Klair
Member
- Μηνύματα
- 2.699
- Likes
- 34.553
- Ταξίδι-Όνειρο
- Υπερσιβηρικός
Περιεχόμενα
- Κεφάλαιο 1
- ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
- Βυτίνα-Όρος Μαίναλο-Χιονοδρομικό Κέντρο-Αλωνίσταινα
- Νυμφασία-Λεβίδι
- Ελάτη-Στεμνίτσα
- Ελληνικό-Λούσιος ποταμός-Αρχαία Γόρτυνα
- Καρύταινα: Το Τολέδο της Ελλάδας!
- Όρος Σαϊτάς
- Βυζαντινός ναός Παναγίας Λεβιδίου και Αρχαιολογικός Χώρος Ορχομενού
- Ναός Αγίας Φωτεινής Μαντινείας
- Και μετά ήρθε ο "Λέανδρος"!
- Βλαχέρνα-Κάστρο Μπεζενίκου-Παναγία Καταφυγιώτισσα-Μονή Αγίας Ελεούσας-Όρος Καστανιά-Μονή Παναγίας της Βλαχέρνας.
- Σαν σήμερα η μάχη στο Λεβίδι, 14 Απριλίου 1821.
- Μαγούλιανα: Ο εξώστης της Αρκαδίας ή μήπως ολόκληρης της Πελοποννήσου;
- Βαλτεσινίκο: Ο τόπος με τα πολλά νερά!
- Μονή Αγίου Νικολάου Βαλτεσινίκου και Μυγδαλιά
- Αρχαιολογικός Χώρος Αρχαίας Μαντινείας
- Κοντοβάζαινα: Το κεφαλοχώρι με τα πολλά νερά και τα όμορφα πλατάνια
- Δήμητρα-Μουριά-Τεχνητή Λίμνη Λάδωνα-Λάδωνας ποταμός
- Λάστα: Το χωριό με μόνιμο αριθμό κατοίκων όσα τα δάχτυλα του ενός χεριού!
- Λαγκάδια: Το "κρεμαστό" χωριό με την πέτρινη ομορφιά!
- Λίμνη Τάκα
- Τεγέα: Αλέα-Αρχαιολογικό Μουσείο-Ναός Αλέας Αθηνάς-Αρχαιολογικό Πάρκο-Στάδιο
- Βούρβουρα: Το σιωπηλό χωριό με την παρθένα φύση
- Δάρα: Η Χώρα των Νάσων (Νησιών)
- Το Δάρα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας
- Το Δάρα μετά την Απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό
- Δάρα: Έθιμα και παραδόσεις
- Δάρα: Η μετάβαση από Δήμο σε Κοινότητα και η μετανάστευση
- Το Δάρα και ο Πόλεμος του 1940
- Το Δάρα και ο Εμφύλιος Πόλεμος
- Το Δάρα μετά τον Εμφύλιο και στα χρόνια της Δικτατορίας
- Το Δάρα και ο ζωοδότης κάμπος του
- Το Δάρα και το νερό
- Το μικρό Δάρα της Αυστραλίας
- Το Δάρα και το Μουσείο Λαϊκού Πολιτισμού
- Το Δάρα ζει στους ρυθμούς του Αστέρα Ραχούλας
- Κανδήλα-Ιερά Μονή Παναγίας της Κανδήλας-Πηγή Σίντζι
- Λίμνη-Χωτούσα-Αρχαιολογικός Χώρος Καφυών
- Λιμποβίσι-Αρκουδόρεμα-Χρυσοβίτσι: Στα λημέρια του Κολοκοτρώνη
- Πιάνα: Η κατοικία του Θεού Πάνα
- Ζάτουνα: Το χωριό πέρα από το ποτάμι
- Ζυγοβίστι: Το χωριό όπου η ιστορία δεν ξαπόστασε ακόμα-Ο τόπος των Αθανάτων
- Κάψια-Σπήλαιο Κάψια-Πηγή του Πανός-Μηλιά-Ιερό Ιππίου Ποσειδώνος
- Μονή Αιμυαλών
- Βαλτεσινίκο-Μονή Αγίου Νικολάου-Μονή Φιλοσόφου-Ζάτουνα
- Βλαχορράπτης-Γεφύρι Κούκου-Καταρράκτης Βρόντου
- Βυζίκι-Κάστρο της Άκοβας-Ιερά Μονή Ευαγγελισμού
- Ροεινό αντί για Ορεινό
- Βλόγγος: Το ησυχαστήριο της Αρκαδίας
- Απογευματινή πεζοπορία στο Παλαιοχώρι και στον Λούσιο ποταμό
Απογευματινή πεζοπορία στο Παλαιοχώρι και στον Λούσιο ποταμό
Στις 26 Δεκεμβρίου του 2025 ξεκινήσαμε από τη Βυτίνα για να γνωρίσουμε μια ακόμα όμορφη πεζοπορική διαδρομή. Φτάνοντας στη Δημητσάνα, ήρθαμε αντιμέτωποι με το γνωστό κυκλοφοριακό κομφούζιο που πάντοτε λαμβάνει χώρα στο κέντρο του χωριού την περίοδο των γιορτών (Χριστουγέννων- Πρωτοχρονιάς- Πάσχα), αλλά και των χειμερινών Σαββατοκύριακων. Τρομάξαμε να ξεκολλήσουμε από την κίνηση ανθρώπων και οχημάτων, όλοι μαζί ένα σφιχτό κουβάρι, στον στενό δρόμο που διατρέχει το χωριό.
Στρίψαμε για το Παλαιοχώρι ανασαίνοντας ανακουφισμένοι, αφού πλέον είχαμε αφήσει πίσω μας τους χιλιάδες εκδρομείς που είχαν κάνει θεαματική και άξια συζητήσεων απόβαση σε όλα τα χωριά της Ορεινής Αρκαδίας τις γιορτινές αυτές ημέρες.
Το Παλαιοχώρι βρίσκεται στο Δυτικό Μαίναλο και στις βορειοδυτικές πλαγιές του όρους Κλινίτσα, σε υψόμετρο 740 μέτρων. Απέχει, μόλις, 3,5 χιλιόμετρα από τη Δημητσάνα και στα δυτικά του χωριού κυλάει τα αφρισμένα νερά του ο Λούσιος ποταμός.
Η παλιά ονομασία του χωριού από την εποχή της Τουρκοκρατίας είναι Παλιοχώρι. Συμμετείχε πάντα στους αγώνες εναντίον των Τούρκων. Οι ντόπιοι το ονομάζουν και «περιβόλι της Δημητσάνας ή της Γορτυνίας» καθώς η εύφορη κοιλάδα του τροφοδοτούσε ολόκληρη την περιοχή. Ανάμεσα στα γεωργικά προϊόντα που καλλιεργούνταν στο χωριό, παρήγαγαν και μεγάλες ποσότητες πράσου και σέλινου, γι’ αυτό λέγεται ότι είχαν προσάψει στους κατοίκους του το προσωνύμιο «πρασάδες». Ακόμη και σήμερα, η περιοχή είναι γεμάτη οπωροφόρα δέντρα και λαχανικά χάρη στα πολλά νερά από τις πηγές του Άι Γιάννη που βρίσκονται ακριβώς πάνω από το χωριό.
Με λιγοστούς κατοίκους σήμερα, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλα τα χωριά της Γορτυνίας, εμφανίζεται ως αυτοτελές χωριό (Μαχαλάς) μεταξύ των ετών 1566-1574 με 170 κατοίκους. Οι Παλαιοχωρίτες ασχολούντο με αγροτικές εργασίες και μάλιστα διέθεταν πολλούς και μεγάλους αμπελώνες. Οι αμπελώνες έφθαναν μέχρι τη Μονή Φιλοσόφου. Οι πλαγιές του βουνού εκατέρωθεν του Λούσιου, εκεί που σήμερα υπάρχει δάσος, ήταν καλλιεργημένες με αμπέλια. Υπάρχουν ακόμα ληνοί και πατητήρια ερειπωμένα.
Πέρα από το κρασί, παρήγαγαν και τσίπουρο. Στο Παλαιοχώρι υπάρχει μακρά παράδοση στην παραγωγή του. Από πληροφορίες που έχουμε, από παλαιότερους Παλαιοχωρίτες, υπήρχε μόνιμη εγκατάσταση την οποία ονόμαζαν «καζαναριό». Με το πέρασμα των χρόνων και τη μετακίνηση του πληθυσμού στις πόλεις, αλλά και την εκρίζωση των αμπελώνων χάριν των επιδοτήσεων, τα αμπέλια εγκαταλείφθηκαν και μετατράπηκαν σε δασωμένες περιοχές. Μετά από όλα αυτά και την πολιτική που ακολουθήθηκε στον πρωτογενή τομέα, φυσικό ήταν να μειωθεί η παραγωγή κρασιού και τσίπουρου, αφού λίγοι παραμένουν να καλλιεργούν τα αμπέλια τους. Όμως, αυτοί οι λίγοι καλλιεργητές αμπελιών συνεχίζουν μέχρι σήμερα την παράδοση.
Η λειτουργία των καζανιών αρχίζει στις 15 με 20 Οκτωβρίου και διαρκεί μέχρι το τέλος του. Τις ημέρες αυτές το Παλαιοχώρι από τη μια άκρη μέχρι την άλλη μυρίζει τσίπουρο. Από το έτος 2000 καθιερώθηκε να γιορτάζεται κάθε χρόνο, στο τέλος του Οκτωβρίου ή στις αρχές του Νοεμβρίου, η Γιορτή του Τσίπουρου. Συνεχίζοντας την παράδοση και τιμώντας το χωριό τους, οι Παλαιοχωρίτες ασχολούνται μέχρι σήμερα με την απόσταξη των στεμφύλων και την παραγωγή του ποτού. Εκτός από τους παραπάνω λόγους, η γιορτή αποσκοπεί και στη δημιουργία ερεθισμάτων για την παραμονή, αλλά και την επιστροφή νέων στο χωριό και την ενασχόλησή τους με την πρωτογενή παραγωγή.
Μπαίνοντας στον οικισμό στρίψαμε δεξιά καταλήγοντας στο εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων και στον ιστορικό πλάτανο που κουβαλάει στα χοντρά κλαδιά του ιστορία 2.000 χρόνων. Δίπλα στις ρίζες του αφήσαμε το αυτοκίνητο και κατεβήκαμε για να «προσκυνήσουμε» την αιωνιότητά του και να αφουγκραστούμε τους ψιθύρους των Κολοκοτρωναίων με τους προεστούς του χωριού που έπαιρναν τις αποφάσεις για τον ξεσηκωμό του Γένους.
Πιο κάτω από τον πλάτανο βρίσκεται η μικρή πηγή που ύδρευε το χωριό μέχρι το 1972. Πριν τα Ορλωφικά, τα σπίτια ήταν χτισμένα γύρω από αυτήν την πηγή και φυσικά γύρω από τον ιστορικό πλάτανο. Στη διάρκεια της Επανάστασης των Ορλώφ (1770) το Παλαιοχώρι ξεσηκώθηκε και για αντίποινα, μετά την αποτυχία του ξεσηκωμού, οι Τουρκαλβανοί το κατέστρεψαν ολοσχερώς. Το 1995 ο Ναός των Αγίων Αναργύρων αναστηλώθηκε πάνω στα ερείπια της κατεστραμμένης στα Ορλωφικά ομώνυμης εκκλησίας σε ανάμνηση εκείνης της καταστροφής. Μετά τηv Επαvάσταση τoυ 1821, τo χωριό συρρικvωμέvo, πλέov, επαvιδρύεται στη θέση πoυ βρίσκεται σήμερα.
Το φαράγγι του Λούσιου είναι από τα πιο όμορφα και ιστορικά μέρη στην Αρκαδία μέσα στο οποίο, εκτός από τα δεκαέξι πετρόχτιστα τοξωτά γεφύρια, υπάρχουν οι Μονές Φιλοσόφου, Προδρόμου, Αιμυαλών, αλλά και ερημητήρια, ασκηταριά και εγκαταλελειμμένοι μύλοι. Ο καλύτερος τρόπος να απολαύσει κανείς όλα αυτά είναι να προσεγγίσει τα διάφορα σημεία του φαραγγιού και το ποτάμι περπατώντας.
Από τον ιστορικό πλάτανο ξεκινάει ένα σηματοδοτημένο μονοπάτι το οποίο ακολουθήσαμε.
Ο στόχος μας ήταν να φτάσουμε στο πέτρινο γεφύρι του Μαυρογιάννη (ή Κοντού). Η πεζοπορία δεν έχει κάποια ιδιαίτερη δυσκολία πέραν ενός μικρού ανηφορικού τμήματος κατά την επιστροφή. Κινείται στην πλαγιά του βουνού και προσφέρει θέα προς το φαράγγι, τα αρκαδικά βουνά, αλλά και προς τη Δημητσάνα η οποία μοιάζει να αιωρείται πάνω από το κεφάλι σου.
Σε κάποια σημεία το μονοπάτι ήταν στρωμένο με πέτρες, είτε από κάποια γκρεμισμένη μάντρα είτε από την ίδια τη φύση.
Σκύβοντας κάτω από κλαδιά βελανιδιών, περπατήσαμε πάνω σε ένα παχύ χαλί από βελανίδια
και λίγο πριν πιάσουμε την κατηφόρα για το ποτάμι, γλιστρήσαμε στα πλάγια ενός μισογκρεμισμένου πέτρινου σπιτιού που κάποτε πρόσφερε πανοραμική θέα στους ενοίκους του προς το φαράγγι, τη Δημητσάνα και τις γύρω βουνοκορφές.
Ακούσαμε το βρυχηθμό των νερών. Το γεφύρι είχε στρώσει ένα καταπράσινο χαλί για να μάς υποδεχτεί στο πέτρινο σαλόνι του.
Σκύβοντας πάνω από την «κουπαστή» είδαμε τον Λούσιο να κυλάει αφρισμένος υπερπηδώντας τεράστιες κοτρώνες ξασπρισμένες από τη δύναμη της ροής.
Έχοντας ως μόνιμο σάουντρακ τα ορμητικά νερά του Λούσιου, το Γεφύρι του Μαυρογιάννη, φέρει το όνομα του ιδιοκτήτη ενός μύλου που βρισκόταν εκεί κοντά. Κατασκευασμένο το 1850 διεκπεραίωνε τον μουλαρόδρομο που ένωνε τη Δημητσάνα και το Παλαιοχώρι με τη Ζάτουνα και από εκεί με την περιοχή της Ηραίας.
Το φαράγγι, το ορμητικό ποτάμι και το πέτρινο γεφύρι! Αυτή είναι η αναλλοίωτη στον χρόνο εικόνα της Ορεινής Αρκαδίας.
Σκαρφαλώνοντας πάνω στα τεράστια αγκωνάρια, κάτω από το τόξο του γεφυριού, αφήσαμε το γάργαρο και αφρισμένο νερό να παρασύρει μαζί του κάθε έννοια και σκοτούρα.
Η πληθωρική φύση μάς αντάμειβε με τα φθινοπωρινά της χρώματα για την προσπάθεια που κάναμε να φτάσουμε μέχρις εδώ. Περπατώντας δίπλα στον ποταμό, νιώθαμε ένα μαζί της. Το καλοκαίρι έρχονται εδώ για βουτιές παρόλο που το ποτάμι είναι πολύ κρύο. Ο Παυσανίας θεωρούσε τον Λούσιο έναν από τους πιο παγωμένους ποταμούς στον τότε γνωστό κόσμο και λέγεται ότι η θερμοκρασία του παραμένει σταθερή όλες τις εποχές του χρόνου.
Η ανηφορική επιστροφή μάς έκανε να ιδρώσουμε παρόλη την ψύχρα και τη συννεφιά.
Επόμενος προορισμός μας ήταν το χωριό Μάρκος και η ταβέρνα το «Άλλοθι». Για να προσεγγίσουμε το χωριό υπήρχαν δύο επιλογές. Μέσω Δημητσάνας ή μέσω Μονής Φιλοσόφου. Μετά από μικρή σύσκεψη αποφασίσαμε να μην επιστρέψουμε στη Δημητσάνα μπλέκοντας πάλι στην αδιάκοπη κίνηση πεζών και αυτοκινήτων. Γνωρίζαμε πολύ καλά από προηγούμενη φορά ότι η δεύτερη επιλογή θα μάς χάριζε υπέροχες εικόνες γεμάτες με πλούσια βλάστηση ντυμένη στα χρώματα του φθινοπώρου, αλλά και ένα κομμάτι άσχημου δρόμου γεμάτο με λακκούβες και βαθιά νεροφαγώματα. Αυτήν τη διαδρομή είχαμε ακολουθήσει για πρώτη φορά στις 5 Νοεμβρίου του 2023 και μάλιστα, τότε, πριν το Γεφύρι της Μονόπορης, κάποιος είχε γράψει πάνω στο σκοροφαγωμένο οδόστρωμα αυτό το μήνυμα:
Τώρα, στο δεύτερο πέρασμά μας, ούτε το μήνυμα υπήρχε αλλά ούτε και ο δρόμος είχε βελτιωθεί. Αντιθέτως, τα νερά είχαν σκάψει ακόμα περισσότερο το ήδη κατεστραμμένο οδόστρωμα και οι «χαράδρες» ήταν πολύ μεγαλύτερες και βαθύτερες.
Οι αρμόδιοι, ακόμη σφυρίζουν αδιάφορα. Δεν το λέω εγώ αυτό, το σύνθημα το έλεγε:
Διασχίσαμε το Γεφύρι της Μονόπορης και πήραμε τον ανήφορο εν μέσω χοροπηδητών και τρανταγμάτων. Το τοπίο, όμως, καθηλωτικό!
Αντικρίζοντας από ψηλά την πορεία του φαραγγιού και τα δύο μοναστήρια να στέκονται αντικριστά πάνω από την άβυσσο σταματήσαμε και βγήκαμε από το αυτοκίνητο.
Αριστερά η Μονή Τιμίου Προδρόμου και δεξιά η Μονή Φιλοσόφου
Η αυτόνομη ιστορία της σημερινής Γορτυνίας ξεκινάει με την ίδρυση της Μονής Φιλοσόφου, η οποία χαρακτηρίζεται και ως η «αρχόντισσα του φαραγγιού», επειδή δεσπόζει του ομορφότερου τμήματός του, στη δυτική πλευρά του Λούσιου ποταμού.
Στην απέναντι πλευρά, την ανατολική, η Μονή Προδρόμου είναι το «Μέγα Σπήλαιο» της Γορτυνίας. Χτισμένη καταμεσής ενός κάθετου βράχινου τείχους, ιδρύθηκε σύμφωνα με την παράδοση τον 12ο αιώνα από μοναχούς που ζούσαν σε κοντινά ασκητήρια και αποτέλεσε καταφύγιο και ιατρείο για τους Αγωνιστές της Επανάστασης του 1821.
Αριστερά ο ναός του Αγίου Αθανασίου και δεξιά η Μονή Τιμίου Προδρόμου
Όσες φορές κι αν αντικρίσω αυτό το τοπίο δεν πρόκειται να το χορτάσω ποτέ.
Μετά τη Μονή Φιλοσόφου ο δρόμος γίνεται καλύτερος και οδηγεί στο χωριό Μάρκος και έπειτα στη Ζάτουνα. Πριν, όμως, φτάσουμε εκεί τα απίθανα χρώματα του ουρανού και του ηλιοβασιλέματος μάς υποχρέωσαν σε μια ακόμα στάση.
Ο Μάρκος ή Μάρκου Αρκαδίας είναι ένα μικρό, ορεινό χωριό στην περιοχή της Γορτυνίας, γνωστό για την άγρια φύση και την ηρεμία του, χτισμένο στους πρόποδες του όρους Μελικάγκουρο, νότια της Δημητσάνας. Παρά την κοντινή απόσταση από τα τουριστικά κέντρα, έχει λίγες υποδομές και λιγοστούς μόνιμους κατοίκους που ασχολούνται, κυρίως, με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Εδώ, υπάρχει η ταβέρνα το «Άλλοθι» την οποία έχουμε τιμήσει αρκετές φορές για το καλό φαγητό της χωρίς ποτέ να χρειαστεί να κλείσουμε τραπέζι. Όμως φέτος, που βούλιαξε η Γορτυνία από τους επισκέπτες, φάγαμε πόρτα ακόμα και στο «Άλλοθι». Πού; Στο «Άλλοθι»! Απίστευτο!
Κατευνάσαμε την πείνα μας στην «Ταβέρνα Παναγόπουλος» στη Νυμφασία όπου και εκεί με δυσκολία βρήκαμε τραπέζι και επιστρέψαμε στη βάση μας, τη Βυτίνα, στους δρόμους της οποίας ο κόσμος ήταν πάρα, μα πάρα πολύς.
Last edited:

)
