psilos3
Member
- Μηνύματα
- 8.000
- Likes
- 64.845
- Επόμενο Ταξίδι
- ;
- Ταξίδι-Όνειρο
- Αναζητείται!
Περιεχόμενα
- Κεφάλαιο 1
- Φολέγανδρος
- Αντίπαρος
- Αντίπαρος ΙΙ
- Αμοργός
- Αμοργός ΙΙ
- Αμοργός ΙΙΙ
- Σίκινος
- Αστυπάλαια
- Αστυπάλαια ΙΙ
- Σέριφος
- Σχοινούσα - Μικρές Κυκλάδες
- Ηρακλειά - Μικρές Κυκλάδες
- Δονούσα - Μικρές Κυκλάδες
- Κίμωλος
- Ανάφη
- Σκύρος
- Χάλκη
- Λειψοί
- Λειψοί ΙΙ
- Λέρος
- Πάτμος
- Αγαθονήσι
- Τήλος
- Νίσυρος
- Σύμη
- Τέλενδος
- Κάλυμνος
- Ψέριμος
- Φούρνοι Κορσέων
- Παλαιό Τρίκερι Μαγνησίας
- Τριζόνια Φωκίδας
- Θηρασιά - Κυκλάδες
- Αρκιοί & Μάραθος Δωδεκανήσων
- Κάτω Κουφονήσι - Μικρές Κυκλάδες
- Αντι Επιλόγου
- Άγιος Ευστράτιος
- Καστελλόριζο (Μεγίστη)
- Φολέγανδρος ΙΙ
- Φούρνοι Κορσέων ΙΙ
- Θύμαινα Κορσέων
- Οινούσσες
- Ψαρά
- Κάσος
- Κάρπαθος
- Σαρία Δωδεκανήσου
- Αρκιοί
- Σαμοθράκη
- Κύθηρα (Τσιρίγο)
- Αντικύθηρα (Τσιριγότο)
- Ικαρία
- Ικαρία ΙΙ
- Γαύδος
- Μεγανήσι Ιονίου
- Αλόννησος
- Αμοργός ΙV
- Λέρος ΙV
- Λειψοί ΙΙΙ
- Παξοί
- Η επίτευξη του μεγάλου στόχου
- Ερείκουσσα – Διαπόντια νησιά
- Οθωνοί – Διαπόντια νησιά
- Μαθράκι – Διαπόντια νησιά
- Κάλαμος Ιονίου
- Καστός Ιονίου
- Ιθάκη
- Φολέγανδρος ΙΙΙ
- Σίκινος ΙΙ
- Θηρασιά
- Σέριφος (πράξη δεύτερη)
2025: (Σέριφος πράξη δεύτερη)
Κάθε φορά που με ρωτούσε κάποιος για νησιά που νοστάλγησα και πεθύμησα να ξαναπάω έπαιρνε συχνά διάφορες απαντήσεις, σίγουρα όμως σ’ αυτές που αυθόρμητα θα μου έβγαιναν πρώτες ήταν για κάποιο λόγο η Σέριφος . Δε γνωρίζω με βεβαιότητα γιατί. Θες επειδή μου άρεσε τόσο, θες που δε τη χάρηκα στην προηγούμενη επίσκεψη, ή απλώς γιατί πέρασαν 11 χρόνια κι όλο το μελετούσα;
Σ’ ένα λοιπόν ιδιαίτερο για μένα καλοκαίρι που η ενασχόληση μου με τα νησιά περιορίζονταν μετά από πολλά χρόνια αποκλειστικά τις συνεντεύξεις σε διαδίκτυο και τηλεόραση για την επίτευξη του μεγάλου στόχου και όχι κάποια επίσκεψη κατόπιν σκέψεως και προσωπικών λόγων, ήρθε η πρόσκληση – πρόταση για να παραβρεθώ στο πανέμορφο αυτό Κυκλαδίτικο νησί με την αφορμή μιας βάπτισης του παιδιού φίλων, κάτι που θα γινόταν σε συνδυασμό με μια όμορφη παρέα.
Δε πρέπει να πέρασαν ούτε δέκα δευτερόλεπτα από τη στιγμή που ήρθε, όπου ξεκίνησα να ψάχνω τρόπους μετάβασης και διαμονή…
Πέραν του γεγονότος ότι ήθελα πολύ να δώσω το παρών για τους φίλους μου, ίσως υπήρχε και η εσωτερική ανάγκη για ένα νησί το καλοκαίρι του 2025 (δε το αρνούμαι), έτσι ευκαιρίας δοθείσης έγινε το βήμα. Πόσο μάλλον όταν επρόκειτο για ένα νησί που πάντα ήθελα να ξαναδώ και να διαπιστώσω τις όποιες αλλαγές μετά από τόσα χρόνια που ευτυχώς στα μάτια μου ήσαν λίγες, διατηρώντας το μοναδικό του χρώμα ακριβώς όπως και την προηγούμενη φορά.
Από την άλλη πάλι αδυνατώ να σκεφτώ και τούτη εδώ την ιστορία χωρίς συνέχεια, χωρίς έστω ένα μικρό συμπλήρωμα όπως αυτό που ετοιμάζομαι να ξεκινήσω, για ένα και μόνο τη φορά αυτή νησάκι κι ένα μοναδικό κεφάλαιο για το 2025. Ας είναι.
Ημέρα πρώτη – Άφιξη
Το πλοίο της χειρότερης εταιρείας του αιγαίου που σχεδόν μονοπωλεί τη γραμμή Πειραιάς – Σέριφος μας άφησε στην προκυμαία του νησιού μετά από ένα δίωρο ταξίδι. Χωρίς να ‘χω κατά νου ούτε την τεράστια κούραση, ούτε τον κόσμο που θα ερχόταν να μας υποδεχτεί άφησα κάτω το σακίδιο μου κι έβγαλα τη φωτογραφική μηχανή απαθανατίζοντας τη χώρα απέναντι μου, βιώνοντας τόσο έντονα το συναίσθημα λες και ήταν η πρώτη φορά που πάω όχι μόνο στο νησί αλλά και στις Κυκλάδες.
Κάτι ανάλογο έκανα και σε όλη τη διαδρομή μου φυσικά ως το παραλιακό κατάλυμα, διαπιστώνοντας από μνήμης πως ευτυχώς σχεδόν τίποτα δεν έχει αλλάξει:
Μετά από ένα ωραίο πρωινό που όλοι είχαμε ανάγκη και αφού συγκεντρωθήκαμε ως παρέα μπήκαμε στο αμάξι κι αναχωρήσαμε για το πρώτο μπάνιο στο νησί, ένα από τα λίγα προσωπικά μου το καλοκαίρι του 2025. Αφήστε με πάνω να βγάλω φωτογραφίες, προχωρήστε βρείτε ένα μέρος κι έρχομαι, είπα στην υπόλοιπη παρέα θέλοντας να ξαναζήσω τις στιγμές:
Το Γάνεμα, μια παραλία που πολλές φορές ήταν σημείο αναφοράς στις μετέπειτα συζητήσεις μου ως μία από τις αγαπημένες στις Κυκλάδες, ήταν και πάλι μπροστά στα πόδια μου, ίδιο κι απαράλλαχτο όπως ακριβώς το θυμόμουν:
Στη Σέριφο και στη Καλκούτα
στο Μέξικο στην Ικαριά
κλείσε τα μάτια και βούτα
μες στα βαθιά τα νερά
Όλα είναι ένα ψέμα
όλα είναι μαύρο χάλι
όλα εκτός από εσένα
κι οι βουτιές με το κεφάλι
(Αργύρης Μπακιρτζής & Τάσος Ποταμιανός - Οι βουτιές με το κεφάλι)
Χαρήκαμε με το παραπάνω τις βουτιές μας, βρεθήκαμε και με τον υπόλοιπο κόσμο που περιμέναμε, ήπιαμε τις μπύρες και τα τσίπουρα μας στον ίσκιο των δέντρων, μιλήσαμε, γελάσαμε και το απογευματάκι επιστρέψαμε στο Λιβάδι με σκοπό να ετοιμαστούμε για τη συνέχεια:
Το δρομολόγιο βεβαίως ήταν προδιαγεγραμμένο και το ραντεβού τυπικό, στη χώρα της Σερίφου, τη μαγική εκείνη ώρα που πέφτει ο ήλιος:
Είχα προνοήσει να πάρω μαζί μου τη φωτογραφική μηχανή, κάτι που σκέφτηκα πολλές ομολογώ φορές όλα αυτά τα χρόνια για την περίπτωση που βρισκόμουν και πάλι σ’ αυτά εδώ τα μέρη:
Αγνοώντας επιδεικτικά την πρόσκληση των κοριτσιών της παρέας για φαγητό σ’ ένα γνωστό εστιατόριο, ξεκίνησα το δρομολόγιο μου, το ίδιο όπως και τότε. Η πλατεία «πάνω πιάτσα» που φιγουράρει συχνά – πυκνά σε όποιον αναζητήσει διαδικτυακά πληροφορίες για τη Σέριφο άρχισε να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μου και το φακό μου:
Θεώρησα φρόνιμο ν’ αντισταθώ στις παρορμήσεις και να συνεχίσω την πορεία μου ανάμεσα από τα γραφικά Κυκλαδίτικα σοκάκια που αγαπώ και τα παλιά αρχοντικά:
Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια προς το κάστρο δεν άργησαν να μου αποκαλυφθούν και τα πρώτα εκκλησάκια που σηματοδοτούν το ψηλότερο αυτό σημείο, καθώς και η μοναδική θέα προς το λιμάνι και τα υπόλοιπα τριγύρω νησιά όπως τη γειτονική Σίφνο, την Κίμωλο τη Μήλο και πάει λέγοντας:
Με τη νοσταλγική διάθεση μου να συνεχίζεται -όχι ότι σταμάτησε καθόλου όλη την ημέρα- και τα συναισθήματα να με πλημμυρίζουν περιπλανήθηκα τριγυρνώντας και φωτογραφίζοντας, άλλοτε τη χώρα από ψηλά κι άλλοτε τη θέα προς το Λιβάδι:
Προφανώς δεν ήμουν ο μόνος που είχα την ίδια ιδέα, καθώς όλο και περισσότερος κόσμος ανέβαινε στο σημείο την τελειότερη ίσως ώρα, μ’ έμενα να μετατρέπομαι ξαφνικά σε φωτογράφο του νησιού καθώς ούτε κι εγώ δε ξέρω πόσοι μου ζητήσανε να τους βγάλω φωτογραφία, ίσως επειδή με βλέπανε με τη μηχανή στο χέρι, τι να πω:
Έπρεπε εξάλλου να περιμένω για λίγο ακόμα στο σημείο όπως είχα αποφασίσει, μιας και με την ώρα να πλησιάζει εννιά η ευκαιρία για ακόμη καλύτερες φωτογραφικές και μη στιγμές ήταν μπροστά μου, αποκαλύπτοντας μου μια άλλη διάσταση του μοναδικού αυτού μέρους:
Έτσι ενθουσιασμένος πήρα το μονοπάτι της επιστροφής με σκοπό να γιορτάσω όπως ξέρω τις στιγμές αυτές, φτάνοντας λίγο μετά και πάλι στην κεντρική πλατεία:
Ούτε είχα μιλήσει, ούτε ήξερα καν που ήταν οι υπόλοιποι, θα τους έβρισκα σε κάάάποια φάση στη διάρκεια του βραδιού. Το μόνο που μ’ ένοιαζε τη στιγμή εκείνη ήταν να καθίσω στο μικρό τραπέζι στο καφέ «του Στράτου» που ήξερα από διαίσθησης πως θα με περιμένει και φυσικά δικαιώθηκα πανηγυρικά!
Οι μπύρες πλαισιωμένες με μεζέ διαδέχθηκαν η μία την άλλη αγαλλιάζοντας περισσότερο την ψυχή μου, μέχρι που κάποια στιγμή (χωρίς να τον ξέρω) ήρθε και μου έπιασε την κουβέντα ο ιδιοκτήτης με τον οποίο γνωριστήκαμε, εξηγώντας μου πολλά αρχικά για το μέρος, την ιστορία για το πώς έφτασε στα χέρια του το μαγαζί αλλά και εν γένει για το νησί που σε πείσμα των καιρών διατηρεί αναλλοίωτο το χρώμα του, κάτι που είχα διαπιστώσει κι ο ίδιος φυσικά.
Δε ξέρω πως, όπως θα 'χετε καταλάβει όμως μου συμβαίνουν αυτά στα νησιά με κάποιο μυστηριώδη τρόπο, λες κι ο κόσμος με περιμένει για να ξανοιχτεί:
Η βραδιά εξελίχθηκε ήσυχα, με μερικές ακόμα βόλτες στη χώρα κι επιστροφή σχετικά νωρίς για τα δεδομένα μου μιας και η κούραση με είχε καταβάλλει, μετά από μια τόσο γεμάτη και υπέροχη μέρα…
Ημέρα δεύτερη
Ξύπνημα, μαγιό, καφεδάκι στο μπαλκόνι δυο βήματα απ’ τη θάλασσα και πρωινό σε φούρνο του νησιού, συνδυασμός άχαστος εδώ και πολλά χρόνια.
Προορισμός της ημέρας η κοντινή αλλά ουδόλως αδιάφορη όπως μπορείτε να δείτε παραλία του Αγίου Σώστη, στην οποία φτάσαμε με τα πόδια καθώς παρκάραμε λίγο ψηλότερα για να μην επιβαρύνουμε το όχημα:
Αρνητικό της όλης υπόθεσης ήταν η έλλειψη σκιάς, καθώς τα σημεία αυτά ήταν όλα πιασμένα από νωρίς οπότε εκ των πραγμάτων δε μπορούσαμε να μείνουμε πολύ. Δε χρειάζεται νομίζω να γράψω για την παραλία και τα νερά που συναντήσαμε για να κάνουμε το μπάνιο μας, είναι από τις περιπτώσεις που όντως η εικόνα μιλάει μόνη της:
Με την ευκαιρία έκανα και μια μικρή βόλτα ως το εκκλησάκι που βλέπετε στην πρώτη εικόνα και δίνει το όνομα του στην παραλία, θέλοντας να πάρω μερικές λήψεις πανοραμικά, αλλά και προς τα πίσω στο μικρό λιμανάκι για τις βάρκες που όπως είναι λογικό αποτελούσε εξαιρετικό πάτημα για βουτιές στη δροσερή θάλασσα:
Η ώρα πλησίαζε μεσημέρι, ο ήλιος έκαιγε και ήταν ώρα ν’ αναχωρήσουμε κινούμενοι προς το κατάλυμα των παιδιών λίγο έξω απ’ το λιβάδι, με αφορμή να συνεννοηθούμε για το απόγευμα, να πιούνε άλλοι τον καφέ κι άλλοι τις μπύρες τους (ονόματα δε λέμε) και να βρισκόμαστε κοντά σχετικά στο Λιβάδι.
Προσωπικά ήξερα ότι θέλω δέκα λεπτά για να ετοιμαστώ, έτσι όταν πήρα την άγουσα της επιστροφής προς το κατάλυμα μέσω της παραλίας δε δίστασα να κάνω άλλη μια βουτιά μιας και η θάλασσα στα μάτια μου φάνταζε απολύτως θελκτική και προκλητική. Σιγά μην έχανα την ευκαιρία:
Στις έξι και λίγο ήμασταν ήδη έτοιμοι και στολισμένοι ευρισκόμενοι στον όρμο του Κουταλά, ανεβαίνοντας προς το εκκλησάκι όπου θα γινόταν η βάφτιση, με τη χαρακτηριστική ερειπωμένη σκάλα φόρτωσης των παλαιών μεταλλείων της Σερίφου να φαίνεται απέναντι μας, αφημένη κι αυτή στο πέρασμα του χρόνου:
Επρόκειτο βεβαίως για ένα πολύ ωραίο ακόμη μέρος του νησιού, με την παραλία να φαντάζει κι αυτή όμορφη στα μάτια μου και με αρκετή περισσότερη σκιά:
Αφού ολοκληρώθηκαν τα διαδικαστικά κι ανταλλάξαμε ευχές μένοντας τελευταίοι, μπήκαμε στο αυτοκίνητο με προορισμό για άλλη μια φορά την υπέροχη αυτή Χώρα. Γεγονός ήταν πως δε μπορούσα να αποφύγω (ούτε ήθελα) άλλη μια βόλτα στο κάστρο, αυτή τη φορά όμως με παρέα καθώς δε με είχε ακολουθήσει την προηγούμενη και δε γινόταν να μη το κάνει:
Οι πολιτείες πάντα χορεύουν
σε ρυθμό κιρκαδιανό
τα φώτα ανάβουν να προλάβουν
της νύχτας το μετέωρο
Κι εσύ αποσπερίτη μου
του δειλινού ταιριάζεις
άδολα είναι τα μάτια σου
και μην τα κατεβάζεις
(Θανάσης Παπακωνσταντίνου - Αποσπερίτης)
Όταν φτάσαμε ξανά στην πλατεία τα πάντα ήταν κιόλας έτοιμα. Το τραπέζι στρωμένο και το νησιώτικο γλέντι μπροστά στη σκάλα του δημαρχείο είχε ξεκινήσει να στήνεται:
Όπως πρέπει να είναι τα πράγματα. Όπως πρέπει να εξελίσσονται οι βραδιές και οι μουσικές.
Στα νησιά, μόνο στα νησιά…

Αναχώρηση
Πίνοντας το καφεδάκι μου παίρνω τις τελευταίες λήψεις στο νησί, λίγο πριν το πλοίο της επιστροφής κάνει την εμφάνιση του και μας γυρίσει στον Πειραιά και η οδική διαδρομή ως το βράδυ στη Θεσσαλονίκη. Λίγο, πολύ λίγο δεν αντιλέγω, όπως και την προηγούμενη φορά άλλωστε αλλά καλό. Με χαμόγελα, αγαπημένους ανθρώπους και πολύ όμορφες στιγμές.
Δεν είναι όμως μόνο αυτό το βασικό στοιχείο της εκδρομής, αλλά και ο προορισμός δίχως αμφιβολία. Ένα νησί που ενώ δε κατατάσσεται σε αυτά της άγονης γραμμής, προσπαθεί να διατηρεί τον όμορφο του χαρακτήρα ίσως κόντρα στις επιταγές του σήμερα κι αυτό για μένα είναι το σημαντικό.
Σέριφο μου μη χανόμαστε, όχι πάλι σε 11 χρόνια. Τα ξαναλέμε σύντομα!
Κάθε φορά που με ρωτούσε κάποιος για νησιά που νοστάλγησα και πεθύμησα να ξαναπάω έπαιρνε συχνά διάφορες απαντήσεις, σίγουρα όμως σ’ αυτές που αυθόρμητα θα μου έβγαιναν πρώτες ήταν για κάποιο λόγο η Σέριφος . Δε γνωρίζω με βεβαιότητα γιατί. Θες επειδή μου άρεσε τόσο, θες που δε τη χάρηκα στην προηγούμενη επίσκεψη, ή απλώς γιατί πέρασαν 11 χρόνια κι όλο το μελετούσα;
Σ’ ένα λοιπόν ιδιαίτερο για μένα καλοκαίρι που η ενασχόληση μου με τα νησιά περιορίζονταν μετά από πολλά χρόνια αποκλειστικά τις συνεντεύξεις σε διαδίκτυο και τηλεόραση για την επίτευξη του μεγάλου στόχου και όχι κάποια επίσκεψη κατόπιν σκέψεως και προσωπικών λόγων, ήρθε η πρόσκληση – πρόταση για να παραβρεθώ στο πανέμορφο αυτό Κυκλαδίτικο νησί με την αφορμή μιας βάπτισης του παιδιού φίλων, κάτι που θα γινόταν σε συνδυασμό με μια όμορφη παρέα.
Δε πρέπει να πέρασαν ούτε δέκα δευτερόλεπτα από τη στιγμή που ήρθε, όπου ξεκίνησα να ψάχνω τρόπους μετάβασης και διαμονή…
Πέραν του γεγονότος ότι ήθελα πολύ να δώσω το παρών για τους φίλους μου, ίσως υπήρχε και η εσωτερική ανάγκη για ένα νησί το καλοκαίρι του 2025 (δε το αρνούμαι), έτσι ευκαιρίας δοθείσης έγινε το βήμα. Πόσο μάλλον όταν επρόκειτο για ένα νησί που πάντα ήθελα να ξαναδώ και να διαπιστώσω τις όποιες αλλαγές μετά από τόσα χρόνια που ευτυχώς στα μάτια μου ήσαν λίγες, διατηρώντας το μοναδικό του χρώμα ακριβώς όπως και την προηγούμενη φορά.
Από την άλλη πάλι αδυνατώ να σκεφτώ και τούτη εδώ την ιστορία χωρίς συνέχεια, χωρίς έστω ένα μικρό συμπλήρωμα όπως αυτό που ετοιμάζομαι να ξεκινήσω, για ένα και μόνο τη φορά αυτή νησάκι κι ένα μοναδικό κεφάλαιο για το 2025. Ας είναι.
Ημέρα πρώτη – Άφιξη
Το πλοίο της χειρότερης εταιρείας του αιγαίου που σχεδόν μονοπωλεί τη γραμμή Πειραιάς – Σέριφος μας άφησε στην προκυμαία του νησιού μετά από ένα δίωρο ταξίδι. Χωρίς να ‘χω κατά νου ούτε την τεράστια κούραση, ούτε τον κόσμο που θα ερχόταν να μας υποδεχτεί άφησα κάτω το σακίδιο μου κι έβγαλα τη φωτογραφική μηχανή απαθανατίζοντας τη χώρα απέναντι μου, βιώνοντας τόσο έντονα το συναίσθημα λες και ήταν η πρώτη φορά που πάω όχι μόνο στο νησί αλλά και στις Κυκλάδες.
Κάτι ανάλογο έκανα και σε όλη τη διαδρομή μου φυσικά ως το παραλιακό κατάλυμα, διαπιστώνοντας από μνήμης πως ευτυχώς σχεδόν τίποτα δεν έχει αλλάξει:
Μετά από ένα ωραίο πρωινό που όλοι είχαμε ανάγκη και αφού συγκεντρωθήκαμε ως παρέα μπήκαμε στο αμάξι κι αναχωρήσαμε για το πρώτο μπάνιο στο νησί, ένα από τα λίγα προσωπικά μου το καλοκαίρι του 2025. Αφήστε με πάνω να βγάλω φωτογραφίες, προχωρήστε βρείτε ένα μέρος κι έρχομαι, είπα στην υπόλοιπη παρέα θέλοντας να ξαναζήσω τις στιγμές:
Το Γάνεμα, μια παραλία που πολλές φορές ήταν σημείο αναφοράς στις μετέπειτα συζητήσεις μου ως μία από τις αγαπημένες στις Κυκλάδες, ήταν και πάλι μπροστά στα πόδια μου, ίδιο κι απαράλλαχτο όπως ακριβώς το θυμόμουν:
Στη Σέριφο και στη Καλκούτα
στο Μέξικο στην Ικαριά
κλείσε τα μάτια και βούτα
μες στα βαθιά τα νερά
Όλα είναι ένα ψέμα
όλα είναι μαύρο χάλι
όλα εκτός από εσένα
κι οι βουτιές με το κεφάλι
(Αργύρης Μπακιρτζής & Τάσος Ποταμιανός - Οι βουτιές με το κεφάλι)
Χαρήκαμε με το παραπάνω τις βουτιές μας, βρεθήκαμε και με τον υπόλοιπο κόσμο που περιμέναμε, ήπιαμε τις μπύρες και τα τσίπουρα μας στον ίσκιο των δέντρων, μιλήσαμε, γελάσαμε και το απογευματάκι επιστρέψαμε στο Λιβάδι με σκοπό να ετοιμαστούμε για τη συνέχεια:
Το δρομολόγιο βεβαίως ήταν προδιαγεγραμμένο και το ραντεβού τυπικό, στη χώρα της Σερίφου, τη μαγική εκείνη ώρα που πέφτει ο ήλιος:
Είχα προνοήσει να πάρω μαζί μου τη φωτογραφική μηχανή, κάτι που σκέφτηκα πολλές ομολογώ φορές όλα αυτά τα χρόνια για την περίπτωση που βρισκόμουν και πάλι σ’ αυτά εδώ τα μέρη:
Αγνοώντας επιδεικτικά την πρόσκληση των κοριτσιών της παρέας για φαγητό σ’ ένα γνωστό εστιατόριο, ξεκίνησα το δρομολόγιο μου, το ίδιο όπως και τότε. Η πλατεία «πάνω πιάτσα» που φιγουράρει συχνά – πυκνά σε όποιον αναζητήσει διαδικτυακά πληροφορίες για τη Σέριφο άρχισε να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μου και το φακό μου:
Θεώρησα φρόνιμο ν’ αντισταθώ στις παρορμήσεις και να συνεχίσω την πορεία μου ανάμεσα από τα γραφικά Κυκλαδίτικα σοκάκια που αγαπώ και τα παλιά αρχοντικά:
Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια προς το κάστρο δεν άργησαν να μου αποκαλυφθούν και τα πρώτα εκκλησάκια που σηματοδοτούν το ψηλότερο αυτό σημείο, καθώς και η μοναδική θέα προς το λιμάνι και τα υπόλοιπα τριγύρω νησιά όπως τη γειτονική Σίφνο, την Κίμωλο τη Μήλο και πάει λέγοντας:
Με τη νοσταλγική διάθεση μου να συνεχίζεται -όχι ότι σταμάτησε καθόλου όλη την ημέρα- και τα συναισθήματα να με πλημμυρίζουν περιπλανήθηκα τριγυρνώντας και φωτογραφίζοντας, άλλοτε τη χώρα από ψηλά κι άλλοτε τη θέα προς το Λιβάδι:
Προφανώς δεν ήμουν ο μόνος που είχα την ίδια ιδέα, καθώς όλο και περισσότερος κόσμος ανέβαινε στο σημείο την τελειότερη ίσως ώρα, μ’ έμενα να μετατρέπομαι ξαφνικά σε φωτογράφο του νησιού καθώς ούτε κι εγώ δε ξέρω πόσοι μου ζητήσανε να τους βγάλω φωτογραφία, ίσως επειδή με βλέπανε με τη μηχανή στο χέρι, τι να πω:
Έπρεπε εξάλλου να περιμένω για λίγο ακόμα στο σημείο όπως είχα αποφασίσει, μιας και με την ώρα να πλησιάζει εννιά η ευκαιρία για ακόμη καλύτερες φωτογραφικές και μη στιγμές ήταν μπροστά μου, αποκαλύπτοντας μου μια άλλη διάσταση του μοναδικού αυτού μέρους:
Έτσι ενθουσιασμένος πήρα το μονοπάτι της επιστροφής με σκοπό να γιορτάσω όπως ξέρω τις στιγμές αυτές, φτάνοντας λίγο μετά και πάλι στην κεντρική πλατεία:
Ούτε είχα μιλήσει, ούτε ήξερα καν που ήταν οι υπόλοιποι, θα τους έβρισκα σε κάάάποια φάση στη διάρκεια του βραδιού. Το μόνο που μ’ ένοιαζε τη στιγμή εκείνη ήταν να καθίσω στο μικρό τραπέζι στο καφέ «του Στράτου» που ήξερα από διαίσθησης πως θα με περιμένει και φυσικά δικαιώθηκα πανηγυρικά!
Οι μπύρες πλαισιωμένες με μεζέ διαδέχθηκαν η μία την άλλη αγαλλιάζοντας περισσότερο την ψυχή μου, μέχρι που κάποια στιγμή (χωρίς να τον ξέρω) ήρθε και μου έπιασε την κουβέντα ο ιδιοκτήτης με τον οποίο γνωριστήκαμε, εξηγώντας μου πολλά αρχικά για το μέρος, την ιστορία για το πώς έφτασε στα χέρια του το μαγαζί αλλά και εν γένει για το νησί που σε πείσμα των καιρών διατηρεί αναλλοίωτο το χρώμα του, κάτι που είχα διαπιστώσει κι ο ίδιος φυσικά.
Δε ξέρω πως, όπως θα 'χετε καταλάβει όμως μου συμβαίνουν αυτά στα νησιά με κάποιο μυστηριώδη τρόπο, λες κι ο κόσμος με περιμένει για να ξανοιχτεί:
Η βραδιά εξελίχθηκε ήσυχα, με μερικές ακόμα βόλτες στη χώρα κι επιστροφή σχετικά νωρίς για τα δεδομένα μου μιας και η κούραση με είχε καταβάλλει, μετά από μια τόσο γεμάτη και υπέροχη μέρα…
Ημέρα δεύτερη
Ξύπνημα, μαγιό, καφεδάκι στο μπαλκόνι δυο βήματα απ’ τη θάλασσα και πρωινό σε φούρνο του νησιού, συνδυασμός άχαστος εδώ και πολλά χρόνια.
Προορισμός της ημέρας η κοντινή αλλά ουδόλως αδιάφορη όπως μπορείτε να δείτε παραλία του Αγίου Σώστη, στην οποία φτάσαμε με τα πόδια καθώς παρκάραμε λίγο ψηλότερα για να μην επιβαρύνουμε το όχημα:
Αρνητικό της όλης υπόθεσης ήταν η έλλειψη σκιάς, καθώς τα σημεία αυτά ήταν όλα πιασμένα από νωρίς οπότε εκ των πραγμάτων δε μπορούσαμε να μείνουμε πολύ. Δε χρειάζεται νομίζω να γράψω για την παραλία και τα νερά που συναντήσαμε για να κάνουμε το μπάνιο μας, είναι από τις περιπτώσεις που όντως η εικόνα μιλάει μόνη της:
Με την ευκαιρία έκανα και μια μικρή βόλτα ως το εκκλησάκι που βλέπετε στην πρώτη εικόνα και δίνει το όνομα του στην παραλία, θέλοντας να πάρω μερικές λήψεις πανοραμικά, αλλά και προς τα πίσω στο μικρό λιμανάκι για τις βάρκες που όπως είναι λογικό αποτελούσε εξαιρετικό πάτημα για βουτιές στη δροσερή θάλασσα:
Η ώρα πλησίαζε μεσημέρι, ο ήλιος έκαιγε και ήταν ώρα ν’ αναχωρήσουμε κινούμενοι προς το κατάλυμα των παιδιών λίγο έξω απ’ το λιβάδι, με αφορμή να συνεννοηθούμε για το απόγευμα, να πιούνε άλλοι τον καφέ κι άλλοι τις μπύρες τους (ονόματα δε λέμε) και να βρισκόμαστε κοντά σχετικά στο Λιβάδι.
Προσωπικά ήξερα ότι θέλω δέκα λεπτά για να ετοιμαστώ, έτσι όταν πήρα την άγουσα της επιστροφής προς το κατάλυμα μέσω της παραλίας δε δίστασα να κάνω άλλη μια βουτιά μιας και η θάλασσα στα μάτια μου φάνταζε απολύτως θελκτική και προκλητική. Σιγά μην έχανα την ευκαιρία:
Στις έξι και λίγο ήμασταν ήδη έτοιμοι και στολισμένοι ευρισκόμενοι στον όρμο του Κουταλά, ανεβαίνοντας προς το εκκλησάκι όπου θα γινόταν η βάφτιση, με τη χαρακτηριστική ερειπωμένη σκάλα φόρτωσης των παλαιών μεταλλείων της Σερίφου να φαίνεται απέναντι μας, αφημένη κι αυτή στο πέρασμα του χρόνου:
Επρόκειτο βεβαίως για ένα πολύ ωραίο ακόμη μέρος του νησιού, με την παραλία να φαντάζει κι αυτή όμορφη στα μάτια μου και με αρκετή περισσότερη σκιά:
Αφού ολοκληρώθηκαν τα διαδικαστικά κι ανταλλάξαμε ευχές μένοντας τελευταίοι, μπήκαμε στο αυτοκίνητο με προορισμό για άλλη μια φορά την υπέροχη αυτή Χώρα. Γεγονός ήταν πως δε μπορούσα να αποφύγω (ούτε ήθελα) άλλη μια βόλτα στο κάστρο, αυτή τη φορά όμως με παρέα καθώς δε με είχε ακολουθήσει την προηγούμενη και δε γινόταν να μη το κάνει:
Οι πολιτείες πάντα χορεύουν
σε ρυθμό κιρκαδιανό
τα φώτα ανάβουν να προλάβουν
της νύχτας το μετέωρο
Κι εσύ αποσπερίτη μου
του δειλινού ταιριάζεις
άδολα είναι τα μάτια σου
και μην τα κατεβάζεις
(Θανάσης Παπακωνσταντίνου - Αποσπερίτης)
Όταν φτάσαμε ξανά στην πλατεία τα πάντα ήταν κιόλας έτοιμα. Το τραπέζι στρωμένο και το νησιώτικο γλέντι μπροστά στη σκάλα του δημαρχείο είχε ξεκινήσει να στήνεται:
Όπως πρέπει να είναι τα πράγματα. Όπως πρέπει να εξελίσσονται οι βραδιές και οι μουσικές.
Στα νησιά, μόνο στα νησιά…
Αναχώρηση
Πίνοντας το καφεδάκι μου παίρνω τις τελευταίες λήψεις στο νησί, λίγο πριν το πλοίο της επιστροφής κάνει την εμφάνιση του και μας γυρίσει στον Πειραιά και η οδική διαδρομή ως το βράδυ στη Θεσσαλονίκη. Λίγο, πολύ λίγο δεν αντιλέγω, όπως και την προηγούμενη φορά άλλωστε αλλά καλό. Με χαμόγελα, αγαπημένους ανθρώπους και πολύ όμορφες στιγμές.
Δεν είναι όμως μόνο αυτό το βασικό στοιχείο της εκδρομής, αλλά και ο προορισμός δίχως αμφιβολία. Ένα νησί που ενώ δε κατατάσσεται σε αυτά της άγονης γραμμής, προσπαθεί να διατηρεί τον όμορφο του χαρακτήρα ίσως κόντρα στις επιταγές του σήμερα κι αυτό για μένα είναι το σημαντικό.
Σέριφο μου μη χανόμαστε, όχι πάλι σε 11 χρόνια. Τα ξαναλέμε σύντομα!
Last edited by a moderator:

