρώτοι που είδαμε. Ίσως, πάλι, εκείνο το είδος παγετώνων, μέσα σε βαθιές, τεράστιες λίμνες –κι όχι πάνω στα βουνά και τις πλαγιές τους- είναι πολύ πιο εντυπωσιακό. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, μας γοητεύει ο παγετώνας Poriage, έξω από το Ancorage, στο τέλος του ταξιδιού μας. Καταλήγει μέσα στην ομώνυμη λίμνη, και είναι συναρπαστικός. Κι έτσι νομιμοποιείται το συμπέρασμά μου, ότι τα παγωμένα γεννήματα των λιμνών είναι εντυπωσιακότερα εκείνων, των ορέων….
Φεύγουμε από τον Mendenhall και, με το αυτοκίνητο, κάνουμε μία παραλιακή διαδρομή –περνώντας από τον κόλπο Eagle- προς το σημείο της επιβίβασής μας στο πλοίο. Κατευθυνόμαστε στον επόμενο σταθμό του ταξιδιού μας, το Skagway. Είναι η κατ’ εξοχήν χρυσοθηρική πόλη, όπου το χρυσάφι δεν βρέθηκε τόσο εύκολα και γρήγορα.
Οι πέντε και μισή ώρες, που κράτησε το θαλασσινό ταξίδι, μέσα στο μεγάλο Lynn Canal, ήταν αποκαλυπτικό για μας. Ο καπετάνιος έκανε περισσότερο τουριστικό και λιγότερο ταξίδι γραμμής! Σταματούσε σε διάφορα σημεία, για να χαζέψουμε τους θαλάσσιους λέοντες, τις φώκιες, έναν πανύψηλο παγωμένο καταρράκτη και – θα το πιστέψετε; - μια φάλαινα!!!....Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου, που είδα ζωντανά, αυτό το καταπληκτικό θηλαστικό!! Από το Documentaires ήξερα πως είναι το μεγαλύτερο της θάλασσας. Βέβαια, στο θαλάσσιο πάρκο του San Diego, είχα δεί τη δολοφόνο Orka, να παίζει χαριτωμένα, σαν σκυλάκι, με τους νεαρούς εκπαιδευτές της. Ωστόσο, μέσα στο φυσικό της περιβάλλον, δεν είχα την τύχη να τη δώ ποτέ. Διότι δεν σου κάνει συχνά τη χάρη να εμφανίζεται μπροστά σου. Κι έμελλε να τη δώ τώρα, στη διαδρομή προς το Skagway. Φυσικά, όταν ενοχλήθηκε από τη παρουσία μας, έδωσε μια από τις μεγαλόπρεπες βουτιές της, τις τόσο θεαματικές και, με την τρομερή ουρά της να σημαδεύει τον ουρανό, χάθηκε στα βάθη….
Νωρίς το απογευματάκι, και αφού γευματίσαμε πάνω στο πλοίο, φτάσαμε σ’ αυτήν την παράξενη πόλη, για την οποία ο οδηγός μου γράφει κατεβατά!
Λογικό, λοιπόν, ήταν, μόλις τακτοποιηθήκαμε στο ξύλινο West Mark Inn, να βγούμε για μια πρώτη ματιά, στην καταπαγωμένη «πόλη-συνοικισμό»…..
Last edited by a moderator: